Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκδόσεις Νεφέλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκδόσεις Νεφέλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2021

Η λίστα του Λεπορέλο - Φώτης Δούσος

Ένα μοτίβο δολοφονιών σχηματίζεται με θύματα εκδότες. Ο εκδότης Γιάννης Δημάδης παρακολουθεί με αγωνία τις εξελίξεις θεωρώντας πως αργά ή γρήγορα θα φτάσει και η δική του σειρά. Νιώθει τον κλοιό να στενεύει γύρω του. Αποφασίζει να ενεργήσει και να μην περιμένει αμέτοχος τις έρευνες της αστυνομίας, την οποία, άλλωστε, ελάχιστα έως καθόλου εμπιστεύεται. Ύστερα από παρότρυνση της κόρης του προσλαμβάνει μια ντετέκτιβ, την Άρτεμη, παρά τις όποιες επιφυλάξεις έχει σχετικά με το συγκεκριμένο επάγγελμα, αλλά και με το γεγονός πως πρόκειται για γυναίκα. Τα γραφεία τού εκδοτικού οίκου σύντομα μετατρέπονται σε επιχειρησιακό κέντρο. Η ομάδα αποτελείται από τη φοιτήτρια ψυχολογίας κόρη του εκδότη, την έμπειρη στην απόκρουση συγγραφέων γραμματέα, τον αναχωρητή αναγνώστη του εκδοτικού οίκου και έναν ικανό, καίτοι αντιπαθητικό, χωλό κριτικό λογοτεχνίας. Αναζητούν τον δολοφόνο ανάμεσα στους απορριφθέντες αποστολείς χειρογράφων, πριν να είναι αργά.

Ο Φώτης Δούσος είχε μια, από πολλές απόψεις, ενδιαφέρουσα ιδέα: έναν σίριαλ κίλερ που σκοτώνει εκδότες. Γύρω από αυτή την ιδέα έχτισε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, στα όρια της παρωδίας, με κυρίαρχη βιβλιοφιλική εσάνς. Ένας πολλά υποσχόμενος συνδυασμός. Για πρωτοπρόσωπο αφηγητή επέλεξε ένα υποψήφιο θύμα, τον μεγαλοεκδότη Γιάννη Δημάδη. Επιλογή έξυπνη και αφηγηματικά λειτουργική, σίγουρα όχι συνηθισμένη. Η δαμόκλειος σπάθη που αισθάνεται να κρέμεται πάνω από το κεφάλι του λειτουργεί ως καταλύτης της διάθεσης αναστοχασμού και ενδοσκόπησης που καταλαμβάνει τον εκδότη· Αναπόφευκτα, ο εκδότης, με το άγχος του υποψήφιου θύματος, αναλογίζεται τα περασμένα, ενώ ταυτόχρονα τον καταλαμβάνει μια διάθεση για ζωή, τη στιγμή που η αναζήτηση του δολοφόνου συνεχίζεται. Έτσι, η ιστορία του δικαιωματικά αποκτά αφηγηματικό χώρο, χωρίς να αποτελεί μια ανούσια εκτεταμένη παρέκβαση της κυρίως αστυνομικής πλοκής. Μέσω της ιστορίας του Δημάδη, ο Δούσος δεν κατασκευάζει απλώς τον κυρίως χαρακτήρα του, αλλά δημιουργεί και τον απαραίτητο χώρο για να αποτυπωθεί η πραγματικότητα του εκδοτικού χώρου, που αποτελεί εξ αρχής ξεκάθαρη συγγραφική πρόθεση. Ο Δημάδης, ως αφηγητής, λειτουργεί ως ένας εν δυνάμει δούρειος ίππος, εξέχων μέλος του κυκλώματος καθώς είναι, γνωρίζει πολλά από τα κακώς κείμενα του σιναφιού.

Η λίστα του Λεπορέλο, διακειμενική αναφορά στην όπερα του Μότσαρτ, Ντον Τζοβάνι, λειτουργεί ως μια διπλή, άκρως εμπνευσμένη, παρωδία τόσο της αστυνομικής λογοτεχνίας όσο και του ευρύτερου χώρου του βιβλίου. Η παρωδία, είδος άκρως παρεξηγημένο, δεν ταυτίζεται, σε καμία των περιπτώσεων με τον χλευασμό ή την ασέβεια, αντίθετα, προϋποθέτει καλή γνώση και ισχυρό συναισθηματικό δεσμό. Ο Δούσος, ως καλός παρωδός, δεν αφήνει τον εαυτό του έξω απ' όλο αυτό, και παρότι άμεσα δεν κάνει κάποια αναφορά, αναπόφευκτα αυτοϋπονομεύεται σ' αυτό το γκροτέσκο σκηνικό της κοινωνίας του βιβλίου που ο ίδιος στήνει. Ο συγγραφέας γνωρίζει τις συμβάσεις του είδους και τις ακολουθεί, απλώς το κάνει με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, με τις αποφάσεις που παίρνει, εμπνεόμενος από ένα περιβάλλον που το γνωρίζει καλά, μέρος του καθώς είναι. Διαθέτει την απαραίτητη αφηγηματική άνεση, γεγονός που προσδίδει την κατάλληλη ροή στο μυθιστόρημά του. Χρησιμοποιεί με σύνεση τα κλισέ και τις ανατροπές, οδηγώντας με ασφάλεια την ιστορία του σε μια ομαλή λύση, χωρίς να παίρνει αχρείαστα αφηγηματικά ρίσκα. Παρότι δεν αποτελεί πρωταρχικό του στόχο, καταφέρνει να διατηρήσει το απαραίτητο για την ανάγνωση σασπένς μέχρι τέλους. Το σημαντικότερο όμως όλων είναι πως δεν εγκλωβίζεται στο αρχικό του εύρημα, στην πρωτότυπη κεντρική ιδέα γύρω από την οποία έχτισε το μυθιστόρημά του, αλλά, αντίθετα, τη χρησιμοποιεί διαρκώς με τρόπο λειτουργικό, αντλώντας από αυτή όσα έχει να του προσφέρει. 

Το χιούμορ, βασικός πυλώνας του μυθιστορήματος, προκύπτει αβίαστα. Χιούμορ που προϋπάρχει της κυκλοφορίας του βιβλίου, από τη στιγμή που ο μελλοντικός εκδότης παραλαμβάνει ένα χειρόγραφο με θέμα κάποιες δολοφονίες εκδοτών από έναν απογοητευμένο συγγραφέα που βλέπει τα χειρόγραφά του συνεχώς να απορρίπτονται. Ο Δούσος διαθέτει τόσο την οξυδέρκεια εκείνη που αναδεικνύει το προφανές, ιδιαίτερα για όσους γνωρίζουν πρόσωπα και καταστάσεις στον ευρύτερο χώρο του βιβλίου, όσο και την απαραίτητη φαντασία, που μεταξύ άλλων μετατρέπει αστυνομικούς σε αναγνώστες χειρογράφων στο πλαίσιο της έρευνας. Προϊόν της συγγραφικής φαντασίας αποτελεί και το πλήθος των βιβλίων στα οποία γίνεται αναφορά, βιβλία που γράφτηκαν για τις ανάγκες του μυθιστορήματος, βιβλία που απορρίφθηκαν και έμειναν ως χειρόγραφα να σκονίζονται σε κάποιο ράφι και τώρα βρίσκονται στο μικροσκόπιο των διωκτικών αρχών, αλλά και βιβλία που ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων κατά την κυκλοφορία τους και πραγματοποίησαν απανωτές εκδόσεις παρότι θάφτηκαν από την κριτική. Συμπληρωματικά στα φανταστικά βιβλία λειτουργεί και η ονοματοποιία, οι τίτλοι των βιβλίων και τα ονόματα προσώπων και εκδοτικών οίκων τα οποία σκαρφίζεται ο συγγραφέας. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος με τον οποίο ο Δούσος εντάσσει στο μυθιστόρημά του τη θεωρία της λογοτεχνίας, κυρίως μέσα από την απόπειρα διάκρισης του προσωπικού ύφους του συγγραφέα-δολοφόνου και της ερμηνευτικής προσέγγισης των χειρογράφων.

Η λίστα του Λεπορέλο είναι ένα έξυπνα γραμμένο βιβλίο, με παιγνιώδη διάθεση από πλευράς συγγραφέα, που με άνεση διαφεύγει του μεγαλύτερου των κινδύνων, τον εγκλωβισμό, δηλαδή, στο ίδιο του το εύρημα. Ένα παράδοξο αστυνομικό μυθιστόρημα, άκρως γοητευτικό, που ικανοποιεί σε μεγάλο βαθμό τόσο τις συγγραφικές προθέσεις όσο και τον αναγνωστικό ορίζοντα προσδοκιών.

Εκδόσεις Νεφέλη

Πέμπτη 27 Μαΐου 2021

Χαμένα κορμιά - Alasdair Gray

Εκείνη επέμενε. Κάθε φορά που χάζευα τη βιβλιοθήκη της, μου υπενθύμιζε πόσο της είχε αρέσει το βιβλίο αυτό. Δεν της έδινα σημασία. Το θυμόμουν το βιβλίο. Το συναντούσα συχνά πυκνά σε βιβλιοπωλεία, παλαιοβιβλιοπωλεία και παζάρια. Ο τίτλος και το εξώφυλλο δεν με τραβούσαν. Έλειπε και η περίληψη από το οπισθόφυλλο που ίσως να βοηθούσε. Όπως και να 'χει το προσπερνούσα. Μέχρι εκείνο το βράδυ. Φεύγοντας το πήρα μαζί μου.

Ο γιατρός που έγραψε τα απομνημονεύματά του πέθανε το 1911 κι όσοι αναγνώστες δεν γνωρίζουν τίποτα για τους τολμηρούς πειραματισμούς της σκωτσέζικης ιατρικής θα νομίσουν ότι πρόκειται για ένα παρανοϊκό παραμύθι. Αν, όμως, διαβάσουν προσεχτικά τα στοιχεία στο τέλος της εισαγωγής, δεν θα έχουν την παραμικρή αμφιβολία ότι την τελευταία εβδομάδα του Φεβρουαρίου του 1881, στην οδό Παρκ Σίρκους 18, μια μεγαλοφυΐα της χειρουργικής χρησιμοποίησε ένα πτώμα για να δημιουργήσει μια εικοσιπεντάχρονη γυναίκα. Ο Μάικλ Ντόνελυ, ειδικός στην ιστορία της Γλασκώβης, διαφωνεί μαζί μου· όμως, επειδή είναι αυτός που διέσωσε το κείμενο το οποίο και αποτελεί το μεγαλύτερο τμήμα του βιβλίου, θα ήταν ορθό να αναφέρω πώς το βρήκε.

Τα απομνημονεύματα, με τίτλο Επεισόδια από τη νεανική ζωή ενός γιατρού του Δημόσιου Οργανισμού Υγείας της Σκωτίας, τα ανακάλυψε τυχαία ο βοηθός της επιμελήτριας του μουσείου ιστορίας της Γλασκώβης, Μάικλ Ντόνελυ, σ' έναν σωρό νομικών και συμβολαιογραφικών εγγράφων, στοιβαγμένων σε κάποιο πεζοδρόμιο για πέταμα. Είναι η δεκαετία του '70 και η πόλη ανοικοδομείται πλήρως. Η ξεθωριασμένη από τον χρόνο επιγραφή στο σφραγισμένο δέμα ανέφερε ρητώς πως δεν έπρεπε να ανοιχθεί πριν από τον Αύγουστο του 1974. Ο Ντόνελυ υποστηρίζει πως το περιεχόμενο των απομνημονευμάτων πρόκειται για προϊόν καθαρής και πλούσιας μυθοπλασίας. Ο συγγραφέας-αφηγητής, Άλασντερ Γκρέυ, διαφωνεί, θεωρεί πως τα όσα περιγράφονται στα απομνημονεύματα του γιατρού όντως συνέβησαν. 

Μετά την εισαγωγή, στην οποία γίνεται λόγος για την εύρεση του βιβλίου και τη διαφωνία των δύο φίλων σχετικά με το αν πρόκειται για έργο μυθοπλασίας ή επιστημονικό ντοκουμέντο, ο Γκρέυ εγκιβωτίζει ακέραιο και χωρίς καμία παρέμβαση το πρωτότυπο κείμενο με τα απομνημονεύματα του Δρος Άρτσιμπαλντ ΜακΚέρι, διακοσμημένο από χαλκογραφίες δια χειρός κάποιου Γουίλιαμ Στρανγκ. Στο τρίτο μέρος του βιβλίου, με τίτλο Ιστορικά στοιχεία και κριτικές σημειώσεις, ο Γκρέυ επιχειρηματολογεί υπέρ της θέσης του. 

Ένα τρελό βιβλίο από κάθε άποψη, στο οποίο ο Γκρέυ μετέρχεται του κλασικού και ιδιαιτέρως γοητευτικού ευρήματος της εύρεσης ενός χειρογράφου. Βιβλίο ευφυούς σύλληψης και άψογης εκτέλεσης. Τα απομνημονεύματα του γιατρού ακολουθούν την παράδοση κλασικών συγγραφέων της λογοτεχνίας του φανταστικού και του τρόμου όπως ο Ένγκαρ Άλαν Πόε, η Μαίρη Σέλεϋ, ο Χέρμπερτ Τζορτζ Γουέλς, ο Λούις Κάρολ και ο Μπραμ Στόκερ. Ο Άρτσιμπαλντ αφηγείται το πώς γνώρισε και παντρεύτηκε τη γυναίκα του, την οποία δημιούργησε ο συμφοιτητής του στην ιατρική, Θεόνικος Μπάξτερ, στο χειρουργικό τραπέζι. Σύμφωνα με την αφήγηση του Άρτσιμπαλντ, η μετέπειτα γυναίκα του, είκοσι πέντε χρονών και ούσα σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, έπεσε από μια γέφυρα στα παγωμένα νερά του ποταμού με σκοπό να αυτοκτονήσει. Το άψυχο σώμα της δεν το αναζήτησε κανείς. Ο Μπάξτερ μεταμόσχευσε τον εγκέφαλο του ακόμα ζωντανού εμβρύου στη νεκρή, κάτι το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας γυναίκας σωματικά είκοσι πέντε χρονών και εγκεφαλικά νεογέννητης, για την οποία ο Θεόνικος ήταν ο Θεός της, εκείνος που τη δημιούργησε και ακολούθως ανέλαβε το καθήκον της διαμόρφωσης της σκέψης και του χαρακτήρα της. Θα ακολουθήσει μια σειρά κωμικοτραγικών καταστάσεων, ακόμα πιο ευφάνταστων και από την ίδια τη γέννηση της γυναίκας.

Το κεντρικό αφηγηματικό εύρημα επιτρέπει στον Γκρέυ να χρησιμοποιήσει εμμέσως τα απομνημονεύματα του Άρτισμπαλντ για να σχολιάσει την κατάσταση που επικρατεί στη Γλασκώβη του '70, και υπό αυτό το πρίσμα, η αναγνωστική πρόσληψη του βιβλίου εμπλουτίζεται με το στοιχείο της παραβολής. Το παλιό σώμα με το νεαρό μυαλό σε μια πόλη που ανοικοδομείται εκ βάθρων και ό,τι παλιό πετιέται ως άχρηστο, την ώρα που οι εργαζόμενοι του υποχρηματοδοτούμενου μουσείου ιστορίας της πόλης παλεύουν να ανασύρουν από τα σκουπίδια τεκμήρια πολιτισμού, τι άλλο άραγε συμβολίζει από μια αστική τερατογένεση σε εξέλιξη;

Τα Χαμένα κορμιά (Poor things ο πρωτότυπος τίτλος) με το παλιακό στυλ αφήγησης είναι ένα πραγματικά απολαυστικό βιβλίο, δείγμα συγγραφικής δεινότητας, που ταιριάζει απόλυτα στο κινηματογραφικό σύμπαν του Λάνθιμου, ο οποίος σύμφωνα με όσα διάβασα ενδιαφέρεται για τη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη. 

Μετάφραση Δημήτρης Βαρδουλάκης
Εκδόσεις Νεφέλη

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2019

η μοναξιά των σκύλων - Πάνος Τσίρος




Μια τετάρτη κατά τις οχτώ το βράδυ κατέβηκα στο λιμάνι. Νύχτωνε. Τα πλοία για την Αίγινα ήταν δεμένα στην προβλήτα, η πλώρη τους ήταν στολισμένη με μια σειρά πολύχρωμα φώτα, θολά. Είχαν μείνει πέντε μέρες μόνο για τα Χριστούγεννα. Ψυχή δεν υπήρχε τριγύρω. Κατευθύνθηκα στην πλατεία απέναντι από το λιμάνι, προς το λεωφορείο για την Αγία Σοφία.
Να η γνώριμη πρωτοπρόσωπη αφηγηματική φωνή του Τσίρου, σκέφτηκα, διαβάζοντας τις πρώτες γραμμές του πρώτου διηγήματος της καινούριας του συλλογής, η μοναξιά των σκύλων, που κυκλοφόρησε λίγο πριν το καλοκαίρι. Ίδια σε όλα τα διηγήματα, με την πιθανότητα του βιώματος να παραμένει ανοιχτή, ήπια και αποστασιοποιημένη παρατήρηση στο όριο της παραίτησης, σε ευθεία αντίστιξη με το εγώ, σαν να πρόκειται για την ιστορία κάποιου άλλου, η διάχυτη αίσθηση πως δεν συνέβη κάτι φοβερό σε μια παράδοξη σύμπλευση με την ανάγκη του να πει την ιστορία, την κάθε μία ιστορία, με τους θεματικούς άξονες και τα πρόσωπα να επανέρχονται γνώριμα και οικεία από τις προηγούμενες συλλογές του.

Ο εικονοποιητικός και εννοιολογικός τρόπος συνυπάρχουν σε αρμονία στην αφήγηση, και έτσι, παρά τη μικρή έκταση των ιστοριών, ο αναγνώστης νιώθει πως γνωρίζει όλα εκείνα που θα του επέτρεπαν να εμπλακεί στην ιστορία, τόσο εκείνα που σκέφτεται ο αφηγητής όσο και εκείνα που αντικρίζει. Ίσως εκείνο που λείπει είναι η ευκρίνεια της εικόνας των υπόλοιπων προσώπων, παρότι σε κάποια διηγήματα κατέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο, ευκρίνεια που όμως δεν λείπει μόνο από τον αναγνώστη αλλά και από τον ίδιο τον αφηγητή, αφού έχει και εκείνος κενά σε όσα ξέρει γι' αυτούς, ο άλλος, άλλωστε, δεν παύει ποτέ να 'ναι ένας άγνωστος, ένας μη εγώ, φορτωμένος εν μέρει με δικές μας εικασίες και προσδοκίες.
Γνώρισα τον Δ. το 1990 στη Θεσσαλονίκη. Ήμουν φοιτητής, για την ακρίβεια, απόφοιτος της Φιλοσοφικής και μόλις είχα γραφτεί στο μεταπτυχιακό της φιλοσοφίας. Το ίδιο κι αυτός. Θέλω να διηγηθώ την ιστορία του. Αν και δεν είμαι σίγουρος ότι πρέπει.
Η απλότητα στον λόγο χαρακτηρίζει επίσης τον τρόπο με τον οποίο αφηγείται ο Τσίρος. Αποφεύγει τη χρήση εξεζητημένων λέξεων και την κατασκευή σύνθετων προτάσεων, στις ιστορίες που έχει να αφηγηθεί δεν ταιριάζουν τέτοιου είδους στολίδια, εδώ απαιτείται αφαίρεση του περιττού ώστε να αναδειχθεί η λεπτομέρεια, εκείνο που κινητοποιεί την κάθε ιστορία. Οι ιστορίες του Τσίρου, αν και στη βάση τους ρεαλιστικές, διαθέτουν κάτι παράδοξο, ένα σημείο εξόδου από την πραγματικότητα, όπως τουλάχιστον την αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις, όσο διαρκεί ένα κλείσιμο των βλεφάρων. Είναι αυτό που βλέπεις, και τίποτα παραπάνω, μοιάζει να λέει, αλλά ίσως θα έπρεπε να σιγουρευτείς, συνεχίζει, πως κοιτάζεις προσεκτικά, γιατί σπάνια είναι κάτι αυτό που μοιάζει να 'ναι. Αν όμως κοιτάξει κανείς καλύτερα, είναι πιθανό να αντικρίσει τη ρωγμή, και άπαξ και η ρωγμή εντοπιστεί, τότε η πραγματικότητα παύει να είναι ένα μέρος περίκλειστο, ένα μέρος προστατευμένο.

Συχνά δημιουργείται η επιθυμία να αναφερθεί κανείς στις κακοτοπιές εκείνες που ο συγγραφέας απέφυγε, δείχνοντας έτσι εκείνα που πέτυχε, όπως είναι για παράδειγμα ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκε το παρελθόν, χωρίς περιττή νοσταλγική διάθεση και αχρείαστη ωραιοποίηση, ή η απουσία διδακτισμού και μασημένου επιμυθίου, καθώς και η παντελής έλλειψη αμηχανίας και βιασύνης στο κλείσιμο των ιστοριών, μεταξύ άλλων. Επίσης ο Τσίρος απέφυγε κάτι ακόμα, συνηθισμένο δυστυχώς, να παραδώσει μια συλλογή άνισων και ασύνδετων μεταξύ τους διηγημάτων. 

Με την τρίτη πλέον συλλογή του να κυκλοφορεί, ο Τσίρος καθιερώνεται ως μια σημαντική παρουσία στην εγχώρια σκηνή της μικρής φόρμας, μια φωνή την οποία αξίζει να αναζητήσει κανείς, δοκιμάζοντας ίσως να διαβάσει στο βιβλιοπωλείο ένα διήγημα στα όρθια.



υγ. Την ανάρτηση για το Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα, την πρώτη συλλογή διηγημάτων του Τσίρου θα τη βρείτε εδώ και για το Δεν είν' έτσι; εδώ.


Εκδόσεις Νεφέλη
          

Δευτέρα 15 Απριλίου 2019

Η γη του θυμού - Χρήστος Χρυσόπουλος


 
Καθώς περνούν τα χρόνια, ο θυμός μεγαλώνει. Παραδίδεται σαν ιερή παρακαταθήκη από τους γονείς στα παιδιά τους, κι από γενιά σε γενιά βαθαίνει. Μια μοναδική ευχή, πικρή σαν τύψη: οργίσου! Κράτα τον θυμό σφιχτά κοντά σου. Μην τον ξεχνάς. Αυτός, τουλάχιστον, δεν απαλλοτριώνεται.
Ο συγγραφέας, με τη φωτογραφική μηχανή περασμένη στον λαιμό, περιδιαβαίνει την πόλη. Αφουγκράζεται την ένταση, νιώθει τον θυμό, καταγράφει τους διαλόγους. Σε μια παράδοξη έκφανση πατριωτισμού θεωρούμε τη γη του θυμού γη ελληνική, προνόμιο δικό μας. Διάβαζα πρόσφατα μια ακόμα έρευνα για το πόσες θέσεις έχει υποχωρήσει η χώρα μας στην κατάταξη με τους πιο ευτυχείς κατοίκους παγκόσμια· το βιβλίο του Χρυσόπουλου ήρθε να δώσει φωνή στην πτώση αυτή. Η καθημερινή καταγραφή της ευτυχίας θα σήμαινε καθημερινή πτώση στην κατάταξη, μέχρι που θα ήμασταν τελευταίοι, και όμως θα συνεχίζαμε να πέφτουμε. Μιλώ συχνά με φίλους στο εξωτερικό, ντόπιους και μετανάστες, δεν είναι τόσο καλύτερα τα πράγματα εδώ, λένε. Θυμάμαι μια μέρα, πάνε τρία χρόνια, στο μετρό, τον καβγά ανάμεσα σε δύο ηλικιωμένους, λόγια βαριά και πρόσωπα κόκκινα από την υπερσυγκέντρωση αίματος, αφορμή η πρόταση εκείνης, που καθόταν, σε εκείνον, που στεκόταν όρθιος, να καθίσει, ποιον είπες γέρο μωρή, έσκουξε. Ο ρεαλισμός από μόνος του δεν είναι αρκετός, η αληθοφάνεια είναι εκείνη που δύναται να συγκλονίσει, η αίσθηση πιστότητας. Ο συγγραφέας περπατά και παρατηρεί, καταγράφει. Ο συγγραφέας μιλάει για καταστάσεις στις οποίες υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας -απρόσκλητος επισκέπτης-, αν του δώσεις έναν χάρτη εύκολα θα σημαδέψει τα σημεία δράσης. Εδώ, το όριο ανάμεσα στο ντοκουμέντο και στη λογοτεχνία είναι δυσδιάκριτο. Γι' αυτό το είδος λογοτεχνίας κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο. Δεν επικρατεί μόνο θυμός εκεί έξω, σίγουρα όχι, όμως ο θυμός απ' όλα τα συναισθήματα είναι εκείνος που περισσότερο παραλύει τον αποδέκτη, εκείνος που διαθέτει την υψηλότερη επικινδυνότητα μετάδοσης. Κάποτε, όχι πολύ καιρό πριν, ο θυμός ήταν προνόμιο του κέντρου των μεγάλων πόλεων, κάποτε ο θυμός έμενε πίσω από ερμητικά κλειστές πόρτες, εκφραζόταν ως μια διένεξη μεταξύ οδηγών, κάποτε ο θυμός ήταν ένα συναίσθημα κακό, αυτό θα σου απαντούσαν οι περισσότεροι. Τώρα ο θυμός βρίσκεται παντού, ξεσπά στο διπλανό τραπέζι του ήσυχου συνοικιακού καφέ, τώρα λένε πως η εκδήλωση του θυμού είναι δείγμα υγείας. Όμως ο θυμός υπήρχε και τότε στις από απόσταση υπέροχες μέρες του παρελθόντος, λούφαζε και τρεφόταν, κάποιοι βλέποντας το Σπιρτόκουτο του Οικονομίδη υποστήριξαν πως ο σκηνοθέτης υπερβάλλει, τυχεροί να πιστεύουν κάτι τέτοιο ή καλά κρυμμένοι στον μικρόκοσμό τους. Ο θυμός γεννάει μικροεξουσίες, εγώ ξεσπώ σε σένα, εσύ στον άλλον, πάντα προς τα κάτω, πάντα προς τον πιο αδύναμο, κοινωνικά, οικονομικά, συναισθηματικά.  Όταν ο συγγραφέας κοιτάζει μέσα από τον φακό της φωτογραφικής μηχανής, μοιάζει να επικρατεί το κόκκινο. Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν την έκδοση το πιστοποιούν. Μετά την επιστροφή στο σπίτι, κοιτάζοντας τις ανεπεξέργαστες φωτογραφίες της βόλτας εκείνης, ο Χρυσόπουλος δεν αναγνωρίζει τα μέρη όπου λίγες ώρες πριν περπάτησε. Όπως οι λέξεις που άκουσε, έτσι και οι εικόνες που αποτύπωσε χρειάζονται την απαραίτητη επεξεργασία. Η γη του θυμού είναι ένα συναισθηματικά δύσκολο βιβλίο, υψηλής έντασης, γέννημα της παρατήρησης και της καταγραφής του Χρυσόπουλου, το οποίο, δυστυχώς, αποτυπώνει αρκετά ικανοποιητικά την πραγματικότητα. 

Η γη του θυμού κυκλοφόρησε πρώτα στη Γαλλία το 2015 και έγινε θεατρική παράσταση. Η ελληνική έκδοση κυκλοφόρησε το 2018.   

Εκδόσεις Νεφέλη

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2018

Οι επόπτες - Μιχάλης Μιχαηλίδης





1995. Το φιλόδοξο έργο της ζεύξης της Δανίας με τη Σουηδία, ο σύνδεσμος Ερεσούντ, αρχίζει να υλοποιείται μετά από χρόνια διεργασιών και αναβολών, έργο μεγαλεπήβολο, τόσο από τεχνικής πλευράς, αφού περιλαμβάνει μία υποθαλάσσια σήραγγα, ένα τεχνητό νησί και μία καλωδιωτή γέφυρα, και όλα αυτά με τις μέγιστες προδιαγραφές ασφαλείας και προστασίας του περιβάλλοντος, όσο και από κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής πλευράς, καθώς κάτοικοι και πιστωτές πρέπει να πειστούν για τη χρησιμότητα και τη βιωσιμότητα του έργου, αλλά και τις προοπτικές ανάπτυξης για την ευρύτερη περιοχή. Παράλληλα με τις εργασίες λαμβάνουν χώρα μία σειρά από παράλληλες δράσεις όπως συνέδρια, ημερίδες και καταχωρίσεις στα μέσα μαζικής επικοινωνίας, με σκοπό να καμφθούν οι αντιδράσεις και να δημιουργηθεί ένα κλίμα αισιοδοξίας για τα οφέλη του έργου. Κεντρικοί ήρωες του μυθιστορήματος είναι οι δύο εντεταλμένοι επόπτες, ο καλοπροαίρετος Δανός Νταν Κριστόφτε και ο κυνικός Σουηδός Σβεν Αλεξάντερσον.  

Το μυθιστόρημα διαθέτει ημερολογιακή δομή, ακολουθώντας την πορεία κατασκευής του έργου, με εναλλασσόμενες γωνίες παρατήρησης. Η κατασκευή κινείται σε τρία επίπεδα: η κοντινή εικόνα της μικροκοινωνίας, την οποία αποτελούν οι άμεσα εμπλεκόμενοι στο έργο, η ευρύτερη, η οποία περιλαμβάνει την κοινή γνώμη και τις πολιτικές ηγεσίες των δύο χωρών, και η πανοπτική, εκείνη του έργου σε ένα σκηνικό παγκοσμιοποίησης. Η γλώσσα δεν διαθέτει αχρείαστα λογοτεχνικά φτιασίδια, διαθέτει όμως πλήθος τεχνικών ορολογιών, κομμάτια ξύλινου λόγου -αναφορές, πολιτικές ομιλίες, οικονομικές αναλύσεις-, διαλογικές παρτίδες επιβολής, ειρωνεία και ένταση, αποτυπώνοντας πότε τη σπουδαιότητα και πότε τη ματαιότητα των πεπραγμένων, θέτοντας το προσωπικό και ατομικό στοιχείο στην εξίσωση μίας μεταλλικής κατασκευής και οικονομοτεχνικών μελετών, γλώσσα η οποία δημιουργεί και διατηρεί μέχρι τέλους μία απόσταση. Παράλληλα με την κεντρική πλοκή, που δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η κατασκευή και ολοκλήρωση της ζεύξης, εκτυλίσσονται αρκετές μικροϊστορίες -ως προς την έκτασή τους μόνο μικρές- σε προσωπικό, τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο.

Εξίσου φιλόδοξο με τη ζεύξη των δύο χωρών φαντάζει και το εγχείρημα του Μιχαηλίδη, και αν η αρχική φιλοδοξία -και εκείνη που με ιντρίγκαρε ώστε να διαβάσω τελικά το βιβλίο αυτό- είναι η απόφασή του να ασχοληθεί στο όριο της μυθοπλασίας -όριο δυσδιάκριτο- με ένα θέμα εκτός ελληνικής πραγματικότητας -αν και σε συνθήκες οικονομικής παγκοσμιοποίησης η έννοια της εγχώριας πραγματικότητας είναι τουλάχιστον σχετική- εντούτοις, το μέγεθος της φιλοδοξίας του συγγραφέα, και η τελική επιτυχία του εγχειρήματος, έγκειται στη διαχείριση του υλικού, στον τρόπο με τον οποίο αποδίδει την ιστορία, στις ισορροπίες που πρέπει να διατηρήσει αλλά και στις αντιθέσεις που καλείται να αναδείξει, στα όρια των στερεοτύπων που δεν πρέπει να υπερβεί, στην έρευνα σχετικά με τις τεχνικές και όχι μόνο προδιαγραφές του έργου αλλά και στον υπολειπόμενο χώρο για τις απαραίτητες μυθοπλαστικές προσθήκες. Το χτίσιμο των δύο κεντρικών ηρώων κατέχει κομβική σημασία στο τελικό αποτέλεσμα, το μυθιστόρημα δεν περιστρέφεται γύρω τους, και ορθώς, καθώς, παρότι επόπτες, δεν παύουν να είναι απλώς δύο από τους χιλιάδες εμπλεκόμενους στο έργο, με αποτέλεσμα οι πτυχές του χαρακτήρα τους που γίνονται ορατές να είναι εκείνες που σχετίζονται με την καθημερινότητα και την εξέλιξη του έργου, ο ρόλος τους να έχει συγκεκριμένα όρια, όντας οι ίδιοι γρανάζια της μηχανής, πιόνια σε μία σκακιέρα αγνώστων διαστάσεων.

Πραγματικά απολαυστικό το μυθιστόρημα αυτό, το οποίο φαινομενικά και μόνο μοιάζει ειδικού ενδιαφέροντος.

Εκδόσεις Νεφέλη