Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις αντίποδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις αντίποδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

Όλα τα δέντρα - Μαρία Φακίνου

Η Κλίμακα Μπόγκαρτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια, το πουλί που δεν βλέπει το τζάμι, συγκρούεται και πέφτει νεκρό στα πόδια ενός άντρα, μια σκηνή που συχνά τη σκέφτομαι, για κάποιο λόγο, συνήθως όταν κάθομαι στο λεωφορείο και κοιτάζω έξω την πόλη. Ευχή και κατάρα για το επόμενο βιβλίο, ανυπομονησία να το πιάσεις στα χέρια σου, να το ανοίξεις, να το διαβάσεις, το συγκριτικό πλαίσιο, ωστόσο, είναι κιόλας διαμορφωμένο, αυστηρό.

Στις τελευταίες σκηνές του In the mood for love, ο άντρας ψιθυρίζει το μυστικό του στον κορμό ενός δέντρου, ύστερα φράζει την τρύπα. Στο εξώφυλλο του Όλα τα δέντρα, ένα ζευγάρι χέρια αγκαλιάζουν έναν κορμό.

Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο, κυρίως γιατί, σπάνια συμβαίνει, μεταφέρει το ιδιαίτερο αφηγηματικό κλίμα του βιβλίου, εκτός από την περίληψη της υπόθεσης: «Μια γνωριμία σε ένα πάρτι που θα γίνει φλερτ που θα γίνει μια πτώση που θα γίνει μια σχέση που θα γίνει μια εκδρομή που θα γίνει ένα αρχείο που θα γίνει ένα βιβλίο που θα γίνει ένας τρόπος να σκεφτούμε την επιθυμία, την προσέγγιση και την απόσταση, το χωρισμό, την ανάμνηση, την αφήγηση».

Μέχρι το βράδυ της γνωριμίας το ποτάμι κυλούσε, πότε βάλτωνε και πότε έρεε γάργαρο, πότε βράχοι ανέκοπταν την πορεία, πότε κλίσεις την επιτάχυναν, πότε τσαλαβουτήματα και πότε μακροβούτια, πότε ηλιόλουστο και πότε συννεφιασμένο, πράγματα του ποταμού, όπως και να έχει, της ζωής και του έρωτα, επίσης, πιο πέρα ανοίγεται η θάλασσα, μετά το δέλτα και τα υφάλμυρα ύδατα. Το ποταμόπλοιο, με το έμπειρο πια πλήρωμα, πηγαίνει και έρχεται, μαζί ή σε κόντρα με τη ροή, οι βάρδιες αλλάζουν με το ρολόι, τα λιμάνια περνάν και φεύγουν, το εμπόρευμα αλλάζει, το ποταμόπλοιο αντέχει αρκεί να γίνεται η φόρτωση ισομερώς και με σχέδιο, το φως του προβολέα στο κατάστρωμα σχίζει το σκοτάδι εντείνοντάς το.

Μια ιστορία αγάπης, λοιπόν. Ένα ποτάμι που εγκαταλείφθηκε για ένα άλλο, ένα ποταμόπλοιο που άλλαξε σχέδιο πλεύσης, παρά τη συνήθεια και την ευκολία. Η συνήθεια και η ευκολία, το λεξικό δίνει ορισμούς, όχι συναισθηματικό φορτίο, δεν αναφέρεται σε όρια κόπωσης, πότε η συνήθεια γίνεται ρουτίνα και πότε η ρουτίνα γίνεται ασφυκτική, αυτά το λεξικό δεν τα λέει, δεν λέει επίσης και για παλμούς, για ανατρίχιασμα, για σφιξίματα χαμηλά στο στομάχι, το λεξικό δεν λέει για την παγίδα, τον εγκλωβισμό, την παραίτηση, την ηττοπάθεια, το έτσι είναι. Μέχρι το βράδυ της γνωριμίας αυτά.

Ο έρωτας και τα κλισέ του, θα σκεφτείς. Η γραφή και τα κλισέ της, επίσης. Το διάβασμα και τα κλισέ του, επίσης. Πάμε για μια σειρά από κλισέ: σημασία δεν έχει το τι αλλά το πώς της γραφής, πάντα θα υπάρχει χώρος για ακόμα μια ιστορία αγάπης, το βίωμα και το κοινό έδαφος ανάμεσα σε συγγραφέα και αναγνώστη, η ιδιωτικότητα και η ομοιομορφία, η συγχρονία και η σημασία της, να μερικά από δαύτα.

Ο έρωτας και τα κλισέ του, θα σκεφτείς, το μεγαλύτερο κλισέ το συναίσθημα πως κάθε έρωτας για το υποκείμενό του είναι ξεχωριστός, παρά τα κλισέ, ενίοτε δεν τα βλέπει, δεν τα διακρίνει. Ούτε εμείς τα βλέπουμε, ούτε τα διακρίνουμε, να ακόμα ένα κλισέ, όχι σε σχέση με εμάς, στους άλλους όχι μόνο τα βλέπουμε, όχι μόνο τα διακρίνουμε, αλλά τα βαριόμαστε πια, όπως όλα των άλλων, έτσι κι αυτό.

Κλισέ ακόμα και η περιβόητη πολυσημία, οι άπειρες εκδοχές της χρωματικής διακύμανσης της ανθρώπινης εμπειρίας. Κλισέ και πως ο έρωτας μόνο μπορεί να πλήξει την απομάγευση, να της επιφέρει ένα οδυνηρό πλήγμα, να προσφέρει μια συνθήκη εξαίρεσης στην εμπειρία, κλισέ στο οποίο η λογοτεχνία, η τέχνη εν γένει, καταφεύγει από αρχαιοτάτων χρόνων.

Τα κλισέ, όπως όλα τα πράγματα, καταρρέουν, αργά ή γρήγορα, από το ίδιο τους το βάρος. Κάθε στερεοτυπική μονοσημία βάλλεται από το βίωμα, την ενέργεια της ανάγνωσης, στην προκειμένη περίπτωση. Αυτή είναι η ιστορία ενός έρωτα, ενός ακόμα έρωτα, θα σκεφτείς και δύο δρόμοι θα διαφανούν, το ναι και το όχι της ανάγνωσης.

Η Φακίνου γράφει με ένα τρόπο που, χωρίς να ξέρω να το υποστηρίξω θεωρητικά, τον αισθάνομαι ως μια πύκνωση λεπτομερειών. Η Φακίνου, ο αφηγηματικός της τρόπος, καταφέρνει αυτό το συχνά αταίριαστο ζεύγος να το καταστήσει κάτι παραπάνω από απλώς λειτουργικό, γοητευτικό ή μαγνητικό, σκέφτομαι ως εναλλακτικό χαρακτηρισμό, εκεί που πια δεν σκέφτεσαι με διλήμματα με ενδιαφέρει δεν με ενδιαφέρει, εκεί που πια έχεις απομακρυνθεί από το ακόμα μια ιστορία αγάπης, εκεί που πια ελάχιστα σε ενδιαφέρει αν η ιστορία είναι πραγματική, επιμέρους ή καθολικά, ή μυθοπλαστική, επιμέρους ή καθολικά, γιατί, τι υπέροχο κλισέ, αυτό δεν έχει κανένα νόημα τελικά, ποτέ δεν είχε έξω από την επικράτεια του κοινού, αγαπημένου και προσφιλούς κουτσομπολιού, έξω και πέρα από την ανάγνωση λογοτεχνίας.

Εκτός από λεπτομέρειες, η γραφή της Φακίνου έχει και επαναληπτικά μοτίβα, μικρές φράσεις που επανέρχονται, σκηνικά που υποδέχονται ξανά και ξανά τη δράση, τα πρόσωπα ίδια μα διαφορετικά, για τα ποτάμια τα έλεγε και ο Ηράκλειτος. Επαναληπτικά μοτίβα που δίνουν έναν εσωτερικό ρυθμό στην αφήγηση, λειτουργούν ως ένα σύνολο οστών πέριξ και επί των οποίων η ιστορία συμβαίνει. Η ιστορία αυτού του έρωτα δεν πραγματώνεται εν κενώ, αποκομμένη από ό,τι άλλο συμβαίνει, είναι η συγχρονία στην οποία αναφέρθηκα απαριθμώντας κλισέ παραπάνω, η Αθήνα των τελευταίων χρόνων, της πανδημίας, της δολοφονίας στις ράγες του σιδηροδρόμου, της παρατεταμένης κρίσης, της εργασιακής επισφάλειας, της συναισθηματικής απομόνωσης, αποστείρωσης, της ψηφιακής εγγύτητας, της ετεροντροπής, της ενοχής του προνομίου, ακόμα και του πλέον ελάχιστου. Η συγχρονία δεν πραγματώνεται βεβιασμένα, δεν τοποθετούνται τα τοπόσημα απλά για να τοποθετηθούν, δεν λαμβάνουν διαστάσεις υπερβολικές. Η συγχρονία, βλέπετε, έχει (κυρίως) να κάνει από τον τρόπο με τον οποίο κινούμαστε εντός της, από το ίδιο το γεγονός της κίνησης ίσως, από το γεγονός πως παρ' όλο που, εμείς συνεχίζουμε.

Ο έρωτας πλήττει ποικιλοτρόπως την απομάγευση. Η ματιά της συγγραφέα, επίσης. Η ματιά της συγγραφέα εντός του ερωτικού πλαισίου επιτρέπει στις λεπτομέρειες να αναδυθούν, επιβραδύνει τον χρόνο, επιμένει με ένα πείσμα που ολοένα και χάνεται, το ιδιωτικό καθίσταται απαραίτητο, το ξένο ιδιωτικό δοκιμάζει το υποκειμενικό αντίστοιχό του.

Ο τρόπος της Φακίνου, ο πλήρης και οικειοποιημένος αβίαστα έλεγχος επί της επιτήδευσης στη σύνταξη συγκεκριμένα, λειτουργεί σε διάφορα επίπεδα πέραν της ίδιας της κατασκευής, λειτουργεί, θα έλεγα, και ως ένας πομπός και δέκτης του συναισθήματος, ένα φίλτρο που επιτρέπει στο συναίσθημα να είναι ποικίλο και σύνθετο, άρα ρεαλιστικό, αληθοφανές και οικείο, επιτρέπει τη ροή, τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις, το ταυτόχρονο, το αντιστικτικό, τη λογική και το συναίσθημα, τον έλεγχο και την απώλειά του, την αποτύπωση ενός μονόδρομου, παρά τις τόσες παρακαμπτηρίους, τη λούπα και τα κλισέ, τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η βίωση και η εκ των υστέρων επεξεργασία, εκεί φωλιάζει, ως αίσθηση περισσότερο και όχι ως βεβαιότητα, το γιατί της γραφής και από εκεί πηγάζει το γιατί της ανάγνωσης, εκεί εντοπίζεται και η έλξη που ακόμα μια ιστορία αγάπης προκαλεί, ενάντια σε προγνωστικά και αυθαίρετους ορίζοντες προσδοκιών, ένας ανακλαστήρας που αποτυπώνει το από πού και το προς τα πού του βλέμματος.

υγ. Για την Κλίμακα Μπόγκαρτ περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Εκδόσεις Αντίποδες

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2025

Το σημειωματάριο - Αριστείδης Αντονάς

Από τότε που ο Γ. μου μίλησε για τον Αριστείδη Αντονά και βρέθηκα στην ουρά του ταμείου, εκείνου που άλλοτε ήταν το αγαπημένο μου βιβλιοπωλείο, κρατώντας στα χέρια μου τους Αριθμούς, έχοντας πια διαβάσει το σύνολο του έργου του, πρόζα και θέατρο, αν και τα όρια μεταξύ τους δεν είναι τόσο ευδιάκριτα, ο Αντονάς είναι ένας από τους αγαπημένους μου σύγχρονους εγχώριους δημιουργούς, κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο κάνει χρήση του χώρου, απόρροια ίσως της διττής προέλευσης των σπουδών του, αρχιτεκτονική και φιλοσοφία, το αίσθημα του ασφυκτικού εγκλεισμού, το εγκεφαλικό παιχνίδι, η κατασκευή, το όριο της πνευματικής/ψυχικής ισορροπίας, το παράλογο και ο τρόμος.

Το σημειωματάριο το είδα μπροστά μου ξαφνικά, δεν το περίμενα.

Έξω στον δρόμο/ σε πρώτο πρόσωπο/ μια φλανερί. Επιπρόσθετα στοιχεία, λίγο μετά την έναρξη της ανάγνωσης που επέφεραν επίσης έκπληξη, δεν τα περίμενα. Αυτό το αναπάντεχο με οδήγησε σε επαναπρογραμματισμό, reboot, ενόσω η ανάγνωση συνέβαινε, διάστημα το οποίο υπήρξε καθοριστικό, καθώς βρέθηκα εν κενώ να ακολουθώ τον συγγραφέα σε ένα αργό περπάτημα εντός των Εξαρχείων, με τη στάση στο ψαράδικο της Τρικούπη, με τη βρώμικη Μεθώνης, με το βιβλιοπωλείο στη θέση του δισκάδικου, με το κενό σημειωματάριο ανά χείρας, να περπατά και να σημειώνει, αναβάλλοντας διαρκώς την επιστροφή στην αγαπημένη, κουβαλώντας μαζί του την μυρωδιά του μαγειρεμένου ψαριού, δύο διαδρομές παράλληλες, η μία, εκείνη της διαδοχής των δρόμων, αναμενόμενη για κάποιον που γνωρίζει έστω και ελάχιστα την γεωγραφία της γειτονιάς, και η άλλη, η απροσδόκητη των σκέψεων, η γεννήτρια που από το ένα οδηγεί στο άλλο, και ύστερα πίσω στο ένα και στο άλλο, και πάλι από την αρχή, ύστερα κάτι νέο, η γειτονιά, η αγαπημένη που ίσως κοιμάται, η Καίη, που δεν γνώριζα, και η Τζίνα, που γνώριζα λίγο, και κυρίως το άδειο σημειωματάριο, κάπως εκκεντρικό στον σχεδιασμό, που έφτασε κληρονομιά από χέρια αγαπημένα, χέρια πια απόντα, και ο συγγραφέας πρέπει να το γεμίσει, και ο ιδανικός ή ο μόνος τρόπος για να το κάνει είναι περπατώντας και γράφοντας.

Το απόφθεγμα του Ριβαρόλ, όποιος έχει τη συνήθεια του γραψίματος γράφει και χωρίς ιδέες, στην αρχή του σημειωματαρίου δίνει τον τόνο, κάποτε σε κάποιο κείμενό μου χρησιμοποίησα την προτροπή ενός φίλου, αναζήτα την έμπνευση στη μη έμπνευση, ένιωσα μια συγγένεια. Και αν ποτέ δεν έχω δοκιμάσει τη γραφή εν μέσω βάδισης, δεν μιλάω για βιαστικά ψηφιακά μηνύματα με τον κίνδυνο να γλιστρήσει κανείς σε απλωμένα κόπρανα, εντούτοις στον στρατό κατέκτησα τη δεξιότητα της εν κινήσει ανάγνωσης, δεξιότητα που με έσωσε και έκτοτε με συντροφεύει, παρά τους κινδύνους, των κοπράνων και του κουνήματος της κεφαλής των περαστικών, ένιωσα μια ακόμα συγγένεια.

Κείμενα όπως αυτό, αναφέρομαι στην προσωπική τους φύση, με έναν τρόπο οδηγούν τον αναγνώστη σε δικές του διαδρομές, αναφέρομαι σε διαδρομές που μόνο ελάχιστο εμβαδό εκκίνησης έχουν με το κείμενο, δεν λέω δηλαδή το προφανές, πως ο καθένας μας διαβάζει αυτό που είναι, κάτι το οποίο ισχύει για το σύνολο της ανάγνωσης ως εμπειρίας ενεργητικής και υποκειμενικής, παρά τους όποιους αρμούς τεχνικής και τέχνης στους οποίους βρίσκουμε άξονες κοινής γλώσσας, αναφέρομαι, λέω ξανά, στα μονοπάτια που ανοίγει το μονοπάτι του συγγραφέα, που στην προκειμένη περίπτωση τα τοπόσημα είναι γνώριμα, οικεία, περπατημένα πολλάκις υπό διάφορες συνθήκες, αν και ίσως ποτέ με ένα μαγειρεμένο ψάρι ανά χείρας, αλλά ναι, με ένα άδειο σημειωματάριο κάπου χωμένο στην τσάντα, με την πρόθεση γυρίζοντας στο γραφείο να γραφούν λέξεις που δοκιμάστηκαν κατά την περιδιάβαση.

Για κείμενα όπως αυτό, αναφέρομαι στην προσωπική τους φύση αλλά και στον υβριδικό τους χαρακτήρα, δεν είναι προφανές το κείμενο που θα συνοψίζει την εμπειρία της ανάγνωσης, εικάζω πως δύσκολα δεν θα είναι προσωπικό, ακόμα και για να πει πως προσωπικά σε μένα δεν μου φάνηκε κάτι το αξιόλογο ή κάτι το λογοτεχνικό ή κάτι οτιδήποτε τέλος πάντων, αλλά κυρίως για να μεταφέρει την ίδια την εμπειρία, της οποίας κάποιος επιπρόσθετος χρόνος μεσολάβησε, την εμπειρία της ανάγνωσης, των παράλληλων διαδρομών της σκέψης και της ανάμνησης, των περασμένων και των αλλαγών που συνέβησαν εντός και εκτός, εν γνώσει και ερήμην μας, το σκηνικό εντός του οποίου κάποτε υπήρξαμε και συνυπήρξαμε, των νεκρών και των νεκροζώντανων, των συνοδοιπόρων που χάθηκαν ή χαθήκαμε, της αγαπημένης που ίσως ακόμα να κοιμάται και το κουδούνι ίσως να την ταράξει.

Για κείμενα όπως αυτό, αναφέρομαι στην προσωπική τους φύση αλλά και στον υβριδικό τους χαρακτήρα, είναι ακόμα πιο εύκολο να πεις εγώ θα το έκανα έτσι ή αλλιώς, αυθαιρετώντας ως προς τις προθέσεις, λέγοντας για παράδειγμα πως αυτό είναι ένα κείμενο για τον εξευγενισμό των Εξαρχείων, πράγμα για το οποίο τόσοι μιλάνε άλλωστε, και εκκινώντας από αυτή τη βεβαιότητα προθέσεων να πεις πως εγώ θα το έκανα έτσι ή αλλιώς, πως αυτή η φλανερί θα είχε στόχο να αναδείξει την πτώση και την εξαχρείωση, την αστυνομοκρατία, τα ιλιγγιώδη ύψη των ενοικίων, την τουριστικοποίηση, την καταναλωτική κοινωνία, και ίσως να εκκινούσε νωρίτερα, κρίνοντας το δήθεν προνόμιο του γράφοντος υποκειμένου, πως εκείνος δεν δύναται να ομιλεί, μόνο εμείς, καταχρηστική χρήση πρώτου πληθυντικού για να μη φανούμε εγωκεντρικοί, μόνο εγώ από όλους τους εμείς θα μπορούσα να πω.

Για κείμενα όπως Το σημειωματάριο, αναφέρομαι στην προσωπική του φύση, εξαίρεση στο συγγραφικό κόρπους του Αντονά, η έκπληξη θα κοντραριστεί στενά με τις προσδοκίες που το όνομα στο εξώφυλλο (μου) δημιούργησε, εκείνο που ήθελα να διαβάσω και εκείνο που διάβασα, το απρόοπτο, εκείνο που δεν περίμενα, και όχι απλώς βρήκα κάτι διαφορετικό, αλλά αυτό με συμπεριέλαβε, όχι μόνο ως παρατηρητή/μπανιστιρτζή της φλανερί του Αντονά στα Εξάρχεια, με τα πνεύματα της Καίης και της Τζίνας παρόντα, αλλά για εκείνη την ταυτόχρονη δική μου διαδρομή, που κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης/παρακολούθησης δεν υπήρξε απτή και διακριτή, συνέβαινε ωστόσο σε κάποιο παράλληλο πίσω επίπεδο, και στο τέλος, η σελίδα που κλείνει και το βιβλίο που αναπαύεται στα πόδια, ανήλθε/εξήλθε σαν ένα όνειρο που το πρωί το θυμάσαι κάπως αχνά, πια δεν βγάζει τόσο ξεκάθαρο ή προφανές νόημα όπως όταν το έβλεπες ή όπως το θυμάσαι ενόσω το έβλεπες, αλλά είναι εδώ πια ως αίσθηση, και ας μην, λέω ξανά, βρέθηκα ποτέ στους δρόμους εκείνους κρατώντας στα χέρια ένα μαγειρεμένο ψάρι.

Η προσωπική και υβριδική γραφή αναπόφευκτα (όταν λειτουργεί) οδηγεί σε προσωπική και υβριδική ανάγνωση, αρχικά, αποτύπωση, εκ των υστέρων, ένα διαρκές παιχνίδι αντικατοπτρισμών.

Ο χρόνος επελαύνει, παρά και πέρα από τη σχετικότητά του, παρασέρνει, παραμερίζει, σπρώχνει μπροστά, εγκαταλείπει πίσω όσα βρίσκονται στο διάβα του, μαζί του και τις αναγνώσεις, τα βιβλία. Δεν υπάρχει, είμαι βέβαιος περί αυτού, κατάλληλο/ιδανικό/ιδεατό/σίγουρο χρονικό διάκενο μεταξύ της ανάγνωσης και της γραφής που να εγγυάται πως η αναγνωστική εμπειρία έλαβε τα οριστικά μέτρα της εντός, πως αναλλοίωτη θα συμπορευτεί με το αναγνωστικό υποκείμενο. Δεν ξέρω γιατί, όσο διάβαζα Το σημειωματάριο, σκεφτόμουν έντονα και διαρκώς το υβριδικό η Ναυτία της γης, δεν ήξερα επίσης πόσο καθοριστική αποδείχτηκε εκείνη η ανάγνωση, παρά τώρα, ένα χρόνο μετά, εν μέσω θέρους ξανά, ζέστης πηκτής και αμείλικτης. Ο χρόνος επελαύνει.

υγ. Για άλλα βιβλία του Αντονά, περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για το Ναυτία της γης εδώ.

Εκδόσεις Αντίποδες     

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2025

Ζωντανά πλάσματα - Munir Hachemi

Όταν έπιασα στα χέρια μου το μυθιστόρημα του Μουνίρ Ατσέμι, γεννημένου στη Μαδρίτη το 1989, με το όμορφο κοκκινοκίτρινο εξώφυλλο –οι στοιβαγμένες πλαστικές καρέκλες σημαίνουν καλοκαίρι με τον τρόπο τους–, διάβασα το οπισθόφυλλο, κάθε γραμμή πρόσθετε προσδοκίες και επιθυμία ανάγνωσης, ώσπου έφτασα στη φράση κλειδί «επιρροές του Μπόρχες και του Μπολάνιο», καμία ψυχραιμία, θα ήταν το επόμενο βιβλίο, δεν ολοκλήρωσα καν την ανάγνωση του οπισθόφυλλου, ήξερα όσα ήθελα να ξέρω, είχα αρκετά υλικά για να σχεδιάσω έναν ακόμα ορίζοντα προσδοκιών, θελκτικό και υποσχόμενο, ασχέτως τι θα συνέβαινε αργότερα.

Και αν οι επιρροές του Μπόρχες αποτελούν πια αναπόσπαστο μέρος της παγκόσμιας λογοτεχνίας, στοιχεία του σύμπαντός του μπορούν να εντοπιστούν ακόμα και εκεί που ο ίδιος ο εκάστοτε συγγραφέας δεν το φαντάζεται, επιρροή που έχει περάσει πια στο λογοτεχνικό ασυνείδητο, το ίδιο ισχύει και με άλλους σπουδαίους του παρελθόντος, όχι όμως και για πιο πρόσφατους ογκόλιθους, όπως ο Μπολάνιο, που η συνεισφορά τους ακόμα μελετάται, ακόμα βρίσκεται υπό διερεύνηση, σε διαδικασία χωνέματος. Τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται διάφοροι συγγραφείς στους οποίους εντοπίζεται μια επιρροή μπολανική*, κυρίως στον τρόπο με τον οποίο διαπραγματεύονται την αποτύπωση του ζοφερού περίγυρου, αλλά και, ίσως ακόμα πιο χαρακτηριστικά, τον τρόπο με τον οποίο η λογοτεχνία είναι παρούσα από άκρη σε άκρη, ο Μπολάνιο, συνοπτικά και βιαστικά, αυτά τα δύο στοιχεία ήρθε να μεταβάλλει πλήρως, τον ρεαλισμό –το απόλυτο κακό– και την ενδοκειμενική χρήση της λογοτεχνίας. Και αυτό το τελευταίο ήταν παρόν από την πρώτη κιόλας αράδα:

«Τη μέρα που γνώρισα τον φίλο μου τον Χ μου είπε πως όταν ήταν μικρός είχε επινοήσει μια θεωρία της αφήγησης που τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή. Δεν είναι καθόλου πρωτότυπη η ιδέα ότι οι ιστορίες έχουν μια ταξινομική λειτουργία, ότι επιβάλλουν στο πραγματικό μια τάξη ή μια ιεραρχία. Το πραγματικό ωστόσο είναι μια άγρια επικράτεια, μια ζούγκλα ή μια έρημος, ένας τόπος που δεν μπορεί κανείς να χαρτογραφήσει. Κάθε φορά που το άγριο εισέβαλλε στη ζωή του, ο φίλος μου ο Χ διηγούνταν κάτι, μια ιστορία, οποιαδήποτε, δεν είχε σημασία ό,τι και να 'ταν».

Ακόμα και αν δεν είχα διαβάσει το οπισθόφυλλο, οι πρώτες αυτές γραμμές θα ήταν αρκούντως αποκαλυπτικές των προθέσεων του Ατσέμι, ο τίτλος του πρώτου κεφαλαίου, «Τεχνητή αναπνοή», δάνειο από το ομώνυμο αριστούργημα ενός ακόμα σπουδαίου, του Ρικάρντο Πίλια, θα υπογράμμιζε εμφατικά τη δήλωση προθέσεων. Χωρίς ιστορία όμως, όποια πρόθεση θα έμενε άχρηστη στο ράφι. Αυτή είναι η ιστορία τεσσάρων νεαρών που άφησαν τη Μαδρίτη για να ταξιδέψουν με αυτοκίνητο ως τη νότια Γαλλία με σκοπό να δουλέψουν σεζόν στον τρύγο. Δουλειά εποχική, σκληρή αλλά καλά αμειβόμενη, μια πρόκληση, μια περιπέτεια, ένα πλήρες πακέτο, έτσι έμοιαζε. Όταν θα φτάσουν ωστόσο εκεί, μια έκπληξη τους περιμένει, λόγω ανομβρίας τα κλήματα δεν έκαναν καρπό, ο τρύγος ματαιώθηκε. Νεαροί και αποφασισμένοι, δεν θα κάνουν πίσω, θα επιμείνουν, θα επισκεφτούν μια εταιρεία ανθρώπινου δυναμικού, θα ζητήσουν μια άλλη καλοπληρωμένη δουλειά, κάπως έτσι ξεκινάει η περιπέτεια.

Στο Παγοδρόμιο, μυθιστόρημα του Μπολάνιο στον ίσκιο των σπουδαίων έργων του, σε πρωταγωνιστικό ρόλο βρίσκεται ο φύλακας ενός κάμπινγκ κατά τους χειμερινούς μήνες, δουλειά που και ο Μπολάνιο είχε κάνει για ένα διάστημα. Στα Ζωντανά πλάσματα οι τέσσερις νεαροί θα μείνουν σε ένα κάμπινγκ, δίπλα σε οικογένειες και συνταξιούχους, διαρκώς σε σύγκρουση με τον ιδιοκτήτη, διαρκώς υπό την απειλή της έξωσης, αναπόσπαστο μέρος της συνολικής εμπειρίας. Ο αφηγητής-επίδοξος συγγραφέας, ακολουθώντας ίσως τη θεωρία της αφήγησης που ο φίλος του ο Χ είχε μοιραστεί μαζί του όταν γνωρίστηκαν, τηρεί ένα ιδιότυπο ημερολόγιο περιπέτειας, πότε τυπικό, ακολουθώντας τη χρονική ακολουθία των ημερών και πότε παρεμβάλλοντας κομμάτια κάπου ανάμεσα στην πρόζα και στον στοχασμό, σ' ένα αποτέλεσμα, θαυμαστό πώς, σφιχτοδεμένο και λειτουργικό, παρά τον υβριδικό και πειραματικό χαρακτήρα του, παρά την πάνδηλη παρουσία του Μπολάνιο (κυρίως) και του Μπόρχες (δευτερευόντως), τόσο ως επιρροή όσο και ως διακειμενική αναφορά.

Ας πω πρώτα κάτι κλισέ: Δεν είναι διόλου απλό ή εύκολο να γράψει, ή να επιχειρήσει κάποιος να γράψει, κατά Μπολάνιο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Μπουκόφσκι, αμέτρητοι άντρες επίδοξοι συγγραφείς πίστεψαν πως με λίγο αλκοόλ και κάποιες κακές λέξεις θα είχαν ικανό καύσιμο ως τη δόξα, όμως όχι, προφανώς όχι. Τούτου λεχθέντος, συνεχίζω. Η ύπαρξη μιας τόσο ευδιάκριτης επιρροής αποτελεί μια παγίδα διπλή. Από τη μια θέτει έναν πήχη κοντά στον Θεό, από την άλλη μέρος του αναγνωστικού κοινού θα απογοητευτεί από το γεγονός πως ο Μπολάνιο δεν ζει πια, θα θεωρήσει υποκατάστατο κάθε αντίστοιχη απόπειρα. Δεν είναι απλό να αντιπαρατεθείς με τις ίδιες σου τις προσδοκίες, άτιμο πράγμα. Όση προσδοκία δημιούργησε μέσα μου το μπολανικό στοιχείο, άλλη τόση επιφύλαξη γέννησε.

Χρειάστηκε να περιμένω κάποιες μέρες μετά την φρενήρη ανάγνωση, να συντελεστεί ένας πρώτος μεταβολισμός, να πάρει τις διαστάσεις του μέσα μου, αν τις έπαιρνε τελικά, και τις πήρε. Και αυτό έγινε, σκέφτομαι, όχι μόνο επειδή είχε μια καλή ιστορία να αφηγηθεί, όχι μόνο επειδή δημιούργησε ένα ενδιαφέρον αφηγηματικό άλτερ έγκο, όχι μόνο εξαιτίας των πολλών διακειμενικών αναφορών, αλλά επειδή ο Ατσέμι ήρθε αντιμέτωπος με οξυδέρκεια και αποφασιστικότητα απέναντι στο κακό, απέναντι στο σύγχρονο, επειδή όσα είχε να πει, πέρα από τον ιδιοφυή τρόπο να το κάνει, είχαν νόημα και αξία να ειπωθούν, και αυτό ίσως είναι το πλέον μπολανικό στοιχείο του βιβλίου, ο πολιτικός χαρακτήρας, η μη αναχωρητική λογοτεχνία, ο λαϊκός χαρακτήρας της, το εδώ και το τώρα, το συγκεκριμένο και όχι το αφηρημένο. Ο Ατσέμι δεν έμεινε στην επιφάνεια του μπολανικού σύμπαντος. Συγγραφείς, όπως ο Μπολάνιο, εκτός όλων των άλλων που προσφέρουν, δίνουν και μια νέα χαραμάδα θέασης του κόσμου, και ο Ατσέμι μέσα από μια τέτοια μπολανική χαραμάδα αφηγήθηκε αυτή την ιστορία, και μέσα στην απλοχωριά του μπολανικού σύμπαντος, ακόμα ένα χαρακτηριστικό των σπουδαίων είναι πως δεν μας εγκλωβίζουν, κατάφερε να αναφερθεί σε πολλά περισσότερα από την ιστορία των τεσσάρων νεαρών.

Όσο οι μέρες περνούν, η σκιά του Μπολάνιο απομακρύνεται από τα Ζωντανά πλάσματα, όχι γιατί δεν υπάρχει η επιρροή, κάθε άλλο, αλλά γιατί, τελικά, ο Ατσέμι κατάφερε να καταστήσει την επιρροή αυτή γόνιμη, να την οικειοποιηθεί όσο αυτό είναι δυνατόν, να μην υποχωρήσει κάτω από το βάρος. Είναι χαζή η όποια απόπειρα σύγκρισης του Ατσέμι, του κάθε Ατσέμι, με τον Μπολάνιο, δεν έχει νόημα, δεν έχει αξία, δεν. Ο Μπολάνιο, στα λίγα χρόνια που έζησε, άφησε παρακαταθήκη ένα σύμπαν, με μεγάλους και εντυπωσιακούς πλανήτες, αλλά και με μικρότερα αστέρια, ένα σύμπαν στο οποίο υπάρχει χώρος για να καρφωθούν και άλλα σώματα που θα γεμίσουν τον θόλο, τα Ζωντανά πλάσματα είναι ένα από αυτά, υπήρξαν και άλλα, θα ακολουθήσουν ακόμα περισσότερα. Ένας ογκόλιθος, εκλαμβάνεται ως τέτοιος γιατί εμφανίστηκε και εμπλούτισε, άνοιξε δρόμους, φώτισε γωνιές, έδειξε έναν άλλο τρόπο, αλλά ούτε και αυτός ο ογκόλιθος έζησε και έγραψε εν κενώ, μην το αμελούμε αυτό.

Τα Ζωντανά πλάσματα είναι ένα ωραίο βιβλίο, αναπόσπαστο μέρος μιας λογοτεχνίας που μου αρέσει πολύ, σύγχρονο και φρέσκο, καλή λογοτεχνία με εμφανή αλλά ενσωματωμένα τα νήματα.

(το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)
 
Μετάφραση Λουίς Εντοάρντο Τόρες, Σωτήρης Παρασχάς
Εκδόσεις αντίποδες

* Συγγραφείς που έγραψαν κατά Μπολάνιο. Πρόχειρα μου έρχονται στο μυαλό τα εξής βιβλία: Η πιο μυστική μνήμη των ανθρώπων (Mohamed Mbougar Sarr, μτφρ. Μήνα Πατεράκη-Γαρέφη, εκδόσεις Πατάκη, περισσότερα εδώ), Μουσείο φυσικής ιστορίας (Carlos Fonseca, μτφρ. Αγγελική Βασιλάκου, εκδόσεις Καστανιώτη, περισσότερα εδώ), Η ανακάλυψη των σωμάτων (Pierre Ducrozet, μτφρ. Δημήτρης Δημακόπουλος, εκδόσεις Πόλις, περισσότερα εδώ), Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη (Kevin Barry, μτφρ. Ορφέας Απέργης, εκδόσεις Gutenberg, περισσότερα εδώ).

** Περισσότερα για τον Μπολάνιο θα βρείτε εδώ.

*** Για την Τεχνητή αναπνοή του Πίλια, περισσότερα θα βρείτε εδώ.

**** Στο μυαλό μου έχει συντεθεί μια τριάδα πρόσφατων αναγνωσμάτων: Ζωντανά πλάσματα - Η τελειότητα - Ήρθα εδώ και μας θυμήθηκα.

 

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2025

Αυτός ο χειμώνας - Δημήτρης Καρακίτσος

Παρακολουθώ τον Δημήτρη Καρακίτσο σχεδόν από την αρχή της πεζογραφικής του διαδρομής και δεν νομίζω να αποσυρθώ ποτέ από αυτή την επιθυμία. Η επιθυμία πηγάζει, πρώτα και κύρια, από την αναγνωστική απόλαυση που τα γραπτά του μου προσφέρουν. Ακολούθως βρίσκεται η φιλοδοξία, διάχυτη και διακριτή, οι διάφορες δοκιμές, τα ποικίλα δέρματα που ενδύεται κάθε φορά. Τα έχω πει για τη φιλοδοξία. Καλύτερα μια στοχοθέτηση πανύψηλη, ακόμα και αν τελικώς ο συγγραφέας περάσει κάτω από τη δοκό, παρά ένα ασφαλές πλατσούρισμα στα ρηχά. Η φιλοδοξία του Καρακίτσου, στα μάτια μου τουλάχιστον, δεν εξαντλείται σε ενδοκειμενικό πλαίσιο, αλλά συνοδεύει ως περιρρέουσα ατμόσφαιρα το κάθε του βήμα. Στο μυαλό μου, και αναλογικά πάντα, ο Καρακίτσος, ως προς τη φιλοδοξία, ομοιάζει τρόπο τινά με τον Ρομπέρτο Μπολάνιο. Πριν μου καταλογιστεί αμετροέπεια, ας διευκρινίσω. Μπορεί στον τόπο μας να είναι μάλλον απατηλό όνειρο ο «πλουτισμός» μέσω της γραφής, αυτό όμως δεν σημαίνει απουσία, συχνά υποδόριας, φιλοδοξίας για πωλήσεις ή, έστω, για αναγνώσεις πολυάριθμες, για ένα βιβλίο ευπώλητο. Κι εγώ κάτι τέτοιο διόλου αρνητικό δεν το βρίσκω, έχω λίγο κουραστεί, η αλήθεια είναι, από το τέχνη για την τέχνη, από την ανάγκη για έκφραση και δημιουργία που σαν άμμος γλιστρά και χάνεται από τις δαγκάνες της αντίληψής μου.

Τούτων λεχθέντων το Αυτός ο χειμώνας αποτελεί για μένα εν μέρει αναμενόμενο επόμενο λογοτεχνικό βήμα για τον Δημήτρη Καρακίτσο, αυτή τη φορά από τις εκδόσεις Αντίποδες. Ωστόσο είναι, πάντοτε στα μάτια μου, μια πρόσκαιρη εγκατάλειψη της λογοτεχνικής φιλοδοξίας, ακόμα και αν τελικώς διαβαστεί και συζητηθεί περισσότερο από τα υπόλοιπα, αν δηλαδή ένα μέρος της φιλοδοξίας επιτευχθεί. Κάτι τέτοιο διόλου δεν σημαίνει πως το Αυτός ο χειμώνας είναι ένα κακό βιβλίο, σε καμία περίπτωση κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Ας πιάσω όμως το νήμα από την αρχή.

Σε μια πρόσφατη εποχή, ακόμα όχι διαδεδομένα ψηφιακή, ένας άντρας ανεβαίνει σε ένα άδειο ορεινό χωριό της Βορείου Ελλάδος για να ξεχειμωνιάσει στον ρόλο του φύλακα. Δεν είναι κάτι που το κάνει για πρώτη φορά, αυτό όμως, στη συνθήκη της μοναξιάς και της απόλυτης παράδοσης στα καιρικά φαινόμενα, δύσκολα συνηθίζεται, ελάχιστα εντάσσεται στο οπλοστάσιο της εμπειρίας, η συγκατοίκηση εν κενώ με τον εαυτό μας είναι μια πίστα χωρίς κανονάκια από το παρελθόν. Στρωτά και ομαλά, ο Καρακίτσος αφηγείται την ιστορία αυτή, με την καθημερινότητα να υπερέχει, αλλά και τις αναλήψεις από το παρελθόν αναπόφευκτα να βρίσκονται στο κατόπι της.

Η σύγκριση με το προηγούμενο έργο αποτελεί μια αναπόφευκτη «κατάρα» για τον κάθε πολύγραφο δημιουργό, ιδιαίτερα αν είναι του αναγνωστικού μας γούστου. Και ο Καρακίτσος και του αναγνωστικού μου γούστου είναι αλλά και με αρκετά βιβλία στο ενεργητικό του, ικανά να δημιουργήσουν ένα λογοτεχνικό σώμα με ανατομικά και ψυχικά χαρακτηριστικά. Η ικανότητά του στην πρόζα, για παράδειγμα, είναι δεδομένη, η παιχνιδιάρικη φαντασία του επίσης, εδώ αυτό που (μου) λείπει είναι, όπως προείπα, η φιλοδοξία. Ο πήχης, για τα ως τώρα δεδομένα του Καρακίτσου, τοποθετείται μάλλον χαμηλά ή τουλάχιστον αυτό δείχνει η σύλληψη και, κυρίως, η εκτέλεση της γραφής στο Αυτός εδώ ο χειμώνας.

Δυσκολεύομαι και δεν πολυγουστάρω, ίσως εξαιτίας και της δυσκολίας μου, να διακρίνω και να θέσω στο τραπέζι της ανάγνωσης πιθανές διαφορετικές διαδρομές που ο εκάστοτε συγγραφέας θα μπορούσε να έχει ακολουθήσει, τα αναγνωστικά και εκ του ασφαλούς τι θα συνέβαινε εάν εκείνος έπαιρνε τη μία ή την άλλη διαδρομή. Διαισθητικά πιστεύω πως, παρά την απλή αρχική σύλληψη, η εκτέλεση θα μπορούσε να τη μετατρέψει σε πλεονέκτημα και όχι απλώς να την ακολουθήσει. Δεν χρειάζομαι αποδείξεις πως ο Καρακίτσος μπορεί να ανταποκριθεί σε ένα ηθογράφημα, είναι κάτι που το θεωρώ δεδομένο, έχει άλλωστε αποδείξει ισχυρή ικανότητα ανταπόκρισης σε πιο δυσπρόσιτες κορυφές. Το πρόβλημά μου είναι πως οι αναγνωστικές μου προσδοκίες από εκείνον είναι πολύ πιο υψηλές, τέτοιες που ο ορίζοντας σκιαγραφείται με την προσδοκία εντυπωσιασμού και διεσταλμένης κόρης όπως συνέβη στον Δον Υπαστυνόμο ή στις Ιστορίες του Βαρθολομαίου Ολίβιε ή (ακόμα πιο έντονα) στο Για να μην αποτύχουμε όπως οι Μπιόρλινγκ και Καλστένιους. Και αυτό εδώ δεν συνέβη.

Αν αυτό ήταν το πρώτο βιβλίο γνωριμίας μου με το λογοτεχνικό σύμπαν του Καρακίτσου, τότε η πρόσληψη θα ήταν σίγουρα εντελώς διαφορετική. Η απλότητα, η ευκρίνεια, η γνώση του πεδίου της υπαίθρου και δη της δυσπρόσιτης εκδοχής της, η ησυχία στην ατμόσφαιρα, η ένταξη του φυσικού τοπίου στην ιστορία, η απουσία διάθεσης για στείρο εντυπωσιασμό και η ανθρωπινότητα του πρωταγωνιστή θα ήταν μερικές από τις αρετές του μυθιστορήματος που θα διέκρινα και θα επιχειρούσα να αναδείξω σε ένα αντίστοιχο με το σημερινό κείμενο. Η μη πρώτη επαφή δεν σημαίνει την απουσία τους, απλώς δεν μου ήταν αρκετές, σε κάθε γύρισμα της σελίδας περίμενα μια ανατροπή, εγώ που διόλου δεν χωνεύω τις ανατροπές.

Σκέφτομαι πως μια θετική κριτική για το συγκεκριμένο βιβλίο ίσως να σηματοδοτούσε δύο διαδρομές, όχι και τόσο διαφορετικές ως προς τον τελικό τους προορισμό. Η πρώτη, εκείνη της οποίας δεν θα είχε προηγηθεί πρότερη επαφή με το έργο του, θα άφηνε, εν αγνοία της, να διαφανεί πως το Αυτός ο χειμώνας αποτελεί ένα χαρακτηριστικό έργο του Καρακίτσου, ίσως, ακόμα ακόμα, μια καλή πρώτη είσοδο σε αυτό. Η δεύτερη, εκείνη που παρά τη γνώση της εργογραφίας θα το «αποθέωνε», θα ήταν σαν να διαγράφει όσα προηγήθηκαν, σαν να αναφωνούσε: ο Καρακίτσος εγκατέλειψε τους ακκισμούς και τις φιλοδοξίες, για τις οποίες δεν ήταν ικανός, και επιτέλους υποτάσσει τη γραφή του σε ένα πλαίσιο πιο διαχειρίσιμο, πιο απτό, πιο απλό, εντός των δυνατοτήτων του αναγνώστη ή του κριτικού, που, ξανά επιτέλους, δεν νιώθουν άβολα. Οι θετικές κριτικές, ή αυτές που τέλος πάντων αυτοπροσδιορίζονται ή μοιάζουν τέτοιες, συχνά στον πυρήνα τους είναι αρνητικές και απαξιωτικές, τα φαινόμενα απατούν και τα λοιπά και τα λοιπά.

Κλείνοντας. Το Αυτός ο χειμώνας είναι ένα καλογραμμένο και αξιόλογο, σύγχρονα, έστω και σε έναν χρόνο μεταιχμιακό και μεταβατικό που ήδη μοιάζει μακρινός, ηθογραφικό και ανθρωποκεντρικό μυθιστόρημα, που χωρίς να το διατυμπανίζει και ανάμεσα σε άλλα αναφέρεται σε μια λιγότερο τουριστική άλωση κάθε εκατοστού αυτού του τόπου, όταν η φύση με ευκολία έβγαινε νικήτρια από την ανθρώπινη απόπειρα δαμασμού της. Ωστόσο, αν υποθέσουμε πως ο Καρακίτσος θα μείνει ως λήμμα, μικρότερο ή μεγαλύτερο ποιος το ξέρει, στο λογοτεχνικό λεξικό του μέλλοντος, τότε αυτό δεν θα συμβεί εξαιτίας του συγκεκριμένου βιβλίου.

Οι υπέρμετρες προσδοκίες και δη εκείνες που υψώνονται στη βάση του ταλέντου του συγγραφέα να τις ανατρέπει ξανά και ξανά είναι η βασική αιτία για το κείμενο αυτό. Όμως, η αντίστροφη μέτρηση για το επόμενο βιβλίο τού Καρακίτσου έχει κιόλας ξεκινήσει!

υγ. Για τις Ιστορίες του Βαρθολομαίου Ολίβιε περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ, για το Ο Δον Υπαστυνόμος εδώ και για το Για να μην αποτύχουμε όπως οι Μπιόρλινγκ και Καλστένιους εδώ.

Εκδόσεις Αντίποδες

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2024

Ναυτία της γης - Nikolaj Schulz

Είναι κάποια βιβλία που σε βρίσκουν την κατάλληλη στιγμή. Κυριακή πρωί, εν μέσω οργιώδους καύσωνα, εγκλωβισμένος στη μεγάλη πόλη, είχα μια επιθυμία. Να φτιάξω ζεστό καφέ και να μην σηκωθώ από το υγρό κάλυμμα του καναπέ παρά μόνο αφού τελειώσω την ανάγνωση ενός βιβλίου. Οι συνθήκες δεν είναι οι κατάλληλες για το αίσθημα ολοκλήρωσης των πραγμάτων, οι στόχοι οφείλουν να είναι πιο ταπεινοί.

Όταν το τράβηξα από τη στοίβα, ως εκείνο που θα αποτελούσε το όχημα διέλευσης του κυριακάτικου στόχου, δεν ήξερα τίποτα για το μικρό σε έκταση αυτό βιβλίο, ούτε καν πως επρόκειτο να κυκλοφορήσει, αλλά, κυρίως, η αρχή του κειμένου στο οπισθόφυλλο, ένιωσα να μου κλείνει το μάτι, ένα διάβασέ με τώρα αιωρήθηκε στον χώρο. «Κατά τη διάρκεια ενός καύσωνα, η ύπαρξη του αφηγητή διαταράσσεται και αποπροσανατολίζεται». Δεν χρειαζόταν κάτι άλλο.

Θεωρούσα πως επρόκειτο για μια νουβέλα. Έπεσα έξω. Όχι εξαρχής, όταν ακόμα ένιωθα πως επρόκειτο για ένα δείγμα autofiction, ένα από τα πολλά των τελευταίων χρόνων. Ο αφηγητής, που ο αναγνώστης κανένα προφανή λόγο δεν διαθέτει για να μην τον ταυτίσει με τον γεννημένο το 1990 Νικολάι Σουλτς, υποφέρει σε ένα Παρίσι που πλήττεται από τερατώδεις θερμοκρασίες, τερατώδεις παρά την εποχή, ναι, το καλοκαίρι στην πόλη κάνει ζέστη, αλλά αυτό είναι κάτι το διαφορετικό, προπομπός κόλασης.

Έτσι θα είναι από εδώ και πέρα, υπενθυμίζουν εκείνοι που ασχολούνται με το κλίμα, με τη διασάλευση του κλίματος για την ακρίβεια. Η υπενθύμιση τίποτα δεν προσφέρει στην αντιμετώπιση της συνθήκης, ίσως μόνο μια κάποια αύξηση του αισθήματος της μισανθρωπίας που παραμονεύει στη γωνία, απέναντι σε εκείνους που λένε: πάντα έκανε ζέστη, υπερβολές των επιστημόνων για πρόσβαση σε μεγαλύτερες επιχορηγήσεις, τρομοκρατία.

Παρότι δεν υπάρχει κάποιο αδιάσειστο στοιχείο πως ο αφηγητής είναι ο ίδιος ο συγγραφέας, από ένα σημείο και μετά, όταν η θεωρία εισέρχεται για τα καλά ως συνοδό στοιχείο της απόφασής του να εγκαταλείψει την πόλη για ένα τουριστικό νησί, μήπως και εκεί καταφέρει να γλιτώσει, ο όρος autotheory εγκαθιδρύθηκε στο μυαλό μου. Το μόνο άλλο χαρακτηριστικό δείγμα του υποείδους αυτού που έχω διαβάσει, αν θυμάμαι σωστά με όλη αυτή τη ζεστή σύγχυση, ήταν οι σπουδαίοι, για διάφορους (προσωπικούς κυρίως) λόγους, Αργοναύτες της Μάγκι Νέλσον (μτφρ. Μαρία Φακίνου, εκδόσεις Αντίποδες).

Η φόρμα και η μορφή δεν είναι οι μόνες που δημιουργούν συνεκτικό ιστό ανάμεσα στα δύο αυτά έργα, όσο το βύθισμα του αφηγητή στην καθημερινότητά του με όχημα τη θεωρία, μια διαρκής απόπειρα επαναπροσανατολισμού και επιβεβαίωσης μιας όσο το δυνατόν περισσότερο συντεταγμένης πορείας σε νερά εν πολλοίς αχαρτογράφητα. Και αυτό το προσωπικό στοιχείο, η ανάγκη επιβεβαίωσης πορείας και όχι η δημιουργία νέας και πρωτότυπης θεωρίας, άχρηστης πιθανότατα στην αρένα της ζωής, είναι που απομακρύνει τη Ναυτία της γης από το αυστηρά καθορισμένο πεδίο του δοκιμίου.

Μια περιδιάβαση, με τον εαυτό συνοδό και διαρκώς παρόντα, μια αναμέτρηση με το φέρον προνόμιο και τις επιπτώσεις του σε κάθε επόμενο πάτημα στο έδαφος, αυτό θα έλεγα πως είναι το υβριδικό αυτό βιβλίο, που δεν διστάζει να κάνει χρήση της προφανούς, πιθανά και παρωχημένης, επιχειρηματολογίας, για την επίδραση της ανθρώπινης παρουσίας επί της γης και του περιβάλλοντος χώρου. Εδώ εισέρχεται στην εξίσωση η αγωνία, με όρους κατά πολλοίς υπαρξιστικούς, απέναντι στη συνθήκη του ανθρωπόκαινου, που ολοένα και πιο συχνά εμφανίζεται στη βιβλιογραφία, και κάτι μου λέει πως θα συνεχίσει να υπεισέρχεται σε αυτή μέχρι που δεν θα μείνει χώρος για κάτι άλλο, όταν η ασφυξία θα είναι απόλυτη.

Σκέφτομαι και λίγο, η αλήθεια είναι, ζηλεύω εκείνους που θα αντιμετωπίσουν το κείμενο αυτό, και άλλα παρόμοια, με ένα απλό κούνημα του κεφαλιού σκεπτόμενοι: υπερβολές. Δεν είναι απαραίτητο πως η Ναυτία της γης φέρει κάτι το συγκλονιστικά νέο, οι έρευνες, οι καμπύλες και τα νούμερα έχουν άλλωστε προηγηθεί των ανθρωπιστικών σπουδών, τουλάχιστον ως αποδείξεις των ενδείξεων της οξυδέρκειας κάποιων που προηγήθηκαν ημών. Ο στοχασμός πάνω στα νούμερα, ωστόσο, είναι απαραίτητος για τον απαιτούμενο επαναπροσδιορισμό, για τη χάραξη νέων κατευθύνσεων στη σκέψη και την εν γένει ύπαρξη, κυρίως στη δεύτερη.

Η λογοτεχνικότητα δεν είναι απλώς απαραίτητη για να καλωσορίσει έναν αναγνώστη που δεν κινείται στον χώρο του δοκιμίου, όχι με άνεση τουλάχιστον, παρά στην επιφάνεια σε μια εποχή εύκολης πρόσβασης στη μυρωδιά των πραγμάτων. Ο Σουλτς καταφέρνει να σωματοποιήσει και να πνευματικοποιήσει το αίσθημα της επί γης ναυτίας, κλείνοντας ίσως το μάτι σε μια πιο διάσημη Ναυτία, που για χρόνια καθόρισε τις αναζητήσεις, τις ερωτήσεις και την έλλειψη ξεκάθαρων και σωτήριων απαντήσεων. Η απόφαση να εξέλθει από το δωμάτιο εργασίας, έξω στη ζέστη, φέρει ισχυρό πλήγμα στο συνήθη αναχωριτισμό από τον οποίο χαρακτηρίζεται η σκέψη, αλλά και η λογοτεχνία, ας μη γελιόμαστε. Ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιεί την έξοδο αυτή, αυτό το ιδιότυπο εκτός άστεως φλανάρισμα, επιτείνει το συναίσθημα της ναυτίας.

Υπάρχει ένα στοιχείο, ανάμεσα σε άλλα, το οποίο πιπιλίζεται τα τελευταία χρόνια, και έχει να κάνει με την ατομική ευθύνη, για όποια συνθήκη της οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής, περιβαλλοντικής ή όποιας άλλης συνθήκης βρίσκεται στο προσκήνιο κάθε φορά. Και μόνο στο άκουσμα ή την υπόνοιά της μεγάλο μέρος του πληθυσμού τριγκάρεται, δυσανασχετεί και θέτει τη σχετικότητα ως άμυνα, πόσο καταστρέφει το πλαστικό μου καλαμάκι το περιβάλλον και πόσο μια βιομηχανία;, αυτό είναι ένα συχνό αντεπιχείρημα. Δεν νομίζω πως ο Σουλτς επιχειρεί να εξισώσει, είναι όμως τέτοια η δυσανεξία ενός μέρους του πληθυσμού που δεν του επιτρέπει να ακούσει με ηρεμία πριν αντιδράσει. Ο διανοούμενος, έχει ή θα έπρεπε να έχει, την κατάλληλη αντοχή και την απαραίτητη καθαρή ματιά, περιλαμβάνοντας και τον ίδιο τον εαυτό του στην παρατήρηση.

Εδώ το ζήτημα δεν είναι ποσοτικό, άλλωστε τα νούμερα είναι ειδικότητα άλλων εκφάνσεων της ανθρώπινης σκέψης, αλλά ποιοτικό ή συμπεριληπτικό, η αντίφαση της ανθρώπινης πράξης απέναντι στην ίδια της τη θεωρία, όσο υψηλή και καθαρή και αν είναι, είναι, μοιάζει να λέει ο Σουλτς, ο δρόμος για να δειχθεί η αντίφαση της ανθρώπινης παρουσίας στη γη, το αναπόσπαστο κομμάτι καταστροφής, κατασπατάλησης, ικανοποίησης, λεηλασίας, σπισισμού. Εγώ δεν είμαι έτσι, σκεφτόμαστε πολλοί, και όμως είσαι, απαντά το κομμάτι σκέψης που φέρει σκευή ο Σουλτς, η διαρκής αντιδικία με την αντίφασή μας είναι σύμφυτη της ύπαρξης, η μανιώδης απόπειρα εξαίρεσης του εαυτού από την εκάστοτε μορφοποίηση του ζόφου.

Ίσως επειδή από τα δυνατά μυαλά εκείνο που περιμένω είναι η επιμονή στη σκέψη παρά την αβεβαιότητα, εκείνη είναι που στα μάτια μου τα διαφοροποιεί από εκείνα τα άλλα τα γεμάτα σαθρές και γελοίες βεβαιότητες επί παντός επιστητού, ίσως αυτό να ήταν που ένιωσα σημαντικό σε αυτό το κείμενο, το συναίσθημα της παγωμένης ναυτίας εν μέσω μιας αρρωστημένης, και λόγω καύσων, ραστώνης.

υγ. Για τους Αργοναύτες της Νέλσον, έγραφα αυτό.

Μετάφραση Κώστας Σπαθαράκης
Εκδόσεις αντίποδες

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2024

Deepfake - Μάκης Μαλαφέκας

Αν έχεις, σκέφτομαι, έναν ήρωα όπως τον Μιχάλη Κρόκο, τότε δεν μπορεί παρά να επιστρέφεις ανά τακτά χρονικά διαστήματα στη θέση μπροστά στη λευκή σελίδα. Ο Κρόκος, στο άκουσμα του χαρακτηρισμού ήρωας, ίσως και να ξεκαρδιζόταν στα γέλια, σίγουρα θα ξεκαρδιζόταν στα γέλια, έστω και άηχα, σίγουρα μειλίχια, κουρασμένος, άυπνος και έρμαιο της υψηλής ζέστης του αθηναϊκού καλοκαιριού. Τέσσερα χρόνια μετά τη Μεσακτή, ο Κρό..., συγγνώμη, ο Μαλαφέκας επέστρεψε. Και αυτό το βιβλίο το περίμενα.

Τρίτο βιβλίο, λοιπόν, με πρωταγωνιστή –το αστείο με τον ήρωα παρατράβηξε– τον Μιχάλη Κρόκο. Είχαν προηγηθεί το Δεν λες κουβέντα, με την αθηναϊκή βερσιόν της Ντοκουμέντα στο επίκεντρο ενός ανελέητου γλεντιού σάτιρας, και η Μεσακτή, με το Νήσος Μύκονος, που πιάνει διαδοχικά Μύκονο και Ικαρία, να προσφέρει ένα μοναδικό, πλην όμως επαναλαμβανόμενο μέσα στα χρόνια, κοινωνιολογικό πείραμα καταμεσής του Αιγαίου. Διευκρινίζω πως και τα τρία βιβλία διαβάζονται ανεξάρτητα και εν μέρει αυτόνομα, παρότι παράπλευρα της κεντρικής κάθε φορά ιστορίας προωθείται και η πλοκή της ζωής του Κρόκου.

Κάτοικος Εξαρχείων, συγγραφέας κάποιων βιβλίων, λάτρης της τζαζ, οξυδερκής παρατηρητής του γύρω κόσμου, ευαίσθητος στις μεταβολές του, περιπατητής και γνώστης της βαθιάς νύχτας, αλλεργικός στην κατ' ευφημισμό πρόοδο και την τουριστική επέλαση στο κορμί της Αθήνας που αγαπά να σιχτιρίζει, σίγουρα όχι πρότυπο, ίσως μάλιστα και αντιπαράδειγμα για μεγάλο μέρος του γονεϊκού πληθυσμού, γοητευτικός ακριβώς γιατί δεν το πολυπιστεύει, επιρρεπής σε διαφόρων ειδών μπλεξίματα, χαρακτηριστικό δείγμα του πρώτα ζούμε και ύστερα γράφουμε, αυτός είναι εν ολίγοις ο Κρόκος, ένας τύπος που βλέπει τον κόσμο γύρω του να τρέχει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς και εκείνος, χωρίς κανένα σοβαρό θεωρητικό οπλοστάσιο, απλώς σταματάει σε ένα τυροπιτάδικο για να παραγγείλει έναν ακόμα καφέ. 

Συχνά γίνεται η ταύτιση συγγραφέα και πρωτοπρόσωπου αφηγητή, ειδικά όταν αυτός περνάει από βιβλίο σε βιβλίο, συνηθίζεται να αποκαλείται συγγραφικό άλτερ έγκο, εδώ όμως, νιώθω, πως ο Μαλαφέκας είναι ένας θερμός θαυμαστής του Κρόκου, κάποιος σαν τον οποίο θα ήθελε να είναι, κάποιος τη ζωή του οποίου θα ήθελε να ζει, έτσι όπως είναι ανοιχτή στο αναπάντεχο και το τυχαίο, που πια, ίσως και πάντοτε, βέβαια, κάτι τέτοιο μόνο μέσα στις σελίδες ενός μυθιστορήματος μπορεί να συμβεί.

Μια εισαγγελέας θα πλευρίσει τον Κρόκο, θα τον παραπλανήσει και θα τον μπλέξει σε μια ιστορία με έντονη εσάνς θεωριών συνωμοσίας και τεχνολογικής υπεραιχμής, με καστ από ογκώδη, πλην ανθρωπόμορφα, πλάσματα, χωρίς σβέρκο, καλλίγραμμες νεαρές και μεσήλικες γυναίκες, αδίστακτους πλούσιους που επιθυμούν την περαιτέρω ανέλιξη στην κοινωνικοπολιτική επιρροή. Συμβάντα από απόσταση ευτράπελα μα από μέσα ιδιαιτέρως επικίνδυνα, για μια ακόμα φορά εκείνος θα βάλει το κεφάλι του στον ντορβά, θα τα παίξει όλα για όλα, είναι άλλωστε τέσσερα χρόνια που δεν έχει βγάλει κάποιο βιβλίο, ίσως αυτή να είναι μια καλή ιστορία για να αφηγηθεί εκ των υστέρων, αν έχει καταφέρει, βέβαια, να τη σκαπουλάρει τελικά.

Ο Μαλαφέκας είναι χαρακτηριστικός θιασώτης μιας όχι και τόσο ιδιαίτερα αναπτυγμένης στα καθ' ημάς λογοτεχνικής σκηνής, εκείνης της παλπ λογοτεχνίας που οι Γάλλοι, κυρίως αυτοί, τόσο υπέροχα δείγματα μέσα στα χρόνια μας δίνουν. Ένας αντιήρωας –εντάξει, τέτοιος είναι όντως ο Κρόκος– μπλεγμένος άσχημα στη μητρόπολη που μας αναλογεί στο σύνορο δύσης και ανατολής, εδώ που ούτε ο καπιταλισμός δεν μοιάζει να λειτουργεί σωστά, ποτέ δεν το έκανε, γιατί να το κάνει τώρα. Το είδος, συμπεριλαμβανομένου του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, είναι το ιδανικό όχημα για μια αστική, με όρους πολεοδομικούς και σε καμία περίπτωση ταξικούς, λογοτεχνία. 

Ο Μαλαφέκας δεν παραμελεί την πλοκή του, παρότι είναι το εμφανές πρόσχημα ώστε να συμπεριληφθούν διάφορες ιδιαιτερότητες και κακώς κείμενα της τωρινής Αθήνας. Και αυτό, δευτερευόντως μετά τον Κρόκο, το σουλατσάρισμα στην καυτή Αθήνα είναι το κυρίως δυνατό χαρτί του Deepfake, που του επιτρέπει να υπερβεί τους ειδολογικούς περιορισμούς και να προσελκύσει, ίσως και να γοητεύσει, ένα ετερογενές αναγνωστικό κοινό, αρκεί αυτό να μην πάσχει από μια διάχυτη σοβαροφάνεια.

Το κέντρο των πόλεων πολύ συχνά γίνεται σκηνικό αφηγηματικής πλοκής. Εκείνο που δυστυχώς δεν συμβαίνει συχνά είναι ο συγγραφέας, ή ο αφηγητής τέλος πάντων, να πείθει πως το γνωρίζει καλά και με αυτό το γνωρίζει καλά δεν αναφέρομαι στη γνώση των ονομάτων των οδών ή κάποιων μαγαζιών. Ο Κρόκος το γνωρίζει το κέντρο καλά και αυτό επιτρέπει στο όλο κατασκεύασμα να λειτουργήσει και να μην περιπέσει στην καρικατούρα, αλλά να ισορροπήσει, έστω και καμιά φορά από το ποτό και την κούραση τρεκλίζοντας, στο περβάζι της. Και εδώ έγκειται η παραπάνω αναφορά στην οξυδέρκεια που χαρακτηρίζει τη ματιά του Κρόκου, ένας ιδιότυπος φλανέρ σε μια εποχή απομάγευσης και διάχυτου ζόφου, όχι στον κοελικό ρόλο του παντού κανείς μπορεί να εντοπίσει την ομορφιά, αλλά στον αντίθετο, στον ρόλο εκείνου που νιώθει κομμάτι της πόλης και της εποχής, ή, τουλάχιστον, ως τέτοιος λειτουργεί και πορεύεται.

Γρήγορος ρυθμός, αμείωτη δράση, αγωνία και ανατροπές, με διάχυτο χιούμορ, πότε κατάμαυρο πότε πιο ανοιχτόχρωμο, το μυθιστόρημα διαβάζεται σε ρυθμούς αυτοσχεδιαστικής τζαζ. Η αγάπη για τη λογοτεχνία δεν απουσιάζει, το κλειδί του μυστηρίου, άλλωστε, σε αυτή θα βρεθεί τελικά, και αυτή η αγάπη είναι ένα παράπλευρο αντίδωρο της πλοκής. Το Deepfake είναι ένα άξιο τρίτο μέρος, ξεπερνώντας και αυτό τον συνήθη σκόπελο όπου ενός υποσχόμενου πρώτου μέρους ακολουθούν κακέκτυπα μανιέρας και απόπειρα κεφαλαιοποίησης μιας προηγηθείσας επιτυχίας εν τη απουσία επιθυμίας και έμπνευσης.

Αναμφίβολα, ένα από τα βιβλία του καλοκαιριού (μου).

υγ. Περισσότερα για τη Μεσακτή θα βρείτε εδώ, για το Δεν λες κουβέντα εδώ.

Εκδόσεις Αντίποδες

Δευτέρα 8 Απριλίου 2024

Διακοπές στην Αβησσυνία - Ελίζα Παναγιωτάτου

Δύο χρόνια μετά το Αεροδρόμιο, η Ελίζα Παναγιωτάτου επιστρέφει λογοτεχνικά, αυτή τη φορά μ' ένα μυθιστόρημα και πάλι στις εκδόσεις Αντίποδες. Θέτω εξ αρχής το ειδολογικό ανήκειν γιατί η ως τώρα πορεία της ανήκε στη μικρή φόρμα, και τη χαρακτήριζε μια γραφή αρκετά προσωπική και εν πολλοίς θραυσματική και αφαιρετική. Το Διακοπές στην Αβησσυνία είναι ένα βήμα πιο φιλόδοξο.

Πρωταγωνίστρια είναι η Τέσση, ένα εν δυνάμει ή αυθαίρετα άλτερ έγκο της συγγραφέως, γεννημένη στα μέσα της δεκαετίας του '80, που δουλεύει σε ένα τηλεφωνικό κέντρο εξυπηρέτησης πελατών, παλεύοντας να επιβιώσει στην καθημερινότητα τόσο πρακτικά όσο και συναισθηματικά. Της αρέσουν κυρίως οι γυναίκες, αλλά όχι αποκλειστικά. Ο θάνατος του πατέρα της, ξαφνικός και άμεσος, εκτός της απώλειας την φορτώνει και με το βάρος της γραφειοκρατίας καθώς είναι αποφασισμένη, αντίθετα με τον αδερφό και τη μητέρα της, να τολμήσει το ρίσκο της αποδοχής μιας κληρονομιάς μπλεγμένης και χρεωμένης. Σκαλίζοντας τα διάφορα χαρτιά και γυρεύοντας το κλειδί μιας τραπεζικής θυρίδας, που ίσως να κρύβει κάποια έκπληξη, ανακαλύπτει άγνωστες πτυχές της ζωής του, τον γνωρίζει λίγο καλύτερα, τα κομμάτια ενός ακατανόητου παζλ μπαίνουν σιγά σιγά στη θέση τους. Η ιστορία διαδραματίζεται τα τελευταία χρόνια, όταν σ' όλα τα δεινά προστίθεται και ο κορωνοϊός, οι απαγορεύσεις και ο φόβος.

Στο πρώτο μέρος, ένας παντογνώστης αφηγητής ακολουθεί την Τέσση στις διαδρομές της στην Αθήνα, με την Παναγιωτάτου να καταφεύγει σε διαρκή μπρος πίσω στην ιστορία με βασικό άξονα το πριν και το μετά του θανάτου του πατέρα της. Στο δεύτερο μέρος, στις «διακοπές στην Αβησσυνία», ο παντογνώστης αφηγητής μένει πίσω και η Τέσση αναλαμβάνει η ίδια σε πρώτο πρόσωπο την αφήγηση της εκεί περιπέτειάς της. Η συγγραφέας με διάφορα αφηγηματικά μέσα –διαλόγους, μηνύματα, αποκόμματα εφημερίδων και αλληλογραφίας– περιστοιχίζει λειτουργικά το κυρίως αφηγηματικό όχημα. Η πρόζα είναι αρκετά σφιχτοδεμένη, το νήμα της αφήγησης είναι ορατό και γερό, ούτε θραυσματικό, ούτε αφαιρετικό. Η Παναγιωτάτου τα καταφέρνει πολύ καλά, χωρίς να καταφεύγει σε τεχνάσματα και ακροβασίες στείρου εντυπωσιασμού. 

Η Τέσση είναι ένας χαρακτήρας αληθοφανής και ζωντανός, μια κοπέλα με την οποία ο αναγνώστης έχει ταξιδέψει στον ίδιο συρμό. Τα συναισθήματα και τα προβλήματα της καθημερινότητας είναι οικεία και γνώριμα. Ο τόπος, η Αθήνα και η Αβησσυνία, έχει επίσης καθοριστική λειτουργία στο μυθιστόρημα. Και αν η Αθήνα, αποτυπωμένη με την αληθοφάνεια κάποιου που την περπατά, αναμενόμενα δεν προσιδιάζει σε εκείνη των τουριστικών οδηγών, η Αβησσυνία, με τη σκιά του Ρεμπό διακριτή, παρουσιάζεται επίσης ως αυτό που είναι, το σκηνικό της δράσης δηλαδή, χωρίς να τη βαραίνει η εξωτικότητα μιας άγνωστης και μακρινής γης. Η αλλαγή τοπίου, ακόμα και τόσο αντιθετική, δεν μεταμορφώνει την Τέσση σε ένα άλλο πρόσωπο, και αυτό αποδεικνύεται καθοριστικό για τη γενικότερη πρόσληψη του μυθιστορήματος.

Η Παναγιωτάτου δεν διστάζει να γράψει για το σήμερα, όχι με όρους επικαιρότητας, αλλά συγχρονίας. Πετυχαίνει να αποδώσει το κοινωνικό βαρομετρικό, τις ριπές του ανέμου και την αισθητή θερμοκρασία που επικρατεί, με ακρίβεια στην παρατήρηση και την καταγραφή, να μιλήσει για τη γενιά των σημερινών νεαρών μεσήλικων. Οι πτυχές τής αγωνίας της Τέσσης δεν είναι επίπλαστες και κενές υπόβαθρου χάριν εντυπωσιασμού και (θεματικής) συμπερίληψης. Το γυναικείο ζήτημα, η σεξουαλικότητα, η ερωτική αναζήτηση, η καταφυγή στο παρελθόν, οι εργασιακές προοπτικές, οι οικογενειακές σχέσεις, η φιλία, η ψηφιακή πραγματικότητα, η ανάγκη για καλλιτεχνική έκφραση, οι παρενέργειες της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ανάμεσα σε άλλα, αποτελούν βασικούς πυλώνες της καθημερινής διαδρομής. Καθίσταται σαφές εξ αρχής πως οι αγωνίες και οι επιθυμίες της Τέσσης είναι προσωπικές και δεν τοποθετούνται σε μια βιτρίνα προς πώληση. Θέλω να πω με αυτό πως η Παναγιωτάτου δεν επιζητά τη συναισθηματική καθοδήγηση του αναγνώστη, ούτε σε επίπεδο ενσυναίσθησης, ούτε ταύτισης. Αυτό είναι κάτι που προκύπτει, αν προκύπτει, αβίαστα.

Το Διακοπές στην Αβησσυνία, χαμηλόφωνο και σύγχρονο, ανήκει στο σώμα μιας διακριτής ελληνόφωνης γυναικείας λογοτεχνίας, γεγονός που το καθιστά, εκτός από αναγνωστικά απολαυστικό, αναγκαίο, έτσι όπως αποτυπώνει τον χωροχρόνο και τις κινήσεις των (θηλυκών) υποκειμένων εντός του. Η Παναγιωτάτου, με το μυθιστόρημα αυτό, παγιώνει τη θέση της ανάμεσα στις ενδιαφέρουσες φωνές της εποχής μας.

υγ. Για το Αεροδρόμιο περισσότερα εδώ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών. 

Εκδόσεις Αντίποδες

Δευτέρα 17 Ιουλίου 2023

Όνειρα τραίνων - Denis Johnson

Περίμενα με ανυπομονησία το βιβλίο αυτό, Η γενναιοδωρία της γοργόνας, λίγα χρόνια πριν, με είχε ενθουσιάσει. Στο τότε κείμενο, ένα μεγάλο μέρος είχε αφιερωθεί στην αίσθηση πως κάθε διήγημα έμοιαζε με ένα συμπυκνωμένο μυθιστόρημα. Είχα περιέργεια να δω πώς θα λειτουργούσε μια μεγαλύτερη αφήγηση, έστω και σε μέγεθος νουβέλας. Οι προσδοκίες ήταν ιδιαίτερα υψηλές.

Το καλοκαίρι του 1917 ο Ρόμπερτ Γκρέινιερ πήρε μέρος στην απόπειρα κατά της ζωής ενός Κινέζου εργάτη που τον έπιασαν να κλέβει, ή τουλάχιστον έτσι τον κατηγόρησαν, από ένα μαγαζί της σιδηροδρομικής εταιρείας Σποκέιν Ιντερνάσιοναλ στο βόρειο άκρο του Αϊντάχο.

Αν η θεωρία πως η πρώτη πρόταση είναι ενδεικτική του συνόλου είναι ορθή, τότε είχα κάθε λόγο να ελπίζω στη δικαίωση των προσδοκιών. Χωρίς χασομέρι, ο Τζόνσον εισάγει τον αναγνώστη στον χωροχρόνο της αφήγησης, ενώ, παράλληλα, του συστήνει τον ήρωά του, τον Ρόμπερτ Γκρέινιερ. Αυτό το έντονα κινηματογραφικό επεισόδιο, μια από τις πολλές υποϊστορίες που συνθέτουν τη νουβέλα, εκτός από το κλίμα της εποχής, εκεί που η ανθρώπινη ζωή ελάχιστη αξία έχει, ενώ έννοιες όπως η απόδοση δικαιοσύνης είναι ακόμα άγουρες, καθορίζει και τα όρια εντός των οποίων κινείται ο Γκρέινιερ, που χωρίς δεύτερη σκέψη και αιτιολόγηση βρίσκεται να συμμετέχει ενεργά στην απόπειρα δολοφονίας του φερόμενου ως κλέφτη Κινέζου.

Ο Γκρέινιερ, σε μικρή ηλικία, έφτασε ασυνόδευτος με το τραίνο στα μέρη εκείνα. Μεγάλωσε σε μια οικογένεια που ποτέ δεν ξεκαθαρίστηκε με σαφήνεια αν όντως ήταν κάποιου βαθμού συγγενείς του ή όχι. Ένας άνθρωπος χωρίς παρελθόν. Ο Τζόνσον, στη νουβέλα αυτή, αφηγείται την ιστορία τού Γκρέινιερ, που ήταν εργάτης στην υλοτομία. Πιάνει την αφήγηση in media res, για να προχωρήσει σύντομα σε αναλήψεις και προλήψεις από τη ζωή ενός απλού ανθρώπου. Υπάρχουν δύο σημεία στα οποία διαφαίνεται η απλότητα της σκέψης του Γκρέινιερ· το πρώτο είναι όταν εκφράζει το συναίσθημα δέους που νιώθει μέσα στο δάσος ανάμεσα στα πανύψηλα δέντρα· ενώ το δεύτερο είναι η θεωρία, την οποία πιστά ακολουθεί, να μην τα βάζει με δέντρα των οποίων ο κορμός είναι πιο παχύς από το κεφάλι του. Ο Γκρέινιερ βρίσκεται στον αντίποδα του Θορώ στο Walden, αφού, αντίθετα με εκείνον, δεν διαθέτει μια ιδεολογία στέρεη ως βάση για τη λήψη αποφάσεων και διαπραγμάτευσης των ζητημάτων της ζωής μέσα στη φύση μακριά από την οργανωμένη κοινωνία.

Ο Γκρέινιερ, φαινομενικά, είναι ένας άνθρωπος που η μικρή ζωή του δεν απασχολεί συνήθως τη λογοτεχνία, παρότι του συμβαίνουν πράγματα σημαντικά, εκείνος τα διαχειρίζεται με έναν τρόπο απλό. Ωστόσο, ο Τζόνσον μετατρέπει τη μικρή αυτή ζωή σε σπουδαία λογοτεχνία. Διαβάζοντας την ιστορία αυτή, ένα από τα τελευταία έργα του Τζόνσον, είχα την αίσθηση πως μια από τις συγγραφικές επιδιώξεις ήταν να επιφέρει τη σύγκριση ανάμεσα σε έναν άνθρωπο του 1917 κάπου στις βορειοδυτικές πολιτείες της Αμερικής, χωρίς τεράστιο υπερεγώ, που μοιάζει να έχει αντίληψη της μηδαμινότητάς του σε σύγκριση με τον μεγάλο κόσμο, και τον σύγχρονο άνθρωπο που νιώθει συχνά πως είναι το κέντρο του κόσμου αυτού, πως όλα είναι στο χέρι του. Φαντάζομαι πως κάποιοι αναγνώστες, διαβάζοντας την ιστορία του Γκρέινιερ, θα δουν το ποτήρι μισογεμάτο, μια ζωή πιο απλή, μέσα στη φύση, χωρίς τον θόρυβο και την υψηλή ταχύτητα του σήμερα, κάποιοι άλλοι ωστόσο θα φτύσουν τον κόρφο τους που είχαν την τύχη να γεννηθούν τώρα και όχι τότε, εδώ και όχι εκεί.

Οι περιγραφές του κόσμου, κυρίως της φύσης, διαθέτουν πλούτο και λεπτομέρειες, δημιουργώντας μια αντίθεση με την απλότητα με την οποία ο Γκρέινιερ σκέφτεται και ενεργεί. Ο Τζόνσον δεν εγκαταλείπει στιγμή το πλαίσιο εντός του οποίου γεννήθηκε στην έμπνευσή του ο Γκρέινιερ, τα δεδομένα όρια στα οποία κινείται. Τα Όνειρα τραίνων είναι μια υποδειγματική νουβέλα. Και αν γι' αυτή τη δήλωση μεγάλο ρόλο παίζουν οι τεχνικές αρετές που τη διαπνέουν, θα ήταν άδικο να μείνει έξω το συναίσθημα το οποίο ο Τζόνσον καταφέρνει να εμφυσήσει στην ιστορία αυτή, τον τρόπο με τον οποίο παίρνει ζωή ο Γκρέινιερ. Το μέγεθος, αλλά και οι συγγραφικές αποφάσεις σχετικά με το ύφος, τη γλώσσα αλλά και τη διάρθρωση της πλοκής, επιτρέπουν στον αναγνώστη να μελετήσει και να κατανοήσει το γιατί αυτή η νουβέλα θεωρείται τόσο σημαντική στο σώμα της αμερικάνικης, και όχι μόνο, λογοτεχνίας, γιατί είναι μέρος της ύλης στη διδασκαλία δημιουργικής γραφής. Υπάρχει ωστόσο και μια παγίδα. Η πιθανότητα να θεωρήσει κάποιος εύκολη τη συγγραφή της, να σταθεί στον αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα της, να υποτιμήσει τη δυσκολία να δεθούν όλες αυτές οι υποϊστορίες, που άνετα θα μπορούσαν να είναι αυτόνομα διηγήματα, να μην αντιληφθεί τη διαφορά ανάμεσα στο απλό και το απλοϊκό.

Και αν η πρώτη πρόταση ήταν ενδεικτική της ποιότητας αυτού που θα ακολουθούσε, τι να πει κανείς για τις δυο τρεις τελευταίες σελίδες της νουβέλας, που με άνεση παίρνουν θέση ανάμεσα στις πλέον συγκλονιστικές λογοτεχνικές αποφωνήσεις. Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει και στην μετάφραση του Παναγιώτη Κεχαγιά, που κατάφερε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, αντιμέτωπος με δυσκολίες, δυσδιάκριτες ίσως στα μάτια του απλού αναγνώστη. Τα Όνειρα τραίνων είναι μια σπουδαία νουβέλα.

υγ. Για τη Γενναιοδωρία της γοργόνας περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.

Μετάφραση Παναγιώτης Κεχαγιάς
Εκδόσεις αντίποδες

Δευτέρα 20 Μαρτίου 2023

Στο σπίτι των ονείρων - Carmen Maria Machado

«Αν το χρειάζεσαι, τότε αυτό το βιβλίο είναι για σένα». Έτσι υποδέχεται η Κάρμεν Μαρία Ματσάδο τον αναγνώστη Στο σπίτι των ονείρων. Η αλήθεια είναι πως δεν ήξερα αν όντως το χρειαζόμουν το βιβλίο αυτό, κάτι το οποίο εν πολλοίς οφείλεται στην άρνησή μου να προστρέχω στο οπισθόφυλλο της έκδοσης που πρόκειται να διαβάσω, εντούτοις ομολογώ πως η φράση λειτούργησε κατά τρόπο προκλητικό, ένιωσα δηλαδή τη συγγραφέα να μου πετάει το γάντι, παρότι ήδη είχα αποφασίσει πως αυτό θα ήταν το επόμενο βιβλίο που θα διάβαζα.

Είδα σε κάποια ψηφιακή πλατφόρμα την άποψη κάποιου σχετικά με το τι είναι λογοτεχνία και τι όχι με αφορμή μια συλλογή διηγημάτων φεμινιστικού προσανατολισμού. Δεν χρειάζεται, έλεγε, η λογοτεχνία να μας πει πώς να φερόμαστε στις γυναίκες ως άντρες, υπάρχει, συνέχιζε, η κοινωνιολογία ή οι σπουδές φύλου γι' αυτό. Από μένα είναι όχι. Όχι γιατί δεν υπάρχει η κοινωνιολογία ή οι άλλες επιστήμες, αλλά γιατί η λογοτεχνία, με τον τρόπο της, τις περιλαμβάνει, στην προσπάθεια να ενσωματώσει το σύνολο της εμπειρίας που συνεπάγεται το να είναι κανείς ζωντανός. Και δεν είναι διόλου τυχαίο που οι φωνές αυτές πυκνώνουν τη στιγμή που θεωρούν πως στερούνται το δικαίωμα να μονοπωλούν την αφήγηση οι λευκοί δυτικοί χριστιανοί ετεροφυλόφιλοι άντρες, όπως παραδοσιακά γινόταν στη λογοτεχνία πριν εμφανιστούν οι μεταποικιακές, φεμινιστικές και κουήρ αφηγήσεις, πριν «γίνουν μόδα», σύμφωνα με τους λευκούς δυτικούς χριστιανούς ετεροφυλόφιλους άντρες, που ετοιμάζουν, αν δεν το έχουν ήδη έτοιμο, ένα κίνημα ενάντια στην καταπίεση που υφίστανται.

Και τα λέω όλα αυτά διαθέτοντας αρκετά προνόμια συγκυριακά και μόνο. Η λογοτεχνία για μένα είναι, μεταξύ πολλών άλλων, μια διασταλτική λειτουργία για τον εγκέφαλο. Έχω κατά καιρούς αναφέρει πώς ένιωσα όταν στα δεκαεννέα μου χρόνια διάβασα για τη χαρά που ένιωσε η ηρωίδα στην Ταυτότητα του Κούντερα όταν έμαθε πως το βρέφος που κυοφορούσε ήταν νεκρό, το σοκ που έπαθε ο προγραμματισμένος ως τότε εγκέφαλος να θεωρεί την εγκυμοσύνη μια κατάσταση υποχρεωτικής χαράς και ευδαιμονίας και πώς ακούστηκε το κρακ που σημειώθηκε κατά τη διαστολή, κατά την εισαγωγή της πιθανότητας: μπορεί και να μην είναι έτσι.

Λέω όλα αυτά τα προλογικά, φαινομενικά άσχετα με το βιβλίο της Ματσάδο, ορμώμενος από εκείνο το «αν το χρειάζεσαι, τότε αυτό το βιβλίο είναι για σένα», για να πω, με λίγα λόγια, πως κάποιες φορές, τις περισσότερες ίσως, δεν μπορείς να ξέρεις αν ένα λογοτεχνικό έργο σε αφορά ή όχι, και πρέπει να δοκιμάσεις για να το καταλάβεις, και ίσως, ακόμα, να χρειάζεται συχνά να περάσει χρόνος από την ανάγνωση για να αντιληφθείς πως το βιβλίο αυτό μιλούσε, με τον τρόπο του, για σένα. Το καλό είναι πως ποτέ δεν είναι αργά για να ακουστεί αυτό το πολυπόθητο εγκεφαλικό κρακ.

Είμαι εκείνος που η Ματσάδο περιγράφει. Εκείνος που ποτέ δεν είχε σκεφτεί πως σε μια ομόφυλη σχέση μεταξύ γυναικών μπορεί να υπάρχει βία. Κάποιος που πίστευε πως η βία είναι προνόμιο των αντρών απέναντι σε γυναίκες και παιδιά. Κάποιος που είχε το προνόμιο να μην χρειαστεί ποτέ να σκεφτεί τις διάφορες εκδοχές της βίας. Είδατε τι ωραίο μπαλαντέρ που είναι η λέξη προνόμιο; Οι απειλούμενες κοινωνικές ομάδες συχνά αγιοποιούνται, στον αγώνα για επιβίωση μια αυθαίρετη γενίκευση πραγματοποιείται, να μην αφήσει τίποτα και κανένα απέξω, να μη δοθεί η παραμικρή λαβή στον πανίσχυρο αντίπαλο. Οπότε ναι, το χρειαζόμουν αυτό το βιβλίο, αυτό το βιβλίο ήταν –και– για μένα, έστω και έμμεσα.

Η αυλαία σηκώνεται και βλέπουμε δύο γυναίκες καθισμένες τη μία απέναντι στην άλλη: η ΚΑΡΜΕΝ, μια χοντρή γυναίκα, φυλετικά απροσδιόριστη, είκοσι–είκοσι πέντε χρονών· η στάση του κορμιού της άθλια. Πληκτρολογεί στον υπολογιστή της. Απέναντί της η ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ, λευκή, μικρόσωμη, σαν αγόρι, πληκτρολογεί κι αυτή, με σφιγμένο σαγόνι. Γύρω τους το σπίτι εισπνέει, εκπνέει, εισπνέει και πάλι.

Σε αυτό το αυτοδοκίμιο με λογοτεχνικά γνωρίσματα, η Ματσάδο εξιστορεί τη σχέση της με μια γυναίκα, μια σχέση έντονου πάθους, πλην όμως μια σχέση έντονα κακοποιητική. Στην αφήγησή της χρησιμοποιεί ένα εύρημα που θυμίζει τον Κενό και τις Ασκήσεις ύφους. Η Ματσάδο χωρίζει το κείμενο σε ολιγοσέλιδα κεφάλαια, προλογίζοντας στον εκάστοτε τίτλο την αφηγηματική τεχνική που θα ακολουθήσει. Το εύρημα εδώ ξεπερνάει τα όρια της τεχνικής του λειτουργίας και μετατρέπεται σε αποτύπωση του όγκου και του εύρους σκέψης και ενασχόλησης της συγγραφέως με τη σχέση της. Είναι όλες οι οπτικές γωνίες από τις οποίες η Ματσάδο δοκίμασε να κατανοήσει, να δικαιολογήσει, να κρίνει, να αποδεχτεί, να συμφιλιωθεί, να παρατείνει, να τερματίσει, να μιλήσει για τη σχέση της με τη γυναίκα από το σπίτι των ονείρων. Η συγγραφέας καταφεύγει στη θεωρία αρκετά συχνά, επικαλείται πηγές και παρουσιάζει μια εκτενή βιβλιογραφία, αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος της κατάταξης του βιβλίου ως αυτοδοκίμιο, κάτι ανάλογο είχε κάνει και στους Αργοναύτες η Νέλσον, παρότι, κατά δήλωσή της, δεν φιλοδοξεί να πετύχει μια συνολική καταγραφή για την ενδοοικογενειακή κακοποίηση στα ομόφυλα ζευγάρια.

Η Ματσάδο επιτρέπει στο συναίσθημα να παρεισφρήσει. Το Στο σπίτι των ονείρων είναι μια, φαινομενικά συγκροτημένη μα στον πυρήνα της απεγνωσμένη, απόπειρα ίασης. Είναι ο τρόπος της να ξεπεράσει το τραύμα, να απαντήσει στα ερωτήματα αυτοκατηγορίας: γιατί δεν έφυγες νωρίτερα, γιατί το επέτρεψες, γιατί δεν το κατάλαβες έγκαιρα; Να απαντήσει σε όλα τα γιατί, να αναμετρηθεί με το συναίσθημα και την ανασφάλεια της. Να καλύψει την πληγή, να σταματήσει την αιμορραγία, να καταφέρει να προχωρήσει. Κάπου εδώ μια, κατά πάσα πιθανότητα λευκή αντρική, φωνή ξεπετιέται: και τι μας νοιάζει; Είναι μια ύπουλη ερώτηση, μια σοφιστεία που ξεπήδησε με την άνθηση της αυτομυθοπλασίας και κορυφώθηκε με την πρόσφατη απονομή του Νόμπελ στην Ερνό. Είναι ένα λάθος ερώτημα, γιατί αν μπούμε στη λογική να το απαντήσουμε τότε ελάχιστα έργα της παγκόσμιας γραμματείας μας νοιάζουν, όπως για παράδειγμα το εμμονικό κυνήγι μιας φάλαινας, για να πω ένα παράδειγμα.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν τα βιβλία αυτά, όπως της Ματσάδο, διαθέτουν λογοτεχνική αξία. Εδώ η απάντηση είναι απόλυτη και καταφατική, ναι, το Στο σπίτι των ονείρων διαθέτει υψηλή λογοτεχνική αξία, παρά την υβριδική φύση του, αυτή του αυτοδοκιμίου. Το μήνυμα που μεταφέρει δύναται να αποτυπωθεί λακωνικά ως εξής: η βία μπορεί να συναντηθεί και σε μια ομόφυλη σχέση. Από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό για να δικαιολογήσει τις πάνω από τριακόσιες σελίδες του βιβλίου, θα υποχωρούσε καθώς ο αυχένας θα συντριβόταν από το βάρος. Το Στο σπίτι των ονείρων είναι από τα έργα εκείνα που σε κάνει να νιώθεις άβολα όταν κάποιος σε ρωτά αν σου άρεσε. Τι να μου άρεσε;, θες να πεις. Και όμως το διάβασες αχόρταγα, βρήκες ομορφιά εκεί που η φρίκη κυριαρχούσε, βρήκες απόλαυση στον πόνο, και αν αυτό δεν είναι απόδειξη καλής λογοτεχνίας τότε δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να είναι.

υγ. Για τους Αργοναύτες της Νέλσον περισσότερα θα βρείτε εδώ, ενώ για την Ταυτότητα του Κούντερα εδώ.

Μετάφραση Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Αντίποδες

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2023

Αλλαγή: Μέθοδος - Édouard Louis

Κάθε φορά που κυκλοφορεί κάποιο βιβλίο του Λουί, και αυτό είναι το πέμπτο, σκέφτομαι πως δεν ψήνομαι, πως αρκετά έχω μάθει για τη ζωή του, πως η μανιέρα, όσο και αν μεταβάλλεται έστω και λίγο από βιβλίο σε βιβλίο, παραμένει σταθερή, εντούτοις κάθε φορά, αργά ή γρήγορα τελικά το διαβάζω. Έτσι συνέβη και με το Αγώνες και μεταμορφώσεις μιας γυναίκας, το τελευταίο δικό του που διάβασα. Η παρουσίαση στη Νομική ήταν ξεκάθαρα το εγχώριο λογοτεχνικό χάι λάιτ της χρονιάς που πέρασε, μια αίθουσα ασφυκτικά γεμάτη και ούτε ένα κινητό δεν χτύπησε, ούτε ένα τσιγάρο δεν άναψε, ούτε μια μανούρα δεν παίχτηκε, όλα μας κρεμασμένα από τα χείλη του, η πίστη στη λογοτεχνία αναθερμάνθηκε, η ζωοφόρος φλόγα της φούντωσε. Μας είπε και δυο λόγια για το Αλλαγή: Μέθοδος, που είναι πιο μπαμπάτσικο από τα προηγούμενα, για τη δική του επιστροφή στην Αλλενκούρ, μας προϊδέασε και για το επόμενο μιλώντας μας για τον θάνατο του αδερφού του.

Σε μια συζήτηση περί queer αυτομυθοπλαστικής λογοτεχνίας, ένας αναγνώστης που πολύ εκτιμώ, έκανε μια εύστοχη παρατήρηση λέγοντας πως στη συντριπτική πλειοψηφία της είναι μια λογοτεχνία πόνου και οδύνης, που δίνει τη δυνατότητα στον προνομιούχο αναγνώστη να νιώσει την ηδονή που το συναίσθημα του οίκτου γεννά, να σκεφτεί, κουνώντας το κεφάλι, αχ το καημένο πόσα τράβηξε, λίγο πριν κλείσει το βιβλίο και κοιμηθεί μακάρια. Φέρνοντας την παρατήρησή του στα μέτρα μου, σκέφτομαι πως εγώ, ως λευκός άντρας, διαθέτω αρκετά από τα προνόμια τού κατά τα άλλα άδικου σύγχρονου κόσμου, και παρότι θεωρώ εαυτόν προοδευτικό και ανοιχτόμυαλο, δεν μπορώ να αποφύγω τις κακές σκέψεις περί προθέσεων και ειλικρίνειας μπροστά σε κάθε queer αυτομυθοπλαστικό λογοτεχνικό έργο, που, όπως ο φίλος είπε, είθισται να είναι γεμάτο από πόνο. Κάθε φορά, οι πρώτες σελίδες κινούνται ανάμεσα στο «τι με ενδιαφέρει» και το «δεν είναι το μόνο που αντιμετωπίζει δυσκολίες», οριακά δεν γίνονται ένα σαφώς ειρωνικό «τι τύχη να έχεις τέτοια πρώτη ύλη», μέχρι να ακουστεί ένα μεγάλο «σκάσε και διάβαζε» και να αναβλύσει γάργαρη η ενοχή για τη συντηρητική πλευρά του εαυτού μου από τα υπόγεια του ασυνείδητου, η απόσταση που με χωρίζει από τη συνθήκη απόλυτης γαματοσύνης που οραματίζομαι και επιθυμώ.

Καλώς ή κακώς, η ενοχή αυτή χαμηλώνει τον πήχη της κριτικής, το περιεχόμενο υπερισχύει της τεχνικής, το συναίσθημα της λογοτεχνίας. Η θέση όμως αυτή δεν κρατάει για πολύ, έτσι όπως μπάζει από διάφορες μεριές, καθώς το συναίσθημα οίκτου και η (καταδικασμένη σε αποτυχία) απόπειρα για ενσυναίσθηση υποχωρούν, η απαίτηση για καλή λογοτεχνία επιστρέφει. Την έχω σίγουρα «πατήσει» τουλάχιστον μια φορά σε αυτή τη ψηφιακή γωνιά, δεν έχει πια σημασία ποιο βιβλίο ήταν αυτό, ούτε πρόκειται να διορθώσω ή να αποκαθηλώσω την ανάρτηση εκείνη. Θα μείνει εκεί για να θυμίζει πως το συναίσθημα παραπλανά, πως η ανάγνωση και η προσέγγισή της ομοιάζει με την ίδια τη ζωή. Πίσω στον Λουί, σκεφτόμουν το συναίσθημα από την παρουσία μου στην αίθουσα της Νομικής, τον ενθουσιασμό και την ενέργεια με την οποία γύρισα σπίτι εκείνο το βράδυ, σε συνάρτηση με την παρατήρηση του φίλου περί λογοτεχνίας ανοιχτού τραύματος και βαρέως πόνου, και έτσι αποφάσισα να διαβάσω το Αλλαγή: Μέθοδος, πιστεύοντας πως εδώ θα υπάρχει η χαρά και ο ενθουσιασμός, όχι σε αποκλειστικότητα, αλλά σε ισορροπία. Έτσι μπήκα στο βιβλίο αυτό.

Μεγαλύτερο σε έκταση απ' ό,τι μας είχε ως τώρα συνηθίσει ο Λουί, το βιβλίο αυτό μιλάει ακριβώς γι' αυτό που ο τίτλος μας προϊδεάζει, καθώς πρόκειται για μια πιο εξωστρεφή αφήγηση του μονοπατιού μέσω του οποίου έφτασε στο σημείο από το οποίο παρατηρεί πια το παρελθόν. Ο θυμός και η οργή έχουν πια καταλαγιάσει, το εγώ έχει κάπως μικρύνει, ο Λουί μπορεί πια να είναι και με τον εαυτό του αυστηρός, να συμπεριλαμβάνει και τους άλλους στην αφήγησή του ως άτομα με συναισθήματα και δικαίωμα στο λάθος, κάτι το οποίο είχε φανεί ήδη από το προηγούμενο βιβλίο, αφιερωμένο στον αγώνα της μητέρας του για ευτυχία, να αναφερθεί σε εκείνους που αυτός πλήγωσε και απογοήτευσε, σε εκείνους που άφησε πίσω ή, ακόμα ακόμα, χρησιμοποίησε. Αντίθετα με τα προηγούμενα βιβλία του, που ήταν μονοθεματικά, εδώ υπάρχει μια ποικιλία, κάτι το οποίο, κατά τη γνώμη μου, δείχνει μια ωρίμανση, όχι μόνο συγγραφική. Υπάρχει πόνος, υπάρχει τραύμα, υπάρχει ενοχή, υπάρχει θυμός, όλα αυτά υπάρχουν. Υπάρχει όμως και χαρά, υπάρχει δικαίωση, υπάρχει η δίψα για ζωή, υπάρχει η άνεση με τον εαυτό. Σίγουρα είναι το πιο φωτεινό του βιβλίο, εδώ το ποντάρισμα είναι στην πλευρά της ζωής. Καθόλου τυχαία, τα μεγαλύτερα μέρη του βιβλίου απευθύνονται στον πατέρα του, στην Έλενα, μια φίλη του στα χρόνια του λυκείου, και στον εαυτό του μπροστά στον καθρέφτη.

Σημαντικό μέρος του βιβλίου καταλαμβάνει το μονοπάτι της συγγραφής, η αργοπορημένη εκπαίδευση, τα πρώτα βιβλία που τον διαμόρφωσαν όταν ήταν πια ενήλικας, η τύχη να βρεθούν στον δρόμο του άνθρωποι που λειτούργησαν ως μέντορες, η καταλυτική παρουσία του Εριμπόν και της Επιστροφής στη Ρεν, η επιμονή για ακαδημαϊκή μόρφωση, ο κόσμος που ανοίχτηκε μπροστά του, οι ταξικοί φραγμοί που υποχώρησαν. Είναι τα απομνημονεύματα κάποιου που πέθανε και αναγεννήθηκε. Είναι μια ιστορία επιτυχίας, μια ιστορία προσωπικού θριάμβου, που αποφεύγει τη διδαχή. Γι' αυτό και εδώ έχει αξία η ειλικρίνεια, η αδιαφορία του Λουί να πει κάτι που θα κηλιδώσει τη φήμη του, η διαδρομή είναι αυτή που τον έκανε αυτό που είναι σήμερα, αυτό που μετά από χρόνια αγώνα μπόρεσε να γίνει, αυτό που δεν τολμούσε κάποτε να ονειρευτεί. Δεν είναι όμως ένα βιβλίο που ωραιοποιεί, δεν υπάρχουν εδώ πολύχρωμες πεταλούδες, η αποφορά των υπονόμων είναι ακόμα διακριτή. Η ενσυναίσθηση, που εγώ προφανώς αδυνατώ να νιώσω, τουλάχιστον όχι σε μεγάλο βαθμό, δικαιολογεί εν πολλοίς την εμπορική επιτυχία που τα βιβλία του γνωρίζουν, αλλά και την ατμόσφαιρα στις δημόσιες εμφανίσεις του.

Αν έπρεπε να διαλέξω μία φράση από ολόκληρο το βιβλίο, τότε θα ήταν αυτή: Κάνοντας έρωτα με έναν άντρα απέρριπτα όλες τις αξίες του περιβάλλοντός μου, γινόμουν αστός. Είναι μια φράση που συναισθηματικά, άγνωστο γιατί, με καθήλωσε, με ανάγκασε να τη διαβάσω ξανά και ξανά, δεν μου ήταν κατανοητή, και πώς να μου είναι άλλωστε. Η πρόζα του Λουί είναι δυναμική, καθώς η ανάγκη να πει την ιστορία του ξεχειλίζει. Καταλαβαίνω όσους και όσες τον βαρέθηκαν ή δεν τον μπορούν, δεν καταλαβαίνω όσους και όσες τον τοποθετούν εκτός λογοτεχνίας. Οι εναντίον του αντιδράσεις παρουσιάζουν εντούτοις τεράστιο ενδιαφέρον καθώς διάφορα πράγματα μπορείς να ανακαλύψεις για εκείνους που με υπερβολική ζέση ξιφουλκούν εναντίον του φαινομένου Λουί, πράγματα που στην πλειοψηφία τους δεν έχουν να κάνουν με τη λογοτεχνία, αλλά με τη γενικότερη κοινωνικοπολιτική τους στάση. Από την άλλη, εγώ, όταν θα βγει το επόμενο, πάλι θα γκρινιάζω και θα λέω πως δεν πρόκειται να το διαβάσω, πως βαρέθηκα πια τα ίδια και τα ίδια και ας ξέρω πως αργά ή γρήγορα η ανάγκη για αφηγηματική οικειότητα θα πάρει τα γκέμια.

υγ. Σύνδεσμοι για τα προηγούμενα βιβλία του Λουί: Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ (εδώ), Ιστορία της βίας (εδώ) και Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου; (εδώ). Για την Επιστροφή στη Ρενς του Εριμπόν εδώ.

Μετάφραση Στέλα Ζουμπουλάκη
Εκδόσεις Αντίποδες

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2022

Μητροφάγος - Roque Larraquy

Ο Μητροφάγος, το πρωτόλειο μυθιστόρημα του Ρόκε Λαρράκι, βιβλίο με το οποίο ο Αργεντινός συγγραφέας συστήνεται στο ελληνικό κοινό από τις εκδόσεις Αντίποδες σε μετάφραση Έφης Γιαννοπούλου, αποτελείται από δύο νουβέλες, ανάμεσα στις οποίες υπάρχει μια χαλαρή σύνδεση, ικανή ωστόσο να προσδώσει την απαραίτητη συνοχή. Μια κατασκευή, εγκεφαλική και ψυχρή, στα πρότυπα του σπουδαίου Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες, υψηλής λογοτεχνικής ποιότητας, ταυτόχρονα σαγηνευτική και αποκρουστική· ένα κομμάτι πάγου σε γυμνή παλάμη.

Η πρώτη νουβέλα διαδραματίζεται στις αρχές του εικοστού αιώνα σ' ένα ψυχιατρικό σανατόριο στα περίχωρα του Μπουένος Άιρες. Ο Κιντάνα, πρωταγωνιστής και αφηγητής της ιστορίας, εργάζεται εκεί ως γιατρός. Είναι ερωτευμένος, όπως και η πλειονότητα των συναδέλφων του, με τη δεσποινίδα Μενέντες, την προϊσταμένη των νοσηλευτριών, για την οποία το μόνο που γνωρίζει είναι πως στο πεντάλεπτο διάλειμμα συνηθίζει να καπνίζει κατά μόνας. Η παλιομοδίτικη αφήγηση του ανομολόγητου αυτού έρωτα λειτουργεί άψογα ως εισαγωγή στον μικρόκοσμο του σανατορίου, στα πάθη και στις ίντριγκες πίσω από το πέπλο της επαγγελματικής ρουτίνας, η οποία θα διαρραγεί οριστικά μετά την απόφαση του αμφιλεγόμενου ιδιοκτήτη να υλοποιήσει ένα φιλόδοξο αλλά ηθικά διάτρητο πείραμα, με σκοπό να διερευνήσει το όριο μεταξύ ζωής και θανάτου, τι συμβαίνει μέχρι η ψυχή να εγκαταλείψει το νεκρό σώμα. Ο Λαρράκι με τρόπο πραγματικά ευφυή, μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Κιντάνα, προωθεί παράλληλα την εξέλιξη του πειράματος και της ερωτικής ιστορίας, ενισχύοντας τις αντιφάσεις και τις αντιθέσεις· άλλωστε, ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις.

Έναν αιώνα αργότερα, ένας καλλιτέχνης στέλνει μια επιστολή στη δεσποινίδα Λίντα Κάρτερ, υποψήφια διδάκτορα στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ. Η διατριβή της πραγματεύεται τη ζωή και το έργο του. Στην επιστολή, θα αναφερθεί αρχικά σε κάποια σημεία του προσχέδιου που χρήζουν διόρθωσης, ωστόσο σύντομα θα περάσει στην ιστορία του. Ξεκινά από τα ιδιαίτερα και τραυματικά παιδικά του χρόνια, όταν του δόθηκε η ταμπέλα παιδί-θαύμα, και φτάνει μέχρι το σήμερα της μεγάλης φήμης και της φιλοδοξίας να καταστήσει εαυτόν ένα υπό διαρκή διαμόρφωση έργο τέχνης, ένα ζωντανό καμβά δοκιμών και πειραμάτων, που σκοπό έχουν να διερευνήσουν τα όρια της σωματικής εμπειρίας, να δώσουν απαντήσεις γύρω από ζητήματα ταυτότητας και κατασκευής του Εγώ. Η δευτεροπρόσωπη απεύθυνση προσδίδει έναν εξομολογητικό και άρα συναισθηματικό απόηχο στη στεγνή εξωτερική παρατήρηση του εαυτού. Ο Λαρράκι στρέφει τον αφηγητή του απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό για τα πειράματά του, αφαιρώντας τους έτσι μεγάλο βάρος της ηθικής τους διάστασης, ενώ φέρνει τα αποτελέσματα στο φως των Μπιενάλε ανά τον κόσμο. Μετατοπίζει, έτσι, το διακύβευμα, επαναπροσδιορίζει το σημείο όχλησης και στοχασμού.

Ούτε εδώ λείπει ο έρωτας ως σταθερά σε μια συνθήκη ιδιαίτερα μεταβλητή και υπό διαρκή αίρεση, που μοιάζει, όπως και στην πρώτη ιστορία, να λειτουργεί ως ένα ιδιότυπο, ανθρώπινο αντίβαρο. Και αυτό το ανθρώπινο αντίβαρο, οι επιθυμίες που ο αναγνώστης αναγνωρίζει στους δύο πρωταγωνιστές, αλλά και στο σύνολο των χαρακτήρων, δεν τους αφήνει να εξοβελιστούν στον χώρο του μη πραγματικού, κάτι που θα καθησύχαζε τον αναγνώστη πως είναι τέκνα-τέρατα που κατοικούν αποκλειστικά και μόνο στο νατουραλιστικό εργαστήριο του συγγραφέα, τα αντιπαθή πειραματόζωα ενός διεστραμμένου μυαλού σε μια δυστοπία ολότελα ξένη.

Στον Μητροφάγο, ο Λαρράκι καταφέρνει να εμφυσήσει τον τρόμο ανάμεσα στις γραμμές μ' έναν διακριτό ρεαλισμό πίσω από τον λεπτό μανδύα του συμβολικού ή αλληγορικού. Τριβελίζει συνεχώς το μυαλό του αναγνώστη καθώς του προσφέρει μια θέα στον κόσμο χωρίς φίλτρα ωραιοποίησης και περιττής πίστης στον άνθρωπο. Χρησιμοποιεί ισχυρές δόσεις κυνισμού και έχει διαρκώς παρά πόδα το χιούμορ. Ο κυνισμός τον απαλλάσσει από το ταμπού, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση από την υποχρέωση να επέμβει, το χιούμορ από την πλήρη απελπισία. Ο συγγραφέας δημιουργεί ζεύγη τόσο εντός της κάθε νουβέλας όσο και μεταξύ τους· το τότε και το τώρα, η επιστήμη και η τέχνη, η περιφέρεια και το κέντρο. Δεν εκβιάζει ωστόσο τη σύνδεση και την αναλογία, γι' αυτό και το ιδιότυπα σπονδυλωτό μυθιστόρημα λειτουργεί περίφημα ως τέτοιο.

Ο Λαρράκι δεν καταφεύγει στην τυχαιότητα, κάθε τι είναι υπολογισμένο με ακρίβεια και συγκεκριμένη λειτουργία, μεταξύ αυτών και η πρόκληση. Ο Μητροφάγος είναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο, που, στο παρασκήνιο της κριτικής στην επιστήμη και την τέχνη, πραγματεύεται την κοινή μας ανάγκη για αποδοχή σ' έναν κόσμο αλλόκοτο.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 1 Οκτωβρίου. Ο σύνδεσμος για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

υγ.2 Μιας και έγινε αναφορά στον σπουδαίο Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες, μια παλιότερη ανάρτηση σχετικά με το έργο του μπορείτε να βρείτε εδώ.

Μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου
Εκδόσεις αντίποδες

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2022

Είμαι το τέρας που σας μιλά - Paul B. Preciado

Στις 17 Νοεμβρίου 2019, με κάλεσαν στο Παλέ ντε Κονγκρέ του Παρισιού για να μιλήσω μπροστά σε 3.500 ψυχαναλυτές στο πλαίσιο του συνεδρίου της Σχολής του φροϋδικού αιτίου με θέμα «Γυναίκες στην ψυχανάλυση».

Ο Πολ Μπ. Πρεθιάδο, φιλόσοφος, συγγραφέας και εικαστικός επιμελητής, γεννήθηκε το 1970 στο Μπούργκος της Ισπανίας ως Μπεατρίς Πρεθιάδο. Αυτοπροσδιοριζόταν ως γυναίκα μέχρι το 2014, που ανακοίνωσε ότι ξεκινάει τη φυλομετάβαση και άλλαξε το όνομά του σε Πωλ.

Η κατάμεστη αίθουσα εκείνη τη μέρα έμοιαζε με ρωμαϊκή αρένα, ο καλοντυμένος όχλος διψούσε για αίμα, όταν το τέρας ανέβηκε στο βήμα. Είχαν κιόλας έτοιμη τη διάγνωση, γραμμένη και σφραγισμένη, η παρουσία του στην αίθουσα ήταν τυπική. Όμως το τέρας δεν ήταν διατεθειμένο να αφήσει τους ψυχαναλυτές να μυρίσουν τον φόβο του, παρά τα φώτα, δοκίμασε να τους κοιτάξει έναν έναν στα μάτια, θα έλεγε αυτά που ήθελε να πει σε εκείνους που έχουν καλλιεργήσει την ικανότητα να ακούν. Τους είπε πως νιώθει όπως ο πίθηκος στο διήγημα του Κάφκα, Αναφορά σε μια Ακαδημία, που στάθηκε μπροστά στις ψηλότερες επιστημονικές αυθεντίες για να τους εξηγήσει τι σημαίνει για εκείνον η ανθρώπινη εξέλιξη· ο Κόκκινος Πήτερ, που αιχμαλωτίστηκε από ένα τσίρκο και κατάφερε να γίνει άνθρωπος. Σύντομα θα αφήσει στην άκρη τους συμβολισμούς και τις αναλογίες. Ο όχλος δεν αργεί να δείξει τη δυσαρέσκειά του ζητώντας από έναν αόρατο αυτοκράτορα να στρέψει τον αντίχειρα καταδικαστικά. Η οργή κρύφτηκε πίσω από γέλια και χάχανα.

Αμφιταλαντεύτηκα έντονα για το αν θα έγραφα λίγα λόγια για το βιβλίο αυτό. Δεν έχω τη σκευή για κάτι τέτοιο, σκεφτόμουν, ούτε την επιστημονική ούτε τη βιωματική. Πρόσφατα διάβασα το Περί αυτοκτονίας (Λάγιος, Θ. & Λέκκα Β., 2020, futura). Η αυτοκτονία είναι κάτι που με απασχολεί έντονα, η πρόσληψή της ιδίως, ο μεταιχμιακός χαρακτήρας της, επίσης. Στο βιβλίο αυτό γινόταν μια κριτική προσέγγιση στο πώς αντιμετωπίζεται η αυτοκτονία, σε πλαίσιο ιστορικό αλλά και κοινωνικοπολιτικό, τον τρόπο με τον οποίο η ψυχιατρική, διαδεχόμενη την εκκλησία, έχει αναλάβει την αποκλειστική εργολαβία ως προς τη διερεύνηση των συνθηκών υπό τις οποίες ένα άτομο αποφασίζει να αυτοκτονήσει· την πρόληψη και την τιμωρία, επίσης. Όταν διάβασα την ομιλία του Πρεθιάδο, παρότι αδυνατούσα να ακολουθήσω το σύνολο του στοχασμού και της κριτικής του, ένιωθα έναν θυμό αντίστοιχο με εκείνον που νιώθω όταν διαβάζω δοκίμια σχετικά με την αυτοχειρία, αλλά και την κάλυψη ενός κενού που η περί αυτοκτονίας βιβλιογραφία έχει, καθώς πέρα από το αυτοκτονικό σημείωμα, ο αυτόχειρας στέκει σιωπηλός, ανίκανος πια να υπερασπιστεί τον εαυτό του σε αυτή την ιδιότυπη δίκη προθέσεων και εξηγήσεων που λαμβάνει χώρα εκ των υστέρων. Εδώ το τέρας πήρε τον λόγο.

Σε αρκετά σημεία της ομιλίας του, που δεν κατάφερε τελικά να ολοκληρώσει, ο Πρεθιάδο υποθέτει τι σκέφτονται οι ψυχαναλυτές και μοιράζεται μαζί τους τις διαγνώσεις και τις βεβαιότητές τους, τα συμπλέγματα και τους φθόνους που κατά εκείνους εξηγούν τα πάντα. Ένα και ένα κάνουν δύο. Δεν είναι έτσι, δεν είναι πια έτσι, μοιάζει να τους λέει, η θεωρία σας πια δεν φτάνει, δεν είναι αρκετή, πρέπει να ανοίξει προς νέες κατευθύνσεις, να ξεφύγει από τη συντήρηση, να συναντήσει το μεταποικιακό περιβάλλον και τα πολιτικά κινήματα, να εγκαταλείψει τη δυαδικότητα ως υπέρτατη και μοναδική αλήθεια. Εκείνος, έχοντας περάσει χρόνια σε ντιβάνια και καρέκλες ψυχολόγων και ψυχιάτρων διαφόρων σχολών, άλλοτε από επιλογή και άλλοτε ως μέρος της διαδικασίας μετάβασης, και έχοντας παράλληλα μελετήσει σε βάθος τη θεωρία, φέρνει ενώπιον τους το βίωμα, με έναν λόγο επιστημονικά συγκροτημένο αλλά όχι στεγνό, έναν λόγο διάχυτο από θυμό. Η επιστήμη όταν παύει να είναι ρηξικέλευθη, λιμνάζει. Όταν φοβάται την αποκαθήλωση, υψώνει τείχη. Η εξέλιξη ωστόσο είναι αναπόφευκτη, το αύριο θα έρθει. Ο Πρεθιάδο δεν παραγνωρίζει τα δικά του προνόμια, το γεγονός πως αποτελεί μάλλον την εξαίρεση παρά τον κανόνα, πως για εκείνον κάποια πράγματα είναι πιο εύκολα. Με την ταυτότητα του άντρα στην τσέπη, με το κύρος του ακαδημαϊκού και του αναγνωρίσιμου εικαστικού επιμελητή, οι πόρτες ανοίγουν, οι δρόμοι είναι ασφαλείς. Παραμερίζει για να φανερώσει τα καθημερινά θύματα στα σκοτεινά σοκάκια σε όλο τον κόσμο, υψώνει τη φωνή του για να ακουστεί και πέρα από τα όρια της αίθουσας αυτής, να μιλήσει για εκείνα αλλά όχι εξ ονόματός τους. Φέρνει το πολιτικό στην ψυχολογία, κάτι το οποίο επιμελώς αγνοείται.

Κατά τη διάρκεια της ομιλίας ο όχλος γιούχαρε, τον αποκάλεσε ναζί, γελούσε μαζί του. Ο Πρεθιάδο πέτυχε κάτι σπουδαίο στην αίθουσα αυτή, έφερε μέρος των συνέδρων στη θέση του τέρατος, τους έκανε να νιώσουν πώς μπορεί να μοιάζει να είσαι διαφορετικός σε ένα περιβάλλον ομοιομορφίας. Αναφέρομαι σε εκείνους τους λίγους ή πολλούς που σιώπησαν, που δεν τόλμησαν να υψώσουν ανάστημα στους συναδέλφους τους, να τους ζητήσουν να σταματήσουν, να σεβαστούν και να ακούσουν. Σε εκείνους που δίστασαν να σηκώσουν το χέρι στην ερώτηση αν στην αίθουσα υπάρχει κάποιος, κάποια ή κάποιο ομοφυλόφιλος/-η, διεμφυλικός/-ή ή μη δυαδικός/-ή ψυχαναλυτής/-τρια, αφήνοντας μια σιωπή με διάσπαρτα χάχανα να κυριαρχήσει. Σε εκείνους που την επόμενη μέρα αποφάσισαν να συγκρουστούν και να προκαλέσουν τη διάσπαση της Σχολής του φροϋδικού αιτίου. Σε εκείνη τη σιωπηλή μάζα εκεί έξω που δεν σηκώνει το ανάστημά της επιτρέποντας σε θλιβερές μειοψηφίες να μιλούν για λογαριασμό μας προσμετρώντας μας στις δυνάμεις τους. Και δεν έχει να κάνει μόνο με ζητήματα φύλου και ταυτότητας αυτό.

Το ελάχιστο που κάνουν κείμενα όπως αυτό είναι να συμβάλλουν στη συζήτηση, να δημιουργούν ρήγματα και να ανοίγουν δρόμους στη σκέψη. Δεν είναι κείμενα ενιαίας πρόσληψης, κάθε αναγνώστης προσέρχεται με τις δικές του εμπειρίες και προσλαμβάνουσες. Εξέρχεται πάντως διαφορετικός.

Μετάφραση Αναστασία Μελία Ελευθερίου
Εκδόσεις αντίποδες

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2022

Κλίμακα Μπόγκαρτ - Μαρία Φακίνου

Να 'χες ένα όνομα να το 'δινες στην κλίματα της μνήμης και όλη η ανθρωπότητα / τα ενοικιαζόμενα, το ΑΤΜ, το σχολείο άδειο το προαύλιο στα δεξιά / παγκοσμίως, Κινέζοι λευκοί Αιθίοπες, να μετρούσαν το βάρος, τον βρασμό, το θυμό της μνήμης στην κλίμακα που θα 'χε το όνομά σου, εφευρέτης και νονός μαζί εσύ. Αλέν Ντελόν, Μάρλον Μπράντο, Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Ναι, ενενήντα εννέα βαθμοί στην κλίμακα Μπόγκαρτ πάει να πει η πιο δυνατή ανάμνηση / ‒Θα καείς / δύο βαθμοί, η πιο αδύναμη, ίσως ούτε καν δική σου / Λείπουν το ένα και το εκατό / κανείς δεν αντέχει αυτούς τους δύο ακραίους, απόλυτους αριθμούς, η μνήμη μετριέται στο ενδιάμεσο, γι' αυτό και η κόρη σου / Όχι τώρα

Ένα κοτσύφι, παράξενο πώς, τέτοια εποχή του χρόνου, ξάφνου εμφανίζεται να πετά, θαμπώνεται από την καύτρα του τσιγάρου του ανώνυμου μέχρι τέλους άντρα, παίρνει φόρα και βουτά, το κεφαλάκι του συντρίβεται πάνω στο χοντρό γυαλί της τζαμαρίας του καφενείου, πίσω από την οποία προστατεύονται, ανάμεσα σε άλλα και από το κρύο, οι άρρενες θαμώνες του καφενείου ενός μικρού, επίσης ανώνυμου, παραθαλάσσιου χωριού. Γλιστράει ο άντρας το γυαλί στον διάδρομο, στέκει πάνω από το πουλί που σπαρταρά αιμόφυρτο, σκύβει και το μαζεύει με την εφημερίδα για φαράσι, η μνήμη πυροδοτείται, αρχίζει να σιγοβράζει, αφήνει πίσω του το καφενείο, ο παγωμένος αέρας τον χτυπά στο πρόσωπο, δεν είναι όμως ικανός να ψύξει τις πρώτες φουσκάλες που κιόλας εμφανίζονται στην επιφάνεια, συνεχίζει να περπατά.

Η Φακίνου, πέντε χρόνια μετά την Ανατομία κόρης, επανεμφανίζεται με την Κλίμακα Μπόγκαρτ, που θα μπορούσε να ιδωθεί και ως ένας αντίποδας της Ανάκρισης του Ηλία Μαγκλίνη. Εδώ, η συγγραφέας  αναμετράται με την ατομική ευθύνη, με τη συνείδηση και την ηθική, τις δικαιολογίες στα δικαστήρια και τις δικαιολογίες μπροστά στον καθρέφτη, τις ενοχές και τη συγχώρεση, τη γραμμή, συχνά αδιόρατη, που διακρίνει το θύμα από τον θύτη. Η Επταετία και τα μυστικά της, η επόμενη μέρα που τα καταχώνιασε άρον άρον, πάει πέρασαν αυτά, είναι παλιά πια, τι τα γυρεύεις. Η συλλογική λήθη, το αφήγημα ενός ολόκληρου λαού που αντιστεκόταν νυχθημερόν, η μυθολογία ως διευκόλυνση νυχτερινής κατάκλισης. Οι πληγές έμειναν ανοιχτές, οι κραυγές ακόμα ακούγονται στα στενά γύρω από τη Μπουμπουλίνας.

Τέσσερα βιβλία, σε 15 χρόνια, ένα κάθε πέντε, ακολουθώντας ένα μοτίβο, θαρρείς. Η γραφή της Φακίνου, αρκούντως προσωπική και αναγνωρίσιμη, διαθέτει ως κύριο γνώρισμα την υπομονή. Ουσιαστικό παράξενο να περιγράψει κάποιος μια γραφή και όμως αδυνατώ να σκεφτώ άλλο πιο κατάλληλο. Στα γραπτά της, ανάμεσα στις λέξεις, φωλιάζει ο χρόνος της συγγραφής, κουλουριάζεται η αποκοπή από τον γύρω κόσμο, διακρίνεται ο ήχος των πλήκτρων. Η συγγραφέας πετυχαίνει αβίαστα μια διαρκή αντίστιξη, την πρόκληση αντάρας εν μέσω άπνοιας, θέτει τον αναγνώστη σε επιφυλακή, να φροντίσει να κρατά ομπρέλα παρά την ηλιόλουστη μέρα. Χρησιμοποιεί λέξεις που να περνούν απαρατήρητες, να μη λάμπουν, να μην αποσπούν το βλέμμα, να μη σταθεί στη βελονιά αλλά στο υφαντό. Και για να συμβεί αυτό οι λέξεις πρέπει να είναι επιλεγμένες τέλεια, κάθε φωνή να ακούγεται φυσικά. Όλα είναι απλά και καθημερινά εδώ, τίποτα το εξωπραγματικό. Ένας ανώνυμος άντρας, σ' ένα ανώνυμο χωριό, σκύβει και μαζεύει ένα χτυπημένο κοτσύφι.

Ο εσωτερικός μονόλογος του άντρα καθώς βαδίζει, κρατώντας στα χέρια του την εφημερίδα με το κοτσύφι και διαμορφώνοντας τη διαδρομή με βάση τα μέρη που θέλει να αποφύγει, αναμετράται με τη μνήμη παλεύοντας να παραμείνει σε χαμηλές τιμές στην κλίμακα Μπόγκαρτ, να μην καεί. Δεν είναι όμως στο χέρι του κάτι τέτοιο, όποια κλίμακα και αν επινοήσει κανείς, όποια διαβάθμιση ή ποσοτικοποίηση και αν καθιερώσει, εκείνη θα παραμείνει ανήμερη και ατίθαση, θα κρυφογελά με τα ανθρώπινα, θα τα περιπαίζει. Η Φακίνου περίτεχνα προωθεί την εξέλιξη της πλοκής, αποτυπώνει πειστικά την αποσπασματικότητα ενός μυαλού που αναθυμάται και επιχειρεί να δικαιολογηθεί και να κρυφτεί από τον ίδιο του τον εαυτό. Επιτρέπει στην αφηγηματική φωνή να παρέμβει, όπου κρίνει σκόπιμο. Επενδύει πολλά στη φόρμα του κειμένου και ανταμείβεται γι' αυτό, καθώς η σύνθεση αποδεικνύεται λειτουργική και όχι ένα απλό καπρίτσιο. Ο μακροπερίοδος λόγος περνάει απαρατήρητος, τόση είναι η φροντίδα επιλογής των λέξεων που τα σημεία στίξης είναι σαν να υπάρχουν εκεί που κάθε αναγνώστης θα τα χρειαζόταν, όπως συμβαίνει συχνά στην ποίηση.

Εκείνο ίσως που περισσότερο απ' όλα κάνει το ολιγοσέλιδο αυτό βιβλίο να ξεχωρίζει είναι η πυκνότητά του, τα θέματα με τα οποία αναμετράται, χωρίς ωστόσο αυτά να το βαραίνουν και να το αποπροσανατολίζουν. Γύρω από το κεντρικό εύρημα περιστροφής, η Φακίνου στήνει ένα λεπτοδουλεμένο γαϊτανάκι εικόνων και σκηνών, όχι μόνο με τον άντρα πρωταγωνιστή αλλά και παρατηρητή/σχολιαστή του γύρω κόσμου. Πετυχαίνει έτσι να απλώσει τη φυλλωσιά και να καλύψει μεγάλο μέρος της σύγχρονης πραγματικότητας και του κοντινού παρελθόντος, καθιστώντας οικεία την ιστορία αυτή, τον άντρα και τον τόπο επίσης, αλλά κυρίως την κόρη, που παρότι δεν εμφανίζεται στιγμή στη σκηνή, παρά μόνο ως αντανάκλαση της πατρικής μνήμης, με το πέρας των σελίδων αποκτά ολοένα και πιο διακριτή μορφή και καθίσταται το απαραίτητο, καίτοι σιωπηλό, αντίβαρο στον πατρικό μονόλογο.

Σφιχτοδεμένη και όσο αποπνικτική απαιτεί η ιστορία, σε υψηλούς βαθμούς στην κλίμακα Μπόγκαρτ, η νουβέλα της Φακίνου διαβάζεται απνευστί αλλά χαράσσεται βαθιά.

Εκδόσεις αντίποδες