Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αμερική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αμερική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Ο Μεγάλος Ρέι - Michael Kimball

Στα τέλη της περασμένης χρονιάς, στα χασομέρια της εκδοτικής πλημμυρίδας πριν από τις γιορτές, κυκλοφόρησε ένα βιβλίο το οποίο είχα κυκλώσει από τότε που διάβασα για την επικείμενη έκδοσή του, ο λόγος για το μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα Μάικλ Κίμπαλ, Ο Μεγάλος Ρέι, σε μετάφραση Άκη Παπαντώνη από τις εκδόσεις Κίχλη. Δύο ήταν οι λόγοι της προσμονής. Ο πρώτος είχε να κάνει με τα όσα ενθουσιαστικά λόγια είχα διαβάσει για το προηγούμενο βιβλίο του, που είχε κυκλοφορήσει παλιότερα στα ελληνικά, το Αγαπητοί όλοι σε μετάφραση Παλμύρας Ισμυρίδου από τις εκδόσεις Οκτώ. Ο δεύτερος λόγος είχε να κάνει με το θέμα του, ανασύρω από το οπισθόφυλλο: «Ο Μεγάλος Ρέι είναι παράφορος, μεγαλόσωμος και νοσηρά παχύσαρκος· μια κολοσσιαία παρουσία στη ζωή τού γιου του Ντάνι. Όταν πεθαίνει, ο Ντάνι προσπαθεί να σηκώσει το βάρος της απουσίας τού πατέρα του, αλλά και να διαλύσει το σκοτάδι που εκείνος είχε αφήσει πίσω του».

Το πένθος, η αντιμετώπιση της συνθήκης απουσίας ενός γονέα, οι τελευταίες μέρες, τα ανοιχτά γραμμάτια, οι συγκρούσεις, το συνολικό παλίμψηστο της σχέσης, το μαύρο κουτί που αναπόδραστα εμφανίζεται, τρομακτικό και μόνο στη θέα, πόσο μάλλον στο περιεχόμενό του, όσο καλά και αν πιστεύει καθένας μας πως προετοιμάστηκε γι' αυτή την απουσία, όλα αυτά είναι θέματα που διαχρονικά απασχολούν την τέχνη και εν γένει την ανθρώπινη εμπειρία. Αυτό που μοιάζει να μεταβάλλεται τα τελευταία κάποια χρόνια, με την επικράτηση της αυτομυθοπλασίας και τη βασιλεία της ταύτισης των εγώ του δημιουργού, του αφηγητή και του κεντρικού ήρωα, είναι η κατάλυση της μυθοπλαστικής σύμβασης.

Ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, όπως αυτό, ο συγγραφέας που γράφει για τον νεκρό πατέρα του, ακόμα και αν, όπως στην περίπτωσή μου, δεν προκαλεί κάποια κόπωση, αναπόφευκτα προσφέρει μια πανοπλία στον αναγνώστη, μια αίσθηση δύναμης, ξέρω τι να περιμένω, σκέφτομαι/σκέφτεται. Και αυτή η αίσθηση, η ψευδαίσθηση καλύτερα ειπωμένο, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ίδια τη λειτουργία της καλής λογοτεχνίας, στο μονοπάτι της οποίας ο αναγνώστης (θα έπρεπε να) νιώθει να εκτίθεται ολοένα και περισσότερο στο πέλαγος των άπειρων ενδεχομένων, αντιμέτωπος με το τεράστιο γκρι εμβαδόν του πολύπλοκου φαινομένου της ύπαρξης συνολικά. Η απώλεια ενός γονέα είναι ένα θέμα που με έλκει αναγνωστικά, έλξη που προφανώς και φανερώνει αρκετά για μένα τον ίδιο. Έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο αυτό με δύο βεβαιότητες, που σύντομα κατέρρευσαν με πάταγο, η πρώτη είχε να κάνει με τον αυτομυθοπλαστικό χαρακτήρα της αφήγησης, η δεύτερη με την αυτοπεποίθηση πως ήμουν προετοιμασμένος γι' αυτή.

Το πέπλο της αυτομυθοπλασίας έπεσε πρώτο, ήδη από την περίληψη στο οπισθόφυλλο, το πρώτο πρόσωπο ήταν απλώς και μόνο αφηγηματική επιλογή και όχι μια πύλη για το προσωπικό. Η αυτοπεποίθηση υποχωρούσε μέχρι να αφανιστεί και να παραδοθώ πλήρως συναισθηματικά. Η φύση της αφήγησης, προσωπική και μύχια, ακόμα και αν κατασκευασμένη στο συγγραφικό εργαστήρι, καθιστά τη συναισθηματική πρόσληψη επιπλέον του συνηθισμένου υποκειμενική. Η τεχνική του Κίμπαλ, ωστόσο, μπορεί να αναγνωριστεί ως ευφυής και με αντικειμενικά κριτήρια. Ο συγγραφέας, μέσω του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, πετυχαίνει να κατασκευάσει μια αφήγηση εγκεφαλική, αλλά όχι αποστειρωμένη και ψυχρή, αυτό είναι το σημαντικότερο στο βιβλίο αυτό, η άψογη κατασκευή, η χρονική σύνθεση του παρόντος και των αναλήψεων, η σε εύρος διερεύνηση της επικράτειας του πένθους, οι αποχρώσεις, η αμηχανία της πολυπλοκότητας του συναισθήματος του γιου, από την ανακούφιση ως την απόλυτη θλίψη. Ανασύρω από το κείμενο: «Εξακολουθώ να μη συμπαθώ τον πατέρα μου, αλλά εξακολουθεί να μου λείπει». Η ελάχιστη αυτή ψηφίδα συνοψίζει άψογα τα παραπάνω. Ο Μεγάλος Ρέι είναι μια καλοσχεδιασμένη και άρτια υλοποιημένη κατασκευή που, ταυτόχρονα, έχει παλμό, έχει ζωή και θάνατο.

Αλλά και πιο πριν, ένα θραύσμα αναρώτησης, ταυτόχρονα προσωπικό και τεχνικό: «Η ζωή του πατέρα μου ήταν συνηθισμένη με πάρα πολλούς τρόπους. Αναρωτιέμαι αν τον μετατρέπω σε κάτι περισσότερο από αυτό που ήταν μόνο και μόνο επειδή ήταν πατέρας μου». Εκτός από καθοριστικό ερώτημα, το παραπάνω απόσπασμα δείχνει την απουσία ενεργού συναισθηματικού εκβιασμού, η συνθήκη, ο γιος που γράφει για τον νεκρό πατέρα του από ανάγκη πρώτιστα προσωπική, συντηρείται άψογα από την αρχή μέχρι το τέλος, έτσι, η πρόσληψη του έργου γίνεται και με όρους λογοτεχνίας, που εκτείνονται πέρα από την επικράτεια της συγκεκριμένης απώλειας, εκεί που βρίσκεται η καλή λογοτεχνία.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Έκλεψα και πρόσθεσα το μυθιστόρημα αυτό στα αγαπημένα μου του '25, παρότι το διάβασα την πρώτη μέρα της νέας χρονιάς. Τα βρίσκετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Άκης Παπαντώνης
Εκδόσεις Κίχλη

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Η χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης - Ottessa Moshfegh

Υπήρξε μια περίοδος στην οποία δοκίμαζα να γράφω κείμενα για βιβλία πριν να τα διαβάσω, μιλούσα για προσδοκίες και επιθυμίες, γιατί εκείνο το βιβλίο και όχι κάποιο άλλο, γιατί τότε, με έναν τρόπο εκείνα τα κείμενα ήταν ακόμα πιο προσωπικά, οι λέξεις πιο δυσεύρετες, η διαμάχη με την τυχαία επιλογή έντονη. Ύστερα ακολουθούσε το κυρίως κείμενο ως ένας ιδιότυπος απολογισμός. Τώρα πια δεν το κάνω αυτό, αν και το κείμενο πριν την ανάγνωση, χωρίς να κειμενοποιείται, υπάρχει, πάντοτε θα συμβαίνει αυτό.

Σκέφτομαι έντονα εκείνα τα κείμενα τώρα που κάθομαι να γράψω για το Η χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης. Γιατί, ανάμεσα σε τόσα, νεότερα και παλαιότερα, στελέχη της στοίβας με τα προσεχώς, επέλεξα να διαβάσω αυτό το βιβλίο με το που βγήκε; Αν υπήρχε κείμενο πριν, θα ήταν πιο απλό να απαντηθεί το ερώτημα, θα ήταν πιο εύκολο να διακρίνω αν οι προσδοκίες υλοποιήθηκαν και σε τι βαθμό.

Ωστόσο, τέτοιο κείμενο δεν υπάρχει. Διάβαζα το Κυνηγόσκυλο του ΝτεΛίλλο, όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο της Οτέσα Μόσφεγκ, που πρωτοκυκλοφόρησε, αγαπήθηκε, δίχασε και μισήθηκε το 2018. Με το που τελείωσα το ένα ξεκίνησα το άλλο, στο λεωφορείο για τη δουλειά. Λίγο πριν κατέβω, ένας νεαρός με πλησίασε, δεν είναι αντιπαθητική η τύπισσα, με ρώτησε, δεν ξέρω ακόμα, του είπα, είμαι στην αρχή, το θυμάμαι έντονα, συνέχισε, αν και πάνε χρόνια από τότε που το διάβασα στα αγγλικά. Η Λ., όταν τη ρώτησα, είχε πει κάτι αντίστοιχο, πρόσθεσε και κάτι για λευκό φεμινισμό, έχω κουραστεί πια, συμπλήρωσε, αλλά εσύ να το διαβάσεις, δεν θα σου πάρει πολύ. Η ταχύτητα και η ολιγωρία δεν είναι καλές δικαιολογίες όταν κοιτάζω τη στοίβα με τα προσεχώς. Το είχα κιόλας ξεκινήσει, δεν είχε νόημα να κάνω τέτοιες σκέψεις, ωστόσο.

Η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, ορφανή από γονείς, πλούσια ορφανή για την ακρίβεια, αποφασίζει να περάσει έναν χρόνο ξεκούρασης και χαλάρωσης, να κοιμάται πολύ, να βλέπει ξανά και ξανά τις ίδιες ταινίες στο βίντεο, να παίρνει καμένο καφέ από ένα εικοσιτετράωρο κιόσκι στο οποίο δουλεύουν κάτι Αιγύπτιοι, να αποσυνδεθεί από τα πάντα, βρίσκει μετά από ατυχή τηλεφωνήματα μια ψυχίατρο διατεθειμένη να της συνταγογραφεί διάφορα φαρμακευτικά σκευάσματα τα οποία, ελπίζει εκείνη, να τη ναρκώσουν, να της χαρίσουν ύπνο και αποσύνδεση, ξεκούραση και χαλάρωση. Έχει μια φίλη που την επισκέπτεται συχνά πυκνά, σαν απόπειρα αυτοκτονίας εν εξελίξει μοιάζει αυτό, της λέει, το αντίθετο, απαντά εκείνη, είναι μια απόπειρα ζωής. Η αφήγηση αποτελεί το ιδιότυπο ημερολόγιο εκείνης της χρονιάς, εντός του οποίου εισέρχονται αναλήψεις από το παρελθόν, κομμάτια που συμπληρώνουν το παζλ. 

Στις πρώτες κιόλας σελίδες σκέφτηκα: τι προνόμιο που έχει η τύπισσα. Αμέσως, δάγκωσα λίγο τη γλώσσα μου, ονόμαζα προνομιούχα κάποια που έπαιρνε συνειδητά κοκτέιλ χαπιών και λοιπών σκευασμάτων, ένα πρεζάκι που μόνο να κοιμάται ήθελε. Ήταν ένα πολύ ιδιαίτερο και ιδιότυπο προνόμιο, αν ήταν, αυτό. Αν δεν είχε το προνόμιο της μη ανάγκης για δουλειά, θα ήταν απλά μια απόφαση ανάμεσα στην αυτοκτονία ή στην απόπειρα να συνεχίσει, αγχομαχώντας υπό το βάρος της καθημερινότητας, που όπως και αν την περιγράψει κανείς, λιγότερο ή περισσότερο ζοφερή, θα συμφωνούσαμε πως σίγουρα δεν είναι φροντιστική, το αντίθετο μάλιστα. Επειδή η συγκυρία είναι μια κατεξοχήν πληγή στον ορθολογισμό, έτυχε εκείνες τις μέρες να διαβάζω για την ολοένα και αυξανόμενη τάση στον δυτικό κόσμο άνθρωποι να πηγαίνουν διακοπές για να κοιμηθούν, όχι για να δουν ή να γνωρίσουν κάτι νέο, αλλά για να κοιμηθούν. Βγάζει νόημα αυτό, σίγουρα το κάνει.

Η ιδιώτευση της λογοτεχνίας, αναλογική του σύγχρονου κόσμου, είτε με είτε χωρίς μυθοπλαστικό μανδύα, αναδεικνύει ολοένα και περισσότερο το πώς, τον τρόπο με τον οποίο το άτομο μιλάει για τον εαυτό του. Αν έμενε κανείς μόνο στην παραπάνω παράγραφο της πλοκής, τότε ένα όφου και δεν με νοιάζει θα ακουγόταν κατά πάσα πιθανότητα, δικαιολογημένα ίσως, αναπόφευκτα μάλλον. Η ιδιώτευση μας κατακλύζει, μας δίνει τον αέρα της σημαντικότητας του εγώ μας, με το τίποτα σκεφτόμαστε πως είμαστε υποκείμενα κατάλληλα για μια τέτοια αφήγηση, δεν το κάνουμε για διάφορους λόγους, αλλά έχουμε ένα σωρό πράγματα να αφηγηθούμε, η σημαντικότητά μας είναι αδιαμφισβήτητη, τα κοινωνικά δίκτυα είναι μια κάποια λύση, αλλά και πάλι, θέλουμε και άλλο.

Γυρίζω στο πώς άρον άρον πριν χαθώ στην ατραπό αυτή. Διαβάζω ολοένα και περισσότερο λογοτεχνία επί της οποίας εγώ μοιάζει να ξεκινώ με ένα σαφές προνόμιο, ακόμα και αν αυτό το προνόμιο αναλώνεται και μόνο στο γεγονός πως δεν χρειάστηκε να με απασχολήσουν σκέψεις, φόβοι και γεγονότα όπως αυτά που αποτελούν τον πυρήνα, τη ραχοκοκαλιά της λογοτεχνίας αυτής, αλλά και των υποκειμένων της. Η ενοχή στην αρχή συσκότιζε, ακόμα και ένα αδύναμο κείμενο που ελάχιστη ικανοποίηση μου είχε προσφέρει, δεν μπορούσα να διαχωρίσω τη σημασία και την ανάγκη ύπαρξής του από την αξία του. Σιγά σιγά ο κουρνιαχτός κατακάθεται, ωστόσο.

Η σκέψη περί προνομίου, η πιο σύντομη διαδρομή για την επικράτεια του δεν με νοιάζει, έσβηνε καθώς η ανάγνωση συνεχιζόταν, παρότι η πηγή της ενσυναίσθησης δεν προσέφερε γάργαρο νερό στον μύλο. Ο τρόπος της με κρατούσε στην ανάγνωση, πέρα από σκέψεις συγκεκριμένες. Πρόσφατα έγραφα ξανά κάτι που σκέφτομαι συχνά τώρα τελευταία και έχει να κάνει με το πόσο ύπουλα μπορεί να σε εγκλωβίσει και να σου τα σκάσει (σικ) μια ιστορία που φαινομενικά δεν σε ενδιαφέρει, που δεν σε απασχολεί, που δεν είσαι εσύ. Όπως η ιστορία αυτή στην προκειμένη περίπτωση. Αν είχε κάτι από μένα, εξαρχής θα ήμουν σε εγρήγορση, θα γύρευα αναλογίες και εναλλακτικές, ναι μεν αλλά, εγώ, πολλά εγώ η αλήθεια είναι. Τώρα όμως; Με άνεση και χωρίς ντροπή την όρισα ως προνομιούχο, χαλάρωσα και συνέχισα την ανάγνωση, δεν ένιωθα ανοιχτός σε πλήξη κάποιας ευαίσθητης φτέρνας . Χαλάρωσα και δεν είχα την εγρήγορση.

Ο τρόπος της Μόσφεγκ σίγουρα είναι ιδιαίτερος και επαρκής, ξέρει τι θέλει να κάνει και το κάνει, υπάρχει πλάνο και σχέδιο που υλοποιείται, ξέρει σε ποια λογοτεχνική επικράτεια κινείται, ζει σε έναν κόσμο που της δίνει την απαραίτητη πρώτη ύλη, η αφηγηματική της άνεση της προσφέρει το απαραίτητο καύσιμο.

Ήμασταν σε διαφορετικά δωμάτια εκείνη και εγώ. Σίγουρα. Αρκετές φορές αναλογίστηκα το Στα τέσσερα της Τζουλάι που διάβασα πρόσφατα, αλλά και το I love Dick, λίγο νωρίτερα. Υπάρχει ένα νήμα εδώ. Στα διαλείμματα της ανάγνωσης σκεφτόμουν διαρκώς ποια είναι η στάση της συγγραφέως απέναντι στην αφηγήτριά της, την υπονομεύει, άραγε, ή την αγαπά ή και τα δύο, πότε το ένα και πότε το άλλο, μια αποδοχή της σύνθεσης της ύπαρξης εντός του συγκεκριμένου κόσμου στον οποίο λαμβάνει χώρα ο καθένας μας.

Δεν υπάρχουν για μένα ευκολοδιάβαστα βιβλία, αν δεν είναι του γούστου μου, ακόμα και το πιο ανασοκοπτικό αστυνομικό μπορώ να το σέρνω για μέρες, αν δεν το έχω παρατήσει από τις πρώτες σελίδες, ο εγκέφαλός μου, ίσως όχι περισσότερο ύποπτος φυγής από τον μέσο όρο, αν δεν λάβει ικανοποίηση κάνει πάρτι, από τα ρεβίθια στο ψυγείο που μούχλιασαν μέχρι το νόημα της ύπαρξης, οτιδήποτε άλλο από την ανάγνωση. Η Μόσφεγκ τον κράτησε ήσυχο και υπάκουο για μεγάλα διαστήματα.

Χαλάρωσα, έλεγα, και δεν είχα την εγρήγορση. Η αναχαίτιση δεν λειτούργησε, όταν πλησίασα τα θραύσματα δεν ήμουν σίγουρος, δεν τα αναγνώριζα ευθέως, άμεσα δεν τα σχετικοποιούσα, δεν αναγνώριζα με μια πρώτη ματιά ένα έδαφος οικείο μια ύλη κοινή. Και ωστόσο κάτι αναδευόταν μέσα μου, έντονα, ολοένα και πιο έντονα, στις τελευταίες σελίδες είχα παραιτηθεί της όποια μάχης.

Και γι' αυτό γράφω τα κείμενα αυτά εδώ και τόσα χρόνια, να καταλάβω, να διερευνήσω, να ολοκληρώσω την ανάγνωση, την επαφή με την ανθρώπινη εμπειρία που μοιάζει τόσο μακρινή και ξένη. Μια καλή σημείωση για σκέψη θα ήταν τα δεύτερα πρόσωπα της πλοκής, κυρίως η φιλενάδα και οι γονείς της, η Μόσφεγκ τους έδωσε τον απαραίτητο λίγο χώρο να σχηματοποιηθούν και να αποκτήσουν διαστάσεις και όγκο. Η παρουσία τους, στην ανάμνηση, στο όνειρο, στο παρόν μαζί της, έδωσε χώρο και στην αφηγήτρια, η συσχέτιση με άλλα πρόσωπα, η όποια συσχέτιση δίνει χώρο, σχήμα και μορφή, συμπληρώνει το κάδρο μιας πρωτοπρόσωπης θέασης και αφήγησης. Μια ακόμα καλή σημείωση είναι μια φαινομενική παραδοξότητα στην ιδιώτευση αυτή. Ένα εγώ κατακλυσμιαίας παρουσίας, από άκρη σε άκρη, εγώ, εγώ, εγώ, που ωστόσο, υποσκάπτει την ιδιώτευση αυτή, όχι απαραίτητα για να την υπονομεύσει, αλλά για να αποκαλύψει τον τρόπο με τον οποίο αλληλοτροφοδοτείται με τον τριγύρω κόσμο, δεν γεννήθηκε εν κενώ, δεν μεγαλώνει εν κενώ. Θα χρησιμοποιούσα ίσως τη λέξη παραβολή, αλλά δεν θα έπρεπε, θα ήταν λάθος χρήση. Η Μόσφεγκ δεν κάνει βήμα πίσω ή στο πλάι ώστε να επιτρέψει μια τέτοια ματιά στο βιβλίο της, στην ιστορία αυτή, δεν είναι ένα σχήμα λόγου, δεν είναι μια εκκεντρική συμπεριφορά που θα λειτουργήσει ως βατήρας για να μιλήσει για τον κόσμο, όχι. Και επειδή το κάνει τόσο καλά, δίνεται χώρος, δεν τον δίνει εκείνη, δεν είναι πρόθεση ή επιδίωξη. Αλλά η λογοτεχνία το κάνει συχνά αυτό, να διαφεύγει από τα χέρια του δημιουργού της, να αιωρείται ψηλότερα ή πιο πέρα.

Μια ακόμα καλή σημείωση, απόρροια των παραπάνω είναι το γεγονός πως δεν υπάρχει διάχυτη θεωρητικοποίηση, εύκολα ψυχολογικά και κοινωνικά νήματα, ένα φλερτ με την υψηλή διανόηση, σε αυτό απομακρύνεται πολύ από το I love Dick στο οποίο αναφέρθηκα παραπάνω, ούτε τόσο εγκεφαλικό, την ενδιαφέρει, μοιάζει τουλάχιστον να την ενδιαφέρει, να κινηθεί σε επικράτειες της καθημερινότητας, κοινότοπες και ίσως βαρετές, γνώριμες ωστόσο ό,τι και αν ενδύονται σε μια πρώτη ματιά. Και η αποφυγή της θεωρητικοποίησης λειτουργεί και δευτερογενώς, στον τρόπο με τον οποίο διάβασα το βιβλίο, στον τρόπο με τον οποίο το προσεγγίζω για να καταλάβω τι ήταν εκείνο, ένα ή πολλά, θραύσματα που εντόπισα τριγύρω. Ύπουλος τρόπος, ύπουλος με την καλή έννοια, ύπουλος ως αντίθετος του διδακτισμού και της εύκολης θεωρίας. Τα πράγματα είναι πιο σύνθετα, δεν χρειάζεται να το λέμε και να επιχειρούμε διαρκώς να το δείξουμε.

Τελειώνοντας το κείμενο αυτό, διαβάζοντάς το ξανά, διακρίνω διάφορες απαντήσεις στα ερωτήματά μου. Δεν ξέρω τι περίμενα, ούτε τώρα που ξέρω τι βρήκα, γιατί ίσως και να μη βρήκα, όχι σε μορφή διακριτή τουλάχιστον. Δεν θα συμφωνήσω με το αντιπαθητική, παρότι εξαρχής τη φόρτωσα με ένα προνόμιο που εκείνη ποτέ δεν αρνήθηκε, το αντίθετο μάλιστα συνέβη, διαρκώς επέστρεφε και το υπενθύμιζε στον αναγνώστη, εκείνη το είχε πάντοτε κατά νου, ζούσε μαζί του και εξαιτίας του. Δεν θα συμφωνήσω ούτε με τα περί λευκού φεμινισμού, συνεχίζοντας τα περί προνομίου λόγια, δεν θα συμφωνήσω γιατί για μένα το Η χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης δεν ήταν κάποιου είδους έκκεντρο μανιφέστο, σε κανένα επίπεδο, ούτε μια υπαρξιακή κραυγή, ήταν, θέλω να πω, κάτι πέρα από το απλό με νοιάζει δεν με νοιάζει, η λογοτεχνία, για μένα, διαθέτει μια πολυχρησία, ακριβώς γιατί καταστατικά ορίζει ως στόχο την πλήξη της μονοσημίας.

Οπότε συνοψίζοντας: δεν έχω πολλές ή ικανές απαντήσεις για την ανάγνωση αυτή, ο τρόπος της με κέρδισε και με υπέταξε, το κρατάω αυτό, το μου άρεσε δεν μου άρεσε είναι ένα πολύ απλοϊκό και ενοχλητικά εγκλωβιστικό δίπολο, δεν θα περιέγραφε σε καμία περίπτωση την εμπειρία αυτή. Όσο για το hype, μη μου μιλάτε παρακαλώ γι' αυτό, ευχαριστώ.

υγ. Μίλησα για το Στα τέσσερα και για το I love Dick, περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ, αντίστοιχα.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Βάσια Τζανακάρη
Εκδόσεις Ψυχογιός

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή - Joan Didion

(Η χρονιά της μαγικής σκέψης, για χρόνια εξαντλημένη κυκλοφορεί ξανά σε νέα μετάφραση, να μια καλή αφορμή για το κείμενο αυτό.) 

Τέσσερα χρόνια πριν, διάβασα ένα βιβλίο που έμελλε να αποδειχτεί καθοριστικό στον μηχανισμό της μνήμης, που, άγνωστο τις περισσότερες φορές πώς, επιτρέπει σε μια παλιά μυρωδιά να αναδυθεί και να καταλάβει τον χώρο, κάτι σαν την προυστική μαντλέν, το βιβλίο αυτό ήταν το αυτοφροντιστικό ή αυτοβοηθητικό Η χρονιά της μαγικής σκέψης, εκεί όπου η Ντιντιόν αφηγείται τον πρώτο χρόνο μετά την απώλεια του συζύγου της, βιβλίο που δυστυχώς δεν διαβάστηκε όσο του αναλογούσε και πλέον είναι εξαντλημένο. Η εγγύτητα και η διαχείριση του πένθους που ο θάνατος εγείρει, η ανάγνωση ως επαφή με την ανθρώπινη εμπειρία, η διαπλάτυνση μέσω της χαρτογράφησης των ποικίλων ατομικών οδών, η σύνθεση ενός περίπλοκου και χαοτικού οδικού χάρτη. Δεν ξέρω αν σχετίζεται με τη βάδιση στη μέση ηλικία αλλά τον τελευταίο αρκετό καιρό υποκύπτω σε αυτό το φλερτ, μια επιθυμία για κάτι ακόμα του ενός ή της άλλης συγγραφέα γεννιέται, βρίσκομαι να ψάχνω βαθιά στα ράφια, στην καλύτερη περίπτωση, ή στα άδυτα της επικράτειας των μεταχειρισμένων.

Τελευταία φορά που συνειδητά «επέστρεψα» σε εκείνο το βιβλίο ήταν όταν μια κοπέλα, που πρόσφατα έχασε τον πατέρα της, μου το ζήτησε στο βιβλιοπωλείο, ένα κοινό εμβαδό απλώθηκε αναμεταξύ μας, το δικό της βίωμα και η δική μου ανάγνωση, σχεδόν απολογητικά της είπα πως το βιβλίο δεν κυκλοφορεί πια, η εισαγωγή του πρωτότυπου θα απαιτούσε πάνω από ένα μήνα, ας το αφήσουμε, θα δω τι θα κάνω, είπε, και εγώ πίστεψα πως άκουσα μια ελπίδα, σ' ένα μήνα ίσως να είναι αργά, πίστη που αρχικά προσημοποιήθηκε με συν, θα είμαι καλά, αργότερα με πλην, δεν έχω έναν μήνα, έμεινε να αιωρείται αμφίσημη εν τέλει. Εκείνη έφυγε και εγώ, αφού πρώτα αναρωτήθηκα σε ποιο να χάρισα το βιβλίο αυτό έχοντας την ανάγκη να νιώσω πως μια σύντομη ανάκτηση θα ήταν εφικτή, όμως δεν τα κατάφερα, έμεινα να αναζητώ κάποιο άλλο δικό της βιβλίο, ο,τι πιο κοντινό δηλαδή στην ικανοποίηση της πρόσφατης —ξαφνικής και αναπάντεχης, καθηλωτικής— ανάγκης μου. Το 1985, σε μετάφραση Έλλης Μαρμαράς και από τις εκδόσεις Οδυσσέας, κυκλοφόρησε το Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή. Ήμουν δύο ετών τότε.

Δεν ήταν με λίγα φορτωμένη η ανάγνωση αυτή παρότι δεν ήξερα τίποτα για το βιβλίο αυτό. Ένας φλου ορίζοντας προσδοκιών αναπτύχθηκε καθώς η ανάγκη για την αναβίωση ενός γνώριμου συναισθήματος κατά την ανάγνωση κυριαρχούσε.

«Μάρτυράς της εγώ. Αυτό θα μεταφραζόταν seré su testigo, και δε θα το βρείτε στο ταξιδιωτικό σας βιβλιαράκι με τους χρήσιμους διαλόγους γιατί δεν πρόκειται για πρόταση χρήσιμη στο φρόνιμο ταξιδιώτη.

Να τι έγινε: άφησε έναν άντρα, άφησε κι ένα δεύτερο. Ταξίδεψε πάλι με τον πρώτο· τον άφησε να πεθάνει μόνος. Έχασε ένα παιδί από την "ιστορία" και ένα άλλο από επιπλοκές (μεταφέρω της εκτιμήσεις άλλων), φαντάστηκε πως θα ήταν ικανή να απαλλαγεί απ' αυτές της τις αποσκευές και ήρθε στην Μπόκα Γκράντε, για τουρισμό. Una turista. Έτσι είπε. Στην πραγματικότητα ήρθε περισσότερο ως προσωρινή κάτοικος παρά ως τουρίστρια, αλλά δεν έκανε αυτή τη διάκριση.

Δεν έκανε όσες διακρίσεις χρειάζονταν. Έζησε τη ζωή της σαν την ονειρευόταν. Πέθανε ελπίζοντας. Εν περιλήψει. Τη μάθατε λοιπόν την ιστορία».

Σκέφτομαι συχνά πως μια καλή περιγραφή του μυθιστορήματος, αλλά και του γιατί μας αρέσει να τα διαβάζουμε, είναι πως πρόκειται για την αφήγηση μιας ιστορίας που θα μπορούσε να δοθεί σε ελάχιστες γραμμές και όμως ο συγγραφέας την απλώνει σε σελίδες επί σελίδων και εμείς συχνά δεν θέλουμε να τελειώσει, όχι ακόμα τουλάχιστον. Και αν η ανυπομονησία χαρακτηρίζει τους μη πιστούς, δεν είναι το αντίθετό της, αλλά το μάγεμα, εκείνο που παρασύρει τους πιστούς, που δεν παύουν να γυρεύουν την επόμενη ιστορία, όπως κάποτε καθισμένοι γύρω από τη φωτιά, κάτω από τον έναστρο ουρανό. Η Ντιντιόν, μέσω της αφηγήτριας της, Γκρέις Στράσερ-Μεντάνα, μιας ανθρωπολόγου που παρότι έχει πια χάσει την πίστη της στην ίδια της τη μέθοδο ταξιδεύει συχνά ανά τον κόσμο, μοιάζει να δίνει τη δυνατότητα στον βιαστικό αναγνώστη να ικανοποιηθεί πως έμαθε και αυτή την ιστορία, με το ελάχιστο ενδιάμεσα στη γέννηση και τον θάνατο, τώρα μπορεί να αποχωρήσει όπως ο τουρίστας που επισκέφθηκε με οργανωμένη εκδρομή ένα εξωτικό μέρος και τώρα δεν σταματά να αφηγείται με ύφος ταξιδιώτη τις εμπειρίες του, έχοντας χώσει την πινέζα στον χάρτη, τσέκ, τα ξέρει όλα πια.

Η Μπόκα Γκράντε, το Μεγάλο Στόμα, είναι η πρωτεύουσα μιας φανταστικής κεντροαμερικανικής χώρας, εκεί που ταξίδεψε η Σάρλοτ, ένα επεισόδιο σε εκείνη τη ζωή που η ίδια αντιμετώπιζε ως μια ιστορία παρατεταμένου πάθους, γνωρίστηκε και συνδέθηκε με διάφορους Βορειοαμερικανούς, ο καθένας εκεί για δικό του λόγο, είμαστε στη δεκαετία του '70, οι Ηνωμένες Πολιτείες πότε λιγότερο και πότε περισσότερο πατάνε το πόδι τους στα νότια, μπλέκονται με την πολιτική, ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις, στήνουν και υποστηρίζουν πραξικοπήματα, απομυζούν φυσικούς πόρους, έχουν στα χέρια τους το πολύτιμο διαβατήριο που θα τους επιτρέψει να πάρουν το τελευταίο αεροπλάνο πριν η κατάσταση βγει εκτός του ελέγχου τους.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες αντιλήφθηκα πως το Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή ετοιμαζόταν να πάρει τη θέση του σε μια ειδική κατηγορία αναγνωστικού ενδιαφέροντος, εκεί όπου στέκουν στην κορυφή ο Μπόουλς, ο Γκριν και ο Λόουρυ, γεννημένοι όλοι τους στις αρχές του περασμένου αιώνα, που στο επίκεντρο της λογοτεχνίας τους στέκει αυτό το ιδιότυπο ταξιδιωτικό-μεταποικιακό είδος λογοτεχνικής γραφής, λευκοί που βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά από τις πατρίδες τους, ταξιδιώτες από απόλαυση ή επαγγελματική υποχρέωση, με ευγενείς ή οχί προθέσεις, αποτελούν έμμεσα ή άμεσα το μακρύ χέρι των ισχυρών χωρών σε εκείνα τα εξωτικά μέρη, εξωτικά για να μην πουν υπανάπτυκτα, ενώ οι αποικίες σιγά σιγά παραδίνονται, ποικίλως πώς, στους αυτόχθονες, η εκμετάλλευση αλλάζει πρόσωπο, η πολιτική γίνεται πια αλλιώς, τουλάχιστον έτσι μοιάζει.

Η έννοια του ξένου, του ταξιδευτή που στις αποσκευές του μεταφέρει πράγματα ανοίκεια για τον τόπο, τις δικές του ιδέες και απόψεις, τον τρόπο να ζει, ανάμεσα σε τόσα άλλα, και βρίσκεται σε εκείνα τα μέρη, συγχρωτίζεται κυρίως με ομοίους του, φέρει διαρκώς και εμφανώς ένα προνόμιο που κατά τη δεδομένη περίοδο έχει ισχύ, γίνεται δεκτός από φόβο ή φιλοδοξία χρήματος, με όρους ιδιότυπου κατακτητή, υποτέλεια και αντάρτικο, τα μάτια των ντόπιων, έστω και φαινομενικά χαμηλωμένα, πάντα στραμμένα στον ξένο. Και η λογοτεχνία αυτή, όχι πρόδηλα και αποκλειστικά πολιτική, αναδεικνύει κάτι νέο, που η παλιά λογοτεχνία δεν το έκανε, εγείρει, θέλω να πω, την αμφιβολία σε σχέση με την παλιότερη βεβαιότητα για το πώς είναι και (πρέπει να) λειτουργεί ο κόσμος έξω και πέρα από τα σύνορα της δικής μας πραγματικότητας. Τα πρόσωπα διαλύονται μέσα σε αυτό το άγνωστο περιβάλλον, βυθίζονται στην εκεί συνθήκη, απολύουν τις βεβαιότητες και τις σταθερές τους, οι οποίες τίθενται εν αμφιβόλω, ακόμα και όχι σε συνειδητό επίπεδο, η πολυσημία και η συνθετότητα του κόσμου απλώνεται μπροστά τους.

Το Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή αποδεικνύεται πειστικό σε κάτι που θα μπορούσε η συγγραφέας του να αποδειχτεί πειστική και αυτό έχει να κάνει με τη ματιά του ξένου, με τη συνθήκη της παρουσίας μακριά από το γνώριμο, έγκαιρα και φαινομενικά αποκωδικοποιημένο κόσμο, πειστικό για αυτό το βύθισμα στη νέα συνθήκη. Αυτός είναι ένας κόσμος υπό εξαφάνιση, τώρα πια η αποεξωτικοποίηση είναι σε πλήρη ανάπτυξη, κάθε γωνιά έχει πατηθεί και γίνει προσβάσιμη στην κίνηση του τουρισμού και της επιχειρηματικότητας, οι κώδικες γίνονται ολοένα και πιο κοινοί, η φούσκα στην οποία θα τοποθετηθεί ο κάθε επόμενος εκπατρισμένος αποδεικνύεται ολοένα και πιο ασφαλής στη διάρρηξή της, τώρα πια ούτε τα προσχήματα τηρούνται, πηγαίνουμε για να επιβάλλουμε, να δείξουμε, να τους πάρουμε μέτρα για το βεστιάριο της ομοιομορφίας.

Ο αφηγηματικός τρόπος της Ντιντιόν, η κατακερματισμένη χρονικά αφήγηση, τα διάφορα επεισόδια που διαπλέκονται, η προγραμματική σύγχυση που αποτυπώνει καθοριστικά το πώς η αφηγήτρια με τον καιρό περισυνέλλεξε αλλά και φαντάστηκε, γεμίζοντας τα όποια κενά, κατασκευάζοντας την ιδιότυπη αυτή βιογραφία, που, χωρίς φωνές και φανφάρες, είναι σαφέστατα πολιτική, σύγχρονη της εποχής και της κατάστασης που επικρατούσε τότε στον διαιρεμένο κόσμο αποτελούμενο από υπερδυνάμεις και μάχη για διαπλάτυνση των ζωνών επιρροής, ένας κόσμος ακόμα ευμετάβλητος και άρα ανοιχτός στην ελπίδα για κάτι καλύτερο. 

Τι και αν κάτι άλλο φαινομενικά γύρευα στην ανάγνωση, το απόλαυσα το βιβλίο αυτό, η εξ αρχής κατάρρευση του ορίζοντα προσδοκιών και η ανάδειξη ενός νέου εντελώς διαφορετικού ήταν κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτη.

υγ. Λίγο namedropping: Για το Η χρονιά της μαγικής σκέψης εδώ, για το Ψηλά πάνω από τον κόσμο εδώ, για το Κάτω από το ηφαίστειο εδώ και για τους Θεατρίνους εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Έλλη Μαρμαρά
Εκδόσεις Οδυσσέας 

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

American darling - Russell Banks

(αύριο κυκλοφορεί Το μαγικό βασίλειο του σπουδαίου Ράσελ Μπανκς, πέρυσι το καλοκαίρι διάβασα το εξαντλημένο δυστυχώς American darling, να μια ευκαιρία να ανεβεί αυτό το κείμενο) 

Επιστροφή στο νησί, δύο χρόνια μετά, στο φιλόξενο σπίτι. Μια από τις τελετουργίες η επανεξέταση της βιβλιοθήκης, τι προστέθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, πώς αναδιαμορφώθηκε, τι θα δανειζόμουν, πόσο άλλαξα από την τελευταία φορά, οι βιβλιοθήκες είναι καθρέφτης. Τον Ράσελ Μπανκς τον γνώρισα αργά, ο Κ. είχε επιμείνει να διαβάσω Το γλυκό πεπρωμένο, τον ευγνωμονώ συχνά πυκνά (και) γι' αυτό. Το Oh, Canada ήταν ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα πέρυσι. Στη θέα του American darling δεν αντιστάθηκα, ήταν πρωί, το προηγούμενο βράδυ είχα τελειώσει τα υπέροχα Φωτεινά μονοπάτια της σπουδαίας Μάργκαρετ Ντραμπλ, γύρευα επόμενο βιβλίο, το είχα βρει, βγήκα στο μπαλκόνι.

Μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση ποταμός, μια τεράστια ανάληψη από τον ταμιευτήρα του παρελθόντος, χρωστούμενα που ζητάνε την ικανοποίησή τους, κομμάτια που σιγά σιγά ενώνονται για να δώσουν μια πλήρη εικόνα της ζωής της Χάνα Μάσγκρεϊβ, που πλέον διευθύνει μια μεγάλη φάρμα πίσω στην αμερικανική επαρχία μετά από χρόνια που έζησε στη Λιβερία, ένας απολογισμός ζωής.

Ένας τέτοιος απολογισμός ελάχιστη αιτιοκρατία μπορεί να προσφέρει, μια άναρχη διαδοχή γεγονότων και καταστάσεων, εκεί που στην ιστορία ενός μικρού αφρικανικού κράτους διακλαδώνεται η ατομική ιστορία μιας Αμερικάνας, που βρέθηκε στην Αφρική εγκαταλείποντας τη χώρα της στην οποία ήταν καταζητούμενη λόγω της πολιτικής της δράσης, γόνος μιας εύπορης οικογένειας με πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση σε μια περίοδο που το καζάνι έβραζε, που ένα καλύτερο αύριο ήταν υπό διεκδίκηση, όταν ακόμα η παρτίδα ήταν ανοιχτή σε όλα τα αποτελέσματα, εκείνη άλλαξε όνομα, απέκτησε διαβατήριο, διέφυγε στην Αφρική, πέρασε τα σύνορα της Λιβερίας, γνώρισε, ερωτεύτηκε, παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια με έναν υπουργό του τότε αμερικανόφιλου δικτάτορα, είδε τα κόζια να αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη ζωή της εκεί, για να επιστρέψει ξανά εκεί από όπου έφυγε, κάποιες στιγμές ο προσανατολισμός απολύεται. Και ανάμεσα σε όλα, σε περίοπτη θέση οι χιμπατζήδες, οι ονειρευτές όπως εκείνη τους αποκαλούσε.

Φιλόδοξο και χορταστικό, να μια συνοπτική αποτίμηση. Είναι το τρίτο βιβλίο του Μπανκς που διαβάζω, το πλέον φιλόδοξο όλων, το πλέον μαξιμαλιστικό, το πλέον σύνθετο στην κατασκευή, τόσο ως προς το περιεχόμενο, όσο και ως προς τη μορφή. Μια ιστορία μυθοπλασίας που αποτελείται από κομμάτια πραγματικότητας, το αληθοφανές ως προσδιορισμός δεν είναι αρκετός, εδώ έγκειται ο συγκλονισμός της πλοκής, όχι στη φαντασία του συγγραφέα, αλλά στον τρόπο σύνθεσης διάφορων υποϊστοριών, πραγματικών συμβάντων, ώστε να παραχθεί μυθοπλασία, λογοτεχνία υψηλής στάθμης και όχι απλώς ένα άλμπουμ από διαφάνειες της αφρικανικής ιστορίας, της νέας μορφής της αποικιοκρατίας μετά τη φαινομενική λήξη της με την ανεξαρτητοποίηση χωρών όπως η Λιβερία.

Και για να λειτουργήσει όλος αυτός ο μηχανισμός σύνθεσης η Χάνα, ως κυρίως πρόσωπο της πλοκής, αλλά ταυτόχρονα και αφηγηματικό υποκείμενο, οφείλει να είναι πειστική, πειστικός και ο τρόπος με τον οποίο το σώμα της μεταποιήθηκε κάτω από την πίεση της ιστορίας, των συμβάντων και των γεγονότων που ξεπερνούν το ανθρώπινο, η βαριά μπότα που αδιαφορεί για το πού πατάει, τα όρια που ξεπέρασε χωρίς να ξέρει πώς, είπαμε, εδώ η αιτιοκρατία αδυνατεί να ανταποκριθεί. Και ο Μπανκς, άψογα, κατασκευάζει τη Χάνα με κατάλληλες δόσεις ποικιλομορφίας, μια σύνθεση από ζεύγη αντιθέτων, μια αντίστιξη ανθρώπινη ακόμα και σε καταστάσεις μη ανθρώπινες, ένα πρόσωπο τσαλακωμένο αλλά ζωντανό που στο τέλος της διαδρομής αναθυμάται και ανασυνθέτει το μονοπάτι, απίστευτο πώς, έφτασε ως εδώ, χωρίς να χάνει το μέγεθος που αναλογεί στο ανθρώπινο, χωρίς να υπερβαίνει την ιστορία, χωρίς να την ελέγχει, χωρίς να την κατανοεί πλήρως, χωρίς να νιώθει ηρωικά, χωρίς την ανάγκη να απολογηθεί ή να διδάξει, απλά να ανασυνθέσει, αυτή η ανάγκη της είναι που προσδίδει την πειστικότητα, παρέα με την άγνοια, την τυχαιότητα, τις τύψεις, την παραδοχή πως κυρίως ακολούθησε τη ροή των γεγονότων, την ανάγκη για ύπαρξη δρόμων μονής και υποχρεωτικής κατεύθυνσης, το μέγεθός της, το ελάχιστο αποτύπωμα στην ιστορία, ένας αδιάφορος παραπόταμος.

Παρότι το εγώ κυριαρχεί αφηγηματικά, παρότι η Χάνα είναι διαρκώς παρούσα στην αφήγηση, δεν υπερβαίνει την ιστορία, είναι ένα απλό πιόνι, ασχέτως αν διατηρήθηκε σε μεγάλο μέρος της παρτίδας στο ταμπλό, ασχέτως αν φαινομενικά κάποιες στιγμές οι κινήσεις της έμοιαζαν να είναι σημαντικές για την κατάληξη, δεν ήταν. Σκέφτομαι πως σε ένας αντίστοιχης θεματικής μυθιστόρημα, χαμηλής στάθμης, η Χάνα θα υπερέβαινε την ιστορία, είναι σαν να διαβάζω το οπισθόφυλλο: μια απλή γυναίκα που υπερέβη την ιστορία· έτσι θα έλεγε ο κειμενογράφος και έτσι θα ήταν, αλλά αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα μια κακή λογοτεχνία, απόπειρα εντυπωσιασμού, ακόμα και αν επρόκειτο για αληθινή ιστορία, για πραγματικό πρόσωπο, ακόμα και έτσι θα ήταν κίβδηλο και διόλου πειστικό. Άλλωστε, αν επιχειρήσει κανείς να κατατάξει ειδολογικά το American darling, αναπόφευκτα θα το κατέτασσε στο ιστορικό μυθιστόρημα, λογοτεχνικό είδος που πάσχει από διάφορες παθογένειες εν γένει, υβρίδιο καθώς είναι, μια απόπειρα μίξης, διαδεδομένη δυσανάλογα με τη δυσκολία στην υλοποίηση.

Ταυτόχρονα, και ευφυώς, ωστόσο, ο Μπανκς αναμειγνύοντας το ατομικό στο συλλογικό, καταφέρνει να δώσει τη μεγάλη εικόνα υπό το πρίσμα της ατομικής εμπλοκής, η Χάνα ως υποκείμενο και η Χάνα ως παρατηρήτρια, προσφέροντας έτσι μια προσομοίωση του μεγέθους, ασύλληπτου κατά τα άλλα, παρά μόνο με όχημα την ατομική ιστορία μέσα στο πυκνό κυκλοφορικό σύστημα. Θα ήταν αφελές και μειωτικό κάποιος αναγνώστης-κριτικός να ισχυριστεί πως ο Μπανκς καταφέρνει να αποδώσει με ακρίβεια την πρόσφατη ιστορία της Λιβερίας, κάτι τέτοιο θα ήταν ενάντιο στη συγγραφική πρόθεση, μια προσομοίωση μόνο θα μπορούσε να είναι και αυτό είναι, ένα εμβαδό στο οποίο μπόρεσε να στήσει μια σύνθετη, σε μέτρα ανθρώπινα ωστόσο, πλοκή, τη ζωή της Χάνα, μια σύνθεση που όσο σύνθετη και να μοιάζει, δεν είναι παρά μια απλοποιημένη υποεκδοχή της μεγάλης εικόνας, μια παράδοξη και ιδιότυπη δήλωση άγνοιας, μια παραδοχή του πεπερασμένου της ατομικής αντίληψης ακόμα και από ένα τέτοιο λογοτεχνικό μυαλό, όπως αυτό του Μπανκς.

Όπως, επίσης, μειωτικό θα ήταν να ισχυριστεί κάποιος πως το μυθιστόρημα είναι ένα κατηγορώ απέναντι στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, μειωτικό γιατί θα ήταν απλοϊκό και προφανές, ένα στρατευμένο μυθιστόρημα που θα αναδείκνυε τον βρώμικο ρόλο της υπερδύναμης, ο Μπανκς διαθέτει και πετυχαίνει μεγαλύτερη φιλοδοξία από το απλοϊκό και προφανές, εδώ, είπαμε, έχουμε να κάνουμε με λογοτεχνία από το ψηλό ράφι.

Χορταστικό και φιλόδοξο, κατά διαστήματα φρικώδες αλλά καθηλωτικό, το American darling δύσκολα μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου, δυστυχώς εξαντλημένο, γαμώτο.

υγ. Προηγήθηκαν: Το γλυκό πεπρωμένο (εδώ) και το Oh, Canada (εδώ).
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Τάκης Κιρκής
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Στα τέσσερα - Miranda July

Είκοσι ένα χρόνια πριν, στον Δαναό της Κηφισίας, είδα μια ταινία. Ήταν το Εγώ, εσύ και όλοι μας οι γνωστοί, της άγνωστης τότε σε μένα, Μιράντα Τζουλάι, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθέτησε. Θυμάμαι ακόμα κάποια καρέ, το συναίσθημα τρέλας και χρώματος, τόσες και τόσες ταινίες μεσολάβησαν έκτοτε, λίγες θυμάμαι με αντίστοιχη λαχτάρα. Τέτοια λαχτάρα που δεν έχω τολμήσει να επαναλάβω τη θέαση μέσα στα χρόνια.

Πριν από δέκα χρόνια σε μετάφραση Χαράς Γιαννακοπούλου και από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος κυκλοφόρησε, πέρασε και δεν ακούμπησε, Ο πρώτος κακός, το πρώτο μυθιστόρημα της Τζουλάι, ελάχιστα πράγματα θυμάμαι από εκείνη την ανάγνωση, πρακτικά τίποτα, τη λαχτάρα μόνο να διαβάσω το βιβλίο εκείνο λόγω της ανάμνησης της ταινίας.

Τα χρόνια πέρασαν όπως συνηθίζουν με μανία να κάνουν.

Το 2024 κυκλοφόρησε το All fours, από διάφορες πλευρές αντιλήφθηκα πως υπήρχε ένα χάιπ για το βιβλίο αυτό, χάρηκα όταν είδα πως οι εκδόσεις Αλεξάνδρεια το ενέταξαν στο ανανεωμένο εκδοτικό τους πρόγραμμα μεταφρασμένης λογοτεχνίας. Το Στα τέσσερα κυκλοφόρησε στα τέλη της περασμένης χρονιάς.

Όταν διάβαζα το Ο πρώτος κακός, σε κάποια αναγνωστική ανασκόπηση εντόπισα πως εκείνη την περίοδο με απασχολούσε διακαώς και απολάμβανα πολύ μυθιστορήματα που στο επίκεντρο της πλοκής υπήρχε ένας μεσήλικας ή κάπως μεγαλύτερος άντρας πρωταγωνιστής ο οποίος από τη μια μέρα στην άλλη ένιωσε (τι ρήμα και αυτό για τους λευκούς μεσήλικες άντρες ε;) το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια του, ο κόσμος όπως τον ήξερε, εξαιτίας ενός ελάχιστου σφάλματος στο σύστημα της ύπαρξης, να καταρρέει. Η τριλογία του Φορντ και το Ένα κάποιο τέλος του Μπαρνς βρίσκονται στην κορυφή εκείνων των αναγνωσμάτων.

Η Τζουλάι, σε κάθε ευκαιρία, αρνείται την όποια αυτοβιογραφική συσχέτιση με την πλοκή, την οποιαδήποτε ταύτιση με την πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια. 

Πετυχημένη σε διάφορες καλλιτεχνικές επικράτειες, μετά τα σαράντα, η αφηγήτρια αποφασίζει κάπως εν θερμώ να διασχίσει την Αμερική, ξεκινώντας από το Λος Άντζελες, όπου μένει με τον άντρα και το παιδί της, για να πάει στη Νέα Υόρκη, με το αυτοκίνητο, θυσιάζοντας την ευκολία που το αεροπορικό εισιτήριο θα της χάριζε, ελπίζοντας σε μια εμπειρία αυτογνωσίας, εκεί που το σώμα ενεργεί μια συγκεκριμένη συνεχή λειτουργία επιτρέποντας στο μυαλό να κινηθεί αυτόνομα. Μισή ώρα από τη στιγμή που θα βγει στον δρόμο θα σταματήσει σε μια μικρή πόλη, θα περιηγηθεί, θα κλείσει εν τέλει δωμάτιο για μια νύχτα σε ένα μοτέλ ξεχασμένο από τον θεό της ανακαίνισης.

Αυτή η ελάχιστη παράκαμψη από το σχεδιασμένο με αρκετή λεπτομέρεια ταξίδι αποδεικνύεται ικανή να το εξοβελίσει πλήρως, μαζί με αυτό και το γενικότερο μονοπάτι στο οποίο βάδιζε ως τότε. Η αφήγηση έχει τον χαρακτήρα ενός ημερολογίου καταγραφής της έκκεντρης αυτής ανακατεύθυνσης. Όταν κάτι το ελάχιστο δημιουργήσει ρήγμα στην κυρίως κατασκευή, η υπονόμευσή της σύντομα γενικεύεται, αποκτά όρους ανταρσίας, περνώντας σε άλλους ορόφους και δωμάτια, δοκιμάζοντας τη στατικότητα συνολικά, τα ίδια τα θεμέλια επίσης. Είναι εκείνο το χρονικό σημείο μιας στροφής μέχρι να εμφανιστεί ξανά μπροστά ο ορίζοντας, αυτό το τόσο κρίσιμο σημείο, εκεί κάπου στη μέση ηλικία, όπως ο Καμύ με ενάργεια το όρισε. Δεν συμβαίνει κάτι άξιο αναφοράς, δεν συμβαίνει κάτι το οποίο με ακρίβεια να μπορεί να περιγραφεί, το παράλογο ενδύεται ρουχισμού ποικιλόμορφου, ξεγελώντας τη λογική χωρίς δυσκολία.

Αναρωτιέμαι αν μπορώ να ανασύρω από τη μνήμη κάποιο αντίστοιχο βιβλίο, κάποια ιστορία κρίσης μέσης ηλικίας με πρωταγωνίστρια γυναίκα, δυσκολεύομαι αν και μάλλον αποκλείω την πιθανότητα να μην έχει συμβεί μια τέτοια ανάγνωση. Ανεξέλεγκτοι οι μηχανισμοί της μνήμης, δεν υπακούν σε καμία μηχανή αναζήτησης.

Σύντομα εμφανίστηκε μια γνώριμη αμφιθυμία. Απολάμβανα και δυσανασχετούσα την ίδια στιγμή, ή, μάλλον καλύτερα, μέχρι κάποια στιγμή, αφού τελικά η ανάγνωση με απορρόφησε και με κράτησε υπάκουο δέσμιο της. Απολάμβανα την πρόζα, την άνεση, την άγνωστη επικράτεια, τη διάθεση για αυτοϋπονόμευση, το φλερτάρισμα με το παράλογο, ακόμα και το προνόμιο της αφηγήτριας. Δυσανασχετούσα με πολλά από αυτά, κυρίως με κάτι που θα το ονομάζαμε προβλήματα του πρώτου κόσμου. Η γοητεία που η αφήγηση μου ασκούσε με τοποθετούσε κάπου ανάμεσα στην απόλαυση και την ενοχή. Μέρες μετά την ανάγνωση νιώθω πως δεν είμαι σίγουρος για τις συγγραφικές προθέσεις. Πρόσφατα το έπαθα αυτό και με τη νουβέλα Οι Άγγλοι καταλαβαίνουν το μαλλί. Δεν μπορώ με βεβαιότητα να σταθώ και να υποστηρίξω αν η αφήγηση υπονομεύεται σκόπιμα, αν οι συγγραφείς ειρωνεύονται τα πρόσωπα που οι ίδιες κατασκεύασαν ή αν είναι μια δική μου ιδέα, μια δικαιολογία για την έλξη που ένιωσα για τις αφηγήσεις αυτές.

Είναι κλισέ, είναι προφανές, δεν είναι πάντα εύκολο, ωστόσο, να διαχωρίσει κανείς τη μορφή από το περιεχόμενο, να τραβήξεις μια ευδιάκριτη γραμμή ανάμεσα στον μύθο και τη ζωή, ακόμα και αν ο μύθος διαπραγματεύεται κάτι που συνέβη, άπαξ και αυτό περάσει στην επικράτειά του διαχωρίζεται από τη ζωή. Είναι κλισέ, είναι προφανές, όμως εγώ δεν μπορώ να εξαιρέσω την αφηγήτρια από τον κόσμο μέσα στον οποίο ζω, την ίδια στιγμή διάβασα αχόρταγα την αφήγησή της. Αν με βεβαιότητα μπορούσα να υποθέσω τις συγγραφικές προθέσεις, τότε θα είχα περισσότερα στοιχεία στα χέρια μου, ίσως ακόμα στην αμφιθυμία μου να είχα σύμμαχο την ίδια τη συγγραφέα.

Όταν διάβαζα και απολάμβανα τόσο τις αφηγήσεις αποτυχίας διαφόρων μεσήλικων αντρών, απείχα αρκετά από εκείνη την επικράτεια. Ήμουν νέος και σίγουρος πως θα τα κάνω καλύτερα τα πράγματα, το αντιπαράδειγμα με οδηγούσε με ασφάλεια πίστευα. Εκείνο που δεν ήξερα, που δεν μπορούσα να ξέρω σε εκείνη την αναγνωστική φάση ζωής, ήταν αυτό που συνειδητοποίησα μέσα στα χρόνια, πως όσο πιο ασφαλής και εκτός νιώθω σε μια ιστορία ανθρώπινης εμπειρίας, τόσο πιο πιθανό είναι να χαλαρώσω τις άμυνες και να βρεθώ σε δυσχερή θέση, να λυγίσω κάτω από το βάρος μιας αφήγησης που αρχικά ένιωθα πως δεν με αφορά, πως τίποτα δεν έχει να κάνει με μένα. Τελευταία φορά η πανωλεθρία αυτή συνέβη όταν έπιασα να διαβάσω με περισσή αυτοπεποίθηση το Η μητέρα μου γελάει της Άκερμαν.

Τώρα που είμαι μεσήλικας, διαβάζω λιγότερες τέτοιες ιστορίες. Όταν έπιασα το Στα τέσσερα στα χέρια μου δεν είχα ιδιαίτερα σχεδιάσει τον ορίζοντα προσδοκιών, ήθελα απλά να διαβάσω αυτό το βιβλίο για διάφορους λόγους. Όσο η ανάγνωση προχωρούσε και η αμφιθυμία θέριευσε, η λογική ενάντια στο συναίσθημα, τόσο ένιωθα ευάλωτος, ανοιχτός, παρότι η επικράτεια εκείνη είναι μη επισκέψιμη, οι ορμόνες και το πάρτυ τους, η ίδια η γυναικεία φύση με τις αποσκευές της στο σύνολό της. Το προνόμιο, ωστόσο, μου ήταν οικείο, και αυτό επέτεινε τον θυμό με τον οποίο σκεφτόμουν το προνόμιο της αφηγήτριας να μπορεί να αφεθεί και να δράσει εκτός σχεδιασμού, να αναστείλει, να ξοδέψει, να επαναδιαπραγματευτεί όρους και συμφωνίες, να αφεθεί στο συναίσθημά της, να ακούσει την εαυτή της, να την υπακούσει ακόμα-ακόμα. Ξέρετε, το ξέρετε είμαι σίγουρος, πως το προνόμιο είναι κάτι το σχετικό, από τη φύση του συγκριτικό, που μπορεί να έρθει και να κολλήσει σε διάφορα σχήματα και μορφές, δεν απαιτείται μια αναλογία ένα προς ένα, δεν χρειάζεται και εγώ να μπορώ να ταξιδέψω από το Λος Άντζελες ως τη Νέα Υόρκη διαθέτοντας ένα τεράστιο μπάτζετ, για να νιώσω την οικεία όψη του προνομίου. Ο θυμός, αυτό το δεν με αφορά, το εδώ ο κόσμος καίγεται, το αν είναι δυνατόν να συμμερίζομαι συναισθηματικά μια γυναίκα λευκή και πλούσια που κάνει ό,τι της κατέβει στο κεφάλι, είναι μια άρνηση να κοιτάξουμε το δικό μας προνόμιο, ο καθένας το δικό του. Είναι ένα σχήμα η κάθε ιστορία που διαβάζουμε.

Αποσύρω όλο το στράτευμα από το μέτωπο της λογικής επεξεργασίας. Υπογράφω τη συνθήκη αναγνώρισης των λογοτεχνικών αρετών. Το στράτευμα δεν εξυπηρετούσε την προώθηση, αλλά την εσωτερική επιβολή, την αμφισβήτηση του συναισθήματος, την αποτροπή διερεύνησης κοινών πηγών, την αποδοχή της ανεπάρκειας της άμυνας, την ευαλωτότητά της, την αδυναμία να ορίσω με ακρίβεια το συναίσθημα, την αιτία του, τη διαδρομή του, τη φοβία να ψηλαφήσω και να αναζητήσω στα σκοτεινά, την παραδοχή, κυρίως αυτή, πως το Στα τέσσερα μου άρεσε πολύ, το απόλαυσα με τον τρόπο που μπορούσα να το απολαύσω, με τον τρόπο που λειτούργησε μέσα μου αναλογικά, όχι διακριτά, και γι' αυτό τόσο δυναμικά.

Διαρκώς, από ένα σημείο και ύστερα, σκεφτόμουν το I love Dick, τις αναλογίες των δύο βιβλίων μέσα μου.

υγ. Για την τριλογία του Φορντ περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για το Ένα κάποιο τέλος εδώ. Για το συγκλονιστικό Η μητέρα μου γελάει εδώ. Για το I love Dick εδώ. Για το προηγούμενο μυθιστόρημα της Τζουλάι, Ο πρώτος κακός, εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Νατάσα Σίδερη
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Κακιά - Myriam Gurba

Σε φάση πλημμυρίδας, λίγο πριν από τις γιορτές, μια έκπληξη. Από το 2019, σε σταθερό βηματισμό, το έντυπο Yusra έχει καταφέρει να δημιουργήσει έναν πυρήνα ανατροφοδοτούμενου διαλόγου για το εδώ και το τώρα, διευρύνοντας ολοένα το αναγνωστικό κοινό. Η είδηση της επικείμενης κυκλοφορίας ενός βιβλίου, η συστέγαση ενός εκδοτικού οίκου στο περιοδικό εγχείρημα, δημιούργησε, όπως ήταν αναμενόμενο, προσδοκίες. Προσδοκίες ποικίλες, μεταξύ άλλων, η συγχρονία. Η Κακιά, της Μίριαμ Γκούρμπα, σε μετάφραση Ζωής Κόκκα και επιμέλεια Γιώτας Τεμπρίδου, με την ιδιαίτερη αισθητική στην έκδοση, ήταν πια στα ράφια των βιβλιοπωλείων.

Η Σοφία, διέσχιζε ένα βράδυ το γήπεδο μπέιζμπολ της γειτονιάς, ένιωσε μια παρουσία, ήρθε αντιμέτωπη με τον βιαστή και δολοφόνο της. Το αίμα κύλησε σκούρο. «Ένας παρουσιαστής στις ειδήσεις περιέγραψε τον φόνο ως "τον μέχρι θανάτου ξυλοδαρμό με ρόπαλο μιας περαστικής στο Όουκλι Παρκ"», η Σοφία, η βιασμένη και νεκρή Σοφία ήταν για τον παρουσιαστή στις ειδήσεις μια περαστική, μια ανώνυμη περαστική, σε λάθος σημείο και σε λάθος στιγμή. Η Σοφία, όμως, ήταν και κάτι άλλο, μια Ιφιγένεια που θυσιάστηκε, στη θέση άλλων περαστικών στο Όουκλι Παρκ. Το προνόμιο, μεταξύ άλλων, εδράζεται και στην τυχαιότητα, στη συγκυρία, όχι στη σύνθετη μόνο, σε εκείνη που φέρνει στον κόσμο ένα άτομο, μη λευκό, μη αρσενικό, μη πλούσιο, μη προνομιούχο, αλλά και στην απλή συγκυρία, στην επιλογή διάσχισης ενός πάρκου, μια νύχτα. Η αφηγήτρια, που έχουμε κάθε λόγο να θεωρούμε πως ταυτίζεται με τη συγγραφέα, περνούσε και εκείνη από το πάρκο αυτό. Μάλιστα, ένα βράδυ παραλίγο θα ήταν η Σοφία ή η Ιφιγένεια, εκείνη γλίτωσε, το κακό είναι και αυτό σχετικό. «Η Σοφία είναι πάντα μαζί μου. Με στοιχειώνει. Η ενοχή είναι φάντασμα».

Η ενοχή του ελάχιστου προνομίου, της απλής σύμπτωσης, του τυχαίου που γεννά τον τρόμο του μη ελέγχου. Η αφηγήτρια θα πιάσει το νήμα από τη γέννησή της, σελίδα τη σελίδα θα πλησιάσει ως εκεί, μια ανάληψη από τον ταμιευτήρα του χρόνου, μια σειρά από συμπτώσεις, μια σειρά από αποφάσεις, μια σειρά από απλά γεγονότα, όπως η απλή επιλογή της διάσχισης ενός πάρκου μια συγκεκριμένη νύχτα. Η ενοχή εκλύεται από δύο παρεμφερή σημεία, θα μπορούσα να είμαι εγώ, μπορεί να είμαι εγώ, δεν ήμουν εγώ, όχι ακόμα, ήταν η Σοφία, ήταν η κάθε Σοφία, η κάθε ανώνυμη και αβιογράφητη περαστική ενός πάρκου.

Φέτος το καλοκαίρι διάβασα Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, ήταν μια από τις πιο δυνατές εμπειρίες. Η αφήγηση της αδερφής της Λιλιάνα ακόμα διευρύνεται μέσα μου. Κυρίως γιατί ήρθε να σπάσει το απόστημα της περαστικής ενός πάρκου, των αρχικών ενός ονόματος, τον αριθμό μιας ηλικίας, μια ακόμα προσθήκη σε ένα άθροισμα δολοφονημένων γυναικών. Η αδερφή της έρχεται να συγκρουστεί με αυτό. Η Λιλιάνα υπήρξε. Η Λιλιάνα υπήρξε και δολοφονήθηκε.

Υπήρχε μια περίοδος που το μόνο που ενδιέφερε την αφηγήτρια ήταν το διάβασμα και η γυμναστική, αδιαφορούσε για ό,τι άλλο, να δυναμώσει το μυαλό, να δυναμώσει το σώμα, να καταστεί πρώτα ένας άρτιος αμυντικός μηχανισμός, ύστερα επιθετικός, η απειλή ήταν παντού. Πιάνομαι από το σημείο αυτό για δύο λόγους, ο πρώτος, προσωπικός και υποκειμενικός, γιατί ένιωσα μια κάποιου είδους, ανεδαφική το παραδέχομαι, ταύτιση, ένιωσα να καταλαβαίνω την εμμονή αυτή, με την αδυναμία στον πυρήνα, αδυναμία που γεννοβολά διαρκώς τρόμο που θέτει επί κινδύνω την ίδια την ύπαρξη· ο δεύτερος είναι γιατί διακρίνω εδώ μια επιφάνεια επιθετικότητας από την πλευρά του προνομίου του να νιώθεις άτρωτος και ασφαλής, νιώθω να ακούω, συνοδεία ενός μειδιάματος, έναν ψίθυρο, ύφους αμέτρητων καρδιναλίων, προς τι τέτοια επιθετικότητα, προς τι τέτοια στάση, αρκεί να προσέχει, τι φοράει, με ποιον κυκλοφορεί, πού πηγαίνει, η υπερβολή δεν μου αρέσει, νιώθω να λέει αυτός ο ψίθυρος, για να καταλήξει, χωρίς πρωτοτυπία, σε θεωρητικές ριπές, αυτό εδώ δεν είναι λογοτεχνία.

Υπάρχει αυτή η μερίδα του πληθυσμού, διόλου αναπάντεχα διαθέτει προνόμιο, που αντιμετωπίζει την πραγματικότητα με όρους θεάματος, όταν βαρεθεί κάτι απλώς σταματάει να παρακολουθεί, διατυμπανίζει τη βαρεμάρα που του προκαλούν όλα αυτά, βαρέθηκα λέει με όλη αυτή την υπερβολή με τις γυναικοκτονίες, κούρασε όλο αυτό. Και κάπως έτσι, στην προκειμένη περίπτωση, προστίθεται λίπασμα και κοπριά στο παρτέρι της ενοχοποίησης του θύματος και όσων προστρέχουν σε αλληλεγγύη. Πού είναι τα παλιά τα χρόνια που η λογοτεχνία, η τέχνη εν γένει, αφορούσε ένα ελάχιστο ποσοστό του πληθυσμού, ωραίες εποχές, ωραία χρόνια, η ομορφιά των εικόνων και των λέξεων, η συντήρηση σε χαμηλή θερμοκρασία.

Επιστρέφω στο μυθιστόρημα αυτό καθαυτό. Μετά τις πρώτες ποιητικές σελίδες, στις οποίες η αφηγήτρια μας μιλάει για εκείνο το βράδυ όταν η Σοφία βιάστηκε και δολοφονήθηκε, συνεχίζει με ένα πιο στακάτο, πιο θυμωμένο, πιο γυμνό βηματισμό, πιάνει την ιστορία της, της αφηγήτριας, από την αρχή. Η ποιητικότητα των πρώτων σελίδων, ίσως ξενίσει, ίσως φανεί κάπως γλυκερή, ιδιαίτερα σε σχέση με τον τίτλο του μυθιστορήματος, δικαιολογείται ωστόσο, ένας ελάχιστος φόρος τιμής στη Σοφία, στον οποίο η αφηγήτρια δεν κρύβει την αμηχανία που ένιωσε στο άκουσμα της είδησης, τις χαζές σκέψεις αναλογίας που της ήρθαν κατά νου, η πρωτεύουσα της Βουλγαρίας, το γιαούρτι, η Σοφία Λόρεν. Θα ήταν απάνθρωπη μια σοβαροφανής αντιμετώπιση, εκ των υστέρων σμιλεμένη, ανεξάρτητα από την όποια θεωρητική σκευή η χρονική απόσταση προσκόμισε. Ο τρόμος, ο θυμός, η οργή, η θλίψη, αρχικά προκαλούν μια αμηχανία, μια αποσύνδεση, μια συνθήκη εκτός πλαισίου, ένα κακό αστείο, ένα καθόλου αστείο λογοπαίγνιο, μια σκέψη βαλβίδα εκτόνωσης.

Στη συνέχεια, με την άνεση που η χωροχρονική απόσταση προσφέρει απλόχερα, η αφηγήτρια θα πιάσει το νήμα από την αρχή, θα φτάσει ως εκείνο το βράδυ, θα αναμετρηθεί με μια ενοχή άδικη αλλά υπαρκτή, όχι ενός στείρου ανθρωπισμού, κάτι του στυλ καλύτερα να είχαν βιάσει και δολοφονήσει εμένα, κροκοδείλια και υποκριτική στάση, αλλά μια ενοχή ανακούφισης, μια ενοχή σύμπτωσης, μια υπενθύμιση, ωστόσο, προς την ίδια την εαυτή της. Θυμός και οργή ακόλουθα της θλίψης και του φόβου.

Ας διευκρινίσουμε, ωστόσο. Το περιεχόμενο της αφήγησης από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό. Η όποια αρχική δυναμική του σύντομα θα εξασθενούσε και επειδή δεν έχει τη μορφή θεωρίας ή δημοσιογραφικού λόγου δεν θα είχε το απαραίτητο καύσιμο. Η Κακιά διαβάζεται σε υψηλή ένταση. Συμβαίνει και εδώ, όπως ακόμα πιο εμφανώς μου συνέβη διαβάζοντας Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, να υπάρχει μια διαρκής αμφιθυμία, ο ζόφος και η αναγνωστική απόλαυση, τι ντούετο, η ενοχή του αναγνώστη που απολαμβάνει μια σκληρότητα, που αντί να αποστρέφει το βλέμμα βυθίζεται στην ανάγνωση. Η Γκούρμπα λεκτικοποιεί την οργή, τον φόβο, τον θυμό, τη θλίψη, αρνείται να διαπραγματευτεί τα αίτια, αρνείται να διδάξει, δεν επαναφέρει διαρκώς το ζήτημα του προνομίου, εκείνο υπάρχει εκεί και κινείται παράλληλα, το θα μπορούσα να είμαι εγώ δεν είναι μια υποκριτική λούπα συναισθηματικού εκβιασμού και χειραγώγησης, θα μπορούσε να είναι εκείνη, θα μπορούσε να είναι όποια άλλη, θα μπορούσε να είναι εκείνη αλλού, μέρα μεσημέρι μέσα στο αυτοκίνητό της γυρίζοντας σπίτι της αρνούμενη να δεχτεί τον έλεγχο ενός ένστολου τέρατος, για παράδειγμα.

Η Γκούρμπα καταφέρνει και κάτι ακόμα σημαντικό, με έναν τρόπο φαινομενικά παράδοξο. Μιλάει για την εαυτή της, δεν επιχειρεί να μιλήσει στο όνομα της φυλής και του φύλου, όχι περισσότερο απ' όσο αυτά συνθέτουν μαζί με άλλα την ταυτότητά της. Και όμως, αντί αυτό να έχει ως αποτέλεσμα μια εγωκεντρική ιδιώτευση, μια αναχωρητικότητα με ρεαλιστικό μανδύα, η Κακιά πετυχαίνει να συμπεριλάβει, να ενσωματώσει, να αποτυπώσει το ζόφο. Το κάνει επειδή δεν το κάνει. Το κάνει γιατί δεν το εκβιάζει. Γιατί δεν το περιορίζει. Λέξεις κενές η ειλικρίνεια και η ρεαλιστική αποτύπωση. Δεν αρνούμαι, φλέρταρα μαζί τους, να τις προσθέσω στις αρετές. Είναι ωστόσο κενές. Είναι κενές γιατί δεν διακυβεύεται αυτό εδώ. Υπάρχει αυτή η παρεξήγηση, ηθελημένη σε μεγάλο βαθμό, η αυτομυθοπλασία να κρίνεται με βάση την ακρίβεια και την αλήθεια. Θυμάμαι και οργίζομαι με εκείνον τον γόνο που αμφισβήτησε τον βιασμό που διαπραγματεύεται ο Λουί στο δεύτερο βιβλίο του. Πρόσφατα έγραψα ένα κείμενο για τις Αδέσποτες σκύλες της Ντάλια ντε λα Σέρδα, διακρίνω ένα νήμα σύνδεσης μεταξύ των δύο βιβλίων, άσχετα που τις Αδέσποτες σκύλες τις περιβάλλει ένα (λεπτό) χαρτί μυθοπλασίας.

Η Κακιά είναι ένα μυθιστόρημα γεμάτο από ένταση, ένα παράδοξα τρυφερό και γεμάτο από οργή ανάθημα, μια αφήγηση γύρω από ένα εγώ που δημιουργεί ωστόσο έναν τόπο κοινό, που δεν ενισχύει απλώς την εικόνα μας για τον κόσμο, δεν επιβεβαιώνει ή σοκάρει, άραγε ποιους;, τα όσα γνωρίζαμε από πριν, δεν έρχεται με προγραμματικές θέσεις και προθέσειςκαι ίσως γι' αυτό τα καταφέρνει και σε αυτό το πεδίο, πέρα από εκείνο της καλής λογοτεχνίας.

υγ. Για Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, για τις Αδέσποτες σκύλες εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ζωή Κόκκα
Εκδόσεις Yusra

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025

Χρονικά των Μοτέλ - Sam Separd

Και μόνο το Παρίσι, Τέξας θα ήταν αρκετό, ναι. Παρότι δεν κυκλοφορούν λίγα βιβλία του Σέπαρντ στα ελληνικά, η γνωριμία μου μαζί του μέσω της ανάγνωσης έγινε σχετικά πρόσφατα, το 2019, μάλιστα, στο τέλος εκείνης της χρονιάς ανακήρυξα το Ο άλλος μέσα του βιβλίο της χρονιάς μου. Όμως, παράδοξο μάλλον το πώς, παρότι το όνομά του προστέθηκε με κεφαλαία, υπογραμμισμένα και έντονα γράμματα στη λίστα με τα έργα/συγγραφείς προς επιστροφή, μόλις πρόσφατα πέρασα από την ανάμνηση εκείνης της ανάγνωσης στην υλοποίηση μιας επόμενης. Ήθελα ακόμα κάτι δικό του να διαβάσω, το σκεφτόμουν έντονα, δεν είχα κάποιο συγκεκριμένο βιβλίο του κατά νου, κάτι δικό του ήθελα, αυτό ήταν αρκετό, το εξώφυλλο επίσης. Χρονικά των Μοτέλ, λοιπόν.

Από τον τίτλο και μόνο ανέμενα μια ημερολογιακή καταγραφή, μια περιοδεία σε εξέλιξη, κινηματογραφικά γυρίσματα σε κάποιο μέρος απομονωμένο και μακρινό. Από τις πρώτες καταχωρήσεις, αυτές ναι, σε ημερολογιακή μορφή, με ημερομηνία και τόπο συγγραφής, δεν ήμουν σίγουρος για την ειδολογική κατάταξη, έρεπα προς τη συλλογή διηγημάτων, ένα ρεύμα ωστόσο εμφανιζόταν συχνά διαλύοντας τη βεβαιότητα. Από τα μισά και ύστερα περίπου πέρασα από το είδος στο υποκείμενο, τα κείμενα αυτά, πότε σε πρώτο πρόσωπο, πότε σε τρίτο, πότε ύποπτα για αυτοβιογραφία, πότε με μυθοπλαστικό μανδύα και πότε ποιήματα, ενώ κάποιες ασπρόμαυρες φωτογραφίες τρύπωναν στον ενδιάμεσο χώρο, ένιωσα πως μπορούσα να σηκώσω το βλέμμα πάνω από τη σελίδα και να παρατηρήσω τον Σέπαρντ να παρατηρεί τον κόσμο τριγύρω του σε ποικίλες συνθήκες, ένιωσα πως μπορούσα να ισχυριστώ πως αυτό, ίσως μόνο αυτό, θα μπορούσε να είναι το μύχιο ημερολόγιο ενός δημιουργού, η επικράτεια στην οποία θα αναζητούσε διάφορες απαντήσεις, το νόημα, τον εαυτό του τον ίδιο.

Μόλις το δεύτερο δείγμα δουλειάς του και όμως με περισσή αυτοπεποίθηση νιώθω πως μπορώ να αναφερθώ σε μια ειλικρίνεια διάχυτη ή τουλάχιστον, να το θέσω αλλιώς, ακόμα πιο υποκειμενικά και υποθετικά, να καταγράψω την αίσθηση –ή μήπως υποψία– της ειλικρίνειας, όχι με όρους αυτοβιογραφικούς ή ηθικής, αλλά ενός τόπου κάπου ανάμεσα στη μυθοπλασία και την προσιτή επικράτεια, προσιτή αλλά, διάολε, τόσο δυσκατάβλητη στην καταγραφή, την κατανόηση αν τυχόν έτσι το προτιμάτε, τόσους τόνους μελάνης μετά και ακόμα η γραφή –κατά πόδας και η ανάγνωση– παλεύει να δώσει μορφή και σχήμα στο τριγύρω χάος, έστω και σαν ψευδαίσθηση, έστω και μόνο ως μια ταχυδακτυλουργική πρακτική, εκεί που το τρικ είναι κρυμμένο καλά, ξέρουμε πως υπάρχει τρικ και όμως εθελοτυφλούμε, διατεθειμένοι να εκπλαγούμε που η κοπέλα δεν σφαγιάστηκε. Και αυτό που αποκάλεσα ειλικρίνεια, μη με κρίνετε παρακαλώ με όρους ορθής χρήσης της λέξης, το έκανα γιατί εδώ μιλάω για την κοινή επικράτεια στην οποία συγγραφέας και αναγνώστης συναντώνται, έχοντας αποδεχτεί, ίσως εδώ ταιριάζει η ειλικρίνεια τελικά, πως δεν γνωρίζουν πολλά, πως η συνάντηση, σε μεγάλο βαθμό τυχαία, στην επικράτεια του χάους βρισκόμαστε άλλωστε, πραγματοποιείται με τον καθένα να κουβαλάει τις δικές του αποσκευές, που ανάμεσα σε άλλα περιλαμβάνουν θραύσματα και σκαριφήματα πιθανών και ενδεχομένως λανθασμένων –αποπροσανατολισμένων– εκδοχών τού γιατί γράφουν και διαβάζουν και εκεί έγκειται η ειλικρίνεια, απέναντι στον εαυτό του υποκειμένου, ο ένας αυτό μπορεί να γράψει και ο άλλος αυτό μπορεί να διαβάσει τη δεδομένη χωροχρονική συντεταγμένη.

Παρεπόμενες υπεραξίες που καρπώθηκα ως αναγνώστης: η αύρα των μοτέλ, τόποι στο όριο του μη τόπου, ευρέως παρόντες σε πλήθος πολιτιστικών αναφορών, μιας άλλης εποχής, χωρίς προκρατήσεις και αξιολογήσεις, ενός άλλου τόπου, τεράστιου και απλωμένου, τα μοτέλ με την πινακίδα από την πρώτη μέρα να έχει χάσει κάποια λαμπάκια, θαρρείς, σ' ένα τέτοιο μια ανώνυμη καμαριέρα βρήκε τον θείο μου νεκρό, επιβεβαιώνοντας πρώτη το οριστικό, αντικρίζοντας έναν άγνωστο που πια δεν υπήρχε· ο Κάρβερ να τριγυρίζει κάπου εκεί τριγύρω, ίσως περισσότερα στην ποίηση παρά στην πρόζα, αυτή η αίσθηση κατεπείγοντος, η κραυγή χωρίς μακιγιάζ, ο έρωτας χωρίς τη θεωρία, όχι τουλάχιστον πέρα από την ανάγκη· το κρυφοκοίταγμα στο γραφείο εργασίας ενός δημιουργού, τα σπέρματα έμπνευσης παντού τριγύρω, στο απλό το καθημερινό το βίαιο το τραχύ, στις αρχές της δεκαετίας του '80, το αμερικάνικο όνειρο ήδη ξεθωριασμένο, το περιθώριο ακόμα πιο άγνωστο και μακρινό παρότι ολοένα και πιο πολύβουο μελίσσι· ίσως ακόμα και μια υποψία αναγνώρισης, ενοχής και τύψεων ενός προνομίου, κάποιος που μετέχει στη βιομηχανία του ονείρου, κάποιος που παραδέχεται, στον εαυτό του πρώτα και κύρια, πως δύσκολα θα βρει μια αγκαλιά για τα σκοτάδια του, πως σε εκείνον όλοι τη λάμψη εποφθαλμιούν, όπως τα έντομα της νύχτας την πηγή του φωτός, φως χωρίς σκοτάδι όμως δεν υπάρχει, τι στερεοτυπική αναγκαιότητα να πει κανείς κάτι τέτοιο.

Τώρα λέω πως σύντομα, όμως, πάλι η ειλικρίνεια τρυπώνει, ποιος ξέρει πότε θα διαβάσω κάτι ακόμα δικό του, προς το παρόν είναι σημαντικό να ξέρω πως υπάρχουν και άλλα βιβλία του εκεί έξω, προσιτά και σε κυκλοφορία, η υπενθύμιση πως η περισυλλογή οφείλει να φανεί προνοητική, ο τζίτζικας είδατε τι έπαθε τελικά.

υγ. Για το Ο άλλος μέσα του περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Γιάννης Αβραμίδης
Εκδόσεις Επιλογή

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

Μέρα - Michael Cunningham

Τα τελευταία χρόνια, ολοένα και περισσότεροι εκδοτικοί οίκοι, νεοσύστατοι ή παλαιότεροι, στρέφονται και επενδύουν στην καλή λογοτεχνία, σύγχρονη και κλασική. Οι εκδόσεις Αλεξάνδρεια αποφάσισαν να εμπλουτίσουν τον κατάλογό τους με ένα πολλά υποσχόμενο εκδοτικό πρόγραμμα μεταφρασμένης λογοτεχνίας, κυκλοφορώντας πρόσφατα τέσσερις τίτλους και ανακοινώνοντας κάμποσους ακόμα για το εγγύς μέλλον. Μεταξύ των βιβλίων που κυκλοφόρησαν, το τελευταίο μυθιστόρημα του Μάικλ Κάνινγκαμ (γνωστού από το μυθιστόρημα Οι ώρες), Μέρα, σε μετάφραση Παναγιώτη Κεχαγιά.

Το μυθιστόρημα αποτελείται από τρία μέρη, διαδραματίζεται το πρωί, το μεσημέρι και το βράδυ της πέμπτης Απριλίου σε διάστημα τριών ετών, αρχής γενομένης το 2019. Τέσσερις ενήλικες, τρεις ανήλικοι και μια φανταστική ψηφιακή περσόνα πρωταγωνιστούν. Το κυρίως σκηνικό είναι η Νέα Υόρκη, η επαρχία της πολιτείας και η εξωτικά αποκομμένη Ισλανδία.  Τα πρόσωπα του μυθιστορήματος χαρακτηρίζονται από μια αληθοφανή ανθρωπινότητα, τίποτα το ιδιαίτερο ή το εξωφρενικό δεν σημαδεύει τη ζωή τους, μόνο όνειρα, διαψεύσεις, απομάγευση, απωθημένα και φόβος, μια συνθήκη οικεία στον αναγνώστη.

Σε μια εποχή κατά την οποία ολοένα και περισσότεροι δημιουργοί εναποθέτουν την πρόζα τους σε μια συνθήκη εξαίρεσης, γυρεύοντας καταφύγιο στην πρωτοτυπία, ο Κάνινγκαμ δεν δελεάζεται από το ρεύμα αυτό, αλλά κινείται αντίθετα, καταφεύγει σε μια συνταγή κλασική. Εκκινά από τα πρόσωπα, τις ιδιαιτερότητες και τον χαρακτήρα τους, έτσι, όσα συμβαίνουν και αντιμετωπίζουν πηγάζουν και ρέουν αβίαστα.

Η γονεϊκότητα, η ενηλικίωση, η κόπωση, η επαγγελματική φιλοδοξία, η ανάγκη για συντροφικότητα παράλληλα με τη διασφάλιση της ατομικότητας, ο έρωτας, το πένθος, οι υποσχέσεις και η δέσμευση σε αυτές, οι άλλοι, η ενοχή, η αμφιβολία, το βάρος της ύπαρξης, η ματαιότητα, ο φόβος της απώλειας, αλλά και, το κέντρο της πόλης, τα ενοίκια, η ψηφιακή εγγύτητα, οι συνθήκες εξαίρεσης που αποκτούν χαρακτηριστικά κανόνα, η ιλιγγιώδης ταχύτητα με την οποία ο κόσμος μεταβάλλεται, η ολοένα και μεγαλύτερη ανάγκη για καταφυγή στα μπούνκερ του παρελθόντος της παιδικής ή της νεανικής ηλικίας, το χάσμα των γενεών, ο ολοένα και αυξανόμενος θόρυβος, η πλημμύρα από πληροφορίες και γεγονότα, η διαρκής συνθήκη προσαρμογής, ένα καρότο μπροστά στα μάτια μας, με λίγα λόγια: ο κόσμος μας.

Σκιαγραφώντας με λεπτομέρεια, που υπάρχει ακόμα και αν δεν επισημαίνεται, τα πρόσωπα της πλοκής, ο Κάνινγκαμ πετυχαίνει να συμπεριλάβει ένα μεγάλο μέρος του δυτικού κόσμου, ικανοποιώντας την πρωταρχική συνθήκη της τέχνης της μεγάλης φόρμας, παρότι το μυθιστόρημά του δεν πάσχει από αχρείαστο βερμπαλισμό και δεν υποκύπτει στη συνήθη νόσο της απόπειρας συγγραφής ενός μεγάλου αμερικανικού μυθιστορήματος, όπως τόσοι και τόσοι ομότεχνοί του.

Αν θα μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει μία και μόνη αρετή σ' αυτό το καλό μυθιστόρημα, τότε εκείνη μάλλον θα ήταν η ωριμότητα του συγγραφέα, ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται το υλικό του κατά την προώθηση της πλοκής. Η απλότητα είναι επίσης μια αρετή, συχνά παρεξηγημένη, θύμα σύγχυσης με την απλοϊκότητα, απόρροια εδώ της διαύγειας με την οποία ο Κάνινγκαμ αντιμετωπίζει μέσα από τα πρόσωπα τις δυσκολίες της ζωής, γεγονός που προσδίδει την απαραίτητη συγχρονία στη Μέρα

Παρά τη συναισθηματική απόσταση που ορθώς διατηρεί ο παντογνώστης αφηγητής από τα πρόσωπα, μια γλυκύτητα με τη μορφή της κατανόησης υπάρχει διάχυτη στο μυθιστόρημα, γιατί δεν αρκεί να διακρίνονται τα πρόσωπα για την ανθρωπινότητά τους, το ίδιο οφείλει να χαρακτηρίζει και τον αφηγητή, κατ' επέκταση και τον συγγραφέα, όταν επιχειρεί να καταγράψει την απόπειρα ύπαρξης εντός ενός πλαισίου φρικώδους, κυρίως γιατί δεν προσφέρει απαντήσεις παρά θέτει διαρκώς νέες προκλήσεις και ερωτήματα, κόσμου. 

Η Μέρα είναι ένα γλυκό, αλλά όχι γλυκερό, απλό, αλλά όχι απλοϊκό, μυθιστόρημα, χωρίς την ανάγκη για στείρο εντυπωσιασμό, για άχρηστα ευρήματα και επίφοβης στατικότητας υπερβολές. Είναι αυτό που είναι και δεν έχει ανάγκη να εκβιάσει, να καμωθεί κάτι άλλο. Η καλή λογοτεχνία, ακόμα, διαθέτει μια όμορφη αυτάρκεια, ανακουφιστική.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ
 
Μετάφραση Παναγιώτης Κεχαγιάς
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025

Αγάπη χαίνουσα - William Gaddis

Κάπου διάβασα, πάει καιρός, κάπου θυμάμαι να διάβασα τη δέσμευση ενός εκδοτικού οίκου, πως της απόκτησης των δικαιωμάτων τού The Recognitions, του πρωτόλειου έργου του Ουίλιαμ Γκάντις, μέχρι πρότινος αμετάφραστου στο σύνολό του στα ελληνικά, θα ακολουθούσε η μετάφραση και η κυκλοφορία του, κανένα χρονικό πλαίσιο δεν δινόταν, ήταν απλά μια υπόσχεση, δεδομένης ωστόσο της ασταθούς μνήμης μου, με επιπλέον ροπή στη μυθοπλασία, δεν αποκλείεται όλο αυτό να ανήκει στην επικράτεια του φαντασιακού, κάπου, θέλω να πιστεύω πως όντως, το διάβασα. Υπάρχουν βιβλία θρύλοι, κάποιοι λίγοι τα έχουν διαβάσει, κάποιοι περισσότεροι έχουν απλώς διαβάσει γι' αυτά, αριστουργήματα που όχι μόνο είναι γραμμένα σε άλλη της ελληνικής γλώσσα, αλλά επιπλέον η απλή γνώση της αγγλικής δεν ωφελεί ιδιαιτέρως, τέτοιο βιβλίο, λένε πως, είναι το The Recognitions, οι γνώστες του αμερικανικού μεταμοντερνισμού το τοποθετούν σε περίοπτη θέση στο εικονοστάσιο τους, σύγχρονοι λογοτεχνικοί άθλοι που έρχονται να ραπίσουν εκείνους που αφελώς ή και σκοπίμως δεν παύουν να λένε πως δεν γράφεται πια σπουδαία λογοτεχνία, παρακάμπτοντας την ανάγκη του διαμεσολαβημένου χρόνου, από τη σύλληψη ως την κυκλοφορία, από την ανάγνωση ως την εις βάθος μελέτη σε μια απόπειρα κατανόησης, που τότε, αν συμβεί, το πρώτο πετραδάκι στο μονοπάτι που οδηγεί στο πάνθεον τοποθετείται, χρόνος πολύς απαιτείται κάτι το φρέσκο, μια νέα γεύση να εκτιμηθεί, να παρακάμψει εκείνο το πια δεν γράφεται σπουδαία λογοτεχνία.

Οι εκδόσεις Ποταμός και ο μεταφραστής Γιώργος Μπέτσος, εκείνοι το επιχειρηματικό ρίσκο, εκείνος το γλωσσικό, και οι δύο ωστόσο το όραμα, πρόσφεραν, λίγο πριν από τις γιορτές, το ύστατο βιβλίο του Γκάντις, ένα δώρο για κάποιους που λαχταρούσαν κάτι του Γκάντις να μεταφραστεί στα ελληνικά, αλλά και για εκείνους που δεν ήξεραν πως το λαχταρούσαν, μια σημαντική έκδοση όπως και να έχει, ως πράξη και μόνο, ένα εκδοτικό γεγονός σε μια πολύβουη περίοδο του χρόνου. Ανήκω σε εκείνους τους αναγνώστες που προτιμούν να διαβάζουν τα βιβλία παρά να διαβάζουν σχετικά με τα βιβλία, παρ' όλ' αυτά η συζήτηση περί Γκάντις, κυρίως για το The Recognitions, ήταν τόση σε έκταση και ένταση που ακόμα και αν κάποιος ήθελε, δύσκολα θα απέφευγε να γίνει μέτοχός της, ο θαυμασμός, ο ειλικρινής θαυμασμός, διαφορετικός από τον ελιτιστικό θαυμασμό, δεν μπορεί να κρυφτεί, ευτυχώς. Όταν ανακοινώθηκε η κυκλοφορία του Αγάπη χαίνουσα, την κύκλωσα, την ανέμενα, ήξερα πως ο οποιοσδήποτε αναγνωστικός προγραμματισμός θα κατέρρεε άμα την εμφάνιση του βιβλίου αυτού, αυτό και έγινε.

«Κοίτα αντιλαμβάνεσαι ότι πρέπει να τα εξηγήσω όλα αυτά επειδή δεν γνωρίζω, δεν γνωρίζουμε δηλαδή τι χρόνος μένει και πρέπει να το προχωρήσω, να τελειώσω το έργο μου όσο ακόμα, γι' αυτό κιόλας κουβάλησα όλο αυτόν το σωρό από βιβλία σημειώσεις σελίδες αποκόμματα ένας Θεός ξέρει τι άλλο έχει εδώ μέσα, πρέπει να τα ξεδιαλέξω να τα οργανώσω για όταν θα μοιράσω την περιουσία και μαζί μ' αυτή τις δουλειές και τις σκοτούρες που τη συνοδεύουν ενώ στο μεταξύ μ' έχουν εδώ και με πετσοκόβουν και με ξεγδέρνουν και με μαντάρουν και μετά πάλι με πετσοκόβουν ορίστε κοίτα πώς έγινε το καταραμένο το πόδι μου, ράμματα το ένα πάνω στ' άλλο μοιάζει με εκείνη την παλιά γιαπωνέζικη πανοπλία που 'ναι κρεμασμένη στην τραπεζαρία λες και με ξηλώνουν κομμάτι κομμάτι, σπίτια, εξοχικά, στάβλοι, περιβόλια όλες αυτές οι επάρατες αποφάσεις και οι περισπασμοί όλα τα χαρτιά οι τοπογραφικές μελέτες οι τίτλοι ιδιοκτησίας όλα τα 'χω χωμένα κάπου μέσα σ' αυτόν τον σωρό, πρέπει να τα συμμαζέψω να τα βάλω σε μια σειρά προτού όλα κατρακυλήσουν και τα κατασπαράξουν οι δικηγόροι και η φορολογία όπως συμβαίνει με τα πάντα δηλαδή επειδή αυτό είναι το θέμα, αυτό είναι το θέμα του έργου μου, το κατρακύλισμα των πάντων, του περιεχομένου, της γλώσσας, των αξιών, της τέχνης, αταξία και αποσυγκρότηση όπου κι αν γυρίσεις το βλέμμα, τα πάντα βυθισμένα στην εντροπία [...]».

Από τον λαιμό πιάνει τον αναγνώστη, όσο υποψιασμένος και αν είναι, δεν ξέρει τι τον περιμένει, ο αναγνώστης που νιώθει την προθανάτια απεύθυνση να κατευθύνεται σε εκείνον, τον πιάνει από τον λαιμό, παρά την όποια υποψία, την όποια άμυνα, την όποια δήλωση πως εγώ ξέρω τι με περιμένει, έχω διαβάσει τόσα, για τον συγγραφέα, τη ζωή και το έργο του, διαθέτω όλα τα κλειδιά έτσι όπως μου τα παρέδωσαν εκείνοι που αφιέρωσαν πολύ παραπάνω από μια, και μια δεύτερη ίσως, ανάγνωση, εκείνοι που βυθίστηκαν στο σύμπαν αυτό λέξη τη λέξη, περίοδο την περίοδο, εντόπισαν τα γλωσσικά δάνεια, έκαναν τις διακειμενικές συνδέσεις, τεμάχισαν σε μικρές μπουκιές το έργο του Γκάντις, και η ελληνική έκδοση είναι πλήρης ως προς αυτό, πρόλογος και επίμετρο υψηλού επιπέδου, απαραίτητο συνοδευτικό της αναγνωστικής διαδικασίας, αν και η πρώτη απόπειρα καλύτερα θα είναι, λέω εγώ, να γίνει χωρίς υποβοήθηση, βουτιά στα βαθιά, και πριν τη δεύτερη, πώς να μην επιχειρήσει κανείς μια δεύτερη κατάβαση, η παρεμβολή των ειδικών, και πάλι όμως, παρ' όλ' αυτά, το πιάσιμο από τον λαιμό είναι έντονο, η αναγνωστική λαβή ισχυρή, πανίσχυρη τι και αν έχει να αντιμετωπίσει την ολοένα και αυξανόμενη καταβολή της, η εποχή της διάσπασης, των ειδοποιήσεων και του πανικού των ερεθισμάτων τριγύρω.

Στον αναγνώστη που έχει τη χαρά, πόσο θα γελούσε ο Μπέρνχαρντ με αυτό, να έχει διαβάσει Μπέρνχαρντ, η συγγένεια προκύπτει αβίαστα, προφανώς υπάρχει μια σχέση εδώ, μαζί της όμως έρχεται και μια πρώτη αμφιβολία, είναι, σκέφτεσαι, όλο το έργο του Γκάντις έτσι αφηγημένο, έτσι δομημένο γλωσσικά; Θέτω την αμφιβολία, την πρώτη ανάμεσα σε διάφορες άλλες, άμεσες ή έμμεσες, μεγαλύτερες ή μικρότερες, φανερές ή μη, για να θέσω εξαρχής, στην πέμπτη παράγραφο του κειμένου αυτού, τον περιορισμό που η επαφή με ένα μόνο έργο ενός δημιουργού, του ύψους και του συνολικού μεγέθους που δίνεται στον Γκάντις, δεν είναι αρκετή για μια πλήρη εικόνα, για βεβαιότητες κριτικές, θέλω να πω, δεν γίνεται, γνώμη μου πάντα, να γραφτεί μια κριτική για ένα μόνο βιβλίο ενός συγγραφέα όπως αυτός, με μόνη επαφή ένα και μόνο έργο του και μάλιστα όχι εκείνο που θεωρείται, και ίσως να είναι, το magnus opus του.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση με τη δευτεροπρόσωπη απεύθυνση, άραγε στον αναγνώστη ή σε κάποιον άλλο, να μια αμφιβολία ακόμα, και βρισκόμαστε μόλις στις πρώτες γραμμές του Αγάπη χαίνουσα, δεν θα ήταν εντελώς λανθασμένο, αν και σίγουρα γεμάτο ρίσκο, να χαρακτηριστεί ως παραλήρημα, αφού ωστόσο πρώτα διευκρινιστεί, σε όποιον έχει την αφέλεια να θεωρεί ένα παραλήρημα κάτι το απλά χαοτικό, εδώ κάθε λέξη είναι τοποθετημένη ύστερα από σκέψη, ο Γκάντις, εδώ τουλάχιστον, τι και αν μεταμοντέρνος, δεν αμελεί να αποδώσει φόρο τιμής στους σπουδαίους μοντερνιστές, στη ροή συνείδησης που εισήγαγαν και άλλαξαν άπαξ και δια παντός τη ροή του λογοτεχνικού ποταμού, και είναι αυτό κάτι το απλό, όχι να κατασκευαστεί αλλά να ιδωθεί και να θαυμαστεί από τον αναγνώστη, αυτή η λεπτοδουλειά, λέξη τη λέξη, να φαίνεται κάτι ως παραλήρημα, να λειτουργεί περίφημα ως τέτοιο, να διαθέτει όλη τη δυναμική, την ένταση και την αγωνία που ένα παραλήρημα φέρει, και όμως να είναι μια κατασκευή, μια εμπνευσμένη σίγουρα, κατασκευή ωστόσο, κάτι που φαίνεται αλλά δεν είναι απλό, κάτι που δεν χύθηκε απλώς άπαξ και το καπάκι αφαιρέθηκε, αλλά πολλή δουλειά απαιτήθηκε, πολύ ταλέντο επίσης, έμπνευση το δίχως άλλο, ένας τρόπος, είναι το παραλήρημα, να αποδοθεί η αγωνία, πριν από το τέλος, η αγωνία της εποχής.

Και πριν βιαστεί κάποιος να σκεφτεί με όρους αναχωρητικότητας, με όρους έξω από τη ζωή, με όρους ατόφια καλλιτεχνικούς, όσο κούφια και αν μια τέτοια σκέψη είναι, ας διαβάσει ξανά τις παραπάνω πρώτες γραμμές, που περιλαμβάνουν ένα μεγάλο μέρος από τα συστατικά του συνόλου του Αγάπη χαίνουσα, ας σταθεί ξανά στην αγωνία για το τέλος, το έργο δεν περιορίζεται μόνο στη συγγραφή, αλλά, πώς αλλιώς, περιλαμβάνει εκείνη τη δυαδική φύση στη ζωή ενός καλλιτέχνη, το έργο και ο βίος, οι απαιτήσεις που δεν τον αφήνουν να βυθιστεί εντελώς στο έργο του, με όποιο πρόσημο προτιμάτε αυτή η μη ολοκληρωτική βύθιση, εκεί που οι δικηγόροι και η εφορία περιμένουν, εκεί που τα παιδιά του αποθανόντος περιμένουν, εκεί που και το έργο περιμένει, όταν πια δεν θα υπάρχει εκείνος να το υπερασπιστεί. Η στοίβα με τις σημειώσεις, σε κάθε πιθανή μορφή, σημειώσεις για το έργο, αποκόμματα σχετικά, αλλά και άλλα χαρτιά, γραφειοκρατικά και ψυχρά, απαραίτητο ωστόσο να διαχωριστούν, να ξεχωριστούν, να επιτελέσει καθένα από αυτά την αποστολή του. Η στοίβα αυτή, η αγωνία αυτή, το παραλήρημα αυτό επιτρέπουν, καλοπιάνουν και καλωσορίζουν, τον αναγνώστη να εκφράσει τη βεβαιότητα πως βρίσκεται στο γραφείο τού συγγραφέα, παρατηρώντας τον τρόπο που τόσα χρόνια αυτός ο σπουδαίος, τέτοιον τον θεωρούν, η ανάγνωση το επιβεβαιώνει, έστω και όχι απόλυτα, μια ισχυρή βεβαιότητα ωστόσο αχνοφαίνεται, δούλευε, οι εμμονές, από τη μια, οι υποχρεώσεις από την άλλη, όλα μαζί, για ποια αναχώρηση μιλάτε;

Στο παραλήρημα αυτό, άρτιο ώστε να φαίνεται φυσικό, πλήρως εγκεφαλικό ωστόσο, τα είπαμε κιόλας αυτά, υπάρχουν διάφοροι άξονες περιστροφής, γρανάζια όπως εκείνο του μηχανικού πιάνου, του προπομπού του ηλεκτρονικού υπολογιστή, η σκέψη πως η τεχνολογία πρώτα την ψυχαγωγία υπηρέτησε, πρώτα τον καλλιτέχνη αντικατέστησε, και σκέφτομαι, σε μια παρένθεση περί των γραναζιών, πόσο επίκαιρο, μην πείτε πως είναι προφητικό, παρακαλώ μη, ένα έργο, το Αγάπη χαίνουσα, που κυκλοφόρησε πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του Γκάντις, στην αλλαγή φρουράς του εικοστού και του εικοστού πρώτου αιώνα, μοιάζει, πόσο φρέσκο και προκλητικό για τη σκέψη τώρα που η τεχνολογία μοιάζει ένα αθώο πρόβατο, ένα άκακο θηλαστικό, το τέρας που ανοίγει το στόμα του είναι η τεχνητή νοημοσύνη, οι μηχανές που παίρνουν τον έλεγχο, που παρακάμπτουν το ανθρώπινο, όχι απλώς τον καλλιτέχνη αλλά και τους ίδιους τους προγραμματιστές τους. Επιστρέφω στα γρανάζια για να τα αριθμήσω, τρία βρίσκω τα κύρια, την αγωνία για το έργο, για τη γραφειοκρατία, για το μηχανικό πιάνο, εφεύρεση άνω του αιώνα, προπομπός ωστόσο τόσων άλλων, και αυτά τα τρία γρανάζια, αλλά και τα λάιτ μοτίφ με τα οποία είναι διάσπαρτο το παραλήρημα αυτό, ολοένα όσο πλησιάζει το τέλος, αποτελούν έναν άξονα προσανατολισμού, έναν μίτο μέσα στον λαβύρινθο, έναν μίτο που χρησιμεύει όχι τόσο για την κατανόηση, όσο για την απόλαυση.

Υπάρχει ακόμα ένας άξονας, παρεξηγήσιμος, ας πούμε έστω όχι προφανής, ένας άξονας που σχετίζεται με τον ελιτισμό, με τους λίγους εκείνους που κατοικούν σε δυσθεώρητα ύψη, σε επικράτειες απομακρυσμένες, παρεξηγήσιμος γιατί συνολικά η αφήγηση δεν μας επιτρέπει πλήρεις και ανέγγιχτες βεβαιότητες προθέσεων, γιατί αυτή η διαρκής αναφορά στον εκλεκτισμό, στον καλλιτέχνη ενάντια στη μάζα των καταναλωτών, έστω δεκτών της τέχνης, το διακύβευμα της ψυχαγωγίας, ο ρόλος των βραβείων, των δεκάδων βραβείων, η δικτατορία των κριτικών, εκείνων που ρυθμίζουν την αγορά της τέχνης, ανεβάζουν στο πάλκο όσα εκείνοι κρίνουν χρήσιμα να επιτελέσουν τον ρόλο της τέχνης, της ψυχαγωγίας, να το πολιτικό σχόλιο, απατάστε αν δεν το περιμένατε, ψεύδεστε επίσης, εντούτοις παρεξηγήσιμος, κατ' εμέ, ανοιχτός σε αναγνώσεις και ερμηνείες, ναι, η πίκρα του τέλους θα μπορούσε να εντοπιστεί, η μη αναγνώριση, ποιος δημιουργός δεν μαγεύεται από αυτή τη μέγαιρα, οι στενωποί του συστήματος, και το αποκαλώ παρεξηγήσιμο γιατί, παρότι δύσκολο στην εξήγηση του γιατί, η ανάγνωση προκαλούσε θέρμανση συνάψεων, εστίες απόλαυσης σε μέρη δυσπρόσιτα, κάτι το εγκεφαλικό και κάτι το περίκλειστο αποσπούσε την προσοχή με αποτέλεσμα το συναίσθημα πού και πού να διαχέεται, συναίσθημα γνώριμο αλλά από διαδρομή άγνωστη, αδύνατη στην ιχνηλάτηση, αδύνατο να πάρεις πίσω το μονοπάτι, το δάκρυ να γλείψει προς τα πίσω το μάγουλο, να χωθεί στον δακρυϊκό πόρο, να φτάσει ως την πηγή, να γίνει ο συσχετισμός, να γιατί ο συγκινητικός μηχανισμός ενεργοποιήθηκε.

Βιβλία όπως το Αγάπη χαίνουσα, μεταξύ άλλων, επισημαίνουν τη διάκριση ανάμεσα στην ανάγνωση και τη μελέτη, που στα ελληνικά όλο διαβάζω και διαβάζω για τα πάντα λέμε.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Γιώργος Μπέτσος
Εκδόσεις Ποταμός 

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025

Οι Άγγλοι καταλαβαίνουν το μαλλί - Helen DeWitt

Το 2002, από τις εκδόσεις Ψυχογιός, κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα της Έλεν Ντε Γουίτ, Ο τελευταίος Σαμουράι. Δεν το είχα πάρει χαμπάρι, το όνομά της συγγραφέα δεν μου έλεγε κάτι, μέχρι που έπιασα στα χέρια μου τη νουβέλα Οι Άγγλοι καταλαβαίνουν το μαλλί, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά, σε μετάφραση Μαριλένας Καραμολέγκου, από τις εκδόσεις Δώμα. Είναι αρκετά παράξενο, μου είπε ο Σ. που το είχε κιόλας διαβάσει, με την καλή έννοια, συμπλήρωσε.

Ο τίτλος, ακριβής και παράξενος, κυριολεκτικά έχει να κάνει με την ικανότητα των Άγγλων να καταλαβαίνουν το καλής ποιότητας μαλλί, γνώση που αποτελεί σημαντική παράμετρο της γενικότερης παιδείας καλών τρόπων που έλαβε η δεκαεπτάχρονη, στο αφηγηματικό παρόν της ιστορίας, Μαργκερίτ. Από μικρή εγκλωβίστηκε σε αυτό το σύστημα, για εκείνη ήταν ό,τι υπήρχε, ένας μονόδρομος χωρίς δυνατότητα ελιγμών και αναστροφής, η maman ήταν διαρκώς παρούσα, επιβλέποντας και δίνοντας τις κατάλληλες εντολές, η επισημότητα του κάθε γεύματος, η υψηλή ραπτική, το πιάνο, όλα όσα συνθέτουν τους καλούς τρόπους για μια εκκολαπτόμενη δεσποινίδα. Κατά την παραμονή της στην Αγγλία, οι γονείς θα εξαφανιστούν, το μπαούλο με τα μυστικά θα ανοίξει, ένας λογοτεχνικός ατζέντης θα πετύχει μια φαινομενικά συμφέρουσα συμφωνία, η Μαργκερίτ θα αφηγηθεί την ιστορία της, ως αντάλλαγμα θα λάβει μια δυσθεώρητη προκαταβολή.

Το μέγεθος και η κατασκευή δεν επιτρέπουν περισσότερα να ειπωθούν σχετικά με την πλοκή, ο εύκολος δρόμος για να φανεί η παραξενιά της νουβέλας δεν είναι ανοιχτός. Η περιφερειακή οδός περνάει απαρέγκλιτα από τους σταθμούς της μορφής και του περιεχομένου. Αν υπάρχει κάτι το οποίο εκλείπει από τη νεότερη λογοτεχνία, ως θέμα, ως καμβάς, είναι η υψηλή κοινωνία, η μεγαλοαστική, γνήσια ή φαντασμένη, εκείνη, όπως και να έχει, στην οποία ένα συγκεκριμένο πρωτόκολλο συμπεριφοράς κατέχει θέση αυστηρού εγχειριδίου, η περιδιάβαση στην επικράτεια αυτή, την οποία η Ντε Γουίτ προσεγγίζει με όρους αναπόφευκτου, χωρίς να την κρίνει εμφανώς ως καλή ή κακή, γελοία ή σοβαρή, φέρει κάτι το παλιακό, κάτι το ξεπερασμένο, κάτι που εμείς οι μη μεγαλοαστοί δύσκολα πιστεύουμε πως ακόμα συμβαίνει, έχοντας στο μυαλό μας εικόνες από ξέφρενα πάρτι και θυελλώδεις προσωπικές ζωές των γόνων της, τα φώτα της λογοτεχνίας έχουν ριχτεί πια στα πιο μεσαία και χαμηλά στρώματα, όχι μόνο ως αποτύπωση αλλά και ως προς το συναίσθημα.

Δεν προκαλεί εντύπωση, όχι μεγάλη τουλάχιστον, η υποκρισία και η ψυχρότητα που χαρακτηρίζουν τη σχέση, ο θεός να την κάνει, μητέρας κόρης. Η Ντε Γουίτ ξέρει πως για να λειτουργήσει η κατασκευή πρέπει να σταθεί όσο το δυνατόν πιο απαθής και αμέτοχη, να μη δείξει τη συναισθηματική της παλέτα, να δώσει τον λόγο στη Μαργκερίτ, άλλωστε εκείνη είναι που πρέπει να παραδώσει το προσχέδιο της ιστορίας της, εκείνη έχει υπογράψει το σχετικό συμβόλαιο, εκείνη ξέρει, τέλος πάντων. Της δίνει χώρο και χρόνο να μιλήσει για όσα εκείνη θεωρεί πως πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στην αφήγησή της. Και κάπως έτσι φτάνουμε στον δεύτερο σταθμό της περιμετρικής οδού, εκείνο που στεγάζει τη μορφή.

Συγκρατημένα μεταμοντέρνα κατασκευή, εκεί που η εγκιβωτισμένη συγγραφή του βιβλίου πορεύεται παράλληλα με τις σκέψεις και τα γεγονότα που σχετίζονται με το υπό συγγραφή βιβλίο. Εδώ, στη μορφή, αντίθετα με το περιεχόμενο, η Ντε Γουίτ βρίσκει τον χώρο ώστε να φανερώσει κάποιες από τις προθέσεις της, να ασχοληθεί εκ του ασφαλούς και από σχετική απόσταση με ζητήματα όπως η αυτομυθοπλασία, ο χώρος των εκδόσεων, η ακριβή ζωή, η υποκρισία της υψηλής κοινωνίας, τις σκοτεινές πλευρές της, το χρήμα ως κορωνίδα σε θρόνο μονοθέσιο. Η μορφή είναι αυτή που καθιστά τη νουβέλα παράξενη, με την καλή έννοια. Η μορφή είναι εκείνη που δημιουργεί το αντιστικτικό αντίβαρο στην παλιακότητα του περιεχομένου, κάτι φρέσκο που συμπορεύεται με κάτι το κλασικό, ο ιδιότυπος τρόπος της να πει μια ιστορία που μέρος της έχει ήδη ειπωθεί χρόνια πριν, όταν η λογοτεχνία, οι τέχνες εν γένει, αφορούσαν μια ολιγομελή κάστα ανθρώπων, τα πάθη και τις έριδες, τον τρόπο τους να ζουν και να πορεύονται, τα προβλήματά τους παρά τα μύρια προνόμιά τους, αλλά και μια τάξη τη ζωή της οποίας ένα μέρος του πληβείου πληθυσμού εξακολουθεί να παρακολουθεί σαν ένα παραμύθι, σαν αυτό που είναι, πέρα και μακριά από την καθημερινότητά του.

Η νουβέλα της Ντε Γουίτ, ατμοσφαιρική και παράξενη, διαβάζεται σε λίγο χρόνο, το μέγεθος της εξυπηρετεί τη φαινομενική επιφανειακότητά της. Η Μαργκερίτ δεν μοιάζει με τους σύγχρονους λογοτεχνικούς χαρακτήρες, η ενσυναίσθηση δεν ανθίζει παρά μόνο ως απόηχος αντανακλαστικού κεκτημένης ταχύτητας, η ταύτιση δύσκολα επιτυγχάνεται, ίσα ίσα, μια απόσταση παραμένει διαρκώς παρούσα ανάμεσα σε εκείνη και τον αναγνώστη, στο όριο της περιφρόνησης ή και της διακωμώδησης, οι καλοί τρόποι του αναγνωστικού υποκειμένου είναι εκείνοι, αν υπάρχουν, που συγκρατούν τον κανιβαλισμό, το γέλιο με τον δείκτη προτεταμένο, ένα τι με νοιάζει εμένα βασιλεύει. Και όμως, ο τρόπος της Ντε Γουίτ προσφέρει μια ενδιαφέρουσα ουδετεροποίηση, ένα ψυχρό υπό μελέτη δείγμα παρατήρησης, ένα περιβάλλον εργαστηριακό. Υπάρχει κάτι το αντιφατικό, αντιστικτικό το ονόμασα πιο πάνω, μια έλξη απώθηση, ένα ενδιαφέρον αδιαφορία, κάτι το παλιό και κάτι το νέο, κάτι σίγουρα ενδιαφέρον, με τον τρόπο του πάντα, κάτι ξεχωριστό απ' όσα είμαστε συνηθισμένοι να διαβάζουμε, μια εκδοχή ιστορίας που θα έκανε τα βρετανικά ταμπλόιντ να έχουν για εβδομάδες υλικό, η Ντε Γουίτ φλερτάρει με αυτό, άλλωστε η συγγραφική δεξιότητα της Μαργκερίτ δεν είναι υψηλού επιπέδου, το προσχέδιο, αν όντως παραδοθεί, θα χρειαστεί πολλή δουλειά για να μετατραπεί σε βιβλίο, έστω και αν αυτό το βιβλίο θα απευθύνεται σε ένα μέρος του κοινού των ταμπλόιντ.

Αν θεωρήσουμε την αδιαφορία ως τη μέγιστη κατάρα ενός βιβλίου, τότε σίγουρα του σκοπέλου διέρχεται με άνεση η νουβέλα αυτή, αδιάφορη δύσκολα να φανεί σε κάποιον, κάτι σε αυτή θα είναι ενοχλητικά γοητευτικό, κάτι θα τον καθηλώσει για τη λίγη ώρα που θα διαρκέσει η ανάγνωσή της, ύστερα κάτι θα μείνει, για πόσο, ποιος να ξέρει; Δεν είμαι σίγουρος, ποτέ δεν είμαι αλλά κάνω συχνά υποθέσεις, σχετικά με τις συγγραφικές προσδοκίες, τους στόχους της γραφής, το γιατί να ειπωθεί αυτή η ιστορία με αυτόν τον τρόπο, αυτή η άγνοια επιτείνει ακόμα περισσότερο αυτό το αμφιλεγόμενο αίσθημα κατά τη διάρκεια αλλά και μετά το τέλος της ανάγνωσης, ίσως συνολικά η αμφιβολία να έγκειται στο αναπάντητο ερώτημα γύρω από το πόσο σοβαρά ή σαρκαστικά στέκεται η συγγραφέας απέναντι στην Μαργκερίτ και τον κόσμο της, από αυτό θα μπορούσε να εξαχθεί ένα κάποιο συμπέρασμα, αν, για παράδειγμα, ο σαρκασμός επικρατούσε, τότε το Οι Άγγλοι καταλαβαίνουν το μαλλί θα μπορούσε με τον τρόπο του να είναι ένα πολιτικό βιβλίο, μια αναχωρητική της κατάστασης του πλανήτη πραγματικότητα, ένα παράλληλο μικρό σύμπαν που ενώ ο κόσμος καίγεται εκείνο ράβει ταγιέρ. Η απουσία ευθείας κρίσης και η έλλειψη πρόσημου, ο αναγνώστης, που πάντα έτσι και αλλιώς διαβάζει από τη δική του θέση στον κόσμο, νιώθει απελευθερωμένα αβοήθητος σε αυτό το σύντομο ταξίδι, κάτι υπάρχει εδώ, τι όμως;

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ» μπορείτε εδώ

Μετάφραση Μαριλένα Καραμολέγκου
Εκδόσεις Δώμα

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2025

Μεσούγκα - Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ

Παλιότερα, όταν μια εφημερίδα, δεν θυμάμαι πια ποια, έδινε κάθε βδομάδα ένα βιβλίο από τη σειρά Νόμπελ των εκδόσεων Καστανιώτη, είχα διαβάσει τον Σκλάβο, ένα μυθιστόρημα που διαδραματιζόταν στον 17ο αιώνα. Αρκετά αργότερα διάβασα το Σώσα, που εκτυλίσσεται στη Βαρσοβία λίγο πριν την εισβολή των ναζιστικών δυνάμεων. Και στις δύο περιπτώσεις, παρότι μπορούσα να αναγνωρίσω έντονα συστατικά υψηλής λογοτεχνίας, δεν κατάφερα να συνδεθώ, ένιωθα πως το διακύβευμα δεν ήταν της λογοτεχνικής μου ανάγκης. Στη δυσθεώρητη στοίβα με τα προσεχώς έχω προσθέσει το Εχθροί, μια ερωτική ιστορία, για το οποίο αρκετά άτομα κατά καιρούς μου έχουν μιλήσει με κολακευτικά λόγια.

Όταν κυκλοφόρησε το Μεσούγκα, εξαιτίας των παραπάνω, τσέκαρα το οπισθόφυλλο να δω περί τίνος πρόκειται. Διάβασα: «Με φόντο τη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του '50, ο Σίνγκερ πλάθει έναν θίασο "χαμένων ψυχών": ανθρώπων που επέζησαν από το αδιανόητο και τώρα καλούνται να βρουν τρόπο να ζήσουν ξανά, παραδομένοι με μελαγχολικό χιούμορ και νοσηρή ένταση στην επίγνωση πως ο κόσμος είναι ένα απέραντο φρενοκομείο».

Ο Άαρον, μεσήλικας πρωτοπρόσωπος αφηγητής, άλτερ έγκο του συγγραφέα που επιμένει να γράφει στα γίντις, έχει εκδώσει κάποια βιβλία, συνεργάζεται με εφημερίδες, απαντά σε επιστολές και γράφει μυθιστορήματα σε συνέχειες, χαίρει κάποιας φήμης, μια κοπέλα μάλιστα δουλεύει πάνω σε μια διατριβή γύρω από το έργο του, περιφέρεται στη Νέα Υόρκη, συναντά ανθρώπους από το παρελθόν που τους νόμιζε νεκρούς. «Σε δύο χρόνια θα γινόμουν πενήντα χρονών, και ένιωθα ήδη γέρος. Είχα ζήσει δύο παγκόσμιους πολέμους, όλη μου η οικογένεια είχε αφανιστεί, γυναίκες που ήταν κάποτε πολύ κοντά μου είχαν γίνει μια χούφτα στάχτες. Οι άνθρωποι για τους οποίους έγραφα ήταν νεκροί. Κι εγώ ήμουν ένα απολίθωμα από μια εποχή από καιρό τελειωμένη. Μια φορά, όταν ο εκδότης μου με σύστησε σε μια λογοτεχνική ομήγυρη, οι πιο νεαροί ρώτησαν: Μα είστε ακόμα ζωντανός; Εμείς νομίζαμε πως...". Κι ύστερα ζήτησαν συγγνώμη για το σφάλμα τους».

Το έργο του Σίνγκερ, ιδιαιτέρως πλούσιο, πάντοτε με την εβραϊκότητα στο επίκεντρο, θα μπορούσε να χωριστεί σε δύο γενικές υποκατηγορίες, στα αμερικάνικα, μετά τον πόλεμο, με φόντο τη Νέα Υόρκη, και σε εκείνα που διαδραματίζονται παλιότερα ή και πολύ παλιότερα. Στο Μεσούγκα οι δεδομένες αρετές στην αφήγηση, τους χαρακτήρες και τη γενικότερη κατασκευή, έρχονται να συναντήσουν ένα πιο επιθυμητό από πλευράς μου χωροχρόνο, με την παρουσία ενός μεσήλικα σε κρίση να προσδίδει επιπρόσθετη απόλαυση, αφού αυτή είναι μία από τις λογοτεχνικές μου εμμονές· επιμένω στο ουσιαστικό αυτό παρά την υπερβολή που φέρει. Το μυθιστόρημα γράφτηκε αρχικά στα γίντις, φιλοξενήθηκε σε συνέχειες σε μια εφημερίδα, αργότερα, υπό την επίβλεψή του, μεταφράστηκε στα αγγλικά και κυκλοφόρησε μετά τον θάνατο του νομπελίστα συγγραφέα.

Τρία χρόνια πριν, εκεί που δεν το περίμενα, διάβασα μια ποικιλοτρόπως σημαντική νουβέλα, Ο κόσμος είναι ένας γάμος, του Ντέλμον Σβαρτς, που εκδόθηκε το 1948. Την χαρακτηρίζω σημαντική γιατί, εκτός από την υψηλής στάθμης απόλαυση που μου χάρισε η ανάγνωσή της, υπήρξε καθοριστική για την ευρύτερη πρόσληψη της αμερικανικής μεταπολεμικής λογοτεχνίας, λειτουργώντας σαν ένα άτυπο μανιφέστο, ένας ενδιάμεσος ταμιευτήρας στην πορεία του συγκεκριμένου παραπόταμου, κατέστη έτσι ένα έργο αναφοράς, στο οποίο διαρκώς επιστρέφω.

Ο χαρισματικός Σίνγκερ πετυχαίνει να συνδυάσει ένα πλήθος από αντιθετικά και αντιστικτικά ζεύγη, ενσωματώνοντάς τα στην πλοκή και την αφήγηση, κυρίως σε αυτή, με έναν τρόπο μοναδικό που αποτυπώνει το παλίμψηστο της πόλης και της εποχής, τη μεταπολεμική εμπειρία, το τραύμα αλλά και την ελπίδα, τη μελαγχολία αλλά και την παιγνιώδη διάθεση, την ελευθερία και το χάος, ίσως η σοβαροφάνεια, χωρίς πρόσημο θετικό ή αρνητικό, να είναι εκείνη που κυριαρχεί, εκεί που όλα έχουν σημασία αλλά ταυτόχρονα σκιάζονται από τη ματαιότητα, την απαισιοδοξία που απομυζεί το βάρος της ύπαρξης, τη διαρκή κίνηση και ζωή της μητρόπολης, που προσπαθεί να ξαναπιάσει το νήμα του αμερικάνικου ονείρου, επενδύσεις και λεφτά που γεννούν λεφτά, κομπίνες και απάτες, ανάγκη για αποφυγή της μοναξιάς, δέος απέναντι στο ενδεχόμενο του θανάτου, το κράτος του Ισραήλ που κάνει τα πρώτα του βήματα, απογοητεύοντας ή ενθουσιάζοντας τους Εβραίους ανά την υφήλιο, εκείνοι που μένουν μακριά του, όχι απλώς χωρικά, και εκείνοι που καταφεύγουν εκεί.

Αν είχε σάουντρακ το βιβλίο, θα ήταν φρι τζαζ, αν ήταν ταινία, θα θύμιζε κάτι από τις ασπρόμαυρες Σκιές του Κασσαβέτη, αν ήταν πόλη, δεν θα ήταν άλλη από την πρωταγωνίστρια Νέα Υόρκη. Στο Μεσούγκα ο αναγνώστης δεν θα βρει παρά μόνο ίχνη αντιστοιχίας με το υπόλοιπο έργο του Σίνγκερ, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα σπουδαίο αμερικάνικο μυθιστόρημα, ιδιαιτέρως απολαυστικό, με έναν πρωτοπρόσωπο αφηγητή έμπλεο αντιφάσεων, άρα ανθρώπινο, που αποδεικνύεται ο κατάλληλος ενδιάμεσος ανάμεσα στον συγγραφέα και το έργο. Υπήρξε μια έκπληξη η ανάγνωση αυτή, όχι γιατί αμφέβαλλα στιγμή για τη δεξιότητα του συγγραφέα, αλλά γιατί η ως τώρα επαφή μου με το έργο του μου είχε δημιουργήσει την εσφαλμένη εντύπωση πως δεν είναι του γούστου μου, βεβαιότητες που καταρρέουν εκκωφαντικά, τι τύχη! Οι Εχθροί, μια ερωτική ιστορία, επανήλθε στα πάνω πατώματα της στοίβας με τα προσεχώς.

υγ. Για το Ο κόσμος είναι ένας γάμος περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Δώμα