Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

Τα διηγήματα - Daniele del Giudice

Θα το θυμάμαι αυτό, ποια υπόσχεση/πρόβλεψη πιο αποτυχημένη, λες και είναι στο χέρι σου. Ξανά και ξανά συμβαίνει, δεν μαθαίνεις, ξεχνάς, ξανά και ξανά. Σίγουρα το είχα πει, με αυτοπεποίθηση, πάντοτε με αυτοπεποίθηση, θα το θυμάμαι αυτό, πώς έφτασα μέχρι Το στάδιο του Ουίμπλεντον, και τώρα δεν θυμάμαι. Θυμάμαι, ωστόσο, πως ένιωσα έκπληξη όταν λίγους μήνες μετά που διάβασα εκείνο το παράξενα γοητευτικό και υποβλητικό βιβλίο οι εκδόσεις Κείμενα ανακοίνωσαν πως επρόκειτο να κυκλοφορήσουν μια ανθολογία διηγημάτων του Ιταλού Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε, ωραίες που είναι αυτές οι συμπτώσεις.

Δεκατρία διηγήματα, ποικίλου μεγέθους, άλλα από προηγούμενες συλλογές, άλλα ως τότε αδημοσίευτα και άλλα φιλοξενούμενα σε εφημερίδες ή περιοδικά, συνθέτουν αυτή την ανθολόγηση που κυκλοφόρησε το 2016 και στα ελληνικά μεταφράστηκε από τον Αλέξανδρο Λαβράνο. Παρότι τα διηγήματα δεν υπήρξαν εξ αρχής προορισμένα για να συνθέσουν μια συλλογή, κάτι που πάντοτε αναζητώ ως μια απαραίτητη συγκολλητική ουσία αιτιολόγησης, η ανθολόγηση πέτυχε εμφανώς κανένα από τα διηγήματα να μην μοιάζει παράταιρο, παρά την όποια αναγνωστική προτίμηση για το ένα ή το άλλο, αυτό δεν είναι θέμα της έκδοσης αλλά της ανάγνωσης.

Είναι, επίσης, επίφοβο όταν ένας συγγραφέας χαρακτηρίζεται απόγονος του, κάποιου σπουδαίου παλιότερου, όπως στην περίπτωση του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε ο Ίταλο Καλβίνο, είναι επίφοβο, όπως το κάθε αντίγραφο για το κάθε πρωτότυπο, άτιμο πράγμα η διαχείριση της επιρροής, ανέφικτη η πανομοιότυπη συνέχιση του μονοπατιού, το κακέκτυπο ον παραφυλά. Η κληρονομιά, καταλαβαίνω, είναι σημαντική για την χαρτογράφηση, για τη διευκρίνιση, για την αναλογία, αλλά και για την υπερβολή που το μάρκετινγκ, ήπιο ή επιθετικό, μετέρχεται, μαζί με τα αποκόμματα κριτικών, να διαλαλήσει την πραμάτεια.

Παρθενογένεση, ωστόσο, δεν υπάρχει, το ποτάμι ρέει.

Τα τελευταία χρόνια, πια αρκετά, εντυπωσιάζομαι από τα δείγματα ιταλικής λογοτεχνίας που μεταφράζονται και κυκλοφορούν στα ελληνικά. Είναι μια λογοτεχνία που, πέρα από τους κλασικούς της, δεν είχα σε ιδιαίτερη εκτίμηση, δεν την ξεχώριζα. Αυτό, ωστόσο, έχει ανατραπεί πλήρως. Ίσως αυτή η πρόσφατη εκτίμηση να ήταν εκείνη που με οδήγησε ως Το στάδιο του Ουίμπλεντον, βιβλίο από καιρό εξαντλημένο. Αν και μάλλον, πέρα της γλωσσικής συγγένειας, η συμπερίληψη μιας γραφής όπως αυτή, σε ένα τόσο μεγάλο και διευρυμένο σύνολο, να είναι άτοπη.

Δεκατρία διηγήματα, λοιπόν, και παρότι εγώ μόνο ένα δείγμα έργου, και δη πρωτόλειου, είχα υπόψη μου, μπόρεσα να διακρίνω ένα ευδιάκριτο στίγμα γραφής. Το επίθετο εγκεφαλικό είναι το πρώτο που μου έρχεται αναζητώντας προσδιορισμούς, το ουσιαστικό κατασκευή ακολουθεί και λαμβάνει θέση δίπλα του. Στοιχεία που είχε και η γραφή του Καλβίνο, στοιχεία, ωστόσο, που δεν είχε μόνο η γραφή του Καλβίνο, που προλόγισε με ενθουσιασμό το πρωτόλειο έργο του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε, διακρίνοντας μια λογοτεχνία του γούστου του, αλλά πολλοί ακόμα, τότε και τώρα. Αναπόφευκτα ο αναγνώστης, ακόμα και αν δεν είναι φιλόλογος με ειδίκευση στη συγκριτική της λογοτεχνίας, σε ένα ανοίκειο περιβάλλον, όπως η λογοτεχνία αυτή, γυρεύει τοπόσημα και λοιπά αναγνωριστικά στοιχεία, απαραίτητα για την περιήγησή του, μια οριοθέτηση του χάους ή, καλύτερα έτσι, ενός δυνατού μυαλού.

Εγκεφαλικές κατασκευές, λοιπόν, να ένας χαρακτηρισμός, που όσα λέει άλλα τόσο αποκρύπτει ή αποκλείει, μάλλον αποκλείει, όπως για παράδειγμα το συναίσθημα ή τον ρεαλισμό, το πρώτο διήγημα, Στο μουσείο της Ρενς, αποτελεί ένα χαρακτηριστικότατο παράδειγμα περί αυτού. Τα τοπόσημα της ανάγνωσής μου εκτείνονταν από τον Μπόρχες, τον Καλβίνο και τον Μπολάνιο, μέχρι τον Λαμπατούτ και τον Κεχαγιά. Το τόσο διευρυμένο πλαίσιο αναλογιών αποτυπώνει, ή δοκιμάζει να το κάνει, το συναίσθημα εντός των εγκεφαλικών αυτών κατασκευών, των διηγημάτων του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε, μέχρι που κάποια στιγμή, αυτά αυτονομήθηκαν επαρκώς.

Η βιοποικιλότητα, το ανοίκειο, αυτό κυρίως, αμφισβητούν ευθέως τη δυναμική ενός τόσο στενού και συνάμα αφηρημένου προσδιορισμού όπως το εγκεφαλικές κατασκευές. Θα επιχειρήσω να διαπλατύνω, όπως μπορώ, τα δύο μέρη του. Εγκεφαλικές γιατί διαθέτουν μια καθαρότητα, παρά την πολυπλοκότητά τους, γιατί δοκιμάζουν τα όρια της αντίληψης, γιατί αποτυπώνουν το εύρος της σύλληψης και της εκτέλεσης, αλλά και την ακρίβειά τους, γιατί καθιστούν τόσο οικείο το ανοίκειο, γιατί φλερτάρουν με μια σειρά επιστημονικών κλάδων, τη φιλοσοφία, τη φυσική ή την τεχνολογία γενικότερα, ιδιαίτερα, για την τελευταία, αν συγκριθεί με τον χρόνο συγγραφής, τι και αν σχετικά πρόσφατος, με τα άλματα που σημειώνει η ανάπτυξη και η διάχυση της ψηφιακής συνθήκης, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί σχεδόν αρχαιολογικός, και άρα, εκ του αποτελέσματος, να μιλήσουμε για μια οξυδερκή και διορατική ικανότητα, γι' αυτό και η επιμονή με το εγκεφαλικό της γραφής.

Κατασκευές γιατί αποτελούν τέλειες υπάρξεις, με έναν ευδιάκριτο εσωτερικό μηχανισμό λειτουργίας, αποκομμένα στιγμιότυπα ενός παράλληλου και σύγχρονου κόσμου, γρανάζια ενός συγγραφικού σύμπαντος. Και αυτή η ύπαρξη ενός σύμπαντος, μιας διακριτής αρχής πρόσληψης και αποτύπωσης στη γραφή, είναι ο πλέον σύντομος δρόμος για να οδηγήσω και να εναποθέσω τον Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε μεταξύ των πραγματικά σπουδαίων, εκείνων που παρότι οδηγούν στα άκρα τη γραφή και αμφισβητούν την ικανότητα κατανόησης, το κάνουν με έναν τρόπο γοητευτικό, γιατί τι πιο γοητευτικό από το να στέκεις μονάχος απέναντι σε ένα τέτοιο καθαρό και δυνατό μυαλό, να επαναλαμβάνεις και να δοκιμάζεις νέους βηματισμούς περιήγησης. Η συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων αποδίδει το αίσθημα θέασης ενός σύμπαντος, με κύριους και δευτερεύοντες πλανήτες, με μακρινούς ήλιους, με δορυφόρους και αστερισμούς, επιτρέποντας την υπόθεση πως Τα διηγήματα είναι μια ιδανική αφετηρία γνωριμίας μαζί του.

Το συστατικό της συγχρονίας, εκείνο που περισσότερα από τα υπόλοιπα, αποδεικνύεται καθοριστικό είναι ο χρόνος, ο χρόνος που τελειώνει, ο χρόνος που δεν επαναλαμβάνεται, ο χρόνος που το πέρασμά του συμβαίνει πριν ιδωθεί, πριν αποτελέσει υλικό προς επεξεργασία, που κάθε τώρα είναι κιόλας πριν. Και είναι συστατικό συγχρονίας, και όχι διαχρονικότητας, γιατί πλέον ο χρόνος συστήνεται ακόμα λιγότερο γραμμικός, πολυδιασπασμένος. Η διαχείριση του χρόνου είναι εκείνη που δεν επιτρέπει τον πλήρη και χωρίς επιστροφή εξοστρακισμό της λογοτεχνίας του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε στην επικράτεια του αναχωρητισμού.

Εκείνος που ξέρει πως θα χάσει την όρασή του και παλεύει να προλάβει να σταθεί απέναντι σε κάποιους πίνακες. Εκείνη που τον συνόδευσε. Εκείνος που πίστεψε πως υπήρξε αυτήκοος μάρτυρας αγοραπωλησίας χρόνου. Εκείνος που αφήνει μουσικές να εκπέμπουν τυχαία σε κάποια συχνότητα. Εκείνος που επιστρέφει σπίτι και περιμένει να βρει τη συνέχεια του διηγήματος ενός ψηφιακού ανώνυμου άβαταρ. Εκείνος που βρέθηκε στο μέτωπο μιας μάχης. Εκείνος που γράφει μια επιστολή ενώ πηγαίνει στον Νότιο Πόλο. Εκείνος που θα φωτογραφήσει ένα πτώμα μήνες μετά την ταφή του για τις ανάγκες ενός σόου. Εκείνος που επισημαίνει την τεχνική αρτιότητα του μοντέλου απέναντι στον ζωγράφο και δίνει ενδελεχείς οδηγίες επί αυτού. Εκείνος που αναζητά την αναβίωση των πρώτων πτήσεων. Εκείνος που γυρεύει το ιδανικό θύμα για μια τυχαία δολοφονία. Είναι κάποια από τα πρόσωπα.

Το ανοίκειο συναίσθημα συνοδεύεται και από μια ανησυχαστική αίσθηση, επίμονη και διαρκώς παρούσα, ένα κακό που δεν κατονομάζεται πάντα, ένα κακό που υπάρχει εκεί ως πρώτη ύλη, ακόμα και όταν ο προβολέας δεν το επισημαίνει. Επίσης, στη μηχανική του συγγραφέα έχει τεράστιο ενδιαφέρον το πώς πετυχαίνει ένα ακριβές και απαλλαγμένο από το περιττό αποτέλεσμα, τη στιγμή που καθιστά το πεδίο, τις συνθήκες και τα πρόσωπα σαφή, πώς, δηλαδή, καταφέρνει να συμπεριλάβει τα απαραίτητα για τη λειτουργία του κάθε διηγήματος, χωρίς να καταφεύγει μήτε στην πολυλογία μήτε στη στείρα και ύποπτη αφαιρετικότητα. Είναι δείγμα ευφυίας, ταλέντου επίσης και σκληρής δουλειάς, για έναν συγγραφέα να μην υποκύπτει ναρκισσιστικά στην γοητεία της ίδιας του της γραφής, να μην απομένει να τη θαυμάζει αλλά να επιμένει να την οδηγεί στα άκρα, να δοκιμάζει τα δικά του όρια.

Η περίπτωση του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε είναι από εκείνες που ο αναγνωστικός συγκλονισμός και η ηδονή, ήδη από τις πρώτες σελίδες, οδηγούν στην ανάδυση του ερωτήματος: θα βρει άραγε το κοινό του; Ερώτημα που κρύβει την αγωνία: θα κυκλοφορήσει άραγε ακόμα κάποιο βιβλίο του στα ελληνικά;

υγ. Για Το στάδιο του Ουίμπλεντον περισσότερα θα βρείτε εδώ, για την επιρροή που η γραφή του Καλβίνο μπορεί να γεννήσει εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αλέξανδρος Λαβράνος
Εκδόσεις Κείμενα 

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2025

Τώρα όμως δεν έχουν συμβεί όλα αυτά - Χρηστίνα Καλλιρρόη Γαρμπή

Το πρώτο διήγημα το διάβασα στη δουλειά. Σκάρτες δύο σελίδες, μιλάει για ένα χταπόδι στα χέρια ενός τουρίστα, το κοπανάει στον βράχο, πλατς, πλατς και πάλι πλατς, προλαβαίνω να υπογραμμίσω: «Άραγε πονάς όταν δεν έχεις κόκαλα; Τι είναι αυτό που συνθλίβεται πρώτο μέσα στο σώμα; Πλατς. Οι τρεις του καρδιές. Πλατς. Η πρώτη. Πλατς. Η δεύτερη. Πλατς. Η τρίτη. Ένας κομήτης ίσως μετέφερε τα πρώτα αυγά χταποδιού στη Γη. Πολύ θα ήθελα να ισχύει αυτό, κοιτάζω κι άλλο το μικρό αγόρι. Ένας κομήτης που έπεσε στη γη». Κλείνω το βιβλίο βιαστικά, το αφήνω στην άκρη, ήξερα αρκετά κιόλας, οι αδρές γραμμές του ορίζοντα προσδοκιών είχαν χαραχτεί, αυτού του βιβλίου τού έπρεπε ανάγνωση αδιάσπαστη, όσο το δυνατόν.

Μοιρολατρικά αναφερόμαστε ευκταία σε ιδανικές συνθήκες ανάγνωσης, εκείνες, αν ποτέ υπήρξαν, είναι υπό εξαφάνιση, αν δεν έχουν κιόλας εξαφανιστεί, μια φίλη μου έλεγε πόσο την ταράζουν οι ειδοποιήσεις του κινητού τηλεφώνου, το έχω στη σίγαση μόνιμα, ο,τι είναι να δω θα το δω αργότερα, κοιτάζω τη λέξη σίγαση στο ψηφιακό σύμπαν, διαισθητικά κάτι διττό υποψιαζόμουν, όντως, σίγαση είναι η αποσιώπηση, επίσης, εκτός από το αθόρυβο στάτους μιας συσκευής, σκέφτομαι μια αφήγηση αναληπτική, πριν από την ανατολή των ειδοποιήσεων, όταν ξαφνικά θα μεταφερόταν στο ύστερα, ο αφηγητής θα έκλεινε την πρόληψη λέγοντας ανακουφισμένος στη νοσταλγία του τότε: τώρα όμως δεν έχουν συμβεί όλα αυτά. Έλεγα όμως για τη μοιρολατρία των ιδανικών συνθηκών, όσοι δεν διαβάζουν όσο θα ήθελαν, ή θα έπρεπε όπως το βλέπουν να διαβάζουν, αναφέρονται στην κούραση, στη νύστα, σε μη ιδανικές συνθήκες, όταν αγοράζουμε ένα βιβλίο, είπε κάποιος, αγοράζουμε την ελπίδα να βρεθούμε σε ιδανικές συνθήκες για ανάγνωση, εγώ, όμως, χωρίς να πρωτοτυπώ, λέω κάτι ακόμα, μου έχει συμβεί και γι' αυτό το λέω, υπήρξα μάρτυρας, κάποια βιβλία δημιουργούν τις ιδανικές συνθήκες, συγκρατούν τον εαυτό τους στα χέρια του αναγνώστη, το βλέμμα στραμμένο πάνω τους, τη σκέψη εγκλωβισμένη, κάποια βιβλία το κάνουν αυτό, και είναι μια μεταφυσική εμπειρία η εκ των υστέρων αναπόληση της βυθισμένης ανάγνωσης.

Δεν το λέω τυχαία αυτό, εφορμώ από την αναπόληση της ανάγνωσης των διηγημάτων της Γαρμπή, είχα θετική προδιάθεση, αυθαίρετες προσδοκίες, την απαραίτητη διάθεση να υπερκεράσω την αμηχανία που μια συλλογή διηγημάτων μου γεννά, είπα θα διαβάσω ένα και βλέπουμε, δεν δεσμεύτηκα, τα πλατς του χταποδιού στον βράχο με τάραξαν, το ερώτημα άραγε πονάς όταν δεν έχεις κόκαλα με τσάκισε, δεν ξέρω γιατί, ποιος ξέρει τι σκοτεινές επικράτειες επισκέφτηκε, σε τι άδυτα βούτηξε, να διαβάσω ένα, είπα, χωρίς δέσμευση, όσο να μπει ο επόμενος πελάτης, όσο να χτυπήσει το τηλέφωνο, όσο οι συνθήκες μπορούν να είναι ανεκτές, δύο σκάρτες σελίδες, μια στιγμή με ελάχιστα ανοιγοκλεισίματα των βλεφάρων, και ύστερα, αφού διάβασα τον Κομήτη, το έκλεισα βιαστικά, το άφησα στην άκρη, ήξερα κιόλας αρκετά, οι αδρές γραμμές του ορίζοντα προσδοκιών είχαν χαραχτεί, οι ιδανικές συνθήκες έμενε να αναζητηθούν, σίγουρα αλλού, όχι εκεί, όχι τότε, η πόρτα να ανοίγει και να κλείνει, το τηλέφωνο να χτυπά, το ένα μάτι πάνω από τη σελίδα, και ένα βράδυ, με ένα βάρος αγνώστου προελεύσεως, δεν ξέρω τι έχω, της είπα, κάτι με βαραίνει, γαμώτο, συμπλήρωσα, δοκίμασα να διαβάσω το δεύτερο διήγημα, και ύστερα το τρίτο, την επόμενη μέρα, μην τα πολυλογώ, το έξυπνο ρολόι θα έλεγε πως δεν έχω πετύχει ικανοποιητική διάρκεια ύπνου, όσο για την ποιότητα ας το αφήσουμε στην μπάντα, να πώς δημιουργούνται οι ιδανικές συνθήκες ανάγνωσης, λάθος, πώς επιβάλλονται από κάποια βιβλία, όπως αυτό, ένα ακόμα και θα πέσω για ύπνο, έλεγα και έλεγα ψέματα.

Πρόσφατα διάβασα το υβριδικό επιστολικό ημερολόγιο Γλυκέ μου δεινόσαυρε της Γεωργίας Διάκου. Κατά την ανάγνωση ένιωθα πως η αφηγήτρια με προ(σ)καλούσε να ρίξω μια ματιά, όταν όμως έστρεφα το βλέμμα ένα πέπλο έπεφτε, ένα διαρκές κρυφτό ανάμεσα στο δικό μου και το δικό μας, ένα παιχνίδι κάλυψης απόκρυψης, πρόσκλησης απόρριψης, ολοένα και πιο βαθιά με οδηγούσε, βαθιά σε τι, ωστόσο, δύσκολο να πω. Στο Τώρα όμως δεν έχουν συμβεί όλα αυτά το προσωπικό είναι καμουφλαρισμένο κάτω από το λεπτό τσιγαρόχαρτο του μυθοπλαστικού, η επικράτηση της αυτομυθοπλασίας έχει σαφέστατα επηρεάσει τους ορίζοντες προσδοκιών αλλά και τον τρόπο με τον οποίο διαβάζουμε πια, όχι με όρους εξακρίβωσης της αλήθειας, αλλά γυρεύοντας στις κρυψώνες του προσωπικού κάτι ακόμα, κάτι που διαστέλλει το υπό αφήγηση βίωμα πέρα από τις στενωπούς του ασφυκτικά ατομικού. Αναρωτιέμαι αν τα διηγήματα της Γαρμπή θα μπορούσαν να περιγραφούν γενικά και συνολικά ως κλασικότροπα. Και αν όχι, τι είναι αυτό που τα καθιστά διαφορετικά. Εγώ φιλόλογος δεν είμαι.

Ας επιχειρήσω να σκιτσάρω την κατασκευή· θα έμοιαζε με ένα κτίριο, όχι ιδιαίτερα ψηλό, τρεις ή τέσσερις όροφοι, αρκετά μακρύ όμως, έχω μια πολυκατοικία υπό ανέγερση κατά νου, Λευκάδος και Κυψέλης γωνία, δεκατρία διαμερίσματα, κοινόχρηστοι χώροι, στο ισόγειο καταστήματα και θέσεις στάθμευσης, κάποιοι ψηλότεροι όροφοι ίσως να μην είναι ορατοί από το ύψος του δρόμου, οι τοίχοι, αντίθετα, είναι από χοντρό γυαλί, διάφανοι αλλά και παραμορφωτικοί, απομονωτικά αμυντικοί στον έξω κόσμο, δεν είναι μια πρωτοποριακά αρχιτεκτονικά κατασκευή, έχει όμως κάτι το καινούργιο ταυτόχρονα, μοιάζει και δεν μοιάζει με τα κτίρια γύρω της, μέσα σε αυτά τα κουτάκια, διάφανα και μονωμένα διαδραματίζονται οι ιστορίες, ακόμα και εκείνες δίπλα στη θάλασσα ή στο βουνό με τις αλεπούδες, οι ένοικοι για εμάς τους παρατηρητές έχουν κάτι κοινό, εκείνοι δεν το νιώθουν απαραίτητα, συγκυρία και συχνά ατυχία, διακρίνουν. Ποτέ δεν ήμουν καλός στο σχέδιο, κρίμα τα χρήματα που έδιναν κάποτε στη ζωγραφική οι δικοί μου.

Και αν μιλάω για ένα κτίριο με γυάλινα διαμερίσματα είναι γιατί γυρεύω έναν τρόπο να διακρίνω τα νήματα που συγκρατούν τη συλλογή, που αφήνουν την αίσθηση των διηγημάτων του Κάρβερ, πως κάθε ιστορία συνεχίζει στο διπλανό σαλόνι, τι και αν τα ονόματα των προσώπων αλλάζουν, καμία σημασία αυτό δεν έχει, όλοι τους μένουν εκεί, συνεχίζουν εκεί που οι προηγούμενοι άφησαν τα πράγματα, τσακισμένοι, τρεκλίζοντας, με χέρια να τρέμουν. Μιλώ για την αίσθηση. Καμιά φορά σκέφτομαι πως ίσως η αποσπασματικότητα ορισμένων συλλογών να είναι εκείνη που με πετάει έξω, που δεν μου δίνει τον χώρο και τον χρόνο να μπω και να κατοικήσω παρέα με τα πρόσωπα όπως συμβαίνει στις μεγαλύτερες αφηγήσεις, αντίθετα εδώ, στα διηγήματα της Γαρμπή ένιωσα εξ αρχής φιλοξενούμενος, δεν λέω πως ένιωσα άνετα, δεν λέω πως ένιωσα καλοδεχούμενος, δεν λέω αυτό, λέω πως ένιωσα φιλοξενούμενος, περνούσα από δωμάτιο σε δωμάτιο χωρίς να χρειαστεί να φτάσω στην πόρτα, να βγω, να ανοίξω την επόμενη πόρτα, να μπω, απλώς περιφερόμουν στον χώρο, και όλα τα διαμερίσματα ήταν κάπου στα πέριξ της Πατησίων, τώρα δα, είτε ως χώροι δράσης είτε ως χώροι γραφής μιας ιστορίας χρόνων κάπου στην Πάτρα, όταν το ασθενοφόρο σταμάτησε έξω από το σπίτι και οι γείτονες βγήκαν να δουν ποιον είχε έρθει να πάρει μαζί του, ίσως για πάντα.

Η Γαρμπή, τα αφηγηματικά άλτερ έγκο της για την ακρίβεια, διατηρούν προσηλωμένο το βλέμμα σε αυτό που συνέβη ή που συμβαίνει, ακόμα και όταν δύο μύγες βαλθούν να χορεύουν βαλς στον ενδιάμεσο χώρο, όχι ωστόσο με την ανέμπνευστη αυστηρότητα της μηχανικής καταγραφής, όχι με μια διαρκή αγωνία να εξηγήσουν, να μιλήσουν πολιτικά, να διαρθρώσουν σχέσεις ένα προς ένα, αίτιο αιτιατό, λένε αυτό που θέλουν να πουν, και αυτό μην το θεωρείτε δεδομένο, σπάνια συμβαίνει, κρύβουν καλά τον κυρίως πυρήνα περιστροφής, δεν θέλουν να φωνάξουν, αλλά ενοχλούν, δεν καμώνονται για πρωτοπορία το κοινότοπο, σίγουρα δεν επιθυμούν στιγμή να εντυπωσιάσουν και αυτό είναι εντυπωσιακό σε μια εποχή που ο Τρούμαν φαντάζει ο σύγχρονος έκπτωτος του παραδείσου, που δεν του άρεσε να είναι εκεί και όλοι να έχουν την προσοχή τους πάνω του, ήθελε να σκίσει τον χάρτινο ορίζοντα και να τρέξει μακριά από το στούντιο, τώρα κάπου διατηρεί έναν λογαριασμό και παλεύει να μαζέψει μίζερα λάικς και χλωμές καρδούλες, όλο φωνάζει να μαι να μαι, ένας από τα δισεκατομμύρια και αυτός.

Η ματιά στις λεπτομέρειες είναι επίσης παρούσα, εντοπίζει κάτι που υπήρχε εκεί από πριν, δεν είναι κάποια τυχαιότητα, κάποια συγκυρία εκείνη που κινεί το πρώτο γρανάζι, είναι ένα βράδυ σε ένα μπαρ, είναι ένα ζευγάρι δίπλα στη θάλασσα στην έρημη πια παραλία, είναι μια βόλτα στο βουνό, μια επισφαλής εργαζόμενη και ένα παιδί που έκανε ζημιά, και αυτή η λεπτομέρεια σε έναν κόσμο γνώριμο, οικείο, και σε μια στιγμή παροντική, αναγκάζει τον αναγνώστη να εντυπωσιαστεί από το πού έπεσε η ματιά, εκείνης όμως η ματιά έπεσε και το είδε και ξέρει ότι δεν είναι κάτι το εντυπωσιακό είναι απλώς μια κόκκινη τρύπα και μια αλεπού που δαγκώνει το ανθρώπινο χέρι, δεν περιφέρει το εύρημα ως λάφυρο, δεν ευχαριστεί την τύχη της, δεν αυνανίζεται με αυτό που διέκρινε εκεί που για κάποιους ήταν απλώς ένα Σάββατο στο μπαρ και μπροστά στα μάτια τους έχασκε μια κόκκινη τρύπα και δεν την είδαν και έπεσαν μέσα της ξανά και ξανά, τώρα πια όμως που όλα αυτά έχουν συμβεί κανείς δεν μπορεί να μην τη δει την κόκκινη τρύπα. Επίσης, δεν υποτιμά την ιστορία που έχει να πει, δεν τη βάζει σε δεύτερη ή τρίτη μοίρα, για χάρη της γλώσσας για παράδειγμα, δεν την αφήνει όμως και να μονοπωλήσει το διήγημα, ξέρει πώς να ισορροπήσει ανάμεσα στο τι έγινε και στο πώς έγινε, στο τι έγινε και πώς τα πρόσωπα το υποδέχτηκαν, να αναρωτηθεί αν ήταν έτοιμα, αν περίμεναν έναν χωρισμό μέσα σε μια στιγμή, αν είναι σε θέση να προχωρήσουν παρακάτω, τώρα που οι γλάστρες είναι δίπλα στον κάδο, στην άκρη του δρόμου.

Τα διηγήματα της συλλογής, που κανένα δεν έχει το όνομα της συλλογής, δεν ξέρω γιατί πάντοτε αυτό μου κάνει εντύπωση, δεν συγκοινωνούν απλώς μεταξύ τους, δεν μοιράζονται την ίδια σκηνή δράσης, προσαρμοσμένη ανάλογα κάθε φορά, τα διηγήματα της συλλογής διαθέτουν και ένα άλλο χαρακτηριστικό, χωρίς να είναι μπουκωμένα, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί το επίθετο συμπυκνωμένο είναι από μόνο του ένα κομπλιμέντο, διαθέτουν πριν και μετά, σαν αίσθηση, ο αναγνώστης νιώθει πως τα πρόσωπα κάπου ήταν πριν εμφανιστούν και κάπου πάνε μόλις αποχωρήσουν από τη σκηνή, αναρωτιέμαι αν η ενασχόληση της συγγραφέως με το σινεμά ευθύνεται γι' αυτού το είδος το μοντάζ, μικρές αδιόρατες ουρές φιλμ που εξέχουν στις άκρες των στιγμιοτύπων, και κάπως έτσι, εκτός από τη συγκατοίκηση, επιτυγχάνεται και η περαιτέρω παραμονή κάποιων προσώπων στο μυαλό και τη μνήμη του αναγνώστη, ειδικά κάποιων, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη Μ. στο Οι Δευτέρες, οι Τετάρτες και οι Παρασκευές, πρόσωπα που γνωρίσαμε και πού και πού σκεφτόμαστε, ακόμα και αν έχουμε καιρό να τα συναντήσουμε στον δρόμο τυχαία.

Το μαζεύω. Μου άρεσαν πολύ αυτά τα διηγήματα, νομίζω πως είναι ξεκάθαρο αυτό, όχι;

υγ. Για το βιβλίο της Διάκου, Γλυκέ μου δεινόσαυρε, περισσότερα θα διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ
 
Εκδόσεις Κείμενα

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025

Ημερολόγια καρκίνου - Audre Lorde

Είναι πιθανότατα η λέξη που οι περισσότεροι αρνούνται να εκστομίσουν, αν δεν την προφέρεις, δεν υπάρχει, ίσως να σκέφτονται, ίσως να ελπίζουν, ξόρκι, είναι πιθανότατα η λέξη που συχνότερα ακολουθεί τον μορφασμό πως μια δυσάρεστη εξέλιξη, για άτομο γνωστό στον ηλικιακό περίγυρο πια, επίκειται να ανακοινωθεί, είναι η λέξη καρκίνος.

Βολόδερνα για μέρες μεταξύ του να διαβάσω ή όχι το βιβλίο αυτό, η ανάγνωση έχει γυμνάσει το στομάχι μου επαρκώς νιώθω, το σίμωμα στο θανατικό, το τραύμα, τον πόνο, το μαρτύριο, αλλά ο καρκίνος είναι μια πίστα από μόνος του, είναι τόσο παρών που το λεπτό τσιγαρόχαρτο της μυθοπλασίας δεν το συγκρατεί, πόσο μάλλον εδώ που η μυθοπλασία δεν υπάρχει εξ αρχής, ημερολόγια καρκίνου, πόσο πιο ευκρινώς να δοθεί. Πριν δύο χρόνια, είχα διαβάσει το Sister Outsider, μια συλλογή από κείμενα της Λορντ, πρώτη επαφή μαζί της, μέσα από τα κείμενά της και όχι μέσα από την ποίηση της μαύρης, λεσβίας, μητέρας, μαχήτριας, ποιήτριας, με τα δικά της λόγια, η ανάγνωση εκείνη με είχε κάνει να νιώσω άβολα, η άγνοια που το προνόμιο μου μου χαρίζει, η επαφή με έναν κόσμο ανοίκειο, άγνωστο, ένας λόγος ευθύς, που δεν χαρίζει, που δεν καλοπιάνει, που δεν ελεημονεί τη συμπόνοια αλλά προτάσσει το στήθος, ήμουν, είμαι μέρος του κόσμου που καταπιέζει, που δεν επιτρέπει στο διαφορετικό να αναπνεύσει, όσο και αν δεν το θέλω, όσο και αν η γαματοσύνη μου αντιστέκεται, πως όχι, εγώ δεν είμαι σαν αυτούς τους άλλους, πως είμαι διαφορετικός, ένας από εκείνους είμαι.

Υπάρχει μια κρίσιμη στιγμή στην αναγνωστική μου διαδρομή, όταν μπόρεσε να ανθίσει διακριτός μέσα μου ο διπλός ανθός, να γίνει διαλογή ανάμεσα στο αυτή η ιστορία έπρεπε να ειπωθεί και στην αναγνωστική απόλαυση, ως τότε μπερδευόμουν, ένα μόνιμο και ηχηρό σκάσε και διάβαζε ακουγόταν από το βάθος, η όποια ένστασή μου επί της γραφής έπεφτε στο κενό εκείνο, σκάσε και διάβαζε, όμως, υπήρξε μια ανάγνωση, το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Κακή συνήθεια της Αλάνα Πορτέρο, που ξεκαθάρισε την ομίχλη, ναι, ήταν σημαντικό πως αυτή η ιστορία ειπώθηκε, όμως, ταυτόχρονα, λογοτεχνικά μου φάνηκε αδύναμη, ήταν μια ανακούφιση εκείνη η στιγμή, είναι εξίσου ρατσιστικό, θεωρώ, με το να μην θες να ακούγονται τέτοια άτομα και οι ιστορίες τους, το να είναι αυτό το ποιοτικό κριτήριο της ανάγνωσης, ένα για τρανς άτομο καλά γράφει κρύβεται τότε πίσω από την πόρτα, μια διάκριση.

Έχοντας διαβάσει τα κείμενα της Λορντ, ήξερα ως ένα βαθμό τι να περιμένω, ένιωθα πως το ήξερα, τουλάχιστον, γεγονός το οποίο επέτεινε την αναποφασιστικότητά μου, να διαβάσω ή όχι αυτό το βιβλίο, φοβόμουν το στρίμωγμα, ας είμαι ειλικρινής, όποια δικαιολογία άλλη και αν ψιθύριζα από μέσα μου, αυτό ήταν που συνέβαινε, φοβόμουν το στρίμωγμα. Και δεν φοβόμουν τόσο το στρίμωγμα του καρκίνου αλλά της πρόζας τής Λορντ, ευθείας και εύστοχης. Όσο και αν ισχυριζόμαστε, και εγώ ανάμεσά μας, πως διαβάζουμε για να καταρρίπτουμε τα κακοχτισμένα φρούρια των βεβαιοτήτων μας, για να μας γνωρίζουμε καλύτερα, για να μοιραζόμαστε έναν ολοένα και λιγότερο μονοσήμαντο κόσμο, εντούτοις κάτι τέτοιο διόλου εύκολο δεν είναι, διόλου ανακουφιστικό, πειθαρχία χρειάζεται, διάθεση κυβίστησης απέναντι στο ως τότε άγνωστο, το προνόμιο μας πλήττεται, δεν το χάνουμε, δυστυχώς δεν είναι τόσο απλό, το διατηρούμε αναλλοίωτο, απλώς αλλάζει, αν αλλάζει, η στάση μας απέναντί του, απέναντι σε εκείνο το υπερβολές είναι όλα αυτά, μια κριτική ενοχή φωλιάζει δίπλα του, αν όντως θέλουμε ο κόσμος να αλλάξει, γιατί αν δεν θέλουμε τότε όλα είναι κιόλας καλώς καμωμένα, δεν αρκεί να θεωρητικολογεί εξ αποστάσεως κανείς απέναντι στην αλλαγή.

Η ανάγνωση, ανάμεσα σε τόσα άλλα, με μαθαίνει τον τριγύρω κόσμο, επαναληπτικά πλήγματα της μονοσημείας του, βολές απέναντι στο εγώ ξέρω, η επαφή με την ανθρώπινη εμπειρία, έτσι τα κρακ ακούγονται, έτσι ελπίζω ο ορίζοντας να πλαταίνει, το βάρος να επιμερίζεται, η ευθύνη να σχηματοποιείται, το εγώ να λαμβάνει ταυτόχρονα τη μοναδική αλλά όχι ξεχωριστή θέση του ανάμεσα στα υπόλοιπα των δισεκατομμυρίων, ενώ η μοναξιά πλήττεται, κοινότητες δημιουργούνται ακόμα και με άτομα που ποτέ δεν γνώρισα από κοντά, τα δίκτυα υποστήριξης και ελπίδας. Τώρα που νιώθω πιο επαρκής στη διάκριση ανάμεσα στο βίωμα και τη λογοτεχνία, ένα βήμα ακόμα έχει πραγματοποιηθεί, ένα ξεκαθάρισμα. Η Λορντ, με όλους τους προσδιορισμούς που εκείνη επέλεξε για την εαυτή της, και όχι μόνο εκείνον της ποιήτριας, σε μια εποχή μακρινή των κοινωνικών δικτύων, εκεί που ο Τρούμαν νιώθει αμήχανα, βλέποντας την πλειοψηφία του κόσμου να επιθυμεί τη φυλακή του, να βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο της προσοχής και της κοινής θέας, τώρα έφαγα, τώρα ξάπλωσα, τώρα αυτό και τώρα εκείνο, η Λορντ, σε μια εποχή αναλογική, εκεί που το μοίρασμα ξεκινούσε από την άμεση ανθρώπινη επαφή και η έκδοση ενός βιβλίου, μιας μπροσούρας, ενός τυπωμένου κειμένου ήταν ο τρόπος του γράφοντος υποκειμένου να ανοίξει τον κύκλο, επιλέγει να δημοσιεύσει αυτά τα ημερολόγια, πιστεύοντας πως είναι κρίσιμα και σίγουρα βοηθητικά για άλλες γυναίκες που πέρασαν ή περνούν καρκίνο, και πιο συγκεκριμένα στο στήθος, εκεί που η μαστεκτομή είναι ακόμα μια από τις πλέον βασικές θεραπευτικές προσεγγίσεις.

Ξεκίνησα να διαβάζω τα ημερολόγια αυτά, μια σύνθεση από ημερολογιακές καταγραφές, εκεί που ο φόβος και ο πόνος, κυρίως αυτά τα δύο, επικρατούσαν, και το βλέμμα της ποιήτριας διαρρήγνυε την επιφάνεια, διαπραγματευόταν με εκπληκτική οξυδέρκεια, αποτέλεσμα χρόνων παρατήρησης και αναζήτησης της κατάλληλης λέξης, την εμπειρία της, την ανάγκη και την επιθυμία της να ζήσει, να δει ξανά αγαπημένα πρόσωπα, να εκφράσει σ' αυτά την ευγνωμοσύνη της, οι καταγραφές διακόπτονταν (ή και το ανάποδο) από πιο δοκιμιακού χαρακτήρα αποσπάσματα, εκεί που πια ο καρκίνος, όπως κάθε καθημερινή μάχη της γυναίκας στον κόσμο αυτό, πέρασε στην αρένα της διεκδίκησης, με άξονα περιστροφής την άρνησή της να προχωρήσει σε προσθετική στήθους εκεί που πια ο λόφος είχε επιπεδοποιηθεί, απόφαση που σύντομα αποδείχτηκε πως δεν ήταν πλήρως δική της, όχι χωρίς οι άλλοι, με το καλό ή με το κακό, να βρίσκουν διαρκώς την ευκαιρία να την κατακρίνουν, και όταν είδαν πως σε προσωπικό επίπεδο η βούλησή της ήταν σταθερή, τότε, ως είθισται, πέρασαν στην επίθεση, καθιστώντας την υπεύθυνη για το πεσμένο ηθικό των άλλων γυναικών στην αναμονή του ιατρείου για παράδειγμα, επιμένοντας πως η προσθήκη στήθους θα ήταν η καλύτερη γέφυρα με το πριν του καρκίνου, το μνημείο που θα δήλωνε τη νίκη, το διαβατήριο που θα επιβεβαίωνε πως πια είναι μία σαν τις υπόλοιπες γυναίκες, με δύο στήθη, και κανείς δεν θα μπορούσε να διακρίνει τη διαφορά.

Αυτό, λέει η Λορντ, ήταν εκείνο που τη θύμωνε, αυτό το σαν να μη συνέβη, αυτή η λήθη που περισσότερο με ντροπή και ενοχή μοιάζει, αυτό το χαλάκι κάτω από το οποίο χώνονται τα συναισθήματα, ο φόβος και ο πόνος, η αγωνία, αυτό το μία από όλες, με όλο το βάρος στους ώμους της, χωρίς ένα κοινό έδαφος μοιράσματος της μάχης. Και όλες αυτές οι παραινέσεις για το καλό της, γιατί, πάντα όμως, οι άλλοι ξέρουν καλύτερα τα πάντα, ακόμα και εκείνα που δεν ξέρουν, εκείνα που μόνο θεωρητικά γνωρίζουν, η Λορντ μπορούσε να διακρίνει τις καλές προθέσεις, μπορούσε όμως να διακρίνει και την καταπίεση, την αντίθεση στη δική της απόφαση, την επιθυμία της να πορευτεί χωρίς το ένα στήθος της.

Και αυτό που ξεκίνησε ως μια ποιητική καταγραφή των ημερών εκείνων, από τη στιγμή που ψηλάφησε κάτι ύποπτο, μέχρι την αφαίρεση του στήθους, για να συνεχίσει ως ένα κατηγορώ απέναντι σε εκείνους που την έκριναν διαρκώς για την απροθυμία της να ακολουθήσει τον πλέον συνήθη δρόμο, εκείνο της προσθετικής, συνεχίζει με ένα εμείς, παραθέτοντας νούμερα που δείχνουν τη δυσχερή θέση κάποιων πολλών απέναντι στον καρκίνο, την απροθυμία να πληγούν οι αιτίες γέννησης του καρκίνου, καθώς ελάχιστο κέρδος παράγουν, αλλά αντίθετα να αναπτυχθεί η καρκινική αγορά, μια ακόμα αγορά με περιθώριο κέρδους υπό την πρόφαση της φροντίδας, φροντίδα η οποία προϋποθέτει πάσης φύσεως προνόμια.

Δεν ξέρω πώς θα στεκόταν η Λορντ σε μια ψηφιακή εποχή όπως η σημερινή, εκεί που σχεδόν σε ζωντανή μετάδοση γίνεται η αφήγηση κάθε μικρής ή μεγάλης εμπειρίας, σε μια εποχή που το πεδίο φροντίδας έχει θεωρητικοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό, δυσανάλογο του πόσο η δημόσια υγεία καταρρέει και χάνεται, δεν ξέρω. Ξέρω όμως πως δεν θα το έκανε με όρους νίκης αλλά με όρους μάχης.

Δύο, κυρίως, πράγματα κρατώ προς ώρας από την ανάγνωση αυτή. Το πρώτο έχει να κάνει με τον αναλογικό κόσμο εντός του οποίου η Λορντ επιλέγει να επικοινωνήσει την εμπειρία της, πια μοιάζει τόσο μακρινός και ανοίκειος, μια άλλη εποχή περασμένη. Το δεύτερο έχει να κάνει με την κατάρριψη μιας βεβαιότητας, πως κάθε γυναίκα επιθυμεί αυτό που της συνίσταται, την προσθετική στήθους, αγνοούσα βαθιά πως και εκεί, αν και δεν θα έπρεπε να μου κάνει εντύπωση, κρύβεται ακόμα μια κοινωνική επιβολή, η γυναίκα ως αντικείμενο παρατήρησης, με δύο στήθη, που η αφαίρεση του ενός μας χαλάει την εικόνα, μας στρεσάρει με έναν τρόπο προκλητικό, καθώς στεκόμαστε μακριά και ψηλά από τη θέση της ασθενούς, της μαχήτριας. Και αυτή η θέση της Λορντ, αυστηρή και ευθεία, που ωστόσο δεν πλήττει τις υπόλοιπες μαχήτριες που επέλεξαν έναν άλλο από τον δικό της δρόμο.

υγ. Για το Sister Outsider περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ισμήνη Θεοδωροπούλου
Εκδόσεις Κείμενα  

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2025

Η δεξιά ερωμένη - Πάνος Θεοδωρίδης

Δύο πρώτες αράδες, ξεκάθαρη δήλωση προθέσεων, το αφηγηματικό υποκείμενο, ο πρώτος ρόλος, η ιστορία και το συναίσθημα: «Θα διηγηθώ την ιστορία της Δυναμό. Τη θαύμαζα, την ποθούσα, την ερωτεύτηκα, τα φτιάξαμε και χωρίσαμε, τη νοσταλγώ». Αρχή μέση τέλος, όλα εδώ, τι μένει να ειπωθεί, μια ακόμα ιστορία αγάπης, πόσες ακόμα, άραγε, απαντώ με τον δικό μου τρόπο, δύο πρώτες αράδες: Θα διηγηθώ την ανάγνωση της ιστορίας της Δυναμό και του Πάνου. Την αγνοούσα, έπιασα δειλά το βιβλίο αυτό στα χέρια μου, δεν σταμάτησα παρά στην ύστατη τελεία, κοιτούσα ξανά και ξανά να επιβεβαιώσω την ημερομηνία της πρώτης κυκλοφορίας, εντυπωσιάστηκα. Πάμε παρακάτω.

Η δεξιά ερωμένη, εκείνη που δεν ήταν αδέξια, αριστερίστρια, τουλάχιστον κατά τη νεότητά της, και που την έλεγαν Δυναμό, κυκλοφόρησε το 1999, διαδραματίζεται, μέσω εκτενών αναλήψεων κατά τη δεκαετία του εβδομήντα, στη Θεσσαλονίκη και στη Χαλκιδική, κυρίως εκεί, στα δύο πόδια, μια ζώνη δυσπρόσιτη, με διασκορπισμένα σημεία αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, επικράτεια που έλκυε τολμηρούς ταξιδευτές, λεωφορεία άστατων ωραρίων, αυτοκίνητα μηχανολογικώς ιδιαίτερα, καφενεία για προμήθεια αλκοόλ και καπνού, φοιτητές που από τη μια οραματίζονταν ένα μέλλον σοσιαλιστικό, διαφορετικό ανάλογα τη φράξια, στο ενδιάμεσο δοκίμαζαν τη ζωή, έκαναν τα πρώτα τους βήματα στον στίβο της ανακολουθίας, τρεκλίσματα στο κενό μεταξύ θεωρίας και πράξης, ιδανικών και εγώ, μυαλού και καύλας.

Όταν ο Πάνος γνώρισε τη Δυναμό, η ομορφιά της κατέλαβε την επικράτεια, του ήταν αδύνατον να την περιγράψει, ωστόσο, πώς να μιλήσει κανείς για την ομορφιά με όρους επιμέρους, με βαθμολόγηση ή με σύγκριση, μέσα σε ένα ασανσέρ, λίγο καιρό μετά, θα βρεθούν, σε ένα τίποτα χρόνου θα συνεννοηθούν για μια απόδραση στην Χαλκιδική, μια έρευνα του φοιτητή Πάνου, αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, το επιφανειακό διακύβευμα για το οποίο πιθανότατα εκσκαφές θα έπρεπε να γίνουν, αφήνει πίσω στο σπίτι μέρος της ζωής του, η γυναίκα του έγκυος, ακινητοποιημένη με οδηγία γιατρού στο σπίτι, ξαπλωμένη με τα πόδια λυγισμένα, οι ορμόνες εκτροχιάζουν περαιτέρω τον άστατο χαρακτήρα τους, μια σχέση που τελείωσε χρόνια μετά από τον πρώτο σπόρο, από το πρώτο ρε λες να πρέπει;

Η δεξιά ερωμένη κυκλοφόρησε το 1999, τότε γράφτηκε, λίγους μόλις μήνες πριν, ένα παρελθοντικό γραμμάτιο, μια οφειλή που ολοένα και χρέωνε τον λογαριασμό των αν και των λες, όσα ξεφεύγουν από τη λήθη, η νοσταλγία τα αναλαμβάνει, μάτια που δεν βλέπονται για χρόνια ποθούνται, χωρίς τριβή, χωρίς εκπτώσεις, χωρίς αλλοτρίωση καθώς στέκουν, καμιά ρωγμή εκτός από μια κουρασμένη φωνή που απαντά το τηλέφωνο, χρόνια μετά, ο αριθμός καταχωρημένος στον τηλεφωνικό οδηγό, αναλογική απόπειρα εντοπισμού, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, το γραμμάτιο πρέπει να πληρωθεί, οι τόκοι το έχουν βαρυφορτώσει, μια ζωή απομάγευσης διψάει για κάτι το ξεχωριστό, ένα ξεχασμένο, σκονισμένο μπαούλο να ανοίξει, κάποιος θησαυρός ίσως να μην οξειδωθεί με το άνοιγμα στον ατμοσφαιρικό αέρα της πραγματικότητας, αυτή είναι η ιστορία της Δυναμό, αν και ίσως πίσω από την εναρκτήρια φράση στέκει μια άλλη: Θα διηγηθώ την ιστορία μου –ή μήπως την ιστορία μας– με τη Δυναμό.

Η δεξιά ερωμένη κυκλοφόρησε το 1999, τρίτη φορά το επαναλαμβάνω για να το χωνέψω, ένα βιβλίο που μοιάζει τόσο σημερινό, είκοσι πέντε χρόνια μετά, εντός της κυριαρχίας του αυτομυθοπλαστικού, ο Θεοδωρίδης διαπραγματεύεται ενδοαφηγηματικά τις διαφορές που διαχωρίζουν την αφήγηση αυτή από το μεμουάρ, δείχνει να νιώθει προς τα πού κατευθύνεται το ρεύμα της λογοτεχνίας, νιώθει έλξη από κάτι που ακόμα δεν έχει οριστεί θεωρητικά, κάτι που βρίσκεται στα σπάργανα, το εγώ που βαραίνει, το εγώ που μεγαλώνει και παίρνει θέση χωρίς μυθοπλαστικά φτιασίδια μπροστά μπροστά στη σκηνή, να πει αλήθειες, να μιλήσει για έρωτες, να θρέψει πληγές, να ορίσει τη θέση του στον μεγάλο κόσμο, εδώ έχουμε έναν γεννήτορα, έναν πρόγονο και μάλιστα εγχώριο, σε μια συνέντευξή του, το 2000, αναφέρει: «Επειδή γεννήθηκα στα χρόνια του μοντερνισμού, όπου το να πεις κάτι ευθέως θεωρούντανε κάπου ένας ευτελισμός, μπήκα πολύ νωρίς μέσα στη διάθεση να πεις με όσο πιο σύνθετο τρόπο γίνεται κάτι που εντέλει αποδεικνύεται αυτονόητο. Έζησα πάρα πολλά χρόνια κάτω απ' αυτόν τον αστερισμό. Όμως, ήμουν αντίθετος εσωτερικά με αυτή τη διαδικασία».

Αυτό που σήμερα είναι οικείο και αναμενόμενο, που κάποιοι το κάνουν καλά και κάποιοι όχι, αναρωτιέμαι πώς να το υποδέχθηκαν τότε, άραγε θα διέκριναν αυτό που προλογιζόταν, που έμελλε να γεννηθεί και να διεκδικήσει τον χώρο του, ή όπως συμβαίνει ιστορικά η πλειοψηφία του λογοτεχνικού προνομίου θα μειδίασε και θα απέρριψε αφού δεν μπορούσε να το κατανοήσει, σε κάθε αρχή, εκ των υστέρων συνταγμένη, συναντιούνται διάφορα σπέρματα σε κοινό τόπο, ακολουθώντας λίγο πολύ διαφορετικό δρόμο και εκεί συμβαίνει μαγεία, όταν το αδιαμόρφωτο παίρνει να σχηματίζεται, όταν οι ευαίσθητες κεραίες κάποιων, υποταγμένες ίσως κάτω από τις διαταγές της έμπνευσης και της ανάγκης έκφρασης, συλλαμβάνουν υπόηχους και μουρμουρητά, τις μικροδονήσεις μια χύτρας στη φωτιά, και είναι μαγεία αυτό γιατί βρίσκεται όσο εγγύτερα στην παρθενογένεση μπορεί η τέχνη να βρεθεί, πριν παγώσουν τα καλούπια και οι επόμενοι επιχειρήσουν να τα γεμίσουν με τη δική τους πρώτη ύλη.

Ο Πάνος Θεοδωρίδης, γεννημένος το 1948, πέθανε φέτος, με το ψευδώνυμο Πετρεφής άφησε το δικό του στίγμα στο ιστολογείν, τότε που το μεγάλο μπαμ συνέβη, τότε που μια κοινότητα επίδοξων δημιουργών παρατάχθηκε πέριξ της τεχνολογικής δυνατότητας για αυτοέκδοση, Η δεξιά ερωμένη, αφού η πρώτη εκείνη έκδοση βγήκε εκτός αγοράς, ανέβηκε σε συνέχειες στο διαδίκτυο, σύμφωνα με το επίμετρο του επιμελητή Μανόλη Σαββίδη, υπέστη αρκετές διαφοροποιήσεις, και τώρα, εν μέσω θέρους, εμφανίστηκε στα βιβλιοπωλεία η καλαίσθητη τρίτη έκδοση από τα Κείμενα.

Και αν για τη φόρμα και το περιεχόμενο ειπώθηκαν κάποια λίγα πράγματα, αξίζει να σταθεί κανείς στο σημαντικότερο όλων, τη γλώσσα. Επιτηδευμένη, θα την χαρακτήριζε κάποιος αν ξεφύλλιζε το βιβλίο και διάβαζε σκόρπια αποσπάσματα, δεν θα είχε άδικο, επιτηδευμένη είναι η γλώσσα, απλά στην περίπτωση αυτή αυτό δεν έχει αρνητική χροιά, αλλά θετική, ο Θεοδωρίδης οικειοποιείται απόλυτα τη γλώσσα την οποία μετέρχεται, λέξεις και φράσεις αντλημένες από τα ιστορικά υποστρώματα της ελληνικής αλλά και των κατά τόπους εκδοχών της, που έρχονται να συναντήσουν την αργκό, τη γλώσσα που μιλιόταν, και οι γλωσσικές προσλαμβάνουσες του συγγραφέα αποτυπώνουν άψογα το τεράστιο εύρος των ενδιαφερόντων του, της καθημερινότητάς του ανάμεσα στα διάφορα ειδικού τύπου ενδιαφέροντά του και στην ίδια τη ζωή, και αυτό το αμάλγαμα, δυσπρόσιτο ίσως αρχικά, ικανό να βαρέσει συναγερμούς δηθενιάς και κενότητας, στην πορεία γοητευτικό, καθηλωτικό, απόλυτα ταιριαστό, γλώσσα προσωπική για μια ιστορία προσωπική, Η δεξιά ερωμένη είναι ένα ακριβές παράδειγμα του γιατί η λογοτεχνική γιορτή στήνεται στη μητρική μας γλώσσα, σε αυτή με την οποία προσεγγίζουμε και επιχειρούμε να κατανοήσουμε τον κόσμο αλλά και εμάς, μόνους μας αλλά και μέσα σε αυτόν.

Το πολιτικό πλαίσιο, σίγουρα καθοριστικό, τα ύστερα χρόνια της χούντας και τα πρώτα της μεταπολίτευσης, ένα λεπτό τσιγαρόχαρτο που περικλείει μια ιστορία αγάπης, και γι' αυτό, ίσως, πιο αντιπροσωπευτικό της περιόδου εκείνης, περισσότερο από άλλες απόπειρες που στόχευσαν το γενικό, καθιστώντας μια ευτελή αφορμή το ατομικό, που θέλησαν να πουν πολλά και δεν είπαν παρά μόνο στερεότυπα, εδώ, όπως και στους Πτυχιούχους του Βακαλόπουλου, που μου ήρθαν στον νου, το πλαίσιο δίνεται χωρίς να μας κόβει τη θέα το συνεχώς προτεταμένο δάκτυλο του συγγραφέα, έτσι, Η δεξιά ερωμένη καταφέρνει αβίαστα να υπερκεράσει τους όποιους περιορισμούς μια αυτομυθοπλαστική ιστορία αγάπης μπορεί να φέρει στον νου, και παίρνει θέση δεσπόζουσα στην ελληνική λογοτεχνία, στις καθυστερήσεις του προηγούμενου αιώνα, αλλά τόσο σημερινή, τόσο αναγκαία, τόσο συγκινητικά αναγκαία και σημερινή, τόσο σημαντική για να δώσει το μέτρο και το εύρος σε μια λογοτεχνία που γράφεται, στον αναλογικό αλλά και στον ψηφιακό κόσμο, σε μια εποχή όπου όλοι μοιάζουν ένα, η ιστορία του ενός μπορεί να είναι ό,τι πιο συλλογικό μπορούμε πια να έχουμε, η απαραίτητη πυξίδα πορείας. 

Κλείσιμο με ένα απόσπασμα που αναδεικνύει αυτό που θεωρώ πως διακρίνει την αυτομυθοπλασία από την αυτοβιογραφία, την ίδια την πράξη της γραφής ως βασικό της συστατικό: «Χρόνια πολλά με απασχολούσε η συγκέντρωση ενός άφθονου, άνισου και ποικίλου έργου, που το αρχειοθετούσα μια στα πέντε χρόνια, το κράτησα ενωμένο ένα διάστημα και κατά καιρούς έχανα από μετακομίσεις κάποια ανέκδοτα κείμενα. Πίστευα ότι δεν τους άξιζε ο όρος Άπαντα, ίδιον ταλαντούχων αυτουργών και επουργών. Εκείνο το βράδυ, είκοσι έξι ετών, διδάχτηκα ότι τα δικά μου άπαντα έπρεπε να έχουν τον τίτλο Το Μεταλλείο. Χώρος που περιέχει πολύτιμα μέταλλα και σκωρίες, λιθορριπές και αγραμμάδες, αφεντικά και εργάτες, χρήματα και προσφάι, ερπετά και πουλάκια, βουνό και θάλασσα. Κι έτσι το έργο μου δεν θα συγκεντρωνόταν ως θρασύδειλη απόπειρα διαιώνισης αλλά ως περίπου φυσική συσσώρευση λέξεων». 

Επιμέλεια Μανόλης Σαββίδης
Εκδόσεις Κείμενα

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2024

Χωλ - Κατερίνα Χανδρινού

Το σπίτι αυτό,  παρότι μικρό στο μέγεθος, είχε κάποτε χωλ. Όταν το είπα σπίτι μου, το χωλ, η κουζίνα, το σαλόνι είχαν ήδη γίνει ένα, μόνο το υπνοδωμάτιο διατήρησε την ανεξαρτησία του. Είχε, βέβαια, από καιρό απλοποιηθεί ορθογραφικά, ακόμα πιο πριν είχε καταδικαστεί ως αρχιτεκτονικά παρωχημένο, ένα ενοχλητικό κατάλοιπο άλλων δεκαετιών, οι επόμενες γενιές έσπευδαν να ρίξουν τοίχους και να ενώσουν χώρους, χωρίς δεύτερη σκέψη, ρωτώντας απλώς: πόσο θα κοστίσει όλο αυτό το παίδεμα, ποιος θα σκουπίσει τη σκόνη του σοβά. Στο σπίτι αυτό, χωρίς χωλ —ο ορθογράφος επιμένει να υπογραμμίζει την ανορθόγραφη πια λέξη—, διάβασα την Κόρκυρα, πριν το θεωρήσω ακόμα σπίτι μου, αυτό έγινε μήνες αργότερα, και, μόλις μια σελίδα μετά, αυτό που μέχρι πριν λίγο ήταν ένα όμορφο κόκκινο μικρό βιβλίο με όνομα παράξενο που δεν ήξερα πού να το τονίσω, έγινε κάτι που αχόρταγα, σχεδόν απεγνωσμένα, ήθελα να διαβάσω, ελπίζοντας πως θα έχω τον απαραίτητα ποθητό χώρο και χρόνο να επιστρέψω με υπομονή, το ίδιο κιόλας βράδυ, αχόρταγα αλλά και αυστηρά, γιατί όποιος υπόσχεται πρέπει να κρατά τον λόγο του, και εκείνη η μόλις μια σελίδα είχε ήδη υποσχεθεί πολλά, εκείνη η συγγραφέας, που συστήθηκε ως ποιήτρια, είχε ήδη υποσχεθεί πολλά.

Και τήρησε μέχρι τέλους την υπόσχεση εκείνη, που δεν ξέρω αν έδωσε ποτέ ευθέως ή αν επέστρεψε αργότερα για να την υλοποιήσει, όταν πια το βασίλειο των ζώντων είχε μείνει, παρότι ιδιαιτέρως πολυπληθές, λειψό, την ανακαίνιση σε εκείνο το σπίτι στο νησί, κάνοντας όλα εκείνα που δεν πίστευε ποτέ πως θα μπορούσε, δεν χωράει αμφιβολία πως δεν ήθελε, να κάνει, τις συνεννοήσεις με τους μαστόρους, τις αθετημένες διαβεβαιώσεις, τα απρόοπτα, τη γραφειοκρατία που συναντά το χειρωνακτικό. Και όλα αυτά, βαρετά και ιδιαιτέρως εν γένει ενοχλητικά, να αποτυπωθούν στο χαρτί με τρόπο τέτοιο που κάθε σελίδα να μυρίζει χώμα και σκόνη, που κάθε λεπτομέρεια να φουσκώνει και να σκάει ως άλλη στερεοσκοπική εικόνα, εκείνη που συστήθηκε ως ποιήτρια και με τους όρους της έκανε το πέρασμα σε λόγο πιο πεζό, με ένα θέμα άκρως πεζό, την ανακαίνιση ενός σπιτιού με έωλους συναισθηματικούς και πρακτικούς δεσμούς να την ενώνουν μαζί του. 

Από τότε πέρασαν κάτι λιγότερο από πέντε χρόνια, οι εκδόσεις Κείμενα, που με εκείνο το βιβλίο επανασυστήθηκαν μετά από χρόνια σιωπής, εν τω μεταξύ έβγαλαν και άλλα καλά βιβλία, η Χανδρινού επανεμφανίστηκε με το παλιομοδίτικα —για τους ρομαντικούς— ορθογραφημένο Χωλ και εγώ —πώς αλλιώς— ήμουν πολύ χαρούμενος γι' αυτή την κυκλοφορία.

Δεν υπάρχει πια χωλ. Τα παπούτσια των καλεσμένων βρίσκονται σε παράταξη στον κοινόχρηστο χώρο. Κάποιες φορές μάλιστα φτάνουν και ως τα πρώτα σκαλοπάτια. Έτσι η διαδικασία της προσέλευσης, αλλά και, κυρίως, το κατευόδιο κρατάνε πολύ·

Στο οπισθόφυλλο, με ακρίβεια, αναγράφεται: Το Χωλ, ιδιότυπο θρίλερ δωματίου, συνεχίζει να πραγματεύεται το θέμα του οίκου που άνοιξε με το αφήγημα, Κόρκυρα. Η Χανδρινού, πάντοτε με την οξυδέρκεια και το ποιητικό ένστικτο παρά πόδας, "επιστρέφει" στο σπίτι που ζει, μοιάζει με αντίφαση αυτό, αλλά αυτό συμβαίνει, κάπου στην Καλλιθέα, με τις υποσχέσεις του εργολάβου πως τίποτα δεν θα κρύψει την πρόσβαση σε μια φλούδα θάλασσας από καιρό παραβιασμένες, επιστρέφει στην αδιέξοδη εκείνη πάροδο, κοιτάζει τα κουδούνια, ελπίζει να αποφύγει το βλέμμα του διαχειριστή, παρίσταται υποχρεωτικά στις συνελεύσεις για όσα πρέπει να γίνουν και για εκείνους που παρκάρουν όπως θέλουν, στέκεται στο χωλ, εκεί που κάποτε, σε ελάχιστο χώρο, τόσα πράγματα συνέβαιναν και χωρούσαν, ενώ από τον φωταγωγό φτάνουν φωνές και μουσικές, ρουτίνες επαναλαμβανόμενες και κραυγές που χαράσσουν ξάφνου τη νύχτα. 

Ο χώρος, πρώτα, και ο χρόνος, ακολούθως, προΐστανται της επιστροφής αυτής, τα δεύτερα και τρίτα πρόσωπα της πλοκής, ύστερα. Η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, σπιθαμή παραπάνω απ' όσα ο ρόλος της παρατήρησης και της καταγραφής της επιτρέπει δεν καταλαμβάνει, σχεδόν δεν ανασαίνει, παρατηρεί, σκέφτεται και καταγράφει, χωρίς να ανοίγει την πόρτα, παρά μια χαραμάδα μόνο, στο από καιρό στριμωγμένο στο κλιμακοστάσιο συναίσθημα, σφιχταγκαλιασμένο με τα υφάδια της μνήμης, αναπόφευκτα στο μεγαλύτερο βαθμό της επινοημένης. Αυτή η απουσία χαμηλώνει το φως στο κάδρο, η σκόνη που αιωρείται γίνεται ορατή, ο χώρος, μοιάζει να λέει η Χανδρινού, συνεχίζει να υπάρχει και χωρίς εμάς, ακόμα και όταν εμείς είμαστε εκεί, παρόντες και με αυτοπεποίθηση πως αυτός ο χώρος μάς ανήκει, πως είναι το βασίλειό μας, έστω και από πάντα, θαρρείς, γυμνοί.

Δεν είναι απλό και ακριβές να εντάξει κανείς το Χωλ ειδολογικά ή μορφολογικά, ίσως λέγοντας πως πρόκειται για μια ιδιότυπη σύνθεση από εικόνες σε λεπτό χαρτί, τοποθετημένες η μια πάνω στην άλλη, πεζοποιήματα και μικρά θεατρικά, που ο χώρος τα συνέχει, όπως το τσιγαρόχαρτο τον καπνό, ίσως να είχε, λέγοντας κάτι τέτοιο, μια ελπίδα ευστοχίας, μια υποψία ακρίβειας. Δεν είναι ζήτημα πρωτοπορίας ή πρωτοτυπίας κυνήγι. Η Χανδρινού ελέγχει απόλυτα ένα υλικό ανομοιογενές και σε σημεία ετερόκλητο, και όμως, κάθε ψηφίδα είναι τοποθετημένη στην κατάλληλη θέση, παρότι ο αναγνώστης δυσκολεύεται και μάλλον αδυνατεί να εντοπίσει τον ακριβή μηχανισμό, στην έμπνευση, ναι στην έμπνευση, στην υψηλή έμπνευση που χαρακτηρίζει τη σπουδαία ποίηση μπορεί να εναποθέσει ο αναγνώστης την όποια απόπειρα να ξεδιψάσει την απορία του πώς το κάνει. Και αυτό το αίσθημα, πως σε ένα άναρχο περιβάλλον, ελάχιστα ελεγχόμενο όχι μόνο δημιουργικά αλλά και σε επίπεδο καθημερινής διαβίωσης, όλα μοιάζουν γεμάτα από νόημα και πρόθεση, αποπνέει μια ηρεμία, ακόμα και όταν οι κραυγές χαράσσουν τη νύχτα ξάφνου, ακόμα και όταν το βάρος της μνήμης και του συναισθήματος, παρότι στο κλιμακοστάσιο στοιβαγμένα, κόβει την ανάσα.

Η ποιήτρια παραχωρεί τη θέση της στον αναγνώστη, τον καλωσορίζει, του επιτρέπει να αφήσει τα πράγματά του, ιδανικά και τα παπούτσια του, στο χωλ, και ας μην υπάρχει πια, να κλείσει την πόρτα πίσω του, να δοκιμάσει να αναπαυτεί στον καναπέ, βλέποντας μια ταινία ή πηγαινοερχόμενος διαρκώς στο ψυγείο, να γίνεται μάρτυρας, και ας μην το θέλει και ας τον ενοχλεί ίσως, των μικρών σκηνών που διαδραματίζονται γύρω τριγύρω και από τους αεραγωγούς φτάνουν ως εκείνον. Η ποιήτρια γνωρίζει καλά πως οι λέξεις, και δη οι επιτηδευμένες, εκείνες που χαρακτηρίζονται χωρίς σκέψη ποιητικές, δεν κάνουν την ποίηση, πως είναι άλλα πράγματα εκείνα που κάνουν την ποίηση, τα περισσότερα εκ των οποίων βρίσκονται στα σκοτεινά, ανάμεσα στις λέξεις και τα σημεία στίξης, πίσω από τον τίτλο μιας ταινίας που δίνεται ως υποσημείωση. Και αυτή η ελευθερία, όσο φαινομενική ή στρατηγικά υλοποιημένη ως αίσθηση και αν είναι, επιτρέπει στον αναγνώστη να περάσει στο εσωτερικό του σπιτιού, με τις αντηχήσεις της έξω ζωής, της εργασίας και της τριβής με την καθημερινότητα, να περιμένουν, σαν φαντάσματα, την ευκαιρία τους να τρυπώσουν μέσα.

Η Χανδρινού δεν βιάζει, δεν χειραγωγεί, δεν επιζητά το επιφώνημα θαυμασμού, δεν σηματοδοτεί το μονοπάτι. Πρόσφατα, σε μια παρουσίαση ποιητικής συλλογής, άκουσα την ποιήτρια να λέει πως θα ευγνωμονεί στο διηνεκές εκείνους τους ανθρώπους που δεν της έβαλαν εμπόδια, όχι εκείνους που της άνοιξαν δρόμους, σκέφτομαι εγώ, γιατί εκείνοι άλλοι από τους δικούς τους δρόμους δεν θα ήταν, αλλά, επιστρέφω στην ποιήτρια, εκείνους που δεν έβαλαν εμπόδια. Και η Χανδρινού κάνει αυτό ακριβώς, δεν τοποθετεί εμπόδια ή αυστηρή οδική σήμανση στο μονοπάτι, γιατί δεν υπάρχει ένα και μόνο μονοπάτι, ούτε καν για εκείνη την ίδια, τη δημιουργό, πόσο μάλλον για τον υποψήφιο ένοικο αυτού του βιβλίου.

Πάνω από χίλιες λέξεις, ενώ θα μπορούσα απλώς να πω: τι βιβλίο!

υγ. Για την Κόρκυρα είχα γράψει αυτό.

Εκδόσεις Κείμενα

Πέμπτη 26 Οκτωβρίου 2023

Sister outsider - Audre Lorde

Η ανάγνωση, η επαφή με την τέχνη εν γένει, ως αναπόσπαστο μέρος της ύπαρξης, επηρεάζεται και καθορίζεται, σε μεγάλο βαθμό, από τα προνόμια του υποκειμένου, στον ίδιο βαθμό με την παρατήρηση, μέσω παραμορφωτικών γυαλιών, του τριγύρω κόσμου. Διαβάζουμε αυτό που είμαστε, αυτό που μας καθησυχάζει πως καλώς είμαστε, που μας απαλύνει την όποια ευθύνη μας απέναντι στον κόσμο, στην ερμηνεία του, επίσης. Και δεν θα μπορούσε να συμβαίνει αλλιώς. Προνόμια τα οποία φέρουν, μεταξύ άλλων, και την αυτοπεποίθηση της γνώσης, αλλά και της προσωπικής ηθικής. Ένα τεράστιο εγώ ξέρω πλανάται. Το στρίμωγμα που η ανάγνωση αναπόφευκτα επιφέρει σε εκείνον που δοκιμάζει να κινηθεί σε περιβάλλοντα ανοίκεια αποτελεί τη βάση τής, καίτοι λανθασμένης, άποψης πως το διάβασμα μας κάνει καλύτερους ανθρώπους. Στρίμωγμα που επέρχεται όταν ένα εκκωφαντικό σκάσε και διάβαζε ακούγεται. Άλλωστε, τα προνόμιά μας είναι σε μεγάλο βαθμό εντοιχισμένα στον πυρήνα μας, αναπόσπαστο μέρος του ποιοι είμαστε, μια συνθήκη φυσιολογική σαν να επρόκειτο για ένα επίτευγμα και όχι για μια εν πολλοίς συγκυριακή κατάσταση.

Και νιώθω την ανάγκη να μιλήσω για τα προνόμια αυτά με έναν τρόπο κάπως προφανή και θεωρητικά ποικιλοτρόπως διατυπωμένο, πριν περάσω στο σπουδαίο αυτό βιβλίο που διάβασα. Στο νου μου έρχεται η εικόνα μιας ηλικιωμένης που συμμετέχει σε μια ακόμα διαμαρτυρία κρατώντας ένα πλακάτ που γράφει: δεν το πιστεύω πως ακόμα πρέπει να διαμαρτύρομαι για τα ίδια σκατά. Λευκός, ετεροφυλόφιλος άντρας προσέρχεται να διαβάσει τα κείμενα μιας μαύρης, λεσβίας, γυναίκας και ποιήτριας, ελπίζοντας πως οι αντιστάσεις των προνομίων του θα αποδειχτούν όσο τα δυνατόν πιο επιρρεπής στο ράγισμα. Δεν γνώριζα την Όντρι Λορντ, ούτε την ποίησή της. Άγνοια που προφανώς σχετίζεται με τα προνόμια μου, αλλιώς, αν είχα ανάγκη την ποίηση και τα λόγια της, θα την είχα συναντήσει νωρίτερα. Και πριν οι διαμαρτυρίες των ομοίων μου εκφραστούν, ας διευκρινιστεί: δεν αρκούν το περιεχόμενο και η στράτευση. Σίγουρα δεν αρκούν.

Με τα προνόμια μου λοιπόν σε πλήρη παράταξη, συνοδευόμενα επίσης από την αυτοπεποίθηση πως εγώ σαν τους άλλους δεν είμαι και έχω ικανή επάρκεια για τις συνθήκες εντός των οποίων διάγουν το βίο τους υποκείμενα λιγότερο προνομιούχα, νιώθοντας ταυτόχρονα και την απαραίτητη ενσυναίσθηση, βασικό συστατικό της προσωπικής γαματοσύνης, έπιασα το βιβλίο της Λορντ στα χέρια μου. Δεν είναι ζήτημα γνώσης. Μακάρι να ήταν τόσο απλό. Η Λορντ δεν λέει πράγματα που μοιάζουν καινούρια. Το γεγονός πως τόσα χρόνια μετά είναι ακόμα εφιαλτικά επίκαιρα δείχνει πως η γνώση δεν είναι αρκετή για έναν κόσμο ισότητας. Ο τόμος αυτός αποτελείται από διάφορα κείμενα που κατά καιρούς έγραψε η Λορντ ώστε να παραβρεθεί σε πάνελ συνεδρίων, μεμουάρ ταξιδίων στο εξωτερικό, μια επιστολή απάντησης και μια αρκετά μεγάλη συνέντευξη. Κείμενα όπως αυτά που αποτελούν την παρούσα έκδοση πρέπει να διαβάζονται και όχι να συνοψίζονται ή να ερμηνεύονται και σίγουρα όχι από εξωτερικούς παρατηρητές της συνθήκης που περιγράφουν. Τούτου λεχθέντος, θα αποπειραθώ να σταχυολογήσω μερικές παρατηρήσεις.

Αρχικά, εκείνο που εμφανώς προκύπτει από το σύνολο των κειμένων, ακόμα και αν λάβει κανείς υπόψη του τη φροντίδα της επιμέλειας που δέχτηκαν πριν από την έκδοσή τους, είναι η ιδιότητα της ποιήτριας. Η Λορντ αποφεύγει να δοκιμιοποιήσει τον λόγο της, να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι λέξεις φτάνουν στην άκρη της γραφίδας της, τον τρόπο με τον οποίο παρατηρεί και αποκωδικοποιεί τον κόσμο μέσα και γύρω της και να καταστήσει τον λόγο της ψυχρό και δόκιμο ακόμα και όταν βρίσκεται σε περιβάλλοντα αυστηρώς ακαδημαϊκά και αποστειρωμένα. Όχι γιατί παίρνει αψήφιστα τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται, το αντίθετο συμβαίνει. Η ποίηση της Λορντ δεν είναι μια ποίηση ωραιοποιητική, αναχωρητική, που σκοπεύει να καθησυχάσει, αλλά μια ποίηση που αποπείραται να κατανοήσει και να συμπυκνώσει το βίωμα εντός της οδυνηρής πραγματικότητας. Η ποιητικότητα των κειμένων αυτών αναδεικνύει την οργή και την ανάγκη για στράτευση. Αυτό δεν έχει να κάνει με δευτερεύουσες, ως προς τη γραφή, αποφάσεις όπως η στίξη ή η χρήση των κανόνων ορθογραφίας, αλλά με την ίδια τη διαδικασία της γραφής. Η παρεμβολή στίχων της υπογραμμίζει τη σχέση αυτή, σε μια αλληλένδετη οδό σαφέστερης κατανόησης τόσο των κειμένων αυτών όσο και της ίδιας της ποίησης της Λορντ.

Το προνόμιο που φέρει η Λορντ, της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής διεξόδου κυρίως, προνόμιο του οποίου την επίγνωση διαθέτει, δεν ήταν κάτι το οποίο μου κίνησε από μόνο του το ενδιαφέρον, καθώς υπήρξε μια παρατήρηση που κατά κάποιο τρόπο ανέμενα και ευτυχώς συνάντησα στα κείμενα αυτά. Εντούτοις, το κείμενο Η ποίηση δεν είναι πολυτέλεια το αξιολογώ ως ένα από τα σημαντικότερα, κυρίως επειδή επιχειρεί και εν πολλοίς πετυχαίνει να καταρρίψει ένα στερεότυπο, που καθιστά ποιητικά υποκείμενα αποκλειστικά προνομιούχα άτομα και μαζί με αυτό απομακρύνει την ποίηση από την καθημερινή μάχη για επιβίωση και τη μεταφέρει σε καλοξεσκονισμένα σαλόνια. Υπάρχει διάταξη απεύθυνσης των κειμένων αυτών, δεν απευθύνονται με την ίδια ένταση σε όλους τους εν δυνάμει αναγνώστες. Πρώτες έρχονται οι μαύρες γυναίκες, σ' εκείνες απολογείται και δικαιολογείται η Λορντ για το προνόμιο της ποίησης, χωρίς να σκέφτεται πως ίσως να λερωθεί ο ποιητικός μανδύας και σίγουρα όχι με διάθεση διδακτική.

Απόρροια της διαβάθμισης στην απεύθυνση, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, είναι η επιμονή της Λορντ στη διαμάχη εντός του πλαισίου της μαύρης κοινότητας, αλλά και ειδικότερα ανάμεσα στις μαύρες γυναίκες. Γιατί υπάρχει τέτοια ποσότητα και ένταση μίσους μεταξύ των μαύρων γυναικών; Αυτό είναι ένα από τα βασικότερα σημεία περιστροφής της σκέψης της, πηγή μιας σκέψης με την οποία δεν ήμουν εξοικειωμένος. Εκεί επιχειρεί να σκάψει και να γυρέψει όλα τα ζιζάνια που η πατριαρχία και ο καπιταλισμός έσπειραν και φρόντισαν να μεγαλώσουν για να πνίξουν το δέντρο της αλληλεγγύης μεταξύ των μαύρων γυναικών, αλληλεγγύη η οποία αποτελούσε για αιώνες συνεκτικό στοιχείο. Η διαίρεση είναι καθοριστική πράξη για την επικράτηση της εξουσίας, σε κάθε της έκφανση.

Πόσες φορές απαίτησα από μια άλλη Μαύρη γυναίκα αυτό που δεν έχω τολμήσει η ίδια να δώσω στον εαυτό μου – αποδοχή, πίστη, χώρο για αλλαγές; Πόσες φορές της ζήτησα να υπερπηδήσει τη διαφορά, την καχυποψία, τη δυσπιστία, τους παλιούς πόνους; Πόσες φορές περίμενα από αυτήν να δρασκελίσει μόνη της το αποκρουστικό χάσμα της απέχθειας που μας έχουν μάθει να νιώθουμε η μία για την άλλη, σαν ζώα που τα τύφλωσαν για να τα εκπαιδεύσουν να μη δίνουν σημασία στους γκρεμούς; Πόσες φορές ξέχασα να κάνω αυτή την ερώτηση;

Η Λορντ δεν προβάλλει και δεν αποκλείει κάποιο από τα στοιχεία που συνθέτουν την ταυτότητά της. Μαύρη, λεσβία, γυναίκα, ποιήτρια. Ταυτόχρονα αρνείται να περάσει στα εδάφη του μη φυσιολογικού, της εξαίρεσης, δεν αποδέχεται τον κανόνα, του ορμάει κατά μέτωπο. Αρνείται να εξηγήσει με λόγια απλά και στρογγυλεμένα ποια είναι αυτή και οι συντρόφισσές της στα προνομιούχα άτομα, εκείνα είναι που πρέπει να σκύψουν και να πλησιάσουν, ακριβώς λόγω των προνομίων τους. Δεν υπάρχει χώρος για άμυνα, παρά μόνο για επίθεση, όπως αυτή που βιώνουν καθημερινά και επί χρόνια τα καταπιεσμένα άτομα. Ωστόσο, η, γοητευτική, αυτοπεποίθηση με την οποία η Λορντ πορεύεται δεν σπρώχνει κάτω από το χαλάκι τις φοβίες, την απόπειρα κατανόησης, τις υποχρεώσεις ή ακόμα και τα δικά της προνόμια. Άλλωστε πάντοτε θα υπάρχει ένα λιγότερο προνομιούχο άτομο. Μιλώντας για υποχρεώσεις, η Λορντ αφιερώνει ένα κείμενο ολόκληρο για τον ρόλο, τη σημασία και τις καθημερινές προκλήσεις της μητρότητας, μιλώντας για το πώς αντιμετωπίζει την πορεία του γιου της προς την ενηλικίωση, πώς στέκεται απέναντι στον κίνδυνο, παρόλα όσα εκείνη έχει κάνει, να τον δει να αποτελεί μέρος της πατριαρχίας.

Το βίωμα είναι καθοριστικό στα κείμενα αυτά. Αλλά είπαμε, χωρίς την παρουσία εκφραστικής δεινότητας, αυτό δεν θα ήταν αναγκαία και ικανή συνθήκη για τη γενικότερη αξία τους. Το προνόμιο της ικανότητάς της με τις λέξεις γεννά την υποχρέωση στη Λορντ να υψώσει ανάστημα, να αγωνιστεί με πάθος σε εχθρικές έδρες, να ματώσει αν χρειαστεί, να μην ξεχαστεί από τις σειρήνες και τα ψίχουλα με τα οποία το σύστημα θα την καλοπιάσει, παγίδα η οποία γίνεται ολοένα και πιο εμφανής καθώς τα χρόνια περνούν και η κανονικότητα επιχειρεί να δείξει την ανοχή της σε υποκείμενα γραφής λιγότερο προνομιούχα για να μπορεί να παινέψει τη γαματοσύνη της. Κάπως έτσι οι ταξικά, φυλετικά και σεξουαλικά προνομιούχοι περνούν στο άλλο άκρο και μιλούν για επικράτηση της διαφορετικότητας, λένε ακόμα πως πια μόνο εκείνα τα άτομα προωθούνται και προμοτάρονται, πως εκείνοι περνούν στο περιθώριο και την αφάνεια, γκρινιάζουν γι' αυτό. Δεν έχει να κάνει με κάποιου είδους αφηρημένο ηρωισμό όλο αυτό. Η Λορντ συμβάλλει με τα δικά της όπλα σε έναν αγώνα που πρέπει να δίνεται καθημερινά και με επιμονή. Τόσα χρόνια μετά και ελάχιστα δείχνουν να έχουν αλλάξει, κάθε εκατοστό παραχωρημένου εδάφους πρέπει να πατιέται με τη μέγιστη προσοχή, η δίψα να ζητά ικανοποίηση και όχι το ξεγέλασμα της σταγόνας.

Μετάφραση Ισμήνη Θεοδωροπούλου
Εκδόσεις Κείμενα

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2022

Τρεις - Dror Mishani

Με τα βιβλία που διαβάζει αχόρταγα κανείς συμβαίνει συχνά το εξής: στο γύρισμα της τελευταίας σελίδας μια σκέψη ενοχής ξεπροβάλλει, ένα αίσθημα ντροπής εν τη γενέσει του, πως η ποιότητα έλειπε. Ας μη γενικεύω, σε μένα συμβαίνει. Ίσως είναι όλο αυτό το βάρος με το οποίο ο χαρακτηρισμός pageturner είναι φορτωμένος που ευθύνεται για το συναίσθημα αυτό, σαν να είναι από τη φύση του πράγμα κακό να μην μπορείς να αφήσεις από τα χέρια σου ένα βιβλίο και όχι μια αφηγηματική αρετή που θα έπρεπε να αποδίδεται στον συγγραφέα. Σπόρος που έχει βγάλει ρίζα βαθιά, δύσκολα ξεριζώνεται. Μεγάλη συζήτηση και δεν θα την κλείσω εδώ, απλά θα πω πως είχα καιρό να διαβάσω τόσο αχόρταγα ένα μυθιστόρημα όπως το Τρεις και όταν τελείωσα με την ανάγνωσή του η ενοχή και η ντροπή ίσα που φάνηκαν στην πόρτα πριν εξαφανιστούν. Και πιθανολογώ πως θα είχα περαιτέρω εντυπωσιαστεί και βρεθεί προ αναγνωστικού απροόπτου, αν στο εξώφυλλο δεν υπήρχε η επισήμανση πως το Τρεις ανήκει στην αστυνομική λογοτεχνία, αφού η γνώση αυτή με κατέστησε υποψιασμένο ως προς την πιθανή κατεύθυνση της ιστορίας, πως κάποιο έγκλημα θα εμφανιστεί στο βάθος του ορίζοντα προσδοκιών. Το Τρεις είναι ένα πολύ καλό βιβλίο.

Συναντήθηκαν σε έναν ιστότοπο γνωριμιών για χωρισμένους. Το προφίλ του ήταν απλό, συνηθισμένο, και γι' αυτό ακριβώς του έγραψε. Σαράντα δύο ετών, με ένα διαζύγιο, κάτοικος Γκιβατάιμ. Χωρίς «έτοιμος να ρουφήξει τη ζωή» ή «σε φάση αναζήτησης και θα ήθελα να ανακαλύψω τον εαυτό μου μαζί σου». Δύο παιδιά, ύψος 1,77 μ., πανεπιστημιακή μόρφωση, ανεξάρτητος, με καλή οικονομική κατάσταση, Ασκεναζί στην καταγωγή. Πολιτική άποψη: καμία. Και κάποια άλλα πεδία είχαν μείνει κενά επίσης. Τρεις φωτογραφίες: η μια παλιά και οι άλλες δύο πιο πρόσφατες μάλλον. Σε όλες υπήρχε κάτι καθησυχαστικό στο πρόσωπό του, τίποτε ιδιαίτερο. Δεν ήταν χοντρός.

Σε μυθιστορήματα όπως αυτό είναι επίφοβη η αναφορά στην υπόθεση και την πλοκή, αφού η αποκάλυψη κάποιου στοιχείου θα ζημιώσει τον υποψήφιο αναγνώστη στερώντας του μέρος από την αναγνωστική απόλαυση. Θα μείνω λοιπόν σε όσα το οπισθόφυλλο αναγράφει και σε όσα η παραπάνω εναρκτήρια παράγραφος υπονοεί. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα παζλ τριών γυναικών. Η Όρνα, η Εμίλια και η Έλλα, που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, ζουν στο Τελ Αβίβ, υποφέρουν από μοναξιά και αναζητούν τη συντροφικότητα, αφήνονται να ελπίσουν παραμερίζοντας τους ενδοιασμούς και τις φοβίες τους, οι πορείες τους θα διασταυρωθούν. Χωρίς να παραφορτώνει τον ιστό της αστυνομικής ιστορίας, ο Ισραηλινός συγγραφέας θα αναφερθεί στην εποχή της ψηφιακής εγγύτητας και στο φαίνεσθαι πίσω από το οποίο κρύβεται η νοσηρότητα, στον χειρισμό και την εξουσία του συναισθηματικά ευάλωτου, στη μοναξιά και την αποξένωση. Το Τρεις διαθέτει κάποιες αξιοσημείωτες αρετές, όπως η πλοκή, η αφηγηματική φωνή, οι χαρακτήρες και η ατμόσφαιρα, μια κατασκευή στέρεη και προσεγμένη στη λεπτομέρεια.

Ο Μισάνι χτίζει πανέξυπνα την ιστορία του. Παρότι εκ των υστέρων και ιδωμένη πλήρως η ιστορία δεν χαρακτηρίζεται από κάποια ιδιαίτερη πρωτοτυπία, είναι ωστόσο λειτουργική και γεμάτη σασπένς, χωρίς να γίνεται κατάχρηση ανατροπών και ευρημάτων. Ο συγγραφέας δεν επενδύει τα πάντα στην τελική αποκάλυψη, αλλά επιλέγει να προωθήσει αργά και σταθερά την πλοκή, προσθέτοντας τα κομμάτια ένα ένα, χωρίς να προσπαθεί διαρκώς να παραπλανήσει ή να κοροϊδέψει τον αναγνώστη με φτηνά κόλπα. Διατηρεί τον πλήρη έλεγχο της ιστορίας, έχει σχεδιάσει από πριν τα πάντα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, έχοντας συνυπολογίσει κάθε πιθανή κακοτοπιά και αυτό είναι ορατό. Στην καλή αστυνομική λογοτεχνία, το χαρακτηριστικό αυτό με ιντριγκάρει, όχι μόνο για την τεχνική αρτιότητα, αλλά και γιατί δημιουργεί μια συγγένεια ανάμεσα στον συγγραφέα και τον κακό της ιστορίας. Στο Τρεις το συναίσθημα αυτό ήταν ιδιαιτέρως έντονο. Αξίζει να αναφερθεί επίσης ο τρόπος με τον οποίο ο Μισάνι ενσωματώνει στην κυρίως πλοκή τις δευτερεύουσες, μα καθοριστικής σημασίας, υποϊστορίες, που, όπως και οι δεύτεροι ρόλοι, δεν περιορίζονται στην πορεία διαλεύκανσης της υπόθεσης, αλλά προσθέτουν περαιτέρω διαστάσεις.

Προς το τέλος αποκαλύπτεται και δικαιολογείται η αφηγηματική φωνή, ο τρόπος με τον οποίο ο παντογνώστης αφηγητής προσεγγίζει την ιστορία, ο αποστασιοποιημένος και κάπως ψυχρός τόνος, που ωστόσο διακατέχεται από ένα συναίσθημα δικαιοσύνης. Αυτό αποτελεί και την κυρίως ανατροπή της ιστορίας. Η φωνή συντελεί σε μεγάλο βαθμό στην επίτευξη της ατμόσφαιρας. Μοιάζει με ψυχρό λευκό φως που ωστόσο είναι ξεκούραστο για τα μάτια, επιτρέποντας την ανάδυση των λεπτομερειών και τη συμπλήρωση των κομματιών στο υπό διαμόρφωση παζλ, σε μια υπόθεση που κάθε στοιχείο έχει σημασία. Πρόσθετα, η ατμόσφαιρα αυτή, σε συνδυασμό πάντοτε με τη χροιά της αφηγηματικής φωνής, αποτυπώνει περίφημα το συναίσθημα της μοναξιάς και τη δυσκοιλιότητα στη συναισθηματική επαφή, που μεγαλοποιεί και το παραμικρό στο μυαλό των γυναικών αυτών και πνίγει τις όποιες ενστάσεις περί αφέλειας που ίσως εκφραστούν από την ασφάλεια της απόστασης. Στην επίτευξη της ατμόσφαιρας καθοριστική είναι και η οργανική ένταξη στην αφήγηση του τόπου, όχι μόνο του Τελ Αβίβ και των άλλων πόλεων, αλλά και των σπιτιών, των καφέ και της κλινικής. Για το τέλος, στον κατάλογο προτερημάτων, άφησα τους χαρακτήρες. Ο Μισάνι πετυχαίνει να αποδώσει με χειρουργική ακρίβεια τους τρεις γυναικείους χαρακτήρες, αναδεικνύοντας τις ομοιότητες και τις διαφορές τους, καθιστώντας τους ευδιάκριτους και πραγματικούς. Αυτό είναι κάτι που καθιστά το μυθιστόρημα σύγχρονο ως προς τη θέση της γυναίκας στον κόσμο και τους κινδύνους που διατρέχει, φροντίζοντας να συμπεριλάβει γυναίκες με διαφορετικό υπόβαθρο.

Παρότι στα οπισθόφυλλα, ενίοτε δε και στα εξώφυλλα των εκδόσεων, είναι συχνό φαινόμενο να συναντά κανείς αποσπάσματα υπερβολικά σε σχέση με το εκάστοτε βιβλίο, οφείλω να πω πως η σύγκριση του Μισάνι με τον Σιμενόν έχει ξεκάθαρη βάση και μάλιστα όχι με το σύνολο του έργου του, που διακρίνεται αναπόφευκτα λόγω εύρους από ανισότητα, αλλά με τις σημαντικότερες στιγμές αυτού του σπουδαίου, πλην όμως εν ζωή παραγνωρισμένου από τους ελεγκτές ποιότητας, συγγραφέα.

Μια τεράστια αναγνωστική έκπληξη ήταν αυτό το βιβλίο.

Μετάφραση Χρυσούλα Παπαδοπούλου
Εκδόσεις Κείμενα

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2021

αυτοχειρία - Édouard Levé

Ο Εντουάρ Λεβέ, με ακαδημαϊκές σπουδές στα οικονομικά και αυτοδίδακτος στη φωτογραφία και τη ζωγραφική, αυτοκτόνησε στο Παρίσι στις 17 Οκτωβρίου του 2007, σε ηλικία σαράντα δύο ετών. Δέκα μέρες νωρίτερα είχε παραδώσει στον εκδότη του το χειρόγραφο του τελευταίου του βιβλίου, με τίτλο αυτοχειρία. Στο συγγραφικό του έργο επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από το Εργαστήρι Δυνητικής Λογοτεχνίας (OuLiPo) και κυρίως από τον πλέον επιφανή εκπρόσωπό του, Ζωρζ Περέκ. Το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο Τα έργα, έχει τη μορφή ενός καταλόγου έκθεσης και αποτελείται από τίτλους και περιγραφές πεντακοσίων δυνητικών εικαστικών έργων. Η συγγένεια με την περεκική Ιδιωτική πινακοθήκη (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Ύψιλον, 1992) είναι ορατή. Του Ημερολογίου ακολούθησε η Αυτοπροσωπογραφία (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, opera, 2014), που συνομιλεί με το Ένας άνθρωπος που κοιμάται (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Ύψιλον, 2020). Εδώ ο Λεβέ επιδιώκει να αποδώσει λεκτικά εκείνο που υπό αναλογία θα συλλάμβανε το φως στο χαρτί και θα αποκάλυπτε το μολύβι στον καμβά, παραθέτοντας, εμμονικά σχεδόν, παρατηρήσεις σχετικά με τον εαυτό του, τόσο ποσοτικές όσο και ποιοτικές, επιδιώκοντας, θαρρείς, να απαντήσει στο ερώτημα: πόσο πλήρης μπορεί να είναι μια λίστα σαν κι αυτή; Παρά τον εγωκεντρικό χαρακτήρα του εγχειρήματος, ο Λεβέ πετυχαίνει να εμπλέξει τον αναγνώστη στη δική του αυτοπροσωπογράφηση, αρχικά σημειώνοντας τις ομοιότητες και τις διαφορές με τον συγγραφέα, ακολούθως δρώντας αυτόνομα. Σε μια από τις καταχωρήσεις της Αυτοπροσωπογραφίας ο Λεβέ σημειώνει πως «Έφηβος, νόμιζα πως το Ζωή οδηγίες χρήσεως θα με βοηθούσε να ζήσω και το Αυτοκτονία οδηγίες χρήσεως να πεθάνω».

Με την αυτοχειρία, ο Λεβέ μοιάζει να απομακρύνεται λογοτεχνικά από την υψηλής έντασης επιρροή του Εργαστηρίου, καθώς η δευτεροπρόσωπης απεύθυνσης αφήγηση διαθέτει ένα αυτοβιογραφικό εμβαδό στήριξης, την αυτοκτονία, είκοσι χρόνια πριν, ενός παιδικού του φίλου, προς τον οποίο και μονολογεί ο αφηγητής Λεβέ. Η αυτοχειρία του Λεβέ, δέκα μέρες αφότου παρέδωσε το χειρόγραφο, έρχεται να καταλύσει έναν από τους βασικούς, αν όχι τον πλέον βασικό, αναγνωστικό άξονα πρόσληψης της μυθοπλασίας, τη σύμβαση της επινόησης. Η ύστερη αυτή καταχώρηση στη βιογραφία του συγγραφέα έρχεται να προσδώσει κρυμμένα νοήματα, νήματα σύνδεσης και μια υπό αίρεση τραγική ειρωνεία στην ανάγνωση. Η δυνητικότητα της λογοτεχνίας να μετατραπεί σε πραγματικότητα. Στο εμπνευσμένο επίμετρο, η μεταφράστρια Κατερίνα Χανδρινού ισχυρίζεται πως το «εσύ» θα μπορούσε να εκληφθεί και ως ένα διαιρεμένο εγώ· ο μισός Λεβέ που έχει ήδη περάσει στην απέναντι όχθη, έχοντας λάβει την απόφαση να δώσει εκούσιο τέλος στη ζωή, και ο άλλος μισός που ακόμα παραμένει ανάμεσα στους ζώντες, για να ολοκληρώσει αυτή την αντιφατική πράξη δημιουργίας. Ποτέ κανείς δεν θα μάθει, ωστόσο.

Η ιδιαίτερη επιλογή της δευτεροπρόσωπης απεύθυνσης δημιουργεί εξ αρχής μια έντονη δυναμική, στην οποία είναι δύσκολο να διακριθούν τα πραγματικά συναισθήματα του αφηγητή απέναντι στον αυτόχειρα. Η αυτοκτονία είναι μια από τις πλέον κατακριτέες ανθρώπινες πράξεις, σχεδόν αδύνατο να τύχει δικαιολόγησης, πόσο μάλλον κατανόησης. Ο αυτόχειρας είθισται να κατηγορείται ‒ω, τι ειρωνεία!‒ για κίνητρα άκρως εγωιστικά, για τον πόνο που προκάλεσε στους οικείους του, μεταξύ άλλων. Το δίπολο είναι δεδομένο, καλό πράγμα η ζωή, άσχημο πράγμα ο θάνατος, και επί της βεβαιότητας αυτής βαδίζει εδώ και αιώνες σύσσωμη η ανθρωπότητα. Ο αφηγητής, ωστόσο, στέκει συναισθηματικά ουδέτερος, δεν κρίνει την πράξη, δεν αφορίζει, δεν δικαιολογεί και δεν θρηνεί όλα όσα οριστικά ματαιώθηκαν στη σχέση των δύο. Θυμάται και καταγράφει επεισόδια της ζωής του φίλου του, υποθέτει αρκετά για να καλύψει τα αναπόφευκτα κενά. Στέκεται μακριά από τον οποιοδήποτε μεταφυσικό ή φιλοσοφικό στοχασμό, μην επιτρέποντας στιγμή στη δική του αγωνία να εισέλθει.

Ωστόσο, παρά τη συναισθηματική κυρίως απόσταση που παίρνει ο αφηγητής, ο αναγνώστης αργά ή γρήγορα εμπλέκεται. Η διαρκής απεύθυνση και η χρήση του ιστορικού ενεστώτα ευθύνεται εν πολλοίς γι' αυτό, η αντίστιξη μιας ζωντανής αφήγησης που ο κεντρικός της ήρωας είναι νεκρός. Η αποσπασματικότητα της αφήγησης και η έλλειψη γραμμικότητας, η απουσία δηλαδή εμφανούς άρμοσης, χαρακτηρίζουν την αυτοχειρία. Ανάμεσα στα διάφορα επεισόδια από τη ζωή του αυτόχειρα παρεμβάλλονται φράσεις που θα συνέθεταν μια προσωπογραφία, φράσεις που διακόπτουν την επιμέρους ροή, λειτουργώντας ως εφέ του μοντάζ για τη συρραφή και τη μετάβαση. Παρά την απουσία ενός συνδετικού ιστού, η αυτοχειρία διακρίνεται για τη συνοχή της. Όλα μοιάζουν στη θέση τους παρότι ατάκτως ερριμμένα· είναι οι καλά χωνεμένες λογοτεχνικές επιρροές και η ενασχόληση του Λεβέ με τη σύνθεση που επιτρέπουν στην αφήγηση να λειτουργήσει με βάση τον άναρχο μηχανισμό της ανακαλούμενης μνήμης.

Η οριστικότητα του θανάτου είναι παραλυτική. Ο Λε Τελιέ, στην Ανωμαλία (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, opera, 2021), που επίσης κυκλοφόρησε πρόσφατα, δίνει στον δικό του Λεβέ μια δεύτερη ευκαιρία να προσγειωθεί ξανά στον κόσμο· ένας φόρος τιμής, όχι ο πρώτος, του Λε Τελιέ στον κάποτε λογοτεχνικό συνοδοιπόρο Λεβέ, υπό τη μορφή ‒τι άλλου παρά‒ παιχνιδιού.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο (επιμ. Μισέλ Φάις) της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 7 Αυγούστου 2021, το λινκ για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.
 
υγ2. Περισσότερα για την Αυτοπροσωπογραφία του Λεβέ μπορείτε να διαβάσετε εδώ, για το αριστουργηματικό Ζωή οδηγίες χρήσεως του Ζορζ Περέκ εδώ και για το Ένας άνθρωπος που κοιμάται εδώ, ενώ για την Ανωμαλία του Λε Τελιέ, το μυθιστόρημα του φετινού καλοκαιριού, εδώ
 
Μετάφραση Κατερίνα Χανδρινού
Εκδόσεις Κείμενα

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2019

Κόρκυρα - Κατερίνα Χανδρινού



Όλη τη νύχτα χθες η αίσθηση ενός άντρα περπατούσε.
Σαραντάρης. Κουρασμένος, έθαλλε. Προσπάθησα να διακρίνω πρόσωπο. Ερχόταν δε βιαζόταν. Βήματα σταθερά και ισοσκελή: είχε ξανάρθει. Πέρασμα που ακινητοποιούσε τις μύγες στον αέρα. Πρόσωπο δεν μπόρεσα. Είδα μόνο τις αρθρώσεις του, τα μάτια όχι. Όπως και ότι ήταν πεντακάθαρος, αν και αναμμένος. Ήξερε πως το ξέραμε ότι έρχεται και ότι τον κοιτάμε, κι αυτό του πρόσθετε ύψος. Τα ρούχα του λινά και τσαλακωμένα στον καβάλο. Δεν έχει κινητό. Τον συζητούν. Πίνει από μονολούλουδα βάζα που αναποδογυρίζει.
Κυρίες, κύριοι. Στο κατώφλι, ο Αύγουστος.
Ο μήνας που αλλάζουμε δέρμα.
Στη λογοτεχνία, η αρχή δεν είναι το ήμισυ του παντός, δεν είναι η μισή δουλειά. Η γοητευτική αρχή υπόσχεται, εξυψώνει τις προσδοκίες σε άγνωστα προηγουμένως ύψη, δημιουργεί απαιτήσεις, έλκει την προσοχή, φλερτάρει με την αναγνωστική επιστροφή. Η αρχή θέτει τον πήχη. Και κάπως έτσι, αυτό που μέχρι πριν λίγο ήταν ένα όμορφο κόκκινο μικρό βιβλίο με όνομα παράξενο που δεν ήξερες πού να το τονίσεις, τώρα, μία μόλις σελίδα μετά, είναι κάτι που αχόρταγα θες να διαβάσεις, αχόρταγα γιατί νιώθεις πως θα έχεις τον χρόνο να επιστρέψεις με υπομονή, αχόρταγα αλλά και αυστηρά, γιατί όποιος υπόσχεται πρέπει να κρατά τον λόγο του.

Ακόμα και αν δεν ειπώθηκε ποτέ από τα χείλη τού γονιού, ακόμα και αν ασαφώς και πλαγίως μόνο εννοήθηκε, σίγουρα κάποια στιγμή βιώθηκε -σε ένα βλέμμα, σε μια στιγμή σιγής- μία από τις σκληρότερες φράσεις από την αρχή του κόσμου: πόσες θυσίες έχω κάνει εγώ για σένα; Και τη φράση αυτή, μεγαλώνοντας, οι περισσότεροι την κουβαλάμε σαν μια τύψη, ενισχυμένη από την εκ των υστέρων αποκάλυψη του τι παιδιά υπήρξαμε, κοιτάζοντας λοξά προς τα πίσω, όχι απαραίτητα ξαπλωμένοι σε κάποιο ντιβάνι ή κοιτάζοντας τον πολύχρωμο ουρανό της δύσης, αλλά μάλλον τυχαία και σίγουρα απρόοπτα. Μια τύψη που θα ήταν ευκολότερο να την ορίσει ένας οικονομολόγος, την ψυχρή, μαθηματική τους γλώσσα θα χρειαστούμε.

Τον ιδρώτα της προσπάθειας και την πίκρα των στερήσεων γυρεύουμε τρόπο να τιμήσουμε, και ενώ θα ήταν χρήσιμη η μεταφυσική, ο ορθολογισμός μας δεν μας επιτρέπει τέτοια βήματα. Το χωράφι με τις ελιές, το μαγαζί με τα χρώματα, το σπίτι στο χωριό. Καθένας τα δικά του. Κάπως έτσι η αφηγήτρια βρίσκεται στην Κέρκυρα, μήνα Αύγουστο, να συντηρήσει το σπίτι στο χωριό, σπίτι που χτίστηκε από άμμο, σπίτι που έρημο μάχεται την υγρασία και τον χρόνο. Η Κέρκυρα των καλοκαιριών μιας κοπέλας από την πρωτεύουσα, που μεγάλωσε και σπούδασε, που τώρα είναι έτοιμη να φροντίσει και να αξιοποιήσει την πατρική κληρονομιά, που, όσο και αν δεν το θέλει, όσο και αν νιώθει ανίκανη, θα μιλήσει με μάστορες, θα δείξει ενδιαφέρον, θα συνειδητοποιήσει, εν τέλει, πως απλώς τους ενοχλεί, έτσι όπως γυρίζει μέσα στα πόδια τους χωρίς να ξέρει τι να κάνει. 

Το ποιητικό παρελθόν της Χανδρινού είναι ευκρινές και ορατό σε κάθε σελίδα, σε κάθε απλή συντακτική επιλογή. Η Κόρκυρα είναι ένα υβριδικό ημερολόγιο, ποιητικό και πεζό ταυτόχρονα, που διανθίζεται με πλήθος διακειμενικών αναφορών, αποσπάσματα ποιημάτων και τραγουδιών, και στο οποίο κυριαρχεί η αίσθηση του βιογραφικού αποτυπώματος. Χωρισμένη σε τρία μέρη, η Κόρκυρα συγκινεί αβίαστα. Το -φαινομενικά- προσωπικό βίωμα της αφηγήτριας αποτελεί εν τέλει απλώς την ατομική εκδοχή ενός βιώματος που αρκετοί μοιραζόμαστε, και που η Χανδρινού μάς δίνει το λεξιλόγιο για να το εκφράσουμε, επικεντρώνει το βλέμμα σε μια ξεχασμένη λεπτομέρεια, παραγγέλνει ακόμα μια τρίλιτρη μπύρα κάτω από τον παχύ ίσκιο στην πλατεία. 

Προσοχή, προσοχή. Ποιητική πρόζα σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται ωραιοποίηση. Και αν για το παρελθόν φροντίζει η λήθη, η ασχήμια του παρόντος δεν επιτρέπει στον ποιητή να αιθερογραφεί, χωρίς να μυρίζει τους σωρούς από σκουπίδια, χωρίς να αλλάζει τα πασουμάκια του αγίου που έλιωσαν πάλι φέτος, χωρίς την αυτογνωσία πως η ανταμοιβή της μεγαλούπολης είναι οι παροχές της, χωρίς αυταπάτες πως στο οικογενειακό τραπέζι θα περάσει ασχολίαστη η άτεκνος κόρη. Τα θραύσματα της Κόρκυρας θα μπορούσαν να είναι κάποιες δεκάδες μικροδιηγήματα ή και ποιήματα, ακόμα και αφορισμοί. Πρόκειται όμως για μια νουβέλα, όχι λόγω μεγέθους, αλλά λόγω του υβριδικού της χαρακτήρα, ένα κατασκεύασμα κατάλληλο για να στεγάσει τις λέξεις. Κατασκεύασμα, λέξη που οδηγεί σε προϊόν νοητικής διεργασίας, αποπαίδι συχνά της λογοτεχνίας, που όμως εδώ, λόγω της συναισθηματικής έντασης των όσων στεγάζει, ισορροπεί, αναδεικνύει και αναδεικνύεται, λειτουργεί τελικά ως ενιαίο σώμα αφήγησης.

Η αρχή συχνά είναι ένα πυροτέχνημα, η αρχή ενίοτε είναι το όλον στο οποίο προστέθηκαν κάποιες δεκάδες σελίδων για να δικαιολογηθεί η έκδοση. Τότε, η αρχή μετά από λίγο σβήνει και χάνεται από τη μνήμη. Τις λίγες φορές που δεν ισχύουν αυτά, έχουμε λογοτεχνία, και η αρχή είναι ένας βατήρας εκτόξευσης. Έτσι συμβαίνει και στην Κόρκυρα.

Εκδόσεις Κείμενα