Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Καστανιώτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Καστανιώτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2025

Τραβεστί - Μιρτσέα Καρταρέσκου

«Φίλε μου, πώς να πολεμήσω τη χίμαιρά μου;» αναρωτιέται ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής στην εναρκτήρια πρόταση, απευθυνόμενος στον ίδιο του τον εαυτό, επιχειρώντας ξανά να αναμετρηθεί με ένα γεγονός που συνέβη δεκαεπτά χρόνια πριν, όταν εκείνος ήταν δεκαεπτά χρονών και είχε μόλις τελειώσει την προτελευταία τάξη του λυκείου. Και πώς αλλιώς να αναμετρηθεί παρά μέσα από τη γραφή, αυτό είναι άλλωστε εκείνο που πάντοτε ήθελε να κάνει, εκείνο που ένιωθε πως ήταν προορισμένος να κάνει, αυτός ήταν ο ρόλος, του συγγραφέα, με τον οποίο φαντασιωνόταν πάντα, όταν η μοναξιά ήταν η δουλειά του, κάνοντας μακριούς περιπάτους και απαγγέλοντας στίχους, σ' εκείνη την κρίσιμη ηλικία, όταν το σώμα βροντοχτυπά την πόρτα της ύπαρξης γυρεύοντας την ικανοποίησή του, το μερτικό από το πνευματικό και το άυλο, το χειροπιαστό.

Πριν από τρία χρόνια μεταφράστηκε από τον Βίκτωρα Ιβάνοβιτς και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη, στη σειρά Συγγραφείς απ' όλο τον κόσμο, η Νοσταλγία, το σημαντικότερο ίσως έργο του Μιρτσέα Καρταρέσκου, γεννημένου το 1956 στο Βουκουρέστι. Ήταν η ευκαιρία για το εγχώριο λογοτεχνικό κοινό να έρθει σε επαφή με το έργο ενός ιδιαίτερου σύγχρονου δημιουργού σε μια εποχή που η ιδιαιτερότητα και το προσωπικό ύφος σπανίζουν, που τα περισσότερα βιβλία μοιάζουν να ακολουθούν κάποιους συγκεκριμένους κανόνες και παρόμοιες αφηγηματικές φωνές.

Σ' ένα από τα μέρη εκείνου του ιδιότυπα σπονδυλωτού μυθιστορήματος, τον Ρουλετίστα, ο αφηγητής συνοψίζει σε μια φράση τον τρόπο με τον οποίο ο Καρταρέσκου μοιάζει να αντιλαμβάνεται τη λογοτεχνία: «Σ' αυτόν εδώ τον κόσμο υφίσταται λοιπόν μια περιοχή όπου το αδύνατον γίνεται δυνατό, συγκεκριμένα στον χώρο της μυθοπλασίας, δηλαδή της λογοτεχνίας». Και αν υποψιαζόμαστε πως ο τρόπος με τον οποίο ένας γραφιάς υποδέχεται και ερμηνεύει τον τριγύρω κόσμο είναι λοξός και ιδιόχειρος, τότε με βεβαιότητα θα συμφωνούσαμε πως το ίδιο, ίσως και σε πιο ανόθευτο βαθμό, συμβαίνει σ' ένα παιδί. Αυτή η παραδοχή είναι που καθιστά ρεαλιστική την αφήγηση αυτή, απορροφώντας την όποια υπόνοια αντίστιξης.

Με το παραπάνω θέλω να πω πως ο υπερρεαλιστικός τρόπος με τον οποίο οικοδομείται η μια όχθη της πραγματικότητας του αφηγητή, εκεί που τα υλικά μέρη ζωντανεύουν, το ζωικό βασίλειο γίνεται τρομακτικό, ο χρόνος συμπυκνώνεται για να πάρει φόρα και να εκτοξευθεί με υψηλή ταχύτητα προς το μέλλον, ο τρόπος με τον οποίο η μνήμη κατά ελεύθερη και δικής της βούληση συγκρατεί, παραποιεί και ξεχνά. Στην άλλη όχθη, βρίσκεται το σώμα και οι ορμές που εκπορεύονται από εκείνο, η σεξουαλική δίψα που ικανοποιεί προσωρινά το σώμα, αλλά δεν αρκεί, ίσως μόνο αν μετατραπεί σε αφηρημένο έρωτα, τότε ίσως μόνο να καταλαγιάσει έστω για μια στιγμή το πνεύμα.

Το Τραβεστί αποτελείται από δύο κύρια δίπολα. Από τη μια το προφανές, που η λέξη φέρει, ο άντρας που μεταμορφώνεται σε γυναίκα, ο Λούλου που στη σχολική εκδρομή θα ξεγελάσει τον Βίκτωρα, και εξ αυτού θα προκύψει η χίμαιρα που ακόμα, δεκαεπτά χρόνια μετά, θα συνεχίσει να βασανίζει τον αφηγητή. Από την άλλη, η αέναη πάλη, που ορισμένοι δοκιμάζουν χωρίς ποτέ να ησυχάσουν, πάλη ανάμεσα στις υψηλές κορυφές που το πνεύμα γυρεύει και την ικανοποίηση που το σώμα απαιτεί, το πεπερασμένο του χρόνου που ποτέ δεν είναι αρκετός, η απλοϊκότητα της πραγματικότητας που ποτέ δεν υψώνεται ισάξια της φαντασίας. Το δίπολο αυτό, λογοτεχνικά τουλάχιστον, ήταν ο Τόμας Μαν που το ενέταξε ως βασικό άξονα του έργου του, κυρίως στο Τόνιο Κρέγκερ.

Αναφέρθηκα παραπάνω στην ιδιαιτερότητα της γραφής του Ρουμάνου συγγραφέα. Αυτό, ωστόσο, σε καμία των περιπτώσεων δεν σημαίνει μια παρθενογένεση, στην τέχνη, κυρίως σ' αυτήν, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, όσο πίσω και αν πάει κανείς. Η παράδοση της κεντροευρωπαϊκής λογοτεχνίας, οι ιστορίες ενηλικίωσης, η πνευματική αναζήτηση, το βάρος της ύπαρξης και τα αναπόφευκτα, αμείλικτα και απαιτητικά στην απάντηση ερωτήματα που τη συνοδεύουν, οι θρύλοι και η παράδοση, η τοπική εκδοχή του μαγικού ρεαλισμού, η ανάγκη για ένα μπούνκερ καταφυγής από την έξω πραγματικότητα, ο υπερρεαλισμός, το παιγνιώδες και το σατιρικό. Είπαμε, στη λογοτεχνία το αδύνατον γίνεται δυνατό.

Το Τραβεστί, μια ιδιότυπη και αναστοχαστική ματιά σε μια ενηλικίωση, σ' εκείνη του ίδιου του αφηγητή της ιστορίας, μια απόπειρα κατανόησης και επούλωσης, με την ελπίδα πως ο παρελθών χρόνος θα έχει εξοπλίσει με τις κατάλληλες πολεμίστρες τη λογική, ένα καρναβαλικού, διονυσιακού αν προτιμάτε, ρυθμού μυθιστόρημα που διαπραγματεύεται υψηλές πνευματικές ιδέες, με έναν τρόπο μοναδικό, ενάντια στην όποια σοβαροφάνεια, αλλά με στέρεες βάσεις και λαδωμένους μηχανισμούς, που φέρνει στον νου του αναγνώστη έναν άλλο σημαντικό δημιουργό, τον Βίτολντ Γκομπρόβιτς, μια συγγένεια εκλεκτή.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στις 7.12.24 στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Για την υπέροχη Νοσταλγία περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ» μπορείτε εδώ.
 
Μετάφραση Άντζελα Μπράτσου
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα 5 Μαΐου 2025

Απειρόγωνο - Colum McCann

Ο Α. το έκανε δώρο στη Δ. Εκείνη το διάβασε και ενθουσιάστηκε, έψαξε και βρήκε και τα υπόλοιπα βιβλία του Κόλουμ ΜακΚαν. Ξεκίνησε και ο ίδιος να το διαβάζει, αργά αργά, προσεκτικά. Τότε ξεκίνησε το κορτάρισμα, πρέπει να το διαβάσεις αυτό το βιβλίο, θα σου αρέσει σίγουρα, εντύπωση μου κάνει που δεν το έχεις διαβάσει, και τα λοιπά, και τα λοιπά. Έφερα το Απειρόγωνο σπίτι, το άφησα αρκετά ψηλά στη στοίβα. Ο καιρός περνούσε, το κορτάρισμα καλά κρατούσε. Δύο πράγματα με απέτρεπαν περισσότερο από τον ενθουσιασμό του Α., πρώτον η επιφύλαξη για καιροσκοπισμό, ένας Ιρλανδός γράφει για την Παλαιστίνη, ένας τόπος ανήσυχος διαρκώς, τους τελευταίους μήνες ακόμα πιο εφιαλτικός, δεύτερον, το μέγεθος, εξακόσιες σελίδες, παρά τη μεγάλη σχετικά γραμματοσειρά και τα μικρά κεφάλαια.

Ήταν Τετάρτη απόγευμα, είχα γυρίσει από τη δουλειά, ήθελα μόνο να αράξω στον καναπέ και να τελειώσω το δυστοπικό μυθιστόρημα που διάβαζα, λίγες σελίδες μου είχαν μείνει, το πρωί δεν είχα καταφέρει να ξυπνήσω έγκαιρα. Έφτιαξα δεύτερο καφέ. Τελείωσα το βιβλίο, είχα βολευτεί στον καναπέ, ήθελα να συνεχίσω να διαβάζω, τράβηξα το Απειρόγωνο από τον σωρό, δεν είχα αποφασίσει ακόμα ποιο θα ήταν το επόμενο βιβλίο, είπα να του ρίξω μια ματιά, διάβασα εκατόν σαράντα σελίδες μέχρι να χρειαστεί να σηκωθώ. Έτσι έγιναν τα πράγματα.

«Απειρόγωνο: ένα σχήμα που διαθέτει έναν αριθμήσιμο άπειρο αριθμό πλευρών. Το αριθμήσιμο άπειρο είναι η απλούστερη μορφή του απείρου».

Με λίγα λόγια η υπόθεση: Ο Μπασάμ Αραμίν, Παλαιστίνιος, και ο Ράμι Ελχανάν, Ισραηλινός, έχουν χάσει τις μικρές κόρες τους από τον εχθρό. Αυτό τους συνδέει. Είναι μέλη μιας ισραηλινοπαλαιστινιακής ένωσης για την ειρήνη, προσπαθούν με όσες δυνάμεις έχουν να μπει ένα τέλος σε αυτό, το σύνθημα συνοψίζεται στο: Για να μπει ένα τέλος, πρέπει να μιλήσουμε.

Ο τρόπος με τον οποίο χτίζει ο ΜακΚαν το μυθιστόρημα, εκκινώντας από μια σειρά πραγματικών γεγονότων και καταβάλλοντας μεγάλο κόπο στη συλλογή περαιτέρω πραγματολογικών στοιχείων, πάντοτε θα μου φέρνει στον νου το μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα Επιχείρηση σφαγή του Αργεντινού Ροδόλφο Γουόλς. Μια πρώτη διαφορά είναι το μετερίζι από το οποίο οι δυο τους εκκινούν, ο Γουόλς υπήρξε δημοσιογράφος, ο ΜακΚάν είναι συγγραφέας, επίσης, ο Γουόλς έγραψε από πρώτο χέρι μια ιστορία εν μέσω δικτατορίας στη χώρα του, ο Ιρλανδός έστρεψε το βλέμμα στη Μέση Ανατολή. Διαβάζοντας το Απειρόγωνο ένα δυστυχώς υποτιμημένο βιβλίο μου ήρθε στο μυαλό, Η ανακάλυψη των σωμάτων, του Πιερ Ντυκροζέ, ένας Γάλλος που έγραψε μια μπολανική μυθιστορία βασισμένος στην απαγωγή μιας ομάδας φοιτητών από τη μεξικανική αστυνομία.

Δεν είναι κάτι σπάνιο ένας συγγραφέας να εκκινά από τη γνώση ενός γεγονότος, να μπολιάζει λογοτεχνικά στολίδια σε μια πραγματική ιστορία. Είναι ωστόσο σπάνιο η απόπειρα αυτή να ξεπερνά το ντοκουμέντο και να μετουσιώνεται σε υψηλή λογοτεχνία. Αυτή είναι η περίπτωση εδώ.

Έχουμε, έχω, τοποθετήσει την έμπνευση σε έναν ψηλό θρόνο, απαραίτητη παρουσία ώστε το ταλέντο και η μαστοριά να εκτοξευθούν σε ασύλληπτα ύψη. Έχουμε, έχω, ταυτίσει την έρευνα και τη γνώση με το δοκίμιο και τον ακαδημαϊκό λόγο. Η λογοτεχνία, λέμε, λέω, δεν έχει να κάνει με αυτό. Όπως κάθε πιστός έτσι και ο αναγνώστης έχει μια μεταφυσική αχίλλειο πτέρνα, τον δύσκολα προσδιορίσιμο και περιγράψιμο χαρακτήρα της έμπνευσης και της φαντασίας, πού/πώς το σκέφτηκε αυτό, αναρωτιόμαστε εντυπωσιασμένοι. Τέτοιος αναγνώστης είμαι κι εγώ, το ασύλληπτο με γοητεύει, το χειροπιαστό όχι και τόσο. Και όμως το πού/πώς το σκέφτηκε αυτό είναι διαρκώς παρόν στο Απειρόγωνο, τόσο ως προς την κατασκευή και τη σύνθεση, όσο και ως προς το περιεχόμενο, τον συνδυασμό όλων αυτών των ψηφίδων. Είτε γνωρίζεις, είτε δεν εντυπωσιάζεσαι από τα διάφορα πραγματολογικά, μικρή σημασία έχει εδώ ως προς την αναγνωστική εμπειρία.

Βγαίνοντας από την πρώτη αναγνωστική έφοδο, είχα την υποψία πως ίσως αρχές Απριλίου να διάβαζα ήδη το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς, βρισκόμουν σε συγκλονιστικό αναγνωστικό σοκ, συνθήκη κάπως σπάνια, αντιστρόφως ανάλογη των καλών βιβλίων που διαβάζω. Σε άλλη περίπτωση θα τοποθετούσα σε περίοπτη θέση την πιθανότητα το σοκ να οφειλόταν στις ελαφριές προσδοκίες και στις πιο ισχυρές επιφυλάξεις, είδα τις πρώτες να θεριεύουν, τις δεύτερες να καταρρέουν με κρότο. Σε άλλη περίπτωση, επίσης, θα δοκίμαζα να δαμάσω τον ενθουσιασμό μου, να αποφύγω υπερβολές όσο και αν τις πίστευα, φοβούμενος με τη σειρά μου πως θα δημιουργούσα στους άλλους προσδοκίες που ίσως αποτελούσαν τροχοπέδη στην πιθανή μετέπειτα αναγνωστική πρόσληψη. Αυτή τη φορά κυριαρχεί ο απελευθερωτικός ενθουσιασμός και η ακλόνητη βεβαιότητα, το Απειρόγωνο είναι ένα επίτευγμα, ένα μείζον λογοτεχνικό συμβάν.

Μια προφανής παρομοίωση είναι το ψηφιδωτό. Ο ΜακΚαν χωρίζει σε χίλια και ένα, να και μια διακειμενική αναφορά, το μυθιστόρημά του, το μικρότερο είναι μια γραμμή, το μεγαλύτερο κάποιες σελίδες. Μια προφανής επιρροή, όχι λογοτεχνική αλλά βιωματική, είναι η ιρλανδική καταγωγή του, ένα επίσης αιματηρό ιστορικό επεισόδιο βίαιης γειτνίασης. Κάνω το υποκειμενικό βήμα για να πω πως ίσως αυτή η επιρροή του επιβάλλει να σωπάσει υπό το βάρος του απείρου, τα λόγια δεν είναι απλά, οι αποχρώσεις εδώ είναι ταυτόχρονα μετρήσιμες αλλά και άπειρες. «Για να μπει ένα τέλος, πρέπει να μιλήσουμε». Ενίοτε, η απόσταση μας επιτρέπει να διακρίνουμε καλύτερα τα κοντινά, τα οικεία, τα δικά μας.

Κατανοώ πως κάποιοι στην απουσία ξεκάθαρης πολιτικής θέσης και στράτευσης θα νιώσουν αμήχανοι, ίσως και να θυμώσουν, να οργιστούν και να μην μπορέσουν, ακόμα και αν διαβάσουν το βιβλίο, να νιώσουν τη λογοτεχνική μέθη. Το κατανοώ. Ήταν μέρος και των δικών μου επιφυλάξεων, αρχικά, πριν να ξεκινήσω να διαβάζω το βιβλίο αυτό. Η στράτευση είναι μια μεγάλη συζήτηση που ξεπερνά τα όρια της τέχνης και φτάνει στις ακτές της πολιτικής στάσης. Όμως, ταυτόχρονα, η τέχνη, για διάφορους λόγους, δεν μπορεί να εγκλωβιστεί σε αυτή την επικράτεια συζήτησης, όχι όταν δεν είναι στρατευμένη από τους προνομιούχους νικητές, όχι όταν σκοπός της είναι ο αναχωρητισμός, η λήθη, η παραχάραξη και η διαστρέβλωση. Στο Απειρόγωνο λείπει, τουλάχιστον με την αναμενόμενη μορφή, η πολιτική θέση, ίσως, μάλιστα, κάποιος να ισχυριστεί πως υπάρχει ως εκδοχή ίσων αποστάσεων. Κατανοώ, αλλά νιώθω πως δεν είναι το θέμα μας αυτό.

Η διαίρεση ποτέ δεν υπήρξε του γούστου μου, όχι όταν συμβαίνει υπό την γενίκευση των λαών, οι Τούρκοι από τη μια και οι Έλληνες από την άλλη, και ακολούθως δίδυμοι επιθετικοί προσδιορισμοί, ένα κίβδηλο εμείς στο οποίο ανέκαθεν ένιωθα άβολα. Οι Ισραηλινοί και οι Παλαιστίνιοι, το ίδιο. Ο ΜακΚαν θέλει να πει την ιστορία δύο πατεράδων που έχασαν τα παιδιά τους σε αυτόν τον πόλεμο και αυτό δεν τους οδήγησε στο στόμα των εθνικιστών, δεν ένιωσαν άνετα στην ιδέα μιας σημαίας πάνω στο μικρού μεγέθους φέρετρο, δεν βυθίστηκαν στον φανατισμό, αλλά θέλησαν να μιλήσουν, να συζητήσουν, να γυρέψουν μια λύση, να επιχειρήσουν να κατανοήσουν τους απέναντι εαυτούς τους, να πουν: όχι στο όνομά μας. Μοιάζει προφανές αυτό που διαπραγματεύεται το μυθιστόρημα στον πυρήνα του, το προφανές όμως, κατά τη γνώμη μου, λείπει σήμερα, λείπει πολύ, χρειάζεται πολύ.

Όταν έκατσα να γράψω το κείμενο αυτό δεν είχα πάρει απόφαση αν θα στεκόμουν μόνο στη λογοτεχνική πλευρά ή αν θα δοκίμαζα να πατήσω με προσοχή και στην πολιτική. Άφησα στα δάκτυλά μου την πρωτοβουλία, ίσως έτσι να μπορέσω κι εγώ να διακρίνω πώς λειτούργησε σε μένα το βιβλίο αυτό, πέρα από το λογοτεχνικό αριστούργημα, πέρα από τον ενθουσιασμό της γραφής.

Βιβλία όπως αυτό νιώθω πως υπερτονίζουν την ανεπάρκειά μου, κορυφές που προκαλούν ίλιγγο, στους πρόποδες του βιβλιοπωλείου θα αρκούσε μια ταμπέλα: διάβασέ το. Κλείνοντας, θα πω ξανά: ήταν Απρίλης όταν διάβασα το βιβλίο αυτό, ίσως κιόλας να διάβασα το βιβλίο της χρονιάς.

υγ. Για το Επιχείρηση σφαγή περισσότερα βρίσκεται εδώ, για το Η ανακάλυψη των σωμάτων εδώ.

Μετάφραση Τόνια Κοβαλένκο
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2025

Olga Tokarczuk, Μέρος τρίτο, Εμπούσιον

Μετά από την όμορφη παράκαμψη που περιελάμβανε την ανάγνωση δύο ακόμα μυθιστορημάτων της νομπελίστριας συγγραφέα Όλγκα Τοκάρτσουκ (Πλάνητες, Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών) το Εμπούσιον εμφανίστηκε στον αναγνωστικό ορίζοντα.

Πρώτα ένα ντισκλέιμερ για το όνομα. Μόλις έπιασα το μυθιστόρημα στα χέρια μου, γεμάτος χαρά και προσδοκίες, τόνισα τον τίτλο στη λήγουσα, Εμπουσιόν, προοικονομώντας μια γαλλική εσάνς, όμως έκανα λάθος. Ο τίτλος προκύπτει από τη σύντμηση δύο λέξεων αρχαιοελληνικής προέλευσης, Έμπουσα και Συμπόσιο. Και αν το Συμπόσιο παραπέμπει με σαφήνεια στο ομώνυμο έργο του Πλάτωνα, η Έμπουσα, δαίμονας θηλυκού γένους που σχετιζόταν με τη χθόνια θεότητα Εκάτη και άλλαζε διαρκώς μορφές και έτρωγε ανθρώπινες σάρκες, μάλλον είναι σχετικά άγνωστη.

Παρότι αποφεύγω όσο μπορώ την όποια πληροφορία σχετικά με ένα βιβλίο που πρόκειται να διαβάσω, αποφεύγοντας ακόμα και το οπισθόφυλλο, η συσχέτιση του Εμπούσιον με Το μαγικό βουνό του Τόμας Μαν περιήλθε στη γνώση μου. Πέρα από τις όποιες πινελιές στον ορίζοντα προσδοκιών μου, η σχέση αυτή επανέφερε στη μνήμη εκείνη την πασχαλινή ανάγνωση πριν από σχεδόν είκοσι χρόνια, τον εγκλωβισμό του νεαρού μηχανικού Χανς Κάστορπ στο σανατόριο, τη μετατροπή μιας επίσκεψης στον άρρωστο ξάδερφό του σε νοσηλεία του ίδιου, αυτό το αργό πέρασμα από τη συνθήκη του υγιούς σε εκείνη του πάσχοντος. Όπως είθισται να συμβαίνει με τα σπουδαία έργα της παγκόσμιας γραμματείας, Το μαγικό βουνό είναι ένα πολυεπίπεδο έργο, προσβάσιμο μέχρι ενός σημείου, απαιτητικό για την πλήρη κατάκτησή του. Η ανάμνηση της εμπειρίας εκείνης και η επίγνωση του πατήματος σε ορισμένες μόνο κορυφές, πιθανότατα χαμηλών και προφανών, είναι ο συνδυασμός που διατηρεί διαρκώς επίκαιρο το διακύβευμα μιας μελλοντικής επανανάβασης.

Πίσω στο Εμπούσιον. Σεπτέμβριος του 1913, σανατόριο Γκέρμπερσντορφ, Κάτω Σιλεσία. Στους πρόποδες των βουνών λειτουργεί ένα σανατόριο στο οποίο καταφεύγουν φυματικοί ελπίζοντας στην ίαση που το υψόμετρο και η ιατρική φροντίδα υπόσχονται. Ο Βόινιτς, φοιτητής ακόμα, με διάγνωση φυματίωσης είναι ένας από αυτούς. Από το ελάχιστο αυτό κομμάτι περίληψης, οι αναλογίες με το έργο του Τόμας Μαν είναι διακριτές.

Ένα ερώτημα προκύπτει αναπόφευκτα. Γιατί η Τοκάρτσουκ επιλέγει να πει αυτή την ιστορία, ενώ η σκιά του Μαγικού βουνού πέφτει βαριά στο ποτάμι της παγκόσμιας λογοτεχνίας; Δεν είναι εύκολο, απλό ή ασφαλές να απαντηθεί ένα τέτοιο ερώτημα, όχι χωρίς να καταφύγει κανείς στα λόγια της ίδιας της συγγραφέα. Ας αφήσω για αργότερα την απόπειρα απάντησης.

Ας ειπωθεί πρώτα κάτι κλισέ μα απαραίτητο: το να γράψει κανείς ένα μυθιστόρημα πατώντας σε ένα γνώριμο πατρόν δεν είναι κάτι απλό, σίγουρα όχι ακίνδυνο, η σύγκριση, διαρκώς παρούσα, στέκει αυστηρός κριτής. Ας ειπωθεί κάτι ακόμα: η Τοκάρτσουκ δεν έχει ανάγκη να αναζητήσει ευθεία έμπνευση στο αρχετυπικό μυθιστόρημα του Μαν. Οπότε επανερχόμαστε στο παραπάνω ερώτημα.

Η μετάβαση στην καθημερινότητα του σανατορίου, ιδιαίτερα σήμερα που κάτι τέτοιο δεν αποτελεί ιατρική συνήθεια, δεν είναι απλή. Η πορεία οφείλει, και η Τοκάρτσουκ το ξέρει, να είναι αργή. Η ρουτίνα στα μέρη εκείνα ήταν βασικός πυλώνας λειτουργίας, η ανία ήταν ένα κυρίαρχο χαρακτηριστικό, το πνιγηρό περιβάλλον από τη διάχυτη αρρωστίλα επίσης. Με αργά και σταθερά βήματα, μια κλασικότροπη αφηγηματική φωνή ακολουθεί τον Βόινιτς στο ταξίδι και στην ανάβασή του μέχρι τους πρόποδες του βουνού, εν συνεχεία τον αφήνει να περιπλανηθεί, να γνωρίσει το μέρος και τα πρόσωπα, τις συνήθειες και τις δραστηριότητες των τροφίμων. Αυτό το αργό μονοπλάνο, απαραίτητο για την εισαγωγή του αναγνώστη, μπορεί να ενοχλήσει έτσι όπως είναι αντιστικτικό στον υψηλής ταχύτητας κόσμο τριγύρω μας, είναι όμως η μόνη οδός ώστε να γεφυρωθεί το χάσμα ενός αιώνα και να στηθεί με πειστικό τρόπο το σκηνικό και η εντός αυτού δράση. Μια σειρά από γεγονότα, που στον κάτω κόσμο των υγιών θα περνούσαν μάλλον απαρατήρητα, εδώ λαμβάνουν μεγαλύτερες διαστάσεις, η βαρύτητα δεν υπακούει στους ίδιους νόμους.

Και αυτό το γιατί της επιλογής της Τοκάρτσουκ όλο και επιστρέφει.

Ας ειπωθεί κάτι απλοϊκό ακόμα: η δεινότητα της γραφής της Τοκάρτσουκ είναι δεδομένη. Επίσης: κάθε τι είναι τοποθετημένο με τρόπο τέτοιο, συχνότατα όχι προφανή, ώστε να εξυπηρετεί τον συνολικό μηχανισμό. Η τυχαιότητα δεν είναι παράγοντας εδώ, η έμπνευση έρχεται να συμπληρώσει και να απογειώσει τη μηχανική της κατασκευής.

Ο αναγνώστης, έναν αιώνα μετά, δεν θεωρεί δεδομένη την αποκλειστική και κυρίαρχη αντρική παρουσία στη διανομή των ρόλων. Σήμερα, ελπίζω πως, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Άσχετα αν συμφωνεί κανείς με την αναθεωρητική αναγνωστική ματιά στη λογοτεχνία (στην προκειμένη περίπτωση) του παρελθόντος, δεν είναι κάτι που κάνει εντύπωση, είναι ένα δείγμα, θετικό ή αρνητικό είναι μια άλλη συζήτηση, της κοινωνικής συγχρονίας, του πλουραλισμού εκείνου που πια έχει στερήσει του λευκούς δυτικούς άντρες την αποκλειστικότητα παραγωγής αφήγησης και άρα ερμηνείας του κόσμου μέσα από το δικό τους πρίσμα.

Αναφέρομαι σε αυτό γιατί παρέα με τον αργό εγκλιματισμό του αναγνώστη στις συνθήκες της ζωής στο σανατόριο, η αντρική παρουσία μονοπωλεί τα υψηλά στρώματα, οι γυναίκες, αν δεν ανήκουν στο βοηθητικό προσωπικό, τότε βρίσκονται σε ένα περιθώριο, αποκομμένες από την αντρική πλειοψηφία και που η μόνη σχέση μαζί τους είναι το ερωτικό παιχνίδι,  και αυτό μόνο σε ένα θεωρητικό επίπεδο, ούτε καν σωματικό. Ανάμεσα στις σπουδαίες συζητήσεις των αντρών, για την πολιτική ή τη θρησκεία για παράδειγμα, συχνά πυκνά γίνεται αναφορά στις διαφορές των δύο φύλων, στους λόγους που οι γυναίκες είναι κατώτερες δημιουργίες, θεϊκές ή βιολογικές, μικρή σημασία έχει.

Και ίσως αυτό το νήμα, ολοένα και πιο διακριτό στην πορεία της ανάγνωσης να μπορεί να αποδειχτεί καθοριστικό για τη συνολική πρόσληψη αλλά και για την απάντηση στο γιατί της επιλογής της Τοκάρτσουκ. Ας δώσω μια ερμηνεία υποκειμενική.

Έχοντας συμπληρώσει το πρώτο τέταρτο του εικοστού πρώτου αιώνα, είναι κάπως λυπηρό, ας το θέσω ήπια και κομψά, να υπάρχει ακόμα η επίκληση της αυθεντίας σε όλα τα επίπεδα. Και στη λογοτεχνία δεν συμβαίνει λιγότερο, κάθε άλλο. Η επίκληση αυτή συνήθως γίνεται από εκείνους (λευκοί στρέιτ χριστιανοί άντρες, ω τι έκπληξη μαμά!) οι οποίοι νιώθουν πως αποτελούν τη συνέχεια της (όποιας) κυρίαρχης αφήγησης. Και αυτό είναι κάτι το λογικό. Βέβαια, το γεγονός πως το γιατί είναι εξηγήσιμο διόλου δεν το καθιστά δικαιολογήσιμο. Δυσκολότερα εξηγήσιμο είναι το γιατί κουρνιάζουν στην επίκληση της αυθεντίας άνθρωποι που δεν ανήκουν σε αυτή την ιδιότυπη κοινωνική ομάδα. Αλλά αυτό είναι μια ακόμα μεγαλύτερη συζήτηση.

Η Τοκάρτσουκ, ιδιαιτέρως πολιτική συγγραφέας, με έντονο το στοιχείο αυτό στη γραφή της, στα μάτια μου, όπως αυτά διάβασαν το Εμπούσιον τουλάχιστον, με έναν τρόπο έξυπνο θέτει αυτό το ζήτημα, της αντρικής λευκής κυριαρχίας, ως βασικό πυλώνα του μυθιστορήματος αλλά ταυτόχρονα και υπονομευτικό. Υποθέτω πως ανάλογα από το σημείο εκκίνησης του κάθε αναγνώστη, το σημείο στο οποίο αρχίζει να εμφανίζεται και ολοένα να εντείνεται η όχληση διαφέρει. Σε κάποιους ίσως δεν σχηματιστεί ποτέ, ίσως εκείνοι να είναι οι πρώτοι που θα βγουν να φωνάξουν πως σε τίποτα δεν χρειάζεται μια σύγχρονη διασκευή του Μαγικού βουνού, μένοντας στο προφανές και επιφανειακό. Και αυτή η απόσταση από την αφετηρία μέχρι την έλευση της όχλησης ίσως αποτυπώνει γεωμετρικά τη διήθηση της κυρίαρχης αφήγησης, την εσωτερίκευσή της. Όσο δεν μας προκαλεί κάποια εντύπωση, ακόμα και αν θέσουμε το ιστορικό, κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο της εποχής εκείνης εντός του οποίου λαμβάνουν χώρα οι συζητήσεις αυτές, τόσο αυτό δείχνει την κυριαρχία.

Χωρίς να κάνω σπόιλερ, θα πω πως ένας ακόμα βασικός άξονας του βιβλίου και με τον τρόπο του ανθρωπιστικός (μη μισανθρωπικός), είναι η απουσία δυαδικών ζευγών στην πρόσληψη και ερμηνεία του κόσμου, ούτε άσπρο μαύρο, ούτε καλό κακό, ούτε κανένα άλλο απόλυτο ζεύγος δεν είναι αρκετό, οι μεταξύ τους αποχρώσεις μόνο μπορούν να αποτυπώσουν με σχετική ευκρίνεια τον κόσμο. Ορμώμενος εξ αυτού, έχοντας θέσει ως βάση πως το ζεύγος απόλυτη λατρεία και  απόλυτη κατακρήμνιση δεν υφίσταται, θεωρώ πως για την αναζήτηση του γιατί η Τοκάρτσουκ επέλεξε να πατήσει πάνω στο πατρόν ενός εμβληματικού λογοτεχνικού έργου πρέπει να κινηθούμε στις αποχρώσεις.

Δεν είναι παράδοξη η ταυτόχρονη αναγνώριση του μεγαλείου ενός έργου και η ανάδειξη διαφόρων προβληματικών, ειδικά αν κάποιος διαφύγει των φιλολογικών παρωπίδων και αντιμετωπίσει τη λογοτεχνία ως ένα κοινωνικό αλλά και πολιτικό συμβάν. Σε αυτές τις αποχρώσεις, σε αυτή τη συνύπαρξη θαυμασμού και αηδίας εντοπίζω την επιλογή της Τοκάρτσουκ. Η αμφισβήτηση της αυθεντίας χωρίς άναρθρες κραυγές, αλλά με έναν τρόπο έξυπνο, που έρχεται να αναδείξει το πόσο βαθιές είναι οι ρίζες της κυρίαρχης πρόσληψης και αποτύπωσης του κόσμου (και) στη λογοτεχνία, το πόσο κανονικές θεωρούνται διάφορες θέσεις και απόψεις, κρυμμένες, λιγότερο ή περισσότερο, πίσω από την αδιαμφισβήτητη φιλολογική τελειότητα.

Ο τρόπος με τον οποίο η Τοκάρτσουκ κινείται είναι έξυπνος για έναν ακόμα λόγο. Δεν μεταφέρει μόνο τον σημερινό αναγνώστη στην τότε εποχή, αλλά και την τότε εποχή στο σήμερα. Μια απόχρωση νατουραλιστικής παράδοσης μετατρέπει το σανατόριο σε μια μικρογραφία του μεγάλου κόσμου. Και αν δεν υπάρχουν σανατόρια σήμερα, αυτό δεν έχει και τόση σημασία, τη στιγμή που ο κυρίαρχος λόγος συνεχίζει να καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της δημόσιας συζήτησης. Δεν νομίζω πως χρειάζεται περαιτέρω επεξήγηση της λυπηρής αυτής αναλογίας. Η Έμπουσα θα είχε αρκετή δουλειά.

Η Τοκάρτσουκ παίζει το παιχνίδι αυτό με όρους υψηλής λογοτεχνίας. Το παρελθόν δεν στερεί, αλλά αντίθετα αναδεικνύει, τις αναλογίες. Άλλωστε το παρόν στα χτίσματα του παρελθόντος εν πολλοίς εδρεύει.

Η πρώτη μου σκέψη κλείνοντας το βιβλίο ήταν πως μου έλειπε ο ενθουσιασμός, αυτόν ανέμενα και αυτόν θρηνούσα. Όσο οι μέρες κυλούσαν και το σκαρίφημα της αποτύπωσης της ανάγνωσης αναπτυσσόταν, τόσο τα κομμάτια έμπαιναν στη θέση τους. Ο ενθουσιασμός, ο όποιος ενθουσιασμός, θα ερχόταν, αν ερχόταν, ως αποτέλεσμα βραδείας καύσης, μια διαμάχη της λογικής και του συναισθήματος, του κρυμμένου και του φανερού, του επιφανειακού και του βαθέος. Η αρτιότητα στη λογοτεχνία συχνά υψώνει τείχη, διαφόρων ειδών, το αναγνωστικό δέος υποτάσσει τον ενθουσιασμό, η απόσταση ανάμεσα στον αναγνώστη και το κείμενο είναι παρούσα και δύσκολα γεφυρώνεται. Ας μη γελιέμαι, η απόσταση και το δέος αναδεικνύουν την (αναγνωστική) ανημπόρια, τα στρώματα στο υπέδαφος επίσης, η διαίσθηση επικρατεί της όποιας επιχειρηματολογίας με βάση την όποια σκευή. Το Εμπούσιον δεν είναι ένα δύσκολο βιβλίο, σίγουρα δεν είναι στρυφνό και αποστειρωμένο, είναι όμως ένα σπουδαίο βιβλίο, με όσα κάτι τέτοιο κομίζει και αναδεικνύει.

υγ. Κείμενα για τα υπόλοιπα μυθιστορήματα της Τοκάρτσουκ: για το Αρχέγονο και άλλοι καιροί περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, ενώ για την εμπειρία της ανάγνωσης των Βιβλίων του Ιακώβ εδώ. Για τους Πλάνητες εδώ, για το Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών εδώ.

Μετάφραση Αναστασία Χατζηγιαννίδη
Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2025

Olga Tokarczuk, μέρος δεύτερο, Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών

Πριν από το Εμπούσιον, τελικό σταθμό της διαδρομής στο έργο της Τοκάρτσουκ, αποφάσισα να κάνω μια ακόμα παράκαμψη μετά τους Πλάνητες και να διαβάσω το —θεωρούμενο από πολλούς αδύναμο, τουλάχιστον στην εργογραφία της νομπελίστριας συγγραφέως— Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών.

Πριν από έναν χρόνο περίπου, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, η ίδια η Τοκάρτσουκ, ακομπλεξάριστη και διόλου στημένη ή δήθεν, αναφερόμενη στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα είπε πως το έγραψε όταν συνειδητοποίησε πως Τα βιβλία του Ιακώβ θα τραβούσαν και πως εκείνη, ούσα συγγραφέας, έπρεπε κάπως να κερδίσει τα προς το ζην. Είπε και άλλα ενδιαφέροντα πράγματα εκείνη τη βραδιά, παρά τις τεχνικές αστοχίες της οργάνωσης.

Όταν απονέμεται ένα σπουδαίο βραβείο, όπως το Νόμπελ Λογοτεχνίας, μια συζήτηση όχι και τόσο λογοτεχνική εγείρεται, με όρους οπαδικούς και προσωπικής επιβεβαίωσης. Οι πωλήσεις των βιβλίων του εκάστοτε συγγραφέα ανακάμπτουν προσωρινά και αρκετοί είναι εκείνοι που διαβάζουν κάποιο βιβλίο του με σκοπό να απαντήσουν —χαζά κατά τη γνώμη μου— στο ερώτημα: άξιζε το βραβείο; Ερώτηση μάλλον άστοχη, πόσο μάλλον όταν δεν επιλέγεται ένα από τα κορυφαία έργα του δημιουργού, αλλά το πιο προσιτό. Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο όταν το βιβλίο δεν αποδεικνύεται αντάξιο ενός Νόμπελ, αλλά και όταν αποτελεί τη μοναδική επαφή με το έργο ενός καλού και σημαντικού συγγραφέα. Τούτων δοθέντων, δεν είναι λίγοι εκείνοι που διαβάζοντας το Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών κατέληξαν σε τελεσίδικο πόρισμα σχετικά με την εν γένει αξία του έργου της Τορκάτσουκ, τασσόμενοι είτε υπέρ είτε κατά, σε έναν κόσμο ασπρόμαυρο χωρίς αποχρώσεις ενδιάμεσες, σ' έναν κόσμο που το να εκφράζουμε τη γνώμη μας επί παντός επιστητού θεωρείται το υπέρτατο και αναφαίρετο δικαίωμά μας.

Πριν δύο χρόνια, ήταν ένα δύσκολο καλοκαίρι για μένα. Ανάμεσα σε αρκετά άλλα βιβλία, ξεκίνησα να διαβάζω το Αλέτρι για να το παρατήσω και αυτό λίγο αργότερα. Εγώ μου έφταιγα και όχι τα βιβλία, η ζωή που είχε άλλα σχέδια, ανησυχαστικά. Τώρα ένιωσα την επιθυμία να επισκεφτώ και αυτόν τον κατά τα φαινόμενα μικρότερο πλανήτη του τοκαρτσικού σύμπαντος, να κλείσω έναν ανοιχτό λογαριασμό με μια συγγραφέα πριν προχωρήσω στο Εμπούσιον και ολοκληρώσω έτσι τα μεταφρασμένα στα ελληνικά έργα της.

Μια απόπειρα ειδολογικής κατάταξης του έργου θα μας οδηγούσε στις επικράτειες της αστυνομικής λογοτεχνίας. Σε ένα απομονωμένο χωριό, που η πλειοψηφία των κατοίκων του το εγκαταλείπουν κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ζει η αφηγήτρια της ιστορίας αυτής, Γιανίνα Ντουσέικο, μόνη της, με συντροφιά το Σαμουράι, το αυτοκίνητό της, θρηνώντας ακόμα για τα δύο χαμένα σκυλιά της. Τον χειμώνα το μέρος γίνεται έρμαιο των ορέξεων του καιρού, η ξυλόσομπα επιβάλλεται να μένει διαρκώς αναμμένη. Η Γιανίνα λειτουργεί ως μια άτυπη φύλακας του μέρους, ελέγχοντας τα άδεια σπίτια, ενώ συχνά πυκνά υψώνει ανάστημα απέναντι στους κυνηγούς τους οποίους σε κάθε ευκαιρία αναφέρει στις αρχές, που την αντιμετωπίζουν μάλλον ως μια γραφική γιαγιούλα. Όλα θα αρχίσουν να περιπλέκονται όταν μια σειρά από βίαιες δολοφονίες θα αρχίσουν να λαμβάνουν χώρα στη απομονωμένη Κοιλάδα του Κλότζκο.

Η Γιανίνα είναι ένας απολαυστικός χαρακτήρας, από εκείνους που η ροπή προς την πλήρη ιδιωτεία ωθεί στον αφανισμό, κάνοντας τη ζωή στον πλανήτη ακόμα πιο ανυπόφορη, καθώς ο άνθρωπος θεωρεί εαυτόν κυρίαρχη ύπαρξη. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ένας άλλος απολαυστικός γυναικείος χαρακτήρας μου ήρθε κατά νου, εκείνος της Μάριαν Λέδερμπι, ετών ενενήντα δύο, αφηγήτρια της ιστορίας στο Ακουστικό κέρας της Κάρινγκτον. Η στερεοτυπία μόνο επιφανειακή είναι, η αγάπη της Τοκάρτσουκ για τη Γιανίνα είναι βαθιά, παρά τα φαινόμενα, συγγραφική στάση κομβική για τη συνολική λειτουργία της κατασκευής, ένα πλεούμενο που αντέχει στον τυφώνα της μισανθρωπίας και της απογοήτευσης.

Το Αλέτρι δεν είναι τυπικό δείγμα της αστυνομικής λογοτεχνίας, η Τοκάρτσουκ, με μια παιγνιώδη διάθεση, όχι και τόσο πρόδηλη στο υπόλοιπο έργο της, επιχειρεί ένα διάλειμμα από την έρευνα και τη συγγραφή των απαιτητικών Βιβλίων του Ιακώβ, μοιάζει να είναι ο τρόπος της να ξεκουραστεί και να χαρεί τις ελευθερίες της φαντασίας της. Είναι μιας μορφής κατάρα οι ενδοεργογραφικές συγκρίσεις για έναν συγγραφέα. Μάλιστα, όσο πιο ικανός είναι ένας συγγραφέας τόσο μεγαλύτερη κατάρα είναι η σύγκριση με τον εαυτό. Ωστόσο, αναπόφευκτα, αυτή η σύγκριση δεν μπορεί να μη γίνει, ένα μεγάλο μέρος των αναγνωστικών προσδοκιών προσκρούει στα αναχώματα, εκείνο που ο αναγνώστης νιώθει ως δικαίωμά του να αναμένει και εκείνο που ο συγγραφέας έχει κατά νου να γράψει συγκρούονται μετωπικά.

Προφανές αλλά ας ειπωθεί: Το Αλέτρι δεν στέκεται στο ύψος των υπόλοιπων έργων της Τοκάρτσουκ. Βέβαια, από αυτό μέχρι να θεωρηθεί ένα κακό βιβλίο η απόσταση είναι αχανής. Όλα τα προαναγνωστικά παραφερνάλια μου είχαν δημιουργήσει την αίσθηση πως θα διάβαζα ένα αδύναμο βιβλίο, μόνο η επιθυμία μου να ολοκληρώσω αναγνωστικά το μεταφρασμένο έργο της ήταν εκείνη που μου έδινε ώθηση για την ανάγνωση αυτή.

Έτσι, όχι μόνο δεν είχα προσδοκίες —υποκειμενικά και αυθαίρετα σκιαγραφημένες— από το βιβλίο αυτό, αλλά είχα και ενστάσεις —ακόμα πιο υποκειμενικά και αυθαίρετα σκιαγραφημένες— που τις λάμβανα υπόψη μου ως βεβαιότητες. Ας προστεθεί επίσης πως η αστυνομική λογοτεχνία κυρίως κατά εξαίρεση είναι του γούστου μου. Στο σύνολο, λοιπόν, αυτή η ανάγνωση δεν προσέβλεπε σε τίποτα άλλο πέρα από την περιέργεια και την ανάδυση μιας ψυχαναγκαστικής επιθυμίας για πλήρη θεώρηση του μεταφρασμένου έργου της Τοκάρτσουκ.

Πολλές φορές ισχυριζόμαστε ή ισχυρίζονται στο όνομά μας πως μας άρεσε το τάδε βιβλίο απλώς και μόνο επειδή ήταν του δείνα περιώνυμου συγγραφέα. Εδώ ωστόσο ισχύει το ανάποδο: το Αλέτρι μου άρεσε πολύ παρότι ήταν ένα βιβλίο της Τοκάρτσουκ, παρότι το βάραιναν και το χαρακτήριζαν αναπόφευκτα οι ενδοεργογραφικοί συσχετισμοί.

Έχει ενδιαφέρον, όχι μόνο από τεχνική άποψη, αλλά γενικότερα, ο τρόπος με τον οποίο η Τοκάρτσουκ στήνει και αφηγείται μια ιστορία οικολογικού «τρόμου» στον οποίο άντρες χειροδύναμοι κρατούν την πλειοψηφία των ρόλων και μια γυναίκα, προς τα τέλη της μεσήλικης φάσης της ζωής της, υψώνει ανάστημα, χωρίς φόβο, ωθούμενη από το αίσθημα της δικαιοσύνης. Η επιρροή του Καρλ Γιουνγκ —ας μην ξεχνάμε πως η Τοκάρτσουκ αρχικά σπούδασε ψυχολογία— διαφαίνεται και μέσα από την ενασχόληση της Γιανίνα με τα ζώδια εκεί που γυρεύει να δώσει απαντήσεις και επιχειρεί να χαρτογραφήσει συμπεριφορές και στάσεις, να ερμηνεύσει αλλά όχι και να δικαιολογήσει πρόσωπα και καταστάσεις. Και δύο δεύτεροι ρόλοι, ο επίδοξος μεταφραστής του Μπλέικ, απ' όπου και ο τίτλος του βιβλίου, και η συγγραφέας που διατηρεί ένα σπίτι στον οικισμό αυτό και προς το τέλος της ιστορίας θα ανακοινώσει την απόφασή της να το εγκαταλείψει οριστικά.

Απολαυστικό, έξυπνα πολιτικό, διόλου αναχωρητικό, μόνο επιφανειακά αστείο και γραφικό, αδιάφορο για το πώς θα εξαπατήσει τον αναγνώστη μέσα από ανατροπές και ευρήματα, γλυκόπικρο, όπως ο κόσμος τριγύρω. Το Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών είναι —και— ένα οικολογικό μανιφέστο με επίκεντρο τον διάχυτο σπισισμό, ένα ανάχωμα στην ανθρώπινη ασυδοσία, μυθιστόρημα που έρχεται να φωτίσει από διαφορετική γωνία το έργο και τον χαρακτήρα της Τοκάρτσουκ, εξ ου και σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, για μια επαρκή γνώση αυτού του ξωτικού που τα πόδια του πατάνε γερά στη γη.

Τελειώνοντας την ανάγνωση συνειδητοποίησα πως σε εκείνη την υπέροχη κινηματογραφική λέσχη στο Καρλόβασι Σάμου είχα δει την ταινία που βασίστηκε εμπνευσμένα στο βιβλίο αυτό. Ο λόγος για το Pokot, εδώ.

Τώρα, σειρά έχει το Εμπούσιον, οι προσδοκίες είναι στο φουλ.

Μετάφραση Αναστασία Χατζηγιαννίδη
Εκδόσεις Καστανιώτη

υγ. Για το Ακουστικό κέρας της Κάρινγκτον περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για το Αρχέγονο και άλλοι καιροί περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, ενώ για την εμπειρία της ανάγνωσης των Βιβλίων του Ιακώβ εδώ. Για τους Πλάνητες εδώ.

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2025

Olga Tokarczuk, μέρος πρώτο, Πλάνητες

Η συγκυρία: Το 2017, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη, στη σειρά Συγγραφείς απ' όλο τον κόσμο, που ο Ανταίος Χρυσοστομίδης οραματίστηκε, το μυθιστόρημα μιας άγνωστης ως τότε σε μένα Πολωνής συγγραφέως, της Όλγκα Τοκάρτσουκ, Το αρχέγονο και άλλοι καιροί, σε μετάφραση από τα πολωνικά της καλής μεταφράστριας Αλεξάνδρας Ιωαννίδου. Η —ευτυχής—συγκυρία έγκειται στο γεγονός πως ήρθα σε επαφή με το σύμπαν αυτής της —όπως αποδείχτηκε— σπουδαίας συγγραφέως χωρίς προσδοκίες και προαναγνωστικά παραφερνάλια, τα οποία εντάθηκαν αναπόφευκτα λίγο αργότερα με την απονομή του Διεθνούς Βραβείου Μπούκερ και —κυρίως—με την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2018.

Προς τα τέλη της περασμένης χρονιάς κυκλοφόρησε το Εμπούσιον, το πρώτο μυθιστόρημα που η Τοκάρτσουκ έγραψε μετά την απονομή του σημαντικότερου λογοτεχνικού βραβείου. Χωρίς πολλά πολλά εντάχθηκε στην —τεράστια και δυναμική— λίστα με τις προσεχείς αναγνώσεις. Είχε προηγηθεί η ανάγνωση του αριστουργήματος των αριστουργημάτων Τα βιβλία του Ιακώβ, βιβλίο απαιτητικό αλλά άκρως ανταποδοτικό και γενναιόδωρο. Όταν έφτασε η στιγμή για την ανάγνωση του Εμπούσιον, μια επιθυμία αναδύθηκε, να διαβάσω πρώτα του Πλάνητες, που για καιρό έστεκαν έρμαιο της σκόνης στη βιβλιοθήκη, ένας ακόμα ανοιχτός λογαριασμός να κλείσει.

«Το πρώτο μου ταξίδι το έκανα με τα πόδια, διασχίζοντας τα χωράφια. Για ώρα κανείς δεν είχε προσέξει την εξαφάνισή μου, γι' αυτό και κατάφερα να προχωρήσω αρκετά μακριά. Περπάτησα όλο το πάρκο και μετά, μέσα από αγροτικούς δρόμους, μέσα από τα καλαμπόκια και τους αγρούς τους γεμάτους με πικραλίδες και ένα δίχτυ από αμπολές, μέχρι τις όχθες του ποταμού. Σε αυτή την πεδιάδα ο ποταμός ήταν ούτως ή άλλως πανταχού παρών, μούσκευε τη στρώση του χορταριού και έγλειφε τα ποτάμια».

Οι Πλάνητες είναι μια μεταμοντέρνα σύνθεση, εκεί όπου μια πρωτοπρόσωπη κεντρική αφήγηση, θραυσματική και αποσπασματική, ανακόπτεται από ιστορίες αυτοτελείς ή σε συνέχειες. Ο πυρήνας είναι σαφέστατα εκείνος του ταξιδιού και του ταξιδευτή, του πλάνητα όπως εύστοχα αποδόθηκε ο τίτλος στα ελληνικά. Ο φιλοσοφικός στοχασμός είναι διάχυτος, σε αυτόν υπάγονται ανησυχίες και αναζητήσεις βιολογικές, γεωλογικές, ανθρωπολογικές, θεολογικές, κοινωνικές, πολιτικές, ιστορικές. Η διερεύνηση του κόσμου εντός και εκτός του ανθρώπινου σώματος, η χαρτογράφηση αυτού του κόσμου, μια απόπειρα κατανόησης του μηχανισμού της ζωής σε μια κουκκίδα εν μέσω ενός απέραντου και ανεξήγητου σύμπαντος.

Το τέλος της έκδοσης συνοδεύεται από τον λόγο που η Τοκάρτσουκ εκφώνησε κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ. Εκεί, ένας από τους κύριους αρμούς σκέψης σχετίζεται με την ολοένα και αυξανόμενη —σαφέστατα απόρροια της κοινωνικοπολιτικής πορείας— ιδιωτεία στην αφήγηση, την ολοένα και μειούμενη οικουμενική λογοτεχνία, το εγώ που επικρατεί έναντι του όποιου εμείς, η φαντασία που υπάγεται στην ανάγκη διαμοιρασμού της προσωπικής εμπειρίας.

Αναφέρομαι σε αυτό το κομμάτι σκέψης της συγγραφέως, ένα ιδιότυπο μανιφέστο, το οποίο στα παρασκήνια και χωρίς να αναφέρεται κουβαλάει ένα «όμως εγώ», για να δοκιμάσω να ξεκλειδώσω και να ερμηνεύσω —υποκειμενικά— τους Πλάνητες. Με μια πρώτη, επιφανειακή ματιά, το εγώ υπάρχει εδώ σε μεγάλη έκταση, όχι απαραίτητα επειδή η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο, αλλά γιατί το αυτοβιογραφικό ή ακόμα και —φαινομενικά—αυτομυθοπλαστικό στοιχείο καταλαμβάνει το κυρίως εμβαδόν της συνολικής κατασκευής, αφού ακόμα και οι παρεμβαλλόμενες αφηγήσεις με τον τρόπο τους εκκινούν από το εγώ της αφηγήτριας, είναι κομμάτια του κόσμου της, ιστορίες που άκουσε στα ταξίδια της.

Διόλου απλό και ασφαλές δεν είναι να επιχειρήσει κανείς να διακρίνει ως ντετέκτιβ το αληθές από το μυθοπλαστικό. Καμία αξία κάτι τέτοιο δεν θα είχε ούτως ή άλλως.

Έχει όμως ενδιαφέρον το πώς στέκονται σε ομαδική παράταξη οι Πλάνητες και η θεωρία της Τοκάρτσουκ όπως αυτή διατυπώθηκε στον λόγο της προς τη Σουηδική Ακαδημία. Ίσως η απάντηση να είναι απλή και να έχει να κάνει με το γεγονός πως εδώ το εγώ διερευνά και ταξιδεύει στον μεγάλο κόσμο, πως το υποκείμενο της αφήγησης άλλον τρόπο πέρα από τον εμπειρικό δεν έχει για να αφηγηθεί αυτό το ταξίδι, άλλη λίμνη δεν έχει για να βουτήξει παρά σε εκείνη της προσωπικής εμπειρίας, όχι για να τη διαχωρίσει ωστόσο και να την αναδείξει ως ξεχωριστή, αλλά για να επιχειρήσει μια μεγαλύτερη αφήγηση, προσθέτοντας στην ατομική εμπειρία ιστορίες που άκουσε, διερευνώντας τα όρια της εξερεύνησης, αναζητώντας στο παρελθόν και το παρόν ένα κοινό τάγμα αναζήτησης.

Ίσως, για τους συγγραφείς, στην παρατήρηση του γύρω κόσμου να εγκολπώνεται και η παρατήρηση για το πώς γίνεται η αφήγησή του, τι συμβαίνει και πώς αυτό δίνεται αφηγηματικά. Ίσως, λοιπόν, σε μια εποχή έντονης ιδιωτείας, απόρροια του οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού πλαισίου, η Τοκάρτσουκ, παρά την —σαφέστατα και κυρίαρχα πολιτική— εναντίωσή της, ή τον προβληματισμό της, αν προτιμάτε, να πεθύμησε να δοκιμάσει τα ειδολογικά αυτά χαρακτηριστικά, ίσως η φιλοδοξία της να είχε να κάνει με το αν μπορεί το ατομικό να καταστεί εν τέλει συλλογικό, έστω και με τον τρόπο του. Έτσι, σε μια εποχή εγωπαθούς αφήγησης, που ανάμεσα σε τόσα άλλα χαρακτηρίζεται από την έντονη, ολοένα και αυξανόμενη, κινητικότητα, η συγγραφέας διέκρινε κάτι που άξιζε τη λογοτεχνική της επιμονή, που τη νοηματοδοτούσε. Στους Πλάνητες, αντίθετα με το ανοίκειο στο Αρχέγονο και το χωμένο στο παρελθόν σύμπαν των Βιβλίων του Ιακώβ, ο ρεαλισμός είναι ιδιαίτερα έντονος, το στοιχείο του παραμυθιού είναι σχεδόν ανύπαρκτο ή καλύτερα κουκουλωμένο κάτω από πλήθος σκεπασμάτων.

Οι Πλάνητες δεν είναι ένα έργο μεταμοντέρνο μόνο εξαιτίας της κατασκευής του, αλλά και λόγω της υβριδικότητάς του, καθώς εδώ τα όρια μεταξύ αφήγησης και δοκιμιακής γραφής είναι στιγμές στιγμές δυσδιάκριτα, γεγονός που με τη σειρά του συνεισφέρει στην μη ατομικότητα και την ακόλουθη απόπειρα σύνθεσης μιας μεγαλύτερης εικόνας, με κύριο συστατικό την έρευνα και την παράθεση πηγών και ιστορικών ντοκουμέντων. Και αν εδώ δεν έχουμε το στοιχείο του φανταστικού, τη δημιουργία τόπων, ο ρεαλισμός συνυφαίνεται με την παρουσία μη τόπων, όπως, το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι τα αεροδρόμια.

Το σπουδαίο που κατορθώνει η Τοκάρτσουκ εδώ, αν θεωρήσουμε δεδομένη την ικανότητά της στην αφήγηση και τη λογοτεχνική κατασκευή, είναι η απόλαυση που οι Πλάνητες προσφέρουν, η συνοχή που παράδοξα αισθάνεται ο αναγνώστης-ταξιδιώτης ανάμεσα στις σελίδες τους, παρότι οι ραφές σύνθεσης είναι κάτι παραπάνω από ορατές. Αλλά και η συνεισφορά στην απόπειρα κατανόησης του γύρω κόσμου, η υπενθύμιση πως το παρόν δεν είναι αποκομμένο από το παρελθόν αλλά προέκτασή του. Το μυθιστόρημα αυτό, επίσης, είναι ένα καλό δείγμα απόδειξης του τρόπου με τον οποίο το μέγεθος ενός μυθιστορήματος υπηρετεί το συγγραφικό όραμα. Θέλω να πω πως αν το βιβλίο αυτό ήταν μικρότερης έκτασης τίποτα άλλο δε θα προσέφερε πέρα από μια ευδιάκριτη πλην όμως διαψευσμένη φιλοδοξία, ίσως, μάλιστα, η υποδοχή του να μην ήταν έμπλεη ενθουσιασμού αλλά γεμάτη από υποψίες ευκολίας στη γραφή, υποψίες που συχνά πυκνά η επαφή με τη μεταμοντέρνα γραφή γεννά. Η Τοκάρτσουκ, χωρίς να παραμερίζει το προσωπικό της στίγμα, αναμετράται, θαρρείς, με σύγχρονα λογοτεχνικά εργαλεία, τα οικειοποιείται και παρότι δεν μοιάζει να τα συμπαθεί ιδιαιτέρως κάνει μια εντυπωσιακή επίδειξη για το πώς μπορεί να γραφτεί σπουδαία λογοτεχνία σε μια εποχή, για την ίδια τη συγγραφέα, πενίας.

Επιστρέφω στον λόγο προς τη Σουηδική Ακαδημία για να πω κάτι που σχετίζεται με τους Πλάνητες και όσα εξ αφορμής της ανάγνωσής τους επεσήμανα, πως η Τοκάρτσουκ παρότι σαφέστατα στέκεται απέναντι σε αυτή τη σύγχρονη εγωπαθή εκδοχή της λογοτεχνίας, δεν ντύνει τη στάση της με ρουχισμό διδακτισμού και επιθετικότητας, άλλωστε το μη γούστο μόνο περιορισμένη επικράτεια καταλαμβάνει, ή θα έπρεπε να καταλαμβάνει, η ανάλωση στη διαρκή επίθεση ελάχιστα παραγωγικά οφέλη μπορεί να έχει, η διαρκής αντιπαράθεση και ο συνεχής προσδιορισμός μέσω του δεν μου αρέσει, μόνο αποπροσανατολιστικός μπορεί να καταλήξει. Και αυτό είναι μια χρήσιμη υπενθύμιση.

Διαβάζοντας τους Πλάνητες και ενώ το Εμπούσιον περίμενε τη σειρά του, αποφάσισα να κάνω μια ακόμα παράκαμψη και να διαβάσω το Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών. Περισσότερα σχετικά σε επόμενο κείμενο.

υγ. Για το Αρχέγονο και άλλοι καιροί περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, ενώ για την εμπειρία της ανάγνωσης των Βιβλίων του Ιακώβ εδώ.

Μετάφραση Αλεξάνδρα Ιωαννίδου
Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2025

Αδύνατες πόλεις - Νίκος Μάντης

Ο Νίκος Μάντης έκανε την πρώτη του εμφάνιση στα εγχώρια λογοτεχνικά πράγματα το 2006 με τη συλλογή διηγημάτων, Ψευδώνυμο. Έκτοτε, πάντοτε στις εκδόσεις Καστανιώτη, αποτελεί μια υπολογίσιμη συγγραφική σταθερά, που τη διακρίνει η υψηλή φιλοδοξία και η εναλλαγή «ρουχισμού». Το 2013 κυκλοφόρησε η Άγρια Ακρόπολη, μυθιστόρημα που ανήκει στη λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας, έργο για το οποίο του απονεμήθηκε το βραβείο του ηλεκτρονικού περιοδικού Ο Αναγνώστης. Ήταν η πρώτη φορά που το βραβείο καλύτερου μυθιστορήματος προερχόταν απ' αυτό το για χρόνια παρεξηγημένο και παραμελημένο είδος.

Δέκα χρόνια μετά, και ενώ μεσολάβησαν έργα, όπως Οι τυφλοί, που συζητήθηκαν και διαβάστηκαν ευρέως, ο Μάντης επιστρέφει στις επικράτειες της επιστημονικής φαντασίας με το πολυσέλιδο, σχεδόν χιλίων σελίδων, μυθιστόρημα Αδύνατες πόλεις. Ο τίτλος μοιάζει δάνειο ή διακειμενική αναφορά στις Αόρατες πόλεις του Ίταλο Καλβίνο και το περιεχόμενο επιβεβαιώνει την αρχική αυτή σκέψη. Ο κόσμος, πια, χαρτογραφημένος πλήρως, πάσχει από απομάγευση, καθώς από κάθε άκρη του, πατώντας λίγα πλήκτρα, οι εικόνες της πιο δυσπρόσιτης γωνιάς εμφανίζονται στην οθόνη. Οι Αδύνατες πόλεις αποτελούν δυνατότητες της μάχης της ανθρώπινης νόησης, της τεχνολογικής προόδου με υπεραιχμή την τεχνητή νοημοσύνη, και της φύσης που στενάζει κάτω από τον ανθρώπινο ζυγό. Αποκύημα της συγγραφικής φαντασίας εντός ενός περιβάλλοντος ολοένα και πιο ψηφιακού και εικονικού, οριακού, όπως και να 'χει, απέναντι στη σκέψη και την κατανόησή μας για τα πράγματα.

Ο Μάντης χρησιμοποιεί ένα εύρημα αρκετά παλιό στη λογοτεχνία, το ανά χείρας βιβλίο βρέθηκε τυχαία από έναν ανώνυμο άντρα σε μια απροσδιόριστη μελλοντική εποχή και διαβάστηκε σε κάτι παραπάνω από μια εβδομάδα, ενδιαμέσως, οι σελίδες του, καρπός ενός(;) επίσης ανώνυμου και άγνωστου συγγραφέα, δεν είναι εύκολο να καταταχθούν με ακρίβεια στην επικράτεια της μυθοπλασίας ή του ντοκουμέντου. Σύμφωνα με όσα ο Μάντης δηλώνει στις ευχαριστίες, στο τέλος του βιβλίου, πρόθεσή του ήταν να διαπιστώσει κατά πόσο θα μπορούσε να γίνει κάτι σαν μια «Σεχραζάτ», αφηγούμενος μια ιστορία σε συνεχή ροή. Μια ιστορία με συνεχή μπρος πίσω στον χρόνο και πέρα δώθε στον τόπο.

Η φιλοδοξία του Μάντη, με τη δεδομένη αφηγηματική ικανότητα, δεν θα μπορούσε να εξαντλείται στο πολυσέλιδο του μεγέθους, αλλά κυρίως έχει να κάνει με το ειδολογικό ανήκειν του μυθιστορήματος, είδος για το οποίο η εγχώρια λογοτεχνία δεν φημίζεται, με λίγες μόνο εξαιρέσεις, ανάμεσα στις οποίες η Ιωάννα Μπουραζοπούλου. Και παρότι ακόμα υπάρχουν αρκετοί εκεί έξω που θεωρούν την επιστημονική φαντασία ένα λογοτεχνικό παραπαίδι, οι δυσκολίες του να αναφερθείς σε μια μελλοντική εκδοχή του σημερινού κόσμου ή να δημιουργήσεις εξαρχής έναν κόσμο είναι κάτι παραπάνω από απαιτητικές. Απαιτητικές γιατί αυτή η απόπειρα οφείλει, έτσι ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει και να σταθεί (όχι μόνο) λογοτεχνικά, να είναι ταυτόχρονα ευφάνταστη και κατανοητή στον αναγνώστη, μια σύνθετη απλότητα απαιτείται. Η οξυδέρκεια αποτελεί σημαντικό σύμμαχο στο πλευρό της καταφανώς πλούσιας συγγραφικής φαντασίας, καθώς η κάθε μελλοντική εκδοχή είναι απαραίτητο να πηγάζει από το παρόν, έστω και με ένα νήμα ίσα διακριτό. Ο συγγραφέας, πριν και κατά τη διάρκεια της γραφής, επιχειρεί να διακρίνει προς τα πού κινείται αυτός ο κόσμος σήμερα, ποιες ζυμώσεις κοινωνικοπολιτικές μπορεί να οδηγήσουν τον κόσμο προς εκείνο το ζοφερό συχνά μέλλον στο οποίο η πλοκή εντός της φαντασίας του λαμβάνει χώρα. Μια δυστοπία δεν αποτελεί προϊόν παρθενογένεσης, ούτε εμφανίζεται από τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά είναι μια χρόνια διαδικασία, ας μην το ξεχνάμε.

Ο Μάντης, παρότι ελάχιστα αναφέρεται στο παρόν, διαθέτει την πειστική οξυδέρκεια, σ' αυτήν κρίνεται επιτυχώς η αληθοφάνεια των μελλοντικών εκδοχών και όχι στην (αν και απαραίτητη) ποιητική ικανότητά του. Αυτή η οξυδέρκεια, σε συνδυασμό με τις λοιπές αρετές της γραφής, καθιστούν τις Αδύνατες πόλεις ένα σπουδαίο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, με μια υπόθεση δύσκολο να δοθεί με λίγες λέξεις. Ο αναγνώστης, άπαξ και εισέλθει στους διάφορους κόσμους, σταδιακά παραιτείται από τη μάταιη επιθυμία να κατανοήσει τι ακριβώς συμβαίνει και αφήνεται σ' αυτό το απολαυστικό, στιγμές μεθυστικό, εγκεφαλικό παιχνίδι στα προκεχωρημένα φυλάκια της αντίληψής του, μοιραζόμενος την αγωνία των προσώπων της πλοκής που διαρκώς παλεύουν να απαντήσουν σε ερωτήματα υπαρξιακής αγωνίας.

Στις Αδύνατες πόλεις, ο Μάντης έθεσε (ξανά) τον πήχη ψηλά και με άνεση τον υπερκέρασε.

υγ. Για τα προηγούμενα βιβλία του Νίκου Μάντη: Άγρια Ακρόπολη (εδώ), Πέτρα Ψαλίδι Χαρτί (εδώ), Οι τυφλοί (εδώ), Σφάλμα συστήματος (εδώ), Κιθαιρώνας (εδώ).

Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2024

Γεννιέται ο κόσμος - Βάσια Τζανακάρη

 
«Give me the first six months of love
before the truth comes spilling out
before you open yor big mouth»

 

«Γεννιέται ο κόσμος, όταν φιλιούνται δυο», λέει ο στίχος. Στο βιβλίο της Τζανακάρη, το πρώτο μισό, ως τίτλος, συνομιλεί με το εξώφυλλο δια χειρός Στέφανου Ρόκου και τον συμπληρώνει. Μια από τις λειτουργίες της τέχνης του λόγου είναι το συναίσθημα πως κάποιος που δεν σε γνωρίζει αποτύπωσε λεκτικά κάτι που το νιώθεις οικείο, κάτι που ως τότε παρέμενε μέσα σου ως μια απροσδιόριστη και ίσως όχι ορατή αίσθηση, οι λέξεις μπήκαν στη σειρά. Ανάδυση. Η Τζανακάρη εξαρχής αποδέχεται και συνηγορεί σ' αυτό, η γραμματεία του έρωτα είναι εκτενής. Ο στίχος της αποκάλυψε κάτι που ένιωσε ή της προλόγισε κάτι. Γεννιέται το βιβλίο.

Παρακολουθώ από το 2013 το έργο της Τζανακάρη, αναφέρομαι στο συγγραφικό, αφήνοντας έξω το μεταφραστικό, και κάθε φορά μου επιβεβαιώνει την αρχική εκτίμηση πως το έργο της με αφορά, η ικανότητά της να αφηγείται μια σύγχρονη ιστορία που λαμβάνει χώρα κάπου εδώ γύρω. Ίσως να παίζει καθοριστικό ρόλο και το γεγονός πως ανήκουμε στην ίδια γενιά. Παρεμφερείς προσλαμβάνουσες, παραπλήσιο πλαίσιο, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, ελπίδες και φόβοι. Η συγχρονία, αλλά και η συντοπία, είναι σημαντικές μεταβλητές στη λογοτεχνία που αναζητώ, το συναίσθημα πως κάποιος που ζει λίγα μέτρα μακριά σου και κινείται στους ίδιους δρόμους, παρατηρεί και γράφει, με εντυπωσιάζει, σαν η δυνατότητα της επιβεβαίωσης, ναι, έτσι έχουν τα πράγματα, ή της έκπληξης, καλέ αυτό ήταν εκεί και δεν το είχα ποτέ παρατηρήσει, να προσδίδουν περαιτέρω κοινό εμβαδό μεταξύ της εκάστοτε ιστορίας και της δικής μου εμπειρίας έξω από την ανάγνωση.

Η Τζανακάρη γράφει μια σύγχρονη ποπ λογοτεχνία που αν ήταν μεταφρασμένη θα τύγχανε μεγαλύτερης προσοχής θεωρώ, δεν θα άλλαζε τη λογοτεχνική ιστορία, δεν θα ανέτρεπε τα πάντα, αλλά θα ήταν μια καλή εκδοχή μιας λογοτεχνίας ευπώλητης, φρέσκιας και τίμιας. Ίσως αν δεν ήταν γυναίκα, επίσης. Μια διαδεδομένη παρεξήγηση ταυτίζει το ποπ με το αφελές και το εκτός κλίματος χαζοχαρούμενο. Δυστυχώς δεν μπορείς να εξηγήσεις κάτι σε κάποιον που αρνείται να το δει, που έχει οικοδομήσει μεγάλο μέρος της προσωπικότητάς του πάνω στη συντήρηση, πάνω σε εμμονές άκαμπτες. Δεν πειράζει.

Το Γεννιέται ο κόσμος πρώτα και κύρια (μου) υπενθυμίζει την ανάγκη για ακόμα μια ιστορία αγάπης. Αυτές και αν έχουν ειπωθεί. Δεν έχουν ωστόσο εξαντληθεί. Όχι μόνο γιατί είναι μια κατάσταση προσωπική και επομένως υποκειμενική και ως ένα βαθμό μοναδική, αλλά και γιατί το πλαίσιο μεταβάλλεται. Ο έρωτας, όπως και κάθε συναίσθημα, καθορίζεται και διαφοροποιείται από το μικρό ή το μεγάλο περιβάλλον εντός του οποίου φύεται. Ανάμεσα στο αόριστο και άπιαστο συναίσθημα που κατακλύζει και την παραδομένη θεωρία του έρωτα, γεμάτη από βεβαιότητες και στερεότυπα, αλλά και πρώτο στη λίστα με την κατηγορία της αφέλειας, η αιχμή της απομάγευσης, έρωτες και κουραφέξαλα, συνήθως ακούμε να λένε διάφοροι, υπάρχει εκείνος ο χώρος που η τέχνη και η έμπνευση καταλαμβάνουν, σε όσους έχουν την ικανότητα, και ας μην το γνώριζαν από τα πριν, να λεκτικοποιήσουν αυτό που νιώθουν, να το παρατηρήσουν και να του δώσουν σχήμα και μορφή, με προσδιορισμούς και παρομοιώσεις, μεταξύ άλλων. Και, ενίοτε, ύστερα συμβαίνει το παραπάνω, διαβάζεις κάτι και λες ναι, αυτό νιώθω, έτσι είναι, όπως τα λέει.

Το Γεννιέται ο κόσμος είναι ένα ερωτικό γράμμα προς το υποκείμενο του έρωτα της αφηγήτριας, προς εκείνον με τον οποίο πέρασαν τόσα χρόνια πάνω στη γη πριν να συναντηθούν τυχαία ένα βράδυ σε κάποιο άσημο τσιπουράδικο. Η υπερβολή εδώ είναι καλοδεχούμενη, ίσως και αναγκαία, δεν υπάρχει χωρίς αυτή ερωτική ιστορία, αναλογιστείτε την ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας μιας από τις πλέον αρχετυπικές ιστορίες αγάπης. Δεν μπορεί κανείς να κρίνει λογοτεχνικά την υπερβολή αυτή, το συναίσθημα, τις εικόνες που το μυαλό του ερωτευμένου κατασκευάζει και επικοινωνεί. Ειδικά όταν αυτή η επικοινωνία έχει έναν συγκεκριμένο παραλήπτη, όταν ο αναγνώστης νιώθει το προνόμιο ή την άβολη συνθήκη να είναι παρών και να διαβάζει λαθραία κάτι που δεν είναι για εκείνον.

Σε μια εποχή που το αυτομυθοπλαστικό ολοένα και κυριαρχεί και η υποδοχή του, δυστυχώς, για κάποιους γίνεται με όρους αντικειμενικής αλήθειας, σαν να πρόκειται για ένα κείμενο ιστορικό που οφείλει να είναι πιστό και αντικειμενικό απέναντι στα γεγονότα, που με μεγεθυντικό φακό αναζητείται η αλήθεια με το άλφα κεφαλαίο, αφήνοντας παράμερα το ίδιο το κείμενο, την ίδια την ιστορία, το συναίσθημα, τις λογοτεχνικές αρετές. Δεν με νοιάζει αν η Τζανακάρη βίωσε ή βιώνει αυτόν τον έρωτα, καθόλου δεν με νοιάζει, δεν έχει κάποιο νόημα μια πιθανή αυθεντικότητα, κάθε τι που αφηγούμαστε, άλλωστε, από τη στιγμή που περνά από το γλωσσικό όργανο μετατρέπεται πάραυτα σε μυθοπλασία, το παρελθόν μας το ίδιο όταν εμείς το επισκεπτόμαστε γίνεται λογοτεχνία, εκεί βρίσκονται οι αβεβαιότητες που μετατρέψαμε σε βεβαιότητες ώστε να προχωρήσουμε στη σύνθεση αυτού που αυτή την ελάχιστη στιγμή πιστεύουμε ως εγώ.

Και είστε καλοδεχούμενοι να πείτε: και τι με νοιάζει εμένα η ερωτική επιστολή μιας ερωτευμένης γυναίκας; Μαζί σας.

Αν είναι μια φορά δύσκολο να επιχειρηματολογήσει κανείς, να πείσει αν προτιμάτε, κάποιον με τεχνικούς όρους και λογοτεχνικές περιγραφές να διαβάσει το ένα ή το άλλο βιβλίο, επιχειρώντας να προεξοφλήσει το γεγονός πως και εκείνος θα διακρίνει και θα αισθανθεί τη σημαντικότητά του, όπως ο αυτοανακηρυγμένος λογοτεχνικός ευαγγελιστής, τότε αντιλαμβάνεστε πως μάλλον είναι απίθανο να πείσει κανείς κάποιον να διαβάσει ένα βιβλίο όπως αυτό, που πρώτα και κύρια βασίζεται στο συναίσθημα, στην υπερβολή και τη στερεοτυπία του έρωτα, παρότι είπαμε ήδη και ίσως και να συμφωνήσαμε, ποιος ξέρει;, πως ο έρωτας είναι μια συνθήκη προσωπική και υποκειμενική, παρά το κοινό λεξιλόγιο που χρησιμοποιούμε.

Και διόλου δουλειά μου δεν είναι να πείσω.

Το Γεννιέται ο κόσμος έχει μια ειλικρίνεια, παρότι κάτι τέτοιο μοιάζει και είναι εξόχως παρακινδυνευμένο να λεχθεί, είναι ένα συναίσθημα δύσκολο να μεταφερθεί, αντίστοιχα δύσκολο με τη διαδικασία λεκτικοποίιησης του ίδιου του έρωτα. Έχει, υπονόησα ή είπα και προηγουμένως, μια συγχρονία και μια ακόλουθη συντοπία, που προσφέρει μια βάση κοινής εμπειρίας επί της οποίας χτίζεται το οικοδόμημα αυτό. Έχει και κάτι το επαναστατικό. Εξαιτίας της εποχής. Αλλά και εξαιτίας της χρονικής ταύτισης ανάμεσα στο συναίσθημα και τη γραφή. Η αφηγήτρια παίρνει το ρίσκο να φανερώσει τα χαρτιά της τώρα και όχι στην ασφάλεια του μέλλοντος έναντι του παρελθόντος. Δεν είναι μια παλιά ιστορία, ένα οικοδόμημα που κατέπεσε. Και ας καταπέσει την επόμενη στιγμή. Η μπεκετική προτροπή θα είναι διαχρονικά επίκαιρη.

υγ. Είχαν προηγηθεί: Τζόνι και Λούλου, περισσότερα εδώ, Αδελφικό, περισσότερα εδώ.

Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2024

Μουσείο φυσικής ιστορίας - Carlos Fonseca

Πέντε χρόνια πριν, καλοκαίρι και τότε, διάβασα το Ο συνταγματάρχης δεν έχει πού να κλάψει, το πρώτο βιβλίο συγγραφέα από την Κόστα Ρίκα που έπιανα στα χέρια μου. Φέτος, κυκλοφόρησε το Μουσείο φυσικής ιστορίας, ένα από τα βιβλία που διάλεξα να διαβάσω στο πάντα ιδιαίτερο διάστημα της θερινής διακοπής.

Διαβάζοντας ξανά εκείνο το προ πενταετίας κείμενο (εδώ) έπεσα πάνω σε σημειώσεις αντίστοιχες με τις τωρινές. Πρώτα τα ονόματα των Ρικάρντο Πίλια και Ρομπέρτο Μπολάνιο. Ακολούθως εκείνες οι σημειώσεις περί φαινομενικά εγκεφαλικής γραφής, που άφηναν ωστόσο ικανά ανοιχτή την πόρτα της προσωπικής, συναισθηματικής ή ακόμα και βιωματικής εμπλοκής του συγγραφέα. Τέλος την αίσθηση πως το βιβλίο ανήκει στη λογοτεχνική ελίτ, έστω και ως υπόθεση παροντική χωρίς να έχει διανυθεί το απαραίτητο χρονικό διάστημα για μια πιο ασφαλή επαναξιολόγηση. Παράξενο πώς, έλειπε η αναφορά στη φιλοδοξία, στο Μουσείο φυσικής ιστορίας πάνω πάνω στις σημειώσεις, υπογραμμισμένη μάλιστα, ίσως τότε να μην διέκρινα ικανή ποσότητα από αυτή, ίσως να εξέπεμπε μια διάθεση πιο ασφαλούς πλοήγησης, ένεκα πως ήταν το πρώτο του ολοκληρωμένο λογοτεχνικό βήμα, ίσως απλώς να μην αξιολόγησα σωστά την παράμετρο αυτή.

Η φιλοδοξία, λοιπόν, διάχυτη από την πρώτη κιόλας σελίδα, τοποθέτησε εξ αρχής τον πήχη αρκετά ψηλά, εκπέμποντας μια έντονη γοητεία, πάντοτε η αίσθηση φιλοδοξίας παρασέρνει με την εμφάνισή της τον όποιο ορίζοντα, εκ προοιμίου αυθαίρετων, προσδοκιών και αν είχα κατασκευάσει αποφασίζοντας να διαβάσω αυτό το βιβλίο και όχι κάποιο άλλο. Ο χρόνος, ποτέ αρκετός, διαμορφώθηκε, όπως συμβαίνει με βιβλία όπως αυτό, από την ίδια την ανάγνωση, από την επιθυμία και την ανάγκη γι' αυτή, αν προτιμάτε.

Ο αφηγητής, που κανένα λόγο ο αναγνώστης δεν έχει να μη θεωρήσει άλτερ έγκο του γεννημένου το 1987 Φονσέκα, θα γνωρίσει μια διάσημη σχεδιάστρια μόδας, όταν εκείνη θα του ζητήσει να συνεργαστούν σε ένα παράξενο και δύσκολα περιγράψιμο καλλιτεχνικό πρότζεκτ. Εφτά χρόνια αργότερα, με εκείνη νεκρή και την έκθεση δια παντός ματαιωμένη, ο αφηγητής θα λάβει το μαύρο κουτί της συνεργασίας τους. Το παρελθόν, το κοινό των δύο, θα επανεμφανιστεί, εκείνος θα χαθεί στις σπείρες της μνήμης και της άκρως υποκειμενικής πρόσληψης και αποθήκευσης της πραγματικότητας. Ξάγρυπνες νύχτες και πυρετώδεις αναγνώσεις ύστερα, θα θεωρήσει πως αυτό το μαύρο κουτί, παρότι φαινομενικά γεννάει νέες και πιο σύνθετες ερωτήσεις και ακατανόητες όψεις, περιλαμβάνει, επίσης, και αρκετές απαντήσεις ή τουλάχιστον αρκετά στοιχεία που μπορούν να δώσουν απαντήσεις για τη ζωή εκείνης, για την οικογενειακή ιστορία μιας περιπλάνησης διαρκούς αναζήτησης.

Κομβικός δεύτερος αντρικός ρόλος, ο Τανκρέδο, φίλος του αφηγητή, ένας χαρακτήρας ιδιαίτερος και δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να σκιαγραφηθεί με λεπτομέρεια και ακρίβεια. Η παρουσία του στις σελίδες, πότε ως αυτόπτη μάρτυρα και πότε ως, κυρίως εμπειρικού και οξυδερκή, φιλόσοφου είναι καταλυτική στην απόπειρα σύνθεσης ενός παζλ του οποίου το πραγματικό μοτίβο παραμένει μέχρι τέλους άγνωστο και αβέβαιο, ανοιχτό σε ερμηνείες και χωροχρονικές συντεταγμένες. Είναι, όμως, η μητέρα της νεκρής ένας χαρακτήρας μεγαλύτερος από τη ζωή, που η σύλληψη και σύνθεσή του αποτελούν μετάλλιο στο συγγραφικό πέτο. Γιατί αν η παρουσία του Τανκρέδο αποδεικνύεται καταλυτική στην προώθηση της πλοκής, εκείνος της μητέρας αποτελεί τη βάση επί της οποίας το μεγαλύτερο κομμάτι του μυθιστορήματος, αλλά και της ίδιας της συγγραφικής φιλοδοξίας, βασίστηκε.

Χωρισμένο σε πέντε κεφάλαια, σύνθετο στην κατασκευή μα εντέλει λειτουργικό, εγκεφαλικό στον έλεγχο αλλά και συναισθηματικό στη διαχείριση, σαφώς πολιτικό, μυθιστόρημα (και) ιδεών, με την τέχνη, και δη τη σύγχρονη, στο επίκεντρο, με το δίπολο τραγωδία-φάρσα να είναι το βασικό γρανάζι περιδιάβασης του κόσμου, την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο εντός του διάχυτου ζόφου, το Μουσείο φυσικής ιστορίας είναι ένα μεγάλο μυθιστόρημα, με τις ρίζες του να εκτείνονται στο παρελθόν, αποτελώντας συνέχεια μιας παράδοσης, σε καμία περίπτωση χωροχρονικά εγκλωβισμένης, ενώ τα φύλλα και οι καρποί του κοιτάζουν προς το μέλλον. Είναι από εκείνα τα μυθιστορήματα που παρομοιάζω με λεπτομερές τράβελινγκ εντός ενός επιβλητικού καθεδρικού, εκεί όπου το δέος υπερνικά την όποια κόπωση και την επιμονή στη λεπτομέρεια, σε σημεία ασφυκτικό, και όμως, όταν η προβολή τελειώσει και έξω είναι ακόμα μέρα και ο αέρας πιο φρέσκος, η ανακούφιση δεν σε κατακλύζει, ήταν πολύ ωραία εκεί μέσα.

Ο Ρικάρντο Πίλια, ο σπουδαίος αυτός συγγραφέας, στον οποίο ο Φονσέκα αφιερώνει το μυθιστόρημά του, υπήρξε από τους πρώτους αναγνώστες της πρώτης απόπειρας του νεαρού συγγραφέα και με οξυδέρκεια επισήμανε τις αρετές αλλά και τις μελλοντικές υποσχέσεις, πέθανε το 2017 όταν το Μουσείο φυσικής ιστορίας κυκλοφόρησε. Ακόμα και να μην το διάβασε στην τελική του μορφή, σίγουρα θα ήταν χαρούμενος που η διαίσθηση αλλά και το κριτήριο του επιβεβαιώθηκαν. Σκέφτομαι τον Φονσέκα, που γνώριζε άψογα το έργο του σπουδαίου, έχοντας μαθητεύσει και επηρεαστεί από αυτό, τη συγκίνηση να λαμβάνει έναν λόγο ενθαρρυντικό από ένα από τα πρότυπά του.

Προανέφερα ήδη το όνομα ενός ακόμα σπουδαίου, του Ρομπέρτο Μπολάνιο, που θα έσκαγε ένα χαμόγελο στην ανάγνωση ενός βιβλίου όπως αυτό. Θεωρώ σίγουρο πως ο Φονσέκα θα δοκίμαζε να του στείλει κάποιο από τα τελευταία σκαριφήματα, και πως ο Μπολάνιο, δεινός αναγνώστης μεταξύ άλλων, θα το διέκρινε ανάμεσα στα όσα σίγουρα θα λάμβανε από διάφορους πιστούς και επίδοξους συγγραφείς. Η αναφορά έχει διπλό σκοπό, από τη μια, η επίδραση του Μπολάνιο στις νεότερες γενεές ισπανόφωνων δημιουργών, και από την άλλη, η ανάδειξη του μεγέθους της φιλοδοξίας του Φονσέκα γράφοντας το Μουσείο φυσικής ιστορίας. Δυστυχώς, ο θάνατος είχε άλλα σχέδια, πρόωρα, ο Μπολάνιο δεν είδε τη σπορά του.

Συχνά, στην επισήμανση της φιλοδοξίας, προσθέτω πως ακόμα και αν ο συγγραφέας βάλει στόχο το εκατό και πιάσει το εβδομήντα, περνώντας εμφανώς κάτω από τον πήχη, μαγεύομαι από αυτή την ύπαρξη φιλοδοξίας σε σχέση με έναν συγγραφέα που έβαλε το πήχη στο δέκα και τον υπερπήδησε. Εδώ όμως δεν είναι αυτή η περίπτωση. Ο Φονσέκα αντεπεξήλθε με άνεση και χάρη, η φιλοδοξία του δεν τον κατάπιε. Εκτός από φιλοδοξία, ή παρέα με αυτή, ορατή είναι και η αυτοπεποίθηση. Εδώ όμως, αντίθετα με την πλειοψηφία των περιπτώσεων, η αυτοπεποίθηση πατάει γερά στα πόδια της, σε ένα έδαφος λογοτεχνικής γνώσης εκεί όπου ένας σπόρος ταλέντου έπεσε και άπλωσε ρίζες βαθιές. Ίσως μόνο, αν έπρεπε κάτι να προσθέσω, να έλεγα πως, χωρίς να είναι ψεγάδι, το βιβλίο αυτό απαιτεί την αναγνωστική προσοχή για να ανταποδώσει τους πλούσιους σε γεύση και άρωμα καρπούς του. Είναι, ωστόσο, μόλις το δεύτερο βιβλίο του, και τι βιβλίο!, ήταν μόλις τριάντα χρονών όταν αυτό κυκλοφόρησε, το γράφω ξανά, τριάντα χρονών. Θα πρόσθετα ακόμα πως φυσική απόρροια του μυθιστορήματος αυτού, όπως είχε άλλωστε συμβεί και με το προηγούμενο, έστω και σε μικρότερο βαθμό, είναι η δημιουργία περαιτέρω απαιτήσεων και προσδοκιών, φορτίο βαρύ και ίσως άδικο τοποθετημένο στους ώμους του, ωστόσο είναι ο ίδιος που τις γέννησε και τις έθρεψε.

Πότε γελάω και πότε εκνευρίζομαι με έναν συνήθη αφορισμό: καλή λογοτεχνία στις μέρες μας πια δεν γράφεται. Αυτή τη στιγμή έχω ξελιγωθεί από τα γέλια.

υγ. Δύο ενδεικτικά κείμενα με αφορμή την ανάγνωση των σπουδαίων Μπολάνιο και Πίλια, για το 2666 εδώ, για την Τεχνητή αναπνοή εδώ. Θυμήθηκα επίσης ένα από τα αγαπημένα μου μυθιστορήματα, Το παρελθόν του Άλαν Πάουλς, περισσότερα εδώ.

Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2024

Καιρός - Jenny Erpenbeck

Η Τζέννυ Έρπενμπεκ, γεννημένη το 1967 στην Ανατολική Γερμανία, είναι ιδιαιτέρως αγαπητή στη χώρα μας και το όνομά της συχνά ψιθυρίζεται ως ευχή κάθε που η απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας πλησιάζει. Στις 21 Μαΐου 2024 το μυθιστόρημά της Καιρός και η αγγλική του μετάφραση τιμήθηκαν με το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ. Λίγο αργότερα, πάντοτε σε μεταφραστική φροντίδα του Αλέξανδρου Κυπριώτη, κυκλοφόρησε και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Αυτή είναι μια ερωτική ιστορία. Βερολίνο, Ιούλιος 1986. Μια ξαφνική μπόρα και μια σειρά από λοιπές, εν πολλοίς αδιόρατες, μικροσυμπτώσεις θα φέρουν τη δεκαεννιάχρονη Καταρίνα και τον πενηντατριάχρονο συγγραφέα Χανς στο ίδιο λεωφορείο. Έτσι θα ξεκινήσει η σχέση τους. Όταν εκείνος θα πεθάνει, χρόνια μετά, η Καταρίνα θα είναι χιλιόμετρα μακριά, δεν θα τηρήσει την υπόσχεσή της να παραβρεθεί στην κηδεία του. Έξι μήνες μετά μια γυναίκα θα παραδώσει στο σπίτι της Καταρίνα δύο κούτες, δύο μαύρα κουτιά της σχέσης τους, εκείνη, μαζί με δικά της αναμνηστικά φυλαγμένα σε μια βαλίτσα, θα τα ανασύρει, ο τριτοπρόσωπος παντογνώστης αφηγητής θα μεσολαβήσει στην ανασύσταση της ιστορίας τους.

Ένα βασικό, αν όχι το κυρίαρχο, συστατικό της εργογραφίας της Έρπενμπεκ είναι ο πολιτικός και ιστορικός χαρακτήρας ως περιβάλλον εντός του οποίου διαδραματίζεται η εκάστοτε πλοκή, σχηματίζοντας ένα σφιχτοδεμένο ζευγάρι. Έτσι κι εδώ. Η ερωτική ιστορία, με όλες τις ιδιαιτερότητές της, εξελίσσεται όταν η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας πνέει τα λοίσθια, όταν το Τείχος, τι και αν ακόμα δεν έχει υποχωρήσει, θρυμματίζεται κιόλας.

Την ιστορία τη γράφουν οι νικητές. Αυτή είναι μια από τις ελάχιστες αρχές της ανθρώπινης ιστορίας που δεν διαθέτει εξαιρέσεις. Και νικητές ήταν οι Δυτικοί, καμία ισονομία στη μετάβαση δεν υπήρξε, και έτσι έγραψαν την ιστορία κατά το δικό τους δοκούν, παρουσιάζοντας την απέναντι όχθη σαν ένα άθροισμα τεράτων εντός ενός διάχυτου ζόφου. Το μηδέν ένα είναι που περισσότερο απ' όλα ενοχλεί, αυτή η απλοϊκή διάκριση την οποία ενστερνίζονται επιστήμονες και μελετητές, οι άκρες του δόρατος της προπαγάνδας, όταν ήδη η συζήτηση για το τέλος της ιστορίας ολοένα και περισσότερο έδαφος κέρδιζε.

Τα προηγούμενα μυθοπλαστικά έργα αλλά και οι δημόσιες τοποθετήσεις της Έρπενμπεκ χαρακτηρίζονται από θυμό για την επικρατούσα στρέβλωση. Δυτικά όλα ήταν καλά, ανατολικά όλα άσχημα, τελεία και παύλα, ναι καλά. Αν επιχειρούσε κανείς να προσδιορίσει συνοπτικά την κύρια συγγραφική φιλοδοξία εδώ, αυτή θα ήταν η απόπειρα να δειχτεί πως η καθημερινότητα εκεί δεν περιοριζόταν στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν, πως οι άνθρωποι ζούσαν. Ονειρεύονταν, ερωτεύονταν, γλεντούσαν, έκλαιγαν και τα λοιπά και τα λοιπά ανθρώπινα πάθη τούς χαρακτήριζαν.

Η Έρπενμπεκ συνεχίζει τη σημαντική λογοτεχνία της μη λήθης, που ως κύριο εκφραστή της είχε τον σπουδαίο Χάινριχ Μπελ, χωρίς απλοϊκές και ψευδείς ωραιοποιήσεις, μια απόπειρα αποτύπωσης των αποχρώσεων μεταξύ λευκού και μαύρου, μια υψηλής στάθμης πολιτική λογοτεχνία, διαχρονικής και οικουμενικής, που στον πυρήνα της φέρει την υποκρισία με την οποία το παρελθόν αντιμετωπίστηκε και αντιμετωπίζεται, τη γραμμή εκείνη που διέκρινε το ναζιστικό προηγούμενο, τη συνέχεια του κράτους και της πατρίδας, μιας εκ θαύματος μετάβασης και ήττας του τέρατος, για το οποίο κανείς δεν μιλάει, αντίθετα με ό,τι συνέβη, και καλώς συνέβη ως ένα βαθμό, μετά την πτώση του Τείχους, όταν όλα τα αρχεία ήρθαν στο φως.

Ο Καιρός δεν είναι το αποτέλεσμα μιας στρατευμένης λογοτεχνίας, όσο και αν κάποιοι επωφελούνται αντιμετωπίζοντάς το, όπως και την ευρύτερη λογοτεχνική παρουσία της Έρπενμπεκ, ως τέτοιο, παρακάμπτοντας την απάντηση σε πλήθος ερωτημάτων και αμελώντας να αναφερθούν στη δεδομένη λογοτεχνική αξία του έργου της. Η υψηλή λογοτεχνία πάντοτε θα αντιμετωπίζεται και ως ένα ενοχλητικό πετραδάκι που δυσκολεύει το αγέρωχο βάδισμά των εκάστοτε νικητών, θέτοντας τη βεβαιότητα εν αμφιβόλω.

Ο πολιτικός χαρακτήρας του έργου διόλου δεν υποτάσσει τη λογοτεχνική αξία, την αφηγηματική ικανότητα της Έρπενμπεκ στο χτίσιμο και τη λειτουργία του μυθιστορήματος. Ο τρόπος με τον οποίο μπλέκει τις ιστορίες των δύο εραστών, αλλά και αυτές με την Ιστορία, κυρίως, και η ομοιόμορφη από άκρη σε άκρη αφηγηματική φωνή, επίσης. Ιδιαίτερα στο καταιγιστικό τελευταίο τρίτο του μυθιστορήματος, μετά την πτώση του Τείχους, όταν για κάποιους το να αγοράσουν ένα παντελόνι τζιν δεν ήταν η απάντηση σε όλα τα ερωτήματα, όταν η Κρίστα Βολφ πίστευε πως ακόμα υπήρχε η καύσιμη ύλη για να οικοδομηθεί μια σοσιαλιστική κοινωνία, δίκαιη και όχι υποταγμένη στην ατομική κατανάλωση και ιδιοκτησία.

Ο Καιρός αποτελεί μαζί με την Ιστορία του γερασμένου παιδιού και τη Δοκιμασία τις ψηλότερες κορυφές μιας σπουδαίας συγγραφέως, μιας από τις σπουδαιότερες της εποχής μας, της Τζέννυ Έρπενμπεκ.

υγ. Για τα προηγούμενα έργα της Έρπενμπεκ: Ιστορία ενός γερασμένου παιδιού (εδώ), Σκύβαλα (εδώ), Παιχνίδι με τις λέξεις (εδώ), Δοκιμασία (εδώ), Περαστικοί (εδώ), Η συντέλεια του κόσμου (εδώ).

Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα 1 Απριλίου 2024

Ο δράκος της Πρέσπας - Ιωάννα Μπουραζοπούλου

Ο καιρός πέρασε, ο καιρός ήρθε. Ο δράκος της Πρέσπας, η τριλογία της Ιωάννας Μπουραζοπούλου, ολοκληρώθηκε, επιτέλους και ευτυχώς. Το πρώτο μέρος, Η κοιλάδα της λάσπης, εκδόθηκε το 2014, το δεύτερο μέρος, Κεχριμπαρένια έρημος, το 2019, Η μνήμη του πάγου, λίγο πριν ολοκληρωθεί το 2023. Η ολοκλήρωση ήταν αρκετή για να τοποθετήσει τον Δράκο της Πρέσπας στα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '23, και πώς αλλιώς ύστερα από τέτοια υπομονή και αναμονή. Δεν κρύβω πως στην άκρη του μυαλού μου κρυβόταν ο φόβος του ανολοκλήρωτου, δεν ήταν κάτι, θέλω να πω, που το θεωρούσα δεδομένο, δεν είμαστε συνηθισμένοι εδώ σε τέτοια φιλόδοξα πρότζεκτ. Η φιλοδοξία είναι μια λέξη κλειδί για την αναγνωστική εμπειρία, η υπομονή και η αναμονή ανταμείφθηκαν.

Ας ξεκαθαρίσω κάτι ακόμα. Η λογοτεχνία του φανταστικού, την οποία η Μπουραζοπούλου υπηρετεί, δεν είναι ακριβώς του γούστου μου. Έχοντας ωστόσο διαβάσει το Τι είδε η γυναίκα του Λοτ και την Ενοχή της αθωότητας, με βεβαιότητα μπορούσα να πω πως η περίπτωση της Μπουραζοπούλου αποτελούσε την ξεχωριστή και καλοδεχούμενη εξαίρεση ενός κανόνα υποκειμενικού, ικανή να τοποθετήσει ένα μεγάλο θέλω στην αναμονή της τριλογίας αυτής. Η πρόθεση ήταν να βυθιστώ στις χίλιες πεντακόσιες περίπου σελίδες του έργου αυτού, να βυθιστώ στον κόσμο που η συγγραφέας έστησε πέριξ της λίμνης της Πρέσπας μετά την εμφάνιση του δράκου στα νερά της και έτσι έκανα.

Η συνθήκη αυτή, η εμφάνιση του δράκου και τα παρελκόμενά της, αποτελεί στην ουσία το μοναδικό ανοίκειο συστατικό του χωροχρονικού σκηνικού. Οι χώρες της βαλκανικής χερσονήσου ταλανίζονται από οικονομικές δυσκολίες, η ανάγκη για επαναδιαπραγμάτευση του υπέρογκου εξωτερικού τους χρέους είναι απαραίτητη και οδυνηρή για τη ζωή των κατοίκων της. Η Τράπεζα, εξέλιξη διαφόρων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων με σκοπό την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη με κάθε κόστος, χωρίς κοινωνικοπολιτικές ευαισθησίες, θα διακρίνει πίσω από την εμφάνιση του μυστηριώδους αυτού πλάσματος μια οικονομική ευκαιρία. Θα ωθήσει στην έξοδο τους κατοίκους των χωριών στα περίχωρα της λίμνης και θα αποκτήσει τον αποκλειστικό έλεγχο της ζώνης ενδιαφέροντος. Σε κάθε μια από τις τρεις όχθες θα αναπτυχθούν οικισμοί δρακολόγων, με στόχο τη μελέτη και την κατανόηση του δράκου. Μεταξύ τους θα αναπτυχθεί ανταγωνισμός, βούτυρο στο ψωμί της Τράπεζας και του αδυσώπητου επιτρόπου της στην περιοχή.

Την εμφάνιση του δράκου ακολούθησαν μια σειρά από φυσικά φαινόμενα, οι δύο λίμνες ενώθηκαν και έγιναν μία, ενώ ο καιρός σε κάθε μια από τις ακτές είναι διαφορετικός, ακατάπαυστη βροχή στη νότια, ξηρασία στην ανατολική και δριμύ ψύχος στη δυτική. Ο τρόπος προσέγγισης του φαινομένου είναι επίσης διαφορετικός: «Η νότια όχθη και η συνακόλουθη αγορά της υποστήριζαν πως ο δράκος είναι ένα προϊστορικό τέρας με κεφάλι βονάσου και φτερά νυχτερίδας, που η επανεμφάνισή του προκάλεσε διαρκή βροχή, ανεβάζοντας τη στάθμη του νερού στη λίμνη και μετατρέποντας την περιβάλλουσα ξηρά σε βάλτο. Η ανατολική όχθη και οι οπαδοί της πάλι, επέμεναν πως ο δράκος είναι ένας εξωγήινος εισβολέας, που έχει τη μορφή κεχριμπαρένιας άμμου, έφερε ξηρασία και μετέτρεψε την Πρέσπα σε καυτή έρημο. Ήταν αδύνατο οι υποστηρικτές της δυτικής όχθης να πάρουν στα σοβαρά τους παραπάνω ισχυρισμούς και να μην τους αντιμετωπίζουν με καχυποψία». Καχυποψία και ανταγωνισμός, ποιος καλύτερος συνδυασμός για να ελέγχει κανείς πλήρως τρεις γείτονες πληθυσμούς.

Κάθε βιβλίο διαδραματίζεται και σε μία από τις όχθες, με την Μπουραζοπούλου με μαεστρία να απλώνει τα νήματα που θα κινήσουν την παράλληλη ιστορία, τα γεγονότα και τις ανατροπές που θα επηρεάσουν και τις τρεις πλευρές. Καθοριστική αφηγηματικά είναι η ικανότητα της συγγραφέως να ελέγχει και να διαχειρίζεται τον χρόνο. Έτσι, σε κάθε βιβλίο πετυχαίνει να προβεί στις απαραίτητες αναλήψεις από το παρελθόν, ώστε ο αναγνώστης να εξοικειωθεί με τις ιδιάζουσες συνισταμένες της κάθε όχθης, τα όσα προηγήθηκαν και οδήγησαν στο αφηγηματικό σήμερα, ενώ ταυτόχρονα προωθεί την πλοκή ώστε να φτάσει εγκαίρως στο σημείο τομής, στο παρόν της αφήγησης, με τρόπο συντεταγμένο και δικαιολογημένο ως αλληλουχία των γεγονότων. Ο αφηγηματικός αυτός τρόπος είναι που ταυτόχρονα επιτρέπει στον αναγνώστη να εισέλθει από όποια πλευρά της λίμνης προτιμά, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει τη σειρά των βιβλίων. Βέβαια, εγώ, κάπως συντηρητικά ίσως, θα επέμενα στη σειρά που η συγγραφέας όρισε.

Σε αντιστοιχία με τη διαχείριση του χρόνου, έτσι και ως προς το περιεχόμενο της πλοκής, η Μπουραζοπούλου ικανοποιεί ταυτόχρονα δύο απαιτήσεις. Η μια έχει να κάνει με το ιδεολογικό, κοινωνικό, επιστημονικό, ανθρωπολογικό περιεχόμενο της κάθε ακτής, τη σύνθεση των δρακολογικών ομάδων, τα χαρακτηριστικά όσων τις αποτελούν, τους στόχους και τις φιλοδοξίες τους κατά τη στράτευσή τους, η άλλη με διάφορα γεγονότα, λιγότερο ή περισσότερο σύγχρονα, που αποδίδονται στον δράκο, εγκλήματα, οικονομικές ατασθαλίες, υπόγειες και παρασκηνιακές συμφωνίες. Με τον τρόπο αυτό κατορθώνει να κατασκευάσει και να κινήσει μια σύνθετη και πολύπτυχη πλοκή, η οποία πατάει στέρεα σε διάφορες αρχές που γνωστοποιήθηκαν έγκαιρα στον αναγνώστη, χωρίς να μοιάζουν και να είναι παράταιρες, ενώ ταυτόχρονα η δράση επιταχύνει δημιουργώντας την επιθυμία να διαβάσεις τι θα συμβεί παρακάτω.

Η φιλοδοξία χαρακτηρίζει από άκρη σε άκρη τη συνολική κατασκευή, η φαντασία σε σημεία είναι οργιαστική, η επιμονή στη λεπτομέρεια καθοριστική, η σύνδεση των γεγονότων μεταξύ τους απαραίτητη για να διατηρηθεί αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον, ευρήματα λειτουργικά, με κύριο εκείνο του εγκιβωτισμένου θεατρικού έργου, αλλά και τους μικροκόσμους της κάθε όχθης. Η Μπουραζοπούλου συνθέτει ένα παραμύθι ενηλίκων, που λειτουργεί ως παραβολή, αλλά δεν εγκλωβίζεται ούτε περιορίζεται στο σώμα της. Η ιστορία, θέλω να πω, στέκει ενδιαφέρουσα και αυτάρκης, παρότι ταυτόχρονα φέρει ευκρινώς αναλογίες με τη δική μας, μακριά από τον δράκο της Πρέσπας, οικονομική και κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, αλλά και σε άλλα φλέγοντα ζητήματα γειτνίασης. Ο δράκος, θέλω να πω, υπήρχε και θα υπάρχει, σε διάφορες μορφές και εκφάνσεις, η Μπουραζοπούλου, με τον τρόπο της, σχολιάζει την πραγματικότητα, με όχημα τη φαντασία, χωρίς ωστόσο να επιθυμεί να παράξει άνευρη, προφανή και διδακτική πολιτική, αλλά λογοτεχνία αξιώσεων, παρά τους όποιους αναπόφευκτους ειδολογικούς περιορισμούς.

Επιτυχής υπήρξε και ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας έβαλε την τελευταία τελεία, απόδειξη πως εξαρχής γνώριζε που θα την οδηγήσει ο δρόμος της συγγραφής, όποιες και όσες παρακαμπτηρίους οδούς και αν πήρε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού αυτού. Ο δράκος της Πρέσπας επιβεβαίωσε πως η Μπουραζοπούλου αποτελεί για μένα μια συγγραφική εξαίρεση, καθ' υπερβολή θα έλεγα πως είναι η καθ' ημάς Τοκάρτσουκ, μια γεννήτρια παραγωγής ιστοριών που ίπταται με χάρη πάνω από τον ατόφιο ρεαλισμό, τον γεμάτο απομάγευση και ενοχλητικά όρια. Η καταβύθιση στο σύμπαν που κατασκεύασε και έθεσε σε λειτουργία σίγουρα αποτελεί ένα χάι λάιτ της αναγνωστικής μου πραγματικότητας. Η υπομονή και η αναμονή επιβραβεύτηκαν και με το παραπάνω.

υγ. Για το Τι είδε η γυναίκα του Λοτ περισσότερα εδώ, για την Ενοχή της αθωότητας εδώ. Για Τα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '23 εδώ.

Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2024

Αρμάν - Emmanuel Bove

Ήταν δώδεκα η ώρα. Λόγω του ψύχους ο ήλιος έμοιαζε μικρότερος. Τα τζάμια και οι βιτρίνες δεν αντανακλούσαν τις αχτίδες του. Την προσοχή μου, όπως των παιδιών, τραβούσε ό,τι κινούνταν. Πού και πού χάιδευα το κεφάλι κάποιου αλόγου, στο μέτωπο, για να μη με δαγκώσει. Περπατούσα σε έναν δρόμο τόσο στενό, που τα μαστίγια των αμαξών με ακουμπούσαν στο πέρασμά τους, όταν ένα χέρι με άγγιξε στον ώμο. Το κοίταξα για μια στιγμή κι έπειτα γύρισα. Ήταν ο Λουσιέν.

Έτσι ξεκινά αυτό το μικρό σε έκταση μυθιστόρημα του Εμμανουέλ Μποβ, που κυκλοφόρησε στα τέλη της περασμένης χρονιάς από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Φοίβου Μπότση. Το μακρινό πια 1988 είχε εκδοθεί –μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδόσεις Όμβρος– το πρωτόλειο έργο του, Οι φίλοι μου, το οποίο, σύμφωνα με τη βιβλιονέτ κυκλοφορεί! Το Αρμάν είναι ένα βιβλίο που τηρουμένων των αναλογιών συζητήθηκε αρκετά και μάλιστα με λόγια επαινετικά, ένα ακόμα βιβλίο που για καιρό βρέθηκε στη στοίβα με τα προσεχώς, για να εξέλθει ένα πρωί που είχα διάθεση να διαβάσω ένα βιβλίο μια και έξω.

Στις πρώτες αυτές γραμμές, δεν περιλαμβάνεται μόνο η αναφορά στο περιστατικό που θα πυροδοτήσει την πλοκή, τη συνάντηση, δηλαδή, του πρωτοπρόσωπου αφηγητή Αρμάν με έναν φίλο από τα παλιά, αλλά δίνεται και ένα πρώτο σκαρίφημα του τρόπου με τον οποίο ο Αρμάν ζει και άρα και του χαρακτήρα του, ένας αργόσχολος τύπος που κινείται νωχελικά μέσα στα στενά της πόλης και την προσοχή του, όπως των παιδιών, έλκει ό,τι κινείται, ενώ καθίσταται σαφής και ο χωροχρόνος, μια χειμωνιάτικη μέρα με αδύναμο φως, μια πόλη χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πέρα από την κίνηση των δρόμων. Ο Μποβ δεν καθυστερεί, όχι μόνο ως προς την προώθηση της πλοκής, αφού πιάνει να ξετυλίγει το νήμα από την πρώτη κιόλας στιγμή, αλλά και ως προς το φανέρωμα του αφηγηματικού ύφους, ο κοφτός και λιτός λόγος, η αποφυγή της όποιας λογοτεχνίζουσας φιοριτούρας. Αργότερα, η απουσία εκτεταμένων διαλογικών μερών θα έρθει σε ευθεία σύγκρουση με την αίσθηση θεατρικού κειμένου που η ανάγνωση γεννά. 

Η συνάντηση των δύο παλιών φίλων αναδεικνύει τα διαφορετικά μονοπάτια που ακολούθησαν. Εδώ και έναν χρόνο, ο Αρμάν συζεί με τη Ζαν, μεγαλύτερή του και όχι ιδιαίτερα όμορφη, όχι στα μάτια του τουλάχιστον, και αυτό το γεγονός τον απάλλαξε από μια καθημερινότητα γεμάτη στερήσεις και φτώχεια. Καμία μαγεία, κανένα πάθος, πρακτικός οπορτουνισμός, ένα ενστικτώδες εγχειρίδιο επιβίωσης σ' έναν κόσμο με τα προνόμια άνισα μοιρασμένα, καμία ισχυρή θεωρία και ιδεολογία για υπόστρωμα. Ο Λουσιέν, αντίθετα, δεν στάθηκε το ίδιο τυχερός(;). Η συνάντησή τους θα προκαλέσει στον Αρμάν μια ενοχή φιλανθρωπικής υφής, θα νιώσει πως κάτι πρέπει να κάνει για τον παλιό του φίλο, θα τον καλέσει στο σπίτι για γεύμα, θα σκεφτεί πώς θα μπορούσε να τον βοηθήσει να βρει μια δουλειά, να ξεφύγει από τη μίζερη πραγματικότητά του που ο πιθανός καρπός  της υπεραξίας της θα εντείνει, ας μη γελιόμαστε, τη θέση ισχύος του. Έτσι ξεκινά η ιστορία αυτή, που διαδραματίζεται αρκετά συνοπτικά και σε διάστημα έξι ημερών, μέσα στις οποίες θα συμβούν κάποια γεγονότα τα οποία θα εκτροχιάσουν την πρόσφατα τοποθετημένη σε ράγες πορεία της ζωής του Αρμάν.

Το Αρμάν είναι ένα από τα πολλά εκείνα μυθιστορήματα που το ενδιαφέρον τους δεν εντοπίζεται στο περιεχόμενο της ιστορίας, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτή κατασκευάζεται και παρουσιάζεται. Θα αρκούσαν ελάχιστες γραμμές για να συνθέσει κανείς μια πλήρη περίληψη της υπόθεσης, ωστόσο, και παρά τον αναπόφευκτο σκεπτικισμό, η ανάγνωση δεν θα υπέφερε έντονα από αυτή την πρότερη γνώση. Ο Μποβ δεν κάνει κάτι το εντυπωσιακό στο μάτι, ειδικά για τον σημερινό αναγνώστη, αυτή η διαπίστωση είναι, όπως φαντάζεστε, μάλλον φαινομενική και επιφανειακή. Η καταγωγή τού συγγραφέα είναι ρωσική, παρότι γεννήθηκε και έζησε στη Γαλλία, και αυτό είναι κάτι το οποίο περνάει και στην πρόζα του, στον τρόπο με τον οποίο κινεί τον αντιήρωα και αφηγητή του στην σκακιέρα της πεζής καθημερινότητας, γεμάτης από μικρογεγονότα ελάχιστης πρωτοτυπίας και επ' ουδενί συγκλονιστικών, με την ανία και τον ντετερμινισμό να κυριαρχούν, πετυχαίνοντας, ωστόσο, να αποδειχτεί ένας σπουδαίος, στυλίστας, παρότι χαμηλόφωνος, χωρίς ανάγκη για κενοφανή και πρόσκαιρο εντυπωσιασμό.

Και είναι αυτός ο τρόπος του Μποβ που ασκεί την απαραίτητη γοητεία στον αναγνώστη ώστε στιγμή να μη σκοντάψει στην κοινότοπη και αδιάφορη ιστορία του Αρμάν, να μη δυσφορήσει παρά με τον ίδιο τον Αρμάν και την απάθεια με την οποία πορεύεται, ένας εν αγνοία του πρόδρομος του υπαρξισμού, αναπόφευκτα διαμορφωμένος από τις μεσοπολεμικές συνθήκες, ένας ιδιότυπος ρεαλισμός χωρίς αγωνία υψηλών ιδεών και παθών. Εκείνο που, περισσότερο και από την πρόζα του Μποβ, με εξέπληξε ήταν η επιλογή του τίτλου. Εξηγούμαι: μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση που περιλαμβάνει και καθιστά διακριτή την απόσταση συγγραφέα και αφηγητή δεν έχει κάτι το αυτοδύναμα ενδιαφέρον, καθώς αποτελεί ένα συχνότατο λογοτεχνικό εύρημα. Η επιλογή όμως του συγγραφέα να δώσει στο μυθιστόρημά του για τίτλο το όνομα του αφηγητή αποτέλεσε μια ιδιαιτέρως λειτουργική επιλογή, καθώς επέτεινε το αίσθημα του κενού ανάμεσα στα δύο πρόσωπα, καθιστώντας τον Αρμάν ακόμα πιο εγωκεντρικό, τονίζοντας περαιτέρω την αντίφαση με τον απαθή χαρακτήρα του, που ελάχιστα κινητοποιείται από τα γεγονότα της ζωής, όντας ανά πάση στιγμή έτοιμος να βολευτεί στην πιο προσιτή ευκολία. Ο Αρμάν είναι ένας πολύ ιδιαίτερος χαρακτήρας παρά το ελάχιστο εμφανές βάθος του, ένας αντιήρωας στιγμές στιγμές εκνευριστικά αδιάφορος και ελάχιστα, ως καθόλου, λογοτεχνικός.

Δεν ξέρω με ποια εργαλεία θα μπορούσε κανείς να υπεραμυνθεί της αναγνωστικής αίσθησης πως το Αρμάν ανήκει στο σώμα της καλής λογοτεχνίας σε πείσμα των μάλλον αντιλογοτεχνικών, κατά κάποιο τρόπο, συστατικών του μυθιστορήματος· η εξειδικευμένη γνώση εκείνης της λογοτεχνικής εποχής αλλά και του κοινωνικοπολιτικού της περιβάλλοντος σίγουρα θα πρόσφερε κάποια πρώτα νήματα περιήγησης. Και είναι αυτή η άγνωστη γη που επέτεινε μέσα μου το έντονο αναγνωστικό συναίσθημα, η αδυναμία αιτιολόγησης και εντοπισμού μιας ευδιάκριτης σχέσης αιτίου αιτιατού. Ακόμα και μετά την ανάγνωση του πλουσιοπάροχου επίμετρου, που περιλαμβάνει σύγχρονες με το έργο κριτικές προσεγγίσεις, το ερώτημα παραμένει: τι ήταν εκείνο που ανάμεσα στις λέξεις και στα παρασκήνια της κατασκευής χάριζε αναγνωστική απόλαυση και έτρεφε την προσοχή και το ενδιαφέρον σε κάτι που –τελικά– φαινομενικά –και μόνο– έμοιαζε να είναι λογοτεχνικά απλό και ίσως παρωχημένο;

Εκτός από την απόλαυση που η καλή λογοτεχνία απλόχερα προσφέρει, αυτή η ανάγνωση συνοδεύτηκε και από μια διαρκώς παρούσα όχληση, πέρα από την προφανή που σχετίζεται με την απάθεια του Αρμάν, επίσης μάλλον αδύνατο να διευκρινιστεί και να αποκοπεί με χειρουργική ακρίβεια. Όχληση που στα μάτια μου δικαιολογεί και δικαιολογείται μόνο από την παράδοξη αίσθηση συγχρονίας, παρά τη χρονική απόσταση του τότε με το σήμερα, αφού ο Αρμάν και ο κόσμος του έχουν κάτι το –αν και αδιευκρίνιστο– οικείο, γεμάτο από απομάγευση και μη προφανή λογοτεχνικότητα, που, παρότι ισχυριζόμαστε πως είναι κάτι που το γνωρίζουμε καλά και το ζούμε καθημερινά στο πετσί μας, η ρεαλιστική αναφορά σε αυτό δεν παύει να μας ενεργοποιεί αμυντικά αντανακλαστικά άρνησης και απόρριψης, κρυμμένα καλά πίσω από μια δήθεν άτεγκτη λογοτεχνική αισθητική και θεωρία. 

Μια ιδιόμορφη και πολυεπίπεδη δήλωση ήττας και αποδοχής ενός κόσμου ελάχιστα λογοτεχνικού, αυτό νιώθω πως ήταν το μυθιστόρημα αυτό για μένα, με τον Μποβ απρόθυμο να ποτίσει το ξερό και άγονο έδαφος, να μακιγιάρει και να ρετουσάρει, να παραπλανήσει με όμορφα και ηρωικά λόγια και κατορθώματα τον εαυτό του και τον αναγνώστη. Η αναγνωστική επίγευση είχε κάτι από το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας.

υγ. Για το μυθιστόρημα του Σελίν περισσότερα εδώ, θυμήθηκα και τον Αρμάντ Β. του Νταγκ Σούλστα εδώ.

Μετάφραση Φοίβος Μπότσης
Εκδόσεις Καστανιώτη