Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελβετία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελβετία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

Η ευτυχισμένη κοιλάδα - Annemarie Schwarzenbach

Συνέβαινε και θα συμβαίνει, δημιουργοί που στον καιρό τους πέρασαν κάτω από τα ραντάρ, ο,τι ήταν να ειπωθεί ειπώθηκε κιόλας, λέγανε και συνεχίζουν να λένε κάποιοι, δημιουργοί που για τον έναν ή τον άλλο λόγο δεν εκτιμήθηκε το έργο τους, ίσως μπροστά από την εποχή τους, ίσως απόρροια συγκυριών, τόσα έργα κυκλοφορούν συνεχώς, όπως και να έχει, κάποιοι από αυτούς, μετά θάνατον, μετά την παρέλευση ενός σημαντικού χρονικού διαστήματος τέλος πάντων, αναδύονται ξανά στην επιφάνεια, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, πώς γίνεται, αναρωτιόμαστε τώρα, ένα τέτοιο βιβλίο, Η ευτυχισμένη κοιλάδα στην προκειμένη περίπτωση, να μην αποθεώθηκε στην εποχή του, μια ειδική κατηγορία δημιουργήθηκε για να ενταχθεί ο παραμελημένος δημιουργός, που δημιούργησε τότε και αναδύθηκε τώρα, σύγχρονος κλασικός, έτσι αποκαλείται σε μια διττή απόπειρα, από τη μια να διορθωθεί η παράβλεψη, από την άλλη να ονομαστεί ο μεταχρονολογημένος χαρακτήρας μιας νέας και συνάμα παλιάς έκδοσης.

Στην περίπτωση της Σβάρτσενμπαχ, πέρα των λοιπών συγκυριών και αιτίων,  ο «εχθρός» υπήρξε εσωτερικός, η μητέρα της, που τόσο τη λάτρευε μικρή, έβλεπε σε εκείνη κάτι δικό της, κάτι προς οικειοποίηση, δεν αποδέχθηκε ποτέ την ιδεολογική διαφορά, το ελευθεριακό πνεύμα της κόρης της, που μικρή την έντυνε με αντρικά ρούχα και την περιέφερε σε ποικίλες εκδηλώσεις και συγκεντρώσεις, μια οικογένεια πλούσια, ισχυρή, ταγμένη στο πλευρό των ναζί, με τον θάνατό της, φρόντισε να καταστρέψει ο,τι η πρόωρα θανούσα σε ατύχημα με το ποδήλατό κόρη της άφησε πίσω, κυρίως τα ημερολόγια της, μερίμνησε ώστε η κηλίδα στην οικογενειακή μερίδα να σβηστεί, να απομακρυνθεί, να ξεχαστεί, να αποποιηθεί οποιαδήποτε συνάφεια.

Σε μια περίπλοκη συνθήκη, όπως η μεγάλη ιστορία, δεν είναι απλό να μετέρχεται κανείς βεβαιότητες, στην περίπτωση της Σβάρτσενμπαχ ωστόσο, το μαύρο, πηχτό μελάνι με το οποίο καλυπτόταν τότε ένα μέρος της Ευρώπης, αλλά και του κόσμου, είναι κάτι το οποίο εν μέρει κάλυψε και το έργο της, δεν είναι εύκολο κανείς να αποσυνδέσει εντελώς την εποχή από το έργο, η εποχή που γεννά το έργο, η εποχή που το βυθίζει.

Ο πρωτοπρόσωπος άρρεν αφηγητής περιτριγυρίζει την Ασία, μια επικράτεια που εκκινά από τη χώρα μας και φτάνει μέχρι το Ιράν, τόποι κάποτε γεννήτριες και κοιτίδες, τώρα αραιά κατοικημένοι, στο περιθώριο του ενδιαφέροντος, επισκέπτεται ως επαγγελματίας χώρους αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, ίπταται και φωτογραφίζει, επιχειρεί να ανασύρει από το παρελθόν ψηφίδες, να ενώσει τα κομμάτια, να προσθέσει στην ανθρώπινη γνώση, να εκτείνει γέφυρες ανάμεσα στο μακρινό χτες και στο σήμερα, το ασφυκτικό στην Ευρώπη ειδικά σήμερα, εκεί που ο αέρας ολοένα και αραιώνει, κάνοντας την αναπνοή δύσκολη, αν όχι αδύνατη, και να που χιλιόμετρα μακριά η ανάσα χορταίνει, το μάτι χορταίνει, η αγωνία καθησυχάζεται.

Η γλώσσα που μετέρχεται η Σβάρτσενμπαχ είναι λυρική, στο όριο του λιγώματος, όριο στο οποίο ακροβατεί επικίνδυνα, λέξη τη λέξη αποφεύγει την κατακρήμνιση στην άβυσσο του λιγώματος, της ποιητικούρας, της καρικατούρας, ο Κοιλής στη μετάφραση, πέρα των υπόλοιπων δυσκολιών, όπως τα πραγματολογικά στοιχεία για παράδειγμα, δίνει τη μάχη της γλωσσικής μετάβασης κυρίως στην αρένα της λυρικότητας αυτής και φαίνεται να βγαίνει θριαμβευτής, κατάκοπος αλλά νικητής στα σημεία. Ο τόπος και η γλώσσα είναι οι δύο αντιστικτικές μεταβλητές, αναχωρητικές θα μπορούσε κάποιος κακοπροαίρετα και βιαστικά να τις αποκαλέσει, που η συγγραφέας μετέρχεται για να μπορέσει να αναπνεύσει, αυτή η αγωνία διατρέχει το κείμενο από άκρη σε άκρη, αυτός είναι ο άξονας περιστροφής, ίσως εδώ να κρύβεται μια ακόμα υπόθεση εργασίας στο γιατί το έργο της δεν αναγνωρίστηκε παρά δεκαετίες αργότερα, σκέφτομαι, ο ζόφος είχε κάθε λόγο να το περιφρονήσει, και να το φοβηθεί θα πρόσθετα έστω και διαισθητικά, αλλά και οι προοδευτικές δυνάμεις, όσες ακόμα υπήρχαν και δεν σώπαιναν κάτω από τη μπότα του ολοκληρωτισμού, ίσως να μην αναγνώρισαν στο έργο αυτό μια συμμαχική φωνή, τον ακραιφνή ρεαλισμό και το εδώ και το τώρα να μπορούσαν μόνο να δεχτούν, και στο Η ευτυχισμένη κοιλάδα δεν τον διέκριναν έγκαιρα.

Ίσως να μην υπάρχει, για κάποιους που στη λογοτεχνία αναζητούν και το πολιτικό στίγμα, χειρότερη κατηγορία από εκείνη του αναχωρητισμού, και Η ευτυχισμένη κοιλάδα βιαστικά και σε στενό πλαίσιο μελέτης μάλλον εκεί θα έπαιρνε θέση. Όμως, η αγωνία που διατρέχει το κείμενο, η αγωνία εκείνου που του κόβεται η ανάσα, που το οξυγόνο δεν είναι αρκετό, που μανιασμένα αναζητά κάτι για να κρατηθεί στη ζωή, να μην λιποταχτήσει από το φόβο και την ασχήμια, που οι λέξεις του ρεαλισμού μοιάζουν κούφιες, που αυτό που συμβαίνει είναι προφανές κακό, δεν χρειάζονται επιπλέον λέξεις για να το καταγγείλουν, ή μπορεί και να χρειάζονται αλλά όχι για την Σβάρτσενμπαχ, που τριγυρίζοντας σε μέρη μακρινά αντίκρισε την ομορφιά, και η αντίθεση αυτή δημιούργησε ένα δίπολο, άσπρο μαύρο, διέκρινε κάτι το γόνιμο σε μέρη μακρινά, ακόμα αμόλυντα, καλυμμένα από χλόη και σκόνη, προσμένοντας κάποιο χέρι να τα φέρει στην επιφάνεια ξανά.

Έργα, όπως αυτό, ανήκουν σε μια ολιγομελή κατηγορία ενός ιδιαίτερου αποικιακού προσανατολισμού, που, αντίθετα με την ισχυρή και φωνακλάδικη πλειοψηφία, μακριά από τη δύση αναζητούν ένα καταφύγιο και όχι μια επικράτεια περαιτέρω επιβολής της κυριαρχίας, που δεν φέρουν φακούς μέσω των οποίων ο κόσμος ομογενοποιείται αλλά γυρεύουν μια ματιά καθαρή, επιμένουν να κατανοήσουν και όχι να φέρουν στα μέτρα τους, να μεταμορφωθούν και όχι να επιβάλλουν μια βίαιη μορφοποίηση. Ο αφηγητής, που η επιλογή του φύλου του συσκοτίζει τον έντονα αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, τριγυρνά σε μια επικράτεια μαγική έχοντας αφήσει πίσω του ένα απομαγευμένο ζόφο. Η αγωνία που διαπνέει την αφήγηση, μια αγωνία που διακρίνεται για την περιπέτειά της, που δεν αναλώνεται σε έναν φόβο θανάτου αλλά σε μια πιθανότητα να μην χωρέσει η ομορφιά στο βλέμμα, μια αγωνία πρωτόγνωρη για κάποια που έρχεται από την απανθρωποίηση, χρώματα στον αντίποδα του σκούρου γκρίζου, καθαρότητα στον αντίποδα μιας ματιάς μίσους και φόβου, οι πολυσημία και οι ανοιχτοί δρόμοι στον αντίποδα του μονότονου βαδίσματος υπό τους ήχους εμβατηρίων.

Η ευτυχισμένη κοιλάδα, ιδωμένη στο σήμερα, παρά την αναγνωστική απόλαυση που αφειδώς προσφέρει, επιβεβαιώνει δυστυχώς την ήττα, μάταια ο αναγνώστης δοκιμάζει να (επι)σκεφτεί μέρη μάγευσης, παραμελημένα από τον ιό, να φύγεις για πού, να πιαστείς από πού, να πιστέψεις σε κάτι άλλο πού;

υγ. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης είχα κατά νου μια πιθανή επιρροή της συγγραφέως στη Μπάχμαν και πιο συγκεκριμένα στο ανολοκλήρωτο αριστούργημά της το Η περίπτωση Φράντσα, για το οποίο περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Γιάννης Κοιλής
Εκδόσεις Νήσος   

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2024

Η αγαπημένη του - Sarah Jollien-Fardel

Πρόσφατα, από τις καλαίσθητες και πάντοτε με ενδιαφέρουσες επιλογές εκδόσεις Angelus Novus, κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα της Σάρα Ζολιέν-Φαρντέλ, Η αγαπημένη του, σε μετάφραση Νίκου Σκοπλάκη. Πιάνοντας το βιβλίο στα χέρια μου και διαβάζοντας τον τίτλο, ένιωσα πως κάτι άρρωστο κρυβόταν πίσω από την όμορφη λέξη «αγαπημένη», κάτι άρρωστο, αντιστικτικό αν προτιμάτε, που το «του» κάπως το μετρίαζε, δημιουργώντας μια κάποια απόσταση, πιθανά σωτήρια, αναγνωστικές προσδοκίες, προχειροφτιαγμένος ορίζοντας με δαύτες, και λίγο αργότερα το νήμα ξεδιπλώθηκε και συνάντησε ένα άλλο βιβλίο που διάβασα πριν ένα χρόνο περίπου, βιβλίο που με μπέρδεψε, δυσφόρησε και αντιστάθηκε μετά μανίας στο απλοϊκό δίπολο μου άρεσε/δεν μου άρεσε. Το βιβλίο εκείνο ήταν το δεύτερο του Ολλανδού συγγραφέα, Μαριέκε Λούκας Ρίνεβελντ, το Υπέροχη αγαπημένη μου (μτφρ. Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου, εκδόσεις Ίκαρος). Ένα βιβλίο προκλητικό, που συναισθηματικά με ζόρισε, αλλά όσο οι μέρες μετά την ανάγνωση περνούσαν, τόσο περισσότερο χώρο καταλάμβανε εντός μου.

Πίσω στο βιβλίο της, γεννημένης το 1971 στην ελβετική Σιόν, Ζολιέν-Φαρντέλ με το τόσο όμορφο εξώφυλλο που επιμελήθηκε η Κυριακή Μαυρογεώργη. Είναι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Ζαν, που μεγάλωσε σε ένα ορεινό χωριό, σε ένα περιβάλλον που δέσποζε η παρουσία του πατέρα, που συνήθως γυρνούσε σπίτι μεθυσμένος και ευερέθιστος ξεσπούσε την οργή του στις κόρες και τη γυναίκα του. Στο παρόν της αφήγησης, η Ζαν είναι σε χρόνια σχέση με μια κοπέλα, κάτι το οποίο την μπερδεύει αρκετά, παρά την ασφάλεια και την αγάπη που νιώθει στο πλαίσιο της σχέσης. Η παροντική αφήγηση διακόπτεται αρκετά συχνά ώστε οι αναλήψεις από το παρελθόν να συμπληρώσουν την εικόνα, άλλωστε τίποτα στη ζωή δεν προκύπτει δια της παρθενογένησης, όλα έχουν τις ρίζες τους κάπου στο παρελθόν, και σε αυτό το παρελθόν τριγυρίζει η Ζαν, καθώς οι δύο υποαφηγήσεις (του τότε και του τώρα) τείνουν σε χρονική σύγκλιση.

Ως θέμα δεν διακρίνεται για την πρωτοτυπία του, παρότι κάθε ατομική ιστορία είναι διαφορετική και ιδιαίτερη, ειδικά για το υποκείμενό της. Είναι από τα βιβλία εκείνα που τα επιμέρους τεχνικά του χαρακτηριστικά αποδεικνύονται χρήσιμα για την κρίση της τελικής κατασκευής, και που σε συνδυασμό με τη συναισθηματική πρόσληψη της ανάγνωσης δύνανται να περιγράψουν τη συνολική εμπειρία, το τελικό ταμείο. Ιδιοσυγκρασιακά τείνω πάντοτε να αξιολογώ πρώτιστα το αναγνωστικό συναίσθημα, όσο πιο καθαρά γίνεται, αποφεύγοντας σε πρώτο χρόνο τα πιο τεχνικά κομμάτια, ή αναζητώντας σε αυτά εκ των υστέρων απαντήσεις, επιβεβαιώσεις και διαψεύσεις. Ο χρόνος που μεσολαβεί από την ανάγνωση ως το κείμενο αποδεικνύεται επίσης καθοριστικός, εκεί κρίνεται ο χώρος που τελικά μια ανάγνωση, ένα βιβλίο θα καταλάβει.

Η σχεδόν μονοκόμματη ανάγνωση λέει πολλά αλλά όχι πάντοτε ακριβή. Αποτελεί στοιχείο αλλά όχι απόδειξη. Ταυτόχρονα, ωστόσο, βοηθάει, κατά την προσωπική μου γνώμη, στην καλύτερη προσέγγιση του εκάστοτε βιβλίου. Οι ελάχιστες παύσεις, οι ταυτόχρονες της ανάγνωσης σκέψεις, το αίσθημα μιας συνολικής πρόσληψης. Η αντίστιξη ανάμεσα στον χρόνο που κόστισε η συγγραφή και στον χρόνο της ανάγνωσης, αποτελεί, άλλωστε, καλώς ή κακώς, ένα αναγκαίο συστατικό της αναγνωστικής συνθήκης, όσο αργή και αν είναι μια ανάγνωση. Διάβασα το Η αγαπημένη του σχεδόν χωρίς να σηκωθώ από τη θέση μου, η γραφή της Ζολιέν-Φαρντέλ έχει κάτι το καθηλωτικό, η αφήγηση κάτι το πυρετικό, η διαρκής κίνηση ανάμεσα στο τότε και το τώρα κάτι το μεθυστικό, έτσι όπως τα κομμάτια μπαίνουν στη θέση τους και η εικόνα σιγά σιγά αποκαλύπτεται, έτσι καταφέρνει να αποφύγει τον σκόπελο της κοινοτοπίας, φέρνοντας την ιστορία αυτή στα μέτρα της, προσδίδοντάς της κάτι το επιτακτικό.

Η αίσθηση, ή το κυνήγι, της αληθοφάνειας, τόσο από την πλευρά του συγγραφέα όσο και από εκείνη του αναγνώστη, αποτελεί μια παγίδα που συχνά στον βωμό της θυσιάζεται η λογοτεχνικότητα αλλά και η ελευθερία που η μυθοπλαστική συνθήκη φέρει, ή οφείλει να φέρει. Θέλω κυρίως να σταθώ σε μια συνθήκη, εκείνη της επίμονης και δυσκολοκατάβλητης άγνοιας γύρω από τον ίδιο μας τον εαυτό. Η αναζήτηση στοιχείων που πιθανά θα δώσουν κάποιες απαντήσεις ή ίσως ενδείξεις για το πώς τα πράγματα συνέβησαν ύστερα έχει πεπερασμένα όρια και αναπόφευκτα άλματα λογικής, μια κακώς εννοούμενη απλοϊκότητα, το αίτιο και το αιτιατό, διαδεδομένο και ισχυρό στη φύση, αλλά και στην απομονωμένη υψηλή σκέψη, στην πραγματική ζωή μόνο γενικότητες μπορεί να δώσει, ψευδοεπιβεβαιώσεις άκρως υποκειμενικές. Κάπου εκεί, άλλωστε, ξεπηδά το κοτσάνι της αυτοβελτίωσης, του άχρηστου οδηγού πλοήγησης.  Η συγγραφέας, διαμέσου της αφηγήτριας της, δεν παρασύρεται σε μια δίνη εύκολων και μονοδιάστατων απαντήσεων, τριγυρίζει γύρω από περιστατικά, σκέψεις και μνήμες του παρελθόντος, επιχειρεί να γνωρίσει καλύτερα την εαυτή της, υποψιασμένη για το αδύνατο ή το ατελές μιας τέτοιας εκστρατείας. Και αυτό αποδεικνύεται καθοριστικό.

Άλλωστε, προειδοποίηση για κλισέ, η λογοτεχνία θέτει τα ερωτήματα απλόχερα την ίδια στιγμή που οι απαντήσεις που και η ίδια γυρεύει εξέρχονται με το σταγονόμετρο. Ακόμα ένα υποκειμενικό στοιχείο ελέγχου παραμονεύει σε βιβλία όπως αυτό και έχει να κάνει με τη διάκριση ανάμεσα στο τι και το πώς. Θέλω να πω πως για μια ιστορία βίας, ή για μια προσωπική ιστορία εν γένει, η ενσυναίσθηση, η όποια ενσυναίσθηση γεννηθεί και καρπίσει στον αναγνώστη, δεν αρκεί, ή δεν θα έπρεπε να αρκεί για την τελική γνωμοδότηση. Η αφηγήτρια δεν γυρεύει την έξωθεν κατανόηση, δεν την ενδιαφέρει, ή δεν δείχνει να την ενδιαφέρει κάτι τέτοιο. Αυτό δημιουργεί το απαραίτητο ανάχωμα. Και αν η αφηγήτρια έχει τα δικά της σημεία εκκίνησης, τη δική της ευκρινή ανάγκη να συνθέσει το αυτοπορτραίτο της, να γυρέψει στοιχεία και απαντήσεις, η συγγραφέας δεν το συμμερίζεται, όχι σε απόλυτο βαθμό, καθώς η επιδίωξή της είναι η δημιουργία καλής λογοτεχνίας, όσο η αφηγήτρια της σκέφτεται το τι εκείνη ασχολείται με το πώς, βάζοντας τα σκόρπια κομμάτια μιας σκέψης υπό την επήρεια της προσωπικής αγωνίας σε σειρά, επικεντρώνεται σε πιο αφανή κομμάτια τεχνικής και συνολικής λειτουργίας, μην επιτρέποντας στο συναισθηματικό χάος να κυριαρχήσει.

Ούτε μια στιγμή, παρά μόνο τώρα, δεν σκέφτηκα αν το Η αγαπημένη του ανήκει στο νεόδμητο σώμα της αυτομυθοπλασίας, και αυτό από μόνο του δείχνει αρκετά για την αναγνωστική απόλαυση και τη λογοτεχνική αξία που το μυθιστόρημα γεννά και φέρει, χωρίς την ανάγκη να καταταχθεί και να περιοριστεί σε ειδολογικές στενωπούς. Ναι, ανήκει στο σώμα της κουήρ λογοτεχνίας, πιθανά και στην αυτομυθοπλασία, σίγουρα στη λογοτεχνία ενηλικίωσης, όμως δεν αναπνέει μόνο εντός των σωμάτων αυτών, αλλά, και πόσο σημαντικό κάτι τέτοιο είναι, στέκεται θαρραλέα και αυτόνομα. Μια (ακόμα) ιστορία σκληρής και δύσκολης ενηλικίωσης, αλλά και προβληματικής ενήλικης ζωής, παρά τα όποια προνόμια αποκτήθηκαν στην πορεία, μια διάχυτη συγχρονία, ένα κοινό έδαφος παρά τη μοναδικότητα της κάθε ιστορίας, λογοτεχνία που δεν φωνάζει για να φωνάξει, για να τραβήξει με τον τρόπο αυτό την προσοχή, δεν επιθυμεί αυτή τη λάθος προσοχή. Ένα καλό βιβλίο ήταν αυτό.

υγ. Για το Υπέροχη αγαπημένη μου, έντονα μπερδεμένος, έγραφα αυτό.

Μετάφραση Νίκος Σκοπλάκης
Εκδόσεις Angelus Novus

Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2024

Κάλμαν - Joachim B. Schmidt

Τι ευχάριστη αναγνωστική έκπληξη ήταν αυτή! Ο τόπος της δράσης, η Ισλανδία, ήταν το πρώτο νήμα ενδιαφέροντος. Η καταγωγή του συγγραφέα, Ελβετός που εδώ και χρόνια ζει στην Ισλανδία, το δεύτερο. Προσδοκίες ιδιαίτερες ωστόσο δεν είχα και μεγάλος λάτρης της βορειοευρωπαϊκής αστυνομικής λογοτεχνίας δεν είμαι. Το εξώφυλλο μου φαινόταν χαριτωμένο, ένας μάλλον χλιαρός επιθετικός προσδιορισμός, το οπισθόφυλλο δεν με έκανε σοφότερο. Έτσι ξεκίνησε η ανάγνωση αυτή.

Πάνε κοντά δέκα χρόνια που διάβασα το Οι σκιές του Μπρούκλιν του Τζόναθαν Λέθεμ. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής εκείνης της ιστορίας πάσχει από το σύνδρομο Τουρέτ, μια νευρολογική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από πολλαπλά φωνητικά και κινητικά τικ, την ώρα που το μυαλό δεν σταματά ποτέ να παράγει αντηχήσεις και λογοπαίγνια. Σημείωνα τότε πως χωρίς τον Λάιονελ θα επρόκειτο απλώς για ένα αξιοπρεπές αστυνομικό μυθιστόρημα. Ήταν αυτή η συγγραφική ιδέα, και η εκτέλεσή της βεβαίως, που απογείωσε το μυθιστόρημα εκείνο, που την εμπνευσμένη του μετάφραση στα ελληνικά χρωστάμε στον Κώστα Καλτσά. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και στο Κάλμαν.

Η ιστορία εκκινεί όταν ο αφηγητής, Κάλμαν Όντισον, κυνηγός και αλιευτής καρχαριών, θα εντοπίσει μια λακκούβα γεμάτη αίμα σε ένα απόμερο, έρημο σημείο της ισλανδικής επαρχίας σκεπασμένο από παχύ χιόνι. Δεν θα μπορέσει να κρατήσει το εύρημα αυτό για τον εαυτό του. Η αποκάλυψη της ανακάλυψής του θα συμπέσει με την εξαφάνιση του Ρόμπερτ Μακένζι, του πλέον οικονομικά επιφανούς μέλους της τοπικής κοινότητας. Την ίδια στιγμή στο Ρέκιαβικ, μια συγκέντρωση πολιτικών ηγετών από διάφορες χώρες έχει θέσει σε επιφυλακή τα σώματα ασφαλείας. Μια μονάδα ωστόσο θα καταφτάσει ώστε να αναλάβει τις έρευνες για την ανεύρεση του Μακένζι.

Ο Κάλμαν Όντισον είναι στο φάσμα του αυτισμού, κάτι που για την τοπική κοινωνία αποτελεί μια επιστημονική λεπτομέρεια που την αφήνει αδιάφορη σχεδόν στο σύνολό της, για εκείνους είναι ιδιαίτερος αν και συνήθως αναφέρονται σε αυτόν ως ο καθυστερημένος. Ο παππούς του, ο άνθρωπος που τον μεγάλωσε και διαρκώς του διευκρίνιζε πως, όπως κάθε άνθρωπος έτσι και αυτός, είναι απλώς διαφορετικός. Δίπλα του έμαθε την τέχνη του κυνηγιού, τα μυστικά του επαγγέλματος, την επεξεργασία της τροφής. Ο παππούς, ηλικιωμένος και παραδομένος στις ορέξεις της άνοιας, ζει πια σε ένα γηροκομείο σε μια πόλη αρκετά χιλιόμετρα μακριά. Ο Κάλμαν είναι αυτάρκης, ζει μόνος του και με τον τρόπο του καταφέρνει να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της καθημερινότητάς του.

Ειδικός επί του αυτισμού δεν είμαι σε καμία περίπτωση, ωστόσο ο συγγραφέας με έπεισε. Φαντάζομαι πως αφού έχουμε να κάνουμε με φάσμα, τα γνωρίσματα του αυτισμού δεν είναι τόσο αυστηρά, κάθε άνθρωπος, άλλωστε, είναι διαφορετικός. Ο Κάλμαν είναι αυτός που καθιστά το μυθιστόρημα αυτό ξεχωριστό, ο τρόπος με τον οποίο αφηγείται, οι σκέψεις και τα συναισθήματά του. Χωρίς αυτόν το μυθιστόρημα δεν θα μπορούσε να σταθεί, αλλά και ως έχει, μάλλον δεν αφορά τους φανατικούς λάτρεις του είδους, η ανατροπή και η τελική λύση είναι μάλλον αδύναμες, ειδικά αν κάποιος τις προσεγγίσει μακριά από τη σκοπιά του αυτισμού, κατάλληλες ωστόσο για τη συγκεκριμένη ιστορία.

Ο Σμιντ κατασκευάζει έναν ιδιαίτερο και δύσκολο να λησμονηθεί χαρακτήρα-αφηγητή και πάνω του στήνει όλο τον μηχανισμό της πλοκής. Ο Κάλμαν δεν επιζητά το συναίσθημα του αναγνώστη, η ενσυναίσθηση, αν προκύψει, προκύπτει εκ του φυσικού. Αυτό μοιάζει απλό αλλά είναι καθοριστικό για τη συνολική πρόσληψη του μυθιστορήματος, συμβάλλοντας, πέραν όλων των άλλων, και στην αληθοφάνεια του χαρακτήρα και των ιδιαιτεροτήτων του. Ιδωμένος μέσα από τη δική του ματιά, ο τρόπος με τον οποίο τον αντιμετωπίζουν φτάνει σε εμάς ως απόηχος, ως μια δεδομένη συνθήκη, χωρίς φωνές και επικριτική διάθεση. Έτσι, ο Σμιντ, εκτός της αστυνομικής πλευράς της ιστορίας, δίνει τη συνολική εικόνα της διαβίωσης του Κάλμαν σε ένα απομονωμένο χωριό λίγων δεκάδων κατοίκων, αλλά και, κατ' επέκταση, της Ισλανδίας ολόκληρης. Καταφέρνει με αυτό τον τρόπο να μην δελεαστεί από την εξωτικότητα του μέρους, να μην ξεφύγει από την κεντρική πλοκή και να χαθεί στις καταχωρήσεις ενός ταξιδιωτικού οδηγού. Για τον Κάλμαν, η Ισλανδία είναι απλώς το μέρος που γεννήθηκε.

Στη μεγάλη πλειονότητά τους τα αστυνομικά μυθιστορήματα χρησιμοποιούν τη διαλεύκανση ενός εγκλήματος ως αφορμή, ως πρόφαση για να εξετάσουν κοινωνικοπολιτικά ζητήματα, επιλέγοντας μια διαφορετική οπτική γωνία θέασης του κόσμου. Ο Σμιντ δεν εξαιρεί τον εαυτό του. Ο Κάλμαν λειτουργεί, αν και με τον τρόπο του, ως ένας αυτόπτης μάρτυρας της οικονομικής έκρηξης της Ισλανδίας μετά την πρόσφατη χρεοκοπία, με βασικό όχημα –σας θυμίζει κάτι;– τον τουρισμό. Η επέλαση αυτή αναπόφευκτα αλλοιώνει μεγάλος μέρος αυτής της γεωγραφικά απομονωμένης χώρας. Έχει πρόσθετο ενδιαφέρον το γεγονός πως ο συγγραφέας επέλεξε τον τόπο αυτό για κατοικία του. Ένας ξένος με το προνόμιο μιας συντεταγμένης μετανάστευσης, που παρατηρεί τις αλλαγές που συμβαίνουν με μια ματιά σίγουρα διαφορετική από εκείνη των γηγενών. Η φαινομενική απλότητα της σκέψης του Κάλμαν αναδεικνύει τις προφανείς επιπτώσεις της συνθήκης του τουρισμού, αλλά και γενικότερα της οικονομικής πολιτικής, την αδιαφορία για την ύπαιθρο και τους κατοίκους της, τη συσσώρευση κερδών και εξουσίας στα χέρια των λίγων. Το χωριό του Κάλμαν, παρότι τόσο μακριά, μοιάζει τόσο οικείο τελικά.

Ευκολοδιάβαστο και γλυκό, μα ταυτόχρονα καλογραμμένο, το μυθιστόρημα δεν έχει ανάγκη από τρομερά ευφάνταστα ευρήματα και συνεχείς ανατροπές, και αυτό είναι κάτι που δεν ενοχλεί, αλλά αποδεικνύεται λειτουργικό και έξυπνο από πλευράς συγγραφέα. Ο Σμιντ επενδύει πολλά στο στήσιμο του αφηγητή, στον χαρακτήρα του Κάλμαν όπως αυτός πηγάζει από την ίδια του την αφήγηση, και πετυχαίνει να εισπράξει υπεραξία χωρίς ο αναγνώστης να νιώσει πως ο συγγραφέας εκμεταλλεύτηκε τον ήρωά του, το όνομα του οποίου μόνο τυχαίο δεν είναι. Το εξώφυλλο, ως αναπόσπαστο μέρος της εμπειρίας, αποδείχτηκε ιδανικό για το ωραίο αυτό μυθιστόρημα.

υγ. Για το Οι σκιές του Μπρούκλιν του Τζόναθαν Λέθεμ περισσότερα θα βρείτε εδώ. Τα Έθιμα ταφής είναι ίσως το πλέον γνωστό μυθιστόρημα που μια μη Ισλανδή συγγραφέας έχει γράψει, περισσότερα εδώ. Για άλλα μυθιστορήματα γραμμένα από Ισλανδούς: Και τα ψάρια τραγουδούν του νομπελίστα Halldór Laxness εδώ, Παράδεισος και κόλαση του Jón Kalman Stefánsson εδώ, Illska Το κακό του Eirikur-Orn Norddahl εδώ.

Μετάφραση Σοφία Αυγερινού
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2023

Το αίνιγμα του δωματίου 622 - Joël Dicker

Ένοχη απόλαυση. Έτσι θα χαρακτήριζα τα βιβλία του Ελβετού συγγραφέα Ζοέλ Ντικέρ, που, αρχής γενομένης από το Η αλήθεια για την υπόθεση Χάρρυ Κέμπερτ, ακολουθώ φανατικά. Κάθε καινούρια κυκλοφορία ενός βιβλίου του στα ελληνικά λαμβάνει περίοπτη θέση στο ράφι με τα προσεχώς, εκεί που βρίσκονται τα βιβλία ειδικών αποστολών. Δεν διαβάζουμε πάντοτε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, δεν γυρεύουμε πάντοτε το ίδιο από ένα βιβλίο, η ανάγνωση δεν είναι ποτέ ανεξάρτητη της ζωής που συμβαίνει καθημερινά. Κάτι πολυσέλιδο, ένα pageturner που θα μου χαρίσει απόλαυση εγκλωβίζοντας την προσοχή μου σε μια περίοδο δύσκολων συνθηκών, ωστόσο καλογραμμένο και ξεχωριστό στο είδος του. Αυτή είναι η ειδική αποστολή για τα βιβλία του Ντικέρ. Τέτοια ήταν και η περίοδος τώρα. Ζητούσα ένα μεγάλο μυθιστόρημα, μια αποκοπή από την πραγματικότητα, κάτι που θα με κρατούσε ξύπνιο μέχρι αργά διαβάζοντας, που θα με ανάγκαζε να ξεκλέψω έστω και ένα πεντάλεπτο μέσα στη μέρα για να προχωρήσω λίγες σελίδες ακόμα. Και ο Ντικέρ δεν με έχει απογοητεύσει ποτέ ως τώρα.

Ο Ντικέρ, αφηγητής της ιστορίας αυτής, επιθυμεί να γράψει ένα βιβλίο φόρο τιμής στον Γάλλο εκδότη του που πέθανε πρόσφατα. Είναι καλοκαίρι και η βοηθός του έχει πάρει άδεια, ενώ μια ακόμα αποτυχημένη ερωτική σχέση έχει βυθίσει τον συγγραφέα στη θλίψη. Οι συνθήκες δεν μοιάζουν ιδανικές για συγγραφή, η επιθυμία συχνά δεν είναι αρκετή από μόνη της. Αποφασίζει να αφήσει πίσω του τη Γενεύη και να πάει σε ένα ξενοδοχείο στις Άλπεις για να ξεκουραστεί και να γεμίσει μπαταρίες. Μια γοητευτική γυναίκα, ένοικος του διπλανού δωματίου θα παρατηρήσει πως ανάμεσα στα δωμάτια 621 και 623 δεν υπάρχει το 622 αλλά το 621β. Θα αυτοανακυρηχθεί σε βοηθό του διάσημου συγγραφέα και με πείσμα θα επιχειρήσει να τον πείσει να ανακαλύψει και ακολούθως να λύσει το μυστήριο πίσω από την παράδοξη αυτή αρίθμηση. Εκείνος αρχικά θα αποκρούσει την επιμονή της, σύντομα όμως θα δελεαστεί και θα υποκύψει. Οι ιστορίες καμιά φορά σε βρίσκουν στον πραγματικό κόσμο εκεί που δεν τις γυρεύεις. Οι πρώτες απαντήσεις των υπαλλήλων του ξενοδοχείου δεν είναι διόλου πειστικές. Σύντομα θα αποκαλυφθεί πως η αλλαγή στην αρίθμηση συνέβη ώστε το έγκλημα που έγινε πριν από χρόνια στο δωμάτιο αυτό να περιπέσει στη λήθη, επιτρέποντας στο ξενοδοχείο να διατηρήσει την πελατεία του. Σιγά σιγά τα κομμάτια του παζλ παίρνουν τη θέση τους.

Ο Ντικέρ, με την έκδηλη αφηγηματική του ικανότητα, θα στήσει ένα μυθιστόρημα δύο χρονικών επιπέδων, εντάσσοντας την ίδια τη διαδικασία της συγγραφής στο σώμα του μυθιστορήματος. Έτσι, τα κεφάλαια διαδέχονται το ένα το άλλο, η έρευνα των δύο και η συγγραφική ανάπλαση της επίλυσης του εγκλήματος συνυπάρχουν με έναν τρόπο περίτεχνο αλλά ταυτόχρονα απλό και εύκολο για τον αναγνώστη, προωθώντας την πλοκή και δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα ιδιότυπο ημερολόγιο συγγραφής, στο οποίο αργά και σταθερά προστίθενται οι ανατροπές και τα νέα στοιχεία της έρευνας μέχρι να οδηγηθούμε στην τελική λύση. Ο συγγραφέας δεν αρκείται στο αφηγηματικό αυτό εύρημα, αλλά φροντίζει να επωφεληθεί τα μέγιστα από αυτό, γεγονός που το αναβαθμίζει πέρα από την απλή λειτουργικότητά του. Η συνύπαρξη της έρευνας και της συγγραφής επιτρέπει στον Ντικέρ να παίξει με τις υποθέσεις και τις βεβαιότητες που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης των στοιχείων και να τις ενσωματώσει στον αφηγηματικό ιστό, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ενδιαφέρουσα θέα στο συγγραφικό εργαστήρι, εκεί που το πρώτο σκαρίφημα παίρνει σάρκα και οστά, ένα πρώτο ντραφτ στο οποίο, υπό άλλες συνθήκες, ο συγγραφέας με τη βοήθεια του επιμελητή θα επέστρεφε ώστε να επιληφθεί των ανακριβειών και των πραγματολογικών κενών, καλύπτοντας κενά και πιθανές ανακρίβειες. Όμως, ο δαιμόνιος συγγραφέας καθιστά πλήρες μυθιστόρημα κάτι που μοιάζει με ένα πρώτο, παρότι καλογραμμένο, ντραφτ.

Το αφηγηματικό εύρημα ωστόσο δεν λειτουργεί εις βάρος της αστυνομικής πλοκής. Η ιστορία της διαδοχής στην ηγεσία μιας εκ των μεγαλύτερων ιδιωτικών ελβετικών τραπεζών, που κατέληξε στη δολοφονία του δωματίου 622, είναι από μόνη της χορταστική, παρά την αναπόφευκτη ειδολογική στερεοτυπία, γεμάτη από μυστήριο και ίντριγκα, ικανή να διατηρήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το αίνιγμα του δωματίου 622 είναι ένα κλασικότροπο «ποιος το έκανε» αστυνομικό μυθιστόρημα κατασκευασμένο ωστόσο με μια μεταμοντέρνα παιγνιώδη διάθεση, που το απογειώνει, καθώς οι ανατροπές και η κατάρρευση των βεβαιοτήτων αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ του συγγραφέα και του αναγνώστη. Ο Ντικέρ εργαλειοποιεί τη σύλληψη της πλοκής, προσφέροντας απλόχερα την απαραίτητη πειστική ψευδαίσθηση στον αναγνώστη πως οι δυο τους βαδίζουν ταυτόχρονα, επιτείνοντας το αίσθημα της συγχρονίας ανάμεσα στη συγγραφή και την ανάγνωση.

Τα βιβλία του Ντικέρ δεν διακρίνονται για την οικονομία τους με τον βερμπαλισμό να κυριαρχεί. Ωστόσο, η ικανότητα του συγγραφέα στη σύνθεση και τη διαχείριση του υλικού του είναι τέτοια που αυτή η ιδιαιτερότητα, που αρχικά δημιουργεί εύλογο προβληματισμό, μετατρέπεται σε πλεονέκτημα, σε κύριο γνώρισμα της λογοτεχνίας του, σε αναγνωστικό ζητούμενο για το κάθε επόμενο βιβλίο του. Εδώ, περισσότερο από τα προηγούμενα βιβλία του, κλείνει το μάτι στην αυτομυθοπλασία, τοποθετώντας τον εαυτό του στο επίκεντρο της πλοκής, κάνοντας χρήση πραγματικών γεγονότων, και το κάνει με έναν τρόπο παιγνιώδη αλλά και λειτουργικό ως προς την τελική κατασκευή, μη χάνοντας την ευκαιρία στο τέλος να μας υπενθυμίσει πόσο παράξενο μέρος είναι συχνά η φαντασία. Από τα βιβλία του Ελβετού δεν λείπει και η βιβλιοφιλική διάσταση, διακειμενικές αναφορές, βιβλία που παίζουν καθοριστικό ρόλο, συγγραφείς και το λογοτεχνικό σινάφι εμφανίζονται συχνά πυκνά στις σελίδες των μυθιστορημάτων. Ένα χαρακτηριστικό που επιτείνει τη γοητεία που μου ασκούν τα βιβλία του.

Στη σύγχρονη λογοτεχνία, και δη στην ευρύτερη κατηγορία του αστυνομικού της σκέλους, εμφανίζεται συχνά ένας κινηματογραφικός τρόπος σύνθεσης και γραφής, βιβλία έτοιμα να πάρουν τον δρόμο για τη μεγάλη ή τη μικρή οθόνη, που περισσότερο μοιάζουν με σενάρια παρά με μυθιστορήματα. Αυτό το γεγονός, παρότι κερδοφόρο για τους συντελεστές, αποδεικνύεται μάλλον προβληματικό για τους αναγνώστες. Ο Ντικέρ, ωστόσο, δεν πέφτει σε αυτή την λούπα, όχι φανερά τουλάχιστον, όχι ενοχλητικά. Τα βιβλία του διαθέτουν την απαραίτητη λογοτεχνικότητα, την αίσθηση βιβλίου. Και αυτό είναι κάτι που πρέπει να επισημανθεί και να αναγνωριστεί.

Επίσης, χαρακτηρίζοντας τα βιβλία του Ντικέρ ως ένοχη απόλαυση φοβάμαι πως δημιουργώ μια σύγχυση σε σχέση με τη λογοτεχνική αξία τους και, πριν κλείσω, θα ήθελα να διαλευκάνω τα πράγματα. Βιβλία, όπως του Ντικέρ, τα τοποθετώ στην κατηγορία μιας ένοχης απόλαυσης εξαιτίας της αχόρταγης ανάγνωσης στην οποία με βυθίζουν, της αίσθησης κατανάλωσης που μου προκαλούν. Ένοχη, λοιπόν, είναι η ανάγνωσή μου, η πεποίθηση πως δεν δίνω τον απαραίτητο χώρο και χρόνο στο βιβλίο αλλά υποκύπτω σε ένα αίσθημα αναγνωστικής βουλιμίας. Και αυτό το συναίσθημα, παρότι άμεσα συνδεδεμένο με το ίδιο το βιβλίο, δεν αποτελεί αξιολογικό κριτήριο, θέλω να πω πως νιώθω ενοχή για το πώς διαβάζω το βιβλίο και όχι γιατί το διαβάζω. Διόλου απλό και εύκολο δεν είναι να γράψει κανείς ένα βιβλίο που να δημιουργεί αναγνωστική βουλιμία, και ο Ντικέρ γράφει τέτοια βιβλία. Είπαμε, δεν καλύπτουν όλα τα βιβλία τις ίδιες ανάγκες, και τα βιβλία του Ντικέρ μπορεί να μην ανήκουν στο σώμα της μεγάλης λογοτεχνίας, διαθέτουν ωστόσο ευδιάκριτες και ποθητές αρετές.

Ο Ντικέρ, ακόμα μια φορά, ικανοποίησε στο έπακρο τις αναγνωστικές μου ανάγκες. Μέχρι το επόμενο, λοιπόν!

υγ. Είχαν προηγηθεί: Η αλήθεια για την υπόθεση Χάρρυ Κέμπερτ, Το βιβλίο των Μπάλτιμορ και Η εξαφάνιση της Στέφανι Μέηλερ.

Μετάφραση Γιάννης Στρίγκος
Εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2023

Μόντοκ - Max Frisch

Υπάρχει μια λίστα, μια από τις πολλές λίστες μου, που περιλαμβάνει βιβλία στα οποία σκοπεύω να επιστρέψω, σαν να μην έφταναν, θαρρείς, εκείνα που θέλω να διαβάσω και κατά πάσα πιθανότητα (θαυμάστε το θράσος μου) δεν θα προλάβω. Μοιάζει λίγο με τα μέρη εκείνα που λαχταρά κανείς να επισκεφτεί ξανά, τι και αν ξέρει πως ποτέ δεν θα μπορέσει να βρεθεί εκεί για πρώτη φορά. Από εκεί πηγάζει η ζήλια προς εκείνους που θα διαβάσουν ένα σπουδαίο βιβλίο χωρίς να μπορούν καν να φανταστούν τι τους περιμένει ανάμεσα στις σελίδες. Τι τύχη, σκέφτομαι και συχνά λέω. Εν πολλοίς, η παραπάνω λίστα ταυτίζεται με εκείνη τη συνεχώς μεταβλητή των αγαπημένων μου βιβλίων. Σταθερή θέση εκεί κατέχει το Homo Faber του Μαξ Φρις, που διάβασα πρώτη φορά ύστερα από ένθερμη υπόδειξη της Α. στο υπόγειο βιβλιοπωλείο αργά ένα καλοκαιρινό μεσημέρι, παρότι, χωρίς να γνωρίζω τίποτα για τον συγγραφέα και το βιβλίο, εξέφρασα πλείστες επιφυλάξεις, ενδεικτικές του (τότε) χαρακτήρα μου και της άγουρης σχέσης μου με την ανάγνωση. Ευτυχώς εκείνη επέμεινε, τρεις μέρες μετά πήρε το αεροπλάνο της επιστροφής. Σύντομα, όπως εύκολα μπορεί κανείς να φανταστεί, διάβασα όλα τα βιβλία τού Φρις που κυκλοφορούσαν στα ελληνικά, ύστερα ακολούθησαν ο Χάντκε και η Μπάχμαν.

Αυτή ήταν μια επιστροφή αναπάντεχη, μια επιστροφή για την οποία ευθύνεται η γεννημένη το 1985 στην Ελβετία Ντοροτέε Έλμιγκερ και το βιβλίο της Από το εργοστάσιο της ζάχαρης (μτφρ. Γιάννης Καλιφατίδης, εκδόσεις Loggia). Το Μόντοκ ήταν διαρκώς παρόν στο κατακερματισμένο αυτό αφηγηματικό σύμπαν. Το νήμα έστεκε εκεί με έναν τρόπο προκλητικό ζητώντας μια αναμέτρηση με το παρελθόν. Η αναγνωστική επιστροφή είναι ένα ταξίδι τριπλό, όπως κάθε ταξίδι (προσδοκίες και σχέδια, εμπειρία, ανάμνηση), όμως, αντί για προσδοκίες προκαταβάλει τις αναμνήσεις, αρώματα του παρελθόντος, σου θυμίζει ποιος ήσουν τότε, ποιος ήθελες να γίνεις, τι μεσολάβησε εν τω μεταξύ. Ύστερα φέρνει στην επιφάνεια εκείνα που η μνήμη αδυνάτισε να συγκρατήσει, ποδοπατά όσα εκείνη αυθαίρετα έχτισε, επαναπροσδιορίζει τη σχέση σου με τον τότε εαυτό, αλλά και με το ίδιο το βιβλίο, σου προσφέρει ένα μέρος της (αναγνωστικής) εξέλιξης. Αργότερα θα ακολουθήσει η εκ νέου ενσωμάτωση στο παρελθόν, μέχρι την επόμενη επιστροφή.

(Για την ελληνική έκδοση προτιμήθηκε η παρουσία του πρωτότυπου τίτλου εντός παρενθέσεως, με την επεξήγηση να προηγείται: Μακρύ Σαββατοκύριακο στο Λονγκ Άιλαντ· απόφαση που στηρίχτηκε στην υποψία περί άγνοιας του ελληνικού κοινού για το αμερικανικό αυτό τοπωνύμιο. Το αφήνω εδώ χωρίς περαιτέρω σχολιασμό).

ΜΟΝΤΟΚ

Ινδιάνικο όνομα· προσδιορίζει το βορειοανατολικό άκρο του Λονγκ Άιλαντ, σε απόσταση εκατόν δέκα μιλίων από το Μανχάταν. Να και η ημερομηνία:

11.5.1974

Η αναγνωστική ανάμνηση περιελάμβανε μια έντονα συναισθηματική πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός σαββατοκύριακου δύο εραστών στο Λονγκ Άιλαντ, δύο εραστών που γνωρίστηκαν κατά την παρουσία του Φρις στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, ένα επεισόδιο αυτοβιογραφικό, μια ημερολογιακής υφής καταγραφή εκ των υστέρων. Εκείνο το σαββατοκύριακο θα αποτελούσε το κύκνειο άσμα της σχέσης τους και η γνώση αυτή έριχνε διαρκώς τη σκιά της στην έρημη παραλία. Χρόνια μετά, όταν είδα ξανά την Αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού, αναγνώρισα την παραλία αυτή στην καρδιά του χειμώνα κρυμμένη καλά στον λαβύρινθο του μυαλού δύο άλλων εραστών.

Η ανάμνηση ήταν εν μέρει ακριβής. Η έντονα συναισθηματική πρωτοπρόσωπη αφήγηση ήταν εκεί, εναλλασσόταν όμως με μια πιο αποστασιοποιημένη τριτοπρόσωπη. Σε μια εποχή, όπως η σημερινή, που ακόμα μια λογοτεχνική υποκατηγορία, εκείνη της αυτομυθοπλασίας, έχει προστεθεί, το αφήγημα αυτό ευωδιάζει φρεσκάδα, τι και αν γράφτηκε μισό αιώνα πριν. Ακόμα μια απόδειξη πως οι ετικέτες φτάνουν με καθυστέρηση και συχνά χωρίς ιδιαίτερο νόημα. Σύντομα αποδείχτηκε πως η τριτοπρόσωπη αφήγηση, με την αντίστιξη μιας γραφής εγκεφαλικής μα ταυτοχρόνως ένθερμης, περνούσε σχεδόν απαρατήρητη, εκμεταλλευόμενη ακόμα και την πιο ισχνή χαραμάδα ώστε να ενσταλάξει το συναίσθημα μιας ερωτικής ιστορίας που ανήκει αμετάκλητα στο παρελθόν, ιστορία που εξ ανάγκης συμπυκνώθηκε για να χωρέσει σε μια ελάχιστη στιγμή. Καθόλου εντύπωση δεν μου προκάλεσε πως η ανάμνηση είχε να κάνει με μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, δεν ήταν, άλλωστε, η πρώτη φορά που κάτι τέτοιο μου συνέβη, που ένα εγώ προηγείτο μιας (ερωτικής) ιστορίας.

Αδυνατώ να θυμηθώ αν τότε μου είχε κάνει εντύπωση πως από τις γραμμές αυτές έλειπε παντελώς η ευθεία απεύθυνση σε εκείνη, πως οι σελίδες αυτές έμοιαζαν με εργόχειρο φτιαγμένο για να φυλαχτεί στο μπαούλο της μνήμης, με κάθε δυνατή προστασία από την αναπόφευκτη λήθη, που κατά βούληση αφαιρεί και προσθέτει, φέρνοντας τα πάντα στα μέτρα της αντοχής μας. Θυμάμαι, ωστόσο, να εντυπωσιάζομαι από το φειδωλό συναίσθημα, από την απόσταση που ο αφηγητής, ακόμα και σε πρώτο πρόσωπο, έπαιρνε, σε μια απόπειρα να αφαιρέσει το υποκειμενικό, να μην υποταχθεί στην ωραιοποίηση, στη συναισθηματικοποίηση που θα έκανε την ιστορία αυτή να γλιστρήσει σαν άμμος μέσα από την, καίτοι σφιχτά κλεισμένη, παλάμη, ένας γραφιάς, όπως αυτός, έχει επίγνωση των κινδύνων. Με ενόχλησαν ωστόσο οι παρεμβάσεις στο μεταφρασμένο κείμενο, οι επεξηγηματικές αγκύλες που διευκρίνιζαν και κατατόπιζαν, που αφαιρούσαν από το κείμενο προσθέτοντας, αλλοιώνοντας. Ας κατέβαζαν υποσημειώσεις, τοποθετημένες ιδανικά στο τέλος του βιβλίου, ας έβαζαν και τον τίτλο που διάλεξαν σε παρένθεση.

Ένιωσα ξανά το συναίσθημα της ανάγνωσης ενός βιβλίου του Φρις, το παγωμένο ηφαίστειο που, ανά πάσα στιγμή και χωρίς προειδοποίηση, είναι έτοιμο να εκραγεί, ο τρόπος με τον οποίο ένα ορθολογικό μυαλό αντιμετωπίζει την ύπαρξη, που αποφεύγει να αναζητήσει αιτιοκρατικές σχέσεις, υποταγμένο και κρυφά ευγνώμων στην τυχαιότητα και την αδυναμία εξήγησης.

Παρελκόμενο της ανάγνωσης του Homo Faber: ποτέ ξανά η διαδρομή Κόρινθος Αθήνα δεν είναι όπως συνήθιζε να είναι πριν.

Και αν το νήμα για τη Μπάχμαν ήταν μέρος της βιογραφίας του Φρις, εκείνο για τον Χάντκε ήταν ενδοκειμενικό. Με τα χρόνια είχα ξεχάσει διαβάζοντας ποιο βιβλίο του εντόπισα την αναφορά στην Αμέριμνη δυστυχία, ήταν εδώ, στη σελίδα 156, «Δεν λέω τίποτα· καμιά επίπληξη όταν παίρνει λάθος δρόμο: ORLY αντί για ORLEANS, δεν έγινε και καμιά καταστροφή, παράκαμψη μιας ώρας, μόνο που δεν φταίω εγώ γι' αυτό· αυτό την κάνει νευρική. Είμαι αποκαρδιωτικός, το ξέρω· κοιτάζω το τοπίο και δεν χρειάζεται να κατηγορήσω κανέναν· μιλάω (παραδείγματος χάριν) για τον Πέτερ Χάντκε, για το βιβλίο του ΑΜΕΡΙΜΝΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ, που μου έχει κάνει εντύπωση». Κάπως έτσι εγκατέλειψα πρόωρα εκείνο το καφέ που πια δεν υπάρχει για να κατεβώ τα σκαλιά του βιβλιοπωλείου, εξαντλημένο από τον εκδότη, απογοήτευση, διάλεξα ένα άλλο δικό του, Σύντομο γράμμα για ένα μεγάλο αποχαιρετισμό, το οποίο τελικά, παιχνίδια της τύχης, συνομιλούσε με το Μόντοκ, εγκαταλείποντας την ανατολική ακτή για την αμερικανική ενδοχώρα, η αφήγηση μιας αναζήτησης, το κυνήγι μιας τελευταίας ίσως ευκαιρίας για να μην καταρρεύσουν όλα.

Ο δρόμος της επιστροφής στο παρελθόν άνοιξε για τα καλά.

υγ. Για το Homo Faber περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Από το εργοστάσιο της ζάχαρης εδώ.

Μετάφραση Σώτη Τριανταφύλλου
Εκδόσεις Μελάνι

Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 2023

Από το εργοστάσιο της ζάχαρης - Dorothee Elmiger

Οι προτάσεις ξενόγλωσσης λογοτεχνίας των εκδόσεων Loggia έχουν κερδίσει την εκτίμησή μου, γεγονός που μου γεννά προσδοκίες με κάθε νέα κυκλοφορία. Έτσι συνέβη και με το βιβλίο αυτό, με τον παράδοξο τίτλο Από το εργοστάσιο της ζάχαρης της γεννημένης το 1985 στην Ελβετία Ντοροτέε Έλμιγκερ. Στους μήνες που μεσολάβησαν μέχρι την ανάγνωσή μου, αρκετοί έπαινοι ακούστηκαν για το βιβλίο αυτό, με πιο προκλητικό εκείνον που το συνέδεε με το Περί φυσικής της μελαγχολίας του Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ. Με τον Γκοσποντίνοφ, κάνοντας μια παρέκβαση, η αναγνωστική μου σχέση είναι λίγο ιδιόρρυθμη, παρότι ξεκίνησε με άκρατο ενθουσιασμό, η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη, αφού η οσμή προσωπικού στυλ υποχώρησε και στη θέση της ανέβλυσε εκείνη της μανιέρας, θέλω να πω πως κάθε ένα από τα επόμενα βιβλία του, μετά το Περί φυσικής της μελαγχολίας, μου άρεσε λιγότερο από το προηγούμενο.

Η παραπάνω σύνδεση με προϊδέασε ως προς τη μορφή που θα είχε το βιβλίο της Έλμιγκερ. Μια μεταμοντέρνα σύνθεση, με έντονο το προσωπικό στοιχείο, ανέμενα και αυτό συνάντησα. Αυτή η αναμονή δημιούργησε τον ορίζοντα προσδοκιών μου πριν την ανάγνωση, ενώ τοποθέτησε και κάποια σύννεφα επιφύλαξης. Δεν είναι εύκολο να μιλήσει κανείς για μυθιστορήματα όπως αυτό, κυρίως λόγω της έλλειψης μιας ευδιάκριτης πλοκής που υπό συνθήκες θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μια πύλη εισόδου σε ένα κείμενο παρουσίασης. Επίσης, σε βιβλία όπως αυτό, τα χαρακτηριστικά κατασκευής είναι εμφανή, με αποτέλεσμα η πλάστιγγα της δημιουργίας να γέρνει προς έναν χαρακτήρα μάλλον εγκεφαλικό, με ορατούς τους αρμούς, σαν το σεντόνι του ταχυδακτυλουργού να είναι διαφανές. Αλλά, ακόμα και αν ξεπεράσει κανείς αυτές τις δύο ιδιαιτερότητες, μια ακόμα εμφανίζεται και έχει να κάνει με την επίγευση στο πέρασμα των ημερών μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης. Τη στιγμή που συμβαίνει, η ανάγνωση διακατέχεται από έναν εντυπωσιασμό, η έμπνευση και η υλοποίηση, το κατακερματισμένο κείμενο, οι διακειμενικές αναφορές, οι παύσεις και οι επιταχύνσεις, τα νήματα της αφήγησης που μένουν μετέωρα για λιγότερο ή περισσότερο χρόνο, η οξυδέρκεια στην παρατήρηση, το αίσθημα μιας άναρχης γραφής που γοητεύει με την άνεση στη διαχείριση του πολυποίκιλου υλικού, ο φαινομενικά παροντικός και γραμμικός χρόνος της συγγραφής· όλα αυτά είναι στοιχεία που αγαπώ και αναζητώ. Πόσο όμως θα μπορούσε να αντέξει μια τέτοια κατασκευή στην αναγνωστική (μου) ανάμνηση;

Άφησα κάποιες μέρες να περάσουν μέχρι το κείμενο αυτό. Προβληματίστηκα, επίσης, αρκετά για το αν θα κατατάξω στα μυθιστορήματα το βιβλίο αυτό. Τελικώς αποφάσισα να το κάνω, παραμερίζοντας τις όποιες ενστάσεις, παρά τα δοκιμιακά και πειραματικά συστατικά που συμπορεύονται με τη μυθοπλασία. Αν ήθελε κανείς να είναι ακριβής, μάλλον θα αναφερόταν στο Από το εργοστάσιο της ζάχαρης ως μια προσεκτικά επιμελημένη συρραφή σημειώσεων για ένα ή περισσότερα πιθανά κείμενα, την οποία οδηγεί και καθορίζει η έρευνα της συγγραφέως (στον ρόλο της πρωτοπρόσωπης αφηγήτριας). Και πάλι όμως, ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν θα ήταν αρκετός για να περιγράψει με σαφήνεια τη σύνθεση ως όλον. Η διαδικασία της συγγραφής, η αποικιοκρατική ιστορία με κέντρο περιστροφής τη ζάχαρη, οι διακειμενικές αναφορές, μεταξύ των οποίων το φοβερό Μόντοκ του Μαξ Φρις, αλλά και μια ερωτική ιστορία αποτελούν τα κυρίως υλικά παρασκευής λογοτεχνίας εδώ. Παρότι υπάρχουν κάποια αμήχανα σημεία εναλλαγής, συνολικά το αφηγηματικό εύρημα της Έλμιγκερ λειτουργεί ικανοποιητικά και συντελεί καθοριστικά στην απόλαυση που κομίζει ο αναγνώστης.

Το κυρίως συγγραφικό παράσημο έγκειται στη φαινομενική χρονική αλληλουχία της γραφής. Η Έλμιγκερ πετυχαίνει να προσδώσει γραμμικότητα στον αφηγηματικό χρόνο, να πείσει τον αναγνώστη πως κάθε επόμενη πέτρα, στην οποία καταφεύγει, εμφανίστηκε ελάχιστα πριν εκείνη πραγματοποιήσει το επόμενο βήμα, χωρίς να γνωρίζει με σαφήνεια από πριν πού θα την οδηγήσει τελικά, παρότι κάτι τέτοιο με μια λογική προσέγγιση μοιάζει μάλλον απίθανο να συνέβη κατά αυτόν τον τρόπο και όχι ως αποτέλεσμα μιας καλά σχεδιασμένης εκ των υστέρων σύνθεσης του υλικού και με αρκετά ξεκάθαρη ιδέα για το σημείο άφιξης. Ο τρόπος με τον οποίο γράφεται το κείμενο επιτρέπει, επίσης, στον αναγνώστη να βιώσει την αίσθηση του κοιτάγματος από την κλειδαρότρυπα στο γραφείο εργασίας της συγγραφέως, παρότι κάτι τέτοιο μάλλον για ψευδαίσθηση πρόκειται ή αλλιώς για μια εικόνα όχι ακριβή. Γι' αυτό διέκρινα παραπάνω την επίγευση από τη γεύση της ανάγνωσης, τον συναισθηματικά σύγχρονο αναγνωστικό χρόνο από τη λογική της εκ των υστέρων επιστροφής στο μυθιστόρημα. Δεν είναι ωστόσο απλό ένας συγγραφέας να καταφέρει να οδηγήσει τον αναγνώστη σε συναισθηματικά εδάφη κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης και να τον απομακρύνει από μια διαρκή λογική αναρώτηση σχετικά με την κατασκευή, παρότι τα υλικά της σύνθεσης βρίσκονται διαρκώς εκεί μπροστά του, η μαγεία παραμένει.

Τα λογικά αυτά ερωτήματα έχουν έναν πιο γενικό, ειδολογικό μάλλον, χαρακτήρα, έχοντας να κάνουν με τη σύνθεση θραυσμάτων ως αφηγηματική τεχνική. Η Έλμιγκερ δεν τα καταφέρνει άσχημα, το αντίθετο. Η γοητεία της γραφής της είναι διαρκώς παρούσα ωθώντας τον αναγνώστη σε μια καταιγιστική ανάγνωση, που χαρακτηρίζεται από τον εντυπωσιασμό που προκαλεί το κάθε, λιγότερο ή περισσότερο, αναπάντεχο επόμενο βήμα. Επιπλέον, η αναφορά στις πηγές της, στα βιβλία εκείνα τα οποία συντρόφευαν και καθοδηγούσαν τη συγγραφή του μυθιστορήματος, προσδίδει μια ειλικρίνεια στη γραφή, επιτείνοντας την αίσθηση του ημερολογιακού χαρακτήρα της. Η συγγραφέας δεν προσπαθεί να συσκοτίσει τις ρίζες της έμπνευσής της, αλλά να τις φανερώσει, να τις τοποθετήσει σε ένα ράφι που θα τους χαρίζει τη μεγαλύτερη προβολή, αποτίοντας τον δικό της ιδιαίτερο φόρο τιμής στην προσωπική και δημιουργική διαμόρφωση μέσα από την ανάγνωση. Είμαι αυτά που διαβάζω, μοιάζει να λέει.

Προείπα πως ανάμεσα στις διακειμενικές αναφορές, σημαίνοντα ρόλο παίζει το Μόντοκ του Μαξ Φρις, βιβλίο που στα ελληνικά κυκλοφόρησε με τον τίτλο Μακρύ σαββατοκύριακο στο Λονγκ Άιλαντ, επιλογή που όπως επισημαίνεται στην έκδοση έγινε για να μην μπερδευτεί το ελληνικό κοινό, καθώς θεωρήθηκε πως το αμερικάνικο τοπωνύμιο δεν θα ήταν ιδιαιτέρως γνωστό. Μεγάλο μέρος της ερωτικής ιστορίας διαθέτει ευθείες αναλογίες με το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Ελβετού συγγραφέα, γεγονός που με ώθησε να το τραβήξω από τη βιβλιοθήκη για μια νέα, χρόνια μετά από την τελευταία, ανάγνωση. Έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στα βιβλία εκείνα που με γενναιοδωρία προσφέρουν αναγνωστικά νήματα. Αυτό το νήμα ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους, παρά τις όποιες ενστάσεις εξέφρασα παραπάνω, απόλαυσα ιδιαίτερα το βιβλίο αυτό, αφού το βιβλίο του Φρις λειτούργησε ως ένα κοινό αναγνωστικό έδαφος, γεγονός που οδήγησε στην ανάσυρση μιας παλιάς αναγνωστικής μνήμης με όλα τα απροσδόκητα παραφερνάλια που μια ανάμνηση σέρνει ξοπίσω της. Νήμα με το (αναγνωστικό μου) παρελθόν που κυριάρχησε εν τέλει στην επίγευση που το Από το εργοστάσιο της ζάχαρης μου άφησε, μαζί με τη γοητεία της σύνθεσης κατά την ανάγνωση. Τελικά, η λογική υπέστη κατάφωρο πλήγμα, το αναγνωστικό συναίσθημα επικράτησε. Θα ήθελα ωστόσο να διαβάσω και άλλα βιβλία της Έλμιγκερ, ελπίζοντας πως οι επιφυλάξεις που με τη λογική νιώθω να καταπέσουν με κρότο.

υγ. Για το Περί φυσικής της μελαγχολίας περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Μόντοκ του Φρις εν καιρώ.

Μετάφραση Γιάννης Καλιφατίδης
Εκδόσεις Loggia

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2022

Δέκα μικρές αναρχικές - Daniel de Roulet

 

Μέσα σε λίγες μέρες, δύο άτομα μου μίλησαν με ενθουσιασμό για το βιβλίο του Ντανιέλ ντε Ρουλέ. Τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τη λάμψη στα μάτια εκείνου που διάβασε ένα βιβλίο και του άρεσε πολύ, κανένα κείμενο παρουσίασης και καμία επεξεργασμένη φωτογραφία. Αναγνωστικός επαναπρογραμματισμός.

Ήμασταν δέκα και στο τέλος έμεινε μόνο μία. Ονομάζομαι Βαλεντίν Γκριμ, γεννήθηκα στις 30 Νοεμβρίου 1845. Είμαι η μικρότερη από τις αδερφές Γκριμ. Στα εξήντα τέσσερα μου χρόνια, είμαι στην ηλικία να κάνω τον απολογισμό μου.

Η ιστορία των δέκα γυναικών ξεκινάει στη μικρή ελβετική πόλη του Σεντ-Ιμιέ, στα μέσα του 19ου αιώνα. Η ωρολογοποιία αποτελεί την κύρια απασχόληση του πληθυσμού, οι πολιτικές ζυμώσεις βρίσκονται σε εξέλιξη, το κλίμα είναι τεταμένο. Το περιβάλλον είναι ασφυκτικό, η καταπίεση δεν έρχεται μόνο από τους ισχυρούς, οι ηρωίδες δεν είναι μόνο φτωχές αλλά και γυναίκες. Επηρεάζονται από τις ιδέες της ελευθερίας, αρνούνται να ζήσουν στο δεδομένο πλαίσιο, αποφασίζουν να αφήσουν πίσω τους τη γενέθλια γη και να πάρουν τις τύχες στα χέρια τους, να επιδιώξουν να ζήσουν σύμφωνα με τις δικές τους επιθυμίες. Γνωρίζουν καλά πως τίποτα δεν πρόκειται να τους χαριστεί, όχι χωρίς αγώνα, όχι χωρίς σκληρή δουλειά. Δελεάζονται από τις αγγελίες μετανάστευσης στην Παταγονία, στις εσχατιές του κόσμου, χιλιάδες μίλια μακριά, οραματίζονται έναν κόσμο που να έχει χώρο και για εκείνες. Μαζεύουν τα ελάχιστα υπάρχοντά τους και σαλπάρουν.

Αρχική πρόθεση του συγγραφέα ήταν να συντάξει ένα χρονικό της ελβετικής μετανάστευσης κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα με αφορμή ένα οχτάμηνο ταξίδι που σχεδίαζε να κάνει στην αμερικανική ήπειρο. Στο πλαίσιο της έρευνας είδε το σύγχρονο αφήγημα περί μιας διαχρονικής ευημερίας να καταρρέει με πάταγο, διάβασε ιστορίες σκληρές, ανθρώπων που αναγκάστηκαν να φύγουν μέχρι τα πέρατα του κόσμου αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Την ιστορία τη γράφουν οι δυνατοί και επιτυχημένοι, αυτό συμβαίνει και με τη μετανάστευση. Ο ντε Ρουλέ βρήκε τελικά καταφύγιο στη μυθοπλασία στηριζόμενος εν πολλοίς σε πραγματικά γεγονότα και συνδέοντας διάφορα ιστορικά συμβάντα, συνέθεσε την ιστορία δέκα γυναικών που εγκατέλειψαν το Σεντ-Ιμιέ. Αφηγήτρια η Βαλεντίν, η τελευταία που απέμεινε, έχοντας την «υποχρέωση» να αποτυπώσει τη μαρτυρία, να υψώσει ένα ανάχωμα απέναντι στην επιχειρούμενη λήθη.

Ο συγγραφέας κάνει ένα έξυπνο αφηγηματικό τρικ που αποδεικνύεται ιδιαιτέρως λειτουργικό. Δεν καταφεύγει σε έναν παντογνώστη αφηγητή, αρνείται τη συναισθηματική και βιωματική απόσταση, δίνει τον ρόλο αυτό στη Βαλεντίν. Έχοντας ωστόσο ως στόχο τη μαρτυρία, την απομακρύνει από το υποκειμενικό πρώτο πρόσωπο, στο οποίο μόνο σποραδικά και ως υπενθύμιση επανέρχεται κατά την αφήγηση. Αυτό το τρικ δικαιολογεί διάφορες αφηγηματικές επιλογές, κυρίως δίνει χώρο στη νοσταλγία, το συναίσθημα και τον ιδεαλισμό χωρίς να βαραίνει το τελικό αποτέλεσμα, χωρίς να το καθιστά μελό και απλοϊκό. Επίσης, απαλλάσσει το μυθιστόρημα από μια στεγνή πολιτική και ιδεολογική στράτευση, χωρίς ωστόσο να του στερεί τους συγκεκριμένους άξονες, ισορροπώντας επιτυχώς ανάμεσα στη μαρτυρία και τη μυθοπλασία. Δεν καταλήγει να είναι μια μπροσούρα, αλλά ένα πολιτικό μυθιστόρημα. Μέσα από την ιστορία των δέκα αυτών γυναικών, ο συγγραφέας βρίσκει τον χώρο να αφηγηθεί μια ιστορία διαχρονική και οικουμενική, την ιστορία των καταπιεσμένων που με πείσμα μάχονται για μια καλύτερη ζωή σύμφωνα με τις δικές τους αρχές και επιδιώξεις.

Η αφήγηση της  Βαλεντίν διαθέτει την αυτοπεποίθηση ενός ανθρώπου που έζησε σύμφωνα με τις δικές της επιλογές, που ύψωσε το ανάστημά της και αρνήθηκε να ακολουθήσει μια προδιαγεγραμμένη πορεία ζωής, σηκώνοντας τους ώμους και σκύβοντας το κεφάλι με μια διάθεση μοιρολατρική. Δεν υπάρχει χώρος για λύπηση ή για συμπόνια εδώ. Η Βαλεντίν δεν έχει την ανάγκη να απολογηθεί ή να δικαιολογήσει, πόσο μάλλον να διδάξει ή να πείσει για το ορθό των επιλογών της. Αυτό απαλλάσσει πλήρως το μυθιστόρημα από τη μέγγενη του συναισθηματικού εκβιασμού, κάτι το οποίο συμβάλλει στη μεγιστοποίηση της αναγνωστικής απόλαυσης. Ο ντε Ρουλέ δεν καταφεύγει σε ευκολίες ηρωοποίησης ή ωραιοποίησης προσώπων ή καταστάσεων. Συνδυάζει υπέροχα το αποτέλεσμα της προσωπικής έρευνας με τη μυθοπλασία, στα χνάρια σπουδαίων πρωτοπόρων του συγκεκριμένου είδους, χωνεύοντας ομαλά τις πηγές και τις διακειμενικές αναφορές, χωρίς αυτό να γίνεται βεβιασμένα ή σε βάρος της λογοτεχνίας, ενώ, ταυτόχρονα, κατασκευάζει μια πειστική αφηγηματική φωνή που του επιτρέπει να αποδώσει το κλίμα της εποχής, χωρίς να επιχειρεί να ενδυθεί τον μανδύα του ιστορικού.

Αποτυχημένος είναι ο αγώνας που δεν δόθηκε. Αυτό αποτελεί το κυρίαρχο μήνυμα που η ιστορία αυτή φέρει στον πυρήνα της. Οι Δέκα μικρές αναρχικές είναι ένα βιβλίο που αποπνέει, σε πείσμα της αποτυχίας και της ματαίωσης, μια διάχυτη αισιοδοξία, αισιοδοξία που απορρέει από την επιμονή στη χάραξη ενός προσωπικού μονοπατιού, παρά το σκληρό τίμημα.

Μετάφραση Γιώργος Χαραλαμπίτας
Εκδόσεις των συναδέλφων

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2021

Η τρυφερή αδιαφορία του κόσμου - Peter Stamm

Η τρυφερή αδιαφορία του κόσμου είναι ένας από τους πιο όμορφους τίτλους βιβλίων που μπορώ ν' ανακαλέσω. Ο τίτλος ενός βιβλίου, ενός έργου τέχνης γενικότερα, αποτελεί οργανικό μέρος του συνόλου, καίτοι συχνά παραγνωρισμένο, στη σκιά δευτερευόντων συστατικών όπως το εξώφυλλο ή η έκδοση εν γένει. Σημαντικός, όχι μόνο γιατί συνοψίζει το θέμα ή αποτυπώνει την ατμόσφαιρα του κειμένου, αλλά κύρια για την ομορφιά ή το μήνυμα που φέρει σε αυτονομία, για το συναίσθημα που γεννά, για την ποιητική συμπύκνωση που ενίοτε μέσω αυτού επιτυγχάνεται. Η εύρεση ενός τίτλου είναι ζήτημα ταλέντου και έμπνευσης. Και ναι, θα διάβαζα  ένα βιβλίο για τον τίτλο του, και τίποτα κακό σ' αυτό δεν βρίσκω. Λίγο νωρίτερα από το βιβλίο του Σταμ είχε κυκλοφορήσει μια συλλογή διηγημάτων ενός ακόμα γερμανόφωνου συγγραφέα, του Κλέμενς Ζετς, με τον επίσης υπέροχο τίτλο Η παρηγοριά των στρογγυλών πραγμάτων (μτφρ. Χρήστος Αστερίου, εκδόσεις Gutenberg). Και οι δύο τίτλοι μέσα μου ήρθαν και κούμπωσαν και έγιναν ένα: Η τρυφερή αδιαφορία του κόσμου και Η παρηγοριά των στρογγυλών πραγμάτων.

Ο Κρίστοφ, ηλικιωμένος μεσήλικας, ακολουθεί μια νεαρή γυναίκα. Η Μαγκνταλένα, που κανείς δεν τη φωνάζει έτσι και συστήνεται ως Λένα, δείγμα πως τα χρόνια έχουν περάσει και κάποια ονόματα ακούγονται πια παρωχημένα, πομπώδη ίσως και μακριά για την εποχή, είναι ηθοποιός. Βρίσκεται στη Στοκχόλμη με τον σύντροφό της, που παρακολουθεί ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής με θέμα το τηλεοπτικό και το κινηματογραφικό σενάριο, παρότι επιθυμία του είναι να γράψει λογοτεχνία, ας όψεται όμως το ζήτημα του βιοπορισμού. Τον λένε Κρις, από το Κρίστοφ. Ο Κρίστοφ αφήνει ένα μήνυμα για εκείνη στη ρεσεψιόν· «Παρακαλώ συναντήστε με αύριο στις δύο το μεσημέρι στο νεκροταφείο Σκουγκσιρκογκόρντεν. Θα ήθελα να σας διηγηθώ μια ιστορία». Εκείνη, αν και αργοπορημένη, θα εμφανιστεί. Ο Κρίστοφ κάποτε υπήρξε συγγραφέας. Χρόνια πριν, όταν ήταν στην ηλικία του Κρις, έγραψε ένα βιβλίο με θέμα τη σχέση του με τη Μαγκνταλένα, την κάποτε κοπέλα του, που τον άφησε. Το βιβλίο έκανε μεγάλη επιτυχία, όμως εκείνος ποτέ δεν μπόρεσε να γράψει κάτι άλλο. Αυτό είναι μέρος της ιστορίας που ο Κρίστοφ επιθυμεί να αφηγηθεί στη Λένα, της ιστορίας του, που περνά μπροστά από τα μάτια του ξανά, και θέλει τα πράγματα να εξελιχθούν με τρόπο διαφορετικό.

Η τρυφερή αδιαφορία του κόσμου είναι από εκείνα τα μυθιστορήματα που στηρίζονται σε μια κεντρική ιδέα, συνήθως πρωτότυπη, το αποκαλούμενο και συγγραφικό εύρημα. Το εύρημα αποτελεί ευχή και κατάρα για τον συγγραφέα. Κινητοποιεί και περιχαρακώνει το γράψιμο, το μετατρέπει σε κάποιου είδους εγκεφαλικό παιχνίδι, το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας καταναλώνεται για να εξυπηρετήσει το εύρημα αυτό, όμως, πολλές φορές, εγκλωβίζει και οδηγεί σε αδιέξοδα, έτσι, για χάρη της αρχικής ιδέας θυσιάζεται το τελικό αποτέλεσμα, αφού η λάμψη της, όσο έντονη και αν είναι, είναι καταδικασμένη αργά ή γρήγορα να ατονίσει και να χαθεί. Η αποκάλυψη του ευρήματος του Σταμ θα στερούσε από τον υποψήφιο αναγνώστη μεγάλο μέρος της απόλαυσης, έτσι όπως θα απέκλειε το στοιχείο της έκπληξης και θα τον οδηγούσε υποψιασμένο στις σελίδες του μυθιστορήματος, και κάτι τέτοιο δεν θα ήταν σε καμία περίπτωση δίκαιο. Εκείνο το οποίο όμως με ασφάλεια θα μπορούσε κανείς να πει είναι πως πίσω από το όποιο εύρημα, που περισσότερο αποτελεί τεχνικό και όχι συναισθηματικό κομμάτι της ιστορίας, εκείνο που το μυθιστόρημα του Σταμ διαπραγματεύεται είναι ο στοχασμός σχετικά με την παρελθούσα ζωή, το ταμείο το οποίο καθώς μεγαλώνει κανείς γίνεται ολοένα και πιο απαιτητικό και δύσκολο στη διαχείριση του, έτσι όπως οι δυνάμεις εξασθενούν και το τέλος πλησιάζει.

Το μυθιστόρημα του Σταμ μοιάζει να ισορροπεί ανάμεσα στη γοητεία και την επιτήδευση με την οποία προοδεύει η πλοκή, καθώς ο αναγνώστης, καλώς ή κακώς, διαρκώς έχει κατά νου τον έλεγχο της λειτουργικότητας και της πειστικότητας του ευρήματος, άπαξ και αυτό αποκαλυφθεί, έτσι όπως το θεωρεί δεδομένο και ίσως ρεαλιστικό. Όμως, ίσως όχι και τόσο έντεχνα, και εκεί κρύβεται μια ένσταση ως προς την υλοποίηση της αρχικής ιδέας, η σύγχυση που επικρατεί, σύγχυση όπως αυτή που έχει κανείς καθώς ξυπνάει στη μέση της νύχτας και δεν είναι σίγουρος για το πού βρίσκεται η γραμμή ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, ή η σύγχυση ενός μυαλού κουρασμένου πια, είναι που καθιστά το εύρημα περισσότερο μια διαφυγή ή μια δυνατότητα. Το εύρημα μετατρέπεται έτσι σε μια εναλλακτική δίοδο αφήγησης και απομακρύνεται από τον συνήθη στείρο εντυπωσιασμό που τέτοιου είδους ευρήματα φέρουν. Και κάπως έτσι η συζήτηση επανέρχεται σε λημέρια γνώριμα, εκεί που οι ιστορίες έχουν από καιρό πια ειπωθεί, και εκείνο που απομένει να εκπλήξει και να γοητεύσει είναι ο τρόπος με τον οποίο επαναλαμβάνονται. Ο Σταμ έξυπνα επιλέγει το πρώτο αφηγηματικό πρόσωπο, την υποκειμενική ματιά του Κρίστοφ στη δική του ιστορία. Πετυχαίνει, και αυτό είναι πράγματι σπουδαίο και δύσκολο στην επίτευξή του, να μπολιάσει στο εγκεφαλικό κατασκεύασμα, που το εύρημά του του επιβάλλει, το συναίσθημα, να αποτυπώσει την υπαρξιακή αγωνία του ήρωά του, μέσω μιας αφήγησης που χαρακτηρίζεται από ειλικρίνεια και εξ αυτής πηγάζει αβίαστα η λυρικότητα που συντροφεύει τη νοσταλγία.

Ανάμεσα σε τόσες νέες κυκλοφορίες, Η τρυφερή αδιαφορία του κόσμου διαθέτει κάτι το ξεχωριστό, κάτι ικανό να τη διατηρήσει στην αναγνωστική μνήμη, που δεν είναι το εύρημα αυτό καθεαυτό, όπως θα ανέμενε κανείς, αλλά η χρήση του, ο τρόπος με τον οποίο ο Σταμ πετυχαίνει να μετατρέψει ένα τέχνημα σε λογοτεχνία. Ένα αξιοπρόσεχτο μυθιστόρημα.

υγ. Για τη συλλογή διηγημάτων του Ζετς, Η παρηγοριά των στρογγυλών πραγμάτων, μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ.

Μετάφραση Μαριάννα Τσάτσου
Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2021

Η εξαφάνιση της Στέφανι Μέιλερ - Joël Dicker

Βιβλία όπως Η εξαφάνιση της Στέφανι Μέιλερ συνηθίζω να τα κρατάω κάβα περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή. Η στιγμή εκείνη διακρίνεται συνήθως από μια ενοχλητική αναγνωστική αμφιθυμία· έντονη επιθυμία για διάβασμα και αδυναμία συγκέντρωσης, αυτά είναι τα χαρακτηριστικά της. Τότε είναι που βιβλία όπως αυτά που γράφει ο Ντικέρ χρησιμοποιούνται ως μια ιδιότυπη μορφή θεραπείας, καθώς διαθέτουν τα εξής απαραίτητα συστατικά: είναι πολυσέλιδα, γεγονός το οποίο κρίνεται ως υψίστης σημασίας στην ικανοποίηση της έντονης επιθυμίας για διάβασμα, καθώς η έκτασή τους λειτουργεί κατά αντιστοιχία με τις τηλεοπτικές σειρές, συντελώντας στο κτίσιμο μιας παράλληλης πραγματικότητας· η επίλυση του μυστηρίου και -κυρίως- ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας οδηγεί την πλοκή προς τα εκεί είναι στοιχεία ικανά να επιβάλλουν την αναγνωστική συγκέντρωση και να προσφέρουν τη ζητούμενη αποκοπή από την πραγματικότητα· η ποιότητα των ανατροπών και των ευρημάτων αποκαλύπτουν μια οργιώδη φαντασία, γεγονός αδιαμφισβήτητα θελκτικό. 

Υπάρχει ένας παρεξηγημένος όρος σχετικά με τη λογοτεχνία, κυρίως την ευπώλητη, εκείνος που στα αγγλικά αποδίδεται ως page-turner και που συνήθως χρησιμοποιείται μάλλον υποτιμητικά για να χαρακτηρίσει κάποιο βιβλίο. Δεν είναι όμως έτσι. Δεν είναι ούτε εύκολο ούτε απλό να γράψει κάποιος ένα βιβλίο το οποίο να καταφέρνει να διατηρήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Τα περισσότερα βιβλία τα οποία χαρακτηρίζονται ως page-turner προσωπικά τα βρίσκω βαρετά και κακογραμμένα, γεγονός το οποίο κάθε άλλο παρά γρήγορα κάνει τις σελίδες τους να γυρίζουν. Ευκολοδιάβαστο δεν γίνεται ένα βιβλίο επειδή είναι γραμμένο σε απλή γλώσσα και με περίσσεια αποσιωπητικών, ούτε επειδή εκδίδεται με μεγάλη γραμματοσειρά, κάτι τέτοιο δεν αρκεί. Ευκολοδιάβαστο είναι ένα βιβλίο όταν η ανάγνωσή του ρέει αβίαστα ενώ ταυτόχρονα επιτείνει διαρκώς την επιθυμία τού αναγνώστη να διαβάσει ακόμα μία σελίδα. Για να το θέσω και αλλιώς: το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο είναι ένα από τα πιο πορωτικά page-turner μυθιστορήματα που έχω διαβάσει. Ένα τέτοιο βιβλίο είχα ανάγκη: πολυσέλιδο, με αστυνομική πλοκή και οργιώδη φαντασία. Τέτοια βιβλία γράφει ο Ντικέρ. Έτσι, τράβηξα από το ράφι την Εξαφάνιση της Στέφανι Μέιλερ.

Στις 30 Ιουλίου του 1994, η Όρφια, μια μικρή, παραθαλάσσια πόλη, συγκλονίζεται από ένα στυγερό έγκλημα. Ο δήμαρχος και η οικογένειά του δολοφονούνται στο σπίτι τους, όπως και μια γυναίκα που περνούσε τυχαία από εκεί τη στιγμή του εγκλήματος. Είναι η μέρα των εγκαινίων του πρώτου φεστιβάλ θεάτρου που διοργανώνεται στην πόλη. Την υπόθεση αναλαμβάνουν να διαλευκάνουν δύο νέοι και φιλόδοξοι αστυνομικοί, ο Τζέσσι Ρόζενμπεργκ και ο Ντέρεκ Σκοτ. Φέρνουν εις πέρας την αποστολή, η υπόθεση κλείνει και εκείνοι απολαμβάνουν τους επαίνους και τα παράσημα που αναλογούν στην επιτυχία τους. Είκοσι χρόνια αργότερα και ενώ στο αστυνομικό τμήμα που υπηρετεί ο Τζέσσι λαμβάνει χώρα η τελετή συνταξιοδότησής του, θα εμφανιστεί η δημοσιογράφος Στέφανι Μέιλερ για να του αποκαλύψει πως, σύμφωνα με τη δική της έρευνα, ο δράστης της δολοφονίας εκείνης ήταν άλλος. Ο Τζέσσι, αν και αρνείται να της παραδώσει τον φάκελο της υπόθεσης, μπαίνει σε σκέψεις. Όταν θα την αναζητήσει θα διαπιστώσει πως έχει εξαφανιστεί μυστηριωδώς.

Η σταδιακή αποκάλυψη των προ εικοσαετίας γεγονότων και η εν εξελίξει έρευνα με αφορμή την εξαφάνιση της Μέιλερ αποτελούν τις δύο βασικές ιστορίες, που, αν και συμπληρωματικές, λειτουργούν ως ένα βαθμό αυτόνομες. Ο Ντικέρ στήνει την αφήγησή του μαεστρικά, με διαρκή μπρος-πίσω στον χρόνο, δίνοντας τον ρόλο του πρωτοπρόσωπου αφηγητή στους βασικούς χαρακτήρες της πλοκής, με ευφάνταστα και -κυρίως- λειτουργικά ευρήματα και ανατροπές, οδηγώντας, έτσι, τον αναγνώστη προς τη λύση της υπόθεσης. Αυτό, όμως, που πετυχαίνει ο γεννημένος στην Ελβετία συγγραφέας, και το οποίο καθιστά τα βιβλία του ξεχωριστά για το είδος τους, είναι πως δεν περιορίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη αποκλειστικά και μόνο στην επίλυση της υπόθεσης, την εύρεση, δηλαδή, του δολοφόνου στην προκειμένη περίπτωση. Έτσι, η αστυνομική πλοκή αποτελεί ταυτόχρονα πρόσχημα αλλά και ζητούμενο. Σε αυτό βοηθούν οι διάφορες υποϊστορίες και οι καλοσχηματισμένοι χαρακτήρες, για τους οποίους η γνώση και το ενδιαφέρον μας εκτείνονται αρκετά πέρα από την απλή σχέση τους με την κυρίως υπόθεση. Ο Ντικέρ πετυχαίνει να υπερβεί αρκετούς από τους περιορισμούς της αστυνομικής λογοτεχνίας, τη στιγμή που χρησιμοποιεί όλα τα χαρακτηριστικά της, μη διστάζοντας όμως την ίδια στιγμή να την υπονομεύσει. 

Εκείνο που περισσότερο εντυπωσιάζει είναι η οργιώδης φαντασία του Ντικέρ, η οποία όμως δεν θα ήταν αρκετή αν δεν συνοδευόταν από μια ευφυή σύνδεση μεταξύ των ιστοριών και των ευρημάτων. Ο τρόπος με τον οποίο οργανώνει και υποτάσσει τη φαντασία του, που διαρκώς μοιάζει να γεννά παρακλάδια, είναι αξιοθαύμαστος και ζηλευτός. Το δωμάτιο του συγγραφέα τίποτα δεν έχει να ζηλέψει από το δωμάτιο της αστυνομικής έρευνας, έτσι όπως αυτό αποτυπώνεται συνήθως, με τους τοίχους του γεμάτους από χαρτιά, φωτογραφίες και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Τα περισσότερα αστυνομικά μυθιστορήματα διαθέτουν συνήθως μία βασική ανατροπή και έναν κύριο πρωταγωνιστή (συνήθως τον αστυνόμο-ντέτεκτιβ). Η εξαφάνιση της Στέφανι Μέιλερ δεν είναι όμως ένα τυπικό αστυνομικό μυθιστόρημα, κάτι το οποίο ισχύει και για τα προηγούμενα βιβλία του Ντικέρ, τα οποία χαρακτηρίζονται από έναν πλουραλισμό, ο οποίος όμως λειτουργεί χωρίς να κουράζει τον αναγνώστη. Τα βιβλία του Ντικέρ διαθέτουν πάντοτε και μια βιβλιοφιλική διάσταση, έστω και κάπως ιδιότυπα λοξή, έτσι και εδώ, έχουμε έναν πρώην αστυνομικό διευθυντή που παρατά το σώμα και αφιερώνει τη ζωή του στη συγγραφή ενός θεατρικού έργου που θα είναι ό,τι σπουδαιότερο έχει ποτέ ανεβεί στη σκηνή, αλλά και έναν διάσημο κριτικό της Νέας Υόρκης, η παρουσία του οποίου δίνει στον συγγραφέα την ευκαιρία να μιλήσει για τον κόσμο της γραφής και των εκδόσεων. Οι δύο αυτές υποϊστορίες λειτουργούν αρκετά προβοκατόρικα.

Ένα ακόμα σημείο παρεξήγησης σχετικά -κυρίως- με την αστυνομική λογοτεχνία, στην οποία και ανήκουν τα βιβλία του Ντικέρ, είναι εκείνο της αληθοφάνειας και της σύγχυσης αυτής με την πραγματικότητα, όπως ο κάθε αναγνώστης τουλάχιστον την αντιλαμβάνεται και την ορίζει, αν δηλαδή οι ανατροπές και η τελική λύση της πλοκής είναι εφικτές ή όχι. Η υπερβολή είναι έννοια σύμφυτη με τη λογοτεχνία, αρκεί και μόνο να σκεφτεί κανείς τους μεγάλους λογοτεχνικούς έρωτες για παράδειγμα. Ο αναγνώστης αστυνομικής λογοτεχνίας αναζητά έναν καλό γρίφο, ξέρει, και αποδέχεται, πως ο συγγραφέας θα επιχειρήσει να τον ξεγελάσει και να τον παραπλανήσει, αυτή είναι η σύμβαση του είδους. Εδώ εντοπίζεται η παρεξήγηση κατά τη γνώμη μου, στον διαφορετικό για κάθε αναγνώστη βαθμό που πείθεται τόσο από τις ανατροπές όσο και -κυρίως- από την τελική λύση, κάτι το οποίο έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με το κατά πόσο το μυθιστόρημα περιορίζεται και στήνεται αποκλειστικά γύρω από αυτές. Η περίπτωση του Ντικέρ είναι όμως διαφορετική ακριβώς γιατί, και παρότι επενδύει σε μια σύνθετη πλοκή, δεν περιορίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη στο ποιος το έκανε (και στις όσες ανατροπές προηγούνται αυτής της αποκάλυψης) αλλά, ακριβώς μέσω της σύνθετης αυτής πλοκής, καταφέρνει να διασπάσει το αναγνωστικό ενδιαφέρον.

Η εξαφάνιση της Στέφανι Μέιλερ ήταν ακριβώς το βιβλίο που χρειαζόμουν εκείνη τη δεδομένη στιγμή και η μετάφραση της Μυρτώς Καλοφωλιά συνετέλεσε καθοριστικά σε αυτό.

Μετάφραση Μυρτώ Καλοφωλιά
Εκδόσεις Πατάκη             

Δευτέρα 14 Μαΐου 2018

Μοντεχρίστο - Martin Suter





Το χρονικό μιας απογοήτευσης.

Είναι δεδομένη η αγάπη μου για τους γερμανόφωνους Ελβετούς συγγραφείς, κι υπεύθυνοι γι' αυτό είναι κυρίως ο Ντύρενματ και ο Φρις. Το όνομα του Ντύρενματ στο εξώφυλλο με έκανε να πιάσω το βιβλίο στο χέρια μου και να το ξεφυλλίσω. Παρότι η υπόθεση δεν μου κέντρισε το ενδιαφέρον, αποφάσισα να διαβάσω το βιβλίο εξαιτίας μίας αντικειμενικά παράδοξης προσδοκίας, ότι μία αδιάφορη υπόθεση στα χέρια κάποιου που παρομοιάζεται με τον Ντύρενματ μπορεί να αποδειχτεί ιδανική, έτσι σκέφτηκα.
Ένας πωρωμένος βιντεοδημοσιογράφος θα κατέβαινε και θα κινηματογραφούσε από κοντά το ανθρώπινο κουβάρι που ήταν πεσμένο εκεί. Ο Γιόνας όμως δεν ήταν πωρωμένος. Δεν ήταν κανονικός βιντεοδημοσιογράφος. Απλώς βρέθηκε στο επάγγελμα εξαιτίας μιας σειράς συμπτώσεων. Ήταν μόνο ένας ενδιάμεσος σταθμός της διαδρομής που θα τον οδηγούσε στην σκηνοθεσία.
Ήδη από τις πρώτες σελίδες η γλώσσα με απογοήτευσε, απλοϊκή και επίπεδη. Είπα όμως να δώσω μία ευκαιρία. Στις πρώτες πενήντα περίπου σελίδες αποφάσισα να αντιμετωπίσω το μυθιστόρημα του Ζούτερ ως ένα απλό μυθιστόρημα δράσης και ανατροπών, υπάρχουν άλλωστε αρκετά αξιόλογα παραδείγματα λογοτεχνίας σε αυτή την κατηγορία. Λίγο μετά τα μισά το πήρα απόφαση πως αυτό το βιβλίο ήταν αδιάφορο, και τίποτα χειρότερο δεν υπάρχει από ένα αδιάφορο βιβλίο.

Βεβιασμένες και αναμενόμενες ανατροπές, μπουκωμένη πλοκή από συμπτώσεις και σκηνές δράσης, συνωμοσιολογία και έρωτας, χαρακτήρες επίπεδοι και άψυχοι. Η όποια παρομοίωση με τον σπουδαίο Ντύρενματ αποπνέει ιεροσυλία, ένα κατασκεύασμα μάρκετινγκ, το οποίο δεν επιτελεί καν τον σκοπό του, καθώς απευθύνεται στο λάθος αναγνωστικό κοινό.

Είχα καιρό να διαβάσω ένα τόσο αδιάφορο βιβλίο, είχα καιρό να μη νιώσω έστω κάτι, να σκεφτώ έστω κάτι άσχετο παράλληλα με την ανάγνωση, μία διεκπεραίωση αναγνωστική απλώς και μόνο επειδή δεν μου ταιριάζει να παρατάω βιβλία στη μέση.

Μετάφραση Γιώτα Λαγουδάκου
Εκδόσεις Πατάκης

Πέμπτη 16 Νοεμβρίου 2017

Η βλάβη - Friedrich Dürrenmatt





Ήταν Σάββατο, αν και συνήθως είναι Κυριακή όταν βγαίνω για κυνήγι βιβλίου, αλλά αυτό δεν έχει σημασία στην ιστορία μας. Περπατούσα στα στενά του κέντρου, λοιπόν, όταν είδα ένα ταπεινό πανί, μικρού εμβαδoύ, απλωμένο στον πεζόδρομο στο τέλος της Ηφαίστου με λίγα βιβλία πάνω του. Πλησιάζω με ελάχιστες προσδοκίες, το μάτι μου πέφτει κατευθείαν στη Βλάβη του Ντύρενματ. Καταπίνω τον ενθουσιασμό μου, παίρνω το πλέον αδιάφορο ύφος, κάνω βαθύ κάθισμα και αρχίζω να χαζεύω τα βιβλία, χωρίς να χάσω στιγμή το αντικείμενο του πόθου από το οπτικό μου πεδίο. Ο πωλητής με προτρέπει: ένα ευρώ το ένα. Το αγόρασα.

Επιτρέψτε μου να σας δώσω μία συμβουλή: μην αφήνετε ποτέ τον ενθουσιασμό σας να φανεί όταν βρίσκετε έναν θησαυρό μπροστά από κάποιον πάγκο με μεταχειρισμένα βιβλία, καθώς διακινδυνεύετε την εκτόξευση της τιμής του στα ύψη. Ας ξεκαθαρίσω πως η συγκεκριμένη συμβουλή έχει εφαρμογή όταν ο πωλητής δεν ξέρει τι είναι αυτό που πουλάει, ενώ στα ενημερωμένα παλαιοβιβλιοπωλεία ο θησαυρός έχει και το ανάλογο αντίτιμο, αν και πάντα υπάρχει ένα περιθώριο για παζάρια.

Η Βλάβη, που χρόνια αναζητούσα και ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά μου, για να δώσει κάπως έτσι στο Σάββατο εκείνο άλλη τροπή από την προγραμματισμένη, επιστροφή στο σπίτι, γρήρορο φαγητό και καναπές. Αργότερα ήρθαν οι δικαιολογίες, όχι και πολύ πειστικές, σ' εκείνους που έστησα και ποτέ δεν ενημέρωσα, πράγμα που με απασχόλησε μόνο όταν σηκώθηκα πια από τον καναπέ. Αργότερα το ίδιο βράδυ αναλογιζόμουν πόσο καιρό είχα να διαβάσω ένα ολόκληρο βιβλίο (έστω και εβδομήντα σελίδων) σε μία μόνο μέρα, κατέληξα πως δεν θυμόμουν και άρα πρέπει να ήταν μεγάλο χρονικό διάστημα, και δικαιολόγησα τον εαυτό μου πως παρασύρθηκα από τον ενθουσιασμό μου και καταπάτησα την αναγνωστική μου αρχή, που λέει πως πρέπει να κοιμάσαι τουλάχιστον ένα βράδυ με το βιβλίο που διαβάζεις πριν το τελειώσεις, έτσι ώστε οι υποθέσεις σχετικά με τις πιθανές εκδοχές της πλοκής να συναντούν τα βαθύτερα στρώματα της συνείδησης, να εγγράφονται στα όνειρα και να μπλέκονται με την πραγματικότητα. Όμως η παράβαση σημειώθηκε και τίποτα δεν μπορούσε να γίνει πια.

Η ιδέα πίσω από τη Βλάβη είναι ευφυώς απλή: ένας εμπορικός αντιπρόσωπος υφασμάτων θα δει το πανάκριβο αυτοκίνητό του να χαλάει κατά την επιστροφή του από κάποιο ταξίδι και, ενώ προλαβαίνει το τελευταίο τρένο, θα προτιμήσει να διανυκτέρευση στη μικρή επαρχιακή πόλη, προσδοκώντας κάποια εφήμερη ερωτική απόλαυση. Όμως το πανδοχείο είναι πλήρες και η μόνη λύση είναι η βίλα κάποιου ηλικιωμένου που ενίοτε φιλοξενεί ταξιδιώτες και μάλιστα χωρίς αμοιβή. Το βράδυ ο οικοδεσπότης τον καλεί σε δείπνο με τρεις ακόμα φίλους του, ο αντιπρόσωπος από ντροπή δέχεται και έτσι αποχαιρετά την ιδέα της εξόδου προς άγραν ερωτικής συντροφιάς. Όλα αρχίζουν όταν θα του προτείνουν ένα φαινομενικά αθώο παιχνίδι το Δικαστήριο, στο οποίο εκείνος θα είναι ο ένοχος και ο καθένας από τους ηλικιωμένους συνταξιούχους θα αναβιώσει το επάγγελμά του. Έτσι έχουμε έναν δικαστή, ένα εισαγγελέα, έναν δικηγόρο και έναν δήμιο...

Αγωνία και μαύρο χιούμορ, οι σπεσιαλιτέ του Ντύρενματ δηλαδή, με την απαραίτητη πολιτική και ηθική διάσταση και την κριτική για τον σύγχρονο κόσμο. Ένα βιβλίο λακωνικό και απλό, αντιπροσωπευτικό όμως του ύφους και του ταλέντου του Ελβετού συγγραφέα, που καταφέρνει πολλά με τα πλέον απλά υλικά.

Στο ιστολόγιο έχουν προηγηθεί κείμενα για τα εξής βιβλία του Ντύρενματ: Η κοιλάδα της αταξίας, Η υποψία, Η αποστολή, Ο δικαστής και ο δήμιος του.

Μετάφραση Γιώργος Βαμβαλής
Εκδόσεις Επίκουρος

  



Δευτέρα 29 Μαΐου 2017

Το βιβλίο των Μπάλτιμορ - Joël Dicker



Αύριο, ο ξάδελφός μου ο Γούντυ μπαίνει φυλακή.
Εκεί θα περάσει τα επόμενα πέντε χρόνια της ζωής του. Στον δρόμο που με οδηγεί από το αεροδρόμιο της Βαλτιμόρης στο Όουκ Παρκ, τη γειτονιά των παιδικών του χρόνων όπου πηγαίνω να τον βρω την τελευταία μέρα ελευθερίας του, τον φαντάζομαι ήδη να παρουσιάζεται μπροστά στην πύλη των επιβλητικών φυλακών του Τσέσαϊρ, στο Κοννέκτικατ.
Περνάμε τη μέρα μας μαζί, στο σπίτι του θείου μου του Σαούλ, εκεί όπου υπήρξαμε τόσο ευτυχισμένοι. Είναι εκεί ο Χίλλελ και η Αλεξάντρα, και όλοι μαζί, για μερικές ώρες, γινόμαστε και πάλι το υπέροχο κουαρτέτο που ήμασταν κάποτε. Εκείνη τη στιγμή, ούτε που φαντάζομαι τις συνέπειες που η μέρα αυτή θα έχει στις ζωές μας.
Είχα απολαύσει τόσο πολύ το προηγούμενο βιβλίο του Ντικέρ (Η αλήθεια για την υπόθεση Χάρρυ Κέμπερτ), που ήταν θέμα χρόνου να επιστρέψω σε αυτόν τον συγγραφέα με την επιμονή στα μπρος πίσω του αφηγηματικού χρόνου, με το διαρκώς παρόν σασπένς, την υπόνοια αστυνομικής ιστορίας, τους στέρεους και αληθινούς χαρακτήρες. Και πράγματι επέστρεψα μόλις λίγους μήνες μετά, σε μία χρονική συγκυρία, που αναζητούσα ένα ευκολοδιάβαστο, πολυσέλιδο και καλό βιβλίο· η επιστροφή αυτή δικαίωσε τις προσδοκίες μου και με καθήλωσε για ώρες, με την επιθυμία να φτάσω στο τέλος όσο το δυνατόν γρηγορότερα, χωρίς να μου στερεί, η επιθυμία αυτή, την αναγνωστική απόλαυση.

Χωρισμένο σε κεφάλαια με βάση τον χρόνο στον οποίο διαδραματίζεται η πλοκή, αφήγηση μη γραμμική χρονικά, με κέντρο της την ημέρα της τραγωδίας, μιας τραγωδίας η οποία δεν αποκαλύπτεται παρά στο τέλος της αφήγησης, τα απόνερα της οποίας όμως είναι ήδη φανερά από πριν, εύρημα το οποίο δημιουργεί αγωνία στον αναγνώστη, με επιτυχία και λειτουργώντας ικανοποιητικά ως προς την τελική δυναμική της ιστορίας, ιστορία η οποία αφηγημένη γραμμικά δεν θα κατάφερνε ούτε να καθηλώσει, ούτε να δημιουργήσει προσδοκίες, καθώς η διαδοχή των γεγονότων θα ήταν μια σειρά αιτίων και αιτιατών, λογικών και αναμενόμενων χωρίς το απαραίτητο πασπάλισμα μυθοπλαστικής μαγείας.

Ο αφηγητής Μάρκους Γκόλντμαν, συγγραφέας του μυθιστορήματος Η αλήθεια για την υπόθεση Χάρρυ Κέμπερτ, εγκαταλείπει τη Νέα Υόρκη και βρίσκει καταφύγιο στη Φλόριντα, στο Μπόκα Ρέιτον, δίπλα στη λίμνη, με σκοπό να γράψει Το βιβλίο των Μπάλτιμορ, μια διαδικασία επίπονη και δύσκολη, λόγω της συναισθηματικής του εμπλοκής στην ιστορία αυτή, συγγραφή η οποία εκτός από τη δεδομένη ανάγκη του συγγραφέα αποτελεί και ένα φόρο τιμής στους Μπάλτιμορ που είχαν καθοριστική επίδραση στον Μάρκους ακόμα και μετά την τραγωδία.

Οι οικογένειες δύο αδελφών Γκόλντμαν, οι Γκόλντμαν της  Βαλτιμόρης, λαμπεροί και πλούσιοι, και οι Γκόλντμαν του Μονκλαίρ, γήινοι και μεσαίου οικονομικού μεγέθους. Ο Μάρκους ζήλευε, όπως ζηλεύουν τα παιδιά, εκείνους της Βαλτιμόρης. Όταν βρισκόταν με τα ξαδέρφια του, κατά τη διάρκεια των σχολικών διακοπών, περνούσε υπέροχα, οι τρεις τους -αργότερα θα εμφανιζόταν και η Αλέξάντρα- αποτελούσαν μια αχώριστη ομάδα. Όλα αυτά, βέβαια, μέχρι την ημέρα της τραγωδίας.

Ο Ντικέρ διαχειρίζεται με ευχέρεια ένα πλήθος χαρακτήρων, οι οποίοι έχουν σάρκα και οστά, ικανοί να σταθούν αυτόνομα και εκτός σώματος αφήγησης. Η ικανότητα, του γεννημένου το 1985 συγγραφέα, στην αφήγηση και στη διάρθρωση της πλοκής είναι επίσης εμφανής, μετατρέποντας μια ιστορία με δεδομένα κλισέ και ευκολίες σε ένα καταιγιστικό μυθιστόρημα, ικανότητα η οποία του προσφέρει τον χώρο για να παρατηρήσει και να ενσωματώσει χαρακτηριστικά, τόσο ατομικά, όσο και κοινωνικά, να θέσει και να απαντήσει σε προβληματισμούς. Η ανατροπή, απαραίτητη στον τρόπο με τον οποίο αφηγείται ο Ντικέρ, δεν λειτουργεί μόνο ως προς το αναγνωστικό σασπένς αλλά επιτρέπει τη διάκριση, πίσω από τη βιτρίνα της συμπεριφοράς και του φαίνεσθαι, τα σκοτεινά στοιχεία της ανθρώπινης ψυχής, τον φθόνο και τον ανταγωνισμό για παράδειγμα, τον έρωτα πίσω από τη φιλία, τις σκέψεις και τα συναισθήματα εκείνα που συχνά κρατάμε αναμολόγητα ακόμα και από τον ίδιο μας τον εαυτό.

Διαβάζοντας και το δεύτερο βιβλίου αυτού του Ελβετού συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, διακρίνεις το προσωπικό στυλ, επηρεασμένο από την αμερικανική λογοτεχνία, τις αρετές και τα μοτίβα του, και τον ορίζοντα των αναγνωστικών προσδοκιών.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Γιάννης Στρίγκος
Εκδόσεις Πατάκης

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2017

Η αλήθεια για την υπόθεση Χάρρυ Κέμπερτ - Joël Dicker




Ο Μάρκους Γκόλντμαν έχει γράψει ένα μυθιστόρημα, όχι ένα οποιοδήποτε μυθιστόρημα, αλλά το απόλυτο best seller, οι πωλήσεις του οποίου έχουν σπάσει κάθε προηγούμενο ρεκόρ, οι αφίσες του βιβλίου και του συγγραφέα βρίσκονται παντού, σε στάσεις λεωφορείων και ουρανοξύστες, ο Μάρκους Γκόλντμαν είναι το νέο καυτό όνομα της αμερικανικής λογοτεχνίας, όλοι θέλουν να τον συναντήσουν και ίσως να του πάρουν κάποια συνέντευξη, ο εκδότης του ανυπομονεί για το επόμενο μυθιστόρημα, πριν κοπάσει ο θόρυβος από το προηγούμενο. Εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα. Αν και ο Μάρκους προσπαθεί, αλήθεια προσπαθεί -έχει νοικιάσει γραφείο στο οποίο περνάει τη μεγαλύτερη διάρκεια της ημέρας του και έχει προσλάβει γραμματέα, έτσι ώστε να μην ασχολείται με τίποτα άλλο ανούσιο παρά μόνο με τη συγγραφή- το αποτέλεσμα είναι μια λευκή σελίδα, και ένας κάδος γεμάτος με εκατοντάδες ακόμα σελίδες από προσχέδια και ιδέες που δεν λειτούργησαν. Η υπομονή του εκδότη εξαντλείται, τα καλοπιάσματα δεν αργούν να μετατραπούν σε απειλές για εξώδικα και καταγγελίες σύμβασης, ο μάνατζερ βλέπει τα προσδοκώμενα ποσοστά του να απομακρύνονται επικίνδυνα, η μητέρα τού Μάρκους άλλο καημό δεν έχει από το να τον δει παντρεμένο με ένα καλό κορίτσι, ανάμεσα σε όλα αυτά χτυπάει το τηλέφωνο, στην άλλη άκρη της γραμμής είναι ο Χάρρυ Κέμπερτ από κάποιο αστυνομικό τμήμα, πρόκειται για το ένα και μοναδικό τηλεφώνημα που είχε δικαίωμα να πραγματοποιήσει και εκείνος άλλον αριθμό δεν θυμόταν, παρά εκείνον του άλλοτε μαθητή του, του σπουδαίου πια Μάρκους Γκόλντμαν, και ας έχει να του τηλεφωνήσει τόσο καιρό, δεν είναι ώρα για παράπονα τώρα, τώρα που το σώμα της Νόλα Κέλλεγκαν βρέθηκε στον κήπο του σπιτιού του Χάρρυ -τριάντα τρία χρόνια μετά την εξαφάνιση του δεκαπεντάχρονου τότε κοριτσιού- και ο Χάρρυ Κέμπερτ βρίσκεται προφυλακισμένος και κατηγορούμενος για δολοφονία. Ο Μάρκους Γκόλντμαν παρατάει τη Νέα Υόρκη και μετακομίζει στην Ορόρα για να ανακαλύψει την αλήθεια σχετικά με την υπόθεση Χάρρυ Κέμπερτ.
-Το πρώτο κεφάλαιο, Μάρκους, είναι πολύ σημαντικό. Αν δεν αρέσει στους αναγνώστες, δεν θα διαβάσουν το υπόλοιπο βιβλίο. Με τι σκοπεύεις να ξεκινήσεις το δικό σου;
-Δεν ξέρω Χάρρυ. Πιστεύεις πως θα τα καταφέρω μια μέρα;
-Τι να καταφέρεις;
-Να γράψω ένα βιβλίο.
-Είμαι βέβαιος γι' αυτό. 
Το μυθιστόρημα του Ζοέλ Ντικέρ, γεννημένου το 1985, κινείται σε δύο βασικούς θεματικούς άξονες, από τη μία η "αστυνομική" ιστορία σχετικά με τη διαλεύκανση της δολοφονίας της Νόλα Κέλλεργκαν και την ανάμειξη ή όχι του Χάρρυ Κέμπερτ σε αυτή, και από την άλλη η ιστορία συγγραφής του βιβλίου. Η ιστορία μέσα στην ιστορία, το βιβλίο μέσα στο βιβλίο, ο συγχρονισμός ανάγνωσης και συγγραφής, η ψευδαίσθηση του αναγνώστη ότι κοιτάζει μέσα από την κλειδαρότρυπα του γραφείου του συγγραφέα, αυτό αποτελεί το βασικό εύρημα του Ντικέρ, το στοιχείο που πραγματικά απογειώνει το μυθιστόρημα και του επιτρέπει να ξεφύγει από πιθανές κατηγοριοποιήσεις, ενώ το σύγχρονο στοιχείο της έρευνας τού δίνει μια διάσταση ρεπορτάζ, προσδίδοντας την απαραίτητη αληθοφάνεια στην αστυνομική πλευρά της ιστορίας.  

Η σχέση των δύο αντρών, του μαθητή Μάρκους και του δασκάλου Χάρρυ, αποτελεί ένα από τα ισχυρά χαρτιά της ιστορίας, ο διαρκής διάλογος των δύο, η ιστορία τους μέσα στον χρόνο, ο μέντορας Χάρρυ που ωθεί τον Μάρκους να αφήσει πίσω του τις ευκολίες και να επιμείνει στη γραφή, παρότι είναι μια ιστορία αρκετά γνωστή και πιθανώς αρκούντως ειπωμένη, εντούτοις διατηρεί την απαραίτητη μαγεία. Ταυτόχρονα υπάρχουν δύο δεύτεροι ρόλοι μανάδων απολαυστικότατοι και γραφικότατοι, που ενώ ρέπουν προς την καρικατούρα, όπως και οι υπόλοιποι δεύτεροι ρόλοι της ιστορίας, χρησιμοποιούνται με πανέξυπνο τρόπο από τον συγγραφέα, και όχι μόνο δεν ενοχλούν αλλά παράλληλα δίνουν ανάσες και στιγμές εκτόνωσης από την κεντρική ιστορία. Γενικά, πέραν του ευρήματος, ο Ντικέρ δεν μοιάζει να επιθυμεί να εντυπωσιάσει, αντίθετα ποντάρει στο κλισέ καθώς τον ενδιαφέρει αυτή η ιδιότυπη αναμέτρηση, και με σύμμαχο την αφηγηματική άνεση και την ικανότητά του στη σύνθεση και στη στατικότητα του τελικού οικοδομήματος, παραδίδει ένα πραγματικά απολαυστικό μυθιστόρημα, ορισμό του page turner, με ελάχιστα χαλαρά σημεία παρά το μέγεθός του, πολυεπίπεδο και ικανό να έλξει πλήθος ετερόκλητων αναγνωστών λόγω των θεμάτων που θίγει, με τις απαραίτητες δόσεις σασπένς, κριτικής της εκδοτικής πραγματικότητας και στοχασμού, απόδειξη πως ένα μυθιστόρημα μπορεί να είναι ευπώλητο, ευκολοδιάβαστο και ταυτόχρονα αναγνωστικά αξιόλογο, ένα τέτοιο μυθιστόρημα είναι Η αλήθεια σχετικά με την υπόθεση Χάρρυ Κέμπερτ. Α, και χαρακτηριστικά αμερικάνικο παρότι γραμμένο από Ελβετό.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Γιάννης Στρίγκος
Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Ο δικαστής και ο δήμιος του - Friedrich Dürrenmatt




Στα τέλη του φθινοπώρου του 1948, τα ορεινά χωριά του βουνού Τέσσεν ήταν συχνά σκεπασμένα από μια πυκνή ομίχλη. Το πρωί της τρίτης Νοεμβρίου, ο Άλφονς Κλένιν, χωροφύλακας του Τβανν, βρήκε μια γαλάζια Μερσεντές παρατημένη στην άκρη του δασικού δρόμου του Λαμποάγκ, που ξεπρόβαλλε από το φαράγγι του ποταμού Τβανν. Προσπέρασε το αμάξι με τα πόδια, έριξε μια γρήγορη ματιά μέσα από το θαμπό παρμπρίζ και του φάνηκε ότι ο οδηγός ήταν σωριασμένος πάνω στο τιμόνι.

Το πτώμα ανήκει στον αστυνόμο Ούρλιχ Σμιντ και ο επιθεωρητής Μπέρλαχ καλείται να ανακαλύψει τον δολοφόνο του υφισταμένου του, σε ένα μυθιστόρημα στο οποίο η αστυνομική πλοκή είναι προσχηματική, μια βάση από απλά υλικά, πάνω στην οποία ο Ντύρενματ απλώνει με μαεστρία στρώσεις φιλοσοφικού στοχασμού και κοινωνικοπολιτικής παρατήρησης, με τις απαραίτητες δόσεις μαύρου, κατάμαυρου χιούμορ και με την αποστασιοποίηση του δημιουργού από το δημιούργημά του, μια διαδικασία εγκεφαλική. Το γεγονός πως η αστυνομική πλοκή αποτελεί πρόσχημα καθόλου δεν σημαίνει πως ο συγγραφέας την παραμελεί, άλλωστε η βάση οφείλει να μπορεί να υποστηρίξει το οικοδόμημα, και ο Ντύρενματ το γνωρίζει καλά αυτό, προσδίδοντας το απαραίτητο βάθος, συνεπικουρούμενο από σασπένς -πώς αλλιώς;- και στέρεους χαρακτήρες. Η εξέλιξη της υπόθεσης δεν είναι τίποτα άλλο από την εξέλιξη του στοχασμού του Ντύρενματ πάνω στο ερώτημα: είναι δυνατόν ένα έγκλημα, συντελεσμένο μπροστά σε πλήθος αυτοπτών μαρτύρων, να μείνει ατιμώρητο; Και προεκτεινόμενο το ερώτημα αυτό: υπάρχει το τέλειο έγκλημα;

Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, που το έγκλημα έχει διαπραχθεί σε ένα ορεινό και απόμερο σημείο, στο οποίο και διαδραματίζεται το ουσιαστικό μέρος της αστυνομικής έρευνας, ενώ το υπόλοιπο, το πιο γραφειοκρατικό κάτω στην κοιλάδα, στην κοντινή πόλη, θυμήθηκα τη Μαύρη πίστα, του Ιταλού Αντόνιο Μαντσίνι, λόγω της αναλογίας στο τοπίο, και δεν μπόρεσα παρά να μη θαυμάσω την ικανότητα του Ντύρενματ να αποδώσει την αίσθηση του τόπου αβίαστα, χωρίς την υπερβολή των περιγραφών του Ιταλού, ένας ώριμος σκιτσογράφος από τη μία και ένας φιλόδοξος ζωγράφος από την άλλη.

Αναλογίζομαι εκείνους που a priori αποκλείουν την αστυνομική λογοτεχνία από τα διαβάσματά τους, ως κάτι μιαρό και παρακατιανό, κάτι δεύτερο, αναλογίζομαι πόσους συγγραφείς έχουν χάσει, που η ετικετοποίηση τους έχει καθυποτάξει στον επιθετικό προσδιορισμό αστυνομική, συγγραφείς όπως ο Ντύρενματ για παράδειγμα, ή ο Σιμενόν, η Χάισμιθ και τόσοι άλλοι ακόμα, και να σκεφτεί κανείς πως κάποιοι συγγραφείς, αν και εξίσου αστυνομικοί με τους προαναφερθέντες, γλίτωσαν από την ετικέτα, και βρίσκονται έτσι στο γενικό τμήμα λογοτεχνίας, όπως, ανάμεσα σε άλλους, δύο αγαπημένοι μου, ο Μαρίας και ο Όστερ. Είναι, ρε γαμώτο, αυτονόητο, ή θα έπρεπε να είναι αυτονόητο, πως δεν υπάρχει άλλη διάκριση στη λογοτεχνία, και στην τέχνη γενικότερα, πέρα από τη γραμμή που χωρίζει την καλή από την κακή. Και ο Ντύρενματ ανήκει σαφέστατα στην καλή πλευρά της λογοτεχνίας.

Είχαν προηγηθεί άλλα τρία μυθιστορήματα, philosophical crime novels όπως χαρακτηρίζονται:



Μετάφραση Ρεγγίνα Μόζερ Μαθιοπούλου
Μεταμεσονύχτιες Εκδόσεις

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2015

Homo Faber - Max Frisch




Ήταν μια απόφαση σε εκκρεμότητα απ' το καλοκαίρι. Καθόλου τυχαία, η σκέψη της επανασυνάντησης με τον Homo Faber επανήλθε στο προσκήνιο λίγο πριν το τέλος του χρόνου· καθώς ο Γενάρης, η δεύτερη ευκαιρία για επανεκκίνηση, πλησίαζε. Οι λαμπερές μέρες πέρασαν, αναγνωστικές επιστροφές, από καιρό επιθυμητές, πραγματοποιήθηκαν, νέες εκδόσεις αγαπήθηκαν, οι πρώτες απογοητεύσεις δεν άργησαν να εμφανιστούν. Η δικαιολογία αυτή τη φορά υπήρχε· δεν έβρισκα το βιβλίο. Επανάπαυση και παράπονο, τι συνδυασμός! Δεν γνώριζα την ύπαρξη της έκδοσης του Κάλβου, με ημερομηνία 1971 και σε μετάφραση Αγγέλας Αρτέμη. Νωρίτερα, η Χ. με είχε καθησυχάσει: θα σου φέρω το δικό μου. Όταν βρεθήκαμε, τη ρώτησα: το κρατάς; Μου απάντησε ναι, κι εγώ το απαίτησα βιαστικά. Ύστερα ίσως να ξεχαστείς, είπα. Η πρώτη σκέψη όταν το κράτησα στα χέρια μου: αυτή η έκδοση μάλλον υπηρετεί καλύτερα το περιεχόμενο. Όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε διαπίστωσα πως χωρούσε στην τσέπη του παλτού μου.

Προσπερνώ την ανάγνωση, μικρή χρονική παρέκβαση. Αναρωτιέμαι, είπα, αν ο Ξένος είναι όντως το αγαπημένο μου βιβλίο -ο παιδικός αυτός προσδιορισμός, αγαπημένο, με ενθουσιάζει. Η αλήθεια είναι πως καθ' όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης, καθ' όλη τη διάρκεια της συγκλονιστικής πράξης της ανάγνωσης του Homo Faber, είχα τον Μερσώ στο μυαλό μου. Άραγε, οι αφρικανικές προσλαμβάνουσες του Καμύ είναι εκείνες που του επιτρέπουν ή τον ωθούν, σε συνδυασμό με τη δεδομένη ευφυΐα του, να αφαιρέσει από τον ήρωά του κάθε μάσκα και πανοπλία για την αντιμετώπιση του παράλογου; Ίσως μια διάθεση να μιλήσει πιο καθαρά και ταυτόχρονα συμβολικά. Ο Φρις, από την άλλη, ο Ελβετός Φρις, γράφοντας στη γερμανική, επιλέγει για ήρωά του έναν άνθρωπο, τον Βάλτερ Φάμπερ, που ζει στην τεχνολογική αιχμή, στηρίζεται στη λογική, δουλεύει για την Unesco σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου, πιστεύει στην ανάπτυξη και παίζει στα δάχτυλα την κυβερνητική. Και αυτός ο άνθρωπος όμως, παρά το σιδερένιο πρόσωπο και το έντονο συναίσθημα βαρεμάρας στο τέλος των ολιγοήμερων διακοπών από τη δουλειά, καλείται να τα βγάλει πέρα σε αυτόν τον παράλογο κόσμο, σε αυτόν τον πραγματικό κόσμο, στον οποίο ευτυχώς, λέω εγώ, ενυπάρχει το ανεξήγητο και η ματαίωση των πιθανοτήτων, εκεί που η λογική εξήγηση είναι άχρηστη.

Ευτυχώς, σκέφτομαι καμιά φορά, που η μνήμη μου με προδίδει, με τέτοια ευκολία. Και όχι μόνο επί των λογοτεχνικών, αλλά και γενικότερα, στην πορεία της ζωής, και ας είναι η λήθη λιγότερο λαμπερή της συγχώρεσης. Το Homo Faber είναι από τα βιβλία εκείνα που μου ανατίναξαν το μυαλό, συνήθιζα να λέω. Οφείλω βεβαίως, και πριν προχωρήσω, να παραδεχτώ πως η ισχυρογνωμοσύνη μου παραλίγο να μου στερήσει την ανάγνωση εξαιτίας, αν είναι δυνατόν, του εξώφυλλου, ευτυχώς Εκείνη επέμεινε, Εκείνη που το είχε διαβάσει, διάολε, στη μητρική της γλώσσα, στο σχολείο. Επιστρέφω. Είναι από τα βιβλία εκείνα που μου ανατίναξαν το μυαλό, έλεγα. Επιστρέφω στις σελίδες του μετά από πέντε χρόνια, όλα είναι εκεί παρά τη διαφορετική έκδοση: η γλώσσα, η ατμόσφαιρα, η αίσθηση, τα γνώριμα συναισθήματα, η καθησυχαστική οικειότητα της αφήγησης. Είναι και κάποιες σκηνές παρούσες. Όμως, αν κάποιος με προκαλούσε να επανασυνθέσω την ιστορία θα έπαιρνα πολύ κάτω από τη βάση.

Δεν νομίζω πως θα πάψει ποτέ να με εντυπωσιάζει η τόσο έντονη συναισθηματική επίδραση μιας τόσο -φαινομενικά- εγκεφαλικής γραφής. Το ίδιο ένιωσα διαβάζοντας ξανά το Τούνελ του Σάμπατο. Αντίστοιχη και η επίδραση του Μπέρνχαρντ. Ένας από τους λόγους που ο Χαβιέρ Μαρίας και ο Πολ Όστερ με συγκινούν. Μερικά μόνο παραδείγματα, που αυτή τη στιγμή μου φαίνονται αντιπροσωπευτικά.

Όμως, αν εκτός των τεχνικών αρετών και του πηγαίου ταλέντου, έχεις και μια σπουδαία ιστορία να διηγηθείς, τότε το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ένα μυθιστόρημα όπως αυτό. Ο Φρις γνωρίζει πως έχει μια σπουδαία ιστορία να διηγηθεί και νιώθει εμπιστοσύνη στη φωνή του. Δεν διστάζει, γεγονός που μου φαίνεται προκλητικό, αν και αναγνωρίζω πως δύσκολα μπορεί να λειτουργήσει τόσο αψεγάδιαστα όπως εδώ, δεν διστάζει λοιπόν να προβεί σε πρώιμες αποκαλύψεις γύρω από την εξέλιξη της ιστορίας, αρνούμενος να παίξει το φτηνό παιχνίδι του σασπένς, δείχνει τα χαρτιά του στον αναγνώστη και ως εκ θαύματος, στο πλήρωμα της ιστορίας, εκείνος, ο αναγνώστης, θα μείνει εμβρόντητος από την εξέλιξη.

Και έρχεται αυτή η τρίτη ανάγνωση να συναντήσει όλες εκείνες που εκπορεύτηκαν της πρώτης. Προεξέχουσα, και σε ευθεία σύνδεση, η γνωριμία με την Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν. Και ανάμεσα σε τόσες σκέψεις και συναισθήματα, μια ρητορική ερώτηση: είναι άραγε η Χάννα του Φρις το άλτερ έγκο της Μπαχμαν ή μήπως η Φράντσα, στο μυθιστόρημά της Η περίπτωση Φράντσα, πιάνει το νήμα εκεί που το αφήνει η Χάννα;

υ.γ Της είπα: πρέπει να το διαβάσεις. Μαζεύτηκα. Δεν πρέπει τίποτα, διόρθωσα, αλλά θα καταλάβεις.


Μετάφραση Αγγέλα Αρτέμη
Εκδόσεις Κάλβος