Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα όρια της σιγής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα όρια της σιγής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 14, 2007

καταφύγιο ξανά

Με τα λόγια του μαθητή, μια ακόμα απορία, σε μνημόσυνο λησμονημένο:

Τώρα κάθομαι στην παλιά κουνιστή πολυθρόνα που κάθησαν τρεις
γενιές. Πού πήγαν τόσοι άνθρωποι;
Ολόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός ονείρου
μέσα σ΄ένα άλλο όνειρο. Κι η Άννα όταν γελούσε ήταν σα να
σκόρπιζε γιασεμιά
φωτιζόταν για λίγο η νύχτα.

Θυμάμαι παιδί που έγραψα τον πρώτο στίχο μου.
Από τότε ξέρω οτι δε θα πεθάνω ποτέ-
αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα.*


* το καταφύγιο, ιδωμένο από άλλο μάτι... ίδιο πάντα... Η ηχώ του Πόε βαθαίνει τους υπόγειους δεσμούς και τα πλοκάμια των συναρτήσεων.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 13, 2007

λεξικό


ποίηση η: . η τέχνη της σύνθεσης, της δημιουργίας λογοτεχνικών έργων σε στίχους (σε αντιδιαστολή με την πεζογραφία, τον πεζό λόγο), β. το ποιητικό δημιούργημα, το ποίημα. 2. τα διάφορα ποιητικά είδη, τεχνοτροπίες κτλ. 3. το σύνολο της ποιητικής δημιουργίας, των ποιητικών έργων μιας περιόδου, ενός ποιητή, ενός έθνους κτλ. 4. η αισθητική και συναισθηματική αξία, διάθεση, η μαγεία.

καταφύγιο το: . τόπος όπου καταφεύγει κάποιος, όπου πηγαίνει για να προστατευτεί από κπ. κίνδυνο ή για να αποφύγει κάποια δυσάρεστη κατάσταση, β. μικρό οίκημα σε βουνό, όπου μπορούν οι ορειβάτες να διανυκτερεύσουν ή να προστατευτούν από δυσμενείς καιρικές συνθήκες. 2. (μτφ.) α. πρόσωπο στο οποίο κασταφεύγουμε, από το οποίο ζητούμε βοήθεια και προστασία, β. χρησιμοποιώ κτ. ως μέσο για να δώσω λύση σε κτ. που με βασανίζει ή για να βρω ανακούφιση.

φθονώ: αισθάνομαι φθόνο για κπ.

φθόνος ο: το αρνητικό συναίσθημα της λύπης, της στενοχώριας και της δυσαρέσκειας που αισθάνεται κάποιος για την ευτυχία, την επιτυχία ή την υπεροχήτων άλλων.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 10, 2007

Καταφύγια θηλιές;


Κι άλλες απορίες (ή μήπως απαντήσεις;)

>> Αν είμαστε «κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες», «κάτι απίστευτες αντένες», «κάτι διάχυτες αισθήσεις»... δεν είμαστε άνθρωποι, αλλά σταθερά και μόνιμα κάτι άλλο. Όπερ σημαίνει ότι δεν μπορούμε να αξιώνουμε την «κατοχή και χρήση» των ιδιοτήτων του υποκειμένου (λόγο, δηλαδή, ας μη μασάμε τα... λόγια μας). Όπερ σημαίνει ότι αυτό το «άλλο» που είμαστε μένει να ανακαλυφθεί.

>> Αν είμαστε «εμείς», τότε είμαστε «όλοι», δηλαδή «κανένας».

>> Άλλους δε συναντάμε στο ποίημα, όπως πχ στο «όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς, μπορούν με χίλιους τρόπους». Τα πράγματα μας διώχνουν. Ο πόνος στο σώμα, στην ενθύμηση είναι ασαφής και καλυμμένος.

>> Πονάμε όταν θυμόμαστε κι όταν αισθανόμαστε-πάσχουμε (στο σώμα) ή ο πόνος οφείλεται στη μνήμη/ανάμνηση και το σώμα αυτό καθαυτό;

>> Το ότι ο θάνατος και οι άνθρωποι (που, όπως είπα και πριν, είναι νομίζω αξεχώριστα πράγματα στην ποίηση του Καρυωτάκη) λείπουν από ένα «προγραμματικό» ποίημα ενισχύει την παρουσία τους γιατί εδώ είναι που ο ποιητής μοιάζει να καταλαβαίνει ότι το κρίσιμο βρίσκεται πίσω και από τους ανθρώπους και από το θάνατο.

>> Ποια είναι η φύση που αίφνης κάνει την εμφάνισή της για να μπερδευτεί στα νεύρα μας; Υπάρχει (πια) μη ανθρώπινη φύση;

>> Το καταφύγιο είναι απαλλαγμένο απ' τον πόνο;

Κυριακή, Δεκεμβρίου 09, 2007

Αυτό που λείπει...


Αποριών συνέχεια:

Γιατί στο ποίημα όπου οριστικά έδεσε ο Καρυωτάκης ποίηση, καταφύγιο και φθόνο, λείπουν ολοκληρωτικά οι άνθρωποι; Στην ερημιά αυτού του ποιήματος λείπει ακόμα και ο θάνατος. Δύο, δηλαδή, από τα πιο σημαντικά, τα πιο κεντρικά του μοτίβα μοιάζουν να απουσιάζουν πλήρως. Και μάλιστα σ' ένα ποίημα που θα το έλεγε κανείς «προγραμματικό». Γιατί; Για να λάμψουν δια της απουσίας τους; Για να ακουστεί η εκκωφαντική σιωπή; Ίσως τα πράγματα να είναι αντίθετα. Η ερημιά είναι ίδια είτε χωρίς ανθρώπους είτε μέσα στο πλήθος. Ο πόνος του θανάτου είναι ίδιος είτε πρόκειται για τον οριστικό είτε για τους μικρούς καθημερινούς. Ένα προγραμματικό ποίημα δε θα μπορούσε έτσι να παραγνωρίσει την αλήθεια ότι ο θάνατος και οι άνθρωποι ή ο άνθρωπος και οι θάνατοι είναι ένα πράγμα, το ένα δεν υπάρχει χωρίς το άλλο. Στην ερημιά από ανθρώπους, ακόμα και από εαυτό-υποκείμενο, στην πέραν του θανάτου χώρα, ο ποιητής δε βρίσκει γαλήνη, παρά μονάχα ένα ανάπηρο «καταφύγιο», εκεί που διωγμένος από τα πράγματα (τα πάντα ίδια, πανταχού παρόντα, τρομακτικά πράγματα) δέχεται πια (αργά...) το δίδαγμα της ταπεινής του τέχνης. Πέρα απ' τις προδοσίες, τους θανάτους, τους ανθρώπους.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 08, 2007

Θάνατοι

Αν ο «θάνατος» είναι η δεσπόζουσα, η σταθερά, στο έργο του Καρυωτάκη, τι γίνεται με τους μικρούς, καθημερινούς θανάτους; Σ' ένα από τα ύστατα, τα τελευταία ποιήματά του, κλείνει οριστικά αυτό το ζήτημα. Ο θάνατος, που στο προηγούμενο έργο του μοιάζει να 'ναι κενό γράμμα, πανταχού παρών, γίνεται τώρα καθημερινός, τετριμμένος. Τετριμμένος είναι ο θάνατος στην Πρέβεζα. Ο θάνατος της καθημερινότητας, ο καθημερινός θάνατος. Πολύ σοβαρότερος απ' τον πραγματικό, πολύ πιο οριστικός... Μέσα στο θόρυβο των ανθρώπων και του εαυτού μας...

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 07, 2007

Ποίηση καταφύγιο;




Απορίες:

(1) Η ποίηση ως αντίπαλο δέος των πραγμάτων, συνιστά παράλληλη διάσταση του κόσμου, έναν κόσμο δεύτερο, κατοπτρικό (αντεστραμμένο ή όχι, δεν έχει μεγάλη σημασία -- ή μήπως έχει;) ή μια εναλλακτική πραγματικότητα που είναι συνάμα καταφύγιο και πόνος;

(2) Ανάμεσα στην ποίηση ως καταφύγιο και την ποίηση ως αβίωτη επιλογή αιωρείται μια υπόνοια ζωής σε στάση, μιας ζωής ακινητοποιημένης. Θα μπορούσε όμως να είναι και μια ζωή σε αναμονή; Εδώ προφανώς πρόκειται για ζήτημα επιλογής. Αξιολογικής, ηθικής ή ακόμα ακόμα υπαρξιστικής. Αισιοδοξία ή απαισιοδοξία. Το καταφύγιο θα 'ναι πάντα «καταφύγιο που φθονούμε» ή θα μπορέσει ποτέ να γίνει καταφύγιο πραγματικό;

(3) Η ποίηση ως καταφύγιο αναδεικνύεται σ' ένα ποίημα που εκθεμελιώνει -- για πολλοστή μάλλον φορά στο έργο του Καρυωτάκη -- το υποκείμενο. Είναι αυτό (και πάλι) μια υπαρξιστικού τύπου στρατηγική, μια προσπάθεια να γραφτεί η εμπειρία της διάχυσης του υποκειμένου μέσα στο κείμενο, της διάλυσής του μέσα στο ποίημα και της ένωσής του με το έργο; Ή, από την άλλη, είναι η απλή κατάφαση στην κοινωνική αλήθεια της αναπηρίας αυτού του υποκειμένου, που εκθειάστηκε ως πανίσχυρο και πανταχού παρόν, αλλά αποδείχτηκε κατώτερο των περιστάσεων;

(4) Γιατί φθονεί το καταφύγιο της ποίησης ο Κ.; Είναι η αδυναμία της να προσφέρει τελικά τα υπεσχημένα; Να εκπληρώσει τον πατροπαράδοτο ρόλο της απέναντι σε αναγνώστη και ποιητή; Να προσφέρει παρηγοριά ή να παρακινήσει τη ζωή; Να πει αλήθειες, να περιγράψει πραγματικότητες και οράματα; Φθονεί την ποίηση γιατί την έχει πια δει χωρίς αυταπάτη; Μήπως, όμως, μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει και ένας ακόμα λόγος, που γεννιέται μέσα στα όρια του ποιήματος; Είναι η «ποίηση ως καταφύγιο» απλώς μια διαπίστωση, η κατακλείδα της ιστορίας του υποκειμένου που θέλησε να διηγηθεί ο ποιητής; Μήπως δεν έχει νοσταλγία ή θρήνο, αλλά απλώς βεβαιώνει την ιστορική και κοινωνική αλήθεια που γνωρίζει ο ποιητής;

(5) Βρίσκεται το κλειδί του ποιήματος στην προτελευταία στροφή; Στις επόμενες απορίες...

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.

Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις

Πέμπτη, Νοεμβρίου 01, 2007

Μνημόσυνων... συνέχεια

Πάλι με καθυστέρηση μιας μέρας. Εδώ μνημόσυνο φίλου σκοτεινού, σιωπηλού, υπόγειου. 31 Οκτωβρίου του 1888 γεννήθηκε ο Ναπολέων Λαπαθιώτης. Ήταν πολλά πράγματα, ένα από αυτά «ποιητής». Της γενιάς, της παρέας, της σκοτεινιάς του Καρυωτάκη. Μνημόσυνο ημιτελές, όπως όλα.

Γύρω η μαυρίλα,
Μέσα η καρδιά μου.

Στο πάτημά μου
Τρίζουν τα φύλλα.

Νερό αργοκύλα !
Στολίδια γάμου

Ξεσκίδια χάμου.
Ανατριχίλα

Μες στο βιβλίο
Σκυμμένα μάτια,

Και δε διαβάζω.

Σιωπή, ερμιά, κρύο.
Πέρα; Παλάτια.

Σκοινιά. Σπαράζω...

Τετάρτη, Οκτωβρίου 31, 2007

Του μαθητή ... μνημόσυνο

Και πάλι για τους μαθητές -- για τον καλύτερο. Αργοπορημένο μνημόσυνο, κατά μία μέρα, έστω. Στις 30 Οκτωβρίου του 1988, ο Τάσος Λειβαδίτης άφησε τα εγκώσμια, οριστικά κι αμετάκλητα. Μείναν όμως κατόπιν του οι στίχοι...

Kαι μόνο εκείνη η γυναίκα, θα ’ρθει η αναπότρεπτη ώρα,
μια νύχτα, που θα νιώσει με τρόμο ξαφνικά,
πως στέρησε τον εαυτό της απ' την πιο βαθειά, την πιο μεγάλη ερωτική πράξη
μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.

--||--

Ζήσαμε πάντοτε αλλού
και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει
ερχόμαστε για λίγο.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 29, 2007

Των μαθητών απώλεια



Κατά τα φαινόμενα, ένα ακόμα post χωρίς άμεση σχέση με τον Καρυωτάκη. Υπόγειοι δεσμοί και πάλι. Εντός και εκτός των τειχών. Απώλεια ενός ακόμα μαθητή. Απ' τους καλύτερους... κι αυτός.


Μνημόσυνα (εκ του Ποιείν):
http://www.poiein.gr/archives/1509/index.html
http://www.poiein.gr/archives/689/index.html

[η εικόνα απ' το: http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/mandragoras/25/14.html]

Τετάρτη, Οκτωβρίου 10, 2007

100... ένας αιώνας


Για την εκατοστή ανάρτηση, τόσα χρόνια μετά την πρώτη, ακόμα περισσότερα από τότε που -- από εμμονή ανεξιχνίαστη (;) -- φτιάχτηκε η πρώτη σελίδα για τον Καρυωτάκη, δέκα χρόνια πριν (σχεδόν ένας αιώνας), μπας και βγει ένα κομμάτι ποίησης στο Internet.

Η εκατοστή ανάρτηση άσχετη απ' τον Καρυωτάκη, αλλά και τελείως δική του, με τη φωνή ενός απ' τους πιο καλούς, τους πιο πιστούς, μαθητές του.

Η εκατοστή ανάρτηση, μυστικοί δεσμοί, αδέλφια, χαρτιά, μολύβια, «δρόμοι που δε βγάζουν πουθενά», οι δικοί μας όμως μικροί. Brothers in arms κι ας μη το διαβάσουν αυτό

[Κάντε κλικ εδώ, για μια απαγγελία, απ' το ποιείν, του Σ. Παστάκα... blog και podcast]


Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 13, 2007

Επιστροφή x2

Η βροχή μας έφερε κοράκια
στο μυαλό σου τρίζουν ακόμα τα λάστιχα
του δρόμου.
Σφυράς στο μανιασμένοι άνεμο
μα δε σ' ακούει πια ούτε μια λύπη.
Ξεκίνησες να πας
κι ύστερα κρύφτηκες
επιστροφή
άλλη μια
μέχρι πότε;

Σάββατο, Ιουλίου 28, 2007

H Φούγκα του Θανάτου


Το post τούτο δεν έχει άμεση σχέση με τον Καρυωτάκη, αν και οι μυστικοί δεσμοί ίσως να είναι ανακαλύψιμοι ή έστω ονειρικοί. Σε κάθε περίπτωση, η ανάγνωση από τον Celan του ποιήματός του, που προσφέρει το «Ποιείν», αξίζει να ακουστεί... Η Φούγκα του Θανάτου, λοιπόν, εδώ...

Κυριακή, Ιουνίου 24, 2007

Της επιστροφής...

Μαζί με τους αποχαιρετισμούς κι οι επιστροφές.
Του κύκλου τα γυρίσματα μιας ζωής...
την έλεγες άραγε ζωή;
Επιστροφή εδώ, μετά από καιρό, επιστροφή στον Καρυωτάκη,
μιας επανάληψης εγκώμιο που δεν θα γραφτεί,
μιας επιστροφής ελεγείο που χάθηκε
και του
αποχαιρετισμού το πέπλο, ξανά και ξανά,
καταγραμμένο πίσω απ' τις λέξεις.
Σσσσσσς. Σιωπή...

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 15, 2006

(παρένθεση - συνέχεια)

Περί «αδιεξόδου» ο λόγος, σε συνέχεια των χθεσινών. Ας δούμε τι λέει ένας κριτικός γι' αυτό το «αδιέξοδο» του Καρυωτάκη:
Αγωνίζεται ο ιστοριοδίφης να συναρμολογήσει τα γεγονότα και να τα κάνει δρόμο ομαλό ως την Πρέβεζα, αλλά στο τέλος βλέπει ότι υπάρχει κ' ένα μονοπάτι που δεν παίρνει την ευθύνη να μας οδηγήσει. Προσπαθεί και ο ψυχίατρος, με την ψυχραιμία και με την τόλμη της επιστήμης του, αλλά μοιάζει με το ζωγράφο που κάνει το πορτραίτο ενός μακαρίτη από φωτογραφίες, χωρίς να ξέρει την έκφρασή του και χωρίς να έχει δει το φως του προσώπου του. Ο Καρυωτάκης βρισκόταν από πολύ νέος στο δρόμο του θανάτου. [...] Μήπως πρέπει να επιμείνω πρώτα στον ποιητή, να εξηγήσω το έργο του, να δημιουργήσω τις προϋποθέσεις εκείνες που κάνουν πιο συνειδητό τον ακροατή ή τον αναγνώστη, κ' έπειτα να μιλήσω για τον άνθρωπο; Θα μου συγχωρούσατε ίσως αυτή την ανατροπή των συνηθειών. Αλλά δε θα μου τη συγχωρούσε ποτέ ο Καρυωτάκης. «Δεν πλαστογραφούσα τον εαυτό μου όταν έγραφα τους πεισιθάνατους στίχους μου, μου φωνάζει. Μέσα στο σαρκασμό και στη θανατοφιλία τους ήμουνα ολόκληρος, βασανισμένος και απροσποίητος. Γιατί, λοιπόν, παλιέ μου φίλε, αλλάζεις δρόμο; Πρώτα σ' εμένα κ' έπειτα στους στίχους μου. Πρώτα κοντά στον πόνο μου κι αργότερα στα πιστοποιητικά της ψυχικής μαυρίλας μου, στους λίγους στίχους που εξακολουθώ να παραδέχομαι». [Πέτρος Χάρης, «Προβλήματα και Ερωτήματα. Κώστας Καρυωτάκης. Η ποιητική ανανέωση», Νέα Εστία (αφιέρωμα στον Κ. Γ. Καρυωτάκη), Έτος Ο΄, τ. 139, τχ. 1655, 15 Ιουνίου 1996, σ. 775]
Σημειώνω μόνο: βρισκόταν από πολύ νέος στο δρόμο του θανάτου, θανατοφιλία, ψυχική μαυρίλα κ.ο.κ. Κι αλήθεια, ποιους στίχους θα εξακολουθούσε να παραδέχεται ο Κ.;

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 14, 2006

ΦΥΓΗ (παρένθεση)

Ανοίγω μια παρένθεση στην επεξεργασία της «Φυγής», διότι έχει μείνει μετέωρο ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που αφορούν το εν λόγω πεζό του Καρυωτάκη. Ρητά ή άρητα, όσοι προσπάθησαν να το προσεγγίσουν απάντησαν και σ' αυτό το ζήτημα. Και εξηγούμαι: το ερώτημα είναι αν θα πάρουμε το πεζό αυτό στα σοβαρά ή όχι. Ήτοι, αν θα το δούμε απλώς και μόνο ως μια εσωτερική (υπαρξιακή) καταγραφή των σκέψεων του ποιητή τις ύστατες στιγμές του λεγόμενου «αδιεξόδου» του (σε εισαγωγικά όχι γιατί δεν υπήρξε αυτό το αδιέξοδο, αλλά γιατί ο καθένας εννοεί και διαφορετικά πράγματα όταν μιλάει γι' αυτό το αδιέξοδο... ίσως θα είχε ένα ενδιαφέρον να δει κανείς όλους τους κριτικούς -- υπέρμαχους και επικριτές -- του Καρυωτάκη και τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουν/μεταφράζουν το αδιέξοδο, δηλαδή την αυτοκτονία) ή αν, αντίθετα, θα το θεωρήσουμε ένα πεζό λογοτεχνικό όσο και τα άλλα και βιωματικό όσο οποιοδήποτε. Κι αν ακολουθήσουμε αυτή τη δεύτερη οδο, όπως πιστεύω ότι είναι και περισσότερο σωστό να γίνει αν θέλουμε να δούμε κάτι παραπάνω για το κείμενο αυτό, τότε θα φτάσουμε αναγκαστικά και στο ερώτημα για τη σχέση της «Φυγής» με την πραγματικότητα/κοινωνία. Αυτό ακριβώς το ερώτημα προσπαθώ να απαντήσω σε όσα προηγήθηκαν και σε όσα [ελπίζω ότι] θα ακολουθήσουν.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 26, 2006

ΦΥΓΗ, II

Η εναρκτήρια φράση του κειμένου περί φυγής δεν προοιωνίζεται μόνο το κλίμα για όσα θα επακολουθήσουν, αλλά διατυπώνει ευθύς εξ αρχής την ποιητική στόχευσή του: Αισθάνομαι την πραγματικότητα με σωματικό πόνο. Το πρώτο ενικό πρόσωπο κάθε άλλο παρά οριστικό είναι, αφού είναι προφανές ότι εδώ δεν πρόκειται ούτε για αυτοβιογραφία ούτε για προσωπικό ημερολόγιο. Συνάμα, όμως, είναι και τα δύο και πολλά ακόμα. Γιατί το «εγώ» πίσω από το ρήμα «αισθάνομαι» δεν μπορεί να είναι ο ποιητής που μιλάει (στον εαυτό του, στο ημερολόγιό του, στους αναγνώστες του – αδιάφορο), αλλά ο ποιητής που σιωπά… Γιατί παρακάτω είναι ο Φαίδων, είναι ένα τσακισμένο δέντρο, είναι το φάσμα του εαυτού του…

Αλλά πάλι, από αυτήν την πρώτη φράση, εισάγεται η κάθετος («/») για την οποία μίλησα ήδη. Γιατί η «πραγματικότητα» είναι εκτός κειμένου. Κι ακόμα περισσότερο ο «σωματικός πόνος». Κι όμως, για να τα ξορκίσει ο Κ. πρέπει να τα βάλει μέσα στο κείμενο. Ή τουλάχιστον να προσπαθήσει να τα χωρέσει μέσα σ’ αυτό. Το αν πραγματικά τα ξορκίζει ή, έστω, αν ελπίζει ότι (βάζοντάς τα) θα ξορκιστούν, είναι άλλο θέμα. Η ποίηση, εξάλλου, είναι «το καταφύγιο που φθονούμε»… Ακόμα μια επιβεβαίωση αυτή της πανταχού παρούσας «καθέτου». Μια ακόμα επιβεβαίωση ότι το έργο του Κ. (και ο ίδιος εξάλλου) ακροβατούσε συνεχώς πάνω στην κόψη αυτής της αμείλικτης «καθέτου».

Εκτός, λοιπόν, του κειμένου η πραγματικότητα είναι σωματικός πόνος. Κι έτσι επιστρέφει στο κείμενο για να τη γράψει (πει, αφηγηθεί, εξαγγείλει) εντός του. Κι αυτή του η κίνηση τον οδηγεί – αναπόφευκτα – έξω από το κείμενο, αφού όχι μόνο ήρθε από εκεί αλλά κι εκεί στοχεύει. Φαύλος κύκλος; Σίγουρα. Νομίζω όμως ότι, σε κάθε περίπτωση, σκοπός εδώ είναι να μπορέσει ο ποιητής να σταθεί (έστω μια στιγμή) πάνω σ’ αυτό το μεταίχμιο. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο (το σημείο της καθέτου) ο χρόνος, ο τόπος, η γραφή και το υποκείμενο, παγωμένα και ακίνητα (ίσως για όσο κρατάει μια στιγμή), θα ελπίσουν για τη σωτηρία τους. Κι όταν πέσουν – είτε προς τη μια (εντός κειμένου) είτε προς την άλλη (εκτός κειμένου) πλευρά – τίποτε δεν θα έχει σωθεί.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 21, 2006

ΦΥΓΗ, Ι

Συμβαίνει συχνά να μας ακολουθούν κείμενα, λέξεις, πράγματα, μυρωδιές, ήχοι, τόποι. Πολλές φορές χωρίς να το ξέρουμε. Ώσπου κάποια στιγμή, ίσως λόγω ενός τυχαίου περιστατικού ή ακριβώς γι’ αυτό, όλα αυτά γίνονται «γνωστά». Όχι αναγκαστικά συνειδητά και όχι οπωσδήποτε διανοητικά. Τις περισσότερες φορές, αυτή η συνειδητοποίηση, αυτή η «γνώση» ή η «επίγνωση» γίνεται αντιληπτή σωματικά. Έρχεται από ένα σωματικό βάθος, ίσως απ’ το στομάχι.

Αυτό, βέβαια, είναι ένα προσωπικό βίωμα. Όμως, συζώντας για τόσο καιρό με τη «Φυγή» του Καρυωτάκη, οσφραίνομαι μια σωματικότητα στο ίδιο το κείμενο. Άγνωστο, ασφαλώς, και αδιάφορο εντέλει, πώς ακριβώς γεννήθηκε τούτο το πεζό στον ποιητή. Όμως, η αμείλικτη υλικότητά του, αυτή η χθόνια σωματικότητα που προσπαθώ να περιγράψω, καθιστά το «κείμενο περί φυγής» μια «φυγή εντός/εκτός κειμένου». Όλο το ζήτημα εδώ είναι αυτή η κάθετος «/».

Και γι’ αυτήν έχουμε πολλά να πούμε… To be continued.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 14, 2006

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης διαβάζει Καρυωτάκη

Άν και κυκλοφορούσε εδώ και αρκετό καιρό, εγώ το προμηθεύτηκα πριν μερικές μέρες. Αναφέρομαι στο τεύχος 186 του περιοδικού «Η ΛΕΞΗ», το οποίο περιλαμβάνει εκτενές αφιέρωμα στον Μ. Αναγνωστάκη, καθώς και ένα CD με τον Αναγνωστάκη να διαβάζει είκοσι ποιήματα του Καρυωτάκη. Θα γράψω κάποια άλλη στιγμή τις εντυπώσεις μου από τις αναγνώσεις. Προς το παρόν, αντιγράφω ένα απόσπασμα από το κείμενο του Γ. Ζεβελάκη από τη ΛΕΞΗ σχετικά με τις αναγνώσεις του ποιητή:


«Ανάμεσα στους ποιητές που επέλεξε, στον Καρυωτάκη έδειξε ιδιαίτερη προτίμηση, διαβάζοντας είκοσι ποιήματά του. Θεωρούσε ότι διέθετε βαθύτερη ποιητική συνείδηση, είχε την αφοσίωση, το τάξιμο. Δεν αρκέστηκε στο φυσικό δώρο που του δόθηκε, μικρό ή μεγάλο. Αλλά επίμονα, βασανιστικά, «έσκαπτεν ένδον» και έστησε μια ποιητική ταυτότητα άμεσα αναγνωρίσιμη και εντελώς προσωπική» [σ. 499].

Τα ποιήματα του Καρυωτάκη που διαβάζει ο Αναγνωστάκης είναι:
  1. Όλα τα πράγματα μου έμειναν...
  2. Δέντρα μου...
  3. Την ώρα αυτή...
  4. Βράδυ
  5. Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα...
  6. Πάρε τα δώρα...
  7. Υστεροφημία
  8. Θέλω να φύγω πια από δω...
  9. Μόνο
  10. Αφιέρωμα
  11. Εσπέρα
  12. Κι αν έσβησε σαν ίσκιος...
  13. Ο κήπος είμαι...
  14. Τελευταίο ταξίδι
  15. Είμαστε κάτι...
  16. Ανδρείκελα
  17. Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ...
  18. Χαμόγελο
  19. Αγάπη
  20. Νοσταλγία


Τετάρτη, Δεκεμβρίου 21, 2005

Περί Χουρμούζιου

Το κριτικό σημείωμα του Αιμ. Χουρμούζιου για την τρίτη, και τελευταία, ποιητική συλλογή του Καρυωτάκη καταδεικνύει στοιχεία που συναντάμε σε αρκετές από τις κριτικές αποτιμήσεις του έργου του αυτόχειρα ποιητή, κατά την ίδια ιστορική περίοδο. Με λίγα λόγια, πρόκειται για την αμηχανία της κριτικής μπροστά στην ποίηση του Κ.Γ.Κ., μια αμηχανία που οφείλεται στην συνειδητοποίηση, από τη μια, της ποιητικής αξίας του έργου του, και από την άλλη, στην ταυτόχρονη αδυναμία των κριτικών να εντάξουν τον ποιητή σε μια ικανοποιητική και παραδοσιακή κατηγορία. Η αμηχανία αυτή, την οποία βλέπουμε και στον Χουρμούζιο, δεν είναι παρά η -- ακόμα ασύνειδη και χωρίς θεωρητική υποστήριξη -- διαίσθηση της αλλαγής που συντελείται στην νεοελληνική ποίηση με προεξάρχοντες τον Καβάφη και τον Καρυωτάκη. Πρόκειται για μια αλλαγή που θα δώσει ώθηση στη νέα ελληνική μοντερνιστική ποίηση της Γενιάς του '30, η οποία ποτέ δεν έκρυψε τις εκλεκτικές της συγγένειες και τις οφειλές της στον Καρυωτάκη [ακόμα και όταν επιφανειακά τις αρνήθηκε, για λόγους «πολιτικής» και «τακτικής»].

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 14, 2005

Ο χώρος της λογοτεχνίας

Διάβασα τον τελευταίο καιρό το βιβλίο του Maurice Blanchot Ο Χώρος της Λογοτεχνίας. Ενδιαφέρον έργο, επηρεασμένο σαφώς από τη φιλοσοφία του Χάιντεγκερ και τη θεωρία του περί τέχνης. Ορισμένα κομμάτια του αντηχούν όψεις της ζωής του και του έργου του Καρυωτάκη, γι' αυτό και θα παραθέσω μερικά αποσπάσματα.


Λένε πως ο Νερβάλ, προτού πάει να κρεμαστεί, περιπλανήθηκε στους δρόμους, η περιπλάνηση όμως είναι ήδη ο θάνατος, η θανάσιμη παραπλάνηση την οποία πρέπει τελικά να διακόψει καθηλώνοντας τον εαυτό του. Σ' αυτό οφείλεται ο αέναα επαναλαμβανόμενος βραχνάς των κινήσεων της αυτοκτονίας. Εκείνος που, από αδεξιότητα, αστόχησε και δεν πέθανε, είναι σαν ένα φάντασμα που δεν εμφανίζεται παρά μόνο για να συνεχίσει να πυροβολεί την ίδια του την εξαφάνιση· το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να σκοτώνει τον εαυτό του ξανά και ξανά, αιωνίως. Αυτή η επανάληψη έχει την κουφότητα της αιωνιότητας και το βάρος της φαντασίας. [σελ. 139]


Και ο αυτόχειρ και ο καλλιτέχνης σχεδιάζουν κάτι που διαφεύγει από τα πλαίσια κάθε είδους σχεδίου· μπορεί να έχουν κάποιο δρόμο, δεν έχουν όμως σκοπό και δεν ξέρουν τι είναι αυτό που κάνουν. Και οι δύο θέλουν κάτι ανυποχώρητα, μ' αυτό που θέλουν όμως, τους ενώνει μια απαίτηση που αγνοεί τη δική τους θέληση. Και οι δύο τείνουν προς ένα σημείο το οποίο πρέπει να πλησιάσουν με την επιδεξιότητα, την επιτηδειότητα, την εργασία, τις βεβαιότητες που παρέχει ο κόσμος, κι ωστόσο το σημείο αυτό δεν έχει καμία σχέση με παρόμοια μέσα, δε γνωρίζει τον κόσμο, παραμένει ξένο σε κάθε είδους εκπλήρωση και ανατρέπει συνεχώς κάθε πράξη αυτοδύναμη. Πώς να προχωρήσει κανείς με βήμα σταθερό προς αυτό που δεν αφήνει κανέναν να του δώσει κατεύθυνση; Φαίνεται πως και οι δύο δεν καταφέρνουν να φτιάξουν κάτι παρά μόνον όταν λαθεύουν πάνω σ' αυτό που κάνουν. Κοιτάζουν καλύτερα και βλέπουν πως ο πρώτος, αντί του ενός θανάτου, παίρνει στη θέση του τον άλλο, ενώ ο δεύτερος παίρνει για έργο ένα βιβλίο. Πρόκειται για μια παρεξήγηση στην οποία έχουν τυφλή εμπιστοσύνη, της οποίας όμως η ασαφής συνειδητοποίηση μετατρέπει τον προορισμό τους σ' ένα στοίχημα που το βάζουν από αλαζονία, σαν να προσχεδίαζαν ένα είδος δράσης η οποία δεν θα μπορούσε παρά μόνο ατέρμονα να φτάνει στο τέρμα. [σελ. 144]