Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015

Η Ιστορία της Κρήτης Μέρος 2ο



Επιμέλεια κειμένου Ρίκη Ματαλλιωτάκη

«Εκεί ήσαν κάμποι με βουνά, και δάση και πηγάδια, δέντρα μ' ανθούς και με καρπούς και δροσερά λιβάδια, μετόχια με πολλούς βοσκούς κι αρίφνητα κουράδια...» -Βιτσέντζος Κορνάρος-

Διαβαστε το πρώτο μέρος ΕΔΩ η ΕΔΩ

Α΄Βυζαντινή περίοδος (330 – 824 μ.Χ.)

Οι ιστορικές συνθήκες διαρκώς αλλάζουν και όλα όσα είχαν δημιουργηθεί κατά τους αιώνες της Ρωμαϊκής κυριαρχίας δημιουργούν νέα ιστορικά δεδομένα.

Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία το 395 μ. Χ. χωρίζεται σε δύο κράτη, το Ανατολικό και Δυτικό, και το Δυτικό καταλαμβάνεται από διάφορους άλλους λαούς που έχουν κατέβει από τον Βορρά, ενώ η κατάληξη του Ανατολικού ήταν η εξέλιξη του σε Ελληνικό και η μετεξέλιξη του στην μετέπειτα Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Η Κρήτη, στην νέα αυτή τάξη πραγμάτων αποτέλεσε «θέμα» επαρχία δηλαδή της καινούργια αυτοκρατορίας, το θλιβερό όμως είναι πως οι ιστορικές γνώσεις για την περίοδο αυτή στο νησί είναι από ελάχιστες έως ανύπαρκτες.

Ο πληθυσμός της υπολογίζεται σε 25.000 κατοίκους περίπου κι αποτελείται αποκλειστικά από Έλληνες ορθόδοξους, με 21 επισκοπές και πάνω από 22 μεγάλες πόλεις.

Ο πληθυσμός αυτός λοιπόν με την ένταξη του στην Βυζαντινή αυτοκρατορία θα πρέπει να ευημερούσε καθώς υπήρχε ηρεμία τότε, χωρίς πειρατές, και κατά τους πρώτους τουλάχιστον αιώνες να ζούσε σε μακαριστή αφάνεια. Ωστόσο, μπορεί το νησί να μην βίωσε μεγάλες εχθρικές επιθέσεις, εν τούτοις βασανίστηκε από τις καταστροφικές συνέπειες πέντε ισχυρών σεισμών που το ισοπέδωσαν παντελώς ενώ συχνές επίσης ήταν και οι επιδημίες της πανώλης-πανούκλας όπως την λέει ο λαός- με σπουδαιότερη εκείνη του 854 που εξαπλώθηκε από την Αίγυπτο και θέρισε σχεδόν ολάκερο τον Μεσογειακό κόσμο.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

Η Ιστορία της Κρήτης Μέρος 1ο



Επιμέλεια κειμένου Ρίκη Ματαλλιωτάκη

«Εκεί  ήσαν κάμποι με βουνά, και δάση και πηγάδια, δέντρα μ' ανθούς και με καρπούς και δροσερά λιβάδια, μετόχια με πολλούς βοσκούς κι αρίφνητα κουράδια...»
Βιτσέντζος Κορνάρος

Πρόλογος
Λόγια με περίσσια ποιητική αιδώ -«τα περιγιάλια ελάμπασι κι η θάλασσα εκοιμάτο, γλυκύς σκοπός εις τα δεντρά κι εις τα νερά εγροικάτο, που ωστόσο δεν διαφέρουν διόλου απ' την πραγματικότητα- τα λόγια που περιγράφει τον τόπο της γέννησης του ο ποιητής του «Ερωτόκριτου»,  ένας από τους πιο περίτρανους ποιητές που ανάστησε η Κρήτη, και του οποίου το όνομα έχει απομείνει ολοζώντανο μετά από τόσους αιώνες παίρνοντας σχεδόν διαστάσεις θρύλου.
Άλλο γέννημα της πάλι, ο άνθρωπος που με το έργο του την έκαμε γνωστή και την δόξασε σ' ολόκληρο τον κόσμο, ο Νίκος Καζαντζάκης, μιλεί για τον τόπο του με δυο κουβέντες λιτές, όπως λιτή ήταν και η ζωή του- που ωστόσο κλείνουν μέσα τους την πεμπτουσία κάθε μεγαλύτερης που θα μπορούσε να ειπωθεί για την Κρήτη:
«Χαράς στα μάτια αδερφέ που θ' αξιωθούν στο πέλαγος να την δούνε!»
Ένας άλλος πάλι, σύγχρονος τούτη την φορά ποιητής, ο Κωστής Φραγκούλης, στολίζει το κεφάλι της κόρης του Αιγαίου με τα λόγια του « έχει τον ουρανό σκεπή, χάμαι στη γη θεμέλια, κολώνες τη ριζοβουνιά, τσι στεφανιές καμάρες, τσι πέτρες Άγια Τράπεζα στασίδια τα χαράκια...» που σημαίνει πως στα δικά του τα μάτια η Κρήτη είναι τόπος ιερός, εκκλησιά της φύσης λειτουργημένη, ναός που είχε την τύχη να δεχτεί όλες τις ευλογίες του σύμπαντος.
Είναι ωστόσο αλήθεια όλα όσα γράφουν γι' αυτήν οι άνθρωποι που γεννήθηκαν στο χώμα της κι ανάπνευσαν τον αέρα της, ή μήπως τα βλέπουν έτσι επειδή την κοιτούν με τα μάτια της καρδιάς, όπως ασφαλώς και κάθε άνθρωπος τον δικό του τον τόπο;
Μπορεί πράγματι να μιλά για ιδιαιτερότητα, να υπερηφανεύεται για πρωτιά, το νησί που τα χώματα του επέλεξε κάποτε να γεννηθεί ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων ο Δίας;
Ας το διαπιστώσει ο καθένας μόνος του διαβάζοντας την ιστορία της που υπάρχει γραμμένη  στους θρύλους και στις παραδόσεις της, στα όρη, στα φαράγγια και στις κοιλάδες της τις απροσκύνητες, και η οποία ξεκινά μετο χάραμα του κόσμου, τότε ακόμα που ο άνθρωπος  δεν είχε μολύβι και χαρτί στα χέρια του.

Μυθολογία
Αρκετοί αρχαίοι μύθοι αναφέρονται στην Κρήτη. Σύμφωνα με έναν η Μητέρα Γη αναδύθηκε από το χάος και γέννησε τον Ουρανό καθώς κοιμόταν. Ο Ουρανός γέννησε τα δικά του παιδιά, τους επτά Τιτάνες. Ο μικρότερος απ' αυτούς, ο Κρόνος παντρεύτηκε την αδελφή του Ρέα. Υπήρχε προφητεία από τη Μητέρα Γη και τον Ουρανό ότι ένας από τους γιους του Κρόνου θα τον εκθρόνιζε, γι αυτό ο Κρόνος κάθε χρόνο κατάπινε ολόκληρα τα παιδιά που η Ρέα γεννούσε, όπως την Εστία, τη Δήμητρα, την Ήρα, τον Άδη και τον Ποσειδώνα. Όταν η Ρέα γέννησε το Δία, η Μητέρα Γη τον έκρυψε στο Δικταίο Άντρο στο οροπέδιο του Λασιθίου στην Κρήτη. Ο Κρόνος πίστεψε ότι είχε καταπιεί το Δία ενώ στην πραγματικότητα είχε καταπιεί μία πέτρα που του είχε δώσει η Ρέα. Ο Δίας ανατράφηκε από τη νύμφη Αδράστεια, την αδελφή της Ιώ και το γάλα μίας νύμφης- κατσίκας, της Αμάλθειας, ενώ οι Κουρίτες χτύπαγαν τα δόρατα στις ασπίδες τους για να καλύψουν τα κλάματα του μωρού.
Ο Δίας μεγάλωσε ανάμεσα σε βοσκούς στο όρος Ίδη, μέσα σε μια σπηλιά, το Ιδαίο Άντρο του οροπεδίου Νίδα του Ρεθύμνου. Όταν μεγάλωσε πλησίασε τη Ρέα και με τη βοήθειά της έκαναν τον Κρόνο να πιεί ένα δηλητηριώδες ηδύποτο και από το στόμα του βγήκαν ένα-ένα όλα τα αδέρφια του Δία. Αυτός τους οδήγησε σε ένα πόλεμο κατά των Τιτάνων από τον οποίο βγήκε νικητής.Ο προηγούμενος μύθος μοιάζει να ξεπηδά από τα βάθη των αρχαίων χρόνων. Η αμιγής Κρητική παράδοση παρουσιάζει το Δία να γεννιέται και να πεθαίνει κάθε χρόνο, αντίθετα με τους άλλους Έλληνες που θεωρούσαν το Δία αθάνατο. Η εικόνα του κεφαλιού του πεθαμένου Δία είναι αποτυπωμένη ανάγλυφα στην πλαγιά ενός λόφου πίσω από το Ηράκλειο (Γιούχτας) και φαίνεται από μεγάλη απόσταση όπως πλησιάζει κάποιος την πόλη. Ο μύθος του θανάτου του Δία αποτελεί συνέχεια κι εξέλιξη της πίστης των αρχαίων Μινωιτών για τη θεά της φυσικής ευφορίας που πέθαινε κι αναγεννιόταν κάθε χρόνο.
Κάποια από τα ονόματα της Κρήτης κατά την μυθολογία είναι:
Αερία, για το εύκρατο κλίμα της, Δολιχή, από το στενόμακρο σχήμα της, Ιδαίο, από το όνομα της νύμφης Ιδαίας ή από το όνομα του Ψηλορείτη Ίδη, Κουρήτης, ως χώρα των Κουρητών, Μακαρόνησος, ως χώρα ευτυχισμένων ανθρώπων, Τελχινία, από τους δαίμονες της μεταλλουργίας, Τελχίνες αφού οι κάτοικοι ήταν άριστοι στην τέχνη του μετάλλου.

Η λέξη «Κρήτη» πιθανώς προέρχεται από μια μορφή της Ελληνικής λέξης Κραταιά που σημαίνει «δυνατή» ή «ισχυρή θεότητα».
Μετά το θάνατο του Αστερία το θρόνο της Κρήτης ανέλαβε ο Μίνωας ο οποίος κυβέρνησε την Κρήτη πολλά χρόνια από τα παλάτια του στην Κνωσό. Η Κρήτη ήταν δυνατή και πλούσια κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του και ο στόλος της κυριαρχούσε στη Μεσόγειο φέρνοντας πλούτο και ευημερία μέσω του εμπορίου στο νησί. Ο Μίνωας είχε τη φήμη δίκαιου ανθρώπου. Ο αδελφός του Ραδάμανθος που παρέμεινε στην Κρήτη και έζησε ειρηνικά μαζί του είχε κι αυτός τη φήμη του δίκαιου νομοθέτη, ο οποίος κυβέρνησε την Κρήτη εξίσου καλά όσο και τα νησιά της Μικράς Ασίας, τα οποία οικειοθελώς υιοθέτησαν τον κώδικα δικαιοσύνης του. Κάθε ένατο χρόνο ο Ραδάμανθος και ο Μίνωας επισκέπτονταν τη σπηλιά του Δία και έπαιρναν ένα νέο σύνολο νόμων.Ο Κρητικός πολιτισμός ονομάστηκε Μινωικός από τον Άρθουρ Έβανς που ανάσκαψε την Κνωσό. Είναι πιθανό η λέξη «Μίνωες» να ήταν βασιλικός τίτλος μίας δυναστείας που κυβέρνησε την Κρήτη και όχι όνομα ατόμου.
Η ειρηνική αποδοχή του νόμου της Κρήτης από τους κατοίκους της Μικράς Ασίας αποτελεί απόδειξη για την επέκταση του Κρητικού πολιτισμού σ' ολόκληρο το Αιγαίο και τη Μικρά Ασία, όπου οι Κρητικοί έχτισαν την πόλη της Μίλατου. Ο μύθος λέει ότι μία ακόμα πόλη με το όνομα Μίλατος χτίστηκε από τους Κρήτες στην Ιρλανδία.

Νεολιθική περίοδος  6000- 2600π.χ.
Πέρα από την μυθολογία οι ανασκαφές που έγιναν και γίνονται στο νησί είναι αυτές που μας πληροφορούν για την ιστορία στα αρχαία χρόνια. Τα παλαιότερα στοιχεία των πρώτων κατοίκων είναι  αυτά της Κνωσού, όπου ο Άγγλος αρχαιολόγος Έβανς ανακάλυψε το 1900 ολόκληρο νεολιθικό συνοικισμό κάτω από τις αυλές του Μινωικού ανακτόρου. Από τον Έβανς βρέθηκε παλαιότατος προκεραμικός οικισμός που χρονολογείται στο τέλος της 7ης χιλιετίας. Τα ευρήματα γίνονται ολοένα και πιο εμφανή και έχουμε την Αρχαιότερη Νεολιθική της Κνωσού. Οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού πιστεύεται ότι προήλθαν από την ηπειρωτική Ελλάδα. Ο άνθρωπος εκείνης της εποχής ζούσε σε πέτρινες καλύβες και η τροφή του προερχόταν από το κυνήγι, το ψάρεμα και κάποιου είδους γεωργία. Στη νεολιθική εποχή παρουσιάζεται και η πρώτη μορφή τέχνης όπου με τα κόκαλα από τα ζώα που έτρωγε ο άνθρωπος κατασκεύαζε εργαλεία και στολίδια. Ακόμη έχουμε την επεξεργασία του πυλού χωρίς όμως την χρησιμοποίηση του κεραμικού τροχού.

Προανακτορική περίοδος (2600-1900 π.Χ.)
Με την επέκταση της χρήσης του χαλκού αυξήθηκε σημαντικά ο πληθυσμός του νησιού και άρχισαν οι εμπορικές επαφές με τις γειτονικές περιοχές της Μικράς Ασίας, των Κυκλάδων και της Αιγύπτου. Η γεωγραφική θέση, το εύφορο έδαφος και η μακραίωνη περίοδος ειρήνης που είχε προηγηθεί, ευνόησαν την ανάπτυξη ενός λαμπρού πολιτισμού που φτάνει σε ακμή στις αμέσως επόμενες περιόδους. Η Προανακτορική Εποχή διακρίνεται σε τρεις φάσεις. Σύμφωνα με τους μελετητές, η χρονολόγηση των περιόδων της βασίζεται στην αιγυπτιακή χρονολόγηση, που γίνεται με βάση τις δυναστείες, αποτέλεσμα των εμπορικών επαφών της Κρήτης με την Αίγυπτο. Στην πρώτη φάση, η χρήση του χαλκού δεν είχε πλήρως αντικαταστήσει τα λίθινα και πήλινα εργαλεία και η επικοινωνία με τις γύρω περιοχές ήταν σχετικά περιορισμένη. Κατά τη δεύτερη φάση, αναπτύχθηκε σημαντικά η αλιεία, η γεωργία, η ναυτιλία και το εμπόριο για την προμήθεια κασσίτερου, απαραίτητου συστατικού για την κατασκευή του μπρούντζου. Μεταξύ των οικισμών του νησιού διακρίθηκαν κάποιες πόλεις, χτισμένες σε στρατηγικές θέσεις, που παρουσίασαν μεγάλη οικονομική ανάπτυξη. Στην περιοχή της Μεσαράς και των Αρχάνων έχουν εντοπιστεί θολωτοί τάφοι εκείνης της εποχής που δίνουν πλήθος πληροφοριών για τις λατρευτικές συνήθειες των ανθρώπων και τον πολιτισμό τους. Μεταξύ των αρχαιολογικών ευρημάτων υπάρχουν όπλα, εργαλεία και κοσμήματα. Τέλος, στην τρίτη φάση της Προανακτορικής Εποχής, βελτιώθηκε σημαντικά η τεχνική κατασκευής και όλο και περισσότερο άρχισαν να χρησιμοποιούνται νέα υλικά όπως πολύτιμοι λίθοι, ελεφαντόδοντο από την Αίγυπτο και χρυσός. Σημαντικά καλλιτεχνικά δείγματα της εποχής αποτελούν οι ποικίλες σφραγίδες που έχουν ανευρεθεί και αποτελούν πραγματικά κομψοτεχνήματα.

Παλαιοανακτορική περίδος (1900-1700 π.Χ.)
Το 1900 π. Χ. άρχισαν να χτίζονται στην Κρήτη τα πρώτα ανάκτορα, αποτέλεσμα της μεγάλης ανάπτυξης που γνώριζε το νησί. Σύμφωνα με τις αρχαιολογικές ανασκαφές, σ' εκείνη την εποχή χρονολογείται το ανάκτορο της Κνωσού, το μεγαλύτερο πάνω στο νησί, καθώς και τα ανάκτορα της Φαιστού, των Μαλίων και της  Κάτω Ζάκρου. Τα διαμερίσματά τους εντυπωσιάζουν ακόμα και σήμερα με τον αριθμό και την πλούσια διακόσμηση τους, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι ο Μινωικός πολιτισμός ήταν ένας από τους λαμπρότερους και πλουσιότερους της Ελλάδας. Επίσης, στην ίδια εποχή χρονολογούνται τα ευρήματα από το Μοναστηράκι Ρεθύμνου, τα Χανιά και τις Αρχάνες. Γύρω από τα ανάκτορα έχουν εντοπιστεί οικισμοί, με οργανωμένο ρυμοτομικό, αποχετευτικό και υδρευτικό σύστημα και πλήθος αντικειμένων καθημερινής χρήσης με μεγάλη ιστορική σημασία. Το πιο σημαντικό εύρημα της εποχής είναι ο περίφημος δίσκος της Φαιστού (1700-1600 π.Χ.), που αποτελεί μοναδικό δείγμα ιερογλυφικής γραφής και εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Ηρακλείου. Η οικονομία στηριζόταν στη γεωργία και το εμπόριο, που γνώρισε πολύ μεγάλη ανάπτυξη, γεγονός που ενισχύεται από την ανεύρεση αντικειμένων κρητικής προέλευσης στην Αίγυπτο και την Κύπρο. Το τέλος της Παλαιοανακτορικής Εποχής σημαδεύεται από ισχυρό σεισμό που έγινε το 1700 π.Χ. και προκάλεσε τη καταστροφή των περισσοτέρων ανακτόρων.
Νεοανακτορική περίοδος (1700- 1450 π.Χ.)
Αν και ο σεισμός του 1700 π. Χ. προκάλεσε μεγάλες καταστροφές, τα ανάκτορα ανοικοδομήθηκαν και εγκαινιάστηκε η νεοανακτορική εποχή, η περίοδος ακμής του μινωικού πολιτισμού. Τα ανάκτορα αποτελούσαν το κέντρο της οικονομικής, κοινωνικής και θρησκευτικής ζωής. Η μεγαλοπρέπεια των διαμερισμάτων τους, ο πλούτος και το μέγεθος τους που φτάνει και τα 22.000 τ. μ. εντυπωσιάζουν ακόμα και σήμερα τους επισκέπτες. Γύρω τους υπήρχαν κι άλλα οικοδομήματα, βοηθητικοί χώροι, επαύλεις αξιωματούχων, εμπόρων και ιερέων, εργαστήρια και κατοικίες. Το πλήθος των αρχαιολογικών ευρημάτων δίνουν πολλές πληροφορίες για τον τρόπο οργάνωσης της οικονομίας και της καθημερινής ζωής, που διέφερε από πόλη σε πόλη. Οι άνθρωποι ασχολούνταν κυρίως με τη ναυτιλία και το εμπόριο κρασιού και αρωματικών ελαίων, και δευτερευόντως με τη γεωργία, την υφαντική και τη κεραμική. Το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής ζωής συγκεντρωνόταν στα λιμάνια της Αμνισού, των Αγίων Θεοδώρων, των Μαλίων, της Φαιστού και της Αγίας Τριάδας, ενώ τα αγαθά μεταφέρονταν από τη μια πόλη στην άλλη μέσω ενός πολύ καλά οργανωμένου οδικού δικτύου. Έτσι αναδείχθηκε η τάξη των εμπόρων, των βιοτεχνών και των ιερέων, με κορυφαίο το βασιλιά, που λατρευόταν ως Αρχιερέας μαζί με τη θεά της γονιμότητας. Οι θολωτοί τάφοι που έχουν εντοπιστεί και τοποθετούνται χρονικά σ' αυτή την εποχή, μας δίνουν πλήθος πληροφοριών για τις ενταφιακές και λατρευτικές συνήθειες των ανθρώπων. Σίγουρα δεν θα μπορούσε να υστερεί η καλλιτεχνική παραγωγή, με υπέροχα δείγματα μικροπλαστικής, λιθοτεχνίας, ζωγραφικής, μικροτεχνίας, αγγειογραφίας, χρυσοχοΐας και σφραγιδογλυφίας. Τέλος, απεικονίσεις της καθημερινής ζωής πάνω σε αγγεία και τοιχογραφίες αποδεικνύουν τον εξέχοντα ρόλο που είχε η γυναίκα στη μινωική κοινωνία. Όπως ήταν αναμενόμενο η μεγάλη άνθηση του μινωικού πολιτισμού δεν άφησε αδιάφορη την υπόλοιπη Ελλάδα και τις αποικίες της Κρήτης. Ο λαμπρός Μινωικός Πολιτισμός καταστράφηκε μετά από την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας και τους μετασεισμούς που την ακολούθησαν και οι οποίοι προκάλεσαν ψηλά παλιρροιακά κύματα που παρέσυραν ότι έβρισκαν μπροστά τους, ενώ την ίδια στιγμή μεγάλες πυρκαγιές ολοκλήρωναν την καταστροφή.


Μετανακτορική περίοδος 1450-1100 π. Χ.
Οι Αχαιοί, εκμεταλλευόμενοι την καταστροφή του μινωικού πολιτισμού, κατέλαβαν την Κνωσό και εδραίωσαν εκεί μια ισχυρή Αχαϊκή δυναστεία. Σύμφωνα με τις αρχαιολογικές ανασκαφές που έφεραν στο φως πινακίδες της μυκηναϊκής γραφής Γραμμικής Β, οι Αχαιοί κατάφεραν σύντομα να ελέγξουν όλο το νησί. Αν και η κοινωνία συνέχισε να στηρίζεται στο εμπόριο και τις ανταλλαγές με τις γειτονικές περιοχές της Αιγύπτου και της Μικράς Ασίας, η αλλαγή ήταν φανερή στην τέχνη και την καθημερινή ζωή των κατοίκων. Όλα τα αντικείμενα κεραμικής, χαλκουργίας, χρυσοχοΐας και πλαστικής πιστοποιούν τη συνύπαρξη και αλληλεπίδραση των δύο πληθυσμιακών στοιχείων για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το 1380 π. Χ. σημειώθηκε νέος ισχυρός σεισμός που διέλυσε και τα τελευταία δείγματα του μινωικού πολιτισμού. Τότε καταστράφηκε και το ανάκτορο της Κνωσού. Ωστόσο μια άλλη εκδοχή δέχεται ότι καταστράφηκε μετά από σφοδρή σύγκρουση των Αχαιών της ηπειρωτικής Ελλάδας με αυτούς της Κρήτης. Μετά και από αυτήν τη θεομηνία οι νέοι κατακτητές ισχυροποιήθηκαν περισσότερο, διατήρησαν το πλούτο των προκατόχων τους, αλλά δεν κατάφεραν να συνεχίσουν τη μεγάλη πολιτιστική τους παράδοση. Ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι το 1200 π. Χ. η Κρήτη είχε ισχυρό στόλο που επιδίδετο σε πειρατικές επιδρομές στην ανατολική Μεσόγειο. Ωστόσο, με την είσοδο στον 11ο αι. άρχισε η αντίστροφη μέτρηση που επέτρεψε στα ευρωπαϊκά φύλα να κατέβουν από το βορρά και να φτάσουν μέχρι και την Κρήτη.

Πρωτογεωμετρική περίοδος 1100-900 π. Χ
Τον 11ο αι. π.Χ. η Ελλάδα άρχισε να κατακλύζεται από Αχαιούς και Δωριείς που καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της και φτάνουν μέχρι και την Κρήτη. Οι κάτοικοι του νησιού, γνωστοί και ως Ετεοκρήτες, κατέφυγαν στις πιο απρόσιτες περιοχές της κεντρικής και ανατολικής Κρήτης και έχτισαν νέους οικισμούς, όπως ο οικισμός στο Καρφί Λασιθίου και στην Πραισό, προσπαθώντας να διατηρήσουν αναλλοίωτα τη γλώσσα, τα έθιμα και τις παραδόσεις τους. Οι νέοι κατακτητές έφεραν στο νησί τη γενικευμένη χρήση του σιδήρου, που τώρα πια χρησιμοποιείται και για την κατασκευή εργαλείων, όπλων και διακοσμητικών αντικειμένων και μια σειρά καινούργιων εθίμων, όπως το κάψιμο των νεκρών.

Γεωμετρική και αρχαϊκή περίοδος 900 - 500 π.Χ.
Από το 900 π. Χ. και μετά, με την επικράτηση των Δωριέων στην Κρήτη, η πολιτική ζωή διαμορφώνεται με βάση το ολιγαρχικό πολίτευμα. Συγκροτούνται πάνω από 100 πόλεις-κράτη, με κυριότερες τη Γόρτυνα, τη Φαιστό, την Κνωσό, την Τύλισο, τη Λύττο, τη Ριζηνία, τη Χερσόνησο, τη Λάππα, τη Λισσό, τη Τάρρα, τη Μίλατο, την Ιεράπυτνα, την Κυδωνία, την Ίτανο, τη Σητεία, την Πραισό και την Ολούντα. Η κοινωνία χωρίστηκε σε τρεις τάξεις, τους Περίοικους, που είχαν ελάχιστα πολιτικά δικαιώματα αλλά κατείχαν γη και μπορούσαν να ασχοληθούν με το εμπόριο, τους Μινωίτες, που δούλευαν σαν δούλοι για τη κατασκευή των δημόσιων έργων και τους Αφαμιώτες ή Κλαρώτες, που έγιναν προσωπικοί δούλοι των Δωριέων και προορίζονταν για σκληρές αγροτικές εργασίες. Στο χώρο των γραμμάτων και των τεχνών ήταν έντονη η επίδραση του δωρικού, αλλά και του ανατολικού στοιχείου, που φαίνεται στα αντικείμενα χρυσοχοΐας, αγγειογραφίας, πλαστικής, μικροπλαστικής και μεταλλουργείας. Ο γλύπτης Δαίδαλος εγκαινιάζει μια καινούργια τεχνοτροπία στην πλαστική που ονομάζεται «Δαιδαλικός» ρυθμός. Πλήθος αρχαιολογικών ευρημάτων του ρυθμού αυτού εκτίθενται στα μουσεία της Κρήτης. Καθ' όλη τη διάρκεια του 7ου αι. π. Χ., η Κρήτη αποτέλεσε το κέντρο της πολιτιστικής και καλλιτεχνικής ζωής της Ελλάδας. Ωστόσο, ο επόμενος αιώνας έφερε τις συνεχείς προστριβές μεταξύ των κρητικών πόλεων και τις καταστροφικές εισβολές εχθρών από την ηπειρωτική Ελλάδα και την Ασία. Η ζωή όμως παρέμεινε οργανωμένη με βάση το αυστηρό σπαρτιάτικο πρότυπο, γεγονός που αποδεικνύεται και από το περιεχόμενο των νόμων της Γόρτυνας, (5ου αι. π. Χ.) που ανακαλύφθηκαν στις ανασκαφές της ομώνυμης αρχαίας πόλης.

Κλασική και ελληνιστική περίοδος 500-67π.Χ.
Καθ' όλη τη διάρκεια της κλασικής περιόδου, όταν οι πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας συγκρούονταν συνεχώς μεταξύ τους, η Κρήτη παρέμεινε στο παρασκήνιο και δεν αναμείχθηκε ούτε στους Περσικούς, ούτε στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Όταν η κυριαρχία των Μακεδόνων εγκαινίασε την ελληνιστική περίοδο, οι Κρήτες, προσπαθώντας να κερδίσουν την εύνοια των ισχυρών, ανακήρυξαν τον Φίλιππο Ε' (217-216 π. Χ.) προστάτη του νησιού. Ωστόσο, ούτε αυτό ήταν αρκετό για να σταματήσουν οι μεταξύ τους διαμάχες. Την εικόνα διάλυσης που έδινε το νησί επωφελήθηκαν οι πειρατές της Κιλικίας που κυριαρχούσαν στην ανατολική Μεσόγειο. Ξεκινώντας από τη Κρήτη εκστράτευσαν εναντίον της ρωμαϊκής πόλης Όστιας τον 2ο αι. π. Χ. γεγονός που έδωσε στη Ρώμη την αφορμή για να επέμβει στα πολιτικά πράγματα του νησιού. Μετά από μια αποτυχημένη εκστρατεία του Μάρκου Αντώνιου, το 71 π. Χ. , που στοίχησε το θάνατο όλων των αιχμαλώτων, το 69 π. Χ. ο ύπατος Κόιντο Καικίλιο Μέτελλο εκστράτευσε εκ νέου εναντίον της Κρήτης και μετά από σκληρό αγώνα, δυο χρόνων κατάφερε να την υποδουλώσει το 67 π.Χ.

Ρωμαϊκή περίοδος (67 π.Χ. – 330 μ.Χ.)
Οι  Ρωμαίοι, οι οποίοι προέρχονταν από τους αρχαίους λαούς της Ιταλικής Χερσονήσου, δηλαδή τους Λατίνους, ήταν λαός πολεμοχαρής με κοσμοκρατορικές βλέψεις από την  αρχή της ιστορίας τους. Αφού λοιπόν κατάφεραν πρώτα να επιβληθούν σε άλλες αρχαίες Ιταλικές φυλές, υπέταξαν κατ' αρχήν τις Ελληνικές αποικίες της Κάτω Ιταλίας που τότε λέγονταν Μεγάλη Ελλάδα, κι ύστερα στράφηκαν εναντίον της Καρχηδόνας στην Βόρεια Αφρική και την υπέταξαν, Μετά στράφηκαν εναντίον της Ελλάδος που δυστυχώς μετά από πεισματική αντίσταση δεν άντεξε και υπέκυψε το 146 μ. Χ.
Μοναδικό ελεύθερο κομμάτι της ακόμα ήταν η Κρήτη που  λόγω της γεωγραφικής της θέσης  είχε γίνει   «πόθος»  της Ρώμης από πολύ νωρίς, κι έτσι, μετά την εξασθένηση που είχε υποστεί αλυσοδέθηκε κι αυτή τελικά από τον Ρωμαϊκό κυκλώνα.
Μοναδική πόλις που δεν γνώρισε σκλαβιά ήταν η Γόρτυνα και τούτο γιατί κράτησε φιλορωμαϊκή στάση κι οι Ρωμαίοι για να την ανταμείψουν την έκαναν πρωτεύουσα της Κρήτης με ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες γι' αυτήν και δίχως να επιβάλλουν στους Γορτύνιους τους δικούς τους νόμους και τις βαριές φορολογίες που είχαν επιβληθεί στους υπόλοιπους.
Απομεινάρια από αυτή την λαμπρή, για την Γόρτυνα εποχή, είναι τα ερείπια που βλέπουμε σήμερα να καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση γύρω της.
Σε γενικές γραμμές πάντως η πολιτική των Ρωμαίων στην Κρήτη διέφερε από αυτήν που κρατούσαν στις υπόλοιπες κατακτημένες περιοχές τους.
Δεν επιχειρούσαν τον εκλατινισμό των κατοίκων της, δεν επενέβαιναν στην τοπική αυτοδιοίκηση,  ενώ πολλά οικοδομήματα, ωδεία, ναοί, στάδια, λουτρά  κ.λ.π. εκτός από την Γόρτυνα, χτίστηκαν και σε πολλές άλλες πόλεις του νησιού.
Ένα από τα σπουδαιότερα γεγονότα που συνέβησαν στην Κρήτη την εποχή των Ρωμαίων ήταν και ο εκχριστιανισμός των κατοίκων της  από τον Απόστολο Παύλο. Αυτός κατόπιν ανέθεσε στον πιστό του μαθητή Τίτο, ο οποίος σημειωτέον ήταν Κρητικής καταγωγής, να ιδρύσει στο νησί την πρώτη χριστιανική εκκλησία. Οι διωγμοί όμως που άρχισαν να γίνονται εις βάρος των πρώτων χριστιανών από τους Ρωμαίους, οι οποίοι βλέποντας ότι με την καινούργια θρησκεία του Ναζωραίου όλο και περισσότερο έχαναν έδαφος, ήταν φυσικό ότι θα έφτανε και στην Κρήτη.
'Ένας από αυτούς τους διωγμούς  που έγιναν επί αυτοκράτορος Δεκίου το  25μ. Χ. στάθηκε αφορμή να μαρτυρήσουν οι Άγιοι Δέκα  στην τοποθεσία Αυλώνιο της Γόρτυνας και που σήμερα υπάρχει το ομώνυμο χωριό που προς τιμή τους μετονομάστηκε έτσι.
Ένα άλλο επίσης σημαντικό  γεγονός  της εποχής εκείνης είναι οι μεγάλοι σεισμοί που κατέστρεψαν την Κνωσό και τις άλλες Κρητικές πόλεις.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

Λαϊκή, Κρητική μαγεία: Γητειές και ξόρκια.


«Ότι στη ζωή μας δεν συνέβη ποτέ είναι μονάχα εκείνο που δεν ποθήσαμε αρκετά...»
Νίκος Καζαντζάκης

Της Ρίκης Ματαλλιωτάκη

Για αιώνες ολόκληρους, από την αρχαιότητα ακόμα, τότε που δεν υπήρχαν γιατροί και φάρμακα άρα για να αντιμετωπίσεις το κάθε τι θα έπρεπε να δουλέψεις το μυαλό σε συνδυασμό με ότι σου έδινε η φύση, το μόνο μέσον καταφυγής για να αποτραπεί το κάθε κακό που σου συνέβαινε κρύβονταν μέσα στις γητειές και στα ξόρκια.
Σήμερα βέβαια όλα αυτά, τουλάχιστον από το μεγαλύτερο μέρος των σύγχρονων ανθρώπων, αντιμετωπίζονται σαν αστείοι κομπογιαννιτισμοί ή στη καλύτερη περίπτωση σαν αποτέλεσμα που αν επιδράσει θετικά επιδρά μόνο και μόνο λόγω έμμεσης, ψυχολογικής αυθυποβολής.
Ακόμα όμως και κάτω από αυτή την εκδοχή να πάρουμε την επί αιώνες πίστη των ανθρώπων σε κάποια πράγματα, δεν θα έπρεπε ίσως να αναρωτηθούμε πως με τις γητειές- οι οποίες συνήθως είναι απλές, μικρές τελετές λαϊκής και ακίνδυνης μαγείας- αποδεικνύεται ακράδαντα ότι ανάλογα με τη θέληση μας όλοι μας διαθέτουμε την ικανότητα να επηρεάσουμε τα γεγονότα του μέλλοντος σύμφωνα με τις επιθυμίες ή τους φόβους μας οπότε «εκείνο που δεν συνέβη ποτέ στη ζωή μας είναι μονάχα εκείνο που δεν ποθήσαμε αρκετά...» όπως λέει κι ο μεγάλος πατριώτης μας Νίκος Καζαντζάκης;
Διαφορετικά πως εξηγείται το γεγονός ότι δίχως ποτέ να καταγραφούν, μεταφερόμενοι απλώς δια ζώσης από τους νεώτερους στους γεροντότερους, έχουν διασωθεί χιλιάδες γητειές και ξόρκια παραμένοντας ολοζώντανα ενώ για πολλούς εξακολουθούν ακόμα να παραμένουν ιδιαίτερα δημοφιλείς τρόποι απομάκρυνσης κάθε είδους κακού.
Η γητειά λοιπόν, το πιθανότερο, πρόκειται για μια διαδικασία κατά την οποία μεταλλάσσεις τη θέληση σου σε ενέργεια κατευθύνοντας την ολοταχώς προς την υλοποίηση του σκοπού σου, μ' άλλα λόγια κάνεις συνειδητά ότι μέχρι χθες έκανες ασυναίσθητα.
Η ετοιμολογία της λέξης γητειά πιθανόν προέρχεται από το ρήμα γοητεύω καθώς υπάρχει η εκδοχή ότι με τα ειδικά λόγια της γοητεύονται ανεξήγητα κάποιες μυστηριώδεις δυνάμεις του Σύμπαντος και υποτάσσονται στη θέληση της γητεύτρας ή του γητευτή.
Επειδή βέβαια η λέξη γράφεται και με «υ» γυτειά δηλαδή αντί για γητειά, υπάρχει και η άλλη εκδοχή που θέλει την έννοια της να προέρχεται από τις γύφτισσες καθώς ως γνωστόν οι γυναίκες τούτης της ράτσας ασχολούνται περισσότερο με κάθε λογής μαγικά και βασκανίες.
Σε ότι τώρα αφορά τους εξορκισμούς ,τους οποίους μάλιστα ανέκαθεν δέχονταν η εκκλησία μας καθώς αναφορά γι΄ αυτούς γίνεται στο χώρο της ήδη από την εποχή του Σολομώντα στο βιβλίο του Σολομωνική ενώ εξακολούθησε κι αργότερα από Μεγάλους Πατέρες της Πίστης μας όπως ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, δεν σημαίνουν τίποτα παραπάνω από το ότι αναγνωρίζεις μεν τη δύναμη του κακού συγχρόνως όμως αναγνωρίζεις και διαλαλείς τη δύναμη του Θεού να το καταστρέψει.
Και οι γητειές όμως και τα ξόρκια διακρίνονται από μια απλότητα στην εκτέλεση καθώς ,όπως λένε και οι ειδικοί, η μαγεία όσο πιο απλή είναι τόσο και πιο αποτελεσματική γίνεται.
Σε κάθε περίπτωση πάντως το σίγουρο είναι ότι ο γητειές και τα ξόρκια μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τα πιο απλά έως και τα πιο πολυσύνθετα θέλω μας αρκεί βέβαια οι σκοποί να είναι αγαθοί και να μην υπάρχει περίπτωση ούτε για αστείο να επηρεάσουν την ζωή των διπλανών μας μια κι ένας άλλος νόμος της φύσης προειδοποιεί πως :
«Προσοχή γιατί ότι στέλνεις, καλό ή κακό, θα γυρίσει σε σένα 3 φορές πιο δυνατό...»Με καλοπροαίρετες προθέσεις λοιπόν δεν χάνεται τίποτα να γητέψετε ένα ζευγάρι προσπαθώντας να το συμφιλιώσετε με τους ακόλουθους τρόπους:
1)Ρίχνοντας λίγα φρέσκα φύλα μανόλιας κάτω από το στρώμα ενός ζευγαριού για να γητέψετε και να αναθερμάνετε την ψυχρή ερωτική του ζωή .2)Βάζοντας ένα μπουκέτο σάπφειρους στο σαλόνι του σπιτιού που ευνοούν τη γαλήνη ανάμεσα στη σχέση.
3)Χωρίστε μια ρίζα Αδάμ και Εύας στη μέση και δώστε το ένα μισό στον άντρα και το άλλο στη γυναίκα. Για όσο θα το έχουν στη κατοχή τους τίποτα δεν θα είναι ικανό να τους χωρίσει.
4) Φτιάξτε δυο μικρά σακουλάκια από κόκκινη φανέλα, γεμίστε τα με μοσχοκάρφια και περάστε τα σε δερμάτινο λουρί. Δώστε το ένα στον άντρα και το άλλο στη γυναίκα, και να είστε σίγουρη πως για όσο θα τα φορούν θα υπάρχει πάντα γαλήνη μεταξύ τους.
5)Ακόμα, για να σταματήσετε τους οικογενειακούς τσακωμούς, μη ξεχνάτε να ραίνετε πυκνά- συχνά το σπίτι με άνθη σταριού .
Για τη περίπτωση τώρα που επιθυμείται να σας ερωτευτούν – υπάρχει αλήθεια κανείς που δεν το επιθυμεί;- υπάρχουν οι εξής τακτικές:
1) Ρίξτε λίγους ηλιόσπορους στο νερό του μπάνιου σας και θα γίνεται ακαταμάχητοι.
2) Με λίγες μαργαρίτες επίσης στο νερό του μπάνιου σας θα εμπνεύσετε το σεβασμό και τον θαυμασμό όλων σας.
3) Αν είστε γυναίκα φορέστε λίγη αποξηραμένη δάφνη πάνω σας και θα εξασφαλίσετε μια μακροχρόνια και ευτυχισμένη σχέση.
4) Αν πάλι θέλετε ένα καλό σύζυγο και όχι μια απλή σχέση, ραντίστε τις γωνιές του σπιτιού σας με φρέσκια μαντζουράνα και φροντίστε να την ανανεώνετε πριν μαραθεί.
5) Για να επιστρέψει ο άπιστος τυλίξτε σε ένα κομμάτι καλαμιού ένα χαρτί πάνω στο οποίο να έχετε γράψει το όνομα του. Ρίξτε το μετά στη φωτιά λέγοντας: «χαρά να μην τον έβρει πουθενά αν δεν γυρίσει σε μένα ξανά.»
6) Για να προκαλέσουμε τον έρωτα σε κάποιον τον γητεύουμε προσφέροντας του ένα μικρό πουγκάκι με αποξηραμένο δυόσμο.
7) Αν πάλι θέλουμε να «αναγκάσουμε» κάποιο πρόσωπο που βρίσκεται μακριά μας να κάνει αυτό που θέλουμε, κρατάμε σφιχτά στη χούφτα μας λίγα γαρύφαλλα καθώς φέρνουμε τη μορφή του στη σκέψη μας. Λέγεται ότι σε λίγη ώρα μονάχα το ζητούμενο θα έχει επιτευχθεί.
Για να αληθέψουν οι ευχές μας μπορούμε :
1) Να κάψουμε μερικά αποξηραμένα φύλλα δάφνης στην κρεβατοκάμαρά μας, και πριν περάσουν εφτά μέρες όλα τα όνειρα μας θα πραγματοποιηθούν .2)Να βάλουμε λίγη λεβάντα κάτω από το μαξιλάρι μας πριν κοιμηθούμε ενώ συγχρόνως θα σκεφτόμαστε την επιθυμία μας. Εάν ονειρευτούμε κάτι σχετικό τότε όντως αυτή θα αληθέψει.3) Γράφουμε αυτό που επιθυμούμε σε ένα κομμάτι χαρτί, το τυλίγουμε καλά και το σφραγίζουμε με κόκκινο κερί. Το κρύβουμε σε ένα σημείο του σπιτιού λέγοντας: «Χάρισέ μου σήμερα μιαν ευχή, μια μεγάλη ευχή, μια μικρή ευχή, μια λεπτούλα ευχή, μια τεράστια ευχή. Μιαν ευχή από δω, μιαν ευχή από κει, γρήγορα παντού να μεγαλώνει, χάρισέ μου την ευχή για να χαρώ».
Κάθε τρεις ημέρες μεταφέρουμε το φυλαχτό σε άλλο σημείο του σπιτιού επαναλαμβάνοντας το ξόρκι και όταν η επιθυμία μας αληθέψει, το καίμε..
Για να προστατευτούμε από κατάρες, δαιμόνια και εχθρούς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα παρακάτω ξόρκια:1)Μουσκεύουμε λίγο φρέσκο τριφύλλι και ραντίζοντας με αυτό τις τέσσερις γωνίες
του κάθε δωματίου προστατεύουμε το σπίτι μας από τα δαιμόνια.2) Με λίγη αποξηραμένη μαντζουράνα κρεμασμένη σε τούλι πάνω από την κεντρική πόρτα του σπιτιού, προφυλάσσονται οι ένοικοι του από τις κατάρες και το κακό μάτι.3)Καίγοντας λίγο αποξηραμένο αγριόχορτο και λέγοντας δυνατά το όνομα του ανθρώπου που νομίζουμε πως θέλει να μας βλάψει, ελευθερωνόμαστε από την δύναμή του.4) Βάζοντας μερικά άνθη βελανιδιάς κάτω από το κατώφλι μας αποφεύγουμε τις ανεπιθύμητες επισκέψεις.
5) Γράφουμε το όνομά μας με κόκκινο μελάνι σε φύλλο λεμονιάς και το έχουμε πάντα πάνω μας για να μας προστατεύει από τους εχθρούς.Αν θέλουμε τώρα να διώξουμε από πάνω μας η βασκανία, ή αλλιώς το φταρμό όπως λέγεται εδώ στη Κρήτη , ο οποίος σημειωτέον αν μείνει ένα βράδυ πάνω στον φταρμισμένο μπορεί και να πεθάνει όπως ισχυρίζονταν οι παλαιότεροι, χρησιμοποιούμε το σαράντισμα , την ειδική γητειά δηλαδή, αφού πρώτα όμως παράσχουν στον άρρωστο τις πρώτες βοήθειες που δεν είναι άλλες από θύμιασμα με καλορίζικα και επαλείψεις με λάδι από το καντήλι του σπιτιού.
Στη συνέχεια για να δει ο γητευτής σε τι βαθμό υπάρχει πάνω του το κακό μάτι, πιάνει μια πετσέτα και μετρά από την μια άκρη της , που τη φέρνει ίσαμε τον αγκώνα του, μέχρι τις άκριες των δαχτύλων της παλάμης του βάζοντας μια ακόμα παλάμη επιπλέον . Βάζει κατόπιν λίγο αλάτι εκεί που τελειώνει η παλάμη και μετά πιάνει τις άκριες της πετσέτας σταυρώνοντας πολλές φορές τον φταρμισμένο από τη μια άκρη μέχρι εκεί που βρίσκεται το αλάτι, κι αν λείπει όλη η επιπλέον παλάμη σίγουρα το κακό μάτι υπήρχε σε πολύ μεγάλο βαθμό αλλά με την όλη διαδικασία σίγουρα εντός ολίγου θα αρχίσει να υποχωρεί.
Μια άλλη απλούστερη γητειά για το φταρμό είναι να πεις στον πάσχοντα τρεις φορές τη παρακάτω γητειά:
Στο όνομα σου Θεέ μου και Δεσπότη μου Χριστέ μου
Στις 25 Δεκεμβρίου ο Χριστός γεννάται, κείνη η ώρα τούτη η ώρα μια λογάται.
Που πας καημέ, που πας φταρμέ, που πας κακής ώρας υγιέ
Πάω κάτω στους κάμπους δεντρά να ξεριζώσω, κουράδια να ξεκουραδώσω, ζευγάρια να ξεζευγαρώσω, αντρόυνα να ξεχωρίσω, παιδί στη κούνια να ξεράνω.
Γύαγυρε φταρμέ, γύαγυρε καημέ γύαγυρε κακής ώρας υγιέ , να πας στα όρη στα βουνά, να βρεις δικέρι και τρικέρι, να πιεις από το αίμα ντου, να φας από το γάλα ντου και να λείψεις από το δούλο του Θεού...
Ως λιώνει τ' αλάτσι στο νερό ετσά να λιώσει κι ο φταρμός κι ο κακομποδιασμός...
Οι Κρητικές λαϊκές δοξασίες έχουν ακόμα διασώσει γητειές για τις βαρυμαθιές- χτυπήματα- γητειές για τους πονόματους, γητειές για τα φταρμισμένα μωρά, γητειές για τις μυρμηγκιές που βγάζουν στα χέρια, γητειές για να ροδίσουνε όμορφα τα ψωμιά στο φούρνο, γητειές για να ψηθούν τα χορταρικά γρήγορα, γητειές για τη παντρειά, γητειές για το φεγγάρι, γητειές για τον όμορφο και την όμορφη, γητειές για τις ψείρες των κηπευτικών, γητειές σε περίπτωση που σε πειράζει η ζέστη του ήλιου, γητειές για όλους τους ανθρώπους, γητειές έως ακόμα και για την ευκοιλιότητα...
Οπότε εσείς δεν έχετε παρά να διαλέξετε, να πάρετε και φυσικά να αναμένετε τα αποτελέσματα...
Από εμένα καλή επιτυχία!


Πολύτιμες πληροφορίες για το παρόν κείμενο πάρθηκαν από την λαογράφο κ. Ειρήνη Ταχατάκη καθώς επίσης και από το βιβλία «ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ» της κ. Ευαγγελίας Λαμπαθιανάκη- Παπαδάκη και το βιβλίο «ΛΑΪΚΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΤΗ ΚΡΗΤΗ –Γιατροσόφια, βότανα, ξόρκια, γητειές, βρώσιμα χόρτα του αγρού κ.α.» των Κανάκη Γερωνυμάκη

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

Στοιχειωμένα σπίτια στη Κρήτη: Μισό βήμα ο μύθος από τη πραγματικότητα….


Της Ρικης Ματαλλιωτάκη

Τα φαντάσματα κατά το κοινώς λεγόμενο είναι ασώματα πνεύματα νεκρών, θύματα συνήθως κάποιου στυγερού εγκλήματος, που επιλέγουν να παραμείνουν στο σπίτι που άφησαν τη τελευταία τους πνοή κάνοντας αισθητή τη παρουσία τους με διάφορους τρόπους, εκ των οποίων ο πιο γνωστός είναι η δημιουργία περιέργων θορύβων ή φωνών.


Ο λόγος τώρα που κάποια θύματα επιλέγουν να παραμείνουν ες αεί στο χώρο του θανάτου τους με αποτέλεσμα να τον στοιχειώνουν ενώ άλλα εξατμίζονται, αυτό για εκείνους που ασπάζονται το φαινόμενο «πόλτεργκαϊτ» αποτελεί ένα από τα πλέον ανεξήγητα μυστήρια της ζωής, για άλλους πάλι δεν αποτελεί τίποτα παραπάνω από ένα μύθο.Επειδή όμως ο μύθος σχεδόν πάντα απέχει μισό μόλις βήμα από τη πραγματικότητα, « με πράγματα που δεν μπορείς να ελέγξεις είναι καλύτερα να μη παίζεις» συμβουλεύουν όσοι έτυχαν ανάλογης εμπειρίας μια κι όπως καταλαβαίνεται το φαινόμενο «πόλτεργκαϊτ» δεν θα μπορούσε να μη συμβαίνει και στη Κρήτη όπως και σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο.

Και μπορεί βέβαια στοιχειά και φαντάσματα να είναι πράγματα που δεν τα συναντάμε κάθε μέρα, υπάρχουν ωστόσο αρκετά σπίτια στο νησί που οι ιδιοκτήτες τους για ευνόητους λόγους κρατούν μέσα τους εφτασφράγιστα τα μυστικά που τους παρέδωσαν οι αιώνες, κι αν τα γνώριζαν όλοι το πιθανότερο είναι πως οι δύσπιστοι θα άλλαζαν γνώμη.


Υ.Γ. Όποιος δεν αντέχει καλύτερα να μη διαβάσει τα κείμενα που ακολουθούν. 

«Με το που έμπαινε ο Απρίλης τα ουρλιαχτά μιας γυναίκας τρυπούσαν τα αυτιά όλων μας εκεί μέσα και δεν μπορεί βέβαια να ήταν ομαδική παράκρουση …»

Στη συνοικία της Αγίας Τριάδας, σε ένα από τα πολλά και μισό-ερειπωμένα σπίτια που βρίσκονται στη περιοχή, υπάρχει ένα διώροφο παλιό σπίτι που οι ιδιοκτήτες του το εγκατέλειψαν στη μοίρα του εδώ και πολλά χρόνια κι όχι βέβαια για να μεταφερθούν σε κάποιο άνετο διαμέρισμα αλλά επειδή δεν άντεχαν περισσότερο τα ανεξήγητα ουρλιαχτά που κάθε χρόνο, για όλο το μήνα Απρίλη, τρυπούσαν τα αυτιά τους.«Δεν θα σου πω και τίποτα καινούργιο, ότι θα σου πω όλοι εδώ στη γειτονιά το ξέρουν» λέει χαρακτηριστικά ο ιδιοκτήτης- που είναι ακόμα ιδιοκτήτης μια και το γνωστό του θέματος δεν τον βοήθησε να ξεφορτωθεί τη παλιά μονοκατοικία αν και θα το ήθελε πολύ- «οπότε δεν κινδυνεύω ούτε γραφικός να φανώ κι ένα παραπάνω ούτε τρελός. Το σπίτι αυτό λοιπόν το πήρε με κλήρο ο πατέρας μου όταν ήλθε από τη Μικρά Ασία, του έκατσε εξ ανάγκης δηλαδή και όχι από επιλογή, και από τότε ήδη όλοι οι ντόπιοι, με υπονοούμενα ασφαλώς κι όχι ευθέως μια και δεν τον ήξεραν ακόμα και δείλιαζαν να του πουν την αλήθεια, του συνιστούσαν να σηκωθεί και να φύγει το δυνατόν συντομότερο. Εκείνος βέβαια, στην αρχή που πρωτομπήκε μέσα, Νοέμβρης μήνας ήτανε αν δε κάνω λάθος, πίστεψε πως οι συστάσεις προέκυψαν από ζήλια για το μεγάλο και πολυτελές, για την εποχή του, σπίτι που πήρε κι αφού δεν έβλεπε τίποτα το περίεργο δεν έδωσε σημασία.Το περίεργο το είδε, ή μάλλον το άκουσε, για πρώτη φορά μερικούς μήνες μετά κι έκτοτε το βλέπαμε και το ακούγαμε όλοι για πολλά χρόνια, έως που φύγαμε… με το που έμπαινε ο Απρίλης τα ουρλιαχτά μιας γυναίκας τρυπούσαν τα αυτιά όλων μας εκεί μέσα και δεν μπορεί βέβαια να ήταν ομαδική παράκρουση. Αυτό λοιπόν, για τη πρώτη φορά μιλώ τώρα, συνεχίστηκε για όλο το μήνα και τότε μόνο ο πατέρας μου κατάλαβε τα υπονοούμενα των γειτόνων, ρώτησε και έμαθε πως το σπίτι αυτό κάποτε ήταν κάποιου Τούρκου άρχοντα που η μοναχοκόρη του αγάπησε ένα δικό μας, τόλμησε να αντισταθεί στη θέληση του πατέρα της απαιτώντας να την παντρευτεί και να αλλαξοπιστήσει, κι εκείνος για να την τιμωρήσει την έκλεισε στο υπόγειο βαρώντας της κάθε βράδυ τριάντα βουρδουλιές μπας και να την αναγκάσει να αλλάξει γνώμη. Το μαρτύριο φυσικά της κοπέλας δεν κράτησε για πολύ, πάνω κάτω μια βδομάδα άντεξε τις βουρδουλιές του πατέρα της και την υγρασία του υπογείου και μετά υπέκυψε, κι από τότε κάθε χρόνο, τον μήνα Απρίλη πάντα που έγινε το περιστατικό , όλοι εδώ στη γειτονιά άκουγαν τις ίδιες κραυγές πόνου που άκουγαν και όταν ζωντανή ακόμα τη χτυπούσε ο πατέρας της.Όπως καταλαβαίνεις οι συνθήκες της εποχής μας κράτησαν αναγκαστικά δέσμιους σε τούτο το σπίτι για κάμποσα χρόνια, μ’ αυτή την αίσθηση της φρίκης να μας ζώνει κάθε που ακούγαμε τα γυναικεία ουρλιαχτά χωρίς να μπορούμε να κάνουμε το παραμικρό για να τα αποφύγουμε. Μόλις όμως καταφέραμε και ορθοποδήσαμε λίγο φύγαμε κακήν κακώς- με πράγματα βλέπεις που δεν μπορείς να ελέγξεις είναι καλύτερα να μη παίζεις - κι ευτυχώς γιατί μπορεί να είχαμε και τρελαθεί…Αν με πιστεύεις τώρα ή δεν με πιστεύεις δικαίωμα σου, πέρνα όμως οποιοδήποτε βράδυ του Απρίλη θέλεις έξω από το σπίτι κι αυτά που σου λέω θα τα διαπιστώσεις και μόνη σου.

«Ακούμε αντρικές φωνές που ζητούν βοήθεια, και βλέπουμε σκιές ανθρώπων να κυκλοφορούν τη νύχτα.»

Στο κέντρο σχεδόν της παλιάς πόλης του Ρεθύμνου υπάρχει ένα οίκημα, τουριστικό μαγαζί σήμερα, το οποίο από χέρι σε χέρι έχει φτάσει ως τους τωρινούς ιδιοκτήτες του από το 1718 μια και στο έτος αυτό αναφέρεται εγγράφως και το πρώτο συμβόλαιο ιδιοκτησίας του. Ψάχνοντας πίσω στο χρόνο οι τωρινοί ιδιοκτήτες ανακάλυψαν πως έλκουν την καταγωγή τους από τους Βενετούς και πως το σπίτι αυτό ανήκε σε ένα Βενετοκρητικό πρόγονο τους ο οποίος όταν υποψιάστηκε πως η όμορφη γυναίκα του τον απατά, την έκτισε μέσα σ’ ένα τοίχο και στη συνέχεια εξαφανίστηκε. Δεν είχαν παιδιά κι έτσι το σπίτι παρέμεινε εγκαταλελειμμένο στο έλεος του χρόνου και των τότε πολεμικών καταστάσεων που έπλητταν τη Κρήτη για πάνω από εκατό πενήντα χρόνια έως που κάποιοι άλλοι συγγενείς αποφάσισαν να ζήσουν εκεί μέσα. Ένα ημερολόγιο που υπάρχει σήμερα στα χέρια των τωρινών ιδιοκτητών, και το οποίο το διάβασα με τα μάτια μου, δίδει με ακρίβεια όλες τις παραπάνω πληροφορίες καθώς επίσης και πως το σπίτι εγκαταλείφτηκε για δεύτερη φορά όταν οι νέοι ένοικοι ανακάλυψαν πως σε τακτά χρονικά διαστήματα ακούγονταν καθαρά πρώτα τα πέταλα ενός αλόγου που απομακρύνονταν και μετά, σαν μέσα από απόηχο, το λυπητερό κλάμα μιας γυναίκας…ένα κλάμα σαν κάποιον να εκλιπαρούσε. Το σπίτι, απόμεινε μονάχο του με τα φαντάσματα που έκρυβε έως τα μισά του 20ου αιώνα κι αφού πια όλοι όσοι γνώριζαν τα μυστικά του είχαν πεθάνει κάποια στιγμή κατοικείται ξανά. Επιτάσσεται όμως τη περίοδο τη κατοχής, χρησιμοποιείται ως φρουραρχείο και στα υπόγεια του βασανίστηκαν κι άφησαν τη τελευταία τους πνοή εκατοντάδες Κρήτες Αγωνιστές, παλικάρια της Εθνικής Αντίστασης, από τους Γερμανούς Εσατζήδες. Μετά την απελευθέρωση το κτίριο παρουσίασε κι άλλα ανεξήγητα φαινόμενα και οι ιδιοκτήτες βεβαιώνουν:«Πέρα από κείνη τη παλιά ιστορία- τα στοιχεία της οποίας είναι στη διάθεση οποιουδήποτε θέλει να ψάξει σοβαρά το θέμα- της γυναίκας που βρήκε το άδοξο τέλος και που δεν σταμάτησε να φανερώνεται ως και σήμερα, συχνά επίσης ακούμε αντρικές φωνές που ζητούν βοήθεια, και βλέπουμε σκιές ανθρώπων να κυκλοφορούν τη νύχτα. Όλα αυτά βέβαια εμείς τα έχουμε συνηθίσει και δεν μας προκαλούν πια και τόση εντύπωση, έχουμε δηλαδή εξοικειωθεί με όλα ετούτα τα φαινόμενα αφού ποτέ κανείς μας δεν έπαθε τίποτα, επειδή όμως καλό είναι να «φυλάς τα ρούχα σου για να έχεις τα μισά» εδώ και πολλά χρόνια στο κτίριο αυτό στεγάζουμε μόνο την επιχείρηση μας κι εμείς μένουμε αλλού.»

«Βλέπουν το φάντασμα μιας γυναίκας να περιφέρεται μέσα κι έξω από το σπίτι, που έκτοτε κανείς δεν τόλμησε να κατοικήσει, και κλαίγοντας να φωνάζει το όνομα του ανθρώπου που για χάρη της έχασε τη ζωή του.» 

Εκτός του ότι στα αρχεία παλιών εφημερίδων το γεγονός θα υπάρχει σίγουρα, οι μιας κάποιας ηλικίας Ηρακλειώτες-κάπου εκεί γύρω στα εβδομήντα με ογδόντα- σίγουρα θα θυμούνται ακόμα το ερωτικό δράμα που εκτυλίχτηκε κάποτε στη πόλη μας και που η κατάληξη του ήταν ο θάνατος. Η ιστορία πρέπει να συνέβη γύρω στο 1935 με 1937- δεν κατάφερα να μάθω ακριβή χρονολογία και η αλήθεια ότι δεν μπήκα στο κόπο να ψάξω σε αρχειακό υλικό- σε κάθε περίπτωση ωστόσο πριν τη Γερμανική κατοχή στη Κρήτη.Σύμφωνα λοιπόν με τα όσα μου εξομολογήθηκαν κάποιοι αξιόπιστοι γνώστες του θέματος, ένας νεαρός ρομαντικός της εποχής εκείνης αφού έκανε πρόταση γάμου στη καλή του κι αυτή για άγνωστους λόγους αρνήθηκε, απογοητευμένος ανέβηκε κι έπεσε από ένα σημείο των τειχών. Η κοπέλα στη συνέχεια μην αντέχοντας τις τύψεις και θέλοντας ίσως να τιμωρήσει τον εαυτό της, κλειδώθηκε μέσα στο σπίτι της και παρέμεινε εκεί για χρόνια δίχως να έχει τη παραμικρή επαφή με τον έξω κόσμο. Η δυσωδία της σήψης ήταν η αφορμή που ανάγκασε κάποτε τους διπλανούς να σπάσουν τη πόρτα και να τη βρουν νεκρή κι από τότε- δεν είναι και τόσα πολλά χρόνια πια κι η μαρτυρία είναι ζωντανή- οι πάντες εκεί γύρω βεβαιώνουν πως βλέπουν το φάντασμα μιας γυναίκας να περιφέρεται μέσα κι έξω από το σπίτι, που έκτοτε κανείς δεν τόλμησε να κατοικήσει και κλαίγοντας να φωνάζει το όνομα του ανθρώπου που για χάρη της έχασε τη ζωή του.»

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Χαμιντιέ: Ελληνόφωνοι Κρήτες, διαφυλάττουν ελληνισμό, κάπου στη… Συρία! ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ




Έχουν γραφτεί πολλά για “ξεχασμένους Ελληνες” απανταχού της γης. Για Ελληνες που για διάφορους λόγους και αιτίες, αποκόπηκαν από την μητροπολιτική Ελλάδα. Μια περίπτωση είναι και οι Ελληνόφωνοι Κρητικοί της Συρίας. Ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ στα τέλη του 19ου αιώνα, τους “εξόρισε” στη Συρία, γιατί παρότι μουσουλμάνοι (εξισλαμισθέντες πιθανόν από παιδομάζωμα), συνεργάζονταν με τους Χριστιανούς, εναντίον των τούρκων . Αυτοί όμως, όχι μόνο κρατούν την γλώσσα έθιμα και παραδόσεις, αλλά ακόμα και σήμερα δηλώνουν ΠΕΡΗΦΑΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥΣ.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

Ψωροκώσταινα: Κι όμως, υπήρξε πραγματικό πρόσωπο της ελληνικής ιστορίας




Ψωροκώσταινα: «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο Μεσολόγγι». 

Το όνομα «Ψωροκώσταινα» το χρησιμοποιούμε σήμερα, όταν θέλουμε να περιγράψουμε την ανέχεια και τη φτώχεια και ειδικότερα όταν θέλουμε να καταδείξουμε κάποιον ή κάτι ως τον «φτωχό συγγενή» ενός συνόλου, ή με άλλα λόγια τον «τελευταίο τροχό της αμάξης»....
Στις μέρες μας, συνήθως χρησιμοποιούμε απαξιωτικά αυτή τη λέξη όταν πρόκειται να στηλιτευθεί μια κακομοιριά, υποχωρητικότητα, ανοργανωσιά, αδυναμία και φτώχια που κάποιοι θεωρούν ότι χαρακτηρίζει την Ελλάδα της νεότερης ιστορίας.
Όμως, η Ψαροκώσταινα ή Ψωροκώσταινα, ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο της νεοελληνικής ιστορίας και μάλιστα μια ηρωική και αξιέπαινη γυναίκα στα χρόνια της Επανάστασης του 1821.
Όταν το 1821 καταστράφηκε η πόλη των Κυδωνιών, της Μικράς Ασίας, μετά από την αποτυχημένη επαναστατική κίνηση που επιχειρήθηκε, ο πληθυσμός της σφάχτηκε και το σύνολό του εγκατέλειψε την όμορφη πόλη με ντόπια ή ψαριανά καράβια. Στην χαλασιά αυτή κατάφερε να σωθεί η Πανωραία Χατζηκώστα, μια όμορφη αρχόντισσα με μεγάλη περιουσία. Κατά αγαθή συγκυρία ένας ναύτης τη βοήθησε και μαζί με άλλους την ανέβασαν σ’ ένα καράβι που ξεμπάρκαρε στα Ψαρά.
Τόσο τον άντρα της, τον Κώστα Αϊβαλιώτη, που ήταν πλούσιος έμπορος, όσο και τα παιδιά της, τους έσφαξαν μπρος τα μάτια της οι Τούρκοι. Στα Ψαρά λοιπόν, όπου βρέθηκε (γι’ αυτό ονομάστηκε Ψαροκώσταινα) πάμφτωχη και ολομόναχη, οι συντοπίτες της και κυρίως ο Βενιαμίν ο Λέσβιος (δάσκαλος της Ακαδημίας των Κυδωνιών) την βοήθησαν και την προστάτεψαν.
Η Πανωραία σύντομα άφησε τα Ψαρά και φθάνει στην τότε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, το Ναύπλιο. Εκεί την ακολούθησε κι εγκαταστάθηκε και ο Βενιαμίν ο Λέσβιος. Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά, αφού ζούσε από τις υπηρεσίες τις οποίες προσέφερε στον δάσκαλο και φιλόσοφο Βενιαμίν Λέσβιο,* ο οποίος παρέδιδε μαθήματα για να ζήσει.
Τον Αύγουστο του 1824 όμως, ο Βενιαμίν ο Λέσβιος πέθανε από τύφο. Από τότε για την Πανώρια άρχισε ένας δυσβάστακτος αγώνας επιβίωσης. Μόνη και άγνωστη, βγάζει το ψωμί της πότε κάνοντας την αχθοφόρο, πότε την πλύστρα και πότε χάρη στην ελεημοσύνη όσων την συμπονούσαν.
Την περίοδο εκείνη η Επανάσταση δοκιμαζόταν από την επέλαση του Ιμπραήμ, ο οποίος εκτός από τις άλλες καταστροφές άφηνε στο πέρασμά του και εκατοντάδες ορφανά που συγκεντρώνονταν στο Ναύπλιο. Παρά τα προβλήματά της, η Πανώρια ζήτησε και πήρε υπό την προστασία της παιδιά ορφανά.
Για να τα θρέψει περνούσε από σπίτι σε σπίτι και ζητιάνευε. Είχε παραμελήσει σε τέτοιο βαθμό τον εαυτό της, που τα αλητάκια της παραλίας την πείραζαν και την φώναζαν Ψωροκώσταινα. Το 1826 έγινε έρανος** στο Ναύπλιο για να βοηθήσουν το μαχόμενο Μεσολόγγι. Έτσι μια Κυριακή, στήθηκε στη κεντρική πλατεία ένα τραπέζι και οι υπεύθυνοι του εράνου ζητούσαν από τους καταστραμμένους, πεινασμένους και χαροκαμένους Έλληνες να βάλουν πάλι το χέρι στην τσέπη για να βοηθήσουν τους μαχητές και τους αποκλεισμένους του Μεσολογγίου.
Αλλά λόγω της φτώχιας και της εξαθλίωσης κανείς δεν πλησίαζε το τραπέζι. Όλων τα σπίτια δύσκολα τα έφερναν πέρα. Τότε η φτωχότερη όλων, η χήρα Χατζηκώσταινα, η Πανωραία, έβγαλε το ασημένιο δαχτυλίδι που φορούσε στο δάχτυλό της και ένα γρόσι που είχε στην τσέπη της και τα ακούμπησε στο τραπέζι της ερανικής επιτροπής, λέγοντας..
«Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο Μεσολόγγι».
Ύστερα απ’ αυτή την απρόσμενη χειρονομία, κάποιος από το πλήθος φώναξε: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της» κι αμέσως το φιλότιμο πήρε και έδωσε. Άρχισαν να αποθέτουν στο τραπέζι του εράνου λίρες, γρόσια και ασημικά. Αυτή ήταν η εξέλιξη της φτωχής προσφοράς της πλύστρας Χατζηκώσταινας, που από εκείνη τη στιγμή απαθανατίστηκε «επίσημα» πλέον, με το παρανόμι «Ψωροκώσταινα».
Η πλύστρα Πανωραία όμως, δεν έδινε μόνο μαθήματα πατριωτισμού, αλλά και ανθρωπιάς, καθώς το ελάχιστο εισόδημά της το μοιραζόταν με ορφανά παιδιά αγωνιστών. Όταν μάλιστα ο Καποδίστριας ίδρυσε ορφανοτροφείο, προσφέρθηκε – γριά πια και με σαλεμένο τον νου από τον πόνο και τις στερήσεις – να πλένει τα ρούχα των ορφανών χωρίς καμιά αμοιβή.
Και εκεί που άρχισε να χαίρεται για τα «παιδιά της» που είχαν βρει ρούχα και φαγητό, λίγους μόλις μήνες μετά τη λειτουργία του ιδρύματος η Πανώρια πέθανε. Οι επίσημοι δεν την τίμησαν. Την τίμησαν όμως με τον καλύτερο τρόπο τα παιδιά του ορφανοτροφείου, τα οποία μέσα σε λυγμούς την συνόδευσαν ως την τελευταία της κατοικία.
Για το πώς η Ψωροκώσταινα έγινε «σύμβολο» υπάρχει και μια άλλη εκδοχή, η οποία μάλλον οφείλεται στην αγάπη που έτρεφε ο απλός κόσμος για την Πανώρια. Σύμφωνα με αυτήν, η Ψωροκώσταινα, όπως την έλεγαν λόγω της φτώχειας της, ήταν σύζυγος αγωνιστή. Δεν είχε καμία βοήθεια από πουθενά και ζητιάνευε στους δρόμους του Ναυπλίου. Κάποια στιγμή την είδε ο Καποδίστριας και της έδωσε κάτι. Τότε εκείνη, κατανοώντας το οικονομικό αδιέξοδο της χώρας, έδωσε στον κυβερνήτη όσα χρήματα είχε συγκεντρώσει. Ο Καποδίστριας συγκινήθηκε από τη χειρονομία και έδωσε εντολή να συνταξιοδοτηθεί.
Γιατί όμως έγινε πανελλήνια γνωστό το παρατσούκλι της Πανωραίας; Στην εποχή του Καποδίστρια σε μια συνεδρίαση της Συνέλευσης, κάποιος παρομοίασε το Ελληνικό Δημόσιο με την Ψωροκώσταινα. Ο συσχετισμός «άρεσε» και κάθε φορά που αναφερόντουσαν στο θέμα του Δημοσίου το ονόμαζαν «Ψωροκώσταινα». Λίγο αργότερα όταν ανέλαβαν την εξουσία οι Βαυαροί και διέλυσαν τα άτακτα στρατιωτικά τμήματα των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821, η φράση «τι να περιμένει κανείς από την Ψωροκώσταινα;» πέρασε στην ιστορία.
Οι αγωνιστές αποκαλούσαν την αντιβασιλεία ειρωνικά «Ψωροκώσταινα» και οι Βαυαροί από την πλευρά τους όταν ήθελαν να απαντήσουν σε όσους ζητούσαν τη βοήθεια του κράτους για να συντηρηθούν έλεγαν περιφρονητικά: «Όλοι από την Ψωροκώσταινα ζητούν να ζήσουν».
Το παρατσούκλι το οποίο απέδιδε την άθλια οικονομική κατάσταση της χώρας, από τότε και έως τις ημέρες μας αναφέρεται συχνά.
Μάλιστα το 1942, κατά τη συνεδρίαση της πρώτης Βουλής κάποιος βουλευτής χαρακτήρισε και πάλι την Ελλάδα Ψωροκώσταινα. Όλοι είχαν αποδεχθεί πλέον τον χαρακτηρισμό.
Έναν περιφρονητικό χαρακτηρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός και στη σημερινή πολιτική ορολογία


Κυριακή 5 Αυγούστου 2012

Η κοιλάδα του Μαρουλά… ή «Η πονεμένη κοιλάδα της αβύσσου...»


«Η πονεμένη κοιλάδα της αβύσσου...» ή La valle d’ abisso dolorosa
– Aπό την «Κόλαση του Δάντη-
Ελάχιστοι γνωρίζουν ότι μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες συνοικίες του Ηρακλείου μέχρι τις αρχές του αιώνα μας δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα δύσβατο μονοπάτι που οδηγούσε στον Αχέροντα.
 Ήταν όμως  πράγματι αποικία λεπρών η «Κοιλάδα του Μαρουλά», το άλλοτε βενετσιάνικο χωριό, που έως το 1904 πλάκωνε με το πόνο και την απόρριψη τις ψυχές των «Άθλιων» που κατοικούσαν εκεί, προσφέροντας τους άπλετα την αίσθηση μιας Δαντικής καθόδου προς τα βάραθρα της κόλασης.
Κι αν ήταν σε τι διαφέρει άραγε τις περισσότερες φορές η φαντασία από τη πραγματικότητα;
΄΄Και εισερχόμενοι αυτού εις τινά κωμην, απήντησαν αυτώ δέκα λεπροί άνδρες, οι έστησαν πορρώθεν..΄΄
Η περιγραφή των λεπρών από τον Ευαγγελιστή Λουκά ήταν χαρακτηριστική πολλών πόλεων της Κρήτης μέχρι τις αρχές του αιώνα μας. Για διάφορες αιτίες θεωρείται ότι, η λέπρα υπήρξε κοινωνική μάστιγα του νησιού και η Κρήτη υπήρξε η κυριότερη λεπρική εστία σε ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο. Μάλιστα η ιδιαιτερότητα αυτή λέγεται ότι χρονολογείται από πολύ παλιά λόγω ίσως των εμπορικών σχέσεων που διατηρούσε η Κρήτη με τους Φοίνικες και τους Αιγυπτίους όπου η λέπρα ήταν ενδημική.
Η ιστορία της Χρυσοπηγής, όπως λέγεται σήμερα η συνοικία στα ανατολικά του Ηρακλείου, είναι συνυφασμένη με ένα Βενετσιάνικο χωριό, με τα πολεμικά γεγονότα της πολιορκίας του Μ. Κάστρου καθώς επίσης και με την επάρατη νόσο της λέπρας. Ανατολικά της πόλης μας και κοντά στο ξεχωριστό τμήμα του φρουρίου του Αγίου Δημήτριου που μετονομασθεί κατόπιν από τους Τούρκους Ακ Τάμπια, αν ζητήσει να μάθει κανείς θα ανακαλύψει ότι τον καιρό των Βενετσιάνων υπήρχε εκεί χτισμένο πάνω σε δυο υψώματα ένα χωριό που ονομάζονταν Μαρουλάς ή «τα υψώματα του Μαρουλά». Το χωριό ήταν χτισμένο ακριβώς απέναντι από το πρώην εργοστάσιο υφαντουργικής και πλεκτικής της Καστρινογιάννη και πολύ κοντά στο άλλοτε μεγάλο κτίριο που ήταν γνωστό ως «στραγαλατζίδικο». Το όνομα του είχε πάρει από το όνομα της κοιλάδας του Μαρουλά που έφτανε περίπου έως τη σημερινή γέφυρα των Πατελών. Οι κατακτητές Βενετσιάνοι όμως πολύ γρήγορα κατέστρεψαν το χωριό αναγκάζοντας τους κατοίκους του να το εγκαταλείψουν για δυο λόγους: πρώτον γιατί το χωριό βρισκόταν πολύ κοντά στο λιμάνι και τη θάλασσα και οι κάτοικοι μπορούσαν ανενόχλητοι να ασχολούνται με το λαθρεμπόριο.

Δεύτερον και κυριότερο, η στρατιωτική θέση του χωριού. Σε περίπτωση πολέμου και πολιορκίας του Μ. Κάστρου. οι Βενετσιάνοι φοβόντουσαν  ότι οι κάτοικοι, σαν γηγενείς Κρήτες, θα βοηθούσαν τον εχθρό τους γι’ αυτό και αναγκάστηκαν να το εκκενώσουν. Πάντως είναι βέβαιο ότι παρ’ όλα τα αυστηρά μέτρα οι κάτοικοι δεν έφυγαν από το χωριό τους κι ο Μαρουλάς έπαψε πλέον να υφίσταται σαν οικισμός μόνο όταν άρχισε η πολιορκία της πόλης στα 1648. Από τότε ξεχάστηκε η ύπαρξη του και μόνο γύρω στα 1950, όταν άνοιγαν τα θεμέλια ενός κτιρίου, βγήκαν στην επιφάνεια οι τοίχοι κάποιας εκκλησίας που ανήκε στη συγκεκριμένη εποχή, όμως σκεπάστηκαν με το καινούργιο χτίσιμο και τίποτα πλέον δεν έμεινε να θυμίζει το Μαρουλά.
Είναι άξιο επίσης να σημειωθεί αυτό που επιβεβαιώνει η ιστορική έρευνα και που είναι το γεγονός ότι στη προαναφερθείσα περιοχή έγιναν οι σφοδρότερες επιθέσεις των Τούρκων εναντίον της Σαμπιονέρα, της αμμουδιάς δηλαδή, σύμφωνα με την υπόδειξη του προδότη Ανδρέα Μπαρότση. Εκεί οι Τούρκοι σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες του, έφτιαξαν ένα χειροποίητο υψηλό λόφο στο ύψος που είχαν τα απέναντι μπεντένια για να μπορούν να χτυπούν με τα κανόνια τους το Μεγάλο Κάστρο. Εκεί, αργότερα, όταν ο υπερασπιστής της πόλης Φ.Μοροζίνη έχασε κάθε ελπίδα και απεφάσισε συνθηκολογώντας να παραδώσει το φρούριο, στο σώπατο της αμμουδιάς που δημιουργείται πίσω από το πρώην εργοστάσιο «Αθηνά», συνήλθαν οι εκπρόσωποι των Τούρκων και των βενετσιάνων, έκλεισαν και υπέγραψαν τη συνθήκη που παρέδιδε μετά από πολιορκία εικοσιπέντε ετών, τη πόλη του Ηρακλείου στους Τούρκους.

 Ένας ανώνυμος περιηγητής, με τα στοιχεία A.B.D πολυταξιδεμένος έμπορος και ναυτικός, προερχόμενος από τη Κωνσταντινούπολη, φτάνει στο Ηράκλειο και γράφει: «βρήκα το λαό εξουθενωμένο από τη τυραννία και τη φτώχεια και πρόσεξα τη μεγάλη διάσωση της λέπρας στο νησί. Οι άρρωστοι ήταν εγκατεστημένοι κατά αποικίες, δύο λεύγες έξω από τη πόλη, σε μικρές καλύβες με καλαμοσκεπή και λασπόχωμα. Ήταν πολυάριθμοι και ζούσαν από τη καλλιέργεια μικρών χωραφιών και από την ελεημοσύνη των περαστικών. Η όψη τους είναι τρομακτική. Όλο τους το σώμα σκεπάζεται από μια φρικτή κρούστα. Παντρεύονται μόνο μεταξύ τους». Ένας άλλος πάλι, Γάλλος τούτη τη φορά, περιηγητής περιγράφει: «όλοι οι κοινωνικοί φραγμοί έχουν καταλυθεί στις αποικίες των λεπρών, οι άρρωστοι ζουν στην αποκτήνωση και τη διαφθορά. Είδα φρικαλέα παραμορφωμένους ανθρώπους να επιδίδονται μέρα μεσημέρι σε οργιώδεις ερωτικές περιπτύξεις στην ύπαιθρο..» πράγμα το οποίο αναφέρει και ο Καζαντζάκης εξάλλου «στην άλλη του Μεγαλοκάστρου, κοντά στη καινούργια πόρτα, την ώρα που οι Λωβιάρηδες αγκαλιάζονται…» -Καπετάν Μιχάλης, σελ.47.
Όλα αυτά φυσικά είναι αναμενόμενα καθώς οι δύσμοιροι εκείνοι, αποδιωγμένοι από τη κοινωνία και κυνηγημένοι απάνθρωπα, γκρέμιζαν κάθε ηθικό φραγμό αφού πρώτη - πρώτη όμως η ίδια η κοινωνία είχε κόψει κάθε δεσμό μαζί τους. Kαμιά μέριμνα, καμιά φροντίδα δεν έδειξαν για τους λεπρούς, ούτε οι Ενετοί, ούτε οι Τούρκοι, πέρα από τη βίαιη απομάκρυνση τους λίγο έξω από τα χωριά και τις πόλεις που κατοικούσαν και την εγκατάλειψη τους στο έλεος του Θεού και κάποιων ελάχιστων πονόψυχων συνανθρώπων τους. Τα λαζαρέτα την εποχή της Ενετοκρατίας ήταν κάποιοι χώροι απομόνωσης των λεπρών, όμως μετά τη κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους ατόνησαν κι οι χώροι τούτοι εντελώς κι έτσι οι λεπροί γυρνούσαν ζητιανεύοντας όσο τους επιτρεπόταν ανάμεσα στους υγιείς, έως … 

«Όποιος μας εξεχώρισε, να τονε δω μεσκίνη και να του δίδουν το ψωμί, να μη το καταταπίνει.
Όποιος μας εξεχώριζε, μη σπείρει, μη θερίσει, μόνο στην έρμη μεσκηνιά να πα να κατοικήσει.»

Το 1717 με μια διαταγή του τότε διοικητή της Κρήτης Μεχμέτ Πασά προς τον Καδή και το διευθυντή της αστυνομίας, μεταφέρονται όλοι οι λεπροί της πόλης του Μ.Κάστρου όπως επίσης και κάθε επαρχίας και κάθε άλλου μεγάλου αστικού κέντρου, για να εγκατασταθούν μέσα σε αυτές τις καταραμένες σπηλιές και να μην προκαλούν την αηδία των συνανθρώπων τους στη κατάσταση που βρίσκονταν. Σχετικά με αυτές τις σπηλιές τώρα, δεν είναι βέβαιο για το αν είναι φυσικές αφού δεν αναφέρονται ποτέ σε κανένα ενετικό έγγραφο. Αντίθετα σύμφωνα με τις πληροφορίες κάποιον τούρκικων εγγράφων, οι σπηλιές αυτές λαξεύτηκαν τη περίοδο της πολιορκίας του Μ.Κάστρου από τους Τούρκους στρατιώτες για να χρησιμοποιηθούν ως καταλύματα. Υπάρχει όμως ακόμα και μια άλλη εκδοχή, από προφορική παράδοση ετούτη, που λέει ότι τις σπηλιές του Μαρουλά τις λάξευαν οι βυζαντινοί στρατιώτες του Νικ. Φωκά όταν πολιορκούσαν το Χάνδακα από τους Άραβες το 961. Πάντως ή έτσι ή αλλιώς οι σπηλιές αυτές ακούγονται μέχρι σήμερα με το τούρκικο όνομα «Μαγαράδες».
Ο αριθμός των λεπρών που εγκαταστάθηκαν στο άλλοτε χωριό του Μαρουλά δεν μας είναι γνωστός. Πάλι όμως από ένα τουρκικό έγγραφο μαθαίνουμε ότι ο αριθμός των Μαγαράδων που υπήρχαν εκεί ανέρχονταν στους 165 και η πλειονότης αυτή τα λέει όλα. Πιθανόν βέβαια τον καιρό που άρχισε να δημιουργείται το λεπροχώρι, να ζούσαν και κάποιοι άλλοι απόκληροι εκεί, αφού με το όνομα ΄΄Μεσκηνιά΄΄ με το οποίο μετονομάσθηκε ο Μαρουλάς από το ΄΄Μισκιν΄΄ που στα τουρκικά σημαίνει λεπρός, είχε και την έννοια του πτωχού, του άθλιου, του εγκαταλελειμμένου, του ανθρώπου δηλαδή που δεν είχε στον ήλιο μοίρα και πήγαινε να εγκατασταθεί εκεί για να αποκτήσει μια κατοικία έστω κι αν αυτή δεν ήταν τίποτε άλλο από μια σπηλιά. Για εκατόν ογδόντα επτά χρόνια, από τα 1717 έως  το 1904 δηλαδή οι λεπροί μεταφέρθηκαν στον αφιλόξενο βράχο της Σπιναλόγκας, το μέρος αυτό αντικαταστούσε  τη κόλαση. Μια κόλαση όμως που έπρεπε να πάρει τη μορφή της συγκροτημένης κοινωνίας για να απαλυνθεί κάπως η αθλιότητα της. Από το 1852 και μετά, πολλοί λεπροί άρχισαν να φέρνουν μαζί τις οικογένειες τους κι έτσι με την πάροδο του χρόνου η «Μεσκηνιά» κατήντησε ένας μικτός χώρος κατοικίας λεπρών και υγιών ανθρώπων που έπρεπε να έχει το μπακάλη του, το τζαγκάρη του, το φουρνάρη του, το κομπογιανίτη γιατρό αλλά δεν απέλειπαν επίσης και οι εκτός χώρου άνθρωποι που τους έσπρωχνε εκεί η ανάγκη του κέρδους.
Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι οι δυστυχισμένοι αυτοί είχαν λαξεύσει μια σπηλιά που την είχαν μετατρέψει σε εκκλησία δίνοντάς της το όνομα Παναγιά η Χρυσοπηγή. Πάλευαν δηλαδή ενάντια στη κοινωνία που τους απεδίωχνε για να δημιουργήσουν μια δική τους κοινωνία, όσο γινόταν πιο άρτια κι ίσως να τα είχαν καταφέρει αφού η ανάπτυξη του λεπροχωριού της Μεσκηνιάς, αξίζει να σημειωθεί, ότι στο δεύτερο περίπου ήμισυ του 19 ου αιώνα φτάνει σε καταπληκτική αύξηση πράγμα για το οποίο μάλλον συνέτειναν κι οι γάμοι που γίνονταν μεταξύ τους.
1904 και έγω επι περιόδου Κρητικής Πολιτείας όλοι οι λεπροί μεταφέρονται από τη μια ζωντανή κόλαση στην άλλη, κάποιοι υγιείς, άθλιοι επίσης μοίρας, συγκεντρώνονται στους μαγαράδες της Μεσκηνιάς για να συνεχίσει το χωριό τη ζωή και κατά το δυνατόν εξέλιξη του. Χριστιανοί και Τούρκοι εξακολουθούν να ζουν στο  παρακατιανό αυτό προάστιο και να προσπαθούν να προφυλάσσουν την ταπεινή τους ύπαρξη στις σπηλιές του, έως τη Μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924 που έφυγαν οι Τούρκοι και τη θέση τους πήραν Έλληνες από τη Μικρά Ασιά. Έ να χρόνο μετά την εγκατάσταση τους πρόβαλλε το ζήτημα της αλλαγής του ονόματος από Μεσκηνιά σε Χρυσοπηγή. Ο αείμνηστος Στεφανος Ξανθουδίδης πρότεινε να ονομασθεί σε Μάτιον αλλά τελικά η ονομασία που επικράτησε μια και όλες οι έρευνες απέδειξαν ότι πουθενά στην Ελλάδα δεν υπάρχει πόλης με τέτοιο όνομα και έτσι παρέμεινε το όνομα εκείνης που σίγουρα θα βοήθησε τόσους να αντέξουν στη φρικτή δοκιμασία τους. Παναγιά η Χρυσοπηγη! Σήμερα η Χρυσοπηγή έχει αλλάξει όψη ριζικά. Σύγχρονα σπίτια, μαγαζιά, ύδρευση, φωτισμός, νέα πνοή ζωής, τίποτα με δυό λόγια δεν έχει μείνει πάνω της που να θυμίζει εκείνες τις γερασμένες, άδοξες εποχές που ευτυχώς πέρασαν ανεπιστρεπτί.

Βιβλιογραφία: Η ΛΕΠΡΑ ΣΤΗ ΚΡΗΤΗ.Δρ ΕΜΜ.Ε.ΔΕΤΟΡΑΚΗ ΙΑΤΡΟΥ ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΟΥ.
ΠΕΡ.ΑΜΑΛΘΕΙΑ ΙΟΥΛΙΟΣ – ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1981.
ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΤΑΥΡΙΝΙΔΗ:Ο ΜΑΡΟΥΛΑΣ, Η ΜΑΣΚΗΝΙΑ, Η ΧΧΡΥΣΟΠΗΓΗ (Δημοσιευμένο εις την εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ από 8/11/1956 – 17-11-1957.


ΥΓ Το παρόν κείμενο έχει γραφτεί και δημοσιευτεί τουλάχιστον μια δεκαετία πριν - γι' αυτό δεν υπάρχει και σε ηλεκτρονική μορφή- και η λέπρα ακόμα γίνει μόδα μέσα από την τηλεόραση




Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2009

ΜΟΝΗ ΔΙΣΚΟΥΡΙΟΥ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΩΣ ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ

".Νη Ζα φάσκω  σου και κατεχε το......"


Γράφει η   Ρίκη Ματαλλιωτάκη


Χωμένη στην ασφάλεια του Ψηλορείτη, του ιερότερου μα και συγχρόνως πιο δεσποτικού και επιβλητικού όρους των Κρητών, στην ανατολική πλευρά της επαρχίας Μυλοποτάμου,
βρίσκεται εδώ και αιώνες η  ΜΟΝΗ ΔΙΣΚΟΥΡΙΟΥ, η οποια, με το εμφανές αρχαιοελληνικό της όνομα Διός- Κούρος-


 αποδεικνύει πως η αρχαία ελληνική θρησκεία ήταν ένα δεδομένο αιώνων που δεν γίνεται να αγνοηθεί, και πως, οι της ορθόδοξης  εκκλησίας, προσέγγισαν κατ’ ουσία την παλαιά θρησκεία παίρνοντας στοιχεία της. Δεν θα σας ζαλίσω με λεπτομέρειες, που πιθανόν τους περισσότερους απο εσάς δεν ενδιαφέρουν, θα σας πω μονάχα ότι μέσα σ΄αυτην την εκκλησία

που τιμάται πλέον στην χάρη ενός πολεμικού χριστιανικού αγίου,  του Αγίου Γεωργιου,


τελείται ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έθιμα ποιμενικού δικαίου που υπάρχουν στη Κρήτη:
 Το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών που έχουν σχέση με τις ζωοκλοπές.
Και  το αξιοπερίεργο, ή μάλλον αξιοθαύμαστο,  ξέρετε ποιο είναι;
 Πως τελειται μπρος την εικόνα του  χριστιανού αγίου  με την επίκληση του ονόματος του Διός!

Ο όρκος, που αναγκάζεται να πει ο πιθανός δράστης για την  κλοπή, έχει άμεση σχέση με τις προχριστιανικές συνήθειες και όπως έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα είναι ο εξής:
«Νη Ζα φάσκω σου και κάτεχε το πώς δε σου φταίω το πράμα σου, έργο μου γη βουλή μου…»


Ή, σύμφωνα με μια άλλη παραλλαγή:

«Μα το Ζα δε σε πείραξα κι άμε να γυρεύγεις αλλού το πράμα σου…»

Υπάρχει βέβαια και η εκδοχή,  η πιθανότερη μάλιστα, στη πορεία του χρόνου οι άνθρωποι να μη γνώριζαν, κι ούτε καλά- καλά ακόμα και σήμερα να μη γνωρίζουν, τι εννοούσαν λέγοντας «Μα το Ζα…». Οπότε, δεν αποκλείεται να μπέρδευαν την επίκληση του ονόματος του Δία, ή Ζα στην αρχαία αιτιατική της Δωρικής Διαλέκτου, με τη δική μας κρητική λέξη «ζα» που σημαίνει ζώα, άρα ότι έλεγαν να το έλεγαν μόνο και μόνο από τη βαθιά μέσα τους ριζωμένη παράδοση χωρίς να ψάχνουν την βαθύτερη έννοια.

Το βέβαιο πάντως είναι ότι ο όρκος είχε, αλλά κι εξακολουθεί να έχει, τόσο βαθιά ριζωμένη ισχύ, που αν ο πιθανός δράστης τολμούσε τελικά να ακουμπήσει το χέρι του στην εικόνα απαλλασσόνταν από κάθε υποψία, ενώ αντίθετα, αν ήταν αναμεμειγμένος  ή έστω είχε  και τη παραμικρή σχέση  μαζί της,  η παράδοση αναφέρει ότι τιμωρούνταν από τον Άγιο και μάλιστα πολύ αυστηρα



 Σύμφωνα λοιπον με τα λεγόμενα του πατέρα Ραφαήλ Μαινολά, του σημερινου ηγούμενου και μοναδικού μοναχού της Μονής- ευτυχώς πάντα, παντού και σε κάθε δόγμα θα υπάρχουν ανοιχτόμυαλοι άνθρωποι-ο σύνδεσμος του μοναστηριού με το λατρευτικό ιερό των Διοσκούρων στο συγκεκριμένο σημείο δεν γίνεται να αγνοηθεί, κι ας έχουν υπάρξει επανειλημμένως παρεξηγήσεις για το συγκεκριμένο θέμα και ανάμεσα σε κληρικούς αλλά και ανάμεσα σε λαϊκούς.
Υπήρξε όντως σ' αυτό το χώρο  το ιερό και ο βωμός των Διόσκουρων, γινόταν θυσίες προς χάριν και προς τιμή τους, με τον ερχομό όμως της νέας θρησκείας και το διάταγμα της ανεξιθρησκίας έγινε χριστιανικό ιερό, δεν γνωρίζουμε κατ’ αρχήν ποιο, και μετά από πολλούς αιώνες προκύπτει η ίδρυση της σημερινής Μονής




Τετάρτη 8 Απριλίου 2009

Η Ρεθύμνια Σουλτάνα -ΡΕΜΠΙΑ ΓΚΙΟΥΛΝΟΥΣ-....







H αλλιώς Ευγενία ή Ευμενία Βεργίτση

Σε διάστημα δεκαεφτά μηνών τα στρατεύματα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας έχουν ήδη καταλάβει δύο από τα σημαντικότερα κάστρα της Κρήτης, των Χανίων και του Ρεθύμνου, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι στην άλωση του φρουρίου του Ρεθύμνου πρωτεύοντα ρόλο έπαιξε, όπως επίσης και στο Χάνδακα, η προδοσία.
Τι έκαναν όμως στο τουρκοσκλαβωμένο Ρέθυμνο οι νέοι κυρίαρχοι αμέσως μετά την άλωση του;
Από τον Ρεθύμνιο ποιητή Μαρίνο Τζάνε Μπουνιαλή, από του οποίου μάλιστα το έργο αντλούμε και τις πληροφορίες μας για την άλωση τούτης της Κρητικής πόλης, γίνεται γνωστό ότι ο πορθητής του Γαζή Χουσείν Πασάς γνωρίζοντας πόσο φιλήδονος ήταν ο Σουλτάνος Ιμπραχίμ, θεώρησε σωστό μαζί με καπεταναίους και πρόκριτους σκλάβους να στείλει πεσκέσι στο σουλτανικό γυναικωνίτη και δέκα όμορφες Κρητικοπούλες από διαλεχτές οικογένειες Ρεθυμνιωτών.
Ποιοι ήταν όμως οι προύχοντες και οι δέκα κοπέλες που στάλθηκαν ως δώρο στο Σουλτάνο και τι απέγιναν, κανείς όσο κι αν ερεύνησε τις γραπτές πηγές εκείνων των χρόνων δεν κατάφερε να ανακαλύψει το παραμικρό σχετικά με την τύχη τούτων των ανθρώπων.
Μέχρι που δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια μετά την άλωση του Ρεθύμνου, στα 1663 δηλαδή, αναφέρεται για πρώτη φορά ότι ο Σουλτάνος Μεχμέτ IV παντρεύτηκε την πρώτη νόμιμη του γυναίκα και ότι η γυναίκα αυτή ήταν κάποια Ρεμπιά Γκιουλνούς, γέννημα του Ρεθύμνου που στάλθηκε στο σουλτανικό χαρέμι το 1646, τότε που πάρθηκε από τους Τούρκους ο τόπος της.
Κι επειδή καμιά άλλη γραπτή μαρτυρία δεν συναντάται πουθενά αλλού για δεύτερη αποστολή κοριτσιών στο σουλτανικό γυναικωνίτη, μπορούμε να δεχτούμε πως η πρώτη νόμιμη γυναίκα του Σουλτάνου Μεχμέτ IV και η Ρεθυμνιοτοπούλα που αναφέρει ο ιστορικός Ναϊμά είναι το ίδιο πρόσωπο.
Τι ακριβώς αναφέρεται όμως γι΄ αυτό το πρόσωπο που κατάφερε να πάρει ξεχωριστή θέση στην ιστορία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας αλλά που ωστόσο είναι τόσο λίγο γνωστή στους Κρητικούς;
«Αν ήταν δυνατόν να αποδειχθεί από την έρευνα παλιών βιβλίων και παλιών χειρογράφων ότι το τάδε ή το δείνα πρόσωπο στάθηκε απεριόριστα ευτυχισμένο στην ζωή του, τότε με πεποίθηση θα έλεγα πως η Ρεμπιά Γκιουλνούς στάθηκε πράγματι η πιο ευτυχισμένη γυναίκα του σουλτανικού χαρεμιού…», έτσι προλογίζει το ιστορικό σημείωμα που έγραψε για την Ρεμπιά Γκιουλνούς ο Τούρκος ιστορικός Αδνάν Γκίς
Πράγματι η γυναίκα που μαζί με άλλες εννιά συμπολίτισσες της στάλθηκε ως δώρο στο σουλτανικό χαρέμι, πήρε όντως μια ξεχωριστή θέση ανάμεσα στις χιλιάδες των γυναικών που ζούσαν έγκλειστες μέσα σε ένα χώρο που η ίδια κατάφερε να διακριθεί από όλες τις υπόλοιπες .
Είκοσι τέσσερα χρόνια παρέμεινε στο σουλτανικό θρόνο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στο πλάι του Μεχμέτ ΙV ενώ κατάφερε να γλιτώσει τα παιδιά της από τον σκληρό κι απάνθρωπο νόμο της «διαδοχής» του θρόνου που επικρατούσε τότε στην Οθωμανική αυλή. Και τα δυο αυτά παιδιά όμως τα είδε να γίνονται Σουλτάνοι και η ίδια έγινε Βαλιδέ Σουλτάνα (μητέρα Σουλτάνου) και διατήρησε τον ανώτατο αυτό τιμητικό τίτλο για εικοσιένα ολόκληρα χρόνια.
Εικοσιτέσσερα χρόνια δηλαδή Σουλτάνα κι εικοσιένα χρόνια Βαλιδέ Σουλτάνα, που σημαίνει σαρανταπέντε χρόνια με το στέμμα στο κεφάλι, κάτι που δεν συνέβη ποτέ σε καμία άλλη γυναίκα στα χρονικά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Ποία ήταν όμως η Ελληνική καταγωγή τούτης της γυναίκας;
Το θέμα είναι όχι απλώς δύσκολο να ερευνηθεί αλλά σχεδόν ακατόρθωτο αφού η κάθε κοπέλα τότε που ριχνόταν στο αχανές του σουλτανικού χαρεμιού, ξεχνούσε επί τόπου τον εαυτό της κι έπρεπε να ξεχάσει και να ξεχαστεί από τους δικούς της. Κανείς δεν είχε το ελάχιστο δικαίωμα να ρωτήσει για να μάθει το παραμικρό που αφορούσε τις γυναίκες αυτές κι εξαίρεση δεν γινόταν για καμιά έστω κι αν είχε ανέβει την κλίμακα της ιεραρχίας κι είχε προλάβει να γίνει «χασεκή»(ευνοούμενη του Σουλτάνου.)
Μόνο κάπου κάπου κάποιοι ξένοι περιηγητές που ήθελαν τότε να ασχοληθούν με την συγγραφή ταξιδιωτικών βιβλίων, φρόντιζαν ,όχι φυσικά χωρίς δυσκολία, να μάθουν ότι μπορούσαν για τούτες τις ευνοούμενες του Σουλτάνου αλλά κι αυτό βέβαια μονάχα όταν εκείνες είχαν ξεχωρίσει κι εξασκούσαν κάποια πολιτική επιρροή πάνω του ή έπαιζαν κανένα σπουδαίο πολιτικό παιχνίδι.
Στην σειρά επίσης των ανθρώπων που ενδιαφέρονταν να πληροφορηθούν για τις γυναίκες αυτές ήταν και κι εκείνοι που βρίσκονταν με επίσημη αποστολή στην Κωνσταντινούπολη, πρεσβευτές δηλαδή, δραγουμάνοι κ.τ.λ
Αυτός λοιπόν που κατάφερε να αποκαλύψει το αληθινό επίθετο της οικογένειας της Ρεμπιάς Γκιουλνούς, ήταν ο Βενετσιάνος αρχιπρεσβευτής στην αυλή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, Τζοβάνι Μπατίστα Ντονάτι. Είναι ο ίδιος που μαζί με τους όμορους του κατάφερε επίσης να βγάλει από την μέση τον προδότη του Μ. Κάστρου Ανδρέα Μπαρότσι
Ετούτος ο άνθρωπος λοιπόν με το άφθονο χρηματικό μέσο που διέθετε ανακάλυψε και την πραγματική καταγωγή της Ρεμπιά Γκιουλνούς όταν στα 1684 υπέβαλε στο συμβούλιο των Δέκα μια εμπιστευτική έκθεση για την τότε κατάσταση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Εκεί περιγράφοντας την Σουλτάνα ανάφερε ότι είναι από την οικογένεια Βεργίτση. Η έκθεση όμως αυτή, ως εμπιστευτική που ήταν, παρέμεινε άγνωστη για περίπου διακόσια πενήντα χρόνια και κρυμμένη στο Βενετικό αρχείο. Όμως χάρη στην προσπάθεια του δικού μας ερευνητή Σπύρου Θεοτοκά που στάλθηκε εκεί με έξοδα της Έλενας Βενιζέλου, πληροφορήθηκαν επιτέλους το πραγματικό ονοματεπώνυμο της Ρεμπιά Γκιουλνούς που κατ΄ άλλους είναι Ευγενία και κατ΄ άλλους Ευμενία Βεργίτση Για το επίθετο Βεργίτση δε προηγείται αναφορά σε παλιότερα έγγραφα. Άνθρωποι με το όνομα αυτό διέπρεψαν στα γράμματα, στις καλές τέχνες, και γενικά σε κάθε είδους καλλιτεχνική και προοδευτική κίνηση σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Από μια τέτοια οικογένεια λοιπόν κατάγονταν η Ρεμπιά Γκιουλνούς. Η ευνοούμενη του Σουλτάνου και της τύχης, μια γυναίκα εκπάλγου καλλονής κατ΄ ομολογία του Ντελακρουά και όλων των ιστορικών της εποχής.
Μια γυναίκα με ασυνήθιστη για τα τότε δεδομένα δράση που προκάλεσε την προσοχή πολλών συγκαιρινών της που ζητούσαν να μάθουν και την παραμικρή λεπτομέρεια που αφορούσε την ζωή της φτάνοντας έτσι έως εμάς σήμερα μια σχετική έστω πληροφόρηση του σκοτεινού κι ανεξιχνίαστου εκείνου χθες.
Ρεμπιά Γκιουλνούς, η γυναίκα που με τον θάνατο της ανέκοψε την φρενιασμένη χαρά των επίκτητων συμπατριωτών της για το μεγάλο γεγονός της κατάληψης του Μωριά.
Στην Ανδριανούπολη, πέντε Νοεμβρίου του 1715, σε ηλικία εβδομήντα πέντε χρονών, άφησε τον κόσμο αυτό η Ρεμπιά Γκιουλνούς ή η Ρεθύμνια Ευγενία Βεργίτση, . Η σωρός της μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη για να ταφή σε ένα πλούσιο τζαμί που είχε φροντίσει να χτίσει η ίδια.
Στο Γενή- Τζαμί στο Σκούταρη, όπου μάλιστα ο τάφος της διατηρείται ακόμη για να θυμίζει την ευνοούμενη του Σουλτάνου Μεχμέτ του IV, και την Βαλιδέ Σουλτάνα έπειτα, με σουλτάνους και τους δύο γιούς της.
Την γυναίκα που καμιά άλλη όμοια της στο χώρο του σουλτανικού χαρεμιού, δεν έφτασε τόσο ψηλά όσο εκείνη.