Showing posts with label ΜΠΟΥΚΑΛΙΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ. Show all posts
Showing posts with label ΜΠΟΥΚΑΛΙΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ. Show all posts

ΒΡΕΧΕΙ

Sunday, January 30, 2011



Βρέχει . Κάποιος ουρανός διψάει να αφήσει σημάδια στις στέγες μας, αλλιώς δεν εξηγούνται τα τόσα σπασμένα κεραμμύδια στη ζωή μου. Όχι, πως με φόβησαν ποτέ οι βροχοπτώσεις. Είχαμε πάντα έναν κοινό παρανομαστή να μας συντροφεύει στα σεφέρια μας. Τη βροχή κι εμένα. Και τις πτώσεις. Θα θέλαμε, βέβαια, κάποτε να τις ονομάζαμε πτήσεις, ίσα για να χαμογελάσει η ιδιοτροπία των ονομάτων , να στυλωθεί το κουράγιο πάνω σε κατορθώματα. Μα δε βαριέσαι , κανείς δεν μάς θυμήθηκε ποτέ με τα ''μικρά ''μας. Κρύβουν, άλλωστε, μια ένοχη μνήμη τα επώνυμα, γι'αυτό και δεν ενταφιάζονται κάτω απο το χώμα παρά υπόμενουν το επιτάφιο μαρτύριο στις πλάκες.
Μη με ρωτάς τί σχέση έχει η βροχή με το χώμα, σα να αναρωτιεσαι πάλι πως ερωτοτροπούν η ζωή και ο θάνατος. Είναι κι ο νόμος της βαρύτητας μια δυναστεία τυραννική κι ας ελπίζουν οι θνητοί  κάποτε πως θα αθετήσει τις υποσχέσεις του. 
Άν αναποδογύριζα το κόσμο, θα φαινόταν αστείο να κρεμάσω τη βροχή απο το χώμα ή απο τα δέντρα; Ανοησίες, σκέφτομαι, θα πλημμυρίσουν οι ουρανοί.
Δικαιοσύνη απαντώ, να τσακίσουν μια μέρα και τα δικά τους κεραμμύδια.
read more “ΒΡΕΧΕΙ”

ΔΕΝ

Monday, September 27, 2010


Δεν αδειάζει ο χρόνος κι η σκέψη πάνω στη γραφή. Σα να κιοτεύουν τα λόγια ν'ανταμώσουν τον έξω κόσμο. « Πού θα πάς λιποψυχία,κάπου θα σε πετύχω τώρα που ορκίστηκα άυπνη».''Να αποφεύγεις τους κόμπους πάνω στα γράμματα'', θυμήθηκα τη πρώτη δασκάλα, μα θέλω να της πω πως οι κόμποι καρτερούν τη σκέψη, τους λυγμούς, τις γραφές. Θα'ναι που τα παιδιά μαθαίνουν τους ήχους πρότερα από τις λέξεις, ίσως για να κυβερνάνε τις σιωπές στους χρόνους που θα'ρθουν. Γράψε μου έναν ήχο λοιπόν, με κεφαλαία χρώματα, βαρύτονα δίστιχα, σε μέτρο 12/8.




Δεν αδειάζει ο χρόνος κι η σκέψη πάνω στη γραφή...Μα θέλω ν'αρχίσω μια πρόταση που να λέει
Αγάπη.

Υ.Γ Αυτά. Γιατί είναι οι μέρες τέτοιες...που απελπίζουν τα θαύματα. Μα θέλουν και  το χρόνο τους τα θαύματα, αλλιώς θα λέγονταν διαταγές.
read more “ΔΕΝ”

ΑΠΟΓΙΟΜΑ ΣΚΕΨΗΣ

Monday, March 23, 2009








« Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
μέρες ολόκληρες σε
κοίταζα στα μάτια
και δε σε γνώριζα μήτε με
γνώριζες. »








Γ. Σεφέρης








Απόγιομα σκέψης και πάλι συλλαβίζω. Δίχως λέξεις
δεν διαβαίνεις
την άβυσσο, μήτε με φοβισμένες στράτες και λαχτίσματα
ντροπής. Να μιλήσω για
έρωτες για θάνατο και κείνα τα μπλάβα τα σύννεφα που
στέργουν τις νύχτες μου; Να μιλήσω για σιωπή και
κείνα τα πολύχρωμα
κεντήματα
που απλώνει καθε τόσο η μορφή σου στον ύπνο
μου; Για σεφέρια
απορριγμένα στο
χαρτί σαν τσακισμένοι πολεμηστάδες στων
βράχων την απόγνωση.
Απόγιομα σκέψης και πάλι
συλλαβίζω. Με ένα βήμα
που μονάχα εσύ
γνωρίζεις.

'' Ξεκίνησα
ένα
πρωινό /κάτω απο
διάφανο ουρανό/με ρυθμικό το βήμα. Άλλαξε χρώμα ο ουρανός/ο
ορίζοντας πιο
κοντινός/Το βήμα τί ωφελούσε;/Τώρα δὲν ἔχω κάπου πιὰ/νὰ
στρέψω τὴ
θολὴ
ματιά.Τίποτε δὲν προσμένω./''
Να
γέρνει πάνω στους ανθρώπους , όπως
οι σκιές των δέντρων
γυρεύουν
ν'ἀκουμπήσουν τα χώματα ύστερα αποσώνουν
τον ίσκιο τους πάνω
στο θάμπος της
νύχτας. Τόσες οι νύχτες , θα'λεγες
πως φτάνουν να στερέψουν τη σκέψη. Μα δεν
σώνεται έτσι η σαγίτα της ελπίδας,
λέω. Μήτε η προσμονή ξοδεύει την απελπισία
της πίσω απο πρεβάζια κι
αμπαρωμένα
πορτόφυλλα. Μου
λείπουν οι άνθρωποι
όπως στο πεινασμένο ζώο θερίζει τη σκέψη η γέψη της ΄σαρκας,
μα τούτα δεν
είναι λόγια εύκολα που αναρριγούν απο τα σωθικά σου. Μου λείπουν οι
άνθρωποι, που δεν γνώρισα. Εκείνοι που αρνήθηκα να πλησιάσω, κι άλλοι απο
εκείνους μπερδέυτηκαν στα δίχτυα της ζωής μου. Μού λείπουν τα καθάρια
βλέμματα , το λαγγεμένο πρόσωπο, οι φουρκισμένες σκέψεις που
απλώνουν τα λογάρια τους σε ξεχασμένα βράδια. Οι συντροφιές εκείνες που
ξεφτίζουν με το νύχι τους τη γνώση. Με φωνές, ουρλιαχτά και σκυλέματα.


Απόγιομα σκέψης... πως έχω ξεχάσει την ελευθερία μου σε κάποιο
μπαλκόνι να
παφλάζει σα θυμωμένο κύμα, να ξανεμίζει την κόμη της ειρωνικά
σε συντρόφους κι
ερωτικά καλέσματα. Πως έχω αφήσει να λαχταρίζει ένας
φόβος-ορκισμένος εχθρός-
μήπως ζυγώσει κανείς τη λεφτεριά μου. Μήπως λαβώσει
κάποιος την Ελπίδα. Φόβος ή
Πεθυμιά; Δεν μπλέκω τα δάχτυλά μου στην
απόγνωση.

υ.γ Οι άνθρωποι γεννιούνται Ελεύθερα
ερωτευμένοι. Και
πεθαίνουν δέσμια ερειπωμένοι. Γεννιόμαστε μονάχοι,
πεθαίνουμε μονάχοι. Σαν θες
έλα να το σκεφτούμε μια στάλα. Τούτο με βαστάει
τη ζωή να σκλαβώνω με τα
δικά μου χέρια
και να με σκιάζουν τα δικά σου.

read more “ΑΠΟΓΙΟΜΑ ΣΚΕΨΗΣ”

Η ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ

Friday, January 16, 2009


Διαβάζω '' η Ανατομία της Μελαγχολίας'' του Ρόμπερτ Μπέρτον και μάλλον αποφασίζω στα 27 μου φεγγάρια να γκρεμίσω ερωτήματα. Κάπως ν'αποσυνθέσω τα μελαγχολικά γρανάζια τούτου του κόσμου.Του δικού μου κόσμου. Δεν τα γκρεμίζω, τα αποδέχομαι. Την ανατομία τους όμως δεν την παραδίδω σε άλλους.

Σαν αγαπώ το βιβλίο που αγγαλιάζουν οι παλάμες μου, το σκαλίζω με τις μέρες. Αργά , νωχελικά. Όπως εσένα ένα χρόνο τώρα.


read more “Η ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ”

S.O.S PALESTINE

Thursday, January 8, 2009




''Κύριε, δώστε μου ένα υπνωτικό
να κοιμηθεί λίγο η έρημος έξω.''

Κ. Δημουλά

Πιάνω εικόνες και τις σωφυλλιάζω
μεσα στα δυο μου χέρια. Παλιές φωτογραφίες
που τις γέρνω
πάνω στο φως όπως οι πεταλούδες γέρνουν
το θυμό τους στο σκοτάδι.
Σκοτάδι, και το δωμάτιο γέμισε θάνατο.
Και συνηθίζουν τα μάτια στο σκοτάδι. Συνηθίζουν
τα μάτια στο θάνατο. Τόσο που ένα ακέφαλο σώμα
κλειδώνει σα γλυπτό στη μνήμη,
τόσο που τα χαρακωμένα χέρια καρπίζουν μάρμαρο.
Το αίμα χώμα όμως δεν γίνεται , τα δάκρυα
δεν βρέχουν ανεμώνες. Μονάχα ερπύστριες
και λαβωμένα μάγουλα.
Πιάνω αστέρια στο διάβα της νύχτας, απόψε.
Στέλνω θυμό
στους αμπελώνες της κόλασης που ονομάζουν
οι άνθρωποι κρεματόρια της μνήμης
κι αφήνω τη σιωπή κίβδηλη να στέκει. Τη σιωπή μου
με τη δική σας ενοχή να στερεώνουν
τις φτερούγες τους πάνω στα σύρματα της ευλογίας
ενός Θεού
που δεν χρεώθηκε Δικαιοσύνη.



υ.γΚαίγονται τα προσωπεία πάνω στο κόλπωμα του ήλιου
και μείνανε τα πρόσωπα σα νεκροκεφαλές
ν'αγιάζουν την Ανατολή της μέρας.
read more “S.O.S PALESTINE”

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΚΡΟΚΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

Wednesday, December 17, 2008


Απόψε γιορτάζει ο Νικόλας ο Άσιμος στη ψυχή μου. Έτσι, δίχως λόγους και θλιβερές επετείους, διχώς κεράκια και στημένες ημερομηνίες. Απόψε γιορτάζει ο Νικόλας ο Άσιμος, μ'έκείνο το ''ο '' να μπαίνει αναμεσά του όπως το θέλησε εκείνος...''ο Άσιμος''. Για να μη μπερδεύεται στα ποδάρια και τις σκοτούρες του Asimov για να λογιάζεται περιπλανώμενος στα δικά μας ποδάρια και να σκονίζεται με τις θλιβερές διαπιστώσεις του, τις Οδύσσειες περιπλανήσεις ενός'' Κανένα''. Απόψε... ένα θέατρο του δρόμου ξεμύτισε στην άκρη της νύχτας, έκανε τούμπες στους ασφαλτοστρωμένους δρόμους, κοιμήθηκε ανάμεσα στ'αυτοκίνητα κι έφερε στα ξέφτια του μυαλού μου έναν καβαλάρη . Τ' ουρανού. Με τσιμπολογημένα απο σπουργίτια παπούτσια, ένα σακάκι μπαλωμένο εφημερίδες, στίχους, ένα μάτσο μπαλόνια κι ένα ημίψηλο φορτωμένο σκέψεις. '' Αναζητώωωντας Κροκανθρώωωωπους'' , απελπισμένη η κραυγή του Καβαλάρη θυμώνει το Αβασάνιστο. Ένα σμαρι παιδιά αμολάνε πετροβόλια με τις χουφτές, ή μήπως βρέχει εκείνη τη νύχτα, κανείς δεν θυμάται. Έχει δεμένες δυο γραβάτες στο λαιμό του, σα θηλιές κι είναι λέει δυο φορές κύριος, κι έπειτα '' Εσύ'', λέει, '' μην πατάς πάνω στις κάλτσες σου, είναι φριχτό αυτό που κάνεις''. Γελάς, κι εσύ, κι εγώ. Πώς άλλωστε;
Πουλάει κασέτες στα στενά των Εξαρχέιων κι ένα μικρό κορίτσι με μπλεγμένες τις κοτσίδες του έχει γραπωμένες τις χουφτες στην τσέπη του σαν κυρτωμένες τανάλιες .
Απόψε δεν ανάβω κεράκια στη μάσκα που σου φόρεσε ο Θάνατος. Ούτε τύπωσα μπλουζάκι με τα ξέμπλεκα μαλλιά σου, ούτε τον ''μπαγάσα ''σου πλήγωσα με τα χείλη μου. Μονάχα που σε σκέφτηκα να φτυαρίζεις συνειδήσεις στον κήπο των Εξαρχείων. Και γέλασα, γέλασα με τη ψυχή μου. Τόσο που έγινα πολύχρωμη, σαν τους δικούς σου κροκανθρώπους.
Venceremos ,Nικόλα ,venceremos...γιατί η ελευθερία δεν πεθαίνει μέσα σε εμφύλια στρατεύματα και δεν χαρακώνει μονάχα χαρακώνεται. Πουλάει κασέτες, δεν ξεπουλιέται στα παζάρια.
Σε γιορτάζω απόψε, που γουστάρω Ελευθερία.

«Εμένα μ'αρέσουν οι βαθιές θάλασσες. Κι ας μη γυρνώ τον κόσμο. Κι ας με νομίζεις κολλημένο στο ίδιο σημείο. Δεν υπάρχει σύμπαν Υπάρχουν μόνο Στιγμές. Συμπαντικές στιγμές.Αν φτάσεις στην ακινησία Μπορείς παντού να ταξιδέψεις. Εγώ δεν χρειάζομαι τον Κόσμο, κακώς έχεις νομίσει.Για μένα δεν υπάρχει κόσμος Χρειάζομαι απλά Να δημιουργώ κόσμους»
Ν. Άσιμος
read more “ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΚΡΟΚΑΝΘΡΩΠΟΥΣ”

Saturday, December 13, 2008


Στις 9 το βράδυ διάφορες ομάδες νεολαίας θα συγκεντρωθούν στη κεντρική πλατεία στο Γκάζι, μπροστά το Μετρό Κεραμεικού με σκοπό να ενημερώσουν τους νέους για τα τρέχοντα γεγονότα. Σύνθημα τους «σας θέλουμε μαζί μας». Αμέσως μετά θα ακολουθήσει πορεία μέχρι την πλατεία Ομονοίας μέσω της οδού Πειραιώς.


Θα είμαστε όλοι εκεί.


υ.γ Ένα Σάββατο μπορείς να αφήσεις παράμερα τις γόβες και τα λαμπερά σου φορεματάκια. Σωστά;;
read more “ ”

Wednesday, December 3, 2008


Nομίζω πως κοιμήθηκα περισσότερα τρένα στη ζωή, παρα ανθρώπους. Τα δικά μου βαγόνια, στάθηκαν τα πιο αλλόκοτα, λες και τις ώρες που συχνάζω στα σωθικά τους βρέχει ο Θεός περίεργα στοιχήματα. Τα ''ξωτικά της μέρας'', ψιθυρίζω, περιπαίζω τις εικόνες, δίνω σχήμα στα πλάσματα κι εκείνα ξεφτίζουν με το νύχι τους λίγο τη φαντασία. Τα μυρίζω όπως η μάνα το βλαστό της, όπως το θρέμμα το μητρικό το στήθος, πέφτω επάνω τους με γδούπο. Τρελοί πραματευτάδες, ζωγράφοι, ποιητάδες, πορνογράφοι και ειδωλολάτρες, κοιμωμένες ξεχασμένες πριγκηποπούλες, στο διπλανό κάθισμα, να ξεχνάνε την ανάσα τους στον ώμο μου. Αρπάζω τότε ένα δίχτυ- σαν τις ''πλεξούδες'' του ''Γέροντα '' στ'ανοιχτά του πελάγους- ανάβω τσιγαράκι- κατα φαντασίαν - και θυμωνιάζω λόγια. Σταχυα λόγια, λυγμούς και περιπαίγματα. Μάτια, πονεμένα, μάτια ξενυχτησμένα, θυμό , οικτο, λαχτάρα.

Στιγμές που χάνω τον εαυτό μου, σαν σήμερα, να γίνομαι όλα όσα μισώ να θωρώ στις στέπες των ανθρώπων. Ανοιχτό παράθυρο, θέση με θέα στο διάβα του τρένου, να βλέπω πάντα τα φώτα των δρόμων να ξαπλώνουν στο στήθος μου, τίς ρυτίδες προσώπων ξεχασμένων απο το χρόνο στις αποβάθρες, στο τζάμι να ζωγραφίζω με το δάχτυλο εσένα. Πάντα εσένα. Παράθυρο ανοιχτό, λέω. Βρόχη - ρανίδες γυαλιού χαράζουν το μέτωπό μου, τις σελίδες του βιβλίου που στα χέρια ακουμπώ. Σηκώνομαι βιαστικά και σφραγγίζω το παράθυρο. Σηκώνομαι βιαστικά και σφραγγίζω το παράθυρο. Δεν είμαι εγώ, τότε ποιός; Ανόητοι άνθρωποι έτσι σαν κλείνουν το παράθυρο στη Ζωή.


Γράψε μου πως δεν θα γίνεις ποτέ σαν κι εκείνους. Να θυμάσαι το παράθυρο το Ανοιχτό.



υ.γ Θα γεράσω μαζί σου ''μικρή και τριανταφυλλένια''...Θα περιμένω απο σένα να μού πεις πότε το παράθυρο να κλείσω. Στη νύχτα για στο φως.



Καληνύχτα.
read more “ ”

Tuesday, December 2, 2008


« Αν είσαι πολεμιστής, μη λυπάσαι, δεν είναι στη περιοχή του χρέους σου η συμπόνια. Σκότωνε τον οχτρό ανήλεα. Μέσα από το σώμα του οχτρού άκου το Θεό να φωνάζει:« Σκότωσε το σώμα τούτο, μ'εμποδίζει . σκότωσέ το να περάσω! »


«Αν είσαι σοφός, πολέμα στο κρανίο, σκότωνε τις ιδέες, δημιούργησε καινούριες. Ο Θεός κρύβεται μέσα σε κάθε ιδέα όπως μέσα σε σάρκα. Σύντριψε την ιδέα, λευτερωσέ τον! Δώσε του μια άλλη ιδέα, πιο απλόχωρη, να κατοικήσει.»


«Αν είσαι γυναίκα, αγάπα. Διάλεξε, ανάμεσα απ'όλους τους άντρες, με σκληρότητα, τον πατέρα των παιδιών σου. Δε διαλέγεις εσύ. διαλέγει ο άναρχος, ακατάλυτος, ανήλεος μέσα σου αρσενικός θεός. Τέλεψε όλο σου το χρέος, το γιομάτο πίκρα, έρωτα κι αντρεία. Δώσε όλο σου το κορμί, το γιομάτο αίμα και γάλα.»

Ν. Καζ.
Και τώρα που τέλεψαν τα παραγάδια, τ'αλήτικα ιχνογραφήματα στους τοίχους, τί είμαι;
Ένας κήπος η ζωή μου δίχως φράχτες και μυρωδάτα σύνορα. Θαρρώ πως τα δικά του λουλούδια, ήταν κάποτε δάκρυα, και μια νύχτα σκόρπισαν απο τα μάτια τ'ουρανού. Στον κήπο μου. Εκεί που τα χέρια σου ήρθαν και ράγισαν το χώμα, λιθοβόλησαν την ψυχή μου με την πετριά της ελπίδας.
Βρέχει στον κήπο μου τούτες τις μέρες. Βρέχει ροδι και στάρι, εκείνα που ξεχνώ, όσα θυμάμαι, κι εκείνο το ''Θέλω'' αποξεχάστηκε πάνω στις φτερούγες της επιθυμίας. Ξέρω,δεν κόβω λουλούδια, ανθισμένα δάκρυα, αγαπάνθους, ανεμώνες, αμάρανθους ζουμπούλια. Έκείνη η λέξη''επιλέγω'' ξάφνου έβγαλε αγκάθια. Η επιλογή ''σκίζει'' τα δάχτυλα που την άγγιξαν.


υ.γ Πάμε να φύγουμε μακριά απο δω...Δεν τους αντέχω τους ανθρώπους, σίγουρα ούτε αυτοί εμένα.

Τα λέμε...στο Νόστο.
read more “ ”

AND THE STORY GOES ON AND ON...

Monday, November 24, 2008


Δάκρυα, δάκρυα, δάκρυα...Βαρέθηκα να βλέπω δακρυσμένους ανθρώπους. Κουράστηκα να σας ακούω να κλαψουρίζετε στον ώμο μου, κουράστηκα να ακούω τη φωνή μου να σκορπίζει παραμυθίες και λόγους, λόγους.... Ναι, ξέρω. Υπἠρξα δυνατή. Είμαι, υπήρξα, ποιός νοιάζεται; Ο γκομενός μου, η γκομενά μου, μού είπε, της είπα, με ήθελε, την ήθελα κι ένα κουβάρι απο ιστορίες. Οι'' παρίες του έρωτα'' και κουραφέξαλα. Τί ξέρετε μωρε απο έρωτα; Τυλίγεστε με μια κουβέρτα φεγγάρια ολόκληρα, σπαταλάτε ανάσες κάτω απο ιδρωμένα σκεπάσματα, κοινωνικές εκδηλώσεις πιασμένοι χέρι-χέρι, καλοκαιριάτικα δειλινά -΄ωρες ολόκληρες αναλύετε την αγάπη, τα ελλατώματά σας κι έπειτα...έπειτα Φθορά. Όμορφη λέξη. Εσεις την ξυπνήσατε, καθήστε τωρά μονάχοι σας να θωρείτε τον ξυπνημό της κι ύστερα να φοράτε στο κορμί σας την αγαπημένη σας λέξη: Θύμα. Βαρετό το σενάριο. Η πικρία σας το ίδιο. Όχι, δεν είμαι σκληρή, άλλωστε οι ώμοι μου φιλοξένησαν τη ψυχή σας, αυτή μωρέ, που δεν ξέρει να αγαπά, ούτε να ερωτεύεται, παρά να φυλακίζει. Σαν τις μοδίστρες, κόβετε και ράβετε το συνολάκι της αγάπης στα μέτρα σας. Με νταντέλες, οργαντίνες και βολανάκι στο γιακά, σαν τις μαθήτριες. Στο τέλος, περνάτε και τη βέρα στο λαιμό σας, έτσι γιατί οι θηλιές πνίγουν καλύτερα. Πού πήγε, μωρέ, η άπόσταση; Κι εκείνο το όμορφο ''αδημονώ'', έμαθες ποτέ σου τί σημαίνει; Κρατιέμαι εκεί που πρέπει σε απόσταση αναπνοής και δεν βιάζω το χρόνο, τον τόπο,ούτε τα σωθικά σου. Κάνω έρωτα όταν το κορμί λυγάει απο πόνο, γράφω γράμματα και λέξεις, όταν τα λόγια στέκονται φτωχά ακόμα και το ''σ'ἀγαπώ'' να ψελλίσουν. Δεν θυμάμαι επετείους, δεν ψωνίζω τις ημέρες αγάπης...γιατί εκείνη την ημέρα που όλοι ριγάνε στα ''καλά τους'', εσύ γιορτάζεις τη μοναξιά...του εαυτού σου. Και τον έρωτα...τον θυμάσαι κάθε γιομα που ό ήλιος ροβολά τις κρήμνες. Κι όταν το βλέμα της-το βλέμα του δεν είναι πια το ίδιο, δεν μιλάς . Φεύγεις. Με ένα φευγιό που μονάχα τα πουλιά γνωρίζουν σαν τραβάνε κατα το Νότο. Αλλά ποια είμαι εγώ που θα μιλήσει για Έρωτα, σωστά ;;



Μαζεύω τα μπογαλάκια μου κι αλλάζω γειτονιά. Μένετε βαρετοί όπως οι πόλεις τις ώρες αιχμής, όπως όταν ξεφυλλίζετε τον Έρωτα στα εγχειρίδια.






υ.γ Επιλέγω τη μοναξιά , πάει να πει πως ξέρω τί θέλω. Ακόμη κι αν εκείνη η πεθυμιά δεν σκορπίζει την ανάσα της σε τούτον τον κόσμο. Ακόμη κι αν εκείνη η πεθυμιά θα' θελα να ήσουν Eσύ. Αλλά δεν είσαι..Aκούς; Δεν μπορείς να είσαι.
read more “AND THE STORY GOES ON AND ON...”

Saturday, November 22, 2008

« Εγώ είμαι ένας αδέσποτος παλιάτσος.


Μόνο οι παλιάτσοι δικαιούνται να μιλούν για μοναξιά. Περιφέρομαι άσκοπα, στις γυμνές πλατείες. Έχω δυο κόκκινα ρόδα στα μάγουλα και η ψυχή μου κυκλοφορεί με το ημίψηλο του Ι.


Βγάζω τη γλώσσα μου και κάνω γκριμάτσες.


Χειρονομώ. Ασχημονώ. Χορεύω.


Ζαρώνω πίσω απο τα παγκάκια και γελάω.


Γελάω πολύ. Κυρίως για πράγματα που θα 'πρεπε να κλαίω.


Αν κάποια μέρα με περιμαζέψει η κλούβα, θα'ναι γιατί σε ώρες κοινής ησυχίας εγώ γελούσα δυνατά.»





Αλκ. Παπ. ( ''Το ταξίδι που λέγαμε...'')
read more “ ”

ΙΣΤΟΡΙΑ...

Wednesday, October 22, 2008


Ιστορία...
Από εκείνες που κάποτε νεύουν στη σκέψη σαν αχός μιας θλιμμένης μελώδίας, σαν στιχάκι που φυλλορόησε συνειδήσεις..

''....... Ένα παιδί ξυπνά στον ύπνο και κλαίει απεγνωσμένα δάκρυα. Σχεδόν σπαράζει. Ο πατέρας το πλησιάζει στοργικά, χαιδεύει το κεφάλι του :« Τί είναι, παιδί μου, είδες κακό όνειρο, εφιάλτη; » Το παιδί, πλαντεμμένα τα φυλλοκάρδια του, σηκώνει το κεφάλι. « Όχι» απαντά.
Ο πατέρας ξαναρωτά:« Μήπως όνειρο θλιμμένο, και η καρδιά σου πόνεσε;»
«Όχι», το αγόρι γνέφει στοχαστικά.
« Είδα μονάχα ένα όνειρο που δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ» ''

Καληνύχτα.
read more “ΙΣΤΟΡΙΑ...”

ΤΣΑΓΚΑΡΟΔΕΥΤΕΡΕΣ

Monday, October 20, 2008

Αφραγγιά. Στοπ. Δανεικά από παντού. Στοπ. Κι όλα τώρα, διάολε να σώνονται. Κρατημένες τσέπες από τη'' διεύθυνση'', σαν να μη φτάνουν όλα. Στοπ. Το χρηματιστήριο ροβολάει γκρεμνούς. Χέστηκα. Στοπ.
Έχω όμως καρδιά μωρέ. Που θησαυρίζει τώρα που τη πετροβολούν. Καρδιά και δύναμη. Και δυο ποδάρια, που άμα θέλουν τρέχουν, όχι από φόβο, από θάρρος. Και φτάνουν και για θελήματα. Έχω και φτερά, που άμα λακίσει το φυλλοκάρδι, ή άμα σωθεί η υπομονή, τραβάνε κατά το νότο. Πλησιάζει βαρυχειμωνιά. Στοπ.
Έχω να φάω. Κι αυτό μού φτάνει.

υ.γ Γράψε ένα μυστικό. Πεθύμησα φτώχια σε τούτον τον τόπο, έτσι όπως ξαφνικά ευωδιάζουν αξίες.
read more “ΤΣΑΓΚΑΡΟΔΕΥΤΕΡΕΣ”

5/8/200;

Monday, August 4, 2008


Kαι τώρα τί κατάλαβες;

Να μούκλέβεις όσα βάνει του μυαλού το κοντύλι χαραγμένα στα μάτια μου. Να μην αφήνεις πεθυμιά να ριζώσει στον τόπο της. Τί ζήτησα μωρέ;; Μια θάλασσα και τούτη τη γαλήνη που λησμόνησε το ριζικό '' ενός ανθρώπου που ξαστόχησε''. Την αλμύρα να παιδεύει τα χείλη μου κι έναν άνεμο με σταρένιο χρώμα στη δορά του. Τί μου΄δωκες στις απαλάμες μου, ερημοσπίτη; Λίγο απο τον κουρνιαχτό της πόλης, μισόκλειστα πορτόφυλλα, την αδημονιά του χειμώνα. Τούτο είναι το σημείο που ψιθυρίζει ο σκοπός της ζωής '' πάλι από την αρχή'', να φτιάχνω χάρτινα καράβια μες τις χούφτες μου, στις πλάτες τους να κουβαλούν ονείρατα και πεθυμιές κι ένα σκαρί χαραγμένο πάνω στην αύριο που χόρτασε να περιμένει.
Περνούν οι μέρες σαν σκιές πάνω σε τοίχους. Κι εγώ πλέκω φαντάσματα , τυλίγω σπίτια κι ανθρώπους, σκυλιά που αλυχτάνε στα ξέφωτα, φίδια και μαρμαρυγές άστρων. Ωραίο το παιχνίδι, αρχοντά μου. Μα τώρα πια πήραν μορφή και τούτα κάτι βραδιές καμώνονται τα σώματα κι απλώνουν την ανάσα τους στο διάβα μου. Δεν τους μιλώ. Καμώνομαι του λόγου μου πως κείνα δεν υπάρχουν.
Πώς να μερέψεις τη ψυχή σου. Μού λες;;
read more “5/8/200;”

ΙΔΙΟΤΙΣ: ΠΟΙΗΤΗΣ

Friday, August 1, 2008

Λοιπόν, για πες μου, σε χειροκρότησαν; Εκεί που πήγες λέω, σε
χειροκρότησαν; Δεν μπορει, σαν άκουσαν εκείνη τη φράση σου '' η μελανείμων κόρη
του αιώνα μας'' ..ώ, τι μεγαλειώδης λέξη, κι εκείνη η ανάσα σου, τα χέρια
σου σαν ψαύανε τις γραμμές. Μα, θα πρέπει να ήσουν υπέροχος καλέ μου. Τελικά, η
ποιηση είναι το χειροκρότημα. Είναι οι ξεχασμένες ομπρέλες πάνω στα καθίσματα
κάποιας χνοτισμένης αίθουσας, τα τυροπιτάκια παγωμένα, whisky με πάγο . Τα
χαμόγελα, μα ναι, ξέχασα τα χαμόγελα και η αδημονία που κρέμεται στα στόματα σαν
χασμουρητό. Αδημονία. Όχι, δεν είπα υπνηλία. Με συγχωρείτε. Πώς θα μπορούσα!!

Το τραπεζάκι, πάνω τα βιβλία- ανάγλυφα εξώφυλλα- ce magnific -
'' εδώ παρακαλώ'', κι εκείνη η μελωδία στο πιάνο χόρευε δίπλα στις λέξεις σου,
καλέ μου, δεν θυμάμαι πως είπε πως λεγόταν κι ένας αριθμός, ω ζαλίστηκα. Ο
πρόεδρος... , η σύζυγος..., ο Πρέσβης..., βουλευτής προς το παρόν Β
Αθη.... Αύριο όλες οι εφημερίδες. Χαμογελάστε... με κείνο το δρεπάνι που κάποτε
κρεμάσατε στα χέιλη σας. Ναι, μη μασάτε ταυτόχρονα. Δεν είναι
πρέπον.

Μη ξεχάσουμε... τις λεζάντες που θα γίνουν σκιά σου '' ποιητής-
συγγραφέας
- νομίζω αν θυμάμαι καλά πως είναι το ίδιο - .....'' και τη
φωτογραφία να διαβάζεις Ελύτη - Μπρετόν- Ελυάρ ( την Κική ξέχασα..) στο γραφείο
σου απο αφρικάνικο ξύλο.


''Αγάπη... ναι στο τάφο σου θα σκαλίσω με χρυσοποίκιλτη κλωστή
τη λέξη '' ποιητής''. Μην κλάψεις σαν τα εγγόνια σου ξεχάσουν το καντηλάκι σου
σβηστό και φάνε το αφρικάνικο ξύλο. Άλλες εποχές. Κι εσύ δεν μπόραγες ούτε
στις δικές σου να στεριώσεις ρίζες. Αλήθεια, ''εκσπερμάτωσες'' ποτέ
;

read more “ΙΔΙΟΤΙΣ: ΠΟΙΗΤΗΣ”

''ΤΟ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟ ΣΥΝΝΕΦΟ''

Monday, July 21, 2008


Ένα πρωινό σαν όλα τ'άλλα. Μένει ν' αναρωτηθείς γιατί δεν ερωτεύτηκες ποτέ ως τα τώρα. Και γιατί επέμενες να φωνάζεις με μιαν αλλόκοτη κραυγή πως πάλι θέριεψαν οι φτερούγες του έρωτα στις πλάτες σου. Ως εδώ καλά τα κατάφερες. Με τυλιγμένα τα μάτια στο μαντήλι της άβυσος, μπορεί κι έτσι. Έστω με νυχτωμένα βλέφαρα και ψεύτικα στιχάκια πάνω στους τοίχους. Με δακρυσμένα σεντόνια και πληγές που κακοφόρμισαν πλάι στα κύματα. Ουδείς εννοήσε την πλάνη, ουδείς την οφθαλμαπάτη, την αμέλεια μέσα στα καπέλα σου. Έψαξα τίτλο για το βιβλίο σου''Στις όχθες του Έρωτα'' ή κάπως έτσι, ευτυχώς που σβήστηκε το μελάνι απο την αλήθεια. Άλλες φορές σκέφτομαι πάλι τα επινίκια ενός μπεστ σέλερ, που δεν έζησε, δεν ένιωσε, δεν κοιμήθηκε στα κρεβάτια των άλλων, δεν αγάπησε τα κορμιά των άλλων. Τελικά, είμαι σίγουρη πως θα γίνόμουν μια επιτυχημένη συγγραφέας. Ή μήπως ποιήτρια; Ποιός τίτλος ταιριάζει , ποιός αγαπάει την αφέλεια να την κάμει δική του;

'' Το ερωτευμενο σύννεφο'', ίσως το πρώτο μη εικονογραφημένο πού χάιδεψαν τα χέρια μου...Η ζωή μάς περιπαίζει σαν γυάλινο βώλο στις χούφτες της καρδιά μου,και κάποιες φορές στοιβάζει παρθενικά στην αγγαλιά μας τίτλους αποκαρδιωτικούς, γραμμές άγαρμπες τραβηγμένες με μολύβι, σαν τα σκίτσα του Τσιφόρου.

Σαν εκείνο το πρώτο, το μη- εικονογραφημένο.
read more “''ΤΟ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟ ΣΥΝΝΕΦΟ''”

4.00 ΚΑΙ ΚΑΤΙ

Sunday, June 22, 2008






Πάνω που πήρε να ξεχνιέται το μυαλό με τις ανάσες σου, άνοιξαν πάλι ο ουρανοί να στάζουνε μαχαίρια. Πώς τα γράφουν οι Θεοι εκεί πάνω, μού λες;;
Σισμανόγλειο. 4.00 και κάτι,γυρεύει η νύχτα να βρει σηματωρό. Όμορφες ανατροπάδες του κόσμου, λέω στο δρόμο για το σπίτι. Στο γυρισμό κανείς, μοναχά εκείνη η μουσική στο ραδιόφωνο. Επείγοντα- Εντατική, το αγαπημένο μου γράμμα. Έψιλον, κορώνα στ'ονομά μου. Νυχτιάτικες σκέψεις κι ένας σκεπασμένος με σύννεφα μονόλογος: Δεν θα με λυγίσεις πουτάνα Ζωή!
read more “4.00 ΚΑΙ ΚΑΤΙ”

Saturday, June 14, 2008

Υ.Γ Έ, λοιπόν ξέρεις κάτι;
Ήρθε η ώρα ν'ασχοληθώ με μένα. Κι όλα εκείνα τα χάρτινα ονείρατα που έπλαθα μες τις νύχτες είπα να τα τσαλακώσω, να τα κάμω μια τεράστια μπάλα σαν αυτή που φτιάχναμε παιδιά. Όχι, δεν θα την κυλήσω στα χώματα. Όχι, δεν θα τη μουσκέψω στη θάλασσα. Θα τη κλωτσήσω στο φεγγάρι να μην την βλέπω πια. Να μην μυρίζω την ανάσα τους.

Βρε, δε πάτε στο διάβολο όλοι σας με τα καμώματα και τις αλυχτίες σας. Κοιτάτε ρε, επειδή γαμήσατε τη ζωούλα σας τα βράδια που σκοπεύατε άστρα ενω στα χαμηλά άλλοι σκάβανε τις ρίζες τους βαθιά στο χώμα, δεν θα την πληρώσω εγώ. Τα λάθη χαρισμένα στις πλάτες σας, οι δικές μου αναλαμβάνουνε ευθύνες ιδιωτικές, όχι της αφεντιάς σας. Ξεκουμπιστείτε απο το θωρί μου, γιατί θα σας περιμαζεύουν τ'αδέσποτα και οι διαβόλοι της νύχτας.
Κι όταν εγώ απειλώ, δεν χαιδεύω, μάτια μου. Βγάζω νύχια και ξεσκίζω το φόρεμα της νύχτας. Τα βουτυρώματα για τις κυρίες. Όχι για μένα.

read more “ ”

Wednesday, May 14, 2008


Όνομα: Μαρία Νεφέλη

Επάγγελμα: Απο σήμερα ...προς αναζήτηση στέγης . Απο αύριο ... προς αναζήτηση Μούσας.

Φύση: Αυτοκαταστροφική.

Στόχος: Να τον ξεπεράσω.

Χρώμα ματιών: Τα ταξίδια μου.

Χρώμα φιλιών: Πότε αντίκρυσες ηλιοβασίλεμα;


Θέλω να κρατάς στα χέρια σου...: Κόκκινο γαρίφαλλο

Αγαπημένη φράση: Φεύγω. Εσύ;


Αγαπημένο μυστικό: Η ζωή μου.
read more “ ”

Σε φιλώ


Να'ξερες πόσες σκέψεις ανθιβάνει ο νους μου ετούτες τις μέρες. Και πόσα ''πρέπει'' αφήνει παράμερα . Στιγμές γιορτής και νίκης ανάμεσα στον άνθρωπο και μένα, στιγμές που ξετρέχουν λίγη απο τη φωτεινότητα που σφαλούν τα μάτια σου κάθε που σ'ανταμώνουν οι σκέψεις. Δεν ανθούνε πάνω σε τούτα τα χώματα ροδώνες. Μονάχα σφάκες λαχτίζουν στις όχθες των ανθρώπων κι άλλο απο κείνο τον χυμό που΄φυλάνε στα κορμιά τους.
Λεπτό μήτε για να ξαποστάσω κι ένα ταξίδι ξεφυλλίζει η μνήμη. Μαζί σου ή χώρια. Τα ταξίδια τα σκάβω μόνη μου, καρδιά μου. Κι είναι τόση η δύναμη που δεν χωράει πλιο στις αγγάλες κανενός. Μηδέ στον κόσμο των ζωντανών. Νεκροί οι άνθρωποι για μένα, σού λέω. Δεν είναι πόνος ούτε και κείνη η πίκρα που βάνεις με το μυαλό σου . Φωτιά είναι κι άστην να καίει γιατί τούτη ζεσταίνει τη ψύχή μου και κάνει με να ζώ και ν'ανασαίνω.

Το πιο λευκό χρώμα της σκέψης μου. Εσύ...Στο καλό.
read more “Σε φιλώ”
 
Google Analytics Alternative