Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Μελάνι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Μελάνι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2025

Αδειάζοντας το σπίτι των γονιών μου - Lydia Flem

Είναι ο τρόπος μου να αντιλαμβάνομαι, να γνωρίζω, να παίρνω τη θέση μου, να (με) μαθαίνω, η λογοτεχνία, η ανάγνωση, (και) γι' αυτό διαβάζω, έτσι έχω μάθει να διασχίζω τον κόσμο. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να σημειώσω γιατί θέλησα να διαβάσω το βιβλίο αυτό, όσα χρόνια και αν περάσουν θα το ξέρω καλά.

Ωστόσο, δεν γύρευα ένα εγχειρίδιο. Πρόσφατα διάβασα ένα βιβλίο, στο όριο της αυτοβιογραφίας και της αυτομυθοπλασίας, με θέμα τον γάμο και τον χωρισμό, επειδή διαβάζω για να κατανοήσω την ανθρώπινη εμπειρία και όχι για να διδαχτώ και να απομνημονεύσω, ευτυχώς τελείωσε η περίοδος σχολείο-σχολή, με ενόχλησε το σχόλιο μιας αναγνώστριας με υψηλές βλέψεις ως προς τη θέση της απέναντι στη λογοτεχνία, η οποία χωρίς να ασχοληθεί διόλου με το τεχνικό κομμάτι της κατασκευής, έμεινε απλώς στη σύγκριση της εμπειρίας τής συγγραφέως με τη δική της, έχω παντρευτεί και χωρίσει και ξέρω και δεν είναι έτσι όπως τα λέει εκείνη, είπε εν ολίγοις, άρα μάπα το καρπούζι, απεφάνθη. Και προφανώς καθένας μπορεί να έχει τη γνώμη του, αλλά και αντίστοιχα προφανώς καθένας μπορεί να εκφράζει την αντίρρησή του σ' αυτή κ.ο.κ. Αναφέρω αυτή την όχληση όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά για να θέσω (και για μένα τον ίδιο) ένα ελάχιστο πλαίσιο, ενοχλήθηκα ίσως γιατί θεωρούσα το πλαίσιο αυτό δεδομένο ή, μάλλον καλύτερα, ήθελα τέτοιο να το θεωρώ. Η ανάγνωση, η επαφή με την άλλη εμπειρία, σκέφτομαι, καταργεί τη μονοσημαντότητα του κόσμου τριγύρω, είναι μια από τις κύριες πολιτικές λειτουργίες της γραφής και επερχόμενα της ανάγνωσης.

Γυρίζοντας στο Αδειάζοντας το σπίτι των γονιών μου,  δεν γύρευα ένα εγχειρίδιο και πώς θα μπορούσα, αναρωτιέμαι, να γυρεύει κανείς κάτι τέτοιο, απέναντι σε ένα συναίσθημα καθηλωτικό, την απώλεια των γονιών του, και την παρεπόμενη διαχείριση των υλικών καταλοίπων, τόξο που εκτείνεται από την πλέον σφοδρή και αμείλικτη γραφειοκρατία μέχρι την απόφαση για ένα ζευγάρι πολυφορεμένα παπούτσια. Ακόμα και αν είχα κιόλας βιώσει την αναμέτρηση αυτή, πάλι η ανάγνωση δεν θα είχε κάποιου είδους συγκριτική φιλοδοξία, πώς το έκανε/βίωσε εκείνη, πώς εγώ, τι νόημα θα είχε μια τέτοια σύγκριση, γιατί να διάβαζα ένα βιβλίο εκκινώντας από αυτή την αφετηρία επιθυμίας, συνεχίζω να σκέφτομαι. Σκατά ξέρω και σκατά έμαθα, όταν θα συμβεί θα λυγίσω τα γόνατα, να αποκτήσω χαμηλότερο κέντρο βάρος μήπως μπορέσω να σηκωθώ ξανά, να μπω στο σπίτι, να φυλλομετρήσω χαρτιά, να ανοίξω μαύρες τρύπες από πλαστικό, να πάρω στα χέρια μου ζευγάρια παπούτσια.

Αν γύρευα απαντήσεις/οδηγίες, τότε δεν θα είχε αξία πώς διάβασα το βιβλίο, έτσι και αλλιώς δεν θα το παρατούσα, ακόμα και αν ήταν το πλέον κακογραμμένο, η απάντηση θα μπορούσε να είναι στην τελευταία σελίδα, έτσι διαβάζαμε για τις εξετάσεις στο σχολείο, βιβλία κακογραμμένα, εντούτοις έπρεπε να τα διασχίσουμε ώστε να φτάσουμε στην απέναντι ακτή της όποιας επιτυχίας. 

Σε αυτό το σύνορο αυτομυθοπλασίας-αυτοδοκιμίου βρίσκω συχνά αναγνωστική απόλαυση σε αντίστιξη ίσως με το περιεχόμενο που δένει κόμπο το στομάχι, ίσως γιατί ενεργοποιείται αβίαστα η ενσυναίσθηση, με έναν τρόπο κάπως διαφορετικής δυναμικής και κατεύθυνσης, αφού εδώ το διακύβευμα δεν είναι η κατανόηση του συναισθήματος, της συμπεριφοράς και των κινήτρων του άλλου, αλλά μέσω της εμπειρίας του άλλου η δοκιμασία με το δικό μας συναίσθημα, τη δική μας συμπεριφορά και τα δικά μας κίνητρα. Ο πόνος, άλλωστε, ανάμεσα σε άλλα δύσκολα συναισθήματα, έχει την ιδιότητα τη στιγμή του κατακλυσμού να επιχειρεί να επιβάλλει πως εγώ μόνο νιώθω έτσι, κανείς άλλος ποτέ και πουθενά, βάρος ασήκωτο. Την ίδια στιγμή λεκτικοποιούνται (και εδώ έγκειται η λογοτεχνική επιτυχία κατά τη γνώμη μου) πράγματα που δύσκολα γίνονται λέξεις, ενώ ταυτόχρονα η απαραίτητη, έστω και ελάχιστη, απόσταση που παίρνει το αφηγηματικό πρόσωπο από την εμπειρία του, αποδεικνύεται καθοριστική, αυτός ο χώρος, είπα μπορεί και ελάχιστος, που επιτρέπει στο στήθος να κινηθεί για να χωρέσει μια ακόμα απαραίτητη αναπνοή. Θέλω ίσως με όλα αυτά απλώς να πω πως δεν έχει σημασία τι θα κάνει η Φλεμ απέναντι σε ένα ζευγάρι παπούτσια, αλλά το γεγονός το ίδιο, πως θα βρεθεί απέναντι σε ένα ζευγάρι παπούτσια.

Συχνά γίνεται λόγος για την ιδιωτεία που ολοένα και περισσότερο καταλαμβάνει τη λογοτεχνία, την ανθρώπινη έκφραση, πως πια δεν υπάρχει η φιλοδοξία του οικουμενικού αλλά η κοντή ματιά του ατομικού. Δεν αμφισβητώ πως σε ένα βαθμό αυτό συμβαίνει. Ωστόσο, η γραφή, η έκφραση εν γένει, αποτελείται από ένα ζεύγος, πομπός και δέκτης, σιγά τη σοφία που ξεστόμισα θα πείτε με το δίκιο σας, μισό λεπτό ωστόσο, το λέω για να θυμίσω πως η ευθύνη επιμερίζεται ανάμεσα στα δύο μέρη, μια γραφή μπορεί σίγουρα να είναι έμπλεη ιδιωτείας, αλλά και μια ανάγνωση μπορεί να είναι επίσης τέτοια. Και αυτό καλό είναι να το έχουμε υπόψη μας. Γιατί, σκέφτομαι, είναι ζητούμενο της εποχής, να ξέρουμε καλύτερα από όλους, να ξέρουμε τα πάντα, να έχουμε άποψη και να την εκφράζουμε, εκεί, στο εγώ μας, αρχίζει και τελειώνει η περιβόητη ελευθερία λόγου, και το ζητούμενο αυτό είναι σαφέστατα πολιτικής χροιάς και σύστασης. Η αναγνωστική ευθύνη δεν πρέπει να υποτιμάται και να παραμερίζεται. Η ανθρώπινη εμπειρία από την αρχή του μύθου αποτελεί την κύρια καύσιμη ύλη της αφήγησης, ίσως μόνο πρόσφατα αυτό το έχουμε αναδείξει ως κάτι νέο και πρωτόγνωρο, ίσως γιατί πλέον όλα τα βλέπουμε εξόχως ατομικά και κυρίως, αυτό ναι, κυρίως συγκριτικά, ένας αδηφάγος συνεχόμενος αγώνας βαθμολόγησης του εαυτού, εγώ είμαι καλύτερος στα πάντα, σκατά είμαστε, το βάρος στους ώμους μας είναι ασήκωτο.

υγ. Διαβάζοντας και γράφοντας για το βιβλίο της Φλεμ είχα κατά νου το βιβλίο της Πιεδάδ Μπονέτ, Αυτό που δεν έχει όνομα, περισσότερα γι' αυτό εδώ.

Μετάφραση Ματίνα Μαυρονικόλα
Εκδόσεις Μελάνι

Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024

Ο χειραγωγός - Σταύρος Κρητιώτης

Η σοβαροφάνεια –και όχι η σοβαρότητα– με ενοχλεί, το παιγνιώδες –και όχι το παιχνιδιάρικο– με έλκει, ναι, και στη λογοτεχνία. Η περίπτωση του Σταύρου Κρητιώτη –και του πλήθους των ετερωνύμων του– είναι εξόχως ιδιαίτερη για τα ελληνικά δεδομένα. Πρόχειρα, μπορώ να ανακαλέσω τον πολυσχιδή Τζέημς Μήτσαμ, αλλά και τον Κωστή Μαλούτα στο πρώτο του βιβλίο, ως αντίστοιχες περιπτώσεις παιγνιώδους γραφής.

Όλα ξεκίνησαν με Το μηνολόγιο ενός απόντος, οχτώ χρόνια πριν, ένα από τα καλύτερα ελληνικά βιβλία που έχω απολαύσει, μια εκπληκτικής έμπνευσης και εκτέλεσης μεταμοντέρνα κατασκευή. Όταν, αργότερα, στο εσωτερικό των βιβλίων που κυκλοφόρησε ως Σταύρος Κρητιώτης, συμπεριέλαβε και την υπόλοιπη εκτενή βιβλιογραφία, τα κομμάτια μπήκαν σιγά σιγά στη θέση τους, αν και το κεντρικό ερώτημα παρέμεινε: ποιος είναι ο Σταύρος Κρητιώτης; Το καλοκαίρι που μας πέρασε κυκλοφόρησε Ο χειραγωγός, άργησα, αλλά το διάβασα, πώς αλλιώς;

Δεν είναι εύκολο να αναφερθεί κανείς στην πλοκή με τρόπο κατανοητό και ξεκάθαρο, δεν είναι γενικότερα εύκολο να μιλήσει κανείς για ένα βιβλίο όπως αυτό. Ας προσπαθήσω. Ο Καινός, που αρχικά ονομαζόταν Κενός, κατάφερε να πείσει τον Αγό, ηγέτη της Αυταρχίας που κυβερνά μια ανώνυμη χώρα που γειτονεύει με την Ιταλία, να τον χρίσει πρύτανη σε ένα περιφερειακό πανεπιστήμιο. Σύντομα, ο Καινός έθεσε ως στόχο την κατάληψη της εξουσίας, να πάρει τη θέση του ηγέτη. Για τον λόγο αυτό καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια· μεταξύ άλλων: χειραγώγηση, ελιγμοί και έλεγχος. Ωστόσο, συχνά, η πραγματικότητα αντιγράφει την τέχνη. Μια νεανική φιλοδοξία, η συγγραφή ενός μυθιστορήματος, το οποίο φρόντισε να αποστείλει σε όλους τους καταξιωμένους κριτικούς, προλόγιζε με ακρίβεια όσα έμελλε να συμβούν. Όταν θα βάλει αγγελία για να ανακτήσει και να καταστρέψει το σύνολο των αντιτύπων, ένας δημοσιογράφος θα θυμηθεί πως ο τίτλος του βιβλίου κάτι του θυμίζει, ψάχνοντας θα βρει το αδιάβαστο εκείνο αντίτυπο, διαβάζοντάς το, έκπληκτος, θα διαπιστώσει πως το μυθιστόρημα μιλούσε με ακρίβεια για γεγονότα σύγχρονα, ικανά να αναταράξουν τα νερά και να προκαλέσουν αλυσιδωτές πολιτικές αντιδράσεις. Η ύπαρξη ενός σωσία του Καινού θα πυροδοτήσει απρόσμενα την απόπειρά του να επιβιώσει.

Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα στη μεταμοντέρνα αυτή σύνθεση, στην οποία καμία σύμβαση δεν τηρείται, καμία αξιοπιστία δεν απαντάται. Ας παραθέσω, ωστόσο, και ένα απόσπασμα από το ίδιο το βιβλίο:

Το αυθιστόρημά μου, όπως και κάθε άλλο σπονδυλωτό μυθιστόρημα, θα υπονομεύει την αρραγή αφήγηση και θα επενδύει στην αποσπασματικότητα, την ασυνέχεια και τη σύζευξη ετερόκλητων νημάτων. Ο αναγνώστης θα καλείται να συνδυάσει και να συνδέσει τις διάσπαρτες ιστορίες, ώστε να νοηματοδοτήσει τη συνολική κατασκευή. Οι ιστορίες αυτές θα είναι ρεύματα· θα διανοίγουν χώρο για τον εαυτό τους μέσα στη θάλασσα των στοχασμών που απαρτίζουν το υπόλοιπο κείμενο. Θα γεννούν διαρκώς αψιμαχίες ανάμεσα στην ασυνέχεια και τη συνεκτικότητα, αφού κάθε αυτοτελής ιστορία θα παραμείνει μέρος ενός ευρύτερου συνόλου, μέσα στο οποίο αποκτά άλλη δομική υπόσταση.

Προχωρώ έχοντας –έστω αποπειραθεί να– ξεμπερδέψει με την πλοκή. Η μορφή, αναπόφευκτα, υποτάσσεται στη συγγραφική σύλληψη· σημειώσεις, απόπειρες, εγκιβωτισμός παραθεμάτων και εκτενής διακειμενικότητα, διαγραμμένα μέρη, εναλλαγή φωνών, κατασκευαστικές σημειώσεις και οδηγίες, δυσδιάκριτα όρια μυθοπλασίας και μυθοπλαστικής πραγματικότητας συνυπάρχουν, ακολουθούν και καθορίζουν την προώθηση της πλοκής. Ένας ευρύχωρος λαβύρινθος απλώνεται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη καθώς οι σελίδες γυρίζουν η μια μετά την άλλη, με το σήμα γεωγραφικού εντοπισμού να χάνεται συχνά και να οδηγεί σε επανυπολογισμό της πορείας με την παραίτηση και την παράδοση στο ρεύμα της πλοκής να κρίνεται μάλλον απαραίτητη. Τα ερωτήματα είναι πολλά, κάποια παραμένουν αναπάντητα ή ρητορικά, αυτό ίσως εκνευρίσει τον αναγνώστη εκείνο που γυρεύει και ικανοποιείται από τις απαντήσεις, αλλά θα ενθουσιάσει εκείνον που γοητεύεται από αυτά. Μια εγκεφαλική κατασκευή, εκ φύσεως, διαθέτει τέτοια χαρακτηριστικά. Εδώ, το παιγνιώδες επιβάλλεται του σοβαροφανούς.

Αυτό είναι ένα φιλόδοξο βιβλίο, ίσως το πλέον φιλόδοξο εγχείρημα του Κρητιώτη, που εδώ και χρόνια χαράζει το δικό του συγγραφικό μονοπάτι, ιδιαίτερο και απευθυνόμενο σε μια μάλλον μικρή μερίδα του αναγνωστικού κοινού. Δεν αποφεύγει τις δυσκολίες, τις εργαλειοποιεί, τις καθιστά βασικό συστατικό των βιβλίων του, οι αναγνώστες που τον ακολουθούν τις επιζητούν. Το συναίσθημα που περιλαμβάνει αυτή η εγκεφαλική κατασκευή είναι υπαρκτό και απόλυτα συνδεδεμένο με τη σύσταση των σκιωδών προσώπων του έργου. Διόλου αναπάντεχα μια από τις βασικές επιρροές στον Χειραγωγό είναι ο προφήτης Μακιαβέλι. Ο συγγραφέας περνά γενεές δεκατέσσερις την πανεπιστημιακή πραγματικότητα, την παρακμή στην οποία τσαλαβουτούν αναγκαστικά όσοι εμπλέκονται με αυτό, τον τρόπο με τον οποίο το κράτος επιχειρεί να το προσαρμόσει στις επιδιώξεις του, καθιστώντας το μέρος της νεοφιλελεύθερης πραγματικότητας, ως μια μονάδα παραγωγής κέρδους και ανάπτυξης. Το κομμάτι της πολιτικής δυστοπίας, αν και απαραίτητο για τη στατικότητα, δεν είναι ιδεολογικά σημαντικό, δεν αποτελεί το κέντρο αναφοράς της πλοκής. Θα ήταν ελλιπές και άτυχο να περιορίσει ειδολογικά κανείς το βιβλίο αυτό στην κατηγορία της πολιτικής δυστοπίας, ακόμα και σε μια μεταμοντέρνα εκδοχή αυτής, πιο ακριβής θα ήταν ο χαρακτηρισμός ως campus novel, με τον τρόπο τού Κρητιώτη πάντα.

Το βιβλίο, θεωρώ, πρέπει να κριθεί με βάση τη φιλοδοξία του, το πού έθεσε τον πήχη ο Κρητιώτης, και να επαινεθεί ασχέτως αν δεν τον ξεπέρασε ξεκάθαρα τον πήχη αυτό. Το αποκαλώ φιλόδοξο ακριβώς γιατί επιχειρεί να συγκεράσει δύο μάλλον ετερόκλητα στοιχεία, εκείνα της απορίας και της απόλαυσης, μένοντας αυστηρά πιστός στις αρχές του, χωρίς να επιχειρεί να νερώσει το διάλυμα, να το κάνει πιο εύπεπτο, λιγότερο ενοχλητικό. Ο αναγνώστης δεν αφήνεται να χαλαρώσει, διαρκώς γυρεύει σημάδια και απαντήσεις σε μια απόπειρα να χαρτογραφήσει με ευκρίνεια το μονοπάτι που ακολουθεί, ταυτόχρονα όμως, αυτό είναι και αναπόσπαστο μέρος της αναγνωστικής απόλαυσης, η εγρήγορση και η ικανοποίηση όταν κάποια νήματα συναντώνται και ενώνονται, έστω και για μια στιγμή, έστω και αν χωριστούν την επόμενη και το κενό επανέλθει ακόμα πιο σκοτεινό.

Το ερώτημα που κατά τη γνώμη μου οφείλει να απαντηθεί είναι αν όλα αυτά τα λογοτεχνικά τερτίπια και καμώματα εξυπηρετούν τον σκοπό τους ή αν απλώς αποτελούν μια απόπειρα συγγραφικής αυτοϊκανοποίησης. Και εδώ η απάντηση είναι ξεκάθαρη: τα τερτίπια και τα καμώματα καθίστανται λειτουργικά και απαραίτητα για τη σύνθεση αυτή, το προγραμματικό παιγνιώδες εκπληρώνεται, μαζί με αυτό και οι αναγνωστικές –μου– προσδοκίες, για ακόμα μια φορά.

υγ. Για τα προηγούμενα έργα του Κρητιώτη: Το μηνολόγιο ενός απόντος (εδώ), Δολοφόνος ο κύριος Ροΐδης (εδώ), Η κατασκευή μιας υστεροφημίας (εδώ), ως Αρίστη Προυσσιώτη Το θρόισμα των εκδοχών (εδώ). Για τα βιβλία του Τζέημς Μήτσαμ: Πολπόταμος (εδώ), Καραντίνα στο Νησί του Διαβόλου (εδώ), Ο Kενοειδής (εδώ). Για το πρωτόλειο του Μαλούτα Μια φορά (και ίσως και άλλη μια (εδώ).

Εκδόσεις Μελάνι

Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2023

Μόντοκ - Max Frisch

Υπάρχει μια λίστα, μια από τις πολλές λίστες μου, που περιλαμβάνει βιβλία στα οποία σκοπεύω να επιστρέψω, σαν να μην έφταναν, θαρρείς, εκείνα που θέλω να διαβάσω και κατά πάσα πιθανότητα (θαυμάστε το θράσος μου) δεν θα προλάβω. Μοιάζει λίγο με τα μέρη εκείνα που λαχταρά κανείς να επισκεφτεί ξανά, τι και αν ξέρει πως ποτέ δεν θα μπορέσει να βρεθεί εκεί για πρώτη φορά. Από εκεί πηγάζει η ζήλια προς εκείνους που θα διαβάσουν ένα σπουδαίο βιβλίο χωρίς να μπορούν καν να φανταστούν τι τους περιμένει ανάμεσα στις σελίδες. Τι τύχη, σκέφτομαι και συχνά λέω. Εν πολλοίς, η παραπάνω λίστα ταυτίζεται με εκείνη τη συνεχώς μεταβλητή των αγαπημένων μου βιβλίων. Σταθερή θέση εκεί κατέχει το Homo Faber του Μαξ Φρις, που διάβασα πρώτη φορά ύστερα από ένθερμη υπόδειξη της Α. στο υπόγειο βιβλιοπωλείο αργά ένα καλοκαιρινό μεσημέρι, παρότι, χωρίς να γνωρίζω τίποτα για τον συγγραφέα και το βιβλίο, εξέφρασα πλείστες επιφυλάξεις, ενδεικτικές του (τότε) χαρακτήρα μου και της άγουρης σχέσης μου με την ανάγνωση. Ευτυχώς εκείνη επέμεινε, τρεις μέρες μετά πήρε το αεροπλάνο της επιστροφής. Σύντομα, όπως εύκολα μπορεί κανείς να φανταστεί, διάβασα όλα τα βιβλία τού Φρις που κυκλοφορούσαν στα ελληνικά, ύστερα ακολούθησαν ο Χάντκε και η Μπάχμαν.

Αυτή ήταν μια επιστροφή αναπάντεχη, μια επιστροφή για την οποία ευθύνεται η γεννημένη το 1985 στην Ελβετία Ντοροτέε Έλμιγκερ και το βιβλίο της Από το εργοστάσιο της ζάχαρης (μτφρ. Γιάννης Καλιφατίδης, εκδόσεις Loggia). Το Μόντοκ ήταν διαρκώς παρόν στο κατακερματισμένο αυτό αφηγηματικό σύμπαν. Το νήμα έστεκε εκεί με έναν τρόπο προκλητικό ζητώντας μια αναμέτρηση με το παρελθόν. Η αναγνωστική επιστροφή είναι ένα ταξίδι τριπλό, όπως κάθε ταξίδι (προσδοκίες και σχέδια, εμπειρία, ανάμνηση), όμως, αντί για προσδοκίες προκαταβάλει τις αναμνήσεις, αρώματα του παρελθόντος, σου θυμίζει ποιος ήσουν τότε, ποιος ήθελες να γίνεις, τι μεσολάβησε εν τω μεταξύ. Ύστερα φέρνει στην επιφάνεια εκείνα που η μνήμη αδυνάτισε να συγκρατήσει, ποδοπατά όσα εκείνη αυθαίρετα έχτισε, επαναπροσδιορίζει τη σχέση σου με τον τότε εαυτό, αλλά και με το ίδιο το βιβλίο, σου προσφέρει ένα μέρος της (αναγνωστικής) εξέλιξης. Αργότερα θα ακολουθήσει η εκ νέου ενσωμάτωση στο παρελθόν, μέχρι την επόμενη επιστροφή.

(Για την ελληνική έκδοση προτιμήθηκε η παρουσία του πρωτότυπου τίτλου εντός παρενθέσεως, με την επεξήγηση να προηγείται: Μακρύ Σαββατοκύριακο στο Λονγκ Άιλαντ· απόφαση που στηρίχτηκε στην υποψία περί άγνοιας του ελληνικού κοινού για το αμερικανικό αυτό τοπωνύμιο. Το αφήνω εδώ χωρίς περαιτέρω σχολιασμό).

ΜΟΝΤΟΚ

Ινδιάνικο όνομα· προσδιορίζει το βορειοανατολικό άκρο του Λονγκ Άιλαντ, σε απόσταση εκατόν δέκα μιλίων από το Μανχάταν. Να και η ημερομηνία:

11.5.1974

Η αναγνωστική ανάμνηση περιελάμβανε μια έντονα συναισθηματική πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός σαββατοκύριακου δύο εραστών στο Λονγκ Άιλαντ, δύο εραστών που γνωρίστηκαν κατά την παρουσία του Φρις στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, ένα επεισόδιο αυτοβιογραφικό, μια ημερολογιακής υφής καταγραφή εκ των υστέρων. Εκείνο το σαββατοκύριακο θα αποτελούσε το κύκνειο άσμα της σχέσης τους και η γνώση αυτή έριχνε διαρκώς τη σκιά της στην έρημη παραλία. Χρόνια μετά, όταν είδα ξανά την Αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού, αναγνώρισα την παραλία αυτή στην καρδιά του χειμώνα κρυμμένη καλά στον λαβύρινθο του μυαλού δύο άλλων εραστών.

Η ανάμνηση ήταν εν μέρει ακριβής. Η έντονα συναισθηματική πρωτοπρόσωπη αφήγηση ήταν εκεί, εναλλασσόταν όμως με μια πιο αποστασιοποιημένη τριτοπρόσωπη. Σε μια εποχή, όπως η σημερινή, που ακόμα μια λογοτεχνική υποκατηγορία, εκείνη της αυτομυθοπλασίας, έχει προστεθεί, το αφήγημα αυτό ευωδιάζει φρεσκάδα, τι και αν γράφτηκε μισό αιώνα πριν. Ακόμα μια απόδειξη πως οι ετικέτες φτάνουν με καθυστέρηση και συχνά χωρίς ιδιαίτερο νόημα. Σύντομα αποδείχτηκε πως η τριτοπρόσωπη αφήγηση, με την αντίστιξη μιας γραφής εγκεφαλικής μα ταυτοχρόνως ένθερμης, περνούσε σχεδόν απαρατήρητη, εκμεταλλευόμενη ακόμα και την πιο ισχνή χαραμάδα ώστε να ενσταλάξει το συναίσθημα μιας ερωτικής ιστορίας που ανήκει αμετάκλητα στο παρελθόν, ιστορία που εξ ανάγκης συμπυκνώθηκε για να χωρέσει σε μια ελάχιστη στιγμή. Καθόλου εντύπωση δεν μου προκάλεσε πως η ανάμνηση είχε να κάνει με μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, δεν ήταν, άλλωστε, η πρώτη φορά που κάτι τέτοιο μου συνέβη, που ένα εγώ προηγείτο μιας (ερωτικής) ιστορίας.

Αδυνατώ να θυμηθώ αν τότε μου είχε κάνει εντύπωση πως από τις γραμμές αυτές έλειπε παντελώς η ευθεία απεύθυνση σε εκείνη, πως οι σελίδες αυτές έμοιαζαν με εργόχειρο φτιαγμένο για να φυλαχτεί στο μπαούλο της μνήμης, με κάθε δυνατή προστασία από την αναπόφευκτη λήθη, που κατά βούληση αφαιρεί και προσθέτει, φέρνοντας τα πάντα στα μέτρα της αντοχής μας. Θυμάμαι, ωστόσο, να εντυπωσιάζομαι από το φειδωλό συναίσθημα, από την απόσταση που ο αφηγητής, ακόμα και σε πρώτο πρόσωπο, έπαιρνε, σε μια απόπειρα να αφαιρέσει το υποκειμενικό, να μην υποταχθεί στην ωραιοποίηση, στη συναισθηματικοποίηση που θα έκανε την ιστορία αυτή να γλιστρήσει σαν άμμος μέσα από την, καίτοι σφιχτά κλεισμένη, παλάμη, ένας γραφιάς, όπως αυτός, έχει επίγνωση των κινδύνων. Με ενόχλησαν ωστόσο οι παρεμβάσεις στο μεταφρασμένο κείμενο, οι επεξηγηματικές αγκύλες που διευκρίνιζαν και κατατόπιζαν, που αφαιρούσαν από το κείμενο προσθέτοντας, αλλοιώνοντας. Ας κατέβαζαν υποσημειώσεις, τοποθετημένες ιδανικά στο τέλος του βιβλίου, ας έβαζαν και τον τίτλο που διάλεξαν σε παρένθεση.

Ένιωσα ξανά το συναίσθημα της ανάγνωσης ενός βιβλίου του Φρις, το παγωμένο ηφαίστειο που, ανά πάσα στιγμή και χωρίς προειδοποίηση, είναι έτοιμο να εκραγεί, ο τρόπος με τον οποίο ένα ορθολογικό μυαλό αντιμετωπίζει την ύπαρξη, που αποφεύγει να αναζητήσει αιτιοκρατικές σχέσεις, υποταγμένο και κρυφά ευγνώμων στην τυχαιότητα και την αδυναμία εξήγησης.

Παρελκόμενο της ανάγνωσης του Homo Faber: ποτέ ξανά η διαδρομή Κόρινθος Αθήνα δεν είναι όπως συνήθιζε να είναι πριν.

Και αν το νήμα για τη Μπάχμαν ήταν μέρος της βιογραφίας του Φρις, εκείνο για τον Χάντκε ήταν ενδοκειμενικό. Με τα χρόνια είχα ξεχάσει διαβάζοντας ποιο βιβλίο του εντόπισα την αναφορά στην Αμέριμνη δυστυχία, ήταν εδώ, στη σελίδα 156, «Δεν λέω τίποτα· καμιά επίπληξη όταν παίρνει λάθος δρόμο: ORLY αντί για ORLEANS, δεν έγινε και καμιά καταστροφή, παράκαμψη μιας ώρας, μόνο που δεν φταίω εγώ γι' αυτό· αυτό την κάνει νευρική. Είμαι αποκαρδιωτικός, το ξέρω· κοιτάζω το τοπίο και δεν χρειάζεται να κατηγορήσω κανέναν· μιλάω (παραδείγματος χάριν) για τον Πέτερ Χάντκε, για το βιβλίο του ΑΜΕΡΙΜΝΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ, που μου έχει κάνει εντύπωση». Κάπως έτσι εγκατέλειψα πρόωρα εκείνο το καφέ που πια δεν υπάρχει για να κατεβώ τα σκαλιά του βιβλιοπωλείου, εξαντλημένο από τον εκδότη, απογοήτευση, διάλεξα ένα άλλο δικό του, Σύντομο γράμμα για ένα μεγάλο αποχαιρετισμό, το οποίο τελικά, παιχνίδια της τύχης, συνομιλούσε με το Μόντοκ, εγκαταλείποντας την ανατολική ακτή για την αμερικανική ενδοχώρα, η αφήγηση μιας αναζήτησης, το κυνήγι μιας τελευταίας ίσως ευκαιρίας για να μην καταρρεύσουν όλα.

Ο δρόμος της επιστροφής στο παρελθόν άνοιξε για τα καλά.

υγ. Για το Homo Faber περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Από το εργοστάσιο της ζάχαρης εδώ.

Μετάφραση Σώτη Τριανταφύλλου
Εκδόσεις Μελάνι

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2022

Δε λες κουβέντα - Μάκης Μαλαφέκας

Η Κ. ήταν εκείνη που μου μίλησε με ενθουσιασμό για τον Μαλαφέκα. Στην επόμενη βόλτα στο βιβλιοπωλείο αναζήτησα τα βιβλία του. Διάλεξα τη Μεσακτή· αναμενόμενο, ήταν η εποχή της Σάμου, του Νήσος Μύκονος. Μου άρεσε το βιβλίο αυτό· ένα καλό παλπ μυθιστόρημα με στακάτο ρυθμό και αρκετή δόση συγχρονίας, πειστική αποτύπωση της συνθήκης καλοκαίρι στην Ικαρία και έναν ιδιόρυθμα συμπαθή πρωτοπρόσωπο αφηγητή, αρκούντως αντιηρωικό και αντιφατικό, τον Μιχάλη Κρόκο. Το Δε λες κουβέντα μπήκε πάραυτα στα προσεχώς· όμως, παρότι η Κ. φρόντισε εγκαίρως να μου δανείσει το βιβλίο ώστε να μην έχω ικανές δικαιολογίες, χρειάστηκα την αφορμή μιας λέσχης ανάγνωσης παρουσία του συγγραφέα. Είναι και οι συγκυρίες στο πρόγραμμα, ο Κρόκος θα συμφωνούσε.

Η συγκυρία για τον, από χρόνια μετανάστη στη Γαλλία, Μιχάλη Κρόκο δεν έμοιαζε η κατάλληλη. Στο αεροπλάνο άπαντες και σε διάφορες γλώσσες μιλούσαν για τέχνη, κατευθυνόμενοι στην Αθήνα που το καλοκαίρι του '17 φιλοξενούσε ένα μέρος της διάσημης έκθεσης μοντέρνας τέχνης Ντοκουμέντα, την εκδοχή νούμερο 14, για την ακρίβεια, που για πρώτη φορά θα εγκατέλειπε τη θαλπωρή της γερμανικής κωμόπολης Κάσελ. Ο Κρόκος ερχόταν από το Παρίσι στην Αθήνα· είχε μόλις κυκλοφορήσει το βιβλίο του με θέμα τον Κολτρέιν και επιθυμούσε μια παρουσίαση. Δεν είχε ιδιαίτερες απαιτήσεις: μια απλή παρουσίαση, λίγοι φίλοι, αρκετό άγχος, μπόλικη ματαιοδοξία, ισχνές πωλήσεις και τελική καταφυγή σε κάποια κοντινή μπάρα. Ωστόσο: Αθήνα, καλοκαίρι, Ντοκουμέντα· υπερκαύσωνας, υπερτουρισμός, υπερμοντέρνα τέχνη. Όπως και να το δει κανείς, δύσκολος συνδυασμός, απάλευτος. Αν σε όλα αυτά προσθέσει κανείς και την ικανότητα του Κρόκου να μπλέκει σε παράλογες καταστάσεις, πιθανώς θανατηφόρος.

Δεν έχουν περάσει παρά λίγες ώρες που ο Κρόκος πατάει έδαφος αθηναϊκό, τα μηνίγγια του ακόμα του υπενθυμίζουν την πτήση. Τσεκάρει πως το σπίτι στην Ασκληπιού είναι στη θέση του όρθιο, αντίθετα με το αμάξι που είναι έγκλειστο σε κάποιο συνεργείο της Ριανκούρ, βάζει ένα ποτό, βάζει ένα δεύτερο, στη μία κλείνει την πόρτα πίσω του και κατεβαίνει για ένα ακόμα στον Ένοικο. Κάπου εδώ εμφανίζεται μια μοιραία γυναίκα. Η Κρις. Χριστίνα Δεληγιάννη. Το απόλυτο παιδί. Λίγο γραφίστρια, λίγο δημοσιογράφος. Υπερ-χίσπτερ και σ' ένα διαρκές τριπ. Πανέμορφα γοητευτική. Κάθεται στη μπάρα με τη Μέτε που δουλεύει για την έκθεση. Είναι και ένας τύπος που φαινομενικά πίνει μόνος του, στενός κορσές παρότι με την πλάτη γυρισμένη, είδος που ευδοκιμεί σε μέρη όπως αυτό χωρίς να εγείρει περαιτέρω υποψίες πέρα από την κατηγορία πιθανός πέφτουλας. Η Μέτε γρήγορα θα χαιρετήσει και θα φύγει. Λίγα ποτά μετά, η Κρις θα του πει για ένα πάρτι στην Ύδρα, για την αφρόκρεμα της καλλιτεχνικής διεθνούς, για μια κατάσταση εκτός ελέγχου, για έναν πίνακα που έκλεψε φεύγοντας· εκείνος μπορεί να τη βοηθήσει, ισχυρίζεται, του χαμογελά γλυκά. Κάπως έτσι ξεκινούν όλα. Ο Κρόκος, που απλά ήθελε να κανονίσει με τον εκδότη του μια παρουσίαση για το βιβλίο του, βρίσκεται μπλεγμένος σε μια ιστορία σκοτεινή.

Αντίθετα, για το άλτερ έγκο του Μιχάλη Κρόκου, τον Μάκη Μαλαφέκα, η συγκυρία έμοιαζε να είναι ιδανική: Αθήνα, καλοκαίρι, Ντοκουμέντα· υπερκαύσωνας, υπερτουρισμός, υπερμοντέρνα τέχνη· ιδού πεδίο δόξης λαμπρό. Όλα τα συστατικά ήταν εκεί, το μαγείρεμα έμενε, το κατάλληλο μπλέντερ, η παράδοξη σύνθεση απιθανοτήτων. Για το Δε λες κουβέντα αρκεί κανείς να πει: Αθήνα, καλοκαίρι, Ντοκουμέντα· και να: οι προσδοκίες γεννιούνται, οι ορίζοντες σκιαγραφούνται με ευκρίνεια λεπτομερή. Προφανώς και το αποτέλεσμα θα μπορούσε χαλαρά να είναι κακό, πολύ κακό και ακόμα παραπέρα. Αλλά δεν είναι. Ίσως γιατί ο Μαλαφέκας διαθέτει μια ζηλευτή οξυδέρκεια στην παρατήρηση. Αυτό μοιάζει να είναι το βασικό συγγραφικό ατού του, τουλάχιστον στα χωράφια της παλπ λογοτεχνίας. Το γεγονός δε πως μπορεί να επισκέπτεται την Αθήνα με τη διπλή ταυτότητα του Αθηναίου τουρίστα του επιτρέπει να παρατηρεί μικροπράγματα που η καθημερινότητα χωνεύει και απαλύνει.

Η Αθήνα, η άσχημα όμορφη μητρόπολη που μας αναλογεί, δεν έχει πρωταγωνιστήσει όσο της πρέπει λογοτεχνικά. Μιλώ για την Αθήνα και όχι για μια ρεπλίκα αυτής στο φαντασιακό του εκάστοτε επίδοξου συγγραφέα/φλανέρ. Στο Δε λες κουβέντα, η Αθήνα κρατά τον πρώτο ρόλο, τα πολύπαθα Εξάρχεια κυρίως, αλλά και το εξωτικό Πολύγωνο και η κακόφημη οδός Φυλής. Και ο Μαλαφέκας το κάνει αυτό χωρίς να πουλά εξωτισμό, η Αθήνα είναι απλά η πόλη στην οποία λαμβάνει χώρα η περιπέτεια του Κρόκου, το πλαίσιο εντός του οποίου συμβαίνει η Ντοκουμέντα. Γιατί είναι η Αθήνα που επιτρέπει την ετερόκλητη αυτή συνύπαρξη προσώπων και καταστάσεων και προσφέρει έδαφος γόνιμο στη συγγραφική φαντασία. Όμως, χωρίς τον Κρόκο, τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε πολλή σημασία. Αυτός είναι το πραγματικό συγγραφικό επίτευγμα του Μαλαφέκα, έτσι όπως ισορροπεί οριακά, γαμάτος αλλά και λίγο μαλάκας, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, διαθέτοντας μια ικανοποιητική εικόνα εαυτού, μην πασχίζοντας να επιδείξει γαματοσύνη, πόσο μάλλον άμεμπτη ηθική.

Η πλοκή στις ιστορίες του Κρόκου είναι με τον τρόπο της δευτερεύουσα. Καλοστημένη και λειτουργική, με ευρήματα και ανατροπές, αλλά όχι ευαγγέλιο ιερό, όχι στοιχείο εντυπωσιασμού. Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες είναι πειστικοί και όσο πρέπει στερεοτυπικοί. Εγώ τη Ματίνα αγάπησα περισσότερο απ' όλους, να ξέρετε. Η στερεοτυπία είναι μια αναγκαία συνθήκη στην παλπ, με ροπή προς το νουάρ, λογοτεχνία. Έτσι και εδώ έχουμε έναν παράδοξα συμπαθή αντιήρωα, μια μοιραία γυναίκα, κάποιους κακούς, μια εξιχνίαση, συμφέροντα και θεωρίες συνωμοσίας, μια πόλη σκοτεινή και καυτή· έχουμε επίσης διάχυτο κοινωνικοπολιτικό σχόλιο, μαύρο χιούμορ, κορυφώσεις στην αγωνία. Και όμως, οι συμβάσεις αυτές, εκτός από αναμενόμενες, είναι και ειδολογικά αναγκαίες. Ο Μαλαφέκας το είδος το ξέρει αρκετά καλά και το υπηρετεί με συνέπεια. Αυτό από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό ωστόσο. Μια ακόμη σύμβαση του είδους είναι η υποχρεωτική έλλειψη σεβασμού προς αυτό, που θα δώσει τον απαραίτητο χώρο για το προσωπικό στίγμα. Και ο Μαλαφέκας προσωπικό στίγμα διαθέτει άφθονο.

Το Δε λες κουβέντα μου πρόσφερε αναγνωστικά περισσότερα απ' όσα ανέμενα, παρότι πίστευα, έχοντας διαβάσει τη Μεσακτή, πως ήξερα ακριβώς τι να περιμένω. Τώρα, αναμονή μέχρι το επόμενο μπλέξιμο του Κρόκου.

υγ. Τη Ντοκουμέντα του Κάσελ, την εκδοχή νούμερο 13, γλέντησε ο λατρεμένος Ενρίκε Βίλα Μάτας Στο Κάσελ δεν υπάρχει λογική, για το οποίο περισσότερα θα βρείτε εδώ. Περισσότερα για τη Μεσακτή θα βρείτε εδώ.

υγ2. Το βιβλίο τώρα, μετά από μια αρμένικη βίζιτα στη βιβλιοθήκη μου, θα επιστραφεί στη νόμιμη κάτοχο με αφιέρωση του συγγραφέα. Να δανείζετε!

Εκδόσεις Μελάνι

Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2021

Μεσακτή - Μάκης Μαλαφέκας

Το καλοκαίρι είχε τελειώσει, είχε περάσει ο χειμώνας, και τώρα ήταν και πάλι καλοκαίρι.

Ο Μιχάλης Κρόκος, πρωτοπρόσωπος αφηγητής της ιστορίας αυτής, δεν είναι ακόμα σίγουρος γιατί άφησε το Παρίσι για να επιστρέψει στην Αθήνα. Μένει στην Ασκληπιού και είναι αυτόπτης μάρτυρας της μετάλλαξης της γειτονιάς των Εξαρχείων. Έχει φτάσει καλοκαίρι, η ζέστη είναι αφόρητη και μόνο η προοπτική ενός νησιού κάνει τη συνθήκη παλέψιμη ‒το διαχειρίσιμη δεν αρκεί. Η Σχοινούσα, εκεί που θα έβρισκε τον Άγγελο, σβήνει από τον ορίζοντα σαν όαση στο μέσον της ερήμου. Ταυτόχρονα, θεωρώντας δεδομένη την ηρωική έξοδο από το κλεινόν άστυ, έχει νοικιάσει το σπίτι του στο Airbnb. Η προοπτική της παραμονής στην Αθήνα και της διανυκτέρευσης στο αμάξι μοιάζει με μονόδρομο. Δεν το βάζει κάτω και κατευθύνεται στα γραφεία του εκδότη του για να συζητήσουν σχετικά με το ενδεχόμενο έκδοσης του παλπ μυθιστορήματος που έγραψε με αφορμή την αθηναϊκή Ντοκουμέντα. Η γραμματέας τον ενημερώνει πως δεν είναι εκεί. Περιφέρεται σε μια Πλάκα γεμάτη τουρίστες και κάθεται να πιει μια παγωμένη μπύρα, να ανασυγκροτήσει τα όσα συνέβησαν τις τελευταίες ώρες. Εκεί, συναντά έναν φίλο από τα χρόνια του Παρισιού, εκδότη μιας free press, τον Βαλάντη Καρατζάκο, που στο άκουσμα της κατάστασής του του προτείνει να περάσει κάποιες μέρες στη βίλα του στη Μεσακτή Ικαρίας, που μια ακύρωση της τελευταίας στιγμής την καθιστά διαθέσιμη, και ως αντάλλαγμα, συμφωνούν, ο Κρόκος να γράψει μια καλοκαιρινή ιστορία σε συνέχειες με συστατικά παραλίες, μπιτσόμπαρα, γκομενάκια και σέρφερ. Κάπως έτσι ο Κρόκος θα βρεθεί στην Ικαρία, απ' όπου έχει μια μακρινή καταγωγή.

Ο Μάκης Μαλαφέκας, γνώριμος στους φαν του ελληνόφωνου νουάρ/παλπ, επιστρέφει, με ήρωα τον Μιχάλη Κρόκο, που λειτουργεί ως άλτερ έγκο του συγγραφέα, να ρίχνεται σε νέες περιπέτειες, καθώς, λίγο μετά την άφιξή του στο νησί, τα πράγματα παίρνουν μια παράξενη τροπή. Ο συγγραφέας επιλέγει ως σκηνικό δράσης το ικαριώτικο καλοκαίρι, έναν από τους πλέον κοινωνιολογικά και ανθρωπολογικά ενδιαφέροντες συνδυασμούς, εξαιτίας του ετερόκλητου πλήθους που συνωστίζεται για να απολαύσει την εμπειρία αυτή, που με τόσο μύθο είναι πασπαλισμένη, πλήθος που αποτελείται μεταξύ άλλων φυλών από γκρούβαλους, φασαίους και ντόπιους, λάτρεις της μακροζωίας και της γιόγκα, ελευθεροκαμπίτες και φραγκάτους, σέρφερ και πανηγυρτζήδες. Ο τόπος στο μυθιστόρημα κατέχει πρωταγωνιστικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί, σε καμία περίπτωση, μια τυχαία επιλογή. Χωρίς την Ικαρία θα είχαμε να κάνουμε με ένα διαφορετικό μυθιστόρημα. Ο Μαλαφέκας δείχνει να γνωρίζει καλά την ικαριώτικη πραγματικότητα, από τον  πανζουρλισμό στο λιμάνι του Ευδήλου κατά την άφιξη του Νήσος Μύκονος, μέχρι την ποιότητα του κρασιού στα πανηγύρια και την πολεμική γύρω από την ονομασία της τοπικής μπύρας, και αυτό σίγουρα αποτελεί ένα από τα δυνατά χαρτιά του μυθιστορήματος, ενώ η αφιέρωση του βιβλίου «στους μόνιμους κατοίκους Ικαρίας» χρήζει ποικίλων ερμηνειών.

Ο Κρόκος είναι ένας γνώριμος ήρωας, ή μάλλον αντιήρωας, που συναντάται κατά κόρον στην νουάρ/παλπ λογοτεχνία. Διακρίνεται κυρίως για τον αυτοσαρκασμό του και την ικανότητά του να μπλέκει σε παράξενες καταστάσεις, λειτουργώντας ως μαγνήτης, με ροπή στο αλκοόλ και τη λογοτεχνία. Παρότι διαθέτει αρκετά ενοχλητικά χαρακτηριστικά, καταφέρνει με την ιδιότυπη αυθεντικότητά του να γίνει εν τέλει συμπαθής στον αναγνώστη, γεγονός που συμβάλλει, μαζί με την πλοκή, στη δημιουργία αναγνωστικού ενδιαφέροντος. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες είναι προσχηματικοί και αναμενόμενα κλισέ· μοιραίες γυναίκες, ανυπόληπτοι εκδότες, αφερέγγυοι φίλοι και μπρατσωμένοι κακοί, έρχονται να συναντηθούν με την εποχική πανίδα του νησιού. Η πλοκή ακολουθεί ένα γνώριμο μοτίβο και δεν εκπλήσσει, διαθέτοντας το στοιχείο της υπερβολής και της ταχύτητας. Τα διάφορα μικροευρήματα λειτουργούν ικανοποιητικά, τα στερεοτυπικά χαρακτηριστικά επίσης. Η ιστορία, μέσα στην ιστορία, που ο Κρόκος επιδιώκει να γράψει, πετυχαίνει να δημιουργήσει ένα άκρως ενδιαφέρον παιχνίδισμα, λειτουργώντας ως αντανάκλαση της κεντρικής ιστορίας και, ως ένα βαθμό, υπονομεύοντάς την. Η πρόζα του Μαλαφέκα διακρίνεται για το νεύρο, τη ροή και την αμεσότητά της, την αίσθηση του χιούμορ και την αρμονική ένταξη των διαλογικών μερών. Δεν είναι απλό ένα βιβλίο να είναι ευκολοδιάβαστο, οι σελίδες του να γυρίζουν από δάκτυλα ανυπόμονα, είναι κάτι που απαιτεί μια ξεχωριστή συγγραφική ικανότητα και η Μεσακτή αποτελεί ένα τέτοιο βιβλίο. Ο Μαλαφέκας γνωρίζει καλά το είδος που υπηρετεί, υπακούει στους κανόνες και ανταποκρίνεται με επιτυχία στις απαιτήσεις.

Σε κάθε βιβλίο είναι σημαντικό να αναζητά και να εντοπίζει κανείς τις επιδιώξεις του συγγραφέα. Κάνοντας αυτό, και μετά το εντελώς υποκειμενικό μου άρεσε/δεν μου άρεσε, ο αναγνώστης μπορεί να προχωρήσει σε μια πιο αντικειμενική προσέγγιση και αξιολόγηση. Γιατί, μισό να ζωγραφίσω το σύννεφο από το οποίο κάποιοι θα πέσουν, ένα βιβλίο, ένα έργο τέχνης εν γένει, μπορεί να αξίζει ακόμα και αν σε εμάς προσωπικά, για τους δικούς μας λόγους, δεν άρεσε. Άλλωστε, δεν πρέπει να απαλλάσσεται ο αναγνώστης από τη δική του ευθύνη, που εν πολλοίς εμπεριέχεται στην απάντηση του γιατί επέλεξε να διαβάσει το τάδε ή το δείνα βιβλίο. Ο Μαλαφέκας στη Μεσακτή τα καταφέρνει περίφημα. Αν κάποιος γυρεύει ένα καλό παλπ μυθιστόρημα, με στακάτο ρυθμό και αβίαστη ροή, με το οποίο επιπρόσθετα να μπορεί να συνδεθεί ως προς τα συστατικά που το αποτελούν, τον τόπο και τους ανθρώπους, τις αναφορές και τις λεπτές αποχρώσεις σχολιασμού της οικείας πραγματικότητας, τότε η Μεσακτή είναι μια άριστη επιλογή.

Εκδόσεις Μελάνι

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2020

Το μέλος φάντασμα - Μαρία Γιαγιάννου


Μέλος φάντασμα ονομάζεται το μέλος εκείνο του σώματος που λείπει κι όμως ενοχλεί σαν να βρίσκεται στη θέση του. Κάποιο ατύχημα ή μια γονιδιακή ανωμαλία αποτελούν τις συχνότερες αιτίες. Ο ακρωτηριασμός δεν εξαντλείται στη σωματική του εκδοχή, ο (αυτο-)ακρωτηριασμός -συνειδητός ή μη- της μνήμης και του συναισθήματος δεν απαλλάσσει το υποκείμενο από τις συνέπειες της απώλειας. Όχι οριστικά τουλάχιστον. Τα φαντάσματα κινούνται άλλωστε στο σκοτάδι και δεν εγκαταλείπουν το δωμάτιο. Όχι εύκολα τουλάχιστον.
 
Όλα θα ξεκινήσουν την ημέρα που ο διευθυντής της εταιρείας επικοινωνίας θα ζητήσει εξηγήσεις από τον Γιάννου για το χειρόγραφο γράμμα που απέστειλε σε έναν υποψήφιο πελάτη, γράμμα που περιλαμβάνει όλα όσα ο Γιάννου θα ήθελε να πει σε αυτόν τον άσχετο που δεν καταδέχτηκε να απαντήσει στην προσφορά για συνεργασία, αλλά ποτέ δεν θα έλεγε, πόσο μάλλον σ' ένα χειρόγραφο γράμμα μεσούσης της ψηφιακής εποχής. Ο γραφικός χαρακτήρας όμως είναι δικός του και δεν μπορεί παρά να παραδεχτεί την άστοχη αυτή κίνηση, την καταστροφική για την καριέρα του, καθώς η απόλυση θα ακολουθήσει της επίπληξης. Τότε, αποφασίζει να επισκεφτεί μετά από χρόνια το χωριό όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, και από όπου έφυγε καθώς ο τόπος εκείνος δεν χωρούσε τα όνειρα και τις φιλοδοξίες του που μόνο η Αθήνα έμοιαζε να μπορεί να θρέψει.
 
Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να διηγηθεί κανείς μια ιστορία ενηλικίωσης. Η ίδια η φύση της μετάβασης αυτής υπαγορεύει, τις περισσότερες φορές, μια χρονικά γραμμική εξιστόρηση των γεγονότων, που περιλαμβάνει κάποια σημεία κορύφωσης, κάποια περιστατικά καταλύτες στο ταξίδι του ήρωα, μια φόρμα κλασική, είτε πρόκειται για πρωτοπρόσωπη είτε για τριτοπρόσωπη αφήγηση. Η Γιαγάννου, στο γνώριμο πια προσωπικό της ύφος, προτιμά μια μεταμοντέρνα εκδοχή για την ιστορία ενηλικίωσης του Γιάννου Μ., και έτσι στην κλασική αφήγηση προσθέτει σελίδες ημερολογίου, μονολόγους, αποσπάσματα συνειρμικής γραφής, ανθρωπολογικές μελέτες, εκθέσεις τέχνης αλλά και ένα σύντομο θεατρικό έργο, με έναν παντογνώστη αφηγητή πότε στο φως και πότε στα παρασκήνια, τη στιγμή που ο χρόνος διαιρείται σε ψηφίδες, υπακούοντας στην ασθενή, από ένα σημείο και μετά, μνήμη του ήρωα. 
 
Καθένας μας, μοιάζει να λέει η Γιαγιάννου, δημιουργεί την προσωπική του εκδοχή για τα πράγματα, την προσωπική του αφήγηση. Εκδοχή η οποία καθησυχάζει, επιβεβαιώνει και προσφέρει κρυψώνα ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες. Εκδοχή η οποία αποκτά γρήγορα βαθιές ρίζες και υψώνεται ως η μόνη πραγματικότητα, αποκόβοντας τη θέα από όλα εκείνα που την υπονομεύουν. Εκδοχή η οποία ενίοτε παραμένει στη θέση της μέχρι το τέλος, αν και, όπως στην περίπτωση του Γιάννου, δύναται να υποχωρήσει με τον επακόλουθο κρότο. Λίγο μετά η σκόνη θα τα σκεπάσει όλα. Η ασθενής από τη φύση της μνήμη τείνει εδώ χείρα βοηθείας. Ο τρόπος με τον οποίο η Μαρία Γιαγιάννου επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία του Γιάννου Μ. αποτυπώνει τη σύγχυση που βιώνει ο ήρωας αλλά και τον σύνθετο χαρακτήρα της ύπαρξης εν γένει. Τρόπος αρκετά φιλόδοξος, που υπερβαίνει -ή επιχειρεί να υπερβεί- την ιστορία, δοκιμάζοντας να περικλείσει σε αυτή τη μοναδικότητα αλλά και τη διαχρονικότητα τόσο της ατομικής ιστορίας όσο και της εποχής, γυρεύοντας να δημιουργήσει γέφυρες αναγνωστικής πρόσβασης, καθιστώντας την ιστορία αυτή οικεία και γνώριμη. Τρόπος στον οποίο, εκκινώντας από τη συνήχηση των ονομάτων συγγραφέως και ήρωα, η γλώσσα κρατά τον πρωτεύοντα ρόλο, τα γλωσσοποιητικά παιχνίδια στα οποία επιδίδεται η Γιαγιάννου εκτός από έμπνευση διακρίνονται και από λειτουργικότητα, συνυπηρετώντας μαζί με τη μορφή τον συγγραφικό στόχο. Ακόμα και στα λίγα εκείνα σημεία που προκύπτει μια υποψία επίδειξης ικανοτήτων από πλευράς της, η αναγνωστική απόλαυση τη συγχωρεί και την επιβραβεύει.
 
Η μεταμοντέρνα γραφή χαρακτηρίζεται ως ένα βαθμό από μια φαινομενική χαλαρότητα ως προς τη σύνθεση. Δεν είναι μόνο η ίδια η φόρμα που επιλέγει η συγγραφέας που υπόκειται σε πιθανές ενστάσεις από πλευράς αναγνώστη, αλλά και διάφορα ευρήματα που χρησιμοποιούνται, ολόκληρα κομμάτια αφήγησης και παράπλευρες ιστορίες που εξετάζονται ως περιττά, σε μια απόπειρα ψυχρής αιτιολόγησης. Εδώ, περισσότερο από αλλού, μια συνειρμική ανάγνωση είναι απαραίτητη. Επαφίεται δηλαδή στον αναγνώστη η επιτυχία ή μη του συγγραφικού οράματος, κάτι το οποίο αναπόφευκτα οδηγεί σε διχασμό ως προς την τελική πρόσληψη. Η Γιαγιάννου, έχοντας πιθανά υπόψη της τον συγκεκριμένο κίνδυνο, εκτός από την αποφασιστικότητα με την οποία κατασκευάζει και εμμένει στην αφήγησή της, δεν αποκλείει από αυτή το συναίσθημα. Το συναίσθημα εδώ μοιάζει να εισβάλλει από τις χαραμάδες της προσωπικής ανάγκης της συγγραφέως να αφηγηθεί την ιστορία αυτή και η Γιαγιάννου δεν ανακόπτει τη ροή αυτή, δεν καθιστά την κρυψώνα του προσωπικού ερμητική. Ωστόσο, η εγκεφαλικότητα της κατασκευής και τα αντιηρωικά χαρακτηριστικά του Γιάννου δημιουργούν την απαραίτητη ζώνη απώθησης της οποιαδήποτε υποψίας συναισθηματικής καθοδήγησης.
 
Συνοψίζοντας, Το μέλος φάντασμα είναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο, αρκετά φιλόδοξο ως προς την κατασκευή του, ενώ ο τρόπος με τον οποίο η Γιαγιάννου επιλέγει να αφηγηθεί αυτή την ιστορία ενηλικίωσης της επιτρέπει να υπερβεί τον τετριμμένο χαρακτήρα της, χωρίς όμως να την παραμελήσει. 
 
Ειδική μνεία αρμόζει στο υπέροχο εξώφυλλο της έκδοσης (Bem Grasso, Ascending house, oil on canvas, 2006).
 
Εκδόσεις Μελάνι