Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέματα πίστεως κ.θρησκείας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέματα πίστεως κ.θρησκείας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018

Η γνώση του Θεού επιτυγχάνεται με την αγάπη προς Αυτόν

Ειπώθηκε ήδη ότι το αγαθό ταυτίζεται με τον Θεό, επομένως και η γνώση του ταυτίζεται με την γνώση του Θεού κι επειδή ο Θεός δεν είναι ιδέα, αλλά πρόσωπο, έτσι και η γνώση Του πραγματοποιείται με την προσωπική κοινωνία μαζί Του. Η γνώση του Θεού επιτυγχάνεται με την αγάπη προς Αυτόν. Όσο περισσότερο αγαπάει ο άνθρωπος τον Θεό, τόσο περισσότερο Τον γνωρίζει και αυτή η γνώση του Θεού γίνεται πάλι αγάπη. Όπως ολοκληρωτικά αγαπάει ο Θεός τον άνθρωπο, έτσι θέλει να Τον αγαπήσει και ο άνθρωπος. Αυτό εκφράζεται με την πρώτη εντολή: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου». Καλείται να αγαπήσει ο άνθρωπος τον Θεό με όλες τις ψυχοσωματικές λειτουργίες του, με ο, τι συνιστά τον άνθρωπο.Ο τρόπος να προκόψει ο άνθρωπος στην αγάπη του Θεού είναι να τηρήσει τις εντολές Του. Η προκοπή όμως στην αγάπη του Θεού τελείται σταδιακά με σκληρές δοκιμασίες. Αυτό οφείλεται στην αδυναμία του ανθρώπου να αγαπήσει αληθινά, διότι κινούμενος στην πτωτική κατάσταση, όπου βασιλεύουν τα πάθη, απαιτείται να απειληθεί και να νικηθεί η φιλαυτία του. Οι δοκιμασίες, οι θλίψεις και οι πειρασμοί δοκιμάζουν την ελευθερία του ανθρώπου αν θα παραμείνει τελικά στην αγάπη του του Θεού η του εαυτού του. Ο Χριστός λέει ότι, όποιος θέλει να τον ακολουθήσει, θα πρέπει να απαρνηθεί τον εαυτό του. Αυτό πάλι, δεν σημαίνει ότι θα πάψει να τον αγαπά (τον εαυτό του), αλλά ότι, αν θέλει να αγαπήσει αληθινά τον εαυτό του, θα πρέπει να τον απαρνηθεί, να απαρνηθεί την «προς το σώμα εμπαθή και άλογο φιλία», την φιλαυτία δηλαδή, τα πάθη και τις επιθυμίες που τον εγκλωβίζουν στον εαυτό του. Αυτό γίνεται μόνο με το άδειασμα του εαυτού και την ολοκληρωτική αυτοπροσφορά στον Θεό (κάτι το οποίο έκανε πρώτος ο Χριστός πάνω στον Σταυρό).
Ο Θεός δίνει και μία δεύτερη εντολή, που είναι εξ ίσου μεγάλη με την πρώτη. Αυτή είναι η αγάπη προς τον πλησίον. Το «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» σημαίνει πως υπάρχει η αγάπη προς τον εαυτό. Σε ηθικό επίπεδο σημαίνει να αγαπήσει ο άνθρωπος τον πλησίον του σαν η όπως τον εαυτό του, αλλά σε οντολογικό επίπεδο, στο οποίο κινείται η Χριστιανική Ηθική, σημαίνει να αγαπήσει τον πλησίον του ως εαυτό του. Να μην ξεχωρίζει πια τον πλησίον από τον εαυτό του, γιατί ο πλησίον είναι ο εν Χριστώ εαυτός του. Επίσης, δεν μπορεί να νοηθεί αγάπη στον Θεό, χωρίς την αγάπη προς τον πλησίον και το αντίστροφο, δεν μπορεί να αγαπάει κάποιος τον πλησίον, χωρίς να αγαπάει τον Θεό. Αυτά τα δύο «πηγαίνουν πάντα μαζί» , κάτι το οποίο θα εξηγήσουμε αργότερα.Κατά τον Γεώργιο Μαντζαρίδη, διακρίνονται τρία είδη αγάπης: α) Η ιδιοτελής, β) η φυσική και γ) η ανιδιοτελής. Στο πρώτο είδος, ο άνθρωπος δεν αγαπάει αν δεν ελπίζει να ανταποδοθεί η αγάπη του. Ανταπόδοση εννοείται το χρήμα, η δόξα, η ηδονή, η κοινωνική αναγνώριση, ακόμα και η προσωπική ψυχολογική ικανοποίηση. Το κίνητρο αυτής της αγάπης, όσο κι αν φαίνεται μεγάλη κι ανιδιοτελής, είναι το συμφέρον, έτσι δεν παύει να είναι ατελής. Στο δεύτερο είδος, ο άνθρωπος αγαπάει λόγω φυσικής συμπάθειας, όπως οι γονείς αγαπούν τα παιδια κ.ο.κ., το οποίο είναι κι αυτό ατελές. Στο τρίτο είδος της αγάπης, ο άνθρωπος αγαπάει χωρίς κανένα ιδιαίτερο συμφέρον, η αγάπη του είναι τέλεια και πηγάζει απ’ τον Θεό ή την αρετή.
Στα πρώτα πνευματικά στάδια που ο άνθρωπος κινείται από ιδιοτέλεια, πριν την απόκτηση της αγάπης στον Θεό, προηγείται ο φόβος. Ο Χριστιανισμός επικρίνεται έντονα γιατί ο φόβος λειτουργεί ως ετερόνομο στοιχείο. Για την Χριστιανική Ηθική όμως που, όπως είπαμε έχει δυναμικό χαρακτήρα, ο φόβος του Θεού είναι απαραίτητος για την μετάβαση από την ιδιοτέλεια στην ανιδιοτέλεια, η οποία χαρακτηρίζει την ηθική αυτονομία. Ο εμπαθής άνθρωπος δεν μπορεί να αγαπήσει τον Θεό με όλο του το είναι, αφού ο νους του κλίνει προς τα πάθη του. Η κάθαρση από τα πάθη και η προκοπή στην αγάπη πραγματοποιούνται με τον φόβο. Σ’ αυτό το στάδιο, ο άνθρωπος ετερονομείται, αλλά με τρόπο παιδαγωγικό, έτσι ώστε να αποκτήσει την τέλεια κι ανιδιοτελή αγάπη, η οποία «έξω βάλλει τον φόβον». Πρώτα ο άνθρωπος τηρεί το νόμο του Θεού από φόβο κι ύστερα από αγάπη. Έτσι αποκτά τον τέλειο φόβο, ο οποίος αποτελεί καρπό της παρουσίας της χάριτος και, αντί να ετερονομεί τον άνθρωπο, τον ελευθερώνει από κάθε γήινο φόβο. Ο φόβος, απ’ τον οποίο πρέπει πρώτα να απαλλαγεί ο άνθρωπος είναι αυτός του θανάτου. Όσο υπάρχει αυτός ο φόβος, ο άνθρωπος θα κινείται με ιδιοτέλεια και θα αμαρτάνει. Μόνο με την υπέρβασή του θα μπορέσει να υπάρξει ανιδιοτέλεια. Με την πίστη στον Χριστό και την ελπίδα της αναστάσεως, αλλάζει η προοπτική του θανάτου. Ο άνθρωπος πλέον δεν τον φοβάται, τον στήνει απέναντί του και τον αντιμετωπίζει με το θάρρος και τη γενναιότητα που απέκτησε με την νίκη του Χριστού επί του θανάτου. Γι αυτό, η πηγή της αληθινής, τέλειας και ανιδιοτελούς αγάπης είναι ο Θεός. Αληθινή αγάπη δεν μπορεί να υπάρξει μακριά απ’ τον Θεό, γιατί Αυτός είναι ο Μόνος Αθάνατος, Αιώνιος και πραγματικά απόλυτα Ελεύθερος.

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2018

Η μετάνοια νικά τον διάβολο

Η μετάνοια, που στον αμαρτωλό φαντάζει φοβερή και τρομερή, γιατρεύει τα παραπτώματα, εξαφανίζει τις παρανομίες, σταματά το δάκρυ, δίνει παρρησία μπροστά στο Θεό, είναι όπλο κατά του διαβόλου, μαχαίρι που του κόβει το κεφάλι, ελπίδα σωτηρίας, αφαίρεση της απελπισίας. Αυτή ανοίγει στον άνθρωπο τον ουρανό.
Αυτή τον οδηγεί στον παράδεισο.
Αυτή νικά τον διάβολο.

Κυριακή 6 Αυγούστου 2017

Μεταμόρφωση του Σωτήρος

Μία από τις μεγάλες Δεσποτικές λεγόμενες εορτές είναι η Μεταμόρφωση του Κυρίου: εκεί που στο όρος Θαβώρ ο Κύριος, έχοντας πάρει μαζί Του τους «προκρίτους των μαθητών», τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, «μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών», δηλαδή το πρόσωπό Του έλαμψε σαν τον ήλιο, τα ενδύματά Του έγιναν λευκά σαν το φως, δίπλα Του φάνηκαν οι προφήτες Μωϋσής και Ηλίας, ενώ ακούστηκε άνωθεν, από τον ουρανό, η φωνή του Θεού Πατέρα, η οποία έλεγε «Ούτός εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, αυτού ακούετε».
Όλη αυτή η θεοφάνεια, η οποία βεβαίως θυμίζει και το «σκηνικό» της Βάπτισης του Κυρίου, πραγματοποιήθηκε μέσα σε ένα νέφος το οποίο περιέλαμψε τους μαθητές, οι οποίοι μη αντέχοντας το θέαμα έπεσαν πρηνείς, ενώ κάποια στιγμή ο Πέτρος, «μη ειδώς ο ελάλει», βλέποντας και τους Μωϋσή και Ηλία να συνομιλούν με τον Κύριο, είπε σ’ Αυτόν: «Κύριε, καλόν εστιν ημάς ώδε είναι». Μετά από λίγο, το συγκλονιστικό αυτό θέαμα και άκουσμα τελείωσε, κι ο Κύριος παίρνοντας τους έκθαμβους μαθητές τούς είπε να μην ειπούν τίποτε, έως ότου αναστηθεί εκ των νεκρών, προλέγοντας ταυτοχρόνως και τα γεγονότα του Πάθους Του.
Θα έλεγε κανείς ότι σ’ αυτό το γεγονός έχουμε συμπυκνωμένη τη θεολογία της Εκκλησίας μας, περί της φύσεως του Ιησού Χριστού, περί του σκοπού της ενανθρωπήσεώς Του, περί της ανακαινίσεως του σύμπαντος κόσμου, περί της σχέσεώς Του με την Παλαιά Διαθήκη, θέματα με τα οποία ασχολήθηκαν οι Πατέρες μας ιδίως του 14ου αι., και μάλιστα ο μεγάλος Πατέρας και Διδάσκαλος άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όταν δόθηκε η αφορμή από αιρετικούς, οι οποίοι αναφάνηκαν και αλλοίωσαν τη θεολογία της Εκκλησίας, και τα οποία η Εκκλησία μας πάντοτε τα ζει και τα προβάλλει στην πνευματική της ζωή. Ορισμένα από αυτά θα σχολιάσουμε στη συνέχεια:
1. Καταρχάς θα πρέπει να διευκρινίσουμε αυτό που τονίζει η Πατερική μας παράδοση: Η Μεταμόρφωση του Χριστού στην πραγματικότητα είναι Μεταμόρφωση των ίδιων των μαθητών: ο Χριστός, ων πάντοτε Θεός και άνθρωπος, έχοντας ενωμένες τις δύο Του φύσεις «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως» στη μία Του θεϊκή υπόσταση-προσωπικότητα, δεν αλλάζει ποτέ: παραμένει πάντοτε ο Ίδιος. Στο γεγονός της Μεταμορφώσεως λοιπόν δεν προσλαμβάνει κάτι που δεν το είχε, αλλά αυτό που ήταν, το δίνει «κατά μέρος», να το δουν και να το νιώσουν και οι τρεις μαθητές Του. Κι αυτό που τους αποκαλύπτει είναι η θεϊκή Του δόξα. Μέχρι τότε οι μαθητές ζούσαν τον Κύριο ως άνθρωπο, ενώ ελάχιστα διαισθάνονταν τη θεϊκή Του προέλευση. Στο όρος Θαβώρ ικανώνονται από το Πνεύμα του Θεού, το Οποίο ως νέφος τους περιέλαμψε και τους άνοιξε τους πνευματικούς οφθαλμούς – έχουμε και πνευματικές αισθήσεις που λειτουργούν ή όχι ανάλογα με τη σχέση που έχουμε με τον Θεό – να δουν με «μετασκευασμένους» οφθαλμούς τη θεϊκή λάμψη, το «άκτιστον φως» του Χριστού. Η Μεταμόρφωση λοιπόν είναι Μεταμόρφωση των μαθητών, που με άλλα μάτια είδαν τα συγκλονιστικά του όρους Θαβώρ, δηλαδή τον Χριστό, αλλά και στη θεϊκή Του διάσταση. Την πραγματικότητα αυτή η Εκκλησία μας διαρκώς τη διαλαλεί, καθημερινά, όταν μεταξύ των άλλων μας επισημαίνει: «Εν τω φωτί Σου, Κύριε, οψόμεθα φως». Μόνον όταν ο άνθρωπος λάβει το φως του Θεού, μπορεί τότε να δει το φως του Θεού. Ο άνθρωπος «βλέπει» ανάλογα με ό,τι έχει μέσα του.
2. Όπως είπαμε, αυτά που είδαν οι μαθητές για τον Χριστό ήταν ότι μπορούσαν να αντέξουν. Κατά το κοντάκιο της εορτής, «Επί του όρους μετεμορφώθης, και ως εχώρουν οι μαθητές Σου, την δόξαν Σου, Χριστέ ο Θεός, εθεάσαντο». Κι είναι ευνόητο: Ο άνθρωπος είναι πεπερασμένος και ο Θεός είναι άπειρος. Επομένως ο άνθρωπος, όπως και όλη η δημιουργία, ακόμη και οι άγγελοι, όχι μόνον δεν μπορεί να δει και να μετάσχει στην ουσία του Θεού – αυτό είναι μόνο για την αγία Τριάδα – αλλά μπορεί να δει και να μετάσχει σ’ αυτό που λέμε ενέργεια του Θεού, αλλιώς στη χάρη ή τη δόξα ή το φως Του, μόνον εκ μέρους, όσο αντέχει. Αυτό που λαμβάνει όμως από τον Θεό ως παροχή της χάρης Του είναι ό,τι ανώτερο για εκείνον. Κάτι παραπάνω θα τον «διέλυε» και θα τον «σκότωνε». «Κανείς δεν μπορεί να δει τον Θεό και να ζήσει».
3. Γιατί ο Κύριος θέλησε να τους δώσει αυτήν τη χάρη, να δουν τη θεϊκή Του δόξα; Διότι μετά από λίγο ακολουθούν τα γεγονότα του Πάθους, άρα έπρεπε οι μαθητές να κατανοήσουν ότι το Πάθος ήταν εκούσιο, ότι ήταν η επιλογή του ενανθρωπήσαντος Θεού, για να σώσει το ανθρώπινο γένος, αίροντας την αμαρτία του επί του Σταυρού. Όπως το επισημαίνει το κοντάκιο και πάλι: «ίνα όταν Σε ίδωσι σταυρούμενον, το μεν πάθος νοήσωσιν εκούσιον, τω δε κόσμω κηρύξωσιν ότι συ υπάρχεις αληθώς του Πατρός το απαύγασμα». Ο Χριστός «έδει παθείν», διότι η αμαρτία του ανθρωπίνου γένους ήταν τέτοια, που μόνον ο λόγος, το κήρυγμα δεν ήταν ικανό να σώσει τους ανθρώπους. Έπρεπε να πάθει ο Ίδιος ο Θεός εν σαρκί, γεγονός που φανερώνει την τραγικότητα στην οποία είχε περιέλθει η ανθρωπότητα, αλλά και το άπειρο μέγεθος της αγάπης του Θεού απέναντι σ’ αυτήν.
4. Στη μέσα στο φως της λάμψης του Θεού θέα του προσώπου του Χριστού, οι μαθητές συνειδητοποιούν και την προοπτική του ανθρώπου, μετά τον ερχομό Εκείνου. Όπως φανερώθηκε ο Χριστός, σαν ήλιος πρωϊνός, έτσι θα φανερωθούμε κι εμείς κατά τη Δευτέρα Του Παρουσία, όταν ακολουθούμε τον Χριστό. Μη ξεχνάμε ότι ο Χριστός ενσωμάτωσε τον άνθρωπο στον ίδιο Του τον εαυτό, κάτι που ενεργοποιείται έκτοτε δια του αγίου βαπτίσματος και βιώνεται αυξητικά μέσα στην Εκκλησία διά των μυστηρίων και της εφαρμογής των εντολών Του, κι αυτή η ενσωμάτωση τον έκανε μέλος Του, δηλαδή δική Του προέκταση, επομένως ό,τι Εκείνος ζει, αυτό αποτελεί και θα αποτελέσει ζωή και των πιστών ανθρώπων. Όταν ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και οι Πατέρες των Συνόδων του 14ου αι. τόνιζαν την πραγματικότητα μετοχής στο άκτιστο φως του Θεού, κατά αναλογία με ό,τι συνέβη στο όρος Θαβώρ με τους τρεις μαθητές, ήδη από τη ζωή αυτή, ας φανταστούμε την ασύλληπτη μέθεξη του πιστού σ’ αυτό το φως μετά τον ερχομό Του για δεύτερη φορά, όταν ο άνθρωπος όχι μόνον ως ψυχή, αλλά και με το σώμα του θα μετέχει σ’ Εκείνον. Τότε θα λάμψουν οι άγιοι ως ήλιος, όπως έλαμψε κι ο Χριστός. Με τη Μεταμόρφωση λοιπόν αποκαλύπτεται και το μεγαλείο της προοπτικής του ανθρώπου, αυτό που οι άγιοί μας το ονομάζουν «θέωση».
5. Σ’ αυτήν την ένθεη κατάσταση μετοχής στο φως του Χριστού βλέπουμε ότι ανακαινίζεται μαζί με τον άνθρωπο και η ίδια η φύση. Πώς το βλέπουμε αυτό; Μέσα από τα ενδύματα του Χριστού. Και αυτά έλαμψαν και έγιναν λευκά σαν το χιόνι. Δηλαδή, η χάρη του Χριστού μεταγγίστηκε κατά κάποιο τρόπο και στα υλικά πράγματα, σημείο μετοχής και της φύσεως, όπως είπαμε, στη δόξα του Θεού. Και τούτο γιατί η φύση δεν είναι κάτι κακό ή κατώτερο και συνεπώς αποβλητέο, αλλά στη χριστιανική πίστη αναβαθμίζεται και αυτή, βρίσκοντας την πραγματική της θέση: να είναι βοηθός του ανθρώπου στη σωτηρία του. Η φύση ανήκει στον Θεό και την έδωσε στον άνθρωπο για να είναι ο χώρος κατοικίας του, που σημαίνει ότι η φύση προσέβλεπε στον άνθρωπο ως τον βασιλιά της. Ξέπεσε στην αμαρτία ο άνθρωπος λοιπόν, ξέπεσε και η φύση. Και με την αποκατάσταση του ανθρώπου εν Χριστώ, αποκαθίσταται και αυτή. «Η προσμονή της φύσεως, μας λέει ο απόστολος Παύλος, είναι να σωθεί ο άνθρωπος, ώστε με τη σωτηρία αυτού να σωθεί και εκείνη». Έτσι η Μεταμόρφωση είναι μία ισχυρή απάντηση σ’ όλους εκείνους που ήθελαν και θέλουν να βλέπουν τον χριστιανισμό ως μία πνευματοκρατία ή ως ένα ιδεαλισμό, με υποτίμηση και άρνηση της φύσεως.
6. Φάνηκαν όμως ο Μωϋσής και ο Ηλίας στο όρος Θαβώρ, πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης, που έζησαν αιώνες πολλούς προ Χριστού. Τι σημαίνει τούτο; Πρώτον, ότι ο Κύριος είναι Κύριος της ζωής και του θανάτου. Το γεγονός ότι οι μαθητές βλέπουν αυτούς τους αγίους, κεκοιμημένους  ή απόντες από τον κόσμο αυτό από τόσο παλιά, είναι μία ισχυρότατη απόδειξη ότι αυτοί ζουν εν Θεώ. Ο θάνατος δεν είναι το τέλος της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο άνθρωπος εναποθέτει το σώμα του, αλλά η ψυχή του, με τη χάρη του Θεού, συνεχίζει να ζει. Κι αυτό το σώμα, όπως η δυναμική της αναστάσεως του Κυρίου έφερε, θα αναστηθεί για να ενωθεί με την ψυχή και πάλι. Ο θάνατος λοιπόν με τον Χριστό έγινε μία απλή δίοδος, που μας οδηγεί μέσα στην αγκαλιά του Χριστού, πολύ πιο έντονα και άμεσα όμως: «πρόσωπον προς πρόσωπον». Μία προεικόνιση αυτού του γεγονότος είναι και η παρουσία των προφητών αυτών στο Θαβώρ. Κι από την άλλη: ο Κύριος φανερώνεται ότι αποτελεί το κέντρο και της Παλαιάς Διαθήκης. Η Παλαιά Διαθήκη, που συγκεφαλαιώνεται στον Νόμο και τους Προφήτες – τον Μωϋσή και τον Ηλία – συνιστά την πρώτη αποκάλυψη του Χριστού, με αποκορύφωση τον ερχομό Του στην Καινή. Παλαιά και Καινή αποτελούν ένα ενιαίο γεγονός, που δεν μπορεί κανείς να ξεχωρίσει, χωρίς να διαστρεβλώσει και τα δύο. Η Μεταμόρφωση λοιπόν δίνει απάντηση και στο θέμα αυτό. Η Παλαιά Διαθήκη έχει χριστοκεντρικό χαρακτήρα. Ο Κύριος συνιστά το νόημα και εκείνης.
Η θεολογία της Μεταμορφώσεως του Κυρίου είπαμε από την αρχή ότι συγκεφαλαιώνει όλη την πνευματική ζωή της Εκκλησίας. Αποκαλύπτει εκτός από τον Χριστό και τον άνθρωπο στην προοπτική του. Αλλά προϋποθέτει αυτό που προϋποθέτουν όλα τα πνευματικά γεγονότα στην Εκκλησία: την ετοιμότητα του ανθρώπου αποδοχής του πλούτου που περιέχει. Ποτέ δηλαδή κανένα πνευματικό γεγονός δεν προσφέρεται στον άνθρωπο, χωρίς αυτός να μπορεί πνευματικά να το αντέξει. Όπως ένα πλουσιότατο γεύμα δεν μπορεί να προσφερθεί σε ένα βρέφος, κατά τον ίδιο τρόπο ο πλούτος της χάριτος του Θεού, που τονίζεται στη Μεταμόρφωση απαιτεί τον «ενηλικιωμένο» χριστιανό. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας «τρέμει» μπροστά σε φαινόμενα νεανικού ενθουσιασμού, δηλαδή όταν νεαροί που ακούνε για «άκτιστον φως», νομίζουν ότι μπορούν χωρίς κόπο, εύκολα, να το αποκτήσουν. Και δυστυχώς τα αποτελέσματα είναι τραγικά. Τα λεγόμενα «νεανικά ναυάγια» δεν είναι μόνο σε θέματα ηθικής, αλλά δυστυχώς και σε θέματα πνευματικά. Κι εκείνο που πολύ καθαρά μας δίνει τις προϋποθέσεις βιώσεως της χορηγίας χάρης της Μεταμορφώσεως είναι ο ύμνος που λέει: «και ημείς αστράψωμεν, ταις θείαις αλλοιώσεσιν, αυτήν κατασπαζόμενοι (την θείαν Μεταμόρφωσιν). Όρος υψηλότατον την καρδίαν, κεκαθαρμένην εκ παθών, έχοντες οψόμεθα, Χριστού την Μεταμόρφωσιν, φωτίζουσαν τον νουν ημών». Δηλαδή: Ας αστράψουμε κι εμείς από τις θείες αλλοιώσεις (της Μεταμορφώσεως), καταφιλώντας την (μέσα στην αγκαλιά μας). Έχοντας την καρδιά μας ως υψηλότατο όρος, καθαρισμένη από τα πάθη, θα δούμε τη Μεταμόρφωση του Χριστού να φωτίζει τον νου μας. Η κάθαρση της καρδιάς μας, δια της μετανοίας και της τηρήσεως των εντολών του Χριστού, είναι η προϋπόθεση για να δούμε κι εμείς το φως του Χριστού να λάμπει μέσα μας. Γένοιτο.

π. Γεωργίου Δορμπαράκη

Πέμπτη 13 Ιουλίου 2017

Το Βάπτισμα δεν είναι μια υπόθεση μεταξύ του ιερέως και του βαπτιζομένου

Μέσα στη θεία λατρεία, στα άγια μυστήρια και τις ιερές τελετές,
συντελείται πραγματικά η συνάντηση του ανθρώπου με το Θεο,
Ο χαρακτηρισμός της Εκκλησίας ως "σώματος Χριστού" δεν είναι απλώς μια μεταφορική εικόνα, αλλά σημαίνει "αυτό το σώμα του Χριστού οντολογικώς απολύτως νοούμενον". Διότι, ως λέγει ο ι. Χρυσόστομος, ο Χριστός "αναφέρει εαυτόν ημίν· και ου τη πίστει μόνον, αλλά και αυτώ τω πράγματι σώμα ημάς αυτού κατασκευάζει". Οι πιστοί γίνονται "σύσσωμοι αυτού και εις την σάρκα αυτού τελούσι και ώσπερ σώμα κεφαλής, ούτως ήνωνται" και έτσι εκ πάντων απαρτίζεται " εις Χριστός". "Παντες Χριστός εις εγένεσθε, σώμα αυτού όντες".
Για να εκφράσει βαθύτερα την θεανθρώπινη ενότητα Χριστού και Εκκλησίας ο Απόστολος Παύλος θα ονομάσει την Εκκλησία και πλήρωμα Χριστού. "Το πλήρωμα του Χριστού η Εκκλησία. Και γαρ πλήρωμα κεφαλής σώμα και πλήρωμα σώματος κεφαλή........ πλήρωμα.... τουτέστιν, οίον κεφαλή πληρούται παρά του σώματος.... Δια πάντων ουν πληρούται το σώμα αυτού. Τοτε πληρούται η κεφαλή, τότε τέλειον σώμα γίνεται, όταν ομού πάντες ώμεν συνημμένοι και συγκεκολλημένοι ".
Η έννοια του πληρώματος συμπεριλαμβάνει και τον χαρακτηρισμό της Εκκλησίας ως "λαού του Θεού". Στο πλήρωμα της Εκκλησίας του Χριστού ανήκει όλος ο λαός του Θεού, " οι απανταχού της οικουμένης πιστοί και όντες και γενόμενοι και εσόμενοι ". Πλήρωμα του Χριστού σημαίνει, επίσης, και την ενότητα " εν Αυτώ " της επιγείου και επουρανίου βασιλείας, η οποία εκδηλώνεται στη Θ. Ευχαριστία.
Του Χριστού ενδύεται πάσα η Εκκλησία και έκαστον μέλος αυτής με το Βαπτισμα και δι' Αυτού ζη, διότι Αυτός "ζη εν τω σώματι Αυτού και το σώμα ζη δι' Αυτού". "Και γαρ πλήρωμα ημών αυτός, και οδός και ανήρ και νυμφίος· και ρίζα και πόσις και τροφή και ζωη· και απόστολος και αρχιερεύς και διδάσκαλος, και πατήρ και αδελφός και συγκληρονόμος, και κοινωνός εν τω τάφω και τω σταυρώ· και μεσίτης και συνήγορος ημών έμπροσθεν του Πατρός· και οίκος και ένοικος και φίλος· και θεμέλιος και λίθος ακρογωνιαίος· και ημείς είμεθα Αυτού και μέλη και γεώργιον και οικοδομή και κλάδοι και συνεργοί".
Η νέα αυτή σχέση των ανθρώπων με τον Θεό βιώνεται ως κοινή εμπειρία στην οργανική ενότητα και στην αρμονική λειτουργία του ενός σώματος, -"και γαρ εν ενί Πνεύματι ημείς πάντες εις εν σώμα εβαπτίσθημεν... υμείς δε εστέ σώμα Χριστού και μέλη εκ μέρους" (Α´ Κορ. 12,12 κ εξ.)-, στο οποίο ανακαινίζεται ο "παλαιός αιών", τελεσιουργείται και βιώνεται από τούς πιστούς η νέα εν Χριστώ πραγματικότητα του κόσμου και ενώνεται ο "νυν" με τον " μέλλοντα αιώνα" στην ιστορία της σωτηρίας ( Ρωμ. 5, 12-21).
Έτσι το Βάπτισμα δεν είναι μια υπόθεση μεταξύ του ιερέως και του βαπτιζομένου, η αρχή μιας ατομικής πορείας, αλλά όλης της Εκκλησίας, όλης της ευχαριστιακής κοινότητος. "Όσοι εβαπτίσθημεν εις Χριστόν Ιησούν, εις τον θάνατον αυτού εβαπτίσθημεν... και γεγόναμεν σύμφυτοι τω ομοιώματι του θανάτου αυτού" (Ρωμ. 6,3-5). Τα ιερά Μυστήρια είναι οργανικές λειτουργίες και εκφάνσεις του Σώματος της Εκκλησίας, σαν τα μέλη της καρδιάς, σαν τα κλαδιά του δένδρου, σαν τα κλήματα της αμπέλου. Μέσα στη θεία λατρεία, στα άγια μυστήρια και τις ιερές τελετές, συντελείται πραγματικά η συνάντηση του ανθρώπου με το Θεο, η άκτιστη χάρη αγκαλιάζει και αφθαρτοποιεί την κτιστή φύση. Γι' αυτό η λατρευτική διακονία δεν είναι απλά μια ωραία τελετουργική παράδοση, αλλά η φανέρωση και πραγμάτωση της όντως ζωής μέσα από την δυναμική των "σημείων" του ρεαλιστικού συμβολισμού της Εκκλησίας μας.
Ο Θεός να μας αξιώνει η συμμετοχή μας στα μυστήρια της Εκκλησίας να είναι συμμετοχή ζωής.

Σάββατο 8 Ιουλίου 2017

Πίστη

Λέγοντας πίστη δεν εννοούμε την αναγνώριση ορισμένων θρησκευτικών και ηθικών αληθειών αλλά αναφερόμαστε στο θεανθρώπινο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αναφερόμαστε στη σάρκωση, τον θάνατο και την ανάσταση του Κυρίου. Ο περιορισμός της πίστης σε μερικές αλήθειες και έργα περιορίζει την πίστη στα αισθητά, με αποτέλεσμα να μην οδηγούμαστε στη σωτηρία. Οι άγιοι που τιμούμε μέσα στην Εκκλησία ομολόγησαν τον Χριστό θυσιάζοντας και τη ζωή τους ακόμη. Η αληθινή πίστη του Χριστιανού ξεκινά με την πίστη στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού και ολοκληρώνεται με την κοινωνία και την ένωση μαζί του. Ως αποτέλεσμα αυτής της πίστης, έρχεται ως επακόλουθο η τήρηση των εντολών του Θεού και τα καλά έργα.

Τρίτη 4 Ιουλίου 2017

Σε ποιο στάδιο του νόμου βρισκόμαστε...

Ο Θεός θέλοντας «πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμ. 2:4), τοποθέτησε το φυσικό νόμο ως μέσο γνώσεως του Θεού. Ο φυσικός νόμος αποτελεί τη θεία Αποκάλυψη και γνώση του Θεού για όλους τους ανθρώπους οι οποίοι δεν γνώρισαν την εν Χριστώ Αποκάλυψη. Ο Γραπτός νόμος ο οποίος παραδόθηκε από το Θεό στον εκλεκτό λαό του τον Ισραήλ στο όρος Σινά, αποτελεί ένα νέο μέσο και τρόπο γνώσεως του Θεού, σε σχέση με το φυσικό νόμο. Ο νόμος του Σινά, σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο, «παιδαγωγός ημών γέγονεν εις Χριστόν, ίνα εκ πίστεως δικαιωθώμεν» ώστε «ελθούσης δε της πίστεως ουκέτι υπό παιδαγωγόν έσμεν» ( Γαλ. 3:24,25).
Η τήρηση του νόμου αλλά και των έργων του νόμου δεν μπορούν να σώσουν τον άνθρωπο. Αυτό που σώζει τον άνθρωπο είναι η χάρη του Θεού. Ο Απόστολος Παύλος μας λέει ότι «τη γαρ χάριτι έστε σεσωσμένοι δια της πίστεως και τούτο ουκ εξ υμών, Θεού το δώρον, ουκ εξ έργων, ίνα μη τις καυχήσηται» (Εφ. 2:8,9). Η θεία χάρη αποτελεί τη δωρεά της σωτηρίας που χαρίζει ο Θεός. Δεν επιτυγχάνεται από τον άνθρωπο με τις δικές του δυνάμεις και προσπάθειες. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μας λέει «ο νόμος δια Μωυσέως εδόθη, η χάρις και η αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο» (Ιω. 1:17). Μέσα από την υμνολογία της Εκκλησίας μας, αναφέρεται: στο Θεοτόκιο των στιχηρών του Δεύτερου ήχου, «παρήλθεν η σκιά του νόμου, της χάριτος ελθούσης», δηλαδή με την έλευση και εμφάνιση του Ιησού Χριστού στον κόσμο πέρασε η περίοδος του νόμου και των νομικών διατάξεων που επισκίαζαν τη ζωή των ανθρώπων. Με την έλευση του Χριστού ο άνθρωπος υπερβαίνει το νόμο ζώντας στο χώρο της χάριτος. Ο ίδιος ο Χριστός σε τελευταία ανάλυση αποτελεί τον καθ’ αυτό Νόμο της Χάριτος. Η αποκάλυψη του νόμου της χάριτος έχει και εσχατολογική διάσταση, αφού ο Χριστός αποτελεί την αρχή και το τέλος του κόσμου.
Μέσα στην εκκλησία ο πιστός τηρεί τις εντολές του Θεού και υποτάσσεται στο νόμο, ζώντας την καινή εν Χριστώ ζωή η οποία είναι βίωση της ζωής του Χριστού. Ο Απόστολος Παύλος λέει «ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσομεν» (Ρωμ. 6:4). Αυτή η καινότητα της ζωής εγκαθιδρύθηκε  από τον Χριστό με την Εκκλησία του, και ο πιστός μετέχει σε αυτήν και την προγεύεται ζώντας τη Θεία Λειτουργία και συμμετέχοντας στο ποτήριο της Θείας Ευχαριστίας. Η βίωση από τον πιστό του νόμου της χάριτος τον απέβαλε από τη λογική των ηθικών κανόνων, όπως αυτοί βιώνονταν από τους Ιουδαίους της εποχής του Χριστού, και τον οδήγησε στο να ζει τη ζωή του Χριστού. Ο άνθρωπος της χάριτος ενώθηκε με τον Χριστό μέσω του βαπτίσματος και του Χρίσματος όπου πεθαίνει ο παλαιός άνθρωπος και ξαναγεννιέται ο νέος, ο καινός άνθρωπος ο οποίος συντονίζει το θέλημά του με το θέλημα του Χριστού.  «και δός μεταποιηθήναι τον εν αυτώ βαπτιζόμενον εις το αποθέσθαι μεν τον παλαιόν άνθρωπον, τον φθειρόμενον κατά τας επιθυμίας της απάτης, ενδύσασθαι δε τον νέον, τον ανακαινούμενον κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτόν˙ ίνα, γενόμενος σύμφυτος τω ομοιώματι του θανατου σου δια του Βαπτίσματος, κοινωνός και της αναστάσεως σου γένηται» (Ευχή Βαπτίσματος). Αυτή η τήρηση του θελήματος του Θεού αποτελεί για τον άνθρωπο της χάριτος την υπέρβαση κάθε ανθρώπινου νόμου.
Σήμερα ένα βασικό ερώτημα το οποίο θα πρέπει να μας απασχολήσει είναι: Σε ποιο στάδιο του νόμου βρισκόμαστε. Μήπως, ενώ έχουμε το νόμο της χάριτος εμείς βρισκόμαστε στο νόμο της πτώσεως; Μήπως ο καθένας πράττει όπως θέλει χωρίς το θέλημα του Θεού και επαναπαύεται όπως οι Ιουδαίοι που είχαν το νόμο και πίστευαν ότι μόνο αυτοί θα σωθούν; Πολλές φορές νομίζουμε ότι είμαστε προνομιούχοι επειδή έχουμε το Ευαγγέλιο και ξεχνούμε τις υποχρεώσεις μας οι οποίες είναι περισσότερες από αυτούς που δε γνωρίζουν το Ευαγγέλιο. Με βάση το φυσικό νόμο όλοι οι άνθρωποι γνωρίζουν ποιο είναι το καλό και ποιο είναι το κακό. Τα έθνη που γνωρίζουν το νόμο του Θεού θα κριθούν βάσει αυτού του νόμου. Τα υπόλοιπα έθνη θα κριθούν με βάση τη δικαιοκρισία του Θεού.

Διακόνου Φιλίππου Φιλίππου, θεολόγου

Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017

Το πρώτο και κορυφαίο μέλημα της ζωής του ανθρώπου είναι η σωτηρία της ψυχής και η κατάκτηση της βασιλείας του Θεού

Η προσευχή των πιστών πρέπει να είναι μια διαρκής εκζήτηση της βασιλείας του Θεού, αυτό άλλωστε ζητούμε και στην Κυριακή Προσευχή: «ελθέτω η βασιλεία Σου» και όλα τα υπόλοιπα ακολουθούν.  Ο Θεός προνοεί για όλα τα δημιουργήματά του και με ιδιαίτερο τρόπο για το τέλειο δημιούργημά του τον άνθρωπο.  Η αλήθεια αυτή είναι περισσότερο από ποτέ άλλοτε επίκαιρη, αφού σήμερα το άγχος είναι η κατεξοχήν αιτία των ψυχικών διαταραχών και άλλων ασθενειών των ανθρώπων.  Ο σύγχρονος άνθρωπος πνίγεται μέσα στην προσπάθεια και την αγωνία για την απόκτηση όλο και περισσότερων υλικών αγαθών και ανέσεων.  Βέβαια οι λόγοι του Ιησού Χριστού δεν πρέπει να παρανοηθούν.  Δεν μας προτείνει σε καμία περίπτωση την παθητική στάση και αναμονή μια θαυματουργικής επίλυσης του προβλήματος της εξασφάλισης των απαραίτητων πραγμάτων της ζωής.  Εξάλλου ακόμα και αυτά τα πουλιά καταβάλλουν τη δική τους προσπάθεια, εξέρχονται προς αναζήτηση της τροφής τους, χωρίς όμως να αγχώνονται.  Άρα ο άνθρωπος οφείλει στη ζωή του και να εργάζεται και να προσπαθεί για τα απαραίτητα στοιχεία της καλής διαβίωσής του, χωρίς όμως αυτό να γίνεται αυτοσκοπός.  Χωρίς αυτό να σημαίνει την έλλειψη εμπιστοσύνης στην πατρική πρόνοια του Θεού.

Αρχιμανδρίτη Αυγουστίνου Κκαρά

Κυριακή 2 Ιουλίου 2017

Η ταπείνωση στον άνθρωπο πρέπει να είναι ειλικρινής και αυθεντική και όχι επίπλαστη και υποκριτική

Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος αναφέρει ότι μερικοί άνθρωποι φαίνονται εκ της φύσεως των πράοι και ταπεινοί, άλλοι ταπεινώνουν τη σκέψη των, σκεπτόμενοι συνεχώς τις αμαρτίες και τις πτώσεις των, αλλά καμία απ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι η αληθινή ταπείνωση, όπως μας λέγει: «Δεν είναι ο καθένας από τη φύση του πράος, γαλήνιος και ήσυχος ή ότι έφθασε στον ύψιστο βαθμό της ταπεινοφροσύνης… ούτε αυτός που σκέπτεται τις πτώσεις και αμαρτίες του είναι ταπεινόφρων, αλλά εκείνος που έχει κάτι μέσα του άξιο προβολής και υπερηφάνειας και δεν υπερηφανεύεται, και θεωρεί τον εαυτό του χώμα και στάχτη. Εάν κάποιος με τη χάρη του Θεού έφθασε σε σημείο να νικά όλα τα κακά πνεύματα και δεν του διαφεύγει καμία αρετή ή αγαθό έργο πού να μη το επιτέλεσε και μετά απ’ αυτά αισθάνθηκε τον εαυτό του ότι έλαβε αυτό το χάρισμα της ταπεινώσεως, όταν το Άγιο Πνεύμα συμμαρτυρεί με το δικό του πνεύμα, κατά τον λόγο του Αποστόλου Παύλου, τότε αυτό βεβαίως είναι τελειότης της ταπεινοφροσύνης» (Λόγος 20ος Αγίου Ισαάκ του Σύρου). Γι’ αυτό κάθε άνθρωπος πρέπει να ασφαλίζει τον εαυτό του με την ταπείνωση, γιατί «εν τη υπερηφανεία απώλεια και ακαταστασία πολλή, ενώ η ταπείνωση είναι θείος μαγνήτης, που φέρνει στον άνθρωπο όλα τα χαρίσματα και τις ευλογίες του Θεού» (Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου. Ιερομονάχου Ισαάκ).
Ο απόστολος των εθνών Παύλος δίνει εντολή στους εκλεκτούς να ενδυθούν ως ένα πνευματικό ένδυμα την ταπεινοφροσύνη, «Ενδύσασθε ουν, ως εκλεκτοί του Θεού άγιοι και ηγαπημένοι, σπλάγχνα οικτιρμού, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πραότητα, μακροθυμίαν» (Κολ. 3:12). Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μας διδάσκει ότι η ταπείνωση γεννάται στην καρδιά του ανθρώπου από την πίστη και τον φόβο του Θεού: «Αυτός που πιστεύει φοβάται και αυτός που φοβάται ταπεινώνεται». Αυτή η ταπείνωση και αυτή η πίστη πολλές φορές απουσιάζει από τους ανθρώπους που θεωρητικά βρίσκονται πιο κοντά στον Θεό. Ίσως επειδή θεωρούμε τον εαυτό μας ως εκλεκτό λαό του Θεού και επειδή βρισκόμαστε μέσα στην Εκκλησία, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είμαστε σωσμένοι, ούτε καθαροί, ούτε άγιοι. Δεν αρκεί κανείς να εισέλθει στο λουτρό για να καθαριστεί, αλλά είναι απαραίτητο να αναγνωρίσει ότι δεν είναι καθαρός και στη συνέχεια να λουστεί.
Και στο σημείο αυτό, της αυτογνωσίας και της ταπείνωσης, συχνά υπολειπόμαστε εμείς που βρισκόμαστε κάτω από την χάρη του Θεού, ενώ οι μακράν διατηρούν έστω το δέος και τον σεβασμό απέναντι στην ιερότητα του μυστηρίου της Εκκλησίας. Και από τη στιγμή που υπάρχει έλλειμμα ταπεινώσεως, υπάρχει και έλλειμμα πίστεως. Γιατί χωρίς ταπείνωση, το κάθε αίτημά μας προς τον Θεό δεν αποτελεί ικεσία, αλλά απαίτηση, η οποία δεν στηρίζεται στην αγάπη του Θεού αλλά στη δική μας αυτοεκτίμηση και υπερηφάνεια.

Πρεσβυτέρου Φιλίππου Φιλίππου

Σάββατο 1 Ιουλίου 2017

Για ποιο λόγο προσεύχομαι;

Γιατί η ζωή μου ολόκληρη βρίσκεται στα χέρια του Θεού.
Γιατί με τη θέλησή Του υπάρχω, ζω και αναπνέω.
Γιατί η προσευχή είναι επικοινωνία με τον Θεό
Με την υπέρτατη Αγάπη, μέσα από την οποία αντλώ δύναμη
Να ατενίζω το μέλλον με αισιοδοξία
Και να μοιράζω φωτεινά χαμόγελα γύρω μου.
Γιατί ο Θεός είναι ο φίλος μου ο αληθινός
Που έγινε άνθρωπος και σταυρώθηκε για μένα!
Και γι΄ αυτό δεν πρόκειται να με αφήσει ποτέ μόνο!
Γιατί τον φίλο μου δεν τον ξεχνώ αλλά κάθε μέρα, κάθε στιγμή, θέλω να είμαι κοντά Του
Και να ζω τη χαρά της κοινωνίας μαζί Του.
Γιατί κοντά Του βρίσκω καταφύγιο στις τρικυμίες της ζωής στήριγμα εκεί που όλα καταρρέουν
Συμπαραστάτη στις στιγμές της μοναξιάς, αχτίδα φωτός στη μαύρη ομίχλη της απελπισίας…
Γιατί όταν χρειαστώ τη βοήθειά Του, βρίσκεται πάντα δίπλα μου ακόμα και όταν νομίζω πως δεν με ακούει…
Εκείνος όμως ρυθμίζει τα πάντα με τόση σοφία, για το δικό μου πνευματικό συμφέρον.
Γιατί νιώθω την ανάγκη καθημερινά να Τον ευχαριστώ που με διατηρεί υγιή και με σώας τας φρένας
Που ζω σε μια κοινωνία ελεύθερη και ειρηνική, που έχω όποιο αγαθό επιθυμήσω…
Δηλαδή, για τα αυτονόητα…
Γιατί ακόμα και αν ζούσα κάτω από αντίξοες συνθήκες η προσευχή θα ήταν το στήριγμά μου
Ο σύνδεσμός μου με την αληθινή Ζωή
Με την πραγματική Δικαιοσύνη
Με την ασάλευτη Αλήθεια
Με την μόνη τροφή που μπορεί να θρέψει την καρδιά μου.
Γιατί έχω το προνόμιο να γνωρίζω τον αληθινό Θεό, που αποκαλύφθηκε στους ανθρώπους
Και δεν είναι δημιούργημα της ανθρώπινης φαντασίας ή διανόησης.
Και αυτό με κάνει να νιώθω ξεχωριστός!
Γιατί είμαι πλασμένος να επιστρέφω σε Αυτόν
Την αγάπη που τόσο απλόχερα έχει σκορπίσει στον κόσμο.
Και αυτό το κάνω με τη ζωή μου ολόκληρη, αλλά πολύ περισσότερο με την προσευχή!

Κυριακή 18 Ιουνίου 2017

Εξομολόγηση… στον ιερέα ή μεταξύ μας;

Μιλώντας, πριν λίγες μέρες, με μια κυρία που διαβάζει την Αγία Γραφή και ζει την Εκκλησία ως μυστήριο και Θεανθρώπινη σχέση, μου ανάφερε τον προβληματισμό της για το χωρίο στην επιστολή του Αγίου Ιακώβου (5,16) «εξομολογείσθε αλλήλοις τα παραπτώματα, και εύχεσθε υπέρ αλλήλων, όπως ιαθήτε». Ο προβληματισμός της είχε να κάνει με την εξομολόγηση στον ιερέα, αφού το χωρίο μιλά για εξομολόγηση ο ένας στον άλλο. Γιατί δηλαδή να είναι απαραίτητη η εξομολόγηση των αμαρτιών μας στον ιερέα, αφού μιλά για τη μεταξύ των χριστιανών εξομολόγηση;
Κατ’ αρχήν, το ότι διαβάζοντας την Αγία Γραφή προβληματίζεται και ρωτά, αντί να την περνά τυπικά και αφηρημένα, δείχνει ζωντάνια και αναζήτηση. Αυτό είναι ωραίο! Μετά, αγγίζει ένα θέμα παρεξηγημένο και αλλοιωμένο. Χρειάζεται λίγη επεξήγηση: Το μυστήριο της εξομολόγησης είναι το μόνο που γίνεται χωρίς τη συμμετοχή του λαού του Θεού, σε ατομικό επίπεδο. Αυτό επεκράτησε, βέβαια, εξ αιτίας της ιδιαιτερότητάς του. Η ακρόαση αμαρτιών δεν είναι για όλους. Γιατί υπάρχει ο κίνδυνος των λογισμών, των σκανδάλων, των συγχύσεων. Ο πνευματικός πατέρας, έχοντας τη χάρη ν’ ακούει «τα του λαού συμβαίνοντα» διασφαλίζεται και δεν ταράσσεται εσωτερικά. Η δημόσια εξομολόγηση υπήρχε την εποχή που οι πρώτοι Χριστιανοί ζούσαν για το Θεό και πέθαιναν γι’ Αυτόν. Υπήρχε δηλαδή ενθουσιασμός, ζωντανή πίστη, ανυπόκριτη αγάπη. Τώρα παρατηρείται χλιαρότης, εκκοσμίκευση, ψυχρότητα. Πώς θα γίνει δημόσια εξομολόγηση χωρίς παρατράγουδα;
Ωστόσο, η μεταξύ μας αναφορά όσων μας πλήγωσαν και μας στενοχώρησαν, βοηθά στο να βγει προς τα έξω το παράπτωμα, να ελευθερωθούμε, να θεραπευτούμε, να αναπαυτούμε. Είναι σημαντικό να λέμε στον άλλο ό,τι μας πλήγωσε από τη συμπεριφορά του.
Η εξομολόγηση στον ιερέα έχει την έννοια της εξομολόγησης στην Εκκλησία- την πνευματική μας οικογένεια, της οποίας προΐσταται ο ιερέας ως πνευματικός πατέρας. Έτσι ο άνθρωπος δεν ενεργεί ατομικά- εγωκεντρικά, αλλά πορεύεται δια και με την Εκκλησία, η οποία και σώζει, δηλαδή ολοκληρώνει τον άνθρωπο.

π. Ανδρέας Αγαθοκλέους

Σάββατο 17 Ιουνίου 2017

Αλαζονεία και πατερική σκέψη

"Υπάρχει και κάτι χειρότερο απ’ την αμαρτία. Είναι η αλαζονεία της αρετής." λέει ο Άγιος Αυγουστίνος, δείχνοντας μια άλλη αλαζονεία, αυτή των πιστευόντων ότι είναι κάτι το ξεχωριστό, ακόμη και μέσα στο ίδιο το σώμα της Εκκλησίας, αναδεικνύοντας μορφές ευσεβισμού και δοκησισοφίας με προσωπείο τελώνου της γνωστής παραβολής. Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης φέρνει στη επιφάνεια τη σχέση αλαζονείας και οργής, συνιστώντας: “Αν βρεις τρόπο να αποβάλεις την υπερηφάνεια από τον χαρακτήρα σου, τότε δεν βρίσκει τρόπο ν’ αναπτυχθεί μέσα σου και το πάθος του θυμού”.
Ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός αντιπαραβάλει τον αλαζόνα με την εικόνα του εξωτερικού ενός τάφου: "Βέλτιον καλόν όντα, νομίζεσθαι κακόν, ή κάκιστον, δόξαν έχοντα (να φαντάζεται) αγαθού. Ως τάφος πλαστός τοις ανθρώποις φαινόμενος, και υπάρχων, όστις σεσηπόσι νεκροίς έσωθεν υπερόζων, έξωθεν λάμπει ασβέστω και ζωγραφίαις τερπναίς".
Ο αλαζών μένει χωρίς στήριγμα, κατά τον Άγιο Ισσάκ το Σύρο: "Η υπερηφάνεια διώχνει τον φύλακα Άγγελό μας, ενώ η προσευχή και η ταπείνωση τον κρατά κοντά μας βοηθό και φύλακά μας". Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός συγκρίνει τον αλαζόνα με τον Αδάμ, που από αλαζονεία, "του γίνεσθαι ίσα Θεώ", εξέπεσε του Παραδείσου: “Αδάμ ποτε τον προπάτορα ο εχθρός παρασκευάσας ισοθεϊαν φαντασθήναι, εξήνεγκε παραδείσου και μέχρις άδου πυθμένων κατήγαγε.” Ο αδάμας της ερήμου Άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης πιστεύει ότι η αλαζονεία φύεται στη λησμοσύνη των αμαρτημάτων του ανθρώπου:
“Την λησμονιά των αμαρτημάτων την προκαλεί η υπερηφάνεια, διότι η ενθύμησή τους προξενεί ταπεινοφροσύνη”, ενώ τη θεωρεί αίτιο απουσίας των αρετών: “Όπως το σκοτάδι είναι ξένο από το φως, το ίδιο ξένος είναι και ο υπερήφανος από κάθε αρετή”, και μητέρα όλων των μεγάλων παθών: “Η υπερηφάνεια είναι άρνηση του Θεού, εφεύρεση των δαιμόνων, μητέρα της κατάκρισης, απόγονος των επαίνων, απόδειξη ακαρπίας, φυγάδευση της βοήθειας του Θεού, πρόδρομος της παραφροσύνης, πρόξενος πτώσεων, πηγή θυμού, θύρα της υποκρισίας, στήριγμα των δαιμόνων, φύλακας των αμαρτημάτων, δημιουργός της ασπλαχνίας, πικρός κριτής, απάνθρωπος δικαστής και ρίζα της βλασφημίας”. Ο ίδιος ο ερημίτης θεραπεία της αλαζονείας βλέπει μόνο από τον ίδιο το Θεό: “Τους ακόλαστους μπορούν να τους γιατρέψουν οι άνθρωποι, τους πονηρούς οι άγγελοι και τους υπερήφανους μόνο ο Θεός”.
Ο κορυφαίος Πατέρας της Εκκλησίας Ιωάννης ο Χρυσόστομος εξηγεί γιατί ο αλαζών απομακρύνεται από το Θεό: "Όταν είμαστε κυριευμένοι από το πάθος της υπερηφανείας, είτε παρθενία, είτε νηστεία, είτε ελεημοσύνες, είτε ο,τιδήποτε άλλο κι αν κάνουμε, όλη η ζωή μας γίνεται ακάθαρτη. Διότι ακάθαρτος παρά Θεώ πας υψηλοκάρδιος". Ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος συμβουλεύει: "Ταπείνωσον τον λογισμόν της υπερηφανείας, πριν η υπερηφάνια σε ταπεινώση". Ο Άγιος Ησύχιος ο Πρεσβύτερος αποκαλεί μητέρα της αλαζονείας τη φιλαυτία: "Παιδιά της φιλαυτίας είναι: οι έπαινοι στην καρδιά, η αυταρέσκεια, η λαιμαργία, η πορνεία, η κενοδοξία, ο φθόνος και το κορύφωμα όλων των κακών, η υπερηφάνεια." Σαν κατακλείδα της πατερικής σκέψης ας ακούσουμε τα λόγια ενός σύγρονου Πατέρα, του Σωφρόνιου του Έσσεξ: "Ρίζα όλων των κακών είναι η υπερηφάνεια."

Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017

Η εξομολόγηση γίνεται σωστά όταν έχει τα εξής χαρακτηριστικά

Είναι έγκαιρη, χωρίς αναβολές κι ολέθριες καθυστερήσεις. Όπως και στις σωματικές αρρώστιες, με το πρώτο σύμπτωμα τρέχουμε αμέσως στο γιατρό, έτσι και με τις αμαρτίες, δεν πρέπει να τις αφήνουμε να γίνονται «χρόνιες παθήσεις».
Είναι απλή και σύντομη, χωρίς άκαιρα λόγια και περιττές διηγήσεις, αλλά μονάχα αυτά που απαιτούνται.
Είναι ταπεινή, χωρίς καυχησιολογίες και επίδειξη «αρετών», αλλά με το συναίσθημα της αμαρτωλότητάς μας. Δεν ρίχνουμε τα βάρη σε άλλους παρά μονάχα στον εαυτό μας. Δεν εξομολογούμαστε για λογαριασμό άλλων, αλλά για τον εαυτό μας.
Είναι ειλικρινής, χωρίς ψέματα και δικαιολογίες. Δεν λέμε ούτε λιγότερα απ’ όσα κάναμε, ούτε περισσότερα, αλλά μόνο όσα γνωρίζουμε και μας ελέγχει η συνείδησή μας. Δεν κρύβουμε τίποτα απ’ όσα θυμόμαστε, ούτε κρατάμε μερικά για να πούμε σε άλλον πνευματικό.
Είναι θερμή και γεμάτη συντριβή. Βγαίνει από καρδιά που θρηνεί για την πτώση και θλίβεται γιατί ανέτρεψε το θέλημα του Θεού με την παρακοή της. Και τόσο βαθύτερη γίνεται η συντριβή, όσο σκεφτόμαστε ότι η αμαρτία σημαίνει ανταρσία εναντίον του Θεού.
Είναι αποφασιστική και γεμάτη σταθερό μίσος κατά της αμαρτίας. Ένα μίσος που εκδηλώνεται με την σταθερή αποφυγή των αφορμών της Αμαρτίας και των φανερών πλέον παγίδων της.
Είναι άνευ όρων παράδοση στην θεραπευτική φροντίδα του ιατρού - πνευματικού, που εκδηλώνεται με την προθυμία τηρήσεως του «κανόνα» που τυχόν επιβάλλει. Χωρίς αυτά τα χαρακτηριστικά η εξομολόγηση μένει άκαρπη κι ανενέργητη. Κι έτσι αχρηστεύουμε ένα απ’ τα μεγαλύτερα δώρα της αγάπης και του ελέους του Θεού.

Πέμπτη 8 Ιουνίου 2017

Η κατάθλιψη μας είναι η αξόδευτη αγάπη μας

Είναι κάτι καρδιές που έχουνε τόση αξόδευτη αγάπη και δεν ξέρουνε πώς να την ξοδέψουν και γι’αυτό βασανίζονται. Βασανίζονται όχι γιατί αγαπούν, αλλά γιατί αγαπούν πολύ κι όμως φοβούνται να το εκφράσουν, να το δείξουν.
Μην φοβάσαι μη παρεξηγηθείς, μην φοβάσαι εάν φέρεις τους άλλους σε «δύσκολη θέση». Συνήθως η αγάπη κάνει τους ανθρώπους να νιώθουν άβολα, γιατί μάθανε να μένουνε στους τύπους και στον καθωσπρεπισμό· μια γνήσια αγκαλιά και ένα φιλί συνήθως ξαφνιάζει τους ανθρώπους που συνθηκολόγησαν με τις τυπικές χειραψίες και τα αδιάφορα νεύματα «ενδιαφέροντος».
Ξόδεψε λοιπόν την αγάπη σου δείχνοντάς την.
Ξόδεξέ την γιατί αλλιώς μπορεί να γίνει ιδιοτροπία, απομόνωση, σκληρότητα ακόμα και κατάθλιψη.
Όπως πολύ σωστά είπε ένας πάτερ: «Η κατάθλιψη μας είναι η αξόδευτη αγάπη μας»

π. Παύλος Παπαδόπουλος

Κυριακή 4 Ιουνίου 2017

Η Πεντηκοστή

Ο Ιησούς Χριστός μετά την Ανάστασή του, για σαράντα μέρες εμφανιζόταν στους μαθητές του για να τους ενθαρρύνει και να πειστούν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι είναι ο ίδιος ο Κύριος και Διδάσκαλός τους, ο οποίος έπαθε, τάθηκε και αναστήθηκε.  Η προτροπή του αναστημένου Κυρίου προς τους μαθητές του ήταν: «από Ιεροσολύμων μη χωρίζεσθαι», να παραμείνουν δηλαδή στην Αγία Πόλη και εκεί να περιμένουν «την επαγγελία του Πατρός» (Πραξ. 1,4).  Αυτή την υπόσχεση ο Ιησούς Χριστός την επανέλαβε και λίγο πριν την Ανάληψή του: «και ιδού εγώ αποστέλλω την επαγγελίαν του πατρός μου εφ΄ υμάς• υμείς δε καθίσατε εν τη πόλει Ιερουσαλήμ έως ου ενδύσησθε δύναμιν εξ΄ ύψους» (Λουκ.24,49).
Η επαγγελία αυτή του Ιησού Χριστού πραγματοποιήθηκε πενήντα ημέρες μετά την Ανάσταση και δέκα ημέρες μετά από την Ανάληψή Του στους ουρανούς. Έτσι, την ημέρα αυτή εορτάζουμε την εορτή της Πεντηκοστής, κατά την οποία τιμούμε την Αγία Τριάδα, ενώ την επόμενη ημέρα τιμούμε ξεχωριστά το Άγιο Πνεύμα. Η εορτή, λοιπόν, της Πεντηκοστής, εορτή της Αγίας Τριάδος, είναι η τελευταία επι γης πράξη της θείας Οικονομίας και η τελευταία εορτή του κύκλου του Πεντηκοσταρίου. Σημειώνεται χαρακτηριστικά στην υμνογραφία της ημέρας: «Την μεθέορτον πιστοί και τελευταίαν εορτήν εορτάσωμεν φαιδρώς, αύτη εστί Πεντηκοστή, επαγγελίας συμπλήρωσις και προθεσμία…» (Κάθισμα όρθρου εορτής).
Οι Απόστολοι υπακούοντας στην προτροπή του Κυρίου, παρέμεναν στα Ιεροσόλυμα και περίμεναν την εκπλήρωση της υπόσχεσής Του, η οποία πραγματοποιείται κατά την ημέρα της ιουδαϊκής Πεντηκοστής.  Η Πεντηκοστή μια από τις τρεις μεγαλύτερες εορτές των Ιουδαίων, ήταν η εορτή της ευχαριστίας και των απαρχών, δηλαδή της προσφοράς στο Θεό από τους νέους καρπούς. Εορταζόταν πενήντα μέρες από το ιουδαϊκό Πάσχα και αποτελούσε την ανάμνηση της σύναψης της διαθήκης ανάμεσα στο Θεό και τον Ισραήλ στο Σινά. Η παράδοση των Ιουδαίων αναφέρει ότι ο νόμος δόθηκε πενήντα μέρες μετά την αναχώρησή τους από την Αίγυπτο.  Έτσι πενήντα μέρες μετά την έξοδο των Ισραηλιτών από τη δουλεία της Αιγύπτου δόθηκε ο νόμος και πενήντα μέρες μετά την Ανάσταση του Κυρίου πραγματοποιείται η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος.
Την ημέρα αυτή λοιπόν όλοι οι Απόστολοι βρίσκονταν συγκεντρωμένοι «ομοθυμαδόν επί το αυτό». Βρίσκονταν δηλαδή συγκεντρωμένοι με ενότητα και ομοψυχία για την κοινή προσευχή στο υπερώο, όπου άλλοτε πραγματοποιήθηκε και ο Μυστικός Δείπνος.  Ξαφνικά και απροσδόκητα ακούστηκε από τον ουρανό μια φοβερή βοή, που έμοιαζε με δυνατό άνεμο και γέμισε όλο το σπίτι, στο οποίο διέμεναν οι μαθητές.  Η αίσθηση αυτή καταδεικνύει τον υπερφυσικό χαρακτήρα του φαινομένου.  Η παρομοίωση του ήχου με την πνοή δηλώνει την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, όπως και ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός το σημειώνει στο διάλογό του με το Νικόδημο: «το πνεύμα όπου θέλει πνεί, και την φωνήν αυτού ακούεις, αλλ΄ ουκ οίδας πόθεν έρχεται και που υπάγει…» (Ιωαν. 3,8).  Η οικία γεμάτη από την πνοή του Αγίου Πνεύματος «καθάπερ κολυμβήθρα γέγονεν ύδατος», όπως λεει χαρακτηριστικά ο ιερός Χρυσόστομος.  Γίνεται η κολυμβήθρα, ώστε να πραγματοποιηθεί η βάπτιση των μαθητών «εν Πνεύματι», όπως τους το υποσχέθηκε ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός: «υμείς δε βαπτισθήσεσθε εν Πνεύματι Αγίω ου μετά πολλάς ταύτας ημέρας» (Πραξ.1,5).
Μετά τη βοή εμφανίζονται οι πύρινες γλώσσες, οι οποίες κάθονται σε κάθε Απόστολο χωριστά.  Η φωτιά συμβολίζει το Άγιο Πνεύμα, ενώ η διανομή των πυρίνων γλωσσών δηλώνει τη δωρεά, τον πλούτο και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος.  Η επιλογή του χαρακτηρισμού «πύρινες γλώσσες» λαμβάνει και μια άλλη διάσταση που αφορά στο κήρυγμα των Αποστόλων.  Οι Απόστολοι δέχονται ο καθένας χωριστά τη δωρεά και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος με τη μορφή των «πυρίνων γλωσσών», γιατί με τη σωματική τους γλώσσα επρόκειτο να κηρύξουν και να διαδώσουν σε όλο τον κόσμο το μήνυμα του ευαγγελίου.  Εξάλλου η χρήση του όρου «πυρ» συναντάται πολύ συχνά στην Αγία Γραφή και δηλώνει την παρουσία και ενέργεια του Θεού.  Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της «φλεγομένης» και μη «καιομένης» βάτου, την οποία αντίκρισε ο Μωυσής, ανεβαίνοντας στο όρος Σινά.
Οι μαθητές του Ιησού Χριστού έλαβαν για πρώτη φορά το Άγιο Πνεύμα, όταν συνάντησαν τον αναστημένο Διδάσκαλο: «και τούτο ειπών ενεφύσησε και λέγει αυτοίς, λάβετε Πνεύμα Άγιον, αν τινών αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς, αν τινών κρατήτε κεκράτηνται» (Ιωαν.20,22-23).  Ωστόσο η μετοχή αυτή αποτελούσε την πρόγευση της επιφοίτησης του Αγίου Πνεύματος, που επρόκειτο να γίνει κατά την ημέρα της Πεντηκοστής.  Οι μαθητές λοιπόν κατά την Πεντηκοστή «επλήσθησαν Πνεύματος Αγίου», δέχτηκαν άφθονη την έκχυση του Αγίου Πνεύματος, το ίδιο το Άγιο Πνεύμα ενοικεί σ΄ αυτούς και λαμβάνουν όλο τον πλούτο των χαρισμάτων.  Αυτή η πλημμύρα της χάρης του Αγίου Πνεύματος γίνεται αμέσως εμφανής αφού «ήρξαντο λαλείν ετέραις γλώσσαις», άρχισαν δηλαδή να μιλούν ξένες γλώσσες, τι οποίες μέχρι τότε δεν γνώριζαν.  Έτσι εκπληρώνεται ακόμα μια υπόσχεση του Ιησού Χριστού προς αυτούς λίγο πριν την Ανάληψή Του «γλώσσαις λαλήσουσι καιναίς» (Μαρκ. 16,17).  Η γλωσσολαλιά ήταν ένα υπερφυσικό γεγονός και αποτελούσε χάρισμα του Αγίου Πνεύματος.  Το Άγιο Πνεύμα είναι εκείνο που δίνει στους Αποστόλους την ικανότητα να χρησιμοποιούν ξένες γλώσσες, που ποτέ δεν είχαν μάθει «καθώς το Πνεύμα εδίδου αυτοίς αποφθέγγεσθαι».  Εξάλλου με το χάρισμα αυτό γίνεται μία αποκατάσταση της ενότητας του κόσμου, η οποία είχε διασπαστεί κατά την κατασκευή του πύργου της Βαβέλ με τη σύγχυση των γλωσσών (Γεν. 11,1-9).  Τότε η ποικιλία των γλωσσών υπήρξε αιτία διαμάχης και χωρισμού, τώρα το χάρισμα της γλωσσολαλιάς γίνεται πηγή ενότητας, ενώ ταυτόχρονα δίδει την οικουμενική διάσταση του κηρύγματος των Αποστόλων και του έργου της Εκκλησίας γενικότερα.  Άλλωστε αυτό ψάλλουμε και στο κοντάκιο της ημέρας: «ότε καταβάς τάς γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν έθνη ο Ύψιστος· ότε του πυρός τας γλώσσας διένειμεν, εις ενότητα πάντας εκάλεσε, και συμφώνως δοξάζομεν το πανάγιον Πνεύμα».
Η εορτή της ιουδαϊκής Πεντηκοστής προσείλκυε στα Ιεροσόλυμα πλήθη Ιουδαίων από όλα τα μέρη του κόσμου, που συγκεντρώνονταν στην Αγία Πόλη για να προσκυνήσουν.  Κατά την ημέρα της επιφοίτησης, λοιπόν, του Αγίου Πνεύματος ο ήχος που προερχόταν από τον ουρανό, φαίνεται ότι δεν ακούστηκε μόνο εντός της οικίας, στην οποία βρίσκονταν οι μαθητές, αλλά και εκτός αυτής.  Το γεγονός αυτό προξενεί απορία στα πλήθη και έτσι πολλοί άνθρωποι συγκεντρώνονται έξω από το υπερώο, όπου με έκπληξη ακούν τους Αποστόλους να μιλούν στη δική τους ο καθένας γλώσσα.  Η έκπληξή τους μετατρέπεται σε θαυμασμό και απορία γιατί οι ασήμαντοι ψαράδες της Γαλιλαίας, χωρίς κάποια ιδιαίτερη παιδεία, μπορούν να μιλούν σε διάφορες γλώσσες.  Το συγκεντρωμένο πλήθος ακούει τους Αποστόλους να διαλαλούν τα «μεγαλεία του Θεού», τα θαυμαστά δηλαδή γεγονότα της θείας Οικονομίας στη μητρική τους γλώσσα.  Η ενανθρώπηση του Υιού του Θεού, το Πάθος, ο Σταυρός, η ένδοξη Ανάσταση, η Ανάληψη και η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, αποτελούσαν τα μεγάλα γεγονότα της θείας Οικονομίας, τα οποία οι Απόστολοι διακήρυτταν στους Ιουδαίους, φωτισμένοι και εμπνεόμενοι από το Άγιο Πνεύμα που προ ολίγου είχαν λάβει.
Βέβαια το Άγιο Πνεύμα ήταν πάντοτε παρόν, μαζί με τα άλλα δύο Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος.  Το Άγιο Πνεύμα ήταν παρόν κατά τη δημιουργία του κόσμου και σε όλα τα μετέπειτα γεγονότα της θείας Οικονομίας. «Και πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος» (Γεν.2,1), το Άγιο Πνεύμα δηλαδή κατά τη δημιουργία επιφερόταν πάνω στα ασχημάτιστα νερά.  Η ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού έγινε με τη συνέργεια του Αγίου Πνεύματος: «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι» (Λουκ.1:35), είναι το μήνυμα του αρχαγγέλου Γαβριήλ προ την Θεοτόκο. «Το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου» (Ματθ.1,20) διαβεβαιώνει αργότερα ο άγγελος Κυρίου τον Ιωσήφ.  Το Άγιο Πνεύμα, παρίσταται στη Βάπτιση του Κυρίου για να επιβεβαιώσει τη μεσσιανική Του ιδιότητα (Ματθ.3, 16-17) και κατόπιν θα γίνει ο συνεχιστής του έργου Του: «όταν έλθη εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωαν.16,13).
Από την ημέρα της Πεντηκοστής και εξής η παρουσία του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία είναι διαρκής και ακατάλυτη.  Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Κυρίου και ο ίδιος η κεφαλή αυτού του Σώματος, ενώ το Άγιο Πνεύμα είναι εκείνο που εμψυχώνει, ενδυναμώνει και καθοδηγεί αυτό το Σώμα.  Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους, με «διαιρέσεις χαρισμάτων», με «διαιρέσεις διακονιών», με «διαιρέσεις ενεργημάτων» (Α’Κορ.12,4-6).  Οι καρποί του Αγίου Πνεύματος είναι η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη, η μακροθυμία, η καλοσύνη, η αγαθότητα, η πίστη, η πραότητα, η εγκράτεια (Γαλ.5,22-23).  Κάθε αγαθό και δωρεά που δίνεται στους ανθρώπους είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος.  Το Άγιο Πνεύμα μοιράζει χαρίσματα στους πιστούς και έτσι σε άλλον «δίδοται λόγος σοφίας, άλλω δε λόγος γνώσεως κατά το αυτό Πνεύμα, ετέρω δε πίστις εν τω αυτώ Πνεύματι, άλλω δε χαρίσματα ιαμάτων εν τω αυτώ Πνεύματι, άλλω δε ενεργήματα δυνάμεων, άλλω δε προφητεία, άλλω δε διακρίσεις πνευμάτων, ετέρω δε γένη γλωσσών, άλλω δε ερμηνεία γλωσσών. Πάντα δε ταύτα ενεργεί το εν και το αυτό Πνεύμα, διαιρούν ιδία εκάστω καθώς βούλεται» (Α’Κορ.12,8-11).  Σε ότι αφορά την οργάνωση και διοίκηση της Εκκλησίας το «Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους ποιμαίνειν την Εκκλησίαν του Κυρίου και Θεού, ην περιποιήσατο δια του ιδίου αίματος» (Πραξ.20:28). Επιπλέον «έδωκε τους μεν αποστόλους, τους δε προφήτας, τους δε ευαγγελιστάς, τους δε ποιμένας και διδασκάλους, προς καταρτισμόν των αγίων εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού» (Εφ. 4:11-12).  Η κάθε διακονία μέσα στην Εκκλησία είναι έργο του Αγίου Πνεύματος.
Όπως ψάλλουμε και στη σχετική υμνογραφία της ημέρας, το Άγιο Πνεύμα «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας».  Το Άγιο Πνεύμα φώτισε τους Αποστόλους στο έργο της διάδοσης του ευαγγελίου, ενδυνάμωσε τους μάρτυρες, καθοδήγησε τους επισκόπους στην ερμηνεία των Γραφών και στην ορθή διατύπωση των δογμάτων, φώτισε τους όσιους και ασκητές.  Το Άγιο Πνεύμα ενεργεί τη χάρη των μυστηρίων της Εκκλησίας, αναδεικνύει τους ποιμένες της και χαρίζει τις άκτιστες ενέργειές του, ώστε όλοι οι άνθρωποι να γίνουν μέτοχοι της σωτηρίας.  Το Άγιο Πνεύμα δεν ενοικεί μόνο στο σώμα της Εκκλησίας, αλλά και σε κάθε πιστό χωριστά.  Όλοι κατά την ώρα του βαπτίσματος και της χρίσης με άγιο Μύρο, λαμβάνουμε τη σφραγίδα της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος.  Όπως λέγει χαρακτηριστικά ο απόστολος Παύλος «ναός Θεού εστέ και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν» (Α΄Κορ.3,16).  Αν κάποιος δεν έχει μέσα του το Άγιο Πνεύμα, αυτός δεν ανήκει στο σώμα της Εκκλησίας (Ρωμ.8,9).  
Το Άγιο Πνεύμα θα παραμένει μέσα στην Εκκλησία «εις τον αιώνα», όπως ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός το υποσχέθηκε στους μαθητές του: «και εγώ ερωτήσω τον πατέρα και άλλον παράκλητον δώσει υμίν, ίνα μείνη μεθ΄ υμών εις τον αιώνα» (Ιωαν.14,16).  Το Άγιο Πνεύμα είναι κατά τα λόγια της θείας λειτουργίας «το της αληθείας Πνεύμα, το της υιοθεσίας χάρισμα, ο αραβών της μελλούσης κληρονομίας, η απαρχή των αιωνίων αγαθών, η ζωοποιός δύναμις, η πηγή του αγιασμού».  Ό,τι γίνεται μέσα στην Εκκλησία, γίνεται με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.  «Το Άγιο Πνεύμα, που εκπορεύεται από τον Πατέρα και πέμπεται στον κόσμο από τον Υιό, σαν η ψυχή στον άνθρωπο, είναι η ψυχή και η ζωή της Εκκλησίας, η πηγή της αγιωσύνης, η παρουσία του Θεού μέσα στην Εκκλησία κι απάνω από τον κόσμο…» (Μητρ. Κοζάνης Διονυσίου Ψαριανού «Ο Λόγος του Θεού» Τομ. Β΄σελ.640).  Ο ύμνος της Πεντηκοστής, που είναι η προσευχή προς το Άγιο Πνεύμα και με αυτόν αρχίζει κάθε ιερή ακολουθία περικλείει όλο το νόημα, τη σημασία και τη σωστική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μέσα στο σώμα της Εκκλησίας: «Βασιλεύ ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών ο θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός• ελθέ και σκήνωσον εν ημίν και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος και σώσον αγαθέ τας ψυχάς ημών».

Αμήν.

Αρχιμανδρίτη Αυγουστίνου Κκαρά

Σάββατο 3 Ιουνίου 2017

Ψυχοσάββατο Πεντηκοστής

Μία ακόμη ευκαιρία μας προσφέρει η αγία μας Εκκλησία, να θυμηθούμε και να τιμήσουμε τους νεκρούς μας, τόσο τα πρόσωπα που υπήρξαν προσφιλή για μας κατά τη διάρκεια του βίου τους, όσο και το σύνολο των μελών της που κοινωνούμε μαζί τους μέσα από την αγάπη του Θεού και τη χάρη των μυστηρίων, υπερβαίνοντας το φθαρτό χρόνο του αιώνος τούτου. Με τη μέριμνα αυτή επιβεβαιώνεται, με άλλα λόγια, η ενότητα της θριαμβεύουσας και της στρατευόμενης Εκκλησίας, η κοινή πορεία προς τη Βασιλεία του Θεού, η αλληλεγγύη του Σώματος του Χριστού που υπερβαίνει τόπους, καιρούς, ακόμη και τη βιολογική διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης.Βέβαια, είναι αλήθεια ότι μέσα στη ζωή της Εκκλησίας έχουμε τη δυνατότητα να τιμάμε τους κεκοιμημένους αδελφούς και πατέρες μας μέσα από πολλές ευκαιρίες. Από την καθημερινή προσευχή μας, τις ειδικές Ακολουθίες (τρισάγια, μνημόσυνα κ.λπ.), ή και κάθε Σάββατο, που είναι ημέρα αφιερωμένη στη μνήμη τους. Πέραν αυτών, ωστόσο, δύο Σάββατα του έτους, αυτό της Απόκρεω και το σημερινό της Πεντηκοστής, αφιερώνονται ειδικά στη μακάρια ανάπαυση των αποδημησάντων αδελφών μας.
Ειδικότερα στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις «μνείαν ποιούμεθα» των αδελφών που εγκατέλειψαν τον παρόντα βίο σε συνθήκες εμπερίστατες, οπότε δεν έτυχαν των συνήθων καθορισμένων εκκλησιαστικών τελετών: όσων δηλαδή ξεψύχησαν κατά τη διάρκεια πολέμων, ταξιδιών, σε μακρινούς και απόμερους τόπους, σε βρεφική ηλικία, σε δυστυχήματα ή ακόμα και όσοι λόγω φτώχειας και ένδειας δεν αξιώθηκαν της εξοδίου Ακολουθίας και των υπόλοιπων της Εκκλησίας ευχών.
Την παραμονή, λοιπόν, της  μεγάλης γιορτής της φανέρωσης της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο, της Πεντηκοστής, δεν λησμονούμε τους προαπελθόντες αδελφούς μας και διατρανώνουμε την Οικουμενικότητα και την Καθολικότητα της Μίας και Αδιαίρετης Κοινωνίας του εκκλησιαστικού σώματος. Οι προσευχές των ζωντανών ενώνονται εν Χριστώ με αυτές των κεκοιμημένων στην ευχαριστιακή κοινωνία και δίνουν την ευκαιρία στον Φιλεύσπλαχνο Πατέρα να προσφέρει τη συγχώρεση, όπως διδάσκει η εκκλησιαστική μας Παράδοση.
Δεόμενοι για τους αδελφούς που δεν ζουν πλέον μαζί μας, εκφράζουμε την αγάπη μας γι’ αυτούς και έχουμε έτσι τη δυνατότητα να απαλύνουμε τη θλίψη μας και να έλθουμε σε κοινωνία μαζί τους διατηρούμενοι όλοι στην αιώνια μνήμη και αγάπη του Θεού. Παράλληλα, προτρεπόμαστε να επιδοθούμε σε έργα ευποιΐας και αγάπης, προς όφελος αυτών που εξεδήμησαν αλλά και ημών των ιδίων.

Δρ. Πέτρος Παναγιωτόπουλος

Πηγή: http://www.pemptousia.gr

Πέμπτη 1 Ιουνίου 2017

Μη ζητάς να λες πολλά στην προσευχή σου, για να μη διασκορπισθεί ο νους σου, αναζητώντας λόγια...

Εμείς σαν ατελείς, εκτός από την ποιότητα, έχουμε ανάγκη και από την ποσότητα της προσευχής. Το δεύτερο άλλωστε είναι πρόξενος του πρώτου. Ο Θεός – λέγει η Γραφή – δίνει προσευχή καθαρή σ’ εκείνον που προσεύχεται, έστω και ρυπαρά, αλλά χωρίς να υπολογίζει κόπο και πόνο (πρβλ. Α΄ Βασ. β΄9).
Δεν αναιρεί τον εαυτό του ο όσιος. Γιατί ο ίδιος λέει κάπου αλλού «μη ζητάς να λες πολλά στην προσευχή σου, για να μη διασκορπισθεί ο νους σου, αναζητώντας λόγια... Η πολυλογία στην προσευχή πολλές φορές δημιούργησε στον νου φαντασίες και διάχυση, ενώ αντιθέτως η μονολογία συγκεντρώνει τον νου». Και δεν τον αναιρεί, γιατί κάνει τη διάκριση μεταξύ των αρχαρίων, όλων ημών δηλαδή που είμαστε στις απαρχές της πνευματικής ζωής, και των προχωρημένων και τελείων. Για τους τελείους, για εκείνους που πράγματι έχουν αφιερώσει πλήρως και ολοκληρωτικώς τον εαυτό τους στον Θεό, τα πολλά λόγια… βλάπτουν: τους φέρνουν φαντασίες και διάχυση· εκείνο που έχουν ανάγκη είναι η μονολόγιστη κυρίως ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», γιατί έχουν ουσιαστικά ανακραθεί με τον Θεό, έχουν γίνει ένα μαζί Του, συνεπώς ολόκληρη η ζωή τους είναι μία προσευχή. Δηλαδή έχουν φτάσει στο σημείο να μη λένε προσευχές, αλλά να έχουν γίνει οι ίδιοι προσευχή – και η αναπνοή τους και το βλέμμα τους και η στάση τους όλη φανερώνουν Ουρανό…
Για εμάς όμως τους αρχαρίους και ατελείς ισχύουν άλλα μέτρα και άλλα σταθμά: είμαστε προσανατολισμένοι προς την κορυφή, αλλά βλέπουμε ότι πατάμε ακόμη πολλή… γη κι έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας! Σαν την καλόγρια εκείνη που μνημόνευε ο άγιος Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, η οποία σαν σε όραμα έβλεπε μεν τους αγίους στην κορυφή ενός βουνού, αλλά όταν θέλησε να τους φτάσει, πιστεύοντας ότι είναι σχεδόν δίπλα της, είδε ότι ο δρόμος της είναι μέσα σε αγκάθια και τριβόλια! Κι έπρεπε να «φτύσει αίμα» κατά τη λαϊκή έκφραση, για να μπορέσει λίγο να προχωρήσει και να ανέβει. Λοιπόν, λέει ο όσιος ότι για εμάς είναι απαραίτητη και η ποσότητα: να επιμένουμε σε πολλές προσευχές και να κοπιάζουμε σ’ αυτές, ξέροντας ότι πολύ συχνά το μυαλό μας θα ξεφύγει. Κι όταν θα έχουμε προχωρήσει με τον τρόπο αυτόν, τότε θα δούμε ότι η ποιότητα θα γίνει και η δική μας αναζήτηση: τα πέντε λόγια που λέει και ο απόστολος (Α΄ Κορ. 14, 19), που θα’ ναι όμως ικανά να ανάψουν το πυρ του Θεού στην ψυχή μας.
Είναι λοιπόν μονόδρομος η ορθή ένταξή μας στην εκκλησιαστική ζωή. Το να προσεύχεσαι κατά τον τρόπο της Εκκλησίας σημαίνει ότι προσεύχεσαι με εκείνην την ποσότητα που σε εκβάλλει στην ποιότητα!

Πηγή: http://pgdorbas.blogspot.gr

Τρίτη 30 Μαΐου 2017

Η προσευχή του πιστού και η λεγόμενη «προσευχή του Ιησού»

Τα είδη και οι τρόποι της προσευχής ποικίλουν. Προσευχή γίνεται στις ακολουθίες της Εκκλησίας μας και στη μυστηριακή της ζωή. Υπάρχει βεβαίως και η κατά μόνας προσευχή του πιστού και η λεγόμενη «προσευχή του Ιησού». Στην τελευταία θα σταθούμε λίγο, γιατί συχνά παραθεωρείται ως έργο μόνο των μοναχών. Η αξία της μονολογίστου ευχής «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με» έχει ανυπολόγιστη αξία, γιατί μέσα σε λίγες λέξεις συνδέεται η ομολογία του Θεανθρώπου με την ομολογία της ανάγκης μας για το έλεός Του σε μας. Γνωρίζουμε τη δύναμη του Χριστού, γνωρίζουμε τη δική μας ασθένεια και γι’ αυτό ριχνόμαστε στο πέλαγος της ευσπλαχνίας Του και της θείας πρόνοιάς Του. Ας προσπαθούμε να λέμε την ευχή όποτε μας δίνεται η ευκαιρία, άλλοτε ψιθυριστά, άλλοτε νοερά, άλλοτε φωνακτά, ως να έχουμε τον Κύριο ενώπιόν μας και τότε θα απολαύσουμε τους θησαυρούς της. Ο γέροντας Πορφύριος αναφέρει: Για μένα το «Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» τα λέει όλα!
Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να κάνουμε την προσευχή αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής μας, αφού όποιος θέλει να αγαπά το Θεό ξέρει να προσεύχεται.

Πρεσβυτέρου Ανδρέα Παπαμιχαήλ

Δευτέρα 29 Μαΐου 2017

Και θεις τα γόνατα συν πάσι τοις άλλοις προσηύξατο

Στο στίχο αυτό ο απόστολος και ευαγγελιστής Λουκάς μας περιγράφει τον απόστολο  Παύλο να γονατίζει και να προσεύχεται με τους πρεσβυτέρους, αφού πλέον έχει τελειώσει την αποχαιρετιστήρια ομιλία του προς αυτούς. Η προσευχή αυτή έρχεται να επισφραγίσει την ενότητά τους και την αδιάσειστη εμπιστοσύνη τους στην πρόνοια του Θεού. Αξίζει να σημειωθεί πως οι πρώτοι χριστιανοί είχαν τη συνήθεια να προσεύχονται γονατιστοί ως ένδειξη συντριβής έναντι του Κυρίου και επίσης να προσεύχονται θερμά προς τον Κύριο όταν θα χωρίζονταν μεταξύ τους για κάποιο ταξίδι.
Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός συχνά αποσυρόταν και προσευχόταν, θέλοντας εμπράκτως να μας διδάξει τη μεγάλη αξία της προσευχής στη ζωή μας. Χαρακτηριστική είναι η προσευχή του Κυρίου στο όρος των Ελαιών πριν από το θείο πάθος και η υπόμνησή Του προς τους μαθητές: «προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν». Κατά τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος η προσευχή είναι «συνουσία και ένωση του ανθρώπου με το Θεό, συμφιλίωση με το Θεό, γέφυρα που σώζει από τους πειρασμούς, τοίχος που μας προστατεύει από τις θλίψεις, συντριβή των πολέμων, έργο των αγγέλων, η μελλοντική ευφροσύνη, πηγή των αρετών, πρόξενος των χαρισμάτων, αποκάλυψη των μελλοντικών πραγμάτων». Η προσευχή είναι κοινό έργο των ανθρώπων και των αγγέλων και διαφοροποιεί τους πρώτους από τα άλογα ζώα. Όταν ο άνθρωπος δεν είναι περιτειχισμένος με την προσευχή, τότε εύκολα τον υποτάσσει ο διάβολος και τον κάνει δεκτικό κάθε αμαρτίας, όπως ο εχθρός εύκολα κυριεύει μια πόλη  που δεν έχει κανένα τοιχόκαστρο (πρβλ. Μαργαρίται Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Λόγος περί προσευχής). Η προσευχή συνοδεύει κάθε φάση και έκφανση της ζωής του χριστιανού: «Ο άνθρωπος του Χριστού όλα τα κάνει προσευχή. Και τη δυσκολία και τη θλίψη, τις κάνει προσευχή. Η προσευχή ωφελεί σε όλα, και στα πιο απλά...»

Πρεσβυτέρου Ανδρέα Παπαμιχαήλ

Κυριακή 28 Μαΐου 2017

Η «ενότητα», επιτακτικό ζητούμενο της εποχής μας

Το ζήτημα της ενότητας μεταξύ των ανθρώπων είναι από τα πλέον δύσκολα, αν αναλογιστούμε την παγκόσμια, αλλά και την προσωπική ιστορία του καθενός μας. Ιδιαίτερα στις μέρες μας, όπου η σύγχρονη βαβυλωνία της ατομοκεντρικότητας, της «πολυ-πολιτισμικότητας» και της «αλληλεγγύης» μεταξύ των λαών, σφυροκοπούν τα θεμέλια της κοινωνίας, διαβρώνοντας αντίστοιχα κάθε ευαισθησία προς τον πλησίον και κάθε δυνατότητα συμφωνίας στο πολιτισμικό και πνευματικό πεδίο για αντιμετώπιση των δυσκολιών που διέρχεται η πατρίδα μας. Το ότι η ενότητα προϋποθέτει την ταύτιση στα θέματα της πίστεως, το εκφράζει η Εκκλησία μας σε κάθε Θεία Λειτουργία, όταν λίγο πριν κοινωνήσουμε μας καλεί να ζητήσουμε από τον Χριστό «την ενότητα της πίστεως καί τήν κοινωνίαν του Αγίου Πνεύματος» και να εμπιστευτούμε σε Αυτόν «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν τήν ζωήν ημών».
Η κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό, εξασφαλίζει την γνησιότητα της ανθρώπινης ενότητας. Η γνήσια ενότητα υπάρχει επίσης με τη θεωρία του Θεού: «και εγώ την δόξα ην δέδωκας μοι δέδωκα αυτοίς ίνα ώσιν εν…θέλω όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ’ εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν…» (Ιω. ιζ΄ στ.22). Όλα αυτά δείχνουν ότι όταν οι άνθρωποι βιώνουν την δόξα της Αγίας Τριάδος στην ανθρώπινη φύση του Χριστού, όταν είναι συνδεδεμένοι με τον Χριστό, τότε είναι και μεταξύ τους ενωμένοι. Στην αρχιερατική προσευχή δεν γίνεται λόγος για μια εξωτερική ενότητα, που είναι αποτέλεσμα εξωτερικών προσπαθειών και γνωρισμάτων και που είναι προσδοκία του μέλλοντος, αλλά για ενότητα στο Σώμα του Χριστού, που δόθηκε την ημέρα της Πεντηκοστής και είναι πραγματικά παρούσα.

Διακόνου Επιφανίου Παπαντωνίου

Σάββατο 27 Μαΐου 2017

Εφανέρωσά σου το όνομα τοις ανθρώποις

Η γνώση και επίκληση του ονόματος του Θεού δεν είναι ένα εξωτερικό καθήκον ή μια θρησκευτική δοξασία. Είναι θεμελιώδης αλήθεια ύπαρξης και νοήματος ζωής που μας φανέρωσε ο Χριστός και πρέπει να εμπιστευόμαστε, επιζητώντας με πολλή ταπείνωση το έλεος του. Με τη συνεχή αυτή επίκληση μαστίζουμε τους εχθρούς μας τα παρακλάδια του διαβόλου δαίμονες, αγιαζόμαστε και σωζόμαστε. Ο λόγος του Χριστού επιμένει ν’ ανατρέπει τη λογική μας. Μας λέει ότι υψωνόμαστε κάθε φορά που θυσιαζόμαστε. Δοξαζόμαστε κάθε φορά που μαθαίνουμε να υπομένουμε πειρασμούς, συκοφαντίες, αδικίες. Καταξιωνόμαστε κάθε φορά που συγχωρούμε, κάθε φορά που σταυρώνουμε τον εαυτό μας και τα πάθη του.

Διακόνου Επιφανίου Παπαντωνίου

Άδεια αναδημοσίευσης:

Κάθε Αναδημοσίευση επιτρέπεται υπό τον όρο ότι θα γίνεται αναφορά προέλευσης του ληφθέντος περιεχομένου από τον παρόντα Ιστοτόπο με παραπομπή (link).