Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρουμανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρουμανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2025

Τραβεστί - Μιρτσέα Καρταρέσκου

«Φίλε μου, πώς να πολεμήσω τη χίμαιρά μου;» αναρωτιέται ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής στην εναρκτήρια πρόταση, απευθυνόμενος στον ίδιο του τον εαυτό, επιχειρώντας ξανά να αναμετρηθεί με ένα γεγονός που συνέβη δεκαεπτά χρόνια πριν, όταν εκείνος ήταν δεκαεπτά χρονών και είχε μόλις τελειώσει την προτελευταία τάξη του λυκείου. Και πώς αλλιώς να αναμετρηθεί παρά μέσα από τη γραφή, αυτό είναι άλλωστε εκείνο που πάντοτε ήθελε να κάνει, εκείνο που ένιωθε πως ήταν προορισμένος να κάνει, αυτός ήταν ο ρόλος, του συγγραφέα, με τον οποίο φαντασιωνόταν πάντα, όταν η μοναξιά ήταν η δουλειά του, κάνοντας μακριούς περιπάτους και απαγγέλοντας στίχους, σ' εκείνη την κρίσιμη ηλικία, όταν το σώμα βροντοχτυπά την πόρτα της ύπαρξης γυρεύοντας την ικανοποίησή του, το μερτικό από το πνευματικό και το άυλο, το χειροπιαστό.

Πριν από τρία χρόνια μεταφράστηκε από τον Βίκτωρα Ιβάνοβιτς και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη, στη σειρά Συγγραφείς απ' όλο τον κόσμο, η Νοσταλγία, το σημαντικότερο ίσως έργο του Μιρτσέα Καρταρέσκου, γεννημένου το 1956 στο Βουκουρέστι. Ήταν η ευκαιρία για το εγχώριο λογοτεχνικό κοινό να έρθει σε επαφή με το έργο ενός ιδιαίτερου σύγχρονου δημιουργού σε μια εποχή που η ιδιαιτερότητα και το προσωπικό ύφος σπανίζουν, που τα περισσότερα βιβλία μοιάζουν να ακολουθούν κάποιους συγκεκριμένους κανόνες και παρόμοιες αφηγηματικές φωνές.

Σ' ένα από τα μέρη εκείνου του ιδιότυπα σπονδυλωτού μυθιστορήματος, τον Ρουλετίστα, ο αφηγητής συνοψίζει σε μια φράση τον τρόπο με τον οποίο ο Καρταρέσκου μοιάζει να αντιλαμβάνεται τη λογοτεχνία: «Σ' αυτόν εδώ τον κόσμο υφίσταται λοιπόν μια περιοχή όπου το αδύνατον γίνεται δυνατό, συγκεκριμένα στον χώρο της μυθοπλασίας, δηλαδή της λογοτεχνίας». Και αν υποψιαζόμαστε πως ο τρόπος με τον οποίο ένας γραφιάς υποδέχεται και ερμηνεύει τον τριγύρω κόσμο είναι λοξός και ιδιόχειρος, τότε με βεβαιότητα θα συμφωνούσαμε πως το ίδιο, ίσως και σε πιο ανόθευτο βαθμό, συμβαίνει σ' ένα παιδί. Αυτή η παραδοχή είναι που καθιστά ρεαλιστική την αφήγηση αυτή, απορροφώντας την όποια υπόνοια αντίστιξης.

Με το παραπάνω θέλω να πω πως ο υπερρεαλιστικός τρόπος με τον οποίο οικοδομείται η μια όχθη της πραγματικότητας του αφηγητή, εκεί που τα υλικά μέρη ζωντανεύουν, το ζωικό βασίλειο γίνεται τρομακτικό, ο χρόνος συμπυκνώνεται για να πάρει φόρα και να εκτοξευθεί με υψηλή ταχύτητα προς το μέλλον, ο τρόπος με τον οποίο η μνήμη κατά ελεύθερη και δικής της βούληση συγκρατεί, παραποιεί και ξεχνά. Στην άλλη όχθη, βρίσκεται το σώμα και οι ορμές που εκπορεύονται από εκείνο, η σεξουαλική δίψα που ικανοποιεί προσωρινά το σώμα, αλλά δεν αρκεί, ίσως μόνο αν μετατραπεί σε αφηρημένο έρωτα, τότε ίσως μόνο να καταλαγιάσει έστω για μια στιγμή το πνεύμα.

Το Τραβεστί αποτελείται από δύο κύρια δίπολα. Από τη μια το προφανές, που η λέξη φέρει, ο άντρας που μεταμορφώνεται σε γυναίκα, ο Λούλου που στη σχολική εκδρομή θα ξεγελάσει τον Βίκτωρα, και εξ αυτού θα προκύψει η χίμαιρα που ακόμα, δεκαεπτά χρόνια μετά, θα συνεχίσει να βασανίζει τον αφηγητή. Από την άλλη, η αέναη πάλη, που ορισμένοι δοκιμάζουν χωρίς ποτέ να ησυχάσουν, πάλη ανάμεσα στις υψηλές κορυφές που το πνεύμα γυρεύει και την ικανοποίηση που το σώμα απαιτεί, το πεπερασμένο του χρόνου που ποτέ δεν είναι αρκετός, η απλοϊκότητα της πραγματικότητας που ποτέ δεν υψώνεται ισάξια της φαντασίας. Το δίπολο αυτό, λογοτεχνικά τουλάχιστον, ήταν ο Τόμας Μαν που το ενέταξε ως βασικό άξονα του έργου του, κυρίως στο Τόνιο Κρέγκερ.

Αναφέρθηκα παραπάνω στην ιδιαιτερότητα της γραφής του Ρουμάνου συγγραφέα. Αυτό, ωστόσο, σε καμία των περιπτώσεων δεν σημαίνει μια παρθενογένεση, στην τέχνη, κυρίως σ' αυτήν, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, όσο πίσω και αν πάει κανείς. Η παράδοση της κεντροευρωπαϊκής λογοτεχνίας, οι ιστορίες ενηλικίωσης, η πνευματική αναζήτηση, το βάρος της ύπαρξης και τα αναπόφευκτα, αμείλικτα και απαιτητικά στην απάντηση ερωτήματα που τη συνοδεύουν, οι θρύλοι και η παράδοση, η τοπική εκδοχή του μαγικού ρεαλισμού, η ανάγκη για ένα μπούνκερ καταφυγής από την έξω πραγματικότητα, ο υπερρεαλισμός, το παιγνιώδες και το σατιρικό. Είπαμε, στη λογοτεχνία το αδύνατον γίνεται δυνατό.

Το Τραβεστί, μια ιδιότυπη και αναστοχαστική ματιά σε μια ενηλικίωση, σ' εκείνη του ίδιου του αφηγητή της ιστορίας, μια απόπειρα κατανόησης και επούλωσης, με την ελπίδα πως ο παρελθών χρόνος θα έχει εξοπλίσει με τις κατάλληλες πολεμίστρες τη λογική, ένα καρναβαλικού, διονυσιακού αν προτιμάτε, ρυθμού μυθιστόρημα που διαπραγματεύεται υψηλές πνευματικές ιδέες, με έναν τρόπο μοναδικό, ενάντια στην όποια σοβαροφάνεια, αλλά με στέρεες βάσεις και λαδωμένους μηχανισμούς, που φέρνει στον νου του αναγνώστη έναν άλλο σημαντικό δημιουργό, τον Βίτολντ Γκομπρόβιτς, μια συγγένεια εκλεκτή.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στις 7.12.24 στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Για την υπέροχη Νοσταλγία περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ» μπορείτε εδώ.
 
Μετάφραση Άντζελα Μπράτσου
Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2021

Νοσταλγία - Μιρτσέα Καρταρέσκου

Η οριστική έκδοση του ιδιότυπα σπονδυλωτού μυθιστορήματος Νοσταλγία  του Μιρτσέα Καρταρέσκου κυκλοφόρησε δίχως περικοπές το 1993. Είχε προηγηθεί η λογοκριμένη έκδοσή του με τον τίτλο Visul (Το όνειρο) το 1989, χρονιά μεταβατική για τη σύγχρονη ιστορία της Ρουμανίας, που σημαδεύτηκε από την εκτέλεση του εν ενεργεία προέδρου της χώρας Νικολάε Τσαουσέσκου, ανήμερα των Χριστουγέννων. Ο Καρταρέσκου γεννήθηκε το 1956 στο Βουκουρέστι. Παιδί δύο εργατών, μεγάλωσε σ' ένα σπίτι χωρίς βιβλία, αλλά οι επισκέψεις του στην τοπική βιβλιοθήκη και η συμμετοχή του σε λογοτεχνικές ομάδες τον διαμόρφωσαν εν πολλοίς ως αναγνώστη. Η ανάγνωση ήταν εκείνη που γέννησε μέσα του την ανάγκη να εκφραστεί με τις δικές του λέξεις, γράφοντας αρχικά ποίηση, επηρεασμένος, όπως αρκετοί της γενιάς του, από την αμερικανική αντικουλτούρα της δεκαετίας του 1960 και καλλιτέχνες όπως ο Ντύλαν και ο Χέντριξ. Σπούδασε Ρουμανική Φιλολογία και τη δεκαετία του 1980 εργάστηκε στη μέση εκπαίδευση, περίοδο κατά την οποία εγκατέλειψε την ποίηση για να αφιερωθεί οριστικά στον πεζό λόγο. Ο Καρταρέσκου θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ρουμανικής λογοτεχνίας. Για το έργο του, που έχει μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες, έχει λάβει πλήθος βραβείων και διακρίσεων. Διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου, ενώ έχει υπάρξει επισκέπτης καθηγητής στα Πανεπιστήμια του Άμστερνταμ και της Στουτγκάρδης.

Η Νοσταλγία, που πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά σε μετάφραση Βίκτωρ Ιβάνοβιτς από τις εκδόσεις Καστανιώτη, αποτελείται από τρεις εκτεταμένες νουβέλες (Ο Λοξοπάλαβος, Οι δίδυμοι, ΡΕΜ), ενώ δύο μικρότερης έκτασης κείμενα, Ο Ρουλετίστας και Ο αρχιτέκτονας, λειτουργούν ως πρόλογος και επίλογος αντίστοιχα. Κάθε ένα από τα πέντε μέρη της ενιαίας έκδοσης δύναται να διαβαστεί ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα. Παρ' όλα αυτά, η μεταξύ τους σύνδεση δεν περιορίζεται ούτε στη διάρθρωση ούτε στην κοινή θεματική. Στον Ρουλετίστα, ο αναγνώστης συναντά μια φράση που συνοψίζει τον τρόπο με τον οποίο ο Καρταρέσκου αντιλαμβάνεται τη λογοτεχνία: «Σ' αυτόν εδώ τον κόσμο υφίσταται λοιπόν μια περιοχή όπου το αδύνατον γίνεται δυνατό, συγκεκριμένα στον χώρο της μυθοπλασίας, δηλαδή της λογοτεχνίας». Φράση που ταυτόχρονα προσφέρει και το κλειδί για την γενικότερη πρόσβαση στο σύμπαν του Ρουμάνου συγγραφέα και εν προκειμένω του παρόντος μυθιστορήματος.

Στον Ρουλετίστα, ο έμπειρος πεζογράφος, που βιώνει την ματαιότητα των όσων έχει γράψει, μπροστά στη θέα του θανάτου και του οριστικού περάσματος στη λήθη, αποφασίζει να παίξει το τελευταίο του χαρτί, αφηγούμενος την ιστορία κάποιου που είχε συναντήσει παλιά, γνωστού με το όνομα Ρουλετίστας, ενός άτυχου φουκαρά που ωστόσο πλούτισε, συμμετέχοντας σε γύρους ρώσικης ρουλέτας, στρέφοντας το όπλο στον κρόταφό του, προσθέτοντας ολοένα και περισσότερες σφαίρες στη θαλάμη. Μια ιστορία σύντομη, «αυτά τα δέκα-δεκαπέντε φύλλα είναι εντελώς διαφορετικά, είναι χαρτιά από άλλη τράπουλα. Ο αναγνώστης μου δεν είναι πια κανείς άλλος παρά ο θάνατος». Στον Λοξοπάλαβο, ο περιστασιακός πεζογράφος, δάσκαλος στο επάγγελμα, αφηγείται ιστορίες από την παιδική του ηλικία. Επικεντρώνεται σ' ένα καλοκαίρι, που στην πολυκατοικία μετακόμισε ένα νεαρό αγόρι, το οποίο παρότι αρχικά μάγεψε με τις ιστορίες του την παιδική συμμορία, καταδιώχτηκε με μανία μόλις αφυπνίστηκε η σεξουαλικότητά του. Στους Δίδυμους, την πιο κρυπτική και αμφίσημη ιστορία, ο αφηγητής μόνο για λίγο θα παραμείνει εκτός κάδρου, σύντομα θα αποκαλύψει τη δική του μαντλέν, αφήνοντας πίσω του τον αποστασιοποιημένο ρόλο που ένας παντογνώστης αφηγητής διαθέτει και δεν θα διστάσει να απευθυνθεί ευθέως στον αναγνώστη. Οι σκηνές στο μουσείο φυσικής ιστορίας είναι απίστευτης ομορφιάς. Το ΡΕΜ αποτελεί μια ιδιοφυή, παρότι χαλαρή, προέκταση των Διδύμων. Εδώ, η απεύθυνση στον αναγνώστη είναι ακόμα πιο ευδιάκριτη. Σε ρόλο αφηγητή συναντάμε το πνεύμα της αφήγησης, που επισκέπτεται τους ήρωες αυτής της ερωτικής ιστορίας και γίνεται μάρτυρας των πιο μύχιων στιγμών τους. Ο αρχιτέκτονας αποτελεί ένα εντυπωσιακό κλείσιμο, που ξεκινά από την αγορά ενός αυτοκινήτου Ντάτσια για να καταλήξει στη γέννηση ενός καινούργιου γαλαξία που στροβιλίζεται παλλόμενος στη θέση του παλιού.

Ο Καρταρέσκου διαθέτει κάτι από την πάστα των σπουδαίων συγγραφέων. Το κλασικότροπο εγκολπώνεται στο μεταμοντέρνο, ο συγγραφέας πετυχαίνει αβίαστα και με άνεση να συνομιλήσει με το παρελθόν της λογοτεχνίας, να φανερώσει μέρος από τις προσλαμβάνουσες, αποτίνοντας παράλληλα και ένα φόρο τιμής σε όσα τον διαμόρφωσαν, χωρίς όμως να εγκλωβίζεται και να απολύει τη δική του φωνή, τον δικό του τρόπο να παίζει το παιχνίδι της λογοτεχνίας. Γιατί ο Καρταρέσκου αντιμετωπίζει τη λογοτεχνία ως ένα παιχνίδι, με τον τρόπο όμως που τα παιδιά αντιμετωπίζουν το παιχνίδι, ως την πλέον σοβαρή και σημαντική υπόθεση δηλαδή. Η καταβύθιση στον δίχως όρια κόσμο του προσφέρει στον αναγνώστη μια εμπειρία μοναδική, εκεί όπου οι ιστορίες γεννούν ιστορίες σε ένα διαρκές πανηγύρι εικόνων και συναισθημάτων.

Το 2011 είχε κυκλοφορήσει η συλλογή διηγημάτων τού Καρταρέσκου, Γιατί αγαπάμε τις γυναίκες (μτφρ. Πάνος Απαλίδης, εκδόσεις Αλλότροπο). Όμως, η πρόσληψη ενός συγγραφέα δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην επικράτεια του έργου του. Το 2020 κυκλοφόρησε ένα από τα έργα αναφοράς της ρουμανικής λογοτεχνίας, τα Περιστατικά στο εγγύς εξωπραγματικό του Μαξ Μπλέχερ (μτφρ. Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, εκδόσεις Loggia), που αποτελεί στενό πρόγονο της Νοσταλγίας, μια ευτυχής συγκυρία για τον Έλληνα αναγνώστη. 

Η Νοσταλγία αποτελεί ένα σπουδαίο εκδοτικό γεγονός, που δημιουργεί την ελπίδα πως θα ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα έργα του Μιρτσέα Καρταρέσκου.

υγ. Για τα Περιστατικά στο εγγύς εξωπραγματικό του Μαξ Μπλέχερ περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

υγ2. υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο (επιμ. Μισέλ Φάις) της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 13 Νοεμβρίου, το λινκ για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Μετάφραση Βίκτωρ Ιβάνοβιτς
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2020

Περιστατικά στο εγγύς εξωπραγματικό - Max Blecher


Ήταν δεκαεννέα χρονών ο Μαξ Μπλέχερ, όταν διαγνώστηκε με τη νόσο του Ποτ, μια μορφή φυματίωσης· βρισκόταν στο Παρίσι, στο πρώτο έτος των σπουδών του στην ιατρική, με τη ζωή να μοιάζει μακριά και γεμάτη εκπλήξεις, και ξάφνου το μέλλον κόντυνε και όλα προδιαγράφηκαν με πάσα λεπτομέρεια, θαρρείς, μια περιπλάνηση από σανατόριο σε σανατόριο ξεκίνησε, μια πορεία βασανιστική, γεμάτη πόνους, προς το αναπόφευκτο τέλος. Σε αυτό το περιβάλλον, της αποστείρωσης και της απομόνωσης, διαμορφώθηκε το έργο του. Ο πόνος, όμως, ποτέ δεν είναι αρκετός, το ταλέντο απαιτείται, και μια βιαστική εξιδανίκευση της απομόνωσης δηλώνει την απόσταση που χωρίζει τον καθένα μας από το βασίλειο των αρρώστων. Και είναι ο τίτλος του ιδιότυπα σπονδυλωτού μυθιστορήματος, Περιστατικά στο εγγύς εξωπραγματικό, τόσο ανατριχιαστικά ακριβής, η αποτύπωση της καθημερινότητας κάποιου που περισσότερο φαντάζεται όσα συμβαίνουν ίσα στην άλλη πλευρά του τοίχου, συχνά με πρωταγωνιστή τον ίδιο, στο κατώφλι της ονειροφαντασίας.

Όταν κοιτάω προσηλωμένος και για πολλήν ώρα ένα συγκεκριμένο σημείο στον τοίχο, είναι φορές που δεν ξέρω πλέον ποιος είμαι και πού βρίσκομαι. Τότε, νιώθω την απώλεια της ταυτότητάς μου μακρόθεν, ως εάν, για μια στιγμή, είχα μεταμορφωθεί σε κάποιον εντελώς ξένο. Η αφηρημένη αυτή ύπαρξη και ο πραγματικός μου εαυτός διεκδικούσαν, με ίσες πιθανότητες, την κυριότητα επί της αυτεπίγνωσής μου.

Η γραφή υπήρξε για τον Μπλέχερ το απαραίτητο αντιστάθισμα, ταυτόχρονα καταφύγιο και ξέφωτο, πανοπτικό μιας ζωής που δεν μπορούσε να ζήσει, ένας κόσμος στον οποίο όλα ήταν δυνατά, ένας κόσμος φορτωμένος με παρελθόν, ένα παρελθόν κοντινό μα εξωπραγματικό, περιστατικά που περισσότερο ομοιάζουν με απομνημονεύματα, περιστρεφόμενα γύρω από έναν άξονα καλυμμένα αυτοβιογραφικό, μιας εποχής -τώρα πια- ανέμελης, της οποίας κάθε ελάχιστο περιστατικό ακολουθεί μια διαδρομή αντίθετη της γνωστής, καθώς μεγεθύνεται και αποκτάει διαστάσεις μυθικές, εκεί που οι μουντές μέρες της βροχής και της λάμψης λουστράρονται και λάμπουν, με τις επιρροές της υπαρξιστικής φιλοσοφικής παράδοσης ευδιάκριτες, φιλοσοφία που μελέτησε, αλλά κυρίως βίωσε, αυτή η "οριακή κατάσταση" του σώματος, και παρεπόμενα του πνεύματος, η απουσία οποιασδήποτε μορφής αυτοδιάθεσης, ο διαρκής πόνος, οι εξάρσεις και οι υφέσεις, η προθανάτια αγωνία, κυρίως αυτή.

Κατά την απολαυστική ανάγνωση του Περιστατικά στο εγγύς εξωπραγματικό σκεφτόμουν συνεχώς τον Ρόμπερτ Μούζιλ, αυτόν τον σπουδαίο συγγραφέα, και κυρίως τις Αναστατώσεις του νεαρού Ταίρλες, τις αναμνήσεις από τη ζωή στο οικοτροφείο, που κινούνται στον χρονικό αντίποδα, καθώς ο αφηγητής του Μπλέχερ αναπολεί, έγκλειστος πια, ημέρες ελευθερίας και δυνατοτήτων, τη στιγμή που ο οικότροφος, μακριά πια από τους περιορισμούς του ιδρύματος, ανασύρει από τη μνήμη του γεγονότα και αναμνήσεις. Είναι η πρώτη φορά που κάποιο έργο του Μπλέχερ, ο οποίος εσχάτως διαβάζεται ξανά, κυκλοφορεί στα ελληνικά, σε μετάφραση από τα ρουμανικά του Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, ένα ακόμα κενό της παγκόσμιας λογοτεχνίας που έρχεται να καλυφθεί, παρά τη διαρκή -και άγονη- γκρίνια κάποιων λίγων -μα ιδιαίτερα φασαριόζων η αλήθεια είναι- σχετικά με τα εκδοτικά τεκταινόμενα, γκρίνια που δεν τους επιτρέπει να διακρίνουν τη δυσανάλογη της ζήτησης παραγωγή, αμελώντας τη σύγκριση με αγορές τεράστιες. Ο Μπλέχερ, ο επανομαζόμενος από πολλούς ως Ρουμάνος Κάφκα, με το χαρακτηριστικό κεντροευρωπαϊκό μα ταυτόχρονα ιδιαίτερο και προσωπικό στυλ, είναι ένας συγγραφέας που αξίζει να ανακαλύψει κανείς.

Ειδική μνεία πρέπει του επιμέτρου που συνοδεύει την έκδοση δια χειρός Κώστα Βραχνού. Το Περιστατικά από το εγγύς εξωπραγματικό αποτελεί μέρος της πρώτης σοδειάς βιβλίων των νεοσύστατων εκδόσεων Loggia, που έρχονται υποσχόμενες να μας συστήνουν συγγράφεις μεταφρασμένους για πρώτη φορά στα ελληνικά.        

Μετάφραση Βίκτωρ Ιβάνοβιτς
Εκδόσεις Loggia

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018

Το βιβλίο των κατόπτρων - E.O. Chirovici





Ο Πίτερ, λογοτεχνικός ατζέντης, θα λάβει ένα μέηλ από κάποιον Ρίτσαρντ Φλυν, το οποίο αρχικά μοιάζει με ακόμα ένα μέηλ από κάποιον υποψήφιο συγγραφέα. Όταν όμως θα διαβάσει τη συνοδευτική επιστολή του συνημμένου αρχείου, ο Πίτερ θα νιώσει πως πρόκειται για κάτι διαφορετικό, πως δεν είναι μία ακόμα αδέξια και άψυχη επιστολή. 

Το 1987 ο διάσημος καθηγητής Τζόζεφ Βίντερ θα βρεθεί δολοφονημένος στο σπίτι του, στο Πρίνστον. Η ανεξιχνίαστη αυτή δολοφονία αποτελεί το θέμα του χειρόγραφου που θα πάρει στα χέρια του ο Πίτερ. Πρόκειται άραγε για ομολογία ή για έργο μυθοπλασίας;

Ξεκινώντας να γράφω το κείμενο αυτό, φλέρταρα με την ιδέα να αναφερθώ πιο αναλυτικά απ' ό,τι συνήθως στην υπόθεση, κυρίως για να αναδείξω την ικανότητα του συγγραφέα στη σύνθεση της ιστορίας, με τις ανατροπές να κυριαρχούν και τον αναγνωστικό ορίζοντα προσδοκιών να τίθεται συνεχώς υπό αμφισβήτηση. Γρήγορα όμως συνειδητοποίησα πως οποιαδήποτε αναφορά στην υπόθεση θα αποτελούσε σπόιλερ για τον πιθανό αναγνώστη, οπότε και εγκατέλειψα την αρχική ιδέα.
Πιστεύω πως, για τους περισσότερους ανθρώπους, το να μεγαλώνεις σημαίνει, δυστυχώς, να αποκτάς την ικανότητα να κλειδώνεις τα όνειρά σου σ' ένα κουτί και να το πετάς στον ποταμό Ιστ. Κατά τα φαινόμενα, δεν αποτέλεσα εξαίρεση στον κανόνα. Όμως πριν από μερικούς μήνες ανακάλυψα κάτι σημαντικό, το οποίο επανέφερε στη μνήμη μου ορισμένα τραγικά περιστατικά που συνέβησαν το φθινόπωρο και τον χειμώνα του 1987, στο τελευταίο έτος μου στο Πρίνστον. Κατά πάσα πιθανότητα καταλαβαίνεις τι εννοώ: θεωρείς ότι έχεις λησμονήσει κάτι -ένα περιστατικό, έναν άνθρωπο, μία κατάσταση- και ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι η ανάμνηση μαράζωνε σε κάποιο κρυφό δωμάτιο του μυαλού σου αλλά ήταν πάντοτε εκεί, σαν να δημιουργήθηκε μόλις την προηγούμενη μέρα. Σαν να ανοίγεις μια παλιά ντουλάπα γεμάτη άχρηστα πράγματα και δεν έχεις παρά να μετακινήσεις ένα κουτί για να καταρρεύσουν τα πάντα πάνω σου.
Τι είναι αυτό που οδηγεί κάποιον να μιλήσει για μια ιστορία που συνέβη τόσο παλιά; Ο Κίροβιτς γνωρίζει καλά πως ο αφηγητής οφείλει να διαθέτει το απαραίτητο πάθος, να καθιστά ξεκάθαρο στον αναγνώστη πως η ζωή του εξαρτάται τρόπον τινά από την αφήγηση αυτή. Ήδη από τη συνοδευτική επιστολή διαφαίνεται η αγωνία του Φλυν, κανένα στοιχείο δεν μπορεί να θεωρηθεί λεπτομέρεια παρά μόνο ένα απαραίτητο κομμάτι του παζλ που επιχειρεί να συνθέσει.

Εκείνο που τελικά είναι δευτερεύον κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης είναι η ανακάλυψη του δολοφόνου, και είναι δευτερεύον γιατί προηγούνται τα μυστικά που τα κρατούν κρυμμένα, χρόνια μετά, τα πρόσωπα της ιστορίας, όχι μόνο εκείνα που ανήκαν στον περίγυρο του καθηγητή, όπως ο Φλυν, αλλά και όσοι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ασχολήθηκαν με την ιστορία της δολοφονίας και του χειρογράφου τόσο τότε όσο και τώρα, χρόνια μετά, ενώ τα κάτοπτρα που αναπαράγουν την πρώτη  εικόνα συχνά την παραμορφώνουν, για να χαθεί τελικά εκείνη μέσα σε μια σειρά αντικατοπτρισμών.

Το βιβλίο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη, συνδέεται με τα βιβλία της Ντόνα Ταρτ και του Ζοέλ Ντικέρ, και, παρά την πιθανότητα κάτι τέτοιο να αποτελούσε απλώς ένα προωθητικό τρικ, στάθηκε ικανό να με ιντριγκάρει και να με οδηγήσει στην ανάγνωση. Τελειώνοντας το βιβλίο δεν έχω καμία αμφιβολία, οι λάτρεις της Ταρτ και του Ντικέρ θα το αγαπήσουν, είναι καταιγιστικός, αλλά σε καμία περίπτωση κενός, ο τρόπος με τον οποίο ο Κίροβιτς χτίζει την ιστορία του, ενώ οι ανατροπές στηρίζονται στην αλήθεια των ηρώων, με τους οποίους ο αναγνώστης αναπτύσσει έναν συναισθηματικό δεσμό, βάση του οποίου διαμορφώνει τις προσωπικές του προτιμήσεις για την τελική έκβαση της ιστορίας.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αντώνης Καλοκύρης
Εκδόσεις Πατάκη