Showing posts with label ΚΡΥΦΕΣ ΝΟΤΕΣ Σ'ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΠΕΝΤΑΓΡΑΜΜΟ. Show all posts
Showing posts with label ΚΡΥΦΕΣ ΝΟΤΕΣ Σ'ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΠΕΝΤΑΓΡΑΜΜΟ. Show all posts

ΚΑΡΑΒΑΚΙΑ

Thursday, September 23, 2010





Μια σελίδα λευκή


πώς να φτάσω εκεί

με τι λέξεις

να 'χα χίλιες φωνές

να ακούς, κι όποια θες

να διαλέξεις



Δυο σελίδες λευκές

σου 'χω κι άλλες να καις

είμαι ανήμπορη, κοίτα

δε σε φτάνει καμιά

καραβάκι η μια

και η άλλη σαΐτα



Καραβάκια και σαΐτες

για ταξίδι ξεκινούν

όσες νίκες, τόσες ήττες

αν αντέξεις θα σε βρουν



Κι αν μαθαίνεις την αλήθεια

σ' όσα λένε τα παιδιά

αν σε φτάσει μια σαΐτα

κάρφωσέ τη στην καρδιά



Μια σελίδα χαρτί


ποιος σου λείπει και τι


να σου στείλω

τι ζητάς στη ζωή

για να δω αν θα μπει

σ' ένα φύλλο



Καραβάκια και σαΐτες


για ταξίδι ξεκινούν

όσες νίκες, τόσες ήττες

αν αντέξεις θα σε βρουν



Κι αν μαθαίνεις την αγάπη

στα ταξίδια που θα πας

μέσα σ' ένα καραβάκι

μπες και μάθε ν' αγαπάς
read more “ΚΑΡΑΒΑΚΙΑ”

POR UNA CABEZA

Sunday, March 1, 2009









* The lyrics of the song talk about a compulsive horse-track gambler who compares his addiction for the horses with his attraction to women.


Por una cabeza
si ella me olvida
que importa perderme,
mil veces la vida
para que vivir...


Losing by a head
if she forgets me,
no matter to lose
my life a thousand times;
what to live for?
read more “POR UNA CABEZA”

Saturday, February 21, 2009


υ.γ Τρεις χορδές κι ένα δοξάρι. Τα δάχτυλά μου μπλεγμένα στις νότες. Η καρδιά μου να φτεροκοπάει σκιές, ανέμους κρητικούς κι ο νους ανεγυρίζει την αθάλη τούτου του κόσμου.

Τρεις χορδές κι ένα δοξάρι στα χέρια μου. Πάει να πει πως... όλα εδά αρχίζουν.
read more “ ”

APASSIONATA

Friday, October 10, 2008





Λευκή μέρα...


και στο βάθος της Bach, Strauss...τελευταία σονάτα του Βeethoven, άριες πάνω σε βαλς, Appassionata. Πες μου τί άλλο να πεθυμήσω από τη ζωή; Κι ένα χαμόγελο σαν από χρόνια χαμένο, μπλεγμένο στα δάχτυλά μου. Κοιτάζω στο καθρέφτη, βλέπω ένα όμορφο κορίτσι. Ένα όμορφο κορίτσι. Κοιτάζει, όχι τη Ζωή. Γέρνει , κατά το θάνατο και βλέπει τη Ζωή. Όπως τα ζουμπούλια γέρνουν προς τον Ήλιο, όπως οι άνθρωποι στο χώμα. Θέλει να ερωτευτεί Ξανά και ξανά και ξανά...Μέχρι «το ποτέ πια, μέχρι το που πεθαίνουν».

Σευχαριστώ. Για το σήμερα. Θυμίζει παλιές κυριακάτικες προσευχές στο τραπέζι, γύρω από έναν θεό. Τα λόγια φιλάνε τα δικά σου χέρια . Κι ο θεός πλάσμα του νου, απομένει...


read more “APASSIONATA”

ΚΙ ΟΛΟ ΕΣΕΝΑ ΘΕΛΩ ΜΟΝΟ...

Saturday, September 20, 2008




Τί θα κάνεις, λοιπόν ;
Το κομμένο ντεπόν
κυνηγάω στο σεντόνι
και προτού να το πιω, σαν δεσμός με σκορπιό
λογαριάζονται οι πόνοι
...
read more “ΚΙ ΟΛΟ ΕΣΕΝΑ ΘΕΛΩ ΜΟΝΟ...”

SOMEWHERE OVER THE RAINBOW

Sunday, September 14, 2008




somewhere over the rainbow way up high
there's a land that i heard of once in a lullaby
somewhere over the rainbow skies are blue
and the dreams that you dare to dream really do come true

one day i'll wish upon a star
and wake up where the clouds are far behind me
where troubles melt like lemon drops
away above the chimney tops
that's where you'll find me

somewhere over the rainbow bluebirds fly
birds fly over the rainbow
why oh why can't i ?

where troubles melt like lemon drops
away above the chimney tops
that's where you'll find me

somewhere over the rainbow bluebirds fly
birds fly over the rainbow
why then oh why can't i
?

Israel Kamakawiwo Ole

read more “SOMEWHERE OVER THE RAINBOW”

Saturday, September 13, 2008

Η κοπέλα με το φεγγάρι στους ώμους , μ'εκείνα τα μάτια που γυμνώνουν τη νύχτα από ντροπή. Λίγο απο κόκκινο ή όπως συνηθίζουν οι άνθρώποι να σφαλίζουν τη φωτιά μέσα στις λέξες , δεν σού έγνεφε κανείς πάνω στο δρόμο. Με κοίταζες θαρρώ. Έμενα, τη νύχτα, ποιός νοιάζεται;
Ο Νάτζιμ λέει πως είμαι πιο όμορφη. Κι όμως ήταν εκείνο το φεγγάρι στους ώμους που με τύλιξε πάνω σου.
Τί λες, πάμε σπίτι;
read more “ ”

FADE AWAY

Thursday, September 11, 2008

''These tears I've cried. I've cried a thousand oceans. And if it seems I'm floating in the darkness Well, I can't believe that I would keep, Keep you from flying And I would cry a thousand more If that's what it takes to sail you home, Sail you home. Sail you home...''


Κείνες οι στιγμές ρίχνουν άγκυρες στα λιμάνια του χρόνου, εκείνες που μένουν να ξεγλιστρούν πλάι μου. Σιμά μου. Πού να'σαι; Είναι οι ώρες τ'απομεσήμερου. Το δειλινό μερεύει , λένε,τους πόθους, βασιλεύουν στις ατλαζένιες θάλασσες κι εγώ...εγώ τους θέλω να βουλιάζουν στα λιόδιχτυα . Δεν υπάρχει φυγή, σκεφτόμουν χθες. Φυγή απο το σήμερα, όλα του μυαλού καμώματα, ούτε την αύριο μη σκέφτομαι. Κουράστηκα κι έχω κομμάτια σκορπισμένα, σκαλισμένα σε πυξίδες που ξέχασα να κρατήσω στις χούφτες μου. Στον ύπνο μου σκουριασμένες πυξίδες.
Θέλω χρόνο να μη σκέφτομαι, μα δεν υπάρχει. Λικνίζεται η ψυχή στα ικριώματα κι άλλες πάλι γκρεμνίζεται απο βράχους. Μήτε που στέκεται κάποιος πλάι μου, έστω να ξεκαρδίζεται στα γέλια. Αρκούν οι σκιές καμμιά φορά στο πλάι μας. Εσύ; Νέα σου δεν ξέφυγαν απ'τη σιωπή, πεισματάρα κυρά. Να μένει. Τα νέα είναι για τους στεργιανούς κι εγώ λογίζω τη ματιά μου πως αλάργεψε. Αλήθεια, ποιός φεύγει τελικά ; Κείνος που χάνει τον ήλιο απο τα μάτια του, απαντάς. Τότε, δεν έφυγες. Τότε δεν έφυγα. Φτάνει να γύρω στον ήλιο.
Ποιός υπομένει τη ζωή; Όχι, εγώ, απαντώ. Δεν στέγνωσα την αγάπη με την υπομονή .



Υ.γ Θέλω να έρθεις να μου φανερώσεις μια αλήθεια. Ποιά είμαι;


read more “FADE AWAY”

16:16

Sunday, August 31, 2008

''He that believeth and is baptized shall be saved
but he that believeth not shall be damned.''

Mark 16:16
read more “16:16”

Sunday, July 27, 2008

''Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες, θέλω
να χώσω τη μούρη μου μες τα μαλλιά σου, που'ναι
σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.''

Μ. Χατζηλαζάρου
read more “ ”

''ΝΕΚΡΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ''

Tuesday, June 24, 2008


(Το βαρκάκι του Χάροντα φτάνει στην όχθη της Αχερουσίας. Οι νεκροί βγαίνουν ένας-ένας πληρώνουν το ναύλο τους (έναν οβολό) στον Χάροντα και χάνονται δεξιά. Τελευταίος βγαίνει ο Μένιππος, που πάει να φύγει χωρίς να πληρώσει. Ο Χάρος τον πιάνει από τον ώμο:)

ΧΑΡΟΣ: Κατέβαινε, βρε καταραμένε, τον ναύλο!
ΜΕΝΙΠΠΟΣ: Δε πα' να φωνάζεις Χάρε, όσο σ' αρέσει.
Χ: Πλέρωσε ρε σου λέω, για το ταξίδι που 'καμες!
Μ: Δε μπορείς να πάρεις από κάποιον που δεν έχει.
Χ: Καλά! Υπάρχει κάποιος που να μην έχει έναν οβολό;
Μ: Αν είναι και κάνας άλλος, δε ξέρω. Εγώ πάντως δεν έχω.
Χ: Βρωμιάρη. Θα σε πάω στον Πλούτωνα, αν δε πληρώσεις.
Μ: Κι εγώ θα σου ρίξω μία με το κουπί και θα σου σπάσω το κρανίο.
Χ: Τζάμπα ταξίδεψες δηλαδής;
Μ: Ο Ερμής, που με κουβάλησε 'δω, να σε πλερώσει.
ΕΡΜΗΣ : Θα 'πρεπε να πουληθώ ολάκερος αν ήταν να πλερώνω τους πεθαμένους.
Χ: Δε θα το κουνήσω στιγμή από κοντά σου.
Μ: Αν είν' έτσι, βγάλε όξω τη βάρκα και κάτσε. Μα δεν έχω μία! Τι θα πάρεις;
Χ: Δεν ήξερες ρε, πως έπρεπε να 'χεις το ναύλο;
Μ: Το 'ξερα και λοιπόν; Αφού δεν είχα μία, τι να 'κανα; Να μη πέθαινα;
Χ: Δηλαδή μόνο συ θα καυχιέσαι πως τη πέρασες τζάμπα;
Μ: Ε όχι και τζάμπα ρε μάγκα! Νερά έβγαζα, κουπί τράβηξα και μόνο 'γω απ' όλους, δεν έκλαιγα!
Χ: Αυτά δε περνάνε σε βαρκάρη! Πλέρωσε το ναύλο. Δε μπορεί να γίνει αλλιώς!
Μ: Ε τότε γύρνα με πίσω...
Χ: Ωραία τα λες. Να τις φάω κι από πάνω από τον Αιακό!
Μ: Ε τότε μη μου κολλάς.
Χ: Δείξε μου τι έχεις μες στο σακί;
Μ: Λούπινα. Θες λιγάκι; Κι ένα πρόσφωρο.
Χ: Από που μας κουβάλησες βρε Ερμή τούτο το κοπρόσκυλο; Το τι έλεγε στο ταξίδι δε περιγράφεται! Πείραζε και κορόϊδευε όλους τους άλλους κι ήταν ο μόνος που τραγουδούσε ενώ κείνοι θρηνούσανε.
Ε: Δε ξέρεις Χάρε ποιον είχες στη βάρκα; Τον Μένιππο! 'Ανθρωπος τελείως λεύτερος. Τίποτε δεν τονε νοιάζει!

Ο Μένιππος βρίσκει ευκαιρία που ο Χάρος μιλά με τον Ερμή και τη κοπανά...

Χ: Αχ και να σε πιάσω καμιά φορά...

Ακούγετ' η φωνή του Μένιππου από μακριά

Μ: Αν με πιάσεις φίλε μου. Δυο φορές δε μπορείς να με πιάσεις.









Υ.Γ Γιατί πάντα έχω την εικόνα του Μένιππου να βροντογελάει μπρος σε κάποιο ακρογυάλι σηκώνοντας το μεσαίο του δάχτυλο κατα το μέρος του Άδη;;

''Μολών Λαβέ'' λαμνοκόπε των φόβων, σ'ένα απ'τα ταξίδια σου ...και την βάρκα σου, ξέρεις που να τη βάλεις!
read more “''ΝΕΚΡΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ''”

Saturday, June 14, 2008

Ξεθάρεψε το μνημονικό κι έβγαλε τούτη τη φλόγα: '' Χρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί, βασανισμένη καρδιά μου
με το χρυσάφι και τη φωτιά για να σου κάμω ένα κέντημα
ένα ζουμπούλι πορτοκαλιάς
μιαν ανθισμένη κυδωνιά να σε παρηγορήσω.
Εγώ, που κάποτε σ'άγγιξα με τα Μάτια της Πούλιας
και με τη χαίτη του φεγγαριού σ'αγγάλιασα και χορέψαμε
μες τους καλοκαιριάτικους κάμπους
πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι.
Μαύρη μεγάλη μοναξιά με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό σου, τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.'' Ν. Γκάτσος

Θυμίζει παλιά Αθήνα. Έχει τις φτερούγες του σφαλιστές- δυο μεγάλα πορτόφυλλα- αντικρύζουν τον ακάλυπτο. Δένω τις φτερούγες του μ'ένα λουκέτο, κάποιες φορές φοβάμαι πως σαν επιστρέψω θα τις έβρω ανοιχτές σαν βεντάλιες που χαιδεύουν τον άνεμο. Είναι δικό μου και βλέπει στον ακάλυπτο. Κι απέναντι μπαλκόνια -καθρέφτες των ανθρώπων, λογής λογής χαρτόκουτα στιβαγμένα ανάμεσα σε φωνές-μουσικές και κλάμματα. Οι ψίθυροι κάποτε γίνονται φωνές , μες το τσιμέντο. Απλωμένα ρούχα, κουρτίνες που παλεύουν να χορέψουν με κάποιο ανεμοβόλι, μια λωρίδα γαλάζιο σαν στρέψω το βλέμμα. Κι όμως παλεύω αυτή την ομορφιά μέσα μου να τη θεριέψω, να την κάμω χαρταετό κι έπειτα να τη στείλω στη γωνιά σου. Και βιβλία πολλά βιβλία... όχι Καρυωτάκηδες, Σεφέρηδες και Παλαμαδες...Δίκαια και Νόμοι που να τα πάρει ο διάβολος. Ξέχασα τον ανεμόμυλο και τα χρώματα της ίριδας κρεμάσμένα στο μπαλκόνι. Αρχίζω να μαθαίνω ιστορίες για κείνους που αναπνέουν πάνω μου- ζερβά μου, οι ψιθυροι γίνονται ουρλιαχτό μες τα τσιμέντα και κάποτε το ξύλο προδίδει γνώριμους γυναικείους ήχους ή κάποιο αναστεναγμό... Μην ξεχάσετε, σαν γραπώσετε τα κοντύλια σας να χαράξετε την ''ιστορία των προδοτών'' να γράψετε και δυο μεγάλους γνώριμους: Ακάλυπτους και ξύλο. Το δεύτερο δεν πρόδωσε και τον Χριστό;
read more “ ”

ΧΕΙΜΕΡΙΝΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ

Tuesday, May 6, 2008


Επειδή άλλο να πώ δεν ηύρα κι ύστερα διάβασα και ξαναδιάβασα τα τελευταία κεφάλαια, κείνα πού σκαλίζονται με γράμματα. Είδα το πρόσωπό σου να μαχαιρώνει η βροχή όπως τα βράχια σε τούτο το ακροθαλάσσι κάθε πού βουτάει ο Αύγουστος μες την ηχώ των κυμμάτων κι αφήνει ένα συριγμό πλάι στο κύμα. Μονάχα τούτο αφόρμισε σαν τη πληγή στο χρόνο.


( Δωρισμένο...)


''Tης πήραν τα παιγνίδια και τον εραστή της. Έσκυψε λοιπόν το κεφάλι και παρ' ολίγον να πεθάνη. Mα τα δεκατρία ριζικά της σαν τα δεκατέσσερά της χρόνια εσπάθισαν την φευγαλέα συμφορά. Kανείς δεν μίλησε. Kανείς δεν έτρεξε να την προστατεύση κατά των υπερποντίων καρχαριών που την είχαν ήδη ματιάξει όπως ματιάζει η μυίγα ένα διαμάντι μια χώρα μαγεμένη. K' έτσι ξεχάστηκε ανηλεώς αυτή η ιστορία όπως συμβαίνει κάθε φορά που ξεχνιέται από τον δασοφύλακα το αστροπελέκι του στο δάσος. ''
Α. Εμπειρίκος
( Απο την Υψικάμινο, Άγρα 1980)
read more “ΧΕΙΜΕΡΙΝΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ”

L' ETERNITE ET UN JOUR *

Sunday, November 4, 2007


''20 Σεπτέμβρη 1966
Κοιμόσουν ακόμα όταν ξύπνησα. Σε κοίταξα δίπλα μου ν'ανασαίνεις. Ονειρευόσουν Αλέξανδρε; Το χέρι σου κουνήθηκε λίγο σαν να μ' έψαχνε, τα βλέφαρά σου έπαιξαν κι έπειτα βυθίστηκες πάλι. Μια σταγόνα ιδρώτα ανάμεσα στα μάτια σου κύλησε και ταξίδεψε... Το μωρό απο δίπλα μουρμούρισε ένα σιγανό παράπονο, μια πόρτα έτριξε. Βγήκα στην βεράντα κι έκλαψα...
Να μπορούσα να κρατήσω αυτή τη στιγμή να την καρφιτσώσω σαν πεταλούδα να μην φύγει. Σού γράφω μπροστά στη θάλασσα πού απλώνεται λιπόθυμη, το σπίτι μυρίζει ζεστό γάλα κι υγρό γιασεμί. Σού γράφω, σού μιλάω, νιώθω πώς σε έχω πλησιάσει τόσο πολύ πού μού αντιστέκεσαι. Απειλώ τον κόσμο σου, Αλέξανδρε;
Κι όμως , δεν είμαι παρά μιά ερωτευμένη γυναίκα...
Τη νύχτα σε κοίταζα, δεν ήξερα αν κοιμόσουν ή σώπαινες, φοβόμουν αυτό πού μπορούσες να σκέφτεσαι, φοβόμουν ότι είχα μπεί μες στη σιωπή σου κι άρχισα να δείχνω έυθραυστη με το μόνο τρόπο πού ξέρω, με το κορμί μου. Γιατί τότε δεν κινδύνευε η δική σου ασφάλεια..
Δεν είμαι παρά μιά ερωτευμένη γυναίκα, Αλέξανδρε...
Περπάτησα γυμνή στην άμμο, ο αέρας φυσούσε, ένα καράβι πέρασε, αργούσες να ξυπνήσεις. Πάνω μου η ζεστασιά σου ακόμα. Δεν τολμούσα να ονειρευτώ ότι μ' ονειρεύεσαι... Άχ, Αλέξανδρε, αν για μιά στιγμή το πίστευα θα διαλυόμουν σε μιά κραυγή...''
Υ.Γ Ετούτα τα λόγια πού με ταξίδεψαν, στα χαρίζω, κι άλλα πολλά, επειδή δεν θέλω τίποτα δικό μου να κρατώ πιά μέσα στις χούφτες μου...
* Τα λόγια κλεισμένα σ'ένα γράμμα απο την ομώνυμη ταινία του '98: ''Μία αιωνιότητα και μία ημέρα '' του Αγγελόπουλου.
read more “L' ETERNITE ET UN JOUR *”

ΗΜΕΡΑ ΤΡΙΤΗ

Sunday, October 28, 2007

''Ναι για τα πάντα είχα ελπίσει

Και για τα πάντα απελπίστηκα

Τη ζωή τον έρωτα τη λήθη τον ύπνο

Δύναμη και αδυναμία

Δεν με γνωρίζει πια κανείς

Τ'όνομά μου ο ίσκιος μου έγιναν λύκοι.''



Paul Eluard








read more “ΗΜΕΡΑ ΤΡΙΤΗ”

ΕΚΑΤΟΦΥΛΛΑ

Saturday, October 6, 2007





Σε όσους πολέμους
κι αν με πάς θα σε νικήσω...



Σε εκείνους πού θέλησαν
μόνο ένα
τη στιγμή πού έπεφταν... Γ.Χ
read more “ΕΚΑΤΟΦΥΛΛΑ”

(1942-1998) Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ - ΑΝΤΙΟ, ΦΙΛΕ.

Friday, August 24, 2007

Απόψε θα σού πώ μιαν ιστορία. Για ένα παλληκάρι που ροβολούσε
τους κρημνούς τις δρακοντιές τ'αστέρια.

Απόψε θα σού πώ μια ιστορία για
ένα παλληκάρι κι
ένα βουνό.

Κείνες πού σέρνουν το χορό στους γάμους και
τα ξόδια, κείνες
πού σπέρνουν ασφόδελους σ'ανήλιαγα αλώνια.

Τούτη τη μέρα
του χαμού θα την
αναθυμήσω με λόγια και με δρέπανα, με ίσκιους και κοντύλια σάμπως
να γνέφει ο θάνατος της θύμησης το αίμα του να βάψουνε τ'αχείλια.

Πέρα στης
Μάνης τα βουνά
στους πύργους τα λιοπύρια, η πέτρα ανάστησε ένα γιο με της ξωθιάς
τα στήθια.

Κίναγε ο τόπος να ζευτεί τα στάχυα του Αλωνάρη κίναγε η πλάση
ολάκερη το
γδικιωμό να πάρει.

Τί ταν το σώμα ασώματο βροντή για τους ανθρώπους
κείνους πού σέρνουνε φωνή σ'επιθανάτιους ρόγχους, τί ταν οι λόγοι του οργιές
μακρυά στους οριζώνες, κείνους που σπέρνουν οι σαλοί κατά των ανθρώπων τους
κανόνες.

Και κάθώς φεύγουν οι καιροί στης γης το ηλιοστάσι, γίνηκε ο νιός
πολεμιστής και πόρθεψε τη γνώρα,
έκαμε ρίζες και βλαστούς αντρειέψαν οι
καημοί
του,

έκαμε στάχτη τις φωτιές τους φόβους τις άντάρες, έβαλε
αιθέρες
ανάπλωρους στης νιότης του τη πρώρα

καθώς καρτέρηγε η ζωή τού θάνατου
την ώρα...

Πέσαν απάνω του ριπές οι όργητες του κόσμου, θέριεψαν λιμνοθάλασσες,
αντάρειεψαν πελάγη, μα κείνος έστεκε θαρρείς λύχνος μες το σκοτάδι

με ξέσκεπα
τα
στήθη του αγνάντια στις φοβέρες, αγνάντια και στου τελεσμού τη μοίρατου
ανθρώπου,
τη μοίρα τη βαριέσπαιρη πού όρισε η φύση να στέκει στων θνητών ζωή,
ήλιος που
θε να δύσει.

Μια μάνα πού παρέστεκε κρυφά στο παραθύρι, μια κόρη
πού τον
στέναξε 56 χρόνους,
έστεργε τα μελτέμια του το λίκνο της ψυχήςτου,
καρτέρηγε
τους λόγους του τσ'αλήθειας του τους κλώνους.

Ήταν της μοίρας
θέλημα και των Θεών
κατάρα, να ζώσουνε τα σπλάχνα της τούτο το παλληκάρι, να
γέψει αίμα η ψυχή κρυφά
να αιματώσει, να στάξουν στάλες καταγής στα χώματα
της Σπάρτης.

Και κάθως
πέρναγαν καιροί, αλάργεψε η νιότη, σαν διαβατάρικο
πουλί πού γυρισμό δεν έχει,
μα κείνος επεισμάτωσε σαν το θεριό υψώθη τα' βαλε
με τον χάροντα, της νύχτας
τις φοβέρες

κι έλεε κάθως χάραζε, την αλήθεια πώς
κατέχει...

Ζυγώσανε τα μάτια
του τον άρρενα βουνό σαν ήρθε η ώρα η ζευτή πού
χρόνια καρτερούσε,

δρασκέλισε τον
κάματο, τα φόβο, τον εχθρό μα στης νυχτιάς
τον ουρανό ένα άστρο αναρριγούσε.
Γύρευε τον αφέντη του, να ζέψει την ψυχή
του, να τον τυλίξει στου γαλανού τσ'
αμάλαγους τους κόρφους, να τον εκάμη
αθάνατο πλάι στους αθανάτους

κείθε πού
κρύβουν οι Θεοί τού άνθρwπου τους
πόθους,στων άστρων την γλυκιάν αυγή...

Κι έτσι σαν να'τανε γραφτό της μοίρας
το υφάδι, μές τις αγγάλες τού βουνού
κλείσαν το παλληκάρι
κι εσείστη ο
Άδης κάτωθε,

της μάνας το μαγνάδι μύρισε
δάκρυ και καημό...

Μέσα στις χώρες
των θνητών κρυφά μολογησέ το αν δούν τα
μάτια σου άλλονε σαν και το παλληκάρι,
να αψηφάει τον γερο-Χάροντα και τις βουλές
τις θείες, να στάζει φώς το αίμα
του κατά πώς το φεγγάρι


και τότε θά'ρθω να
σού πώ πώς δεν ήταν μονάχος
πάνω στου κόσμου τις στεριές

και πώς εστάθη κάλεσμα
του κόσμου, η ζωή του.

read more “(1942-1998) Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ - ΑΝΤΙΟ, ΦΙΛΕ.”

ΧΕΙΜΩΝΑΝΘΟΣ

Monday, August 20, 2007





Γδύσου κι από τα μάτια μου
πάρε νερό και πλύσου
ο χωρισμός θυμήσου
είναι χειμωνανθός
την λύπη την κατοίκησα
σε νύχτα και σε μέρα
σ' αφήνω στον αέρα
για να σε βρω στο φως



κι εγώ μια θλίψη που ζητώ
για να με σημαδέψει
το φως πριν βασιλέψει
θα σ΄αρνηθώ ξανά
read more “ΧΕΙΜΩΝΑΝΘΟΣ”

ΣΑΝ ΒΓΩ ΑΠ' ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΥΛΑΚΗ

Tuesday, July 31, 2007









Τί με κοιτάς;

Δεν χωράνε τούτα τα λόγια σ'ένα καλοκαίρι, σωστά;

Ψάχνεις ακομά να ξεκρίνεις τους χειμώνες απο τα καλοκαίρια, λές, αναζητάς χαμένους ήλιους ή πάλι καρτεράς λησμονημένες θάλασσες, τώρα πιά. Δεν αντέχεις, λές, να βλέπεις, μά ξάφνου αλλού αποστρέφεις το βλέμμα. Κείνο το βλέμμα πού κουβαλάς σε κάθε πόλεμο, σε κάθε θάνατο, σε κάθε γιορτή.
Γιατί χάνεσαι, άνθρωπε;
Πού χάνεσαι, ρώτώ, πόσα ηλιοβασιλέματα κίνησες ν'αφήσεις ξοπίσω σου;
Ναι, ξέρω πώς πονάς, και πώς τ'αγγάθια δεν βαστά το δέρμα σου που χρόνια τώρα μόλεψε η βροχή πάνω στις πεδιάδες σαν ξάπλωνες να ξαποστάσεις. Δεν είναι λύση, σού φώναζω, η λησμονιά, κι όσες σκιές ξαπόστειλες στα λαγούμια της ζώής σού πίσω απο τα παραπετάσματα των φόβων σου, τούτες εγώ θε να ξεθάψω.

Μή με θυμώνει το βλέμμα σου, άνθρωπε.
Σωθήκανε τα χρόνια που ξεκρέμαγες πανιά πάνω στ' άρμπουρα της λευτεριάς σου, ήρθαν χρόνοι πού γδάρανε τις κυανές σου ακτές, τις φωτισμένες βόλτες σου κάτω απο αστροκέντητους ωκεανούς. Τώρα πού πια το θέλησες με το μαχαίρι των τριγμών με τη ρομφαία του χρόνου, αναποδογύρισες τη πλάση, κι είναι πιά ώρα την αλήθεια, λέω, να κοιτάξεις,- πιό βαθιά τον πρόγονο στα μάτια.
Φτάνουν οι επιτύμβιες στήλες πού 'στηνες πέρα απο τα παραπήγματα , πίσω απο λαβωμένους θούριους και νίκες περίλαμπρες έχτιζες στα όνειρά σου.

Πάλι αποφεύγεις τη σιωπή,κεί πού κρύβεται η αλήθεια. Φτάνει ν'ακούς φωνές, φτάνει πού τίποτε δεν έμαθες.
Κι όμως, πάλι στα ίδια μέρη θ'ακουμπήσει η ανάσα σου σαν κάποτε γύρίσεις. Τέλικά, είναι πού τίποτε δεν έσβησε η φυγή σου, έρμε αποστάτη, κι ύστερα υψώνεις το χέρι στους ουρανούς...
Πώς να κλάψω σαν σε αντικρύζω, πώς να γελάσω σαν το είδωλό σου ξέφεύγει απο τη σάρκα σου, φθηνά και τα πλουμίδια πού χρόνια ύφαιναν μανάδες σε καιρούς ελπιδοφόρους, για σένα. Μα, δεν μπόραγες να τα κρατήσεις κεντημένα πάνω στο κορμί σου. Ήθελες, λέει, να' σαι ελεύθερος.

Κοίτα γύρω , άνθρωπε, σαν τα πρωτοβρόχια σε γυρίσουν πίσω στα χαλάσματα πού ρίζωσε ο ίσκιος σου, κοίτα γύρω σου και πές μου - τί σε κρατάει πάνω σε τούτους τους τόπους;
read more “ΣΑΝ ΒΓΩ ΑΠ' ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΥΛΑΚΗ”

CRUCIFY

Friday, July 20, 2007






Ive been looking for a savior in these dirty streets
Looking for a savior beneath these dirty sheets
Ive been raising up my hands- drive another nail in
Just what God needs, one more victim

Why do we crucify ourselves
Everyday I crucify myself
Nothing I do is good enough for you
Crucify myself
Everyday I crucify myself
And my heart is sick of being in chains

Tori Amos

read more “CRUCIFY”
 
Google Analytics Alternative