Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θετρικά Μονόπρακτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θετρικά Μονόπρακτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010

ΠΑΡΑΛΙΓΟ ΒΑΣΙΛΙΑΣ


( θεατρικό μονόπρακτο )

Πρόσωπα :
Ήλιος
Φεγγάρι


(Σκουπιδότοπος στην άκρη της πόλης. Ανάμεσα σε κούτες και λοιπά υλικά κοιμάται ένας γέρος. Πιο πέρα μια γριά. Η γυναίκα μπορεί να μην είναι υπαρκτό πρόσωπο ώστε να χρειάζεται κάποια να παίξει αυτό το ρόλο ηθοποιός. Στην περίπτωση που ο σκηνοθέτης την παρουσιάζει στην σκηνή την φωτίζει μόνο όταν συμμετέχει. Είναι νύχτα. Χειμωνιάτικη. Έχει φεγγάρι. Ο γέρος βήχει. Ψάχνει στο σκοτάδι. Ψάχνει σπίρτα. Ανάβει κάνα δυο. Βγάζει από την τσέπη μισό κερί και το στηρίζει σε μια ψαροκασέλα που έχουν για τραπέζι. Κάθεται δίπλα. Ανάβει το κερί. Βρίσκει μια παλιοεφημερίδα. Διαβάζει.)

Ήλιος:
Αγνοώντας τις εναντίον τους απειλές για ολοκληρωτικό πόλεμο από τον Ζαρκάουι, δεκάδες Σιίτες συγκεντρώνονται για ιερό προσκύνημα στην Κερμπάλα, αλλά χθες θρήνησαν εικοσιένα νεκρούς, σε επιθέσεις αυτοκτονίας. Τουλάχιστον δύο καμικάζι επιτέθηκαν σε δρόμους που οδηγούν στην Κερμπάλα, γιατί οι δυνάμεις ασφαλείας είχαν ζώσει την πόλη.
Οι δυνάμεις ασφαλείας...


(Βγάζει και πίνει από ένα μπουκάλι. Μονολογεί.)

Οι δυνάμεις ασφαλείας...

Πάντοτε σε λάθος χρόνο και λάθος τόπο.


(Η γριά βήχει και κουκουλώνεται.)

Φεγγάρι! Φεγγάρι! Αχ...! Κρύωσες!

(Πηγαίνει και τη σκεπάζει. Κάθεται στο προσκεφάλι της. Παύση. Μονολογεί.)

Απ’ όλα είχαμε σ’ εκείνο το καρότσι... Τι εννοώ απ’ όλα; Και πασατέμπους είχαμε και φιστίκια και στραγάλια... Στο πλάι; Λες και δεν ξέρεις τι είχαμε στο πλάι!

(Περήφανα, ενώ σαν να διδάσκει.)

Ειδική πατέντα για ψήσιμο καλαμποκιού! Όλες τις μέρες του χρόνου! Καθημερινές και αργίες... Και από κάτω το ντουλαπάκι... για τις προμήθειες...

(Σιγά.)

... το μπουκάλι το ούζο... για τις δύσκολες ώρες!

(Γελάει.)

Χα, χα! Μη μας ακούσει και το φεγγάρι...

(Το φεγγάρι βήχει ασθενικά.)

Ωχ! Μας άκουσε!

(Πίνει λίγο από το μπουκάλι. Μονολογεί.)

Καλησπέρα σας! Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος! Την άδειά σας παρακαλώ!
Κοιτάζω το φεγγάρι, με κοιτάει.
Την άδειά σας παρακαλώ!
Δεν έχουμε άδεια παιδί μου, του λέει το φεγγάρι.
(Δείχνει τη γριά.)
Τότε είσαστε παράνομοι!
Παράνομοι..


(Βήχει το φεγγάρι. Τρέχει να τη σκεπάσει. Το φεγγάρι σαν να ξύπνησε.)

Φεγγάρι: Κρυώνω...
Ήλιος: Τώρα θ’ ανάψω φωτιά...


(Το φεγγάρι ξανακοιμάται.
Σπάζει κάνα δυο κασόνια, μαζεύει και κάνα δυο τρία ξύλα και βάζει φωτιά σ’ ένα μισό βαρέλι. Ταυτόχρονα λέει σιγά, σχεδόν τραγουδιστά.)

Αβε Καίσαρα! Οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν!

(Παύση.)

Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά πατέρα;

(Παύση.)

Βομβαρδίζουμε για προληπτικούς λόγους...

(Παύση. Η φωτιά άναψε. Φροντίζει το Φεγγάρι και κάθεται. Πίνει απ’ το μπουκάλι.)

Όλα τα ήξερα... και προχωρούσα το δρόμο μόνος... Ο δρόμος...

(Ακούγεται από μακριά μια λυπητερή μελωδία με τρομπέτα.)

... Πολέμησα... Αλήθεια στο λέω... Δεκαοχτώ χρονών με πήρανε στον εθνικό στρατό να πολεμήσουμε τους αντάρτες.
Θυμάμαι ένα μεσημέρι... Καλοκαίρι ήτανε... Ήμασταν καμιά δεκαριά στο βουνό... Απέναντί μας οι αντάρτες... Νερό δεν είχαμε... Να πάει ο μικρότερος να φέρει, λέει ο λοχίας...
Σηκώνομαι λοιπόν και κατεβαίνω τη χαράδρα να φτάσω στο ρυάκι...
Οι αντάρτες απέναντι στις φυλλωσιές... Ησυχία νεκροθαλάμου... Εκεί να σε είχα... Γέμισα δέκα παγούρια κι άρχισα ν’ ανεβαίνω πάλι...
Λες να με είδανε;
... Πολέμησα αλήθεια σου λέω...


(Πίνει και βγάζει γόπες, τις ανοίγει και στρίβει τσιγάρο. Το ανάβει.)

Μετά έγινα φωτογράφος... Αργότερα βέβαια... φωτογράφος νυχτερινών κέντρων... στα σκυλάδικα που λένε... Λοιπόν, αυτή η δουλειά θέλει τέχνη, όχι μόνο στη φωτογραφία αλλά και στις κινήσεις σου μες τη νύχτα... Συνάντησα φτωχούς και πλούσιους. Ντόπιους και ξένους. Χαρούμενους και δυστυχισμένους. Μεθυσμένους από ποτό, μεθυσμένους από έρωτα, νέους, γέρους, άντρες, γυναίκες, πόρνες, πρεζάκια, παπάδες, τραβέλια, μπάτσους...
Η νύχτα είναι...


(Παύση.)

Μίλησα με υπουργούς και μανάβηδες, με καλλιτέχνες και γραφιάδες, με ζωντανούς και πεθαμένους...

(Παύση.)

Η νύχτα είναι θάλασσα... Να εύχεσαι να μην ρίχνει απόβλητα κανένα εργοστάσιο εκεί που κολυμπάς... γιατί θα πνιγείς στα σκατά... Μακάρι να μπορέσεις να τα μυρίσεις για ν’ ανοιχτείς πιο μακριά, να κολυμπήσεις σε καθαρά νερά...
κι ας είναι πάλι νύχτα...


(Το Φεγγάρι βήχει. Πάει δίπλα της, ρίχνει ξύλα στη φωτιά.)

Θέλεις λίγο νερό; Έλα να πιεις Φεγγάρι μου.

(Της δίνει. Το Φεγγάρι βαριανασαίνει.)

Φεγγάρι:(Ψιθυρίζει.) Όταν πεθάνω να με θάψεις στο Κάιρο.
Ήλιος: Μη λες τέτοια λόγια... Αύριο θα ‘σαι καλύτερα και θα ψάξω για υλικά να φτιάξω καινούργιο καρότσι! Θα βγάλουμε να πουλάμε και σημαίες!


(Το Φεγγάρι βήχει ασθενικά και ξαναβυθίζεται.)

Δεν ξέρω τι τους έχει πιάσει κι αγοράζουνε όλοι σημαίες...

(Μονολογεί.)

Σημαίες, παρελάσεις, πανηγυρικοί... Σκατά στα μούτρα τους...

(Παύση.)

... Στη Θεσσαλονίκη μεγάλωσα όταν ήρθαμε από την Κωνσταντινούπολη. Η μάνα μου πέθανε όταν ήμουν έντεκα χρονών και με μεγάλωσε η θεία Ολυμπία...
Μέναμε δίπλα στο εβραϊκό νεκροταφείο.


(Πίνει απ’ το μπουκάλι.)

Τότε η Θεσσαλονίκη είχε Εβραίους, Αρμένιους, Τούρκους, Έλληνες...

(Παύση. Σηκώνεται, ζωηρά.)

Λοιπόν δε θα ξεχάσω ένα πρωί που ‘ρχεται ο φίλος μου ο Νικόλας και μου λέει, ρε συ δεν έχουμε μια... πεινάω... τι θα κάνουμε; Θα παίξουμε Καραγκιόζη ρε Νικόλα, του λέω. Με εισιτήριο;! μου λέει. Ναι ρε, του λέω, με εισιτήριο! Τόσα βράδια στο δέντρο πίσω απ’ τη μάντρα τα ‘χω μάθει απ’ έξω τα έργα του μπερντέ!
Πάμε βρίσκουμε κάτι χαρτόνια μια φαλτσέτα και σπάγγο και μέχρι τ’ απόγευμα φτιάχνουμε τις φιγούρες, τις βασικές, οχι όλες! Κλέβω ενα σεντόνι απ’ τη θεία Ολυμπία, φέρνει κι ο Νικόλας μια λάμπα πετρελαίου και να ’μαστε το σούρουπο στο υπόγειο έτοιμοι για την παράσταση.
... Ο καραγκιόζης ξενοδόχος... το ‘χα πιο φρέκσο αυτό το έργο. Στην είσοδο ο Νικόλας έκοβε τα εισιτήρια κι εγω αρχίζω την παράσταση. Βγάζω τον Καραγκιόζη κι ενα κολλητήρι, μόνος μου ήμουνα, και ξαφνικά πέφτει η λάμπα και σπάει δίπλα στο πανί! Αρπάζει φωτιά το σεντόνι και κανα δυο φιγούρες. Το ‘βάζει στα πόδια η πιτσιρικαρία κι ο Νικόλας, φωνάζοντας ... φωτιά φωτιά! Να ‘σου και η θεία Ολυμπία μ’ ενα κουβά νερό και κάτι γείτονες με τις στάμνες...


(Παύση.)

... Πολύ ξύλο έφαγα εκείνο το βράδυ... Μετά το ξύλο, στον ύπνο μου, είδα τον πατέρα... Ακόμα αναρωτιέμαι πως τον είδα αφού δεν τον είχα συναντήσει μέχρι τότε στη ζωή μου... Κι όταν τον γνώρισα αργότερα, ηταν ολόιδιος όπως τον είδα εκείνο το βράδυ στον ύπνο μου...

(Το φεγγάρι βήχει και προσπαθεί να γυρίσει πλευρό. Δεν τα καταφέρνει. Ο ήλιος τρέχει κοντά της.)

Φεγγάρι:Με ποιον μιλάς; Έλα, τραγούδησέ μου. (Βήχει)
Ήλιος: (Τραγουδά)
Mαύρα μάτια
Μαύρα φρύδια
Κατσαρά μαύρα μαλλιά
Άσπρο πρόσωπο σαν κρίνος
Και στο μάγουλο ελιά.


(Το φεγγάρι ξαναβυθίζεται.
Ο Ήλιος σιγουρέυεται οτι έχει κοιμηθεί, αλλάζει το κερί μ’ ένα άλλο, πηγαίνει σ’ ένα κουβά και πλένεται.)

Ο πατέρας μου αυτοκτόνησε όταν ήμουν 18... Δε θα σου πώ το γιατί... το ξέρεις...

(Παύση.)

Λίγη ώρα πρίν αυτοκτονήσει ήρθε να με σκοτώσει... Εγώ δούλευα στο καφενείο της Ρωσίδας τότε σερβιτόρος...

(Πάυση.)

Μου ζήτησε να του δώσω τα λεφτα που είχα μαζέψει... Αρνήθηκα...

(Παύση.)

Λένε πως ήταν ληστής... άνοιγε τις κλειδαριές με τα μάτια! Άνοιγε τράπεζες, σπίτια πλουσίων κι ότι τους έπαιρνε τα μοίραζε σ’ αυτούς που δεν είχανε, πάντρευε φτωχά κορίτσια...
Στο Βουκουρέστι, στη Μόσχα, στην Τεργέστη έκανε τις δουλειές...


(Έντονα.)

Τότε πρωτοβγήκαν οι φωτογραφικές μηχανές για να φυλάνε τις τράπεζες κι αυτός αφού άδειαζε ενα θυσαυροφυλάκιο κατέβαζε τα παντελόνια του και η μηχανή φωτογράφιζε τον κώλο του! Την άλλη μέρα οι εφημερίδες στο Βουκουρέστι έγραφαν για τον ληστή με τον ωραίο κώλο... (Γελάει.)

(Μεγάλη παύση. Αρχίζει να ξημερώνει. Ακούγεται ο αυτοκινητόδρομος.)

Τώρα μένω μόνος, εδώ στα σκουπίδια... Δεν παντρεύτηκα. (Στη γυναίκα.)
Κι εσυ φεγγάρι θα φύγεις σε λίγο...

(Παύση. Πίνει απ’ το μπουκάλι.)

Θα ‘θελα να δω τον πατέρα, μ’ εκείνο τοξύλινο βαλιτσάκι στ’ αριστερό του χέρι...Ποτέ δε μ’ άφησε να το ανοίξω... Αργότερα έμαθα ότι μέσα σ’ αυτό φύλαγε τα εργαλεία της δουλειάς του και ότι το παρέδωσε όταν γύρισε οριστικά, με την αμνηστία... Θα ‘θελα να δω τον πατέρα και την παρέα του...
Τον Ανέστη με το μπαγλαμά, τον Τανάλια με τα μακριά δάχτυλα και το Παιδί, εναν εξηντάχρονο ναυτικό, έγγονα του ληστή Νταβέλη.
Θα ‘θελα να τους συναντήσω στο καφενείο της Ρωσίδας, σκυμμένους πάνω σε
αυτοσχέδιους χάρτες να ετοιμάζουν τις επόμενες δουλειές.
Κι εγω να τους σερβίρω ρακί περιμένοντας την ώρα που ο Ανέστης θα πιάσει στα χέρια του τον μπαγλαμά και η Ρωσίδα θα γνέψει πίσω απο τον πάγκο στον Τανάλια να τη χορέψει με τα μακριά του δάχτυλα.
Θα ΄θελα να δω και τους πολισμάνους κρυμμένους στη γωνία να ζηλεύουν τα μακριά δάχτυλα του Τανάλια.
Ώσπου να περάσει η μητέρα έξω απο το καφενείο και ο πατέρας να σηκωθεί σιγουρεύοντας το όπλο στη μέση του, πηγαίνοντας προς την πόρτα.


(Παύση. Βγάζει απο τη μέση του ενα παλιό περίστροφο.)

Αυτό είναι το όπλο που μάζεψα όταν έτρεξα να τον βρώ κοντά στο αρχαίο θέατρο.

(Ακούγεται ρόγχος θανάτου. Το Φεγγάρι εξαφανίζεται. Βγήκε ο ήλιος, ξημέρωσε για τα καλά.)
(Ο Ήλιος τρέχει προς το Φεγγάρι που έχει εξαφανιστεί.)

Φεγγάρι... φεγγάρι...!

(Παύση.)

Κοντά στο αρχαίο θέατρο αυτοκτόνησε ο πατέρας.

Τέλος

Δ. Π. Όθωνας


Κυριακή 24 Μαΐου 2009

Το Κ.Θ.Β.Ρ. στην Αλβανία

Το Κ.Θ.Β.Ρ. θα ταξιδέψει στην Κορυτσά της Αλβανίας
καλεσμένο του Καλλιτεχνικού Οργανισμού ILYRIA
και θα συμμετάσχει στο Φεστιβάλ Δραματικών Μονολόγών (25-28 Μάη),
παρουσιάζοντας το μονόπρακτο του Ιάκωβου Καμπανέλλη
"Αυτός και το Πανταλόνι του".



Θυμίζουμε φίλε θεατή ότι το μονόπρακτο "Αυτός και το Πανταλόνι του"
πρωτοανέβηκε στην Κόρινθο, το χειμώνα του 2003
και παρουσιάστηκε μαζί με τη "Σονάτα του σεληνόφωτος" του Γ.Ρίτσου
και την "Παρέλαση" της Λόυλας Αναγνωστάκη,
στο Μικρό Θεατρικό Χώρο (Περιάνδρου 20).

Κυριακή 26 Απριλίου 2009

Κυριακάτικο Φύλλο





Τίτλοι

9 ΑΠΡΙΛΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΙΝΘΟ
Ο " ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ "

θα λάβει χώρα μάχη με τους ανεμόμυλους (εκ νέου)


ΤΕΛΟΣ ΑΠΡΙΛΗ ΘΑ ΤΑΞΙΔΕΨΕΙ ΣΕ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΘΕΑΤΡΟΥ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ
"ΑΥΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙ ΤΟΥ "



Κυριακάτικη Προσφορά

Ένα ακόμη βίντεο της διεθνώς
μη βραβευμένης αντάρτικης σειράς
"Μουσικοί του Δρόμου"

Μουσικές παραστάσεις
και θλιμμένες μελωδίες
στα βρώμικα πεζοδρόμια γκρίζων μεγαλουπόλεων
Φυλαχτείτε ! Κουρδίζουμε...


( Μουσικό καρτ-ποστάλ από το Άμστερνταμ )

Τρίτη 24 Μαρτίου 2009

Γιορτή για την Παγκόσμια Μέρα του Θεάτρου

Ἡ σονάτα τοῦ σεληνόφωτος

( απόσπασμα )

( Ἀνοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιοῦ σπιτιοῦ. Μιὰ ἡλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στὰ μαῦρα μιλάει σ᾿ ἕναν νέο. Δὲν ἔχουν ἀνάψει φῶς. Ἀπ᾿ τὰ δυὸ παράθυρα μπαίνει ἕνα ἀμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα νὰ πῶ ὅτι ἡ γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα ἔχει ἐκδώσει δυό-τρεῖς ἐνδιαφέρουσες ποιητικὲς συλλογὲς θρησκευτικῆς πνοῆς. Λοιπόν, ἡ Γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα μιλάει στὸν νέο ).

Ἄφησέ με ναρθῶ μαζί σου. Τί φεγγάρι ἀπόψε! Εἶναι καλὸ τὸ φεγγάρι, - δὲ θὰ φαίνεται ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου. Τὸ φεγγάρι θὰ κάνει πάλι χρυσὰ τὰ μαλλιά μου. Δὲ θὰ καταλάβεις. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Ὅταν ἔχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οἱ σκιὲς μὲς στὸ σπίτι, ἀόρατα χέρια τραβοῦν τὶς κουρτίνες, ἕνα δάχτυλο ἀχνὸ γράφει στὴ σκόνη τοῦ πιάνου λησμονημένα λόγια - δὲ θέλω νὰ τ᾿ ἀκούσω. Σώπα.

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου λίγο πιὸ κάτου, ὡς τὴ μάντρα τοῦ τουβλάδικου, ὡς ἐκεῖ ποὺ στρίβει ὁ δρόμος καὶ φαίνεται ἡ πολιτεία τσιμεντένια κι ἀέρινη, ἀσβεστωμένη μὲ φεγγαρόφωτο τόσο ἀδιάφορη κι ἄϋλη, τόσο θετικὴ σὰν μεταφυσικὴ ποὺ μπορεῖς ἐπιτέλους νὰ πιστέψεις πὼς ὑπάρχεις καὶ δὲν ὑπάρχεις πὼς ποτὲ δὲν ὑπῆρξες, δὲν ὑπῆρξε ὁ χρόνος κ᾿ ἡ φθορά του. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου....




Ο ποιητής Γ. Ρίτσος καλεσμένος του Κ.Θ.Β.Ρ. στην Κόρινθο, τη δεκαετία του '80

Φίλε θεατή,

φέτος θα γιορτάσουμε την Παγκόσμια Μέρα Θεάτρου, την Κυριακή 29 Μάρτη, ώρα 8μ.μ., στο Θέατρο του Δημαρχείου (οδός Κολιάτσου).

το πρόγραμμα της γιορτής

- Ανάγνωση του μυνήματος της Παγκόσμιας Μέρας Θεάτρου 2009

-Αφιέρωμα στον ποιητή Γ.Ρίτσο

* Απαγγελία της "Ρωμιοσύνης" από μέλη του θιάσου μας
* Παρουσίαση του μονόλογου " Η Σονάτα του Σεληνόφωτος "

Σε περιμένουμε!

Κ.Θ.Β.Ρ.

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2008

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 4 ΑΠΡΙΛΗ

Θεατρικό μονόπρακτο του Δ.Π.'Οθωνα, λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα, λίγες μέρες πριν τη νέα χρονιά.




"Aυτό το μονόπρακτο γράφτηκε με αφορμή μια είδηση που άκουσα πριν ένα χρόνο περίπου στο ελληνικό ραδιόφωνο και που τη βρήκα και στο internet, αφού είχα αρχίσει να γράφω.
Το αφιερώνω στον πατέρα πλανόδιο μουσικό, το γιο του μίμο και τον άλλο μετανάστη συλλέκτη τσίγκινων κουτιών, που γνώρισα κάποιο ανοιξιάτικο απόγευμα στο σιδηροδρομικό σταθμό του Göteborg. "

Δ.Π.Όθωνας


ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 4 ΑΠΡΙΛΗ

( θεατρικό μονόπρακτο )


Πρόσωπα
Πατέρας - μετανάστης ( μάλλον ρουμάνος ), 45άρης, ευγενικός, κουρασμένος. Είναι πλανόδιος μουσικός
Μητέρα- μετανάστις, 40άρα, όμορφη γυναίκα
Κόρη ( Ιωάννα ) – 15άρα κοπέλα, παίζει τσέλο
Γιος ( Στεφάν ) – 18άρης, καλλιτέχνης του δρόμου
Γιούρι – μετανάστης ,50άρης, πλανόδιος μουσικός, φίλος του Πατέρα


(Ανοιξιάτικο σούρουπο. Στη σκηνή φωτίζεται μια γέφυρα: η γέφυρα πάνω από τη σιδηροδρομική γραμμή. Ακούγεται το τρένο που πλησιάζει.
Από δεξιά, ανεβαίνει τη γέφυρα ο Πατέρας με βήμα αποφασισμένο. Φορά παλιομοδίτικα μπαλωμένα σκούρα ρούχα ( σίγουρα σακάκι ). Έχει κρεμασμένη χιαστί στην πλάτη του μια κιθάρα. Φτάνει στο κέντρο της γέφυρας, το τρένο είναι ήδη από κάτω. Ο άντρας κοιτάζει γύρω, καβαλάει με το ένα πόδι το πεζούλι, είναι έτοιμος να πέσει - διστάζει – το τρένο απομακρύνεται. Μένει για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητος, τραβιέται και ακουμπά στο πίσω πεζούλι με πρόσωπο στο θεατή. Σκέφτεται. Παραμένει φωτισμένος. Ακούγεται σαν κάποιος να παίζει τσέλο )

(Φωτίζεται μπροστά και δεξιά η σκηνή : ένα μικρό δωμάτιο σε γερασμένη πολυκατοικία της πρωτεύουσας. Κάποιο μπόγοι και στρωσίδια, χαρτόκουτα, ένας σπασμένος καθρέφτης, ρούχα απλωμένα για στέγνωμα, ημίφως. Η Ιωάννα παίζει τσέλο καθισμένη σε κασόνι.
Εικόνα: γέφυρα - δωμάτιο )

( Ο Πατέρας κατεβαίνει τρέχοντας τη γέφυρα και μπαίνει στο δωμάτιο. Κοντοστέκεται. Παίρνει ένα μπουκάλι φτηνό αλκοόλ, σερβίρεται ευγενικά, κάθεται σε ένα κασόνι και ακούει με προσοχή την Ιωάννα που παίζει για λίγο ακόμα. Παύση )

Πατέρας : ( χειροκροτώντας ελαφρά, χαμογελώντας νοσταλγικά )
Αν σε άκουγε η κυρία Άννα σίγουρα θα ήταν
ευτυχισμένη !
Ιωάννα :… Η καλή μου η δασκάλα !

(Παύση )

Ιωάννα: Χθες βράδυ την είδα στον ύπνο μου…ήταν σκυμμένη στο πιάνο, όπως πάντα, και εγώ όρθια δίπλα της τη βοηθούσα, άλλαζα τις παρτιτούρες….και αυτή χαμογελούσε….. και η μητέρα έπαιζε στο άλλο πιάνο….. στο μαύρο το γερμανικό….θυμάσαι ;
Πατέρας : (βυθισμένος στις σκέψεις του )Τι να θυμάμαι ;



( Μπαίνει η μητέρα. Κρατά μια πλαστική διάφανη μεγάλη σακούλα με άδεια κουτάκια αναψυκτικών και 3 μπουκέτα λουλούδια. Αφήνει προσεχτικά τα λουλούδια πάνω σε ένα χαρτοκιβώτιο )

Μητέρα: Καλησπέρα…
Πατέρας: Καλησπέρα Τάνια… ( δεν την κοιτάζει )

Ιωάννα : Καλησπέρα μητέρα…
( με χαρά – δείχνει τα μπουκέτα ) ….μόνο τρία σου έμειναν !

(Η μητέρα στρώνει τραπέζι στις υπάρχουσες συνθήκες )

( Παύση )

Μητέρα: ( προς τον Πατέρα ) Ο Στεφάν άργησε…. Δεν ήσασταν μαζί ;

Πατέρας: Έμεινε στον κεντρικό πεζόδρομο…
Είχε κόσμο και …
..και έμεινε…
Μητέρα: Σήμερα θα συναντούσες τον Γιούρι, να σου πει για τις
άδειες παραμονής…
…είχε πει θα ρωτούσε και για μας στην υπηρεσία
μεταναστών...

( παύση)

…παραλίγο να με σταματήσει ένας αστυνομικός πριν μπω
στο μετρό…
..σταμάτησε όμως κάποιους νέγρους που κρατούσαν
μεγάλες πλαστικές σακούλες….
………………………………………………..
…συνάντησες τελικά τον Γιούρι ;
…τι σου είπε ;

( Ακούγεται ο ερχομός του τρένου. Μόνο ο άντρας το ακούει : τινάζεται όρθιος και τρέχει προς τη γέφυρα. Τα φώτα στο δωμάτιο σβήνουν. Ο άντρας καβαλά το πεζούλι, το τρένο είναι από κάτω, διστάζει, τραβιέται.
Ακούγεται η βουή του κεντρικού πεζόδρομου της πόλης και φωτίζεται ο Στεφάν αριστερά στη σκηνή.
Είναι ντυμένος Αρλεκίνος και δουλεύει σα μίμος πάνω σε ένα κασόνι, γνέφοντας με χαρακτηριστικές κινήσεις σε υποτιθέμενους πελάτες που πετούν περνώντας κάποιο κέρμα.
Ο άντρας τρέχει προς εκεί. Στέκεται δίπλα στο Στεφάν και παίζει κάποια ταραντέλα. Γνέφουν ταυτόχρονα « ευχαριστώ » σε υποτιθέμενους
« περαστικούς πελάτες » και συζητούν ανέκφραστα προσπαθώντας να μην επηρεαστεί το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα λόγω της συζήτησης. )

Πατέρας: Δεν κρυώνεις ;
Στεφάν: ( Γνέφει αρνητικά )
Πατέρας: Έφαγες τίποτα;
Στεφάν: ( Γνέφει αρνητικά )

( Ο πατέρας κάνει να βγάλει κάτι από την τσέπη του. Ο Στεφάν γνέφει αρνητικά )

Πατέρας: Έχει κόσμο σήμερα….. ε;
Παρασκευή βλέπεις…
Βάζουν όλοι τα καλά τους και βγαίνουν βόλτα.
Όπως και εμείς τότε…
Θυμάσαι ;….

...μήπως φάνηκε ο Γιούρι ;…

… θα έχει νέα για τις άδειες παραμονής…

….αυτό να γίνει… και μετά… ε;
…και μετά θα τακτοποιηθούμε…!
..ε;

Στεφάν: ( Γνέφει ναι )

( παύση )

Πατέρας: Ο κλόουν ο Πολωνός που είναι ;
Λες να αρρώστησε ;
Δεν ήρθε σήμερα …

Στεφάν: ( Σταυρώνει τους καρπούς των χεριών του, εννοώντας
χειροπέδες )

Πατέρας: ( Ταραγμένος )
Πότε;
Σήμερα ;
Και συ ;
Έτρεξες ;

( Ακούγεται ο ερχομός του τρένου. Ο άντρας συντονίζεται κρεμά την κιθάρα στην πλάτη και τρέχει προς τη γέφυρα. Σκοτάδι στο Στεφάν.
Ο άντρας καβαλά το πεζούλι, το τρένο είναι από κάτω. Ο άντρας διστάζει, τραβιέται. Στέκεται.
Ακούγεται το φουγάρο ενός πλοίου, η θάλασσα, οι γλάροι. Φωτίζεται μπροστά το κέντρο της σκηνής: σε ένα ντοκ κάθεται ο Γιούρι και καπνίζει. Έχει κρεμασμένο στους ώμους του το ακορντεόν.
Ο πατέρας τρέχει προς εκεί.)

Πατέρας: Συγνώμη που άργησα… ( κάθεται στο δίπλα ντοκ )

Γιούρι: Γειά …

( Ο Γιούρι προσφέρει φτηνό τσιγάρο, ο πατέρας παίρνει. Ανάβει, καπνίζουν )

Γιούρι : Θα φύγω για την δίπλα χώρα…..
…δε με σηκώνει το κλίμα εδώ…
…και στην εκκλησία που κοιμάμαι δεν πάει άλλο…
…θα φύγω για την δίπλα χώρα…
…θα περάσω από τα βουνά… νύχτα…
…θα περάσω τα σύνορα νύχτα και θα πάω στη δίπλα
χώρα…
Πατέρας: Πάλι τα ίδια ;
Δεν τα είπαμε αυτά;
Σε λίγες μέρες θα έχεις την άδεια παραμονής και
όλα θα φτιάξουν…
θα βγαίνεις στο δρόμο χωρίς να φοβάσαι...
…και συ και όλοι μας…
Γιούρι : Δε θα μου δώσουν άδεια παραμονής..
Ρώτησα…
Δε θα μου δώσουν οι μπάσταρδοι…
Πατέρας:Ρώτησες ;
Ρώτησες και για μας ;
Είχες πει θα ρωτούσες και για μας…
Ε;
Γιούρι : Ρώτησα
Πατέρας: Και;
Γιούρι : Ούτε σε σας θα δώσουν…
Σε κανένα δε θα δώσουν οι μπάσταρδοι αυτή τη χρονιά…
Και όποιον πετυχαίνουν στο δρόμο χωρίς άδεια θα τον
στέλνουν πίσω…
Μόνο κίτρινο αστέρι στο πέτο δε μας κρέμασαν ακόμα οι
οι μπάσταρδοι…
Πατέρας: Σε κανένα δε θα δώσουν… ( ; )
Γιούρι : Θα δώσουν είπαν στα μέλη οικογένειας της οποίας ο
πατέρας έχει πεθάνει, για κάποιο λόγο, σε τούτη δω τη
χώρα – μόνο αυτοί δικαιούνται….

( ο πατέρας ταράσσεται )

…οι υπόλοιποι κρυφτό και απέλαση….

( παύση )

…μπρος θάλασσα και πίσω θάλασσα…
…και ΄χει βγάλει αέρα…

( Ο Γιούρι παίζει μια λυπητερή μελωδία στο ακορντεόν. H ματιά του πατέρα καρφωμένη στον ορίζοντα.
Σε λίγο ακούγεται το τρένο που πλησιάζει. Ο πατέρας σηκώνεται, στέκεται και τρέχει προς τη γέφυρα.
Ο Γιούρι στο σκοτάδι.
Ο άντρας καβαλά το πεζούλι, το τρένο είναι από κάτω, σκοτάδι στη γέφυρα και ταυτόχρονα ηχητικό - φωτιστικό μιξάρισμα:
αριστερά φωτίζεται ο Στεφάν πάνω στο κασόνι ντυμένος Αρλεκίνος ενώ ακούγεται το τσέλο που παίζει δίπλα του καθισμένη σε αναποδογυρισμένο κασόνι η Ιωάννα. )
τέλος