Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις του Εικοστού πρώτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις του Εικοστού πρώτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Ο εχθρός - Emmanuel Carrére

Το περασμένο καλοκαίρι, τόσο μακρινό πια. 

Μου είχαν πει πως στο νησί έχει ένα όμορφο και ενημερωμένο βιβλιοπωλείο, τεχνηέντως ξέμεινα από βιβλία, λες και χρειαζόμουν αφορμή, αλλά μια τάση στη δικαιολογία πάντοτε υπάρχει, το επισκέφθηκα, ο λόγος για το Σηματολόγιον στο Κάστρο της Σικίνου, όμορφο και ενημερωμένο όντως, αγόρασα το μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα Ο εχθρός, την επόμενη μέρα επέστρεψα.

Ο Εμμανουέλ Καρρέρ είναι ένας από εκείνους τους συγγραφείς των οποίων έχω διαβάσει λιγότερα βιβλία αναλογικά με το πόσο μου άρεσαν τα βιβλία τους αυτά. Για την ακρίβεια έχω διαβάσει μόλις δύο (Το μουστάκι, Γιόγκα), που μου άρεσαν πάρα πολύ, ενώ κυκλοφορούν αρκετά, εδώ και χρόνια, στα ελληνικά. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιο συγκεκριμένο λόγο για το γεγονός αυτό πέρα από την τυχαιότητα, δεν έχει μάλλον και τόση σημασία τώρα που το σκέφτομαι. Τυχαιότητα, καλοδεχούμενη, υπήρξε και το γεγονός πως στο ράφι ενός βιβλιοπωλείου στη μέση του πελάγους βρήκα ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2000. Το τράβηξα από το ράφι.

Ο Καρρέρ θεωρείται ένας από τους πλέον διάσημους και ικανούς συγγραφείς της αυτομυθοπλασίας, είδος στο οποίο αναγνωρίστηκε και αγαπήθηκε, πριν ακόμα οριστεί ως είδος, όταν ακόμα όλα αυτά τα βιβλία ανήκαν στο χώρο της αυτοβιογραφικής λογοτεχνίας. Βέβαια, Ο εχθρός δεν ανήκει στην αυτομυθοπλασία αλλά στη μη μυθοπλαστική μυθιστορία, ελαφριά ίσως η διαφορά, αλλά αφού υπάρχουν οι ταμπέλες ας τις χρησιμοποιήσουμε. Κάθε φορά που αναφέρομαι σε έργα μη μυθοπλαστικής μυθοπλασίας θα αναφέρομαι στις απαρχές του είδους: Επιχείρηση σφαγή του Ροδόλφο Ουόλς και Εν ψυχρώ του Τρούμαν Καπότε.

Από το οπισθόφυλλο: Στις 9 Ιανουαρίου 1993, ο Ζαν-Κλωντ Ρομάν σκότωσε τη γυναίκα του, τα παιδιά του, τους γονείς του, και επιχείρησε να αυτοκτονήσει. Η ανάκριση αποκάλυψε πως δεν ήταν γιατρός, όπως διατεινόταν, και, κάτι ακόμα πιο δύσκολο να πιστέψει κανείς, ότι δεν ήταν και τίποτε άλλο. Εξαπατούσε επί δεκαοκτώ χρόνια, και αυτό το ψέμα δεν κάλυπτε τίποτα. Καθώς πλησίαζε η ώρα της αποκάλυψης, προτίμησε να δολοφονήσει τους ανθρώπους των οποίων δεν θα μπορούσε να αντέξει το βλέμμα.

Ο Καρρέρ, αφού διαβάσει την ιστορία στις εφημερίδες, θα επικοινωνήσει μαζί του, θα μοιραστεί μαζί του την ιδέα του να γράψει ένα βιβλίο με την ιστορία του, αρχικά ο Ζαν-Κλωντ Ρομάν θα αρνηθεί, αργότερα θα αλλάξει γνώμη. Αυτό είναι το βιβλίο της ιστορίας αυτής.

Η στυγερή δολοφονία πέντε ατόμων της οικογένειάς του από μόνη της δεν θα ήταν αρκετή για να τραβήξει την προσοχή του Καρρέρ, η μυθοπλασία και η πραγματικότητα διαθέτουν πιο ικανούς δολοφόνους, άλλωστε. Εκείνη όμως η εν κρυπτώ ζωή, η ένδυση μιας κανονικότητας, ένας άντρας μεσήλικας που κάθε πρωί παίρνει το αυτοκίνητο για να πάει στη δουλειά του, αφού πρώτα ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις του ως πατέρας και σύντροφος και γιος, και δεν πάει πουθενά, απλά περιμένει να περάσει η ώρα ώστε να σχολάσει από το τίποτα και να γυρίσει σπίτι όπου θα αφηγηθεί ή θα αφήσει να εννοηθεί μια ακόμα μέρα στη δουλειά, γύρω από το οικογενειακό τραπέζι εκεί όπου το κάθε μέλος φέρνει τη μακριά από την εστία ζωή. Και κατάφερνε να ζει εν κενώ εν κρυπτώ επί δεκαοχτώ χρόνια. Αυτό που αν ήταν αποτέλεσμα της φαντασίας ενός συγγραφέα θα έμοιαζε τραβηγμένο από τα μαλλιά, διόλου αληθοφανές και ελάχιστα πειστικό, ικανό να διαρρήξει την όποια αφηγηματική απόπειρα, η πραγματική ζωή, το ρεπορτάζ του συνόλου του τύπου, το προσφέρει στο πιάτο και ο Καρρέρ δεν μπορεί να χάσει την ευκαιρία.

Η ευκαιρία μόνο κατά ένα μέρος έχει να κάνει με την αφήγηση της ιστορίας αυτής, εκείνο που πραγματικά ενδιαφέρει τον συγγραφέα είναι να εξερευνήσει τον Ζαν-Κλωντ Ρομάν, να επιχειρήσει να δώσει απαντήσεις προς διάφορες κατευθύνσεις, κυρίως προς εκείνη της επιτυχίας του εγχειρήματος για τόσα χρόνια, τι σκέφτεται ένας άνθρωπος όπως αυτός, πώς ζει, τι νιώθει, ποιος είναι τελικά; Και αυτή η κατεύθυνση αποδίδεται άψογα στην αφήγηση, χωρίς να λείπουν και τα πραγματολογικά στοιχεία, αν και για χάρη της αναγνωστικής απόλαυσης, η σύγχυση ανάμεσα σε πραγματικά και φανταστικά επεισόδια της ζωής του Ρομάν είναι κάτι παραπάνω από καλοδεχούμενη, η απαραίτητη σύμβαση ώστε να προκύψει ένα βιβλίο όπως αυτό το οποίο ακριβώς σε ένα πλήθος ερωτημάτων, υποθέσεων και γεφυρωμάτων αυτών εξ αρχής, όσο ακόμα ήταν μια ιδέα, πάτησε.

Η κατασκευή του ίδιου του βιβλίου είναι εγκιβωτισμένη εντός της αφήγησης που αποτελεί το βιβλίο, όλα τα συστατικά της συγγραφής βρίσκονται σε πλήρη θέα, η αρχική ιδέα, η εξέλιξή της, το κλείσιμό της δίνονται παράλληλα με την αφήγηση. Τον Καρρέρ διόλου δεν τον ενδιαφέρει η ηθογραφία, δεν επιχειρεί γενικά και αόριστα να διερευνήσει το κακό, να εντοπίσει τις απαρχές του, τα κίνητρα ή τα αίτια. Ο τύπος και η δικαιοσύνη ανέλαβαν αυτό το κομμάτι άλλωστε, η κοινωνία επίσης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα Ο εχθρός να μπορεί να σταθεί ως ένα μυθιστόρημα, ένα μη μυθοπλαστικό σε μεγάλο βαθμό μυθιστόρημα, ένας συγγραφέας που βλέπει η πραγματικότητα να του χαρίζει έναν χαρακτήρα που δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να φανταστεί. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης αρκετές φορές θυμήθηκα τον Απατεώνα του Χαβιέρ Θέρκας, μια εκλεκτή διακειμενική σύνδεση. Θυμήθηκα ωστόσο και το υβριδικό κατασκεύασμα του Ευσταθιάδη, Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους.

Είκοσι πέντε χρόνια μετά, διαβάζοντας την ιστορία αυτή, απίστευτη έτσι και αλλιώς, ο σημερινός αναγνώστης, εκτός όλων των άλλων, προσπαθεί να θυμηθεί, αν ζούσε τότε, αλλιώς δύσκολα μπορεί να φανταστεί, πώς ήταν η ζωή κάποτε, πώς κάποιος μπορούσε για δεκαοκτώ χρόνια να ζει μεταμφιεσμένος, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια να τα καταφέρνει, σήμερα κάτι τέτοιο, υπό την επέλαση του ψηφιακού στίγματος, θα ήταν αδύνατο, μέχρι η πραγματικότητα να μας χαρίσει κάποιον σύγχρονο Ζαν-Κλωντ Ρομάν δηλαδή.

υγ. Για το Μουστάκι περισσότερα θα βρείτε εδώ, για τη Γιόγκα εδώ. Για το Επιχείρηση σφαγή εδώ, για το Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους εδώ, για τον Απατεώνα του Θέρκας εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Δημήτρης Δημουλάς
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου

 


Πέμπτη 5 Ιουνίου 2025

Peter Heller

Το (αναγνωστικό) μονοπάτι διαμορφώνεται περπατώντας· μικρές και τυχαίες αποφάσεις το καθορίζουν· ο τελικός προορισμός διαφεύγει στην ασάφειά του· αυτό δεν είναι μια παρτίδα σκάκι, εγώ δεν είμαι ένας μαιτρ· εκ των υστέρων, πάντα εκ των υστέρων, μια λογική αλληλουχία εμφανίζεται. Πρόσφατα, τα έφερε έτσι η διαδρομή που βρέθηκα να περπατώ σε επικράτειες δυστοπίας, κάποιοι επιζώντες ήταν οι (εντός πολλών, πάμπολλων εισαγωγικών) ήρωες των ιστοριών αυτών. Ο αστερισμός του σκύλου, που δημοσιεύτηκε το 2023, ήταν ένα μυθιστόρημα που είχα σημειωμένο, εξαιτίας και της μεταφραστικής υπογραφής του Άγγελου και της Μαρίας Αγγελίδου, ήταν (έμοιαζε να είναι) η κατάλληλη στιγμή να το τραβήξω από τη στοίβα.

Μια πανδημία γρίπης (σας προλαβαίνω, το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2012) αφανίζει ένα τεράστιο μέρος του πληθυσμού. Ο Χιγκ, τον μονόλογο του οποίου διαβάζουμε εδώ, κατάφερε, με κάποιον τρόπο, να επιβιώσει. Μαζί με τον σκύλο του, τον Τζάσπερ, ενοικούν σ' ένα παλιό αεροδρόμιο, έχοντας για γείτονα τον Μπάνγκλεϊ, αρκούντως μισάνθρωπο ώστε να επιβιώνει από τις επισκέψεις ομάδων ανθρώπων με άγνωστες προθέσεις, χωρίς η ηθική να τον περιορίζει ή να τον παραπλανά. Το συστατικό εκείνο που διαφοροποιεί μια γνώριμη συνταγή δυστοπικής μυθιστορίας είναι το αεροπλάνο που ο Χιγκ ξέρει να πετά, εκμεταλλευόμενος τα καύσιμα που παρέμειναν πίσω. Οι πτήσεις του, οι απόπειρες να χρησιμοποιήσει τον ασύρματο αναζητώντας ζωή σε κοντινά αεροδρόμια, η θέα του έρημου τόπου από ψηλά, ο ανεφοδιασμός σε προμήθειες, κυρίως αναψυκτικών, προσδίδουν κάτι διαφορετικό σε μια ιστορία που δεν μοιάζει να μπορεί να εντυπωσιάσει, παρά τις όποιες ανατροπές της, τον αναγνώστη.

Ο Χέλερ δοκιμάζει την παρτιτούρα μιας γνώριμης μελωδίας, λοιπόν. Είναι δεκάδες, αν όχι περισσότερα, τα παραδείγματα δυστοπικής μυθιστορίας που διαπραγματεύονται τη μεμονωμένη ζωή σ' έναν έρημο πλανήτη. Τα ευρήματα, απαραίτητο καύσιμο για την αληθοφάνεια της ιστορίας, χρησιμοποιούνται με ιδιαίτερη έμπνευση, αλλά κυρίως, με καθοριστική για την εξέλιξη της πλοκής αποτελεσματικότητα, συμβάλλοντας στη συνολική κατασκευή και διασφαλίζοντας το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Ιστορίες όπως αυτή μπορούν εύκολα να διαχωριστούν στα δύο, μια σύνθεση δράσης και θεωρίας. Από τη μια, η κάθε μέρα, ο αγώνας για την επιβίωση, η αναζήτηση τροφής και ασφάλειας, από την άλλη, η φιλοσοφική, έστω και απλής μορφής, διάθεση για στοχασμό και αναπόληση του παρελθόντος, σ' έναν κόσμο διαφορετικό σε σίγαση.

Η πειστικότητα του θεωρητικού μέρους είναι επίσης καθοριστικής σημασίας, σε μια εξωανθρώπινη συνθήκη, την οποία δύσκολα το ανθρώπινο μυαλό μπορεί να προσχεδιάσει, παρ' όλη τη δύναμη της φαντασίας. Ο Χέλερ τα καταφέρνει περίφημα, ο Χιγκ ανταποκρίνεται στις προσδοκίες ενός επιζώντα, ανήκει σε εκείνη την κατηγορία επιζώντων, όπως η λογοτεχνία, αλλά και ο κινηματογράφος, μας τη σύστησε. Ενδιαφέρον έχει επίσης η ελάχιστη, μηδαμινή σχεδόν, επιφάνεια που καταλαμβάνει το πώς έφτασε η ανθρωπότητα σ' αυτή την καμπή, τι οδήγησε στον αφανισμό το μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού, τι θα μπορούσε να έχει συμβεί ώστε να αποφευχθεί κάτι τέτοιο. Αυτό είναι κάτι που ενισχύει τον ρεαλισμό, αφού είναι ένα κομμάτι σκέψης που απασχολεί κάποιους, αν όντως τους απασχολεί, πριν τα πράγματα οδηγηθούν σε αυτή την κλιμάκωση, εκ των υστέρων είναι κάτι που δεν έχει χρησιμότητα, καθώς οι προτεραιότητες είναι διαφορετικές.

Μου άρεσε τόσο το βιβλίο αυτό που συνέχισα με ακόμα ένα δικό του, Το ποτάμι, πράγμα που σπάνια κάνω, αφήνοντας κάβα τα υπόλοιπα βιβλία του εκάστοτε συγγραφέα.

Το ποτάμι δεν ανήκει ωστόσο στη δυστοπική μυθιστορία, όχι ξεκάθαρα τουλάχιστον, δεν το ήξερα αυτό, δεν είχα διαβάσει τίποτα σχετικά με το βιβλίο, το όνομα του συγγραφέα ήταν το μόνο εχέγγυο επιλογής του επόμενου αναγνώσματος. Ευτυχώς, σκέφτομαι εκ των υστέρων, είπαμε πάντα εκ των υστέρων γίνονται αυτές οι σκέψεις, εκ του αποτελέσματος και της διανυθείσας διαδρομής. Ίσως, σκέφτομαι τώρα, να μου είχε πέσει βαριά μια ακόμα δυστοπική ιστορία.

Δύο φίλοι, που γνωρίστηκαν στο κολλέγιο, και κανένας τους δεν πίστευε πως θα συναντούσε κάποιον σαν τον άλλο, με τον οποίο να μπορούν να συζητούν όσα τους απασχολούν με πάθος, μοιράζονται, μεταξύ άλλων, την αγάπη τους για τη φύση, για την δραπέτευση από τον ανθρώπινα πολύβουο κόσμο. Σχεδιάζουν και υλοποιούν την κατάβαση ενός ποταμού κάπου στη Βόρεια Αμερική, ανάμεσα στα σύνορα των Η.Π.Α. και του Καναδά, με ένα κανό και αρκετές προμήθειες, χωρίς τη βοήθεια της τεχνολογίας, μόνο με κάποιες σελίδες από έναν οδηγό άλλων εραστών της περιπέτειας που προηγήθηκαν, χρόνια πριν, γνωρίζοντας, ωστόσο, πως το ποτάμι είναι ένα δυναμικό περιβάλλον που διαρκώς μεταλλάσσεται.

Οι πρώτες σελίδες προετοιμάζουν τον αναγνώστη πως κάτι κακό επίκειται, πως οι ειδυλλιακές εικόνες της φύσης σύντομα θα ανατραπούν, κάνει μπαμ πως αυτή η ιστορία δεν θα έχει ευτυχή κατάληξη. Μια φωτιά που έρχεται από τον ορίζοντα, ο αέρας φέρνει την οσμή της και ο κατά προσέγγιση υπολογισμός της ταχύτητάς της εντείνουν την ανησυχία, έτσι όπως κανείς δεν ξέρει πού ακριβώς βρίσκονται ώστε να τους διασώσει αν αυτό καταστεί απαραίτητο. Θα σταματήσω κάπου εδώ τα σχετικά με την πλοκή για λόγους ευνόητους.

Ο Χέλερ που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νέα Υόρκη, παιδί της Μητρόπολης δηλαδή, αλλά τα τελευταία χρόνια ζει στο Ντένβερ του Κολοράντο, εκεί που η φύση, παρά τις επίμονες ανθρώπινες επιθέσεις, κυριαρχεί, μοιάζει να γνωρίζει αρκετά για τη διαβίωση σε μη ανθρώπινης κυρίαρχης επικράτειας περιβάλλοντα, τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό ώστε να φανεί πειστικός σ' έναν αναγνώστη της πόλης. Ο άνθρωπος, χωρίς ιδιαίτερα υποβοηθήματα, απέναντι στη φύση, το αίσθημα εγκλεισμού παρά το αχανές του φυσικού περιβάλλοντος, ο τρόπος με τον οποίο μεταβάλλεται η σχέση των δύο όταν η επιβίωση καθίσταται το κυρίως διακύβευμα και η ηθική που προσαρμόζεται στις περιστάσεις, εκεί όπου η εκ του ασφαλούς θεωρία αποδεικνύεται μάλλον άχρηστη και κυρίως αδύναμη, είναι κάποια από τα στοιχεία που, σε συνδυασμό με το σασπένς της πλοκής, τις ανατροπές ως την τελική έκβαση, αναγκάζουν τον αναγνώστη να γυρίζει με φρενήρεις ρυθμούς τις σελίδες.

Ο Χέλερ, και στα δύο βιβλία του που κυκλοφορούν στα ελληνικά, αποδεικνύεται ικανός μάστορας στο χτίσιμο και την προώθηση της πλοκής, εγκλωβίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ανταποκρίνεται με επιτυχία στις ειδολογικές απαιτήσεις, δεν προβαίνει σε εκπτώσεις, μοιάζει να καταφέρνει να γράψει τα βιβλία που ήθελε εξ αρχής να γράψει, και αυτό πάντα είναι ένα ιδιαιτέρως θετικό στοιχείο, παρά την υποκειμενική φύση και τις αυθαίρετες εν πολλοίς υποθέσεις του αναγνώστη, στοιχείο που υποβοηθά την ανάγνωση. Ο άνθρωπος απέναντι στη φύση, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αλλά και ο άνθρωπος ως μέρος της ανθρωπότητας απέναντι στη φύση, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, είναι ένα ζεύγος που παραδόξως δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλές, παρότι εδώ και κάποια χρόνια, ολοένα και πιο έντονα όσο πλησιάζουμε στο παρόν, μοιάζει να είναι επιτακτικό, ο Χέλερ το αντιμετωπίζει ως συνθήκη και όχι ως καμβά διδακτισμού και ηθικολογίας, δεν προσέρχεται στη γραφή ως ένας προφήτης του κακού, αλλά μάλλον έχοντας επίγνωση του ελάχιστου εμβαδού που καταλαμβάνει στο φυσικό σύστημα, την ανικανότητα η ανθρωπότητα να επιβληθεί ουσιαστικά και πλήρως σ' αυτό Απαλλαγμένο από το αίσθημα του μισανθρωπισμού, το έργο τού Χέλερ μυρίζει ανθρωπίλα, χωρίς την ανάγκη η ανθρώπινη αδυναμία να υπερτονιστεί, το μέγεθος του ανθρώπου μια χαρά διαγράφεται μακριά από τον παραμορφωτικό καθρέφτη και τη μέθη του πολιτισμού, όταν απομείνει μονάχος του απέναντι στη φύση.

Μετάφραση Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου

Δευτέρα 8 Μαΐου 2023

Anima - Wajdi Mouawad

Είχαν τόσες φορές παραστήσει ότι πεθαίνουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου που, όταν τη βρήκε καταματωμένη στη μέση του σαλονιού, έσκασε στα γέλια, πιστεύοντας ότι είχε μπροστά του κάποια σκηνοθεσία, ένα εντυπωσιακό τέχνασμα, για να τον ξαφνιάσει για τα καλά τούτη τη φορά, να τον βάλει κάτω, να τον αφήσει με το στόμα ανοιχτό, να τον κάνει να χάσει τα μυαλά του, να τον έχει.

Και όμως δεν ήταν καμιά σκηνοθεσία, κανένα τέχνασμα, δεν ήταν κάποιο ερωτικό παιχνίδι ενάντια στη ρουτίνα της καθημερινότητας, αλλά ένα αποτρόπαιο έγκλημα, στυγερό, η οριστική διάρρηξη της ρουτίνας τους, η μόνιμη απουσία εκείνης, το πέρασμά της στη χώρα των νεκρών, κάτω από το χώμα. Ο Γουάχς έμεινε με το στόμα ανοιχτό, έχασε το μυαλό του, ένιωσε να διασπάται σε εκατοντάδες χιλιάδες σωματίδια, τίποτα άλλο δεν μπορούσε να σκεφτεί παρά μόνο την ανεύρεση του δολοφόνου της γυναίκας του και όσο οι αρχές δήλωναν αδυναμία να συλλάβουν τον δράστη, παρά τη γρήγορη ταυτοποίηση, εκείνος ολοένα και τρελαινόταν, ολοένα και φλέρταρε με την ιδέα της εκδίκησης, να πάρει τον νόμο στα χέρια του, να τον εντοπίσει ο ίδιος, να τον σύρει στο γραφείο της εισαγγελίας. Η αναζήτηση θα τον οδηγήσει σ' ένα λαβύρινθο, από πόλη σε πόλη, περάσματα από οικισμούς αυτόχθονων πληθυσμών, θα έρθει σε επαφή με το οργανωμένο έγκλημα, θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον ίδιο του τον εαυτό, θα κληθεί να απαντήσει στο ερώτημα ποιος πραγματικά είναι.

Η υπόθεση του βιβλίου τού Μουαουάντ παραπέμπει σε κάτι γνώριμο, μια ιστορία εκδίκησης, μια σκοτεινή ιστορία μ' ένα στυγερό έγκλημα στον πυρήνα του. Και θα ήταν απλώς κάτι τέτοιο αν ο συγγραφέας δεν επέλεγε να δώσει τον ρόλο του αφηγητή όχι σε κάποιον παντογνώστη ή στον ίδιο τον Γουάχς αλλά σε εκπροσώπους του ζωικού βασιλείου, που λειτουργούν ως αυτόπτες μάρτυρες σε κάθε βήμα της πλοκής, σε μια ιδιότυπη σκυταλοδρομία διαδοχής. Η επιλογή και η χρήση του συγκεκριμένου ευρήματος αρχικά εντυπωσιάζει, έτσι όπως είναι σχετικά πρωτότυπη και έξω από το βασίλειο του αναμενόμενου. Σύντομα ωστόσο δημιουργεί ερωτήματα στον αναγνώστη, όχι τόσο ως προς τη λειτουργία της, η οποία είναι ικανοποιητική, αλλά σχετικά με τη δικαιολόγησή της, με το αν δηλαδή υπάρχει κάποια εξήγηση πειστική πέρα από τον εντυπωσιασμό και την επιδίωξη πρωτοτυπίας.

Ο Μουαουάντ δεν βιάζεται να φανερώσει τα χαρτιά του, επιμένει στην επιλογή του σχεδόν μέχρι το τέλος όταν και οι απαντήσεις στα ερωτήματα θα δοθούν και μάλιστα με τρόπο οργανικά ενταγμένο στην πλοκή. Έτσι, καταρρίπτονται διάφορες ενστάσεις και μικροεπιλογές που η αφήγηση των ζώων γεννά κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Πέρα από τις τελικές απαντήσεις, η συγκεκριμένη αφηγηματική επιλογή πετυχαίνει την αποστασιοποίηση από μια σκληρή ιστορία όπως αυτή, καθώς κάθε αφηγητής έχει μόνο μια μικρή γνώση της περιπλάνησης του Γουάχς, όντας μάρτυρας ενός μόνο επεισοδίου της πλοκής, ενώ αδυνατεί να γνωρίζει τις ενδόμυχες σκέψεις αλλά και τα συναισθήματα του Γουαχς, ο οποίος κρίνεται μόνο από τις πράξεις και τα λόγια του στους άλλους. 

Ένα πέπλο σκεπάζει την ιστορία, ένα πέπλο που απορροφά μέρος των κραδασμών και των θορύβων, ο αναγνώστης βρίσκεται σε περαιτέρω απόσταση από τα επεισόδια που συνθέτουν την πλοκή και αυτό με τη σειρά του καθιστά πρωτότυπη μια ιστορία, στα βασικά της συστατικά, γνώριμη. Η διεύρυνση της απόστασης που χωρίζει τον αναγνώστη από την ιστορία αλλά και τον ίδιο τον πρωταγωνιστή, η διαρκής υπενθύμιση πως άλλο δεν είναι παρά παρατηρητής εκ του μακρόθεν, λειτουργεί αντιστικτικά, καθώς μεγεθύνει παράδοξα την ηχώ και εντείνει το σκοτεινό συστατικό, προσθέτοντας ίσως και μια αληθοφάνεια που στηρίζεται στην απουσία συναισθήματος του εκάστοτε αφηγητή, έτσι όπως η αφήγηση φλερτάρει με το μη μυθοπλαστικό, επιτρέποντας στην υποψία πως όλα αυτά είναι γεγονότα πραγματικά να εισβάλλει και να καταλάβει χώρο, με αποτέλεσμα ο τρόμος να καθίσταται ολοένα και πιο απειλητικός.

Στο anima συναντά κανείς διάφορα λογοτεχνικά είδη, το μυστήριο, το νουάρ, την περιπλάνηση, το μεταποικιοκρατικό, το οικολογικό αλλά και το ιστορικοπολιτικό. Ο Μουαουάντ με μαεστρία και όραμα χτίζει την αφήγησή του, διακλαδώνοντας στην αναζήτηση του φονιά και την προσωπική ιστορία του Γουάχς την αναζήτηση της ίδιας του της ταυτότητας που οι αρχές της βρίσκονται στον Λίβανο, εκεί όπου εν μέσω σφαγής ο ίδιος, μικρό παιδί, έτυχε να γλιτώσει και να βρεθεί υιοθετημένος εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Και αυτή η αναζήτηση ταυτότητας ιδωμένη παράλληλα με το βιογραφικό του συγγραφέα, εντείνει περαιτέρω τη σύνδεση με το πραγματικό, δικαιολογώντας την απόφαση αφηγηματικής αποστασιοποίησης. Ο συγγραφέας αρνείται έναν συμβατικό τρόπο αφήγησης και επιλέγει ένα πιο δύσκολο και απαιτητικό μονοπάτι, μονοπάτι το οποίο όχι μόνο δεν στερεί από το μυθιστόρημα την αναγνωστική απόλαυση, αλλά την εντείνει. Οι θεατρικές του καταβολές είναι ορατές, αλλά ενταγμένες με τρόπο λογοτεχνικό, κάτι που φαίνεται ιδιαίτερα στα διαλογικά μέρη και δη σε εκείνα του Γουαχς με το μεγάλο κεφάλι της οργάνωσης, εκεί όπου εμφανίζεται η οριακή σκέψη της βίαιης απελευθέρωσης, της χαράς που η απώλεια δύναται να γεννήσει, εμφανίζεται ως μια προοπτική που το πένθος αργεί να φανερώσει, τη δυνατότητα για μια νέα αρχή.

Παρά τα διθυραμβικά λόγια που κατά καιρούς διάβαζα για το βιβλίο αυτό, δεν αποφάσιζα την ανάγνωσή του, ίσως γιατί με φόβιζαν οι προσδοκίες, ίσως γιατί το αφηγηματικό αυτό εύρημα ιδωμένο ανεξάρτητα της ανάγνωσης δεν διαθέτει την αναγκαία πειστικότητα. Έπρεπε, όπως και να 'χει, να εμφανιστεί μια μέρα η Α. και να μου το κάνει δώρο και μάλιστα με αφιέρωση: μόλις διάβασα τις πρώτες είκοσι σελίδες αυτού του βιβλίου, ήθελα να στο πάρω.

Μετάφραση Νίκος Κούρκουλος
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2022

Γιόγκα - Emmanuel Carrére

Η αυτομυθοπλασία ή η ιστορία κατασκευής ενός βιβλίου, αν προτιμάτε αυτό τον ορισμό, είναι ιδιαιτέρως του γούστου μου ως φόρμα. Αναρωτιέμαι γιατί. Πάντα αναρωτιέμαι γιατί ένα βιβλίο μού άρεσε. Προκύπτουν διάφορα συμπεράσματα από αυτή τη διαδικασία, γίνεται, και αυτό ίσως να είναι το πλέον ενδιαφέρον, μια διάκριση ανάμεσα σε φιλολογικά/αντικειμενικά και υποκειμενικά αίτια. Είναι μέρος της διαδικασίας της ανάγνωσης, μια από τις απαντήσεις στην ερώτηση: γιατί διαβάζεις; Αναρωτιέμαι περισσότερο γιατί ένα βιβλίο μου άρεσε παρά γιατί ένα βιβλίο δεν μου άρεσε. Δεν το έκανα πάντοτε αυτό. 

Ένας από τους λόγους για τους οποίους το autofiction ως υποείδος μου ταιριάζει είναι γιατί συγγενεύει με τον τρόπο με τον οποίο γράφω, τον τρόπο με τον οποίο εντάσσω το προσωπικό σε κάθε κείμενο σχεδόν, ακόμα και αν πρόκειται για την παρουσίαση ενός βιβλίου· κυρίως τότε. Ίσως γιατί θαυμάζω αυτή την τόλμη της πρωτοπρόσωπης αφήγησης που χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη τον εαυτό της, μακριά από την κρυψώνα του προσωπικού, πάντοτε με όρους μυθοπλασίας ωστόσο. Ίσως γιατί ως υποείδος είναι ό,τι πλησιέστερο στην ατομική αφήγηση, στην ιστορία κάποιου. Και εμένα αυτές οι προσωπικές ιστορίες με ενθουσιάζουν. Θα αναρωτηθεί ίσως κανείς, γιατί δεν διαβάζω βιογραφίες και αυτοβιογραφίες. Όχι μόνο δεν διαβάζω, αλλά σε κάθε ευκαιρία διατυπώνω την άρνησή μου επ' αυτού. Δεν είναι η γλώσσα αλλά η κατασκευή αυτό που μου κάνει τόσο οικεία την αυτομυθοπλασία σε σχέση με την (αυτο)βιογραφία. Το περιεχόμενο, αυτό καθαυτό, με αφήνει αδιάφορο, δεν με εντυπωσιάζει, δεν με ιντριγκάρει αν είναι αλήθεια ή όχι, δεν μου γεννά συναίσθημα ‒αντίθετα, μου το επιβάλλει, και αυτό είναι χειρότερο, αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα.

Θα δώσω ένα παράδειγμα, για να έρθω σιγά σιγά και στο βιβλίο του Καρρέρ, που αποτελεί και την αφορμή για το παρόν κείμενο. Το 2004, ο Καρρέρ βρισκόταν σε μια από τις ακτές της Ινδονησίας που χτυπήθηκαν από το τσουνάμι μετά τον σεισμό. Αν το περιστατικό αυτό συμπεριλαμβανόταν στο βιβλίο απλώς και μόνο γιατί συνέβη, τότε θα περίσσευε, θα ήταν ένας λόγος για να πεις πως δεν σε ενδιαφέρει, και να νιώσεις λιγάκι άσχημα γι' αυτό, γιατί δεν μπορείς να λες πως δεν σε ενδιαφέρει που κάποιος βίωσε και επέζησε μιας τέτοιας καταστροφής, και αμέσως θα δοκιμάσεις ίσως κάπως να το μαζέψεις και να πεις πως σε ενδιαφέρει και ευτυχώς ο άνθρωπος γλίτωσε, αλλά ήδη θα μιλάς για κάτι άλλο και όχι για το βιβλίο. Θέλω να πω πως δεν διαβάζω αυτομυθοπλασία για να μάθω πράγματα για τους συγγραφείς και τη ζωή τους, άλλωστε η σύμβαση είναι τέτοια που δεν μπορείς να είσαι σίγουρος, ακόμα και αν κάτι τέτοιο σε ενδιέφερε.

Όταν κάποιος με ρωτάει ποιο είναι το καλύτερο autofiction βιβλίο που έχω διαβάσει, η απάντηση είναι απλή: Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο.

Πάνε χρόνια που διάβασα Το μουστάκι, για την ακρίβεια έντεκα. Για την ανάγνωση εκείνη είχα γράψει ένα από τα πρώτα κείμενα αυτού του ιστολογίου (περισσότερα εδώ) στο οποίο ανέφερα πως «Η αλήθεια είναι ότι δεν με ενθουσίασε αν και το διάβασα ευχάριστα». Σήμερα, εκτός από το κεντρικό εύρημα, την απόφαση δηλαδή του αφηγητή να ξυρίσει το μουστάκι του ένα πρωί, απόφαση που πέρασε απαρατήρητη και αυτό τον βύθισε σ' ένα υπαρξιακό αδιέξοδο, η αλήθεια είναι πως δεν θυμάμαι πολλά. Ίσως εκείνο το ναι μεν αλλά, η ανάμνηση της ανάγνωσης εκείνης, να ήταν που με κράτησε μακριά από τα υπόλοιπα βιβλία τού Καρρέρ, που στη χώρα μας με συνέπεια χρόνων εκδίδουν οι Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου (αν και Το μουστάκι είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Σέλας). Πιθανολογώ πως ούτε αυτό το βιβλίο του γεννημένου το 1957 συγγραφέα θα διάβαζα αν δεν ήταν μια ψηφιακή φίλη, που με ιδιαίτερη θέρμη μου μίλησε γι' αυτό, και μάλιστα με μια μάλλον αδικαιολόγητη βεβαιότητα ισχυρίστηκε πως σίγουρα θα μου αρέσει, ισχυρισμός που με έπεισε, ίσως όχι τόσο αδικαιολόγητα, αφού είχα προλάβει να δω πως ανήκει στο υποείδος του autofiction, γεγονός που με είχε προκαταβάλει θετικά.

Ο τίτλος του βιβλίου, αν και απόλυτα ακριβής, αφού ένα βιβλίο για τη γιόγκα είχε πρόθεση να γράψει ο Καρρέρ, είναι πιθανό να αποπροσανατολίσει τους αναγνώστες οδηγώντας σε αυτό κάποιους για λάθους λόγους και απομακρύνοντας κάποιους άλλους πάλι για λάθος λόγους. Αλλά έτσι είναι αυτά. Το οπισθόφυλλο, αν υποθέσουμε πως κάποιος φτάνει σ' αυτό, είναι αρκετά πιο διαφωτιστικό σχετικά με το περιεχόμενο του βιβλίου, σταχυολογεί, μάλιστα, και αρκετά από τα επεισόδια της αφήγησης, απόφαση που κινείται στο όριο του σπόιλερ. Εκείνο που σίγουρα λείπει, και κάποιους αναγνώστες θα τους απογοητεύσει, είναι ένας αφηγητής που σκοπό έχει να γράψει ένα βιβλίο αυτοβοήθειας, και αυτό δεν συμβαίνει, όχι τουλάχιστον με τον τρόπο που η συγκεκριμένη κατηγορία βιβλίων έχει στηθεί από την αγορά, αν και κάθε βιβλίο λογοτεχνίας είναι ένα βιβλίο αυτοβοήθειας, αλλά αυτό και αν είναι άλλη συζήτηση. 

Ο Καρρέρ ασχολήθηκε για μεγάλο μέρος της ζωής του με τη γιόγκα, το τάι τσι και τον διαλογισμό. Σκόπευε, λοιπόν, να παρακολουθήσει ένα σεμινάριο εντατικού διαλογισμού, και ακολούθως να γράψει ένα βιβλίο σχετικά με την εμπειρία αυτή, αλλά και να αναφερθεί γενικότερα στη γιόγκα και τον διαλογισμό, που παρότι είναι της μόδας, συνοδεύονται από διάφορες παρανοήσεις και έντονη άγνοια. Το βιβλίο αυτό περιγράφει την αποτυχία του Καρρέρ να γράψει ένα βιβλίο εστιασμένο αποκλειστικά στη γιόγκα, παρότι αυτό μοιάζει κάπως οξύμωρο για ένα βιβλίο που φέρει τον τίτλο Γιόγκα. Ο τρόπος με τον οποίο ο αφηγητής Καρρέρ απομακρύνεται από τον πρωταγωνιστή της ιστορίας Καρρέρ είναι εξαιρετικός. Είναι θεωρώ το στοιχείο εκείνο που κάνει το βιβλίο να λειτουργεί από την αρχή μέχρι το τέλος. Το γεγονός πως υπήρξες πρωταγωνιστής της ιστορίας που αφηγείσαι δεν απλοποιεί αυτομάτως την αφήγηση και είναι αφελές κάποιος να το πιστεύει αυτό. Ο συγγραφέας υποσκάπτει την ίδια του την ιστορία, θέτοντας διαρκώς νάρκες μυθοπλασίας μικρότερης ή μεγαλύτερης έντασης. Γενικότερα, φροντίζει να διατηρεί ορατούς τους αρμούς της κατασκευής του, υπενθυμίζοντας διαρκώς στον αναγνώστη πως αυτή είναι η ιστορία ενός βιβλίου για τη γιόγκα που κάποτε, πριν η ζωή τα φέρει αλλιώς, σκόπευε να γράψει. Η υπονόμευση των βιβλίων αυτοβοήθειας που τόσα και τόσα υπόσχονται, έτσι λαμπερά όπως στέκουν με τα κατάλευκα χαμόγελα των συγγραφέων τους, και μάλιστα με χρήση δικών τους «όπλων», προσδίδει ένα ιδιαίτερα δυνατό στοιχείο ρεαλισμού στην αφήγηση του Καρρέρ, ένα ακόμα σημείο οικειότητας, φέρνοντας στο πραγματικό της μέγεθος τη μάχη που απαιτεί η δυσκολία τού να είσαι ο εαυτός σου.

Καθώς αναρωτιέμαι γιατί μου άρεσε η Γιόγκα, συνειδητοποιώ πως μπορεί ένα μεγάλο κομμάτι στην απάντηση αυτή να είναι υποκειμενικό, αφού το βιβλίο πάτησε σε διάφορα σημεία που με δυσκολεύουν/απασχολούν/ενδιαφέρουν, πράγματα για τα οποία ήθελα να διαβάσω, αλλά ήταν οι τεχνικές του αρετές, η κατασκευή και η αφήγηση, εκείνες που κάνουν το μυθιστόρημα του Καρρέρ ένα καλό βιβλίο, εκείνες που μπορούν να υποστηρίξουν το έντονα προσωπικό στοιχείο, αλλά και να απορροφήσουν την όποια υποψία διδαχής. Από τα ιδιαιτέρως καλά δείγματα autofiction που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια, η Γιόγκα, αργά ή γρήγορα, θα με οδηγήσει να αναζητήσω και τα υπόλοιπα βιβλία του Καρέρ, ίσως το Άλλες ζωές απ' τη δική μου.

Μετάφραση Γιώργος Καράμπελας
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019

Κανακύ - Joseph Andras




Ο δημοσιογράφος εξετάζει, ο ιστορικός φωτίζει, ο αντάρτης αναπτύσσει, ο ποιητής συναρπάζει· απομένει στον συγγραφέα να πορευτεί ανάμεσα στους τέσσερις αυτούς αδερφούς: δεν έχει την επιφύλαξη του πρώτου, την απόσταση του δεύτερου, την πειθώ του τρίτου, ούτε την ορμή του τελευταίου. Έχει μόνο την ελευθερία του, και μιλάει αυτοπροσώπως, πάει κι έρχεται, κουτσαίνοντας καμιά φορά, ανάμεσα στις βεβαιότητες και τα κουτσομπολιά, τις κραυγές των σωθικών και τις ετυμηγορίες, τα δάκρυα των ματιών και τον ίσκιο των δέντρων.
Κάπου στον Ειρηνικό Ωκεανό, ανατολικά της Αυστραλίας, βρίσκεται ένα σύμπλεγμα νησιών, η Νέα Καληδονία, έδαφος παραδόξως γαλλικό, ένα από τα τελευταία υπεράκτια κατάλοιπα μιας αλλοτινής αυτοκρατορίας. Οι Κανάκ, μία εκ των αυτόχθονων φυλών, παλεύουν εδώ και χρόνια για την ανεξαρτησία τους. Την άνοιξη του 1988, σε μια σπηλιά του νησιού της Ουβεά, μια υπόθεση αρπαγής ομήρων αστυνομικών από ομάδα αυτόχθονων αυτονομιστών καταλήγει σε επέμβαση του γαλλικού στρατού. Ανάμεσα στα είκοσι ένα θύματα και ο φερόμενος ως αρχηγός των αυτονομιστών, Αλφόνς Ντιανού.

Το περιστατικό της αιματοβαμμένης απελευθέρωσης των ομήρων και όσων, αποτυχημένων τελικά, διαπραγματεύσεων προηγήθηκαν, είναι ιδιαίτερα γνωστό στη γαλλική κοινή γνώμη, για προφανείς λόγους, αλλά και λόγω της τότε πολιτικής συγκυρίας: παραμονές εκλογών, με την ταυτόχρονη παρουσία Μιτεράν και Σιράκ στις θέσεις του προέδρου και του πρωθυπουργού. Εκείνο που ιντρίγκαρε τον Ζοζέφ Αντράς, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, ήταν μία φωτογραφία του Αλφόνς Ντιανού τραβηγμένη μετά το τέλος της ομηρίας, φωτογραφία που δημιούργησε στον συγγραφέα την έντονη επιθυμία να ψάξει για απαντήσεις και να συνθέσει το προφίλ εκείνου του ανθρώπου, για τον οποίο διάφορες απόψεις εκφράστηκαν κατά καιρούς· τα μέσα και οι πολιτικοί τον αποκάλεσαν τρομοκράτη και βάρβαρο, ενώ αρκετοί από τους συμπατριώτες του τον θεωρούν χαρισματικό, οπαδό της μη βίας και ήρωα του αγώνα για την ανεξαρτησία.

Ο Ζοζέφ Αντράς λοιπόν διηγείται την ιστορία της έρευνάς του, το ταξίδι του δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη Γαλλία, την προσπάθεια να καταλάβει και να αξιολογήσει ένα σωρό από ποικιλοτρόπως ως τότε απαντημένα ερωτήματα σχετικά με την υπόθεση εκείνη και κυρίως με τον ρόλο που έπαιξε ο Αλφόνς. Μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα λοιπόν γύρω από ένα περιστατικό για το οποίο στην Ελλάδα ελάχιστα γνωρίζουμε, για μία χώρα μακρινή και εξωτική, για τον αγώνα της για ανεξαρτησία. Ο Αντράς προσπαθεί με μανία να ξεφύγει από την κυρίαρχη αφήγηση, αν και διαβάζει και μελετά απομνημονεύματα και πηγές της γαλλικής πλευράς, ταξιδεύει ως την Κανακύ και επιχειρεί να συναντήσει από κοντά ανθρώπους που έπαιξαν ρόλο στην ομηρία, που γνώριζαν τον Αλφόνς. 

Άπαξ και οι ερωτήσεις ξεκινήσουν δύσκολα σταματούν. Έτσι και εδώ, τα ερωτήματα σχετικά με την ταυτότητα του νεκρού, σύντομα θα μετατραπούν σε ερωτήματα σχετικά με την πολιτική πάλη, με την έννοια της πατρίδας, τη βία ως μέσο και το δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση. Εκείνο που κάνει το βιβλίο τρομερά ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως ο Αντράς ταξιδεύει μέχρι εκεί με πραγματική απορία σχετικά με τον Αλφόνς και όχι για να επιβεβαιώσει κάποιο εκ των προτέρων κατασκευασμένο και προαποφασισμένο ηρωικό προφίλ του Αλφόνς. Χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως οι πολιτικές απόψεις του συγγραφέα μένουν εκτός κειμένου, άλλωστε πρόκειται για ένα έντονα πολιτικοποιημένο πρόσωπο, που δεν αποδέχθηκε το Βραβείο Γκονγκούρ για το πρώτο του μυθιστόρημα Για τα πληγωμένα μας αδέρφια, με θέμα την Αλγερία.       

Η λογοτεχνικότητα δεν απουσιάζει. Δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για ένα απλό δημοσιογραφικό κείμενο, ο αφηγηματικός τρόπος του Αντράς είναι ιδιαίτερος και αρκετά προσωπικός, κοφτός και στακάτος, χωρίς όμως να απουσιάζει η ομορφιά του τόπου και των ανθρώπων. Εν ολίγοις, το Κανακύ είναι ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο, τόσο θεματικά όσο και λογοτεχνικά.

Μετάφραση Γιώργος Καράμπελας 
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου