Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις τόπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις τόπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

Η κορυφή του κόσμου - Ηλίας Μπιστολάς

Τρία χρόνια πριν με το καλοκαίρι στο έμπα, στη βοτσαλωτή παραλία, διάβασα το Χώμα στα μάτια, στα αυτιά, στο στόμα, το πρωτόλειο μυθιστόρημα του Ηλία Μπιστολά. Για κάποιο λόγο, τη θυμάμαι τη μέρα εκείνη, την αίσθηση της κάλμας, μια ασυνήθιστη νηνεμία, μια θάλασσα εντυπωσιακά γαλήνια, ένα σκηνικό απόκοσμο, καρέ από κάποια βόρεια θάλασσα, τρεις γλάροι να οργιάζουν, οι τουρίστες ακόμα δεν είχαν φανεί, οι ντόπιοι λουόμενοι ακόμα κρύωναν, και αν η επικράτηση του φυσικού μοιάζει, και είναι, συντριπτική, στην ανάμνηση αυτή, στο κάδρο βρίσκεται και το βιβλίο, η ανάγνωσή του, αυτό το γλυκόπικρο της γραφής, η χαμηλόφωνη αφήγηση απανωτών εκρήξεων, υπόκωφων μα συντριπτικών θραυσμάτων. Εκείνη τη μέρα, ή μια άλλη, έγραφα στο σημειωματάριο μου: για τον θόρυβο εκτός πόλης υπεύθυνη είναι η φύση, εντός του αστικού ιστού ο άνθρωπος. Κάπως διαισθητικά αυτή η σημείωση έχει να κάνει και με το βιβλίο εκείνο, την ανάγνωσή του κυρίως.

Το περίμενα το δεύτερο βήμα του Μπιστολά, κάπως απογοητεύτηκα που δεν θα ήταν μυθιστόρημα αλλά μία συλλογή διηγημάτων, καθένας με τις ορέξεις του, όμως. Στη χώρα μας, με τα τόσα στραβά, από λογοτεχνική παραγωγή, συγγραφή ή μετάφραση, πάμε καλά, ζούμε πολύ πάνω από τις δυνατότητές μας, όσοι γκρινιάζουν το έχουν στη φύση τους. Τι και αν η αναλογία ανάγνωσης είναι συντριπτικά υπέρ της μεταφρασμένης λογοτεχνίας, λογικό και αναμενόμενο το θεωρώ, το αίσθημα ανάγνωσης χωρίς γλωσσική διαμεσολάβηση είναι κάτι το ιδιαίτερο, ειδικά όταν, προσωπική άποψη, οι χρονικές συντεταγμένες, γραφής και ανάγνωσης, συγκλίνουν, όταν πρόκειται για συγχρονισμένο ντουέτο, τότε και ο τόπος, οι ιδιαιτερότητες, οι αναφορές, οι διασυνδέσεις, τα πρόσωπα, επίσης, εμφανίζονται γνώριμα επί σκηνής. Και αν αναφέρθηκα στη θετική πλευρά μιας τέτοιας αναγνωστικής σχέσης, θα έπρεπε επίσης να αναφέρω και τη δυσκολία να απολαύσεις/εκτιμήσεις κάτι για το οποίο πιστεύεις πως ξέρεις πολλά, όταν η απόσταση δεν είναι πανίσχυρη ώστε να καλύψει τις όποιες λακκούβες πίσω από ένα πέπλο συχνά εξωτικό.

Οκτώ διηγήματα, μεσαίου και μεγάλου μεγέθους, συνθέτουν το Η κορυφή του κόσμου. Δεν είναι εύκολο να μιλήσεις για μια σειρά από διηγήματα, εκτός και αν αποφασίσεις να τα κοιτάξεις ένα ένα, να αναφερθείς στην πλοκή, να διακρίνεις χαρακτηριστικά, που εν συνεχεία ίσως γίνουν επαναλαμβανόμενα μοτίβα, και έτσι να φτάσεις ως την τελική απόφανση. Η περίληψη, από τα σχολικά χρόνια, με έκανε να βαριέμαι, η ιστορία είναι εκεί, τα παράγωγα της ανάγνωσης είναι εκείνα που ζητούν ή τους ζητείται να φανερωθούν, εκείνος ο χώρος ανάμεσα στη γραφή και την ανάγνωση, εκεί, ίσως, να βρίσκεται η συζήτηση περί λογοτεχνίας, γιατί κάποιες ιστορίες ξεφεύγουν από τα όρια τους και καθίστανται λογοτεχνικό έργο. Θεωρητική πολυλογία, αλέρτ.

Ας ξεκινήσω αλλιώς, επιστρέφοντας στην αρχική απογοήτευση. Έφτασα στα μισά της ανάγνωσης για να πάψω να διερευνώ το ερώτημα: γιατί ο συγγραφέας δεν δούλεψε περαιτέρω, ώστε να βγει ένα μυθιστόρημα από αυτά τα διηγήματα, τα υλικά έμοιαζαν να είναι εκεί, οι δυνατότητες επίσης. Και κάπου εκεί ένιωσα πως μοιράζομαι ένα κοινό εμβαδό με κάτι που συνείχε τα διηγήματα, πότε λιγότερο και πότε περισσότερο ορατό, σκεφτόμουν εμένα, την περαιτέρω απόλαυση που η μεγάλη φόρμα θα υποσχόταν και ίσως να ικανοποιούσε, δεν σκεφτόμουν τον συγγραφέα, δεν σκεφτόμουν τις ίδιες τις ιστορίες, είναι ίσως ένα σημείο των καιρών, αυτών που επικρατούν στη συλλογή αυτή σίγουρα, η ιδιωτεία, η αναγωγή του χαοτικού σύμπαντος σε εγωκεντρικό, η παρελκόμενη φαιδρότητα που η ομφαλοσκόπηση επισυνάπτει. Όταν έπαψα να αναρωτιέμαι, ίσως από βαρεμάρα, ίσως γιατί σταδιακά και υποσυνείδητα την έπαιρνα την απάντησή μου, είδα μπροστά μου την αρετή της γραφής του Μπιστολά. Η αρετή αυτή έχει να κάνει ακριβώς με την απάντηση στο ερώτημα: γιατί δεν τα δούλεψες παραπάνω ώστε να τα αναπτύξεις; Η απάντηση είναι: τα δούλεψε παραπάνω απ' όσο ήταν απαραίτητο, τα δούλεψε με όρους μεγάλης φόρμας, πειθάρχησε στο γεγονός πως οι ιστορίες αυτές λειτουργούσαν καλύτερα στη μικρότερη φόρμα, κάθε ιστορία, άλλωστε, σε οδηγεί με τον τρόπο της.

Το αναρωτιόμουν, κατάλαβα αργότερα, γιατί αυτό που διάβαζα με ικανοποιούσε και επειδή με ικανοποιούσε ήθελα να κρατήσει παραπάνω· παιδικό συναίσθημα, ναι. Το αναρωτιόμουν γιατί τα υλικά και οι προϋποθέσεις ήταν εκεί. Το αναρωτιόμουν γιατί δεν είμαι συγγραφέας, γιατί δεν έχω δοκιμάσει να απαντήσω στην πράξη και απέναντι στον εαυτό μου σε τέτοιου είδους ερωτήματα. Όταν έπαψα να αναρωτιέμαι, όλα έμοιαζαν καλώς καμωμένα ή ίσως επειδή όλα έμοιαζαν καλώς καμωμένα, έπαψα να αναρωτιέμαι. Το συναίσθημα, ωστόσο, εκείνου που ο Χέμινγουεϊ έλεγε φαινόμενο του παγόβουνου, ήταν διαρκώς παρόν, το εμβαδό κάθε ιστορίας εκτεινόταν πολλά τετραγωνικά γύρω και κάτω από την ορατή, τυπωμένη επικράτειά της. Ο Μπιστολάς είχε απαντήσει σε πολλά ερωτήματα, είχε γράψει πολλές παραπάνω σελίδες, εκεί δίνονταν οι λεπτομέρειες, το γενεαλογικό δέντρο, τα βιώματα, οι συνθήκες, τα ρούχα των προσώπων στην κλειστή ντουλάπα. Ύστερα αφαίρεσε το περιττό, ο,τι περίσσευε ή ο,τι δεν εξυπηρετούσε. Λένε πως το δύσκολο είναι να σβήσεις και ο Μπιστολάς μοιάζει να έσβησε πολύ.

Η έμπνευση ποτέ δεν είναι αρκετή, η πρωτότυπη ιδέα, οι ανατροπές και τα ευρήματα, επίσης, πόσο μάλλον το ταλέντο ή η δουλειά. Και τα διηγήματα, ως είδος, πάσχουν από την ψευδαίσθηση πως κάτι από όλα τα παραπάνω μπορεί να είναι αρκετό. Η σύνθεση των παραπάνω, ιδιαιτέρως ορατή και αναγνωρίσιμη, είναι που συνέχει τη συλλογή, που καθιστά στην προκειμένη εκδοχή τον Μπιστολά διηγηματογράφο, πως αυτά δεν είναι τα υπολείμματα από μυθιστορηματικές απόπειρες, είδατε;, πάλι στα ίδια επιστρέφω. Πλοκή, χαρακτήρες, εμφανής άξονας περιστροφής, ανταπόκριση στις απαιτήσεις της φόρμας. Θα ξεχώριζα δύο διηγήματα, όχι για να αναδειχτεί κάποια ανισότητα, αλλά γιατί θεωρώ πως αυτά τα δύο μπορούν να δώσουν με ευκρίνεια κάποια από τα χαρακτηριστικά της συλλογής, του τρόπου με τον οποίο ο Μπιστολάς προσεγγίζει τη μικρή φόρμα, την τόσο παρεξηγημένη, με τόση αφέλεια διαδεδομένη.

Στέκομαι πρώτα στο διήγημα Ο κουμπάρος. Στέκομαι εδώ γιατί θεωρώ πως το διήγημα αυτό αναδεικνύει κάτι που και στο μυθιστόρημα ήταν ορατό και διάχυτο, με πάσα επιφύλαξη υποστηρίζω πως αποτυπώνει τη γενικότερη ματιά του Μπιστολά στα πράγματα, λογοτεχνικά ή εξωλογοτεχνικά, και αυτό έχει να κάνει με το γλυκόπικρο, το κωμικοτραγικό, πως τα πράγματα ταυτόχρονα μπορούν να είναι και το ένα και το άλλο, πως το γέλιο διαδέχεται τη φρίκη, πως το γέλιο είναι σύμπτωμα της φρίκης, εκεί μετριέται το όριο της ύπαρξης, της ανοχής στη φρίκη, η ματαιότητα και η επιμονή, τι ντούετο ε;, η φάρσα ως όχημα περιφοράς της διάχυτης κακίας, της ανθρώπινης κακίας, αλλά δεν δίνεται μονόμπαντα ως τέτοια, ως κακία, δεν είναι εδώ μια αρένα που ο συγγραφέας εμφανίζει τα πρόσωπα ανίκανα τοποθετημένα στο κέντρο της ώστε το πλήθος να τα γιουχάρει ή να τα πετροβολήσει, τα πλησιάζει για να τα παρατηρήσει, κάτι από τον ίδιο έχουν και εκείνα, δεν είναι ακατανόητη η συμπεριφορά τους εν τέλει, οι αντιφάσεις και οι αντιθέσεις μας είμαστε, άλλωστε και ο Μπιστολάς ενώ τα σιμώνει δεν τα σκεπάζει, δεν τον ενδιαφέρει ούτε το πείραμα, δεν βάφει τους τοίχους με αυτό το ζαχαρί χρώμα των εργαστηρίων, δεν προσπαθεί να αποδείξει ή να επιβεβαιώσει, η σύμβαση του συγγραφέα δεν καταπατείται.

Και αυτό, η σύμβαση του συγγραφέα δεν καταπατείται, με οδηγεί στο δεύτερο διήγημα για το οποίο θέλω κάτι παραπάνω να πω, το Οι θεαματικές κινήσεις του Κατς. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ένα πιθανό άλτερ έγκο του συγγραφέα, δεν καταπατεί τη σύμβαση του συγγραφέα, τον διαχωρισμό των δύο προσώπων, του συγγραφέα που γράφει και του συγγραφέα που πρωταγωνιστεί. Ο συγγραφέας-πρόσωπο, ο επίδοξος συγγραφέας τέλος πάντων, επιτρέπει στον αναγνώστη να διακρίνει κάτι από τον τρόπο με τον οποίο ο Μπιστολάς εργάζεται: παρότι η ιστορία, η επιλογή της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, απαιτεί τη φανέρωση, την αυτοαφήγηση, το προσωπικό στο επίκεντρο, δεν καταλαμβάνει τον κρίσιμο χώρο, εκείνον που εξαρχής έχει στηθεί ώστε να φιλοξενήσει την ιστορία του Κατς. Ο αφηγητής της ιστορίας κάνει στην άκρη, τι και αν ακούμε τη φωνή του διαρκώς. Αυτό το διήγημα, το πιο μυθιστορηματικό, ε ρε κόλλημα ο αναγνώστης, φανερώνει και επιπλέον αρετές του συγγραφέα, όπως αυτές διακρίνονται από την εγκιβωτισμένη ιστορία, τα μπρος πίσω στον χρόνο, τους διαλόγους σε ευθύ και πλάγιο λόγο, αλλά και, επιστρέφοντας πάλι στα παραπάνω, την αίσθηση πως ο συγγραφέας ξέρει πολλά πράγματα, έχει σκεφτεί και αποφασίσει, έχει επιλέξει τελικά να μην τα χρησιμοποιήσει αλλά με τρόπο που αυτά, έστω και στο σκοτάδι κάτω από την επιφάνεια, είναι παρόντα με τρόπο καθοριστικό στην αναγνωστική πρόσληψη.

Εκτός από τα παραπάνω παρόντα αν και αφανή συστατικά, διαβάζοντας τα διηγήματα της συλλογής, αναδύθηκαν και άλλα, κυρίως αυτό που έχει να κάνει με το γεγονός πως ο Μπιστολάς μοιάζει να είναι ένας συνεπής αναγνώστης, θα μπορούσαμε να συζητάμε για ώρα πιθανές αναφορές, δάνεια και φορτία εκτίμησης, αλλά πέρα του παιχνιδιού αυτού, του πάντα ενδιαφέροντος, η αναγνωστική συνήθεια, η όχι και τόσο συνήθης πρακτική, οι συγγραφείς που διαβάζουν δεν είναι η πλειοψηφία, η σχέση του Μπιστολά με την ανάγνωση εδώ περισσότερο έχει να κάνει με την αίσθηση πως η αναγνωστική τριβή του προσφέρει ένα μέτρο εαυτού, του επιτρέπει, θέλω να πω, να έχει μια αυτεπίγνωση, όσο κάτι τέτοιο είναι δυνατόν για έναν δημιουργό που παλεύει με τις λέξεις, και ο Μπιστολάς, για να περάσω στο δεύτερο αναδυόμενο χαρακτηριστικό, μοιάζει να είναι ένα επίμονο και εργατικό μυρμήγκι της γραφής, φαντάζομαι δεκάδες, αν όχι περισσότερα, ντραφτ, ιδέες και σημειώσεις, απόπειρες γραφής εν γένει με τις οποίες οι σκληροί δίσκοι ολοένα γεμίζουν, ενίοτε και τα καλαθάκια απορριμάτων.

Τη μέρα που διάβαζα το μυθιστόρημά του, ή μια άλλη, έγραφα στο σημειωματάριο μου: για τον θόρυβο εκτός πόλης υπεύθυνη είναι η φύση, εντός του αστικού ιστού ο άνθρωπος· το τελευταίο διήγημα, Κάτω από το σέλας, ήρθε, τρία χρόνια μετά, να ενισχύσει τον δεσμό εκείνο. Σε καμία περίπτωση δεν ισχυρίζομαι πως Η κορυφή του κόσμου αναπροσάρμοσε τις αναγνωστικές μου προτιμήσεις, λέω απλώς πως δεν θα απογοητευόμουν αν και το επόμενο βιβλίο τού Μπιστολά ήταν μια συλλογή διηγημάτων.

υγ. Για το Χώμα στα μάτια, στα αυτιά, στο στόμα περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Εκδόσεις Τόπος

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2025

Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση - Alexis Ravelo

Βασικό συστατικό της αστυνομικής λογοτεχνίας, αν όχι το κύριο, είναι η ύπαρξη ενός –συνήθως αντιηρωικού– κεντρικού χαρακτήρα, ο οποίος καλείται να διαλευκάνει την υπόθεση. Αρκετές φορές, ο συγγραφέας τον ακολουθεί, με αποτέλεσμα μια σειρά από ιστορίες. Έκτοτε, δύο υποϊστορίες αποτελούν την πλοκή, μία εκείνη της κεντρικής υπόθεσης, η λύση του μυστηρίου, η απάντηση στο αρχικό ερώτημα, γεμάτη από ανατροπές και ευρήματα, αλλά και μία δεύτερη, παράλληλη της πρώτης, εκείνη που σαν σκυταλοδρομία παρακολουθεί την πορεία ζωής του κεντρικού χαρακτήρα, ένα ακόμα αναγνωστικό κίνητρο, πέρα από τη συγγραφική ικανότητα στην παραγωγή νέων πλοκών.

Η αστυνομική λογοτεχνία, που για χρόνια αδίκως ζούσε στη σκιά της παραλογοτεχνίας, είναι αντιμέτωπη, περισσότερο από τις άλλες λογοτεχνικές εκφάνσεις, με τους ειδολογικούς περιορισμούς. Ένας από αυτούς, ο πλέον δυσκολοκατάβλητος, έχει να κάνει με την πρωτοτυπία, με την επινόηση μιας λύσης που δεν έχει ως τώρα δοθεί. Στο κυνήγι αυτό, η ανάγκη για εντυπωσιασμό, οδηγεί σε τραβηγμένες από τα μαλλιά ανατροπές και ευρήματα, αλλοιώνοντας την αληθοφάνεια, που ως είδος το έχει ανάγκη. Οι σειρές, η ακολουθία της ζωής του κεντρικού χαρακτήρα από βιβλίο σε βιβλίο αμβλύνει αυτή την κάλπικη ανάγκη, τα συστατικά του αντιήρωα διαμορφώνουν εν πολλοίς το πλαίσιο εντός του οποίου η πλοκή στήνεται και προωθείται.

Ο Αλέξις Ραβέλο, γεννημένος το 1971 στις Κανάριες Νήσους, δημιούργησε τον Ελάδιο Μονρόι και τον ακολούθησε σε έξι περιπέτειες του, οι οποίες πιθανολογώ πως θα ήταν περισσότερες αν ο συγγραφέας δεν πέθαινε αιφνίδια το 2023. Το Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση αποτελεί την τρίτη ιστορία με πρωταγωνιστή τον Ελάδιο. Ας σημειώσω πριν συνεχίσω πως κάθε βιβλίο της σειράς στέκει αναγνωστικά αυτόνομο, όλα τα απαραίτητα στοιχεία βρίσκονται στο κάθε ένα.

Καθημερινός θαμώνας σε ένα παρακμιακό μπαρ της πρωτεύουσας των Κανάριων Νήσων,  ο Ελάδιο Μονρόι δείχνει αποφασισμένος να μείνει έξω από νέα μπλεξίματα, με ένα χρηματικό μαξιλαράκι που του δίνει μια σχετική ασφάλεια, ερωτευμένος με την κοπέλα του, που δουλεύει σε βιβλιοπωλείο και τώρα τελευταία τον πιέζει γλυκά να διαβάσει Στιγκ Λάρσον. Όμως, άνθρωποι όπως αυτός, με προδιάθεση να μπλέκουν, έλκουν τα προβλήματα, σαν πανίσχυροι μαγνήτες, και όταν αυτό συμβεί η αποφασιστικότητα πάει περίπατο, μια δικαιολογία θα την θέσει νοκ άουτ στο άψε σβήσε.

Ένα επιχειρηματικό τρίγωνο, ένας θάνατος που αποδόθηκε σε φυσικά αίτια, μια δολοφονία που περιέπλεξε τα πράγματα, μια διαθήκη που πυροδότησε έριδες, ένα μικρό ξύλινο κουτάκι, άνευ υλικής αξίας, που γίνεται αντικείμενο βίαιης επιθυμίας, οπλισμένες ομάδες και νεαρές ερωμένες, το σκοτεινό διαδίκτυο και ένας μικροαπατεώνας με το όνομα Υπουργός συνθέτουν αυτή την περιπέτεια στης οποίας το επίκεντρο βρέθηκε ο Ελάδιο από τη μια στιγμή στην άλλη.

Ο Ραβέλο αποδεικνύεται καλός μάστορας του είδους, συγκεντρώνει όλα τα απαραίτητα χαρτιά και τα απλώνει αργά και σταθερά, χωρίς να επενδύει σε απίθανες συμπτώσεις και τραβηγμένα ευρήματα, ποντάροντας στον Ελάδιο και την ατμόσφαιρα των Κανάριων Νήσων, μακριά από άλλες σκληρές πόλεις, όπου το έγκλημα βασιλεύει. Οι Κανάριοι Νήσοι, ευρωπαϊκό έδαφος, ισπανικό για την ακρίβεια, μόνο όμως κατ' όνομα, αφού η απόσταση από τη Γηραιά Ήπειρο αποδεικνύεται καθοριστική, έδαφος γεωστρατηγικής σημασίας, απότοκο της άλλοτε ισπανικής κυριαρχίας, που πλέον ζει κυρίως από τον τουρισμό, στη σκιά του ηφαιστείου και στη δίνη των κυμάτων του Ατλαντικού, με σταθερό κλίμα χειμώνα καλοκαίρι, μετατρέπεται στα χέρια του Ραβέλο σε πειστικό, χωρίς εξωτισμό, σκηνικό δράσης.

Ο Ελάδιο είναι ένας συμπαθέστατος και με τον τρόπο του γοητευτικός αντιήρωας. Το Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση είναι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, που, παρότι απευθύνεται κυρίως σε ένα κοινό πολυδιαβασμένο, με τον φόβο πως δύσκολα θα βρει κάτι καινούριο που θα το ιντριγκάρει, καταφέρνει να γοητεύσει και ταυτόχρονα να υπερκεράσει τους όποιους ειδολογικούς περιορισμούς, γεγονός που του επιτρέπει να απευθυνθεί και σε όσους δεν διαβάζουν, αποκλειστικά και μόνο, νουάρ. Η υπογραφή τού Κρίτωνα Ηλιόπουλου αποτελεί διπλή εγγύηση, τόσο ως προς την ποιότητα της μετάφρασης, όσο και ως προς την εν γένει αξία του βιβλίου.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ» μπορείτε εδώ! 
 
Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Τόπος

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2025

Συγγραφέας στα κρυφά - Σταύρος Κρητιώτης

Σ' αυτή την ψηφιακή γωνιά έχω αρκετές φορές ασχοληθεί με το έργο του Σταύρου Κρητιώτη, της κύριας περσόνας ενός συνόλου από ετερώνυμους, ενός υποκειμένου γραφής που, ιδίως σε μια εποχή εξωφρενικής φανέρωσης, ακολουθεί ένα μονοπάτι μοναχικό και σκοτεινό και το μόνο βήμα αποκάλυψης είναι η συμπερίληψη πλέον της πλήρους εργογραφίας του στις πληροφορίες κάθε νέας έκδοσης, της τεράστιας και πολυποίκιλης εργογραφίας του, εκεί που το παιγνιώδες αποτελεί κύρια και πρωταρχικά καταστατική επιλογή. Όλα ξεκίνησαν με το Μηνολόγιο ενός απόντος, ένα από τα πλέον αγαπημένα μου βιβλία εγχώριας προέλευσης και εξελίχθηκε σ' ένα παιχνίδι κάλυψης απόκρυψης.

Η προσήλωση στο παιχνίδι αυτό είναι για μένα κύρια λογοτεχνική. Έχω πει ξανά πως αν ένα πράγμα μπορεί η λογοτεχνία να προσφέρει στον συστηματικό αναγνώστη είναι η εκμηδένιση της διάθεσης για κουτσομπολιό, η εξύψωση του πήχη, αφού δύσκολα, αν όχι αδύνατα, θα ακούσει κάποιος στην καθημερινότητά του κάτι τόσο εξόχως ενδιαφέρον που να μην το έχει συναντήσει στη λογοτεχνία τερατωδώς πολυπλοκότερο και τραβηγμένο. Ποιος είναι ο Σταύρος Κρητιώτης, μπορεί να είναι ένα ερώτημα, ποιος/ποια κρύβεται πίσω από αυτό το ψευδώνυμο, το κύριο ανάμεσα σε τόσα ακόμα, ερώτημα που εμένα μου φαίνεται αδιάφορο, ίσως, ακόμα ακόμα, και απομαγευτικό, όπως συμβαίνει όταν ένας ταχυδακτυλουργός αποκαλύπτει τον μηχανισμό εξαπάτησης, όταν η μαγεία γίνεται επίμονη τεχνική προσήλωση.

Όσα ξέρω για τον Κρητιώτη, και των συν αυτώ, συνθέτουν ένα υποκείμενο, χωρίς βιογραφικά και οπτικά στοιχεία, που αγαπά τη λογοτεχνία, ίσως το ρήμα αγαπώ να μην είναι αρκετό, που ρίχνεται στη θάλασσα του παιγνιώδους με όρους αντιμετώπισης του παιχνιδιού από τα παιδιά, με την ύψιστη δηλαδή αφοσίωση και σοβαρότητα, που κινείται ανάμεσα στην έρευνα και την απόλαυση της λογοτεχνίας, που ενσωματώνει σ' αυτήν την καταστατική απόφαση να παραμείνει στο σκοτάδι. Αυτή η αγάπη και η προσήλωση στη λογοτεχνία, πρώτα, αλλά και ο τρόπος, η ικανότητα, επιμονή και εμμονή με την οποία την παράγει, είναι αυτό που με έλκει, που κάθε φορά στη θέα ενός επόμενου βιβλίου με τραβάει κοντά του. Είναι αυτή η σοβαροφάνεια που γεννά το ποικίλο ρήγμα στον εαυτό της, η στράτευση στην ανωνυμία που οδηγεί στην ενσωμάτωση, σε κάθε έργο του, μιας τουλάχιστον ακόμα ψηφίδας στην εικόνα από πυκνά πίξελ.

Κάποτε, σε μια πιο αθώα εποχή, αθώα με θέση παρατήρησης το σήμερα, οι ερασιτέχνες ή οι εν κρυπτώ επαγγελματίες, πίσω από ένα ψευδώνυμο, διάβαζαν και αποτιμούσαν, καθένας με τη δική του ατζέντα τη λογοτεχνική παραγωγή. Ισχυρίζονται κάποιοι πως τότε υπήρχε το περιθώριο για ειλικρίνεια χωρίς να σπάνε τα αυγά των δημοσίων σχέσεων. Το φανέρωμα, αναπόσπαστο μέρος της επικράτησης της ιδιωτείας και του εαυτού, να εγώ είμαι αυτός που γράφει και διαβάζει, θαυμάστε με, ίσως να στρογγύλεψε κάπως τις γωνίες, μπορεί και να έχουν δίκιο όσοι το πρεσβεύουν αυτό ως θέση. Αυτή όμως είναι μια άλλη κουβέντα. Στη λογοτεχνία, λίγα είναι τα παραδείγματα της εν κρυπτώ γραφής, ο Πεσσόα, ο πλέον διάσημος απατεώνας, ο Τόμας Πίντσον, επίσης, η Φεράντε, αλλά, ας μην ξεχνάμε και τις γυναίκες που κρύφτηκαν πίσω από ένα αντρικό ονοματεπώνυμο γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς, και ας αφήσουμε τη λίστα ανοιχτή για όσους δεν γνωρίζουμε, συγγραφείς που πονοκεφαλιάζουν τα τμήματα πώλησης και μάρκετινγκ των εκδοτικών οίκων, είπαμε, σε μια εποχή πλήρους διαφάνειας (και) στη λογοτεχνία.

Στο Συγγραφέας στα κρυφά, ο Κρητιώτης, μέσω ενός πρωτοπρόσωπου συγγραφέα/αφηγητή, που είδε το βιβλίο του να εκδίδεται χωρίς τη συναίνεσή του, με όνομα συγγραφέα όχι το δικό του, αφηγείται αυτή την ιστορία, την απόπειρα να δικαιωθεί και να του αποδοθεί το πνευματικό του παιδί. Ανέφερα παραπάνω πως η σοβαροφάνεια γεννά το ποικίλο ρήγμα στον εαυτό της: ο συγγραφέας/αφηγητής που συνήθιζε να εξαπατά υπογράφοντας με ψευδώνυμα τα έργα του, κάποια από αυτά πραγματικών προσώπων, όπως η γειτόνισσά του, που έβαζε εν γνώσει ή μη φίλους του να υπογράφουν συμβόλαια με εκδοτικούς οίκους αντί αυτού, τώρα έρχεται να λουστεί όσα εκείνος πρώτα έβρεξε, το βιβλίο στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, χωρίς το όνομά του. Ο Κρητιώτης στήνει ένα πανηγύρι γύρω από την εγχώρια εκδοτική πραγματικότητα με πρώτο νούμερο προς τέρψη του πλήθους τον ίδιο του τον εαυτό, ακολούθως τον εκδότη των εκδόσεων «Ουδείς ενδιαφέρθηκε» και τον μηχανισμό αυτοεκδόσεων που ιδιαιτέρως ανθίζει, τα λογοτεχνικά περιοδικά, που είναι υπό εξαφάνιση, τη σοβαροφάνεια, το περίκλειστο κύκλωμα ενδιαφέροντος που διόλου δεν περιλαμβάνει το κύριο μέρος της κοινωνίας κτλ κτλ.

Παιγνιώδης και αιχμηρός, χωρίς, επαναλαμβάνω να βγάζει την ουρά του απέξω, ο Κρητιώτης συμβάλλει σε μια λογοτεχνία που η μόδα και η ζήτηση έχουν αναμφίβολα επηρεάσει αρνητικά, εκείνη που αφορά τα βιβλία γύρω από βιβλία, συγγραφείς, βιβλιοπωλεία, εκδοτικούς οίκους αλλά και αναγνώστες, μια ειδικού και στενού ενδιαφέροντος λογοτεχνία, που πλέον, με τρόπο διαφορετικό φιγουράρει στα ευπώλητα περισσότερο ως αυτοβοήθεια και λιγότερο ή καθόλου ως καλή λογοτεχνία. Το όνομα του εκδοτικού οίκου που οικειοποιήθηκε το γραπτό τού συγγραφέα/αφηγητή, θα μπορούσε άνετα και χωρίς δεύτερη σκέψη να τιτλοφορεί το μεγαλύτερο μέρος της εκδοτικής παραγωγής. Η λογοτεχνία, εσωστρεφής εκ φύσεως, εξαιτίας του περιορισμένου βεληνεκούς ενδιαφέροντος, αποτυπώνει ως συνθήκη την ευρύτερη διαμορφωθείσα πραγματικότητα, εκεί που η ατομικότητα αποθεώνεται, καθένας μπορεί να συμμετάσχει στον δημόσιο λόγο, να μιλήσει για το τι έφαγε και να αποφανθεί για τα ψευδοδιλήμματα της καθημερινότητας, αλλά ουδείς ενδιαφέρεται πέρα από το υποκείμενο, που κυνηγά ή πιστεύει πως τον κυνηγούν ανεμόμυλοι, έτσι και ο συγγραφέας/αφηγητής που μόνος του όρισε τους δικούς του κανόνες, είδε τα βιβλία του μόνο μέσω σκανδάλων να έχουν μια προσωρινή επιτυχία, όσα δηλαδή δεν μούχλιασαν, αν όντως πότε τυπώθηκαν, στις αποθήκες του ενός ή του άλλου εκδοτικού οίκου.

Ο Κρητιώτης δεν παίρνει στα σοβαρά των ήρωά του, ήρωας αλήθεια γιατί, εξαιτίας ποιας ηρωικής πράξης άραγε, και μην παίρνοντάς τον στα σοβαρά πετυχαίνει να μιλήσει με σοβαρότητα για την εκδοτική πραγματικότητα, όχι από θέση υψηλή αλλά μέσα από τον βούρκο που περιγράφει, πώς το έλεγε ένα παλιό περιοδικό: πρώτα ζούμε και μετά γράφουμε· έτσι και εδώ. Απολαυστικό, αν και σε σημεία αναπόφευκτα υπερβολικό, το Συγγραφέας στα κρυφά, ικανοποιεί τον αναγνώστη που γνωρίζει τον Κρητιώτη και το έργο του, εισάγει, ωστόσο, περίφημα και τον νεοσύλλεκτο. Πίσω από το βιτριολικό modus vivendi της εκδοτικής πραγματικότητας, ένα τεράστιο υπαρξιακό ερώτημα, έμπλεο ματαιότητας, αναδύεται: γιατί γράφουμε; Μην παίρνοντας τον ήρωά του στα σοβαρά, ο Κρητιώτης καταφέρνει κάτι, ίσως δευτερεύον στον αρχικό σχεδιασμό και στόχευση, να μην τον ρεζιλέψει, να μην τον καταστήσει καρικατούρα, να μην τον ρίξει στην πυρά με τα χάχανα στον κύκλο γύρω της, αλλά να προκαλέσει και μια ενσυναίσθηση, κυρίως σε εκείνους που βασανίζονται με τη γραφή, χωρίς αυτό κανέναν να μην ενδιαφέρει, ούτε καν τους κοντινούς του ανθρώπους, πόσο μάλλον τους άσχετους, και όμως εκείνος να επιμένει, να καταστρώνει φανταστικές εκστρατείες, να σκιαγραφεί εχθρούς και θαυμαστές, οι πρώτοι συντριπτικά περισσότεροι βέβαια, να βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στην αυτοεικόνα του που με τόσο κόπο και μεράκι κατασκεύασε, και το έργο του προέκταση αυτής είναι, αλλά είπαμε: «Ουδείς ενδιαφέρθηκε».

υγ.ια τα προηγούμενα έργα του Κρητιώτη: Το μηνολόγιο ενός απόντος (εδώ), Δολοφόνος ο κύριος Ροΐδης (εδώ), Η κατασκευή μιας υστεροφημίας (εδώ), ως Αρίστη Προυσσιώτη Το θρόισμα των εκδοχών (εδώ), Ο Χειραγωγός (εδώ).

Εκδόσεις Τόπος

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2025

Απάρνηση - Άρης Μαραγκόπουλος

Το καρτερούσα το βιβλίο αυτό και έσπευσα να το πιάσω στα χέρια μου με την κυκλοφορία του σχεδόν. Σε μια εκδοτική πραγματικότητα που δεκάδες νέοι δημιουργοί, λιγότερο ή περισσότερο άγνωστοι από τα πριν, συστήνονται στο αναγνωστικό κοινό σε εβδομαδιαία βάση, υπάρχουν και οι σταθερές, συγγραφείς που τα έργα τους προσμένει ο αναγνώστης με έναν ευδιάκριτο ορίζοντα προσδοκιών. Τέτοια είναι για μένα η περίπτωση του Άρη Μαραγκόπουλου, αν και στην προκειμένη περίπτωση, δεν περίμενα απλώς και μόνο ένα ακόμα βιβλίο δια χειρός του δημιουργού, με το τόσο ευρύ και πολυσχιδές έργο στις αποσκευές του, αλλά και την ολοκλήρωση της τριλογίας «Οι κολυμπητές». Της Απάρνησης προηγήθηκαν το φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ και το Ω! Τι υπέροχη εκδρομή. Ήθελα να συναντήσω ξανά τα πρόσωπα, να αντικρίσω την καθημερινότητά τους, ήθελα όμως και να βρεθώ ξανά στη λογοτεχνική επικράτεια του Μαραγκόπουλου.

Η ζωή τα έχει φέρει έτσι που οι κολυμπητές μαζί με όσους για ένα χρονικό διάστημα συναντήθηκαν, συζήτησαν, γλέντησαν, ρίσκαραν, έζησαν παρέα ενάντια στη διάχυτη ιδιωτεία και την πολιτική απελπισία, δεν βρίσκονται πια τόσο συχνά όπως παλιά. Η τριλογία αυτή, έτσι όπως ολοκληρώνεται με την Απάρνηση, στέκεται κάπου στο διάκενο των λογοτεχνικών τριλογιών, από τη μια εκείνες που μόνο στο μυαλό του δημιουργού είναι τέτοιες, αποτελώντας ένα ευρύτερο, συχνά δυσδιάκριτο ως προς τη συγγένεια, σχήμα, και σε εκείνες τις άλλες που η ιστορία, μαζί με τη ζωή των πρωταγωνιστών, προωθείται από βιβλίο σε βιβλίο. Στην Απάρνηση συναντάμε από τη μια γνώριμα πρόσωπα από τα προηγούμενα δύο βιβλία, αλλά ταυτόχρονα οι αρμοί σύνδεσης, χωρίς να χάνονται, χαλαρώνουν αρκετά.

Στο Ω! Τι ωραία εκδρομή ο Μαραγκόπουλος κατέφυγε αρκετά στις αναλήψεις από το παρελθόν, τόσο για τη σύνδεση με τα προηγούμενα, όσο και για να επιτύχει μια πυκνή σύσταση εδάφους επί του οποίου να μπορέσει να σταθεί η συνέχεια της ιστορίας του. Στην Απάρνηση κάτι τέτοιο δεν είναι πρώτο ζητούμενο και παρότι η αναγνωστική απόλαυση είναι δεδομένη και δυνατή, η μη γνώση των προηγούμενων ίσως να δυσκολέψει τον νεοεισελθόντα αναγνώστη. Είναι μια μεγάλη συζήτηση, κρατάει χρόνια και ελάχιστα βέβαια αποτελέσματα έχουν προκύψει, σχετικά με το πόσο ο συγγραφέας οφείλει να έχει τον αναγνώστη κατά νου, τη διευκόλυνσή του. Εικασίες αναγνωστικές και πλήρως υποκειμενικές είναι αυτές· εκείνο που ως αίσθηση μου άφησε το βιβλίο αυτό είναι πως εδώ ο δημιουργός κάτι τέτοιο δεν το έχει προτεραιότητα. Κάτι τέτοιο, έστω πως ισχύει, δεν σημαίνει και πολλά, όχι τουλάχιστον αξιολογικά ή και ηθικά ακόμα αν προτιμάτε, και, για να καταφύγω σε ένα κλισέ, πάντοτε χρήσιμο σε δύσκολες στιγμές, ο Μαραγκόπουλος γράφει το βιβλίο που ήθελε να γράψει. Και αυτό το βιβλίο, η Απάρνηση, είναι ένα διαφορετικό βιβλίο από τα προηγούμενα της τριλογίας, παρότι αναπόσπαστο εν τέλει κόμματί της.

Ας ξεκινήσω απαριθμώντας ομοιότητες/συνδετικούς ιστούς: Ακλόνητα πολιτικό, μια διαρκής υπενθύμιση από μεριάς τού Μαραγκόπουλου πως η δημιουργία είναι πράξη πολιτική, αναπόφευκτα τέκνο της εποχής της, του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο δένει ο καρπός. Πολιτικό όχι με ένα τρόπο αφελή, όμως. Η δομή και η πλοκή δεν κατασκευάζονται επί της συγχρονίας, δεν βιάζεται το πολιτικό συμπέρασμα, η συσχέτιση με τα κοινωνικοπολιτικά σημαντικά· vice versa: η ιστορία, τα πρόσωπα, η ζωή τους, το κοινό εμβαδό που μοιράζονται είναι στέρεα, και, αναπόφευκτα, περιλαμβάνονται στο ευρύτερο πλαίσιο, καθορίζονται και διαμορφώνονται ως ένα βαθμό από αυτό σε αντιστοιχία με τη ζωή του δημιουργού εκτός γραφής. Το βεβιασμένα πολιτικό δίνει καρικατούρες ως αποτέλεσμα, με το δίκιο του ο αναγνώστης θα αναφωνήσει: καιροσκοπισμός, καπηλεία νεκρών και πόνου. Από την άλλη, ο αποστειρωμένος από το ευρύτερο πλαίσιο μύθος, ο εκτός πραγματικότητας, εκτός της μεγάλης πραγματικότητας, παράγει αναχωρητισμό και επίδειξη του προνομίου να μπορεί κάποιος να ζει και να δημιουργεί πέρα από τις στενωπούς. Και στις δύο περιπτώσεις μπορεί το αποτέλεσμα να είναι απολαυστικό, ακόμα και καλή λογοτεχνία, αν και με πόδια μάλλον κοντά. Ωστόσο, αυτό που κάνει ο Μαραγκόπουλος είναι πρωτίστως σημαντικό και ακολούθως απολαυστικό.

Συνεχίζοντας την απαρίθμηση των κοινών της τριλογίας, σίγουρα θα πρέπει να αναφερθώ στα πρόσωπα, ακόμα και σε εκείνα που πια δεν είναι εν ζωή, τα στιγμιότυπα από το παρελθόν, τα απόνερα παλιότερων συμβάντων, τις συνέχειες από τα νήματα που απλώθηκαν στα προηγούμενα δύο βιβλία. Ωστόσο, στην Απάρνηση ο Μαραγκόπουλος δοκιμάζει να αφεθεί σε μια απολαυστική, εκ του αποτελέσματος, λογοτεχνική δίνη. Δεν αρνείται στον νεόκοπο αναγνώστη στα χωράφια του εξηγήσεις και διευκολύνσεις πορείας χωρίς ταυτόχρονα να τον ανταμείβει. Μπερδευτήκατε; Ας δοκιμάσω να το διευκρινίσω, αν μπορώ.

Ίσως, σκέφτομαι, να βοηθούσε τον συλλογισμό μου η απόπειρα να απαντηθεί το ερώτημα πώς ορίζεται η ζωή εν γένει. Θα δοκιμαστούν πλείστες λέξεις, αναπόφευκτη καταφυγή σε διάφορες επιστήμες, και άκρη και πάλι δεν θα βγει. Νιώθω πως παίρνω τα φώτα από το μυθιστόρημα και τα στρέφω πάνω μου με κάτι τέτοιες μεγαλοστομίες. Όμως, θέλω να πιστεύω πως απλώς προσπαθώ και εγώ να καταλάβω ή/και να αναλύσω την αναγνωστική εμπειρία εδώ. Η ζωή, λοιπόν, ζεύγη αντιθέτων, πολλαπλές γωνίες θέασης και δράσης, το ανεξήγητο και το μάταιο. Πίσω στο μυθιστόρημα, τώρα, σκέφτομαι με ειδολογικούς και λοιπούς φιλολογικούς όρους, για παράδειγμα: Είναι ρεαλισμός; Και βέβαια είναι. Και η ποίηση, η μαγεία, το πανηγύρι, οι ιδέες, η ηθική, αυτό το Κι ας μη νικήσουμε ποτέ, θα πολεμάμε πάντα, τι είναι; Μα ακριβώς αυτά κάνουν το μυθιστόρημα ακραία ρεαλιστικό, αυτή η συμπεριληπτική ικανότητα του Μαραγκόπουλου, το άθροισμα των αποχρώσεων, το όλα είναι μέσα σε όλα. Και υπάρχει μία τέτοια ρεαλιστική απεικόνιση του κόσμου; Όχι, σίγουρα όχι.

Σας μυρίζει διδακτισμός και στράτευση; Θεωρώ πως κάνετε λάθος. Αν κάτι αρνείται καταστατικά ο συγγραφέας, τουλάχιστον όπως εγώ τον διαβάζω, είναι η μονοσημία, η μη ύπαρξη εναλλακτικής, αυτό που επιχειρείται να καθιερωθεί ως πραγματικότητα, το άσπρο-μαύρο χωρίς άλλο, να εξέλθει από το δίπολο που από τη μια πλευρά επιβάλλει μια θετική ενέργεια, αντιμάχεται την τοξικότητα (sic!) που εκείνο γεννά· από την άλλη, η θλίψη της στρατευμένης ύπαρξης, το κατάσαρκα φορεμένο μαύρο ρούχο. Απάρνηση. Επί εδάφους ακραίου ρεαλισμού το λογοτεχνικό δέντρο δίνει καρπούς ποιητικούς. Η ποιητικότητα και αν θεωρείται δεδομένα ίδιον του αναχωρητισμού και του μη πολιτικού, παρότι εδώ και χιλιάδες χρόνια συμβαίνει το πάντρεμα αυτό.

Διαβάζω ξανά όσα ως τώρα έχω γράψει. Αμφιβολία γεννάται εντός μου. Μήπως έπρεπε να σταθώ περισσότερο και αποκλειστικά ίσως στο ίδιο το μυθιστόρημα, στα συστατικά και τα πρόσωπα, να αναφερθώ στην αναγνωστική απόλαυση με πιο απλά και συνάμα θορυβώδη λόγια, να προσθέσω ίσως και κάποια θαυμαστικά; Η εκτίμηση στο έργο του Μαραγκόπουλου και κατά επέκταση και στον ίδιο αναπόφευκτα γεννά την επιθυμία το παρόν κείμενο να εκληφθεί από εκείνον ως ένα αντίδωρο. Πώς άραγε εκφράζουμε τον θαυμασμό μας χωρίς να είναι λόγια κούφια και κενά νοήματος; Δεν ξέρω τι κατάφερα. Εξ αρχής η πρόκληση ήταν δεδομένη, ένα κείμενο που θα σταθεί αντάξιος συνομιλητής ενός τέτοιου βιβλίου.

υγ. Για τα προηγούμενα μέρη της τριλογίας, για το φλλσστ,φλλσστ,φλλλσσστ (εδώ) και για το Ω! Τι υπέροχη εκδρομή (εδώ). Για το παλιότερο Πόλ και Λόρα, ζωγραφική εκ του φυσικού (εδώ).

Εκδόσεις Τόπος

Δευτέρα 22 Απριλίου 2024

Ω! Τι υπέροχη εκδρομή!

Από το 1982, όταν και κυκλοφόρησε το Όλτσμομπιλ, ο Άρης Μαραγκόπουλος έχει μια σταθερή και πολυσχιδή παρουσία στα εκδοτικά πράγματα, υπηρετώντας τη λογοτεχνία από διάφορα μετερίζια –του συγγραφέα, του δοκιμιογράφου, του μεταφραστή αλλά και του εκδότη– πετυχαίνοντας να δημιουργήσει ένα προσωπικό σύμπαν με έντονο το πολιτικό και αισθητικό στοιχείο. Στο Ω! Τι υπέροχη εκδρομή! συναντά τους ήρωες από το προηγούμενο μυθιστόρημά του, το φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ.

Οι τρεις Θωμάδες, παρέα με τον Φώντα, έχουν αραιώσει τις επισκέψεις τους στην, πρώην έρημη και νυν ποθητή για το κεφάλαιο υπό τη σκέπη της αθηναϊκής ριβιέρας, ακτή της Βάρκιζας, στο μέρος που χαλυβδώθηκε η φιλία τους και που τα γεγονότα που ακολούθησαν τη γνωριμία τους με τον Νώντα και την Ινέθ πυροδότησαν την πλοκή της ιστορίας. Κανονίζουν μια εκδρομή ως εκεί για να τελέσουν ένα μνημόσυνο με τον δικό τους τρόπο. Αν και μυθιστορηματική συνέχεια, το Ω! Τι υπέροχη εκδοχή! διαθέτει αναγνωστική αυτονομία, αφού ο Μαραγκόπουλος προβαίνει στις απαραίτητες αναλήψεις. Και το κάνει αυτό με τρόπο εξόχως λειτουργικό και όχι απλώς διεκπεραιωτικό, αφού, εκτός της συνέχειας, πετυχαίνει την προσθήκη του απαραίτητου υπεδάφους, επί του οποίου πατά το κάθε πρόσωπο της δράσης, προσδίδοντας μ' αυτόν τον τρόπο την απαραίτητη σχέση αιτίας-αιτιατού στη στάση και τις αποφάσεις του.

Στην κατεύθυνση αυτή υπάγεται και η επιλογή μιας μη γραμμικής αφήγησης, που ωστόσο δεν παρεμποδίζει τον αναγνώστη, αλλά αντίθετα συνεισφέρει στη συνοχή και τη λειτουργία της κατασκευής. Σε αυτό συμβάλλει καθοριστικά και η γνώριμη αφηγηματική άνεση του συγγραφέα, αλλά και η ευρύτητα των γνώσεων και των ενδιαφερόντων του. Ο τριτοπρόσωπος, παντογνώστης αφηγητής μένει εδώ περισσότερο στο παρασκήνιο, με ελάχιστα μόνο περάσματα από τη σκηνική δράση. Το πολυπληθές καστ της ιστορίας, όχι μόνο δεν βαραίνει ή δεν διασπά το μυθιστόρημα, αλλά, τόσο τα πρόσωπα όσο και οι υποϊστορίες τους υπηρετούν το συγγραφικό όραμα για μια πολύπτυχη, αντίστοιχη της πραγματικότητας, αφήγηση. Το όραμα, που τόσο λείπει από την εγχώρια λογοτεχνική παραγωγή, εδώ διατρέχει το μυθιστόρημα από άκρη σε άκρη, και παρότι ο πήχης τίθεται ιδιαιτέρως ψηλά, ο Μαραγκόπουλος καταφέρνει με χαρακτηριστική άνεση να τον περάσει, παραδίδοντας ένα ακόμα σπουδαίο βιβλίο.

Η πολιτική, γνώριμο χαρακτηριστικό του έργου τού Μαραγκόπουλου, αναμετράται σε μια πίστα απαιτητική όπως αυτή της συγχρονίας. Η ιστορία διαδραματίζεται στο ελληνικό παρόν, γεγονός που αναγκάζει τον αφηγητή να πάρει ξεκάθαρη θέση απέναντι στα πράγματα, να επιλέξει να αναδείξει εκείνα που θεωρεί καθοριστικά και σημαντικά ο ίδιος. Και το πετυχαίνει αυτό χωρίς η στράτευση να παρασιτεί εις βάρος της λογοτεχνικής αξίας του μυθιστορήματος, κάτι το οποίο είναι ιδιαιτέρως σπάνιο στην ιστορία της λογοτεχνίας. Ο πλουραλισμός των προσώπων και άρα και των θέσεων αυτών στην κοινωνικοπολιτική σκακιέρα αυξάνει τον βαθμό δυσκολίας, αφού ελλοχεύει το βεβιασμένο καπέλωμα της μιας έναντι της άλλης θέσης. Η ιδεολογική αυτοπεποίθηση και η απουσία διδακτισμού διαπνέουν την αφηγηματική φωνή, η πίστη στο σωστό και το δίκαιο νοηματοδοτεί τα λόγια και τις πράξεις, τη στιγμή που αφήνει τις μικροδιαφορές να παραμερίσουν ώστε να αποκαλυφθεί το κοινό έδαφος μεταξύ των προσώπων της ιστορίας. Σε μια περίοδο που, περισσότερο ίσως από ποτέ, η αριστερή ταυτότητα μοιάζει σύμφυτη με την απολογία και την ενοχή, αφηγήσεις όπως αυτή επανατοποθετούν το τρένο στις ράγες, δίνοντας του μια στέρεη και δυναμική πορεία προς τα εμπρός χωρίς ωραιοποιήσεις και μεγάλα λόγια, το Κι ας μην νικήσουμε ποτέ, θα πολεμάμε πάντα, αρκεί ως καύσιμη ύλη.

Κλείνοντας, θα σταθώ στην ηλικία του συγγραφέα. Ο Μαραγκόπουλος είναι γεννημένος το 1948. Δεν θα αναφερθώ στην ενέργεια και τη δημιουργική του δίψα, αλλά σε κάτι άλλο, πιο σημαντικό, όπως στη φρεσκάδα που αναβλύζουν τα γραπτά του, αλλά και η δημόσια παρουσία του, φρεσκάδα που μοιάζει να αντιβαίνει στην παρατηρούμενη συντηρητικοποίηση με την πάροδο της ηλικίας, έχοντας χαρακτηριστικά μονόδρομης πορείας. Αλλά και αυτό, στο πολιτικό έγκειται τελικά.

Το Ω! Τι υπέροχη εκδρομή! αποτελεί τη δικαίωση ενός αρκετά φιλόδοξου εγχειρήματος, γραμμένο σήμερα και για το σήμερα, μακριά από την όποια ασφάλεια προσφέρει η απόσταση από το παρελθόν και η ωραιοποίησή του, το οποίο καταφέρνει να επανανοηματοδοτήσει την ταλαιπωρημένη έννοια της αισιοδοξίας.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών. Το 2021 έγραφα για το Φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ αυτό, ενώ το 2017 για το Πολ και Λόρα, ζωγραφική εκ του φυσικου αυτό.

Εκδόσεις Τόπος

Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2023

Λίγα λόγια για μένα - Καλλιρρόη Παρούση

Ο Χάρης αυτοκτόνησε. Οι αρχές ζητούν τα κείμενά του από την υπεύθυνη του εργαστηρίου δημιουργικής γραφής. Εκείνη, παρότι θεωρεί πως τίποτα δεν μπορεί να βρεθεί εκεί που να εξηγεί την αυτοχειρία, είναι αναγκασμένη να τα παραδώσει, τα κείμενα, όχι την εκτίμησή της σε εκείνους. Ο Χάρης ξεκίνησε να παρακολουθεί αυτά τα μαθήματα, δύο φορές τον μήνα, ύστερα από ισχυρή σύσταση της ψυχοθεραπεύτριάς του, μήπως και αφήσει στο χαρτί εκείνα που τον ταλάνιζαν, που πιθανότατα μπλόκαραν τη θεραπεία. Ένα σύνηθες αίτημα των υποψήφιων μαθητών, μια ερώτηση γεμάτη από αγωνία εν δυνάμει υπαρξιακή· θα μπορέσω να βγάλω αυτό που έχω μέσα μου, ρωτάνε, η αντίδραση στο πρόσωπο του εισηγητή εν πολλοίς σημαίνει πολλά, η άγνοια και η απορία στέκουν απέναντι στη φτηνή διαβεβαίωση του ναι, σίγουρα θα τα καταφέρεις, γι' αυτό είμαι εγώ εδώ.

Ο Χάρης δεν υπήρξε ο πλέον επιμελής μαθητής, έγραψε ωστόσο, ανάμεσα σε άλλα, ένα όμορφο διήγημα για έναν επιμελή μαθητή, τον Γιάννη, τον αδερφό του, η επιμέλεια ελάχιστα διασφαλίζει ωστόσο, το χάος μάς κυριαρχεί.  Για την ακρίβεια, με τα λόγια της: ο Χάρης ήταν ο χειρότερος μαθητής στο εργαστήρι δημιουργικής γραφής, αλλά έγραφε τα καλύτερα κείμενα. Θα γίνω κείμενο, ανακοίνωσε την ίδια μέρα που διάβασε μπροστά σε όλους αυτές τις σελίδες για τη ζωή του αδερφού του στο Παρίσι. Ήταν ένα έργο για το οποίο όλοι είχαμε την ίδια απορία: είναι αυτοβιογραφικό, μυθοπλαστικό ή και τα δύο;

Το Λίγα λόγια για μένα αποτελεί την εναλλαγή των κειμένων της μαθητείας τού Χάρη, που θέλησε να κειμενοποιηθεί, και των σημειώσεων της ανώνυμης υπεύθυνης, που στα κείμενα αυτά βρήκε ένα δικό της δωμάτιο, τον χώρο να πει λίγα πράγματα για εκείνη, χωρίς να προδώσει, χωρίς να προβεί σε ερμηνεία του κειμενοποιημένου Χάρη, άλλωστε δεν υπάρχει πια κανείς για να δεχτεί παρατηρήσεις και διορθώσεις, μάλλον άχρηστες, έτσι και αλλιώς. Υπάρχουν βιβλία που η αναφορά στην πλοκή περισσότερο τα συσκοτίζει παρά τα διαφωτίζει. Αυτό το μεταμοντέρνο εγχείρημα της Καλλιρρόης Παρούση είναι μια τέτοια περίπτωση. Υπάρχουν βιβλία που συσκοτίζουν την πλοκή τους παρά τη διαφωτίζουν, αποδεικνύονται κρυπτικά και δυσδιάκριτα, υποχείρια του στυλ, της φόρμας, της σοβαροφάνειας, παθήσεων κοινών. Το Λίγα λόγια για μένα δεν είναι μια τέτοια περίπτωση. Η φιλοδοξία της συγγραφέως είναι οριακή στην εκ των προτέρων κατανόηση του τι σκοπεύει να κάνει, εκ των υστέρων όλα μοιάζουν να βρίσκονται στη σωστή θέση, στον ενδιάμεσο χώρο εντοπίζεται η έμπνευση και η επιμονή, όλο αυτό να λειτουργήσει, να μην καταρρεύσει σε αδιάφορα μπάζα μια στιγμή μετά τον θαυμασμό.

Μεταμοντέρνο εγχείρημα και φιλοδοξία. Ζεύγος που απουσιάζει από τη (σύγχρονη) ελληνική γραμματεία, ζεύγος που εγείρει αμφιβολία και σκεπτικισμό, αλλά και την περιέργεια (μου). Η φιλοδοξία προσφέρει μια ώθηση, δεν είναι από μόνη της ικανή ωστόσο να συντηρήσει την κίνηση. Το μεταμοντέρνο εγχείρημα προσφέρει μια έκταση παιχνιδιού, δεν είναι από μόνο του ικανό ωστόσο να προσδώσει ενδιαφέρον στο παιχνίδι. Είναι η απόσταση που χωρίζει το αφηρημένο από το συγκεκριμένο, που κρατά τα κλειδιά μιας ακραία υποκειμενικής συνθήκης όπως είναι η ανάγνωση. Θα ρωτούσα τη συγγραφέα: ποια ήταν η πρώτη ιδέα για την κατασκευή αυτή; Η αφιέρωση: στη μνήμη του Γιάννη· είναι, μοιάζει να είναι, επιλέγω πως είναι, μια παράμετρος άρρηκτα ενδοκειμενική. Η Παρούση παραδίδει στον αναγνώστη τα κλειδιά, αναπόφευκτα διαφορετικά για τον κάθε έναν. Δεν τα κρατά κρυμμένα ψηλά, σε μέρος αθέατο και δυσπρόσιτο. Η παράδοση αυτή είναι αναπόσπαστο μέρος του παιχνιδιού. Το παιχνίδι συγχέεται συχνά με την ελαφρότητα. Ξεχνούν όσοι το ισχυρίζονται πως υπήρξαν παιδιά.

Διαφορετική είναι και η τοποθέτηση του πήχη. Η τελική ετυμηγορία: πάνω ή κάτω από αυτόν. Η διάκριση των προγραμματικών προθέσεων της συγγραφέως είναι καθοριστική για την αναγνωστική πρόσληψη. Η Παρούση μετακυλίει στα δύο πρόσωπα την υποχρέωση αυτή, να μεταφέρουν το μήνυμα αντί αυτής, εκείνη ολοένα και αυξάνει την απόσταση, τα πρόσωπα του μύθου, έτσι και αλλιώς, διαθέτουν μια άναρχη και ισχυρή βούληση κίνησης, αυτονομούνται στα όρια της συγγραφικής επικράτειας, χωρίς εκείνη να χρειαστεί να τους δείξει την έξοδο από τον κόσμο μέσα στον οποίο αρχικά τους εναπόθεσε.

Η κατασκευή, ήδη από τα πρώτα κιόλας βήματα της βόλτας –αλλιώς: περπάτημα, σεργιάνι, σουλάτσο, περίπατος, διαδρομή– αποδεικνύεται άκρως λειτουργική της φιλοδοξίας. Ο επισκέπτης νιώθει φιλόξενα σ' ένα περιβάλλον οικείο σε ανοίκεια σύνθεση, όπως συμβαίνει στην καλή λογοτεχνία, με την ήπια και πολύτιμη, προφυλαγμένη, διάθεση για εξωστρέφεια. Η αποσπασματικότητα και ο πειραματισμός διόλου δεν τον πετούν έξω, τον αναγνώστη, η αγάπη για τη λογοτεχνία, διάχυτη από άκρη σε άκρη, σηματοδοτεί επιπλέον τη διαδρομή, η εγκεφαλικότητα δεν αφήνει το συναίσθημα απέξω, αυτός, ίσως, να είναι ο κατεξοχήν κοινός τόπος αναγνώστη και δημιουργού, το σκηνικό της δράσης των προσώπων, το έδαφος στο οποίο θα δοκιμαστεί τελικά η ίδια η πράξη της ανάγνωσης. Σκέφτομαι: το Λίγα λόγια για μένα, ήδη από τον τίτλο του, είναι μια αποδομημένη, με σύνεση λεηλατημένη, εκδοχή της βασιλεύουσας αυτομυθοπλασίας, που υπογραμμίζει και δεν κατακρίνει την ανάγκη γι' αυτή, και από τις δυο πλευρές του λογοτεχνικού ποταμού, και, ίσως, αυτή η παράδοξη εκδοχή να είναι η κύρια συγχρονία της κατασκευής αυτής, όχι τα κοινά πραγματολογικά συστατικά.

Για λίγο επιστρέφω στο μεταμοντέρνο, με μια αίσθηση χρέους. Αυτό και αν έχει υποστεί τη χλεύη και τον διασυρμό. Η Παρούση γνωρίζει καλά πως τα υλικά για την παρασκευή λογοτεχνίας είναι από αιώνες πια δεδομένα, η εκτέλεση της συνταγής μπορεί ωστόσο να διαφέρει. Η ανάγνωση συνοδεύει τη γραφή. Ας ισχυρίζονται κάποιοι άλλα. Οι επαναλαμβανόμενες φράσεις, ο απαραίτητος ζωτικός χώρος για τα πρόσωπα αλλά και τις ιδέες και την περιρρέουσα πραγματικότητα, το νήμα της πλοκής ευδιάκριτο παρότι μπερδεμένο, το φλερτάρισμα με διάφορα λογοτεχνικά υποείδη, η αγάπη για τη λογοτεχνία (ξανά λέω αυτό) και η απόπειρα να διαλευκανθεί η ανάγκη της, το γιατί γράφουμε και το γιατί διαβάζουμε σ' έναν κόσμο ολοένα και πιο σύνθετο, ολοένα και πιο αφόρητα παράλογο και επιβιωτικά αγωνιώδη, τον τρόπο με τον οποίο η γραφή του άλλου εισβάλλει στην επικράτειά μας, η καθησυχαστική ή ανήσυχη αίσθηση πως (και) για εμάς γράφει το αφηγηματικό υποκείμενο, πως η ανάγνωση, και όχι μόνο η γραφή, είναι μια διαδικασία κειμενοποίησης, οι εκδοχές της ζωής που δεν κυριάρχησαν αλλά αυτό διόλου δεν σημαίνει πως ξεχάστηκαν, όλα αυτά είναι μερικά από τα συστατικά της κατασκευής.

Υπάρχουν βιβλία που επιβάλλουν με τον τρόπο τους, διακριτικά και ήσυχα, όσα θα ειπωθούν γι' αυτά, που υπηρετούν μέχρι τέλους την πεποίθηση πως όσα θα ειπωθούν γι' αυτά είναι προστιθέμενα, αναπόσπαστα, μέρη της κατασκευής, όπως το Λίγα λόγια για μένα.

Εκδόσεις Τόπος

Πέμπτη 25 Μαΐου 2023

Το τελευταίο κορίτσι - Γιάννης Ξανθόπουλος

Είχαν προηγηθεί αναγνώσματα υψηλών απαιτήσεων που γύρευαν την αμέριστη προσοχή και τις ιδανικές συνθήκες για να προσφέρουν απόλαυση. Το τελευταίο κορίτσι, το αστυνομικό μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθόπουλου, είχε από καιρό πάρει τη θέση του στο ράφι με τα προσεχώς προσμένοντας ταπεινά την ευκαιρία του. Εκείνο το πρωινό υποσχόταν μια ανάγνωση χωρίς περισπασμούς, έμοιαζε ιδανικό για μια ανάγνωση μια και έξω και εγώ χρειαζόμουν ένα βιβλίο όπως αυτό. Ήταν η κατάλληλη στιγμή ή τουλάχιστον τέτοια φάνταζε. Ο ορίζοντας προσδοκιών για την επικείμενη ανάγνωση συμπεριλάμβανε μια προσχηματική αστυνομική πλοκή, μια εσάνς road novel, έναν αντιήρωα, στο όριο του αντισυμβατικού, αστυνόμο για πρωταγωνιστή και μια ματιά στη, διαχρονικά ζοφερή, ελληνική επαρχία της δεκαετίας του '80.

Φθινόπωρο 1986. Ο Διονύσης Έξαρχος, που πρόσφατα προάχθηκε σε υπαστυνόμο Α, ζητά και λαμβάνει μια δεκαήμερη άδεια σε μια εποχή που η καθημερινότητα επανακάμπτει από τη θερινή της ραστώνη. Εργένης, χωρίς υποχρεώσεις ταυτισμένες με τα όρια της σχολικής χρονιάς, ονειρεύεται ελεύθερη κατασκήνωση σε ερημικές παραλίες, μια ευκαιρία για ξεκούραση και ησυχία μακριά από το χάος και την παράνοια της επαγγελματικής ρουτίνας. Κατευθύνεται με τη μηχανή του προς τη νότια Πελοπόννησο. Φτάνει στο χωριό Συράγγελο της Μάνης. Ένα σκασμένο λάστιχο αρκεί για να ανατρέψει τα όποια πλάνα και να πυροδοτήσει την πλοκή της ιστορίας αυτής. Χωρίς μηχανή, αναγκάζεται να μείνει για κάποιες μέρες στο άδειο ξενοδοχείο του χωριού. Η ανακάλυψη ενός πτώματος διεγείρει το αστυνομικό του ένστικτο. Δεν πείθεται με την εξήγηση πως πρόκειται για αυτοκτονία. Ζητάει από τον προϊστάμενό του την άδεια να συμμετέχει στην έρευνα. Κάτι του βρωμάει εδώ.

Με μια ασφαλή τριτοπρόσωπη αφήγηση και με γλώσσα απλή, ο Ξανθόπουλος απλώνει την ιστορία αυτή χωρίς να την τεντώνει, μη χάνοντας στιγμή τον έλεγχο και διατηρώντας το σασπένς χωρίς υπερβολικές ανατροπές, υπακούοντας στους κανόνες που το ίδιο το είδος απαιτεί. Συμπληρώνει με υπομονή τα κομμάτια του παζλ, με τη σιγουριά κάποιου που γνωρίζει πως έχει μια καλή ιστορία να αφηγηθεί, χωρίς να γυρεύει τον στείρο εντυπωσιασμό, εκείνον τον εξυπνακίστικο που θα ενοχλούσε τον αναγνώστη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα καλογραμμένο κλασικότροπο αστυνομικό «ποιος το έκανε» μυθιστόρημα, που, χρησιμοποιώντας ως αφορμή μια σειρά εγκλημάτων, στρέφει το βλέμμα στην τοπική κοινωνία, επισημαίνοντας τις ιδιαιτερότητές της, χωρίς ωστόσο να παρεκκλίνει από τον δρόμο της αστυνομικής πλοκής, χωρίς να δελεάζεται, θέλω να πω, από σειρήνες ανθρωπολογικές και κοινωνιολογικές. Χτίζει έναν στέρεο και πειστικό κεντρικό χαρακτήρα, που διαθέτει μια παράδοξη γοητεία, απόρροια της ηθικής στάσης του απέναντι στα πράγματα, χρησιμοποιεί με σύνεση τη στερεοτυπία στη σύνθεση των δευτερευόντων προσώπων, γνωρίζοντας τη σημασία τους για τη συνολική κατασκευή, δημιουργεί τον απαραίτητο χώρο για να αναδυθεί αβίαστα η Σοφία, η κόρη του δολοφονημένου άντρα, που ζει εγκλωβισμένη σε ένα χωριό ανδρικής κυριαρχίας που ολοένα και φυλλορροεί. 

Άκρως λειτουργικός και έξυπνος είναι και ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας, δια μέσου ενός παντογνώστη αφηγητή, εισάγει τον Έξαρχο στην τοπική κοινωνία και παρεπόμενα στην πλοκή, εκμεταλλευόμενος πλήρως την επαγγελματική του ταυτότητα, που εγείρει αντιφατικά συναισθήματα, τόσο από την πλευρά του ήρωα και των ντόπιων, όσο και από την πλευρά του αναγνώστη. Η ομαλή αυτή ένταξη επιτρέπει τη δημιουργία βεβαιοτήτων και υποθέσεων σχετικά με την ταυτότητα του δολοφόνου, γεγονός απαραίτητο για την ανάγνωση. Ο Ξανθόπουλος εκμεταλλεύεται σε μεγάλο βαθμό τα χαρακτηριστικά του τόπου και κυρίως τη σκιά που το φυσικό κάλλος κατά τους ζεστούς μήνες της τουριστικής περιόδου δημιουργεί, όταν και οι τελευταίοι επισκέπτες αποχωρούν και ο χειμώνας στρώνει το χαλί της ασφυκτικής τοπικής κοινωνίας, με τις ιδιαιτερότητες και τα προβλήματά της, όσα ο περαστικός ταξιδιώτης αδυνατεί να διακρίνει, ωραιοποιώντας τη ζωή στο χωριό, παρότι δεν του είναι ανοίκεια όταν έρχεται αντιμέτωπος με αυτά στο πλευρό του Έξαρχου. Δεν είναι τυχαία η επιλογή αυτή, κάθε άλλο μάλιστα. Ο τόπος και οι ιδιαιτερότητές του προσφέρουν επιπλέον εμβαδό συμμετοχής για τον Έλληνα αναγνώστη, κάτι που λειτουργεί καθοριστικά στην αναγνωστική πρόσληψη σ' ένα είδος που εν πολλοίς έχει ταυτιστεί με μέρη μακρινά και ελάχιστα οικεία, με καθοριστική συμμετοχή στην πλοκή. Ο συγγραφέας εδώ δεν ποντάρει στον εξωτισμό αλλά στην εγγύτητα του σκηνικού. Ο Ξανθόπουλος δεν υποκύπτει στη σαγήνη της υπερβολής εις βάρος της αληθοφάνειας και του ρεαλισμού, γεγονός που ωστόσο εγείρει διαφορετικού τύπου πραγματολογικές απαιτήσεις, στις οποίες ο συγγραφέας ανταποκρίνεται επιτυχώς. Καθοριστικό κατασκευαστικά αποδεικνύεται επίσης και το γεγονός πως ο συγγραφέας μοιάζει να γνωρίζει ήδη από την αρχή της αφήγησης το πώς αυτή θα ολοκληρωθεί, πού θα μπει η λέξη τέλος, χωρίς να αρκείται στη διαλεύκανση της υπόθεσης, υπενθυμίζοντας πως το αστυνομικό σκέλος υπήρξε εξ αρχής η αφορμή.

Το τελευταίο κορίτσι είναι ένα καλογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα, που διαθέτει αρκετές από τις αρετές του είδους καταφέρνοντας παράλληλα να ξεπεράσει με σχετική ευκολία αρκετούς από τους περιορισμούς και τις δυσκολίες του. Προσδοκίες υπερκαλυμμένες.

Εκδόσεις Τόπος

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2022

Χώμα στα μάτια, στα αυτιά, στο στόμα - Ηλίας Μπιστολάς

Κάθε οικογένεια έχει ένα μυστικό, τουλάχιστον ένα, που κληροδοτείται από τους γονείς στα παιδιά, όσο εκείνοι είναι εν ζωή και τα παιδιά ακόμα εύπλαστα και ευάλωτα, πριν το δέρμα σκληρύνει, όσο ακόμα παίζουν στην αυλή και μαζεύονται γύρω από το τραπέζι, όσο χρειάζεται να σηκώσουν το κεφάλι, όσο η σιωπή τρομάζει. Κάτι για το οποίο κανείς δεν μιλάει ευθέως, κάτι το οποίο κανείς δεν αντιμετωπίζει μετωπικά. Άπαξ και διατάχθηκε η σιωπή, άπαντες συμπεριφέρονται σαν να μην υπάρχει, σαν να μη συνέβη ποτέ, σαν η λήθη να αποτελεί προϊόν ενεργητικής βούλησης, θαρρείς. Και ο καιρός αναπόφευκτα περνά. Μοιάζει κάτι τέτοιο να αποτελεί απαραίτητο δομικό συστατικό σε κάθε οικογένεια παρά τη διαβρωτική του φύση, μια παράδοση από γενιά σε γενιά, μια ποσότητα πυρίτιδας τοποθετημένη άτσαλα και βιαστικά στα θεμέλια, ένα αναγκαίο κακό που συχνά πρέπει να επινοηθεί ώστε στα σκαλιά του ιδιότυπου αυτού βωμού να συγκεντρώνεται το σύνολο των αποτυχιών, όλα να πηγάζουν από κει και όλα να επιστρέφουν εκεί. Γύρω από το μυστικό αυτό απλώνει τις ρίζες του ο οικογενειακός αλλά και ο ατομικός μύθος, φαντάσματα και τέρατα τρομακτικά τον ενοικούν. Καρπίζουν εκεί βεβαιότητες που στις γωνιές του σπιτιού σιγοκαίνε ανείπωτες. Η πρόσληψη διαφέρει, η διαχείριση ποικίλει, το βάρος δεν επιμερίζεται, ωστόσο, η σκιά δεν αδυνατίζει και καθώς είναι κάτι που δεν υπόκειται σε μηχανισμούς αποδόμησης, απομένει έρμαιο κάθε απώλειας, αναδύεται στην επιφάνεια κάθε κρίσιμη στιγμή.

Η Αγγελική ήταν εφτά χρονών όταν ο πατέρας τους δολοφόνησε τον Αχιλλέα. Είχαν περάσει είκοσι χρόνια από εκείνη τη μέρα. Όλα συνέβησαν μετά την κηδεία της γιαγιάς τους. Έπαιζε κυνηγητό με τον Πέτρο στην ίδια αυλή στην οποία κάθονταν σήμερα, ανάμεσα σε μεθυσμένους καλεσμένους οι οποίοι είχαν ξεχάσει για ποιο λόγο είχαν μαζευτεί, όταν, τρέχοντας να ξεφύγει από τον δίδυμο αδερφό της, βρέθηκε στο μικρό αίθριο που υπήρχε στο πίσω μέρος του σπιτιού. Παραξενεύτηκε που είδε φως στο υπόγειο και με τον Πέτρο κρυφοκοίταξαν από το παράθυρο. Η Αγγελική έβγαλε ένα ουρλιαχτό.

Ο πατέρας τους δολοφόνησε τον από χρόνια στενό συνεργάτη του, Αχιλλέα, στο υπόγειο του σπιτιού τους. Καταδικάστηκε σε φυλάκιση, η μητέρα διέταξε τα τέσσερα παιδιά να μην αναφερθούν ξανά σε εκείνον, να μην τον επισκεφτούν, να μην επικοινωνήσουν, να τον ξεχάσουν. Σαν να μην υπήρξε ποτέ, δεν υπήρξε ποτέ. Τα χρόνια περνούσαν, το κάθε παιδί ακολούθησε, όπως μπορούσε, τον δικό του δρόμο, η ζωή προχωρά άλλωστε, έτσι λένε και έτσι συμβαίνει τελικά. Η αφήγηση του Μπιστολά ξεκινάει τη στιγμή που σ' έναν αγώνα ταχύτητας στην ορεινή Κορινθία, ο Πέτρος, ο δίδυμος της Αγγελικής, στην τελευταία επικίνδυνη στροφή της διαδρομής, θα χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου, θα βγει από τον δρόμο και θα προσκρούσει πλαγιομετωπικά σε μια συστάδα δέντρων, ένα κλαδί θα προκαλέσει θανάσιμο πλήγμα στον συνοδηγό, το αγόρι της Αγγελικής. Η δυσοσμία από το υπόγειο αναδίδεται ξανά. Το παρελθόν χτυπάει την πόρτα ξανά.

Το Χώμα στο στόμα, στα αυτιά, στο στόμα είναι μια οικογενειακή σάγκα, που πηγάζει από εκείνο το απόγευμα, όταν το πάτωμα του υπογείου γέμισε από το αίμα του Αχιλλέα, όταν η μάνα διέταξε λήθη κληροδοτώντας το μυστικό. Ο Μπιστολάς παίρνει μια κομβική απόφαση που εν πολλοίς καθορίζει την αναγνωστική πρόσληψη και που έχει να κάνει με το μέγεθος του μυθιστορήματός του επιλέγοντας την αφηγηματική πύκνωση. Με την απόφαση αυτή, που έρχεται ως ένα βαθμό σε σύγκρουση με ένα βασικό ειδολογικό χαρακτηριστικό της οικογενειακής σάγκας με τα πολυσέλιδα τέκνα, ο συγγραφέας πετυχαίνει να αποτυπώσει τον αποσπασματικό χαρακτήρα κάθε οικογενειακής ιστορίας, εν μέρει αινιγματικό ή και κρυπτικό ακόμα και για τα ίδια τα μέλη της, μην επιτρέποντας στον παντογνώστη αφηγητή να πρωταγωνιστήσει εξηγώντας τα πάντα και τοποθετώντας ένα-ένα όλα τα κομμάτια του παζλ. Άλλωστε η απόκρυψη χαρακτηρίζει δομικά τη συγκεκριμένη οικογένεια. Η ανάγνωση του μυθιστορήματος καταδεικνύει πως αυτό αποτελεί συγγραφική επιλογή και όχι αδυναμία.

Ο συγγραφέας χωρίζει το μυθιστόρημά του σε τρία κεφάλαια. Η επιλογή αυτή αποδεικνύεται λειτουργική και υποστηρικτική ως προς τον συνειδητά αποσπασματικό χαρακτήρα της αφήγησης, καθώς επιτρέπει και δικαιολογεί τη συνύπαρξη τριών διαφορετικών επεισοδίων, τριών καρέ από το οικογενειακό άλμπουμ, ικανών ωστόσο να φανερώσουν ιστούς σύνδεσης και επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Ενώ, σε μια περαιτέρω άγρα συγγραφικών προθέσεων και επιδιώξεων, συνεισφέρουν στην αναγνώριση οικείων συστατικών της οικογενειακής ζωής, ακριβώς εξαιτίας της αποσπασματικότητας, γεγονός που επιτρέπει στον αναγνώστη να νιώσει πως πατάει σε έδαφος κοινό, πως μοιράζεται βιώματα και καταστάσεις αναλογικά γνώριμες. Ο Μπιστολάς μοιάζει να υποσκάπτει διαρκώς το ρεαλιστικό υπόστρωμα της ιστορίας αυτής, αφήνοντας την αίσθηση μιας παραβολής να πλανάται, σαν όλα να λειτουργούν την ίδια στιγμή και σε συμβολικό επίπεδο, σαν διόλου να μην τον ενδιαφέρει η πιστή αποτύπωση, αλλά ο εφιάλτης, εκεί που όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα, χωρίς να υπακούν σε σχέσεις αιτίου και αιτιατού ή στη γραμμικότητα του χρόνου, εφιάλτης από τον οποίο ωστόσο το ξύπνημα δεν σε απαλλάσσει.

Τα γεγονότα εναλλάσσονται χωρίς να παρεμβάλλεται η οποιαδήποτε προσφορά κατανόησης, απλώς συμβαίνουν όπως τα γεγονότα είθισται να κάνουν, χωρίς να κομίζουν εξηγήσεις, αφήνοντας συνέπειες στο διάβα τους και πρόσωπα να αναζητούν να συγκεντρώσουν τα κομμάτια τους, αφού  πρώτα τα αναγνωρίσουν ως δικά τους μέσα στον χαμό. Ο συγγραφέας αποφεύγει τις στενωπούς της ηθογραφίας, του σωστού και του καλού, και έτσι το μυθιστόρημα ανασαίνει έστω και με την αναπόφευκτη δυσκολία του περιβάλλοντος στο οποίο διαδραματίζεται. Αποφεύγεται επίσης η φρικώδης συναισθηματική καθοδήγηση, ο αναγνώστης αφήνεται αβοήθητος στην αρένα, αντιμέτωπος σταδιακά με τους δικούς του οικογενειακούς και όχι μόνο δαίμονες, χωρίς υποβολείο, τα πρόσωπα του δράματος είναι πειστικά δοσμένα, γεμάτα ελαττώματα και αδυναμίες, κατεξοχήν ανθρώπινα δηλαδή.

Ο συγγραφέας επιχειρεί να κάνει λέξεις μια έκρηξη χρησιμοποιώντας τα ίδια της τα θραύσματα. Το Χωμα στα μάτια, στα αυτιά, στο στόμα παρότι πραγματεύεται ζητήματα πολλάκις ειπωμένα διαθέτει έναν τρόπο διακριτό, χωρίς ωστόσο να ξεχνά από πού έρχεται και έχοντας επίγνωση του τι θέλει να πετύχει, μην επιτρέποντας στην τυχαιότητα να παρεισφρήσει. Ο Μπιστολάς, στο πρώτο του μυθιστόρημα, αναλαμβάνει το ρίσκο των επιλογών του και τις ακολουθεί μέχρι τέλους· να σημειωθεί αυτό, γιατί ολοένα και σπανίζει.

Εκδόσεις Τόπος

Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2021

Καχάμπρε - Armando Romero

Ο Σεραφίν ήταν ο πρώτος που με υποδέχτηκε στον οικισμό Πλαγίτας. Στις χερούκλες του ένα μπουκάλι ανθρακούχο Ποστομπόν με γλυκιά γεύση, ήταν ό,τι έπρεπε για την ανακούφιση των χειλιών μου που είχαν ξεραθεί απ' το αλάτι τόσες ώρες στ' ανοιχτά με τη μηχανοκίνητη βάρκα, την οποία ο θείος Αρσέσιο μανούβραρε επιδέξια ανάμεσα στους κυματοθραύστες. Η θεία Ελόδια δεν ήταν στον οικισμό. Είχε πάει, ανεβαίνοντας τον ποταμό Τίμπα, να ράψει το στήθος μιας γυναίκας που της το είχαν σκίσει με τη ματσέτα σ' έναν καβγά. Ο Αρσέσιο, αφού με βοήθησε να κατέβω από τη βάρκα, ξανάφυγε τρέχοντας μ' αυτή και με τον Μαροκίν για να δει τι συνέβαινε, αλλά όχι χωρίς να ζητήσει πριν από τον Σεραφίν να του φέρει ένα μπουκάλι αψέντι.

Σχεδόν ήξερα από εκείνη τη στιγμή πως ο Σεραφίν θα γινόταν ο φίλος μου στην Καχάμπρε. Περιοχή με ζούγκλες, θάλασσες, ποτάμια, παραπόταμους, νησιά, οικισμούς, μαγκρόβια δάση, ξυλουργεία, όλα συνδεδεμένα με τον ποταμό που φέρει το ίδιο όνομα: Καχάμπρε. Με τους κατοίκους της, μαύρους στην πλειονότητά τους, και κάτι λίγους λευκούς αποίκους. Πάισα ήταν οι νεοφερμένοι· κουλιμότσο όσοι βρίσκονταν εκεί από τους χρόνους της αποικιοκρατίας.

Δεκαετία του '60. Ο νεαρός αφηγητής, επίδοξος συγγραφέας, δεν σχεδιάζει να μείνει για πολύ καιρό σ' εκείνα τα άγνωστα και εξωτικά, ακόμα και για τους Κολομβιανούς, μέρη· περιμένει ένα πλοίο, που θα σαλπάρει από τη Μπουεναβεντούρα, για να κάνει τον γύρο του κόσμου. Με την άφιξή του, μια νεαρή μαύρη οστρακοσυλλέκτρια, η Ρουπέρτα, δολοφονείται. Δολοφόνος της φέρεται να είναι ο Ελβετός Οράσιο Φλέμινγκ, ιδιοκτήτης, όπως και οι θείοι του αφηγητή, ενός ξυλουργείου. Η εκδοχή του ατυχήματος μοιάζει να υπερισχύει, παρά τις δεκάδες διαφορετικές εκδοχές που κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα, αφού Η μια ιστορία σκαρφαλώνει πάνω στην άλλη και πέφτουν πάνω σου βροχηδόν, αυτός είναι ο τρόπος που κατασκευάζονται οι αλήθειες μέσα στην πυκνή βλάστηση της Καχάμπρε. Άλλωστε, ένας λευκός δύσκολα μπορεί να τιμωρηθεί για τον θάνατο μιας μαύρης σ' εκείνη την απομονωμένη περιοχή. Η παρουσία και η ισχύς των αρχών είναι μηδαμινή, οι άνθρωποι λύνουν μόνοι τους τα προβλήματα που παρουσιάζονται στην καθημερινότητά τους, ακολουθώντας μια υφιστάμενη ιεραρχία. Ο Οράσιο, θείος του αφηγητή, είναι άτυπα ο τοπικός άρχοντας λόγω της επιρροής και της δύναμης που διαθέτει, ένας πλούσιος λευκός που δίνει δουλειά, αλλά ταυτόχρονα έχει καταφέρει να κερδίσει και τον σεβασμό της τοπικής κοινωνίας. Γυρεύει να ρίξει φως στη δολοφονία αυτή. Δεν θέλει αναταραχές. Σύμφωνα με τα έθιμα ταφής, το σώμα της νεκρής θα παραμείνει για εννέα μέρες εκτεθειμένο ώστε να του αποδοθούν τιμές. Αν ο πραγματικός ένοχος δεν βρεθεί μέχρι την ταφή, τότε η ψυχή της Ρουπέρτα θα μείνει σκιά που θα τριγυρνά στα δάση της περιοχής.

Κι όμως, παρά την κεντρική πλοκή της ιστορίας, το Καχάμπρε θα ασφυκτιούσε στα στενά όρια της τυπικής αστυνομικής λογοτεχνίας, εδώ, η αναζήτηση του δολοφόνου αποτελεί το όχημα περιδιάβασης σ' ένα μέρος μαγικό μα και σκληρό. Ο Ρομέρο παραδίδει ένα εξωτικό μυθιστόρημα, ανθρωπολογικού και κοινωνικοπολιτικού ενδιαφέροντος, που πραγματεύεται, μεταξύ άλλων, τη θέση της γυναίκας, την έννοια της δικαιοσύνης, το ζήτημα της ιδιοκτησίας και την αντιμετώπιση του περιβάλλοντος σ' εκείνη την απομακρυσμένη και δυσπρόσιτη περιοχή. Πάνω απ' όλα όμως είναι μια καλογραμμένη ιστορία. Η επιλογή ενός νεαρού αφηγητή, που μόλις έφτασε και δεν έχει καμία σχέση με εκείνα τα μέρη είναι κομβικής σημασίας για το μυθιστόρημα, καθώς ο συγγραφέας με τον τρόπο αυτό πετυχαίνει την καθαρή ματιά του παρατηρητή, που δεν θεωρεί τίποτα δεδομένο, ελαχιστοποιώντας έτσι την προκατάληψη απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις. Όλα για εκείνον είναι καινούργια, σχεδόν μυθιστορηματικά, διψάει να μάθει και να ακούσει ιστορίες. Βέβαια, η ματιά ποτέ δεν είναι εντελώς καθαρή, αλλά έχει να κάνει με όσα είναι και φέρει ο παρατηρητής. Έτσι και εδώ, ο αφηγητής είναι ένας λευκός νεαρός άντρας και επιπλέον συγγενής με τους τοπικούς άρχοντες, δεν είναι ένα άγραφο φύλλο χαρτί. Ωστόσο ο Ρομέρο το εκμεταλλεύεται αυτό αφηγηματικά.

Μένοντας στον αφηγητή, καταλυτική είναι η άφιξη της νεαρής Μαρ (θάλασσα), καλεσμένης της θείας του. Οι δυο τους δημιουργούν τη νεαρή εκδοχή των θείων του αφηγητή, μια εκδοχή πιο ρομαντική και πιο ανοιχτή. Τον Ρομέρο τον απασχολεί η συνύπαρξη λευκών και μαύρων, η συνύπαρξή τους υπό ταυτότητα κολομβιανή, το ετερόκλητο αυτό πολιτιστικό μείγμα και η δυναμική που αναπτύσσεται και συντηρείται. Φαίνεται αυτό από τον -σχετικά ύπουλο- τρόπο με τον οποίο κατασκευάζει του λευκούς ήρωες της ιστορίας του, στην πλευρά των οποίων και ο ίδιος ανήκει, άλλωστε ο αφηγητής σε πολλά θυμίζει τον ίδιο τον συγγραφέα, τον τρόπο με τον οποίο τους διαχωρίζει σε καλούς και κακούς, ώστε να ξεχωρίσουν οι θείοι του αφηγητή ως προνομιούχοι που όμως κάνουν φειδωλή χρήση των προνομίων τους, αλλά και από την ίδια την αφήγηση, την ποιητικότητα με την οποία περιγράφει την καθημερινότητα στα μέρη εκείνα, ποιητικότητα που ανήκει σε κάποιον περαστικό από την περιοχή, όχι απαραίτητα αδιάφορο, αλλά σίγουρα αμέτοχο, που όμως κάπου στο βάθος νιώθει μια κάποια ενοχή, ίσως κάπως απροσδιόριστη. Το Καχάμπρε, απαλλαγμένο από την αφηγηματική πανδαισία που το χαρακτηρίζει, είναι ένα πολύ σκληρό μυθιστόρημα. Ο Ρομέρο, κατά τη γνώμη μου έξυπνα, επιλέγει αυτή την αφηγηματική αντίστιξη, αυτή την παραμυθένια εκδοχή της πραγματικότητας, που εν πολλοίς χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος της μεταποικιακής λογοτεχνίας, που λειτουργεί ως κολυμπήθρα, υπονομεύοντάς την με τρόπο διακριτικό.

Με προεξέχουσα τη δολοφονημένη, οι γυναικείοι χαρακτήρες του Ρομέρο είναι σύνθετοι και καλοφτιαγμένοι, με καθοριστική παρουσία στην πλοκή. Η θέση της γυναίκας, για την ακρίβεια η θέση της γυναίκας που διεκδικεί σε επίπεδο ερωτικό, οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό, που αμφισβητεί την υφιστάμενη δομή και απαιτεί την αυτοδιάθεσή της, αποτελεί βασικό άξονα στο Καχάμπρε. Απέναντι στη νεκρή δεν στέκει μόνο ο δολοφόνος της, αλλά και η οικογένειά της, ο άντρας της, οι επίδοξοι μνηστήρες, τα αφεντικά. Οι σχέσεις εξουσίας διαμορφώνουν εν πολλοίς την καθημερινότητα, στο Καχάμπρε στην προκειμένη περίπτωση, από τα πιο απλά ως τα πιο σύνθετα. Φύλο, φυλή και χρήμα. Η συντήρηση και αναπαραγωγή του μοντέλου αποτελεί κύριο μέλημα των αποίκων, η αύξηση του κέρδους και η εδραίωση της κυριαρχίας, η κατάπνιξη οποιασδήποτε απόπειρας για αντίδραση. Τον συγγραφέα τον απασχολεί και η αντιμετώπιση του περιβάλλοντος, από το κυνήγι του χρυσού, που άφησε πίσω του ανεπανόρθωτα πληγωμένες εκτάσεις γης, στη μαζική υλοτομία, με τα γνωστά ως σήμερα αποτελέσματα. Ο Ρομέρο όλα αυτά τα ενσωματώνει θαυμάσια στην πλοκή της ιστορίας του χωρίς να την παραφορτώνει και χωρίς να την εκτρέπει από την αναζήτηση του δολοφόνου που θα επιτρέψει στη νεκρή να ησυχάσει.

Το Καχάμπρε, με τη σκιά του Μάρκες, όπως σε κάθε έργο της κολομβιανής λογοτεχνίας, να πέφτει βαριά, συγγενεύει με τη μυθιστορία του σπουδαίου Αλβάρο Μούτις και είναι ένα άκρως γοητευτικό μυθιστόρημα, γεμάτο εξωτισμό, μυρωδιές και χρώματα της ζούγκλας και του ποταμού, σαφώς κοινωνικοπολιτικό, που θίγει εντός της πλοκής διάφορα ζητήματα, διαρκώς επίκαιρα. Η μετάφραση της Αγαθής Δημητρούκα ανταποκρίνεται και με το παραπάνω στις ιδιαίτερες απαιτήσεις του κειμένου. Ο Αρμάντο Ρομέρο μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά, παρά τους έντονους δεσμούς που ο ίδιος διατηρεί με τη χώρα μας.

Μετάφραση Αγαθή Δημητρούκα
Εκδόσεις Τόπος

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ - Άρης Μαραγκόπουλος

Σε μια απάνεμη παραλία της Βάρκιζας, που δύσκολα διακρίνεται από τη λεωφόρο και στην ιδιαιτερότητα αυτή οφείλει την ησυχία της, ακόμα και κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, τρεις ηλικιωμένοι άντρες βρίσκουν όλο τον χρόνο καθημερινό καταφύγιο μακριά από τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Στο αυτοσχέδιο τραπέζι καθένας τους συνεισφέρει φαγητό και ποτό, ένα ραδιοφωνάκι συνεπικουρεί τον παφλασμό των κυμάτων. Και οι τρεις συμβαίνει να έχουν το ίδιο όνομα, Θωμάς. Στην παραλία αυτή συνηθίζει να κολυμπάει και ο Φώντας, που κάποτε ήταν δάσκαλος, από τη φύση του μοναχικός και διστακτικός σε νέες γνωριμίες, ακριβός στη φιλία, τους αποφεύγει συνήθως, επιλέγοντας μια απόμερη γωνιά. Τον Δεκέμβρη του '12, μια ξαφνική κακοκαιρία θα οδηγήσει ένα μικρό ιστιοφόρο στη μικρή αυτή παραλία, με επιβάτες ένα ζευγάρι πενηντάρηδων, τον Νώντα και την Ινέθ. Ο Νώντας γνώρισε τη Μεξικανή Ινέθ σ' ένα μπάρκο, παντρεύτηκαν και έζησαν στη γη των Ζαπατίστας για κάποια χρόνια, πριν αποφασίσουν να επιστρέψουν στην Ελλάδα. 

Τον Δεκέμβρη του '17 ο συγγραφέας θα φτάσει σε εκείνη τη θάλασσα. Με μια πρώτη ματιά δεν θα αντικρίσει «ψυχή», λίγο πριν βουτήξει θα προσέξει ένα ζευγάρι κορμοράνων να ρεμβάζουν στο άπειρο. «Περήφανα πουλιά», ακούει μια συγκινημένη φωνή πίσω του. Είναι ο Φώντας. Τον πλησιάζει και του συστήνεται. Ο συγγραφέας, από τη φύση του μοναχικός και διστακτικός σε νέες γνωριμίες, θα υποκύψει στις σειρήνες της στερεοτυπίας ακούγοντας τον να συστήνεται ως Ξενοφώντας Παλαιολόγος, θα σκεφτεί: «Αρχαιότητα και Βυζάντιο μαζί. Αν βάλεις και λίγο ελληνικό κινηματογράφο έχεις τη μισή Ελλάδα...». Γνωρίζοντάς τον καλύτερα, εκείνο τον χειμώνα, θα τον εκτιμήσει για τις σκέψεις και τις απόψεις του, τα στερεότυπα θα καταρρεύσουν αφήνοντας πίσω τους ένα ταυτόχρονο αίσθημα ντροπής και ελπίδας. Το φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ είναι η ιστορία των τριών Θωμάδων, του Νώντα, της Ινέθ και του Φώντα, ανάμεσα στο 2012 και το 2016, έτσι όπως τη διηγήθηκε στον συγγραφέα ο παλιός δάσκαλος.

Ο τίτλος του μυθιστορήματος μάλλον ξενίζει τον υποψήφιο αναγνώστη, καθώς δεν μοιάζει να βγάζει νόημα, η απουσία φωνηέντων δυσκολεύει ακόμα και την προφορά του. Αν επιμείνει, και δεν τον προσπεράσει ελαφρά την καρδία, θα διαπιστώσει πως αποτελεί τη γραπτή αποτύπωση ενός ήχου γνώριμου, του παφλασμού των κυμάτων. Φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ. Το κενό αυτό, ανάμεσα σε μας και στη γραπτή αποτύπωση  του παφλασμού, φανερώνει την απομάκρυνσή μας από το φυσικό περιβάλλον, την αποκοπή μας, αν προτιμάτε, από τον κόσμο της παιδικής φαντασίας. Σταματήστε για μια στιγμή και δοκιμάστε να πείτε πώς κάνει η θάλασσα. Η εκδοχή του συγγραφέα ίσως και να μη σας καλύψει. Δεν ακούμε όλοι με τον ίδιο τρόπο άλλωστε. Αν έχετε ποτέ συζητήσει με διεθνή παρέα τους ήχους των ζώων, θα έχετε διαπιστώσει τις διαφορές ανάμεσα σε μια ελληνική και μια αλλοδαπή γάτα για παράδειγμα. Ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνούμε με τη φύση έχει πάψει προ πολλού να είναι ατομικός και βιωματικός.

Ο συγγραφέας αναφέρεται εξ αρχής στην ποιητική του, αποκαλύπτοντας κάποια από τα χαρτιά και τα κατασκευαστικά σχέδια τού μυθιστορήματος. Το φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ είναι η ιστορία που άκουσε από τον συνομήλικό του Φώντα, πρόσωπο που λειτουργεί ως άλτερ έγκο τού φαινομενικά -και μόνο- παντογνώστη αφηγητή, και το γεγονός αυτό προσδίδει στην ιστορία των έξι έναν χαρακτήρα ντοκουμέντου, κάτι που όντως συνέβη δηλαδή. Η μαρτυρία του Φώντα σε συνδυασμό με την ενσωμάτωση στην ιστορία σημαντικών και κομβικών γεγονότων της χρονικής αυτής περιόδου εντείνουν το ρεαλιστικό πλαίσιο. Ο Μαραγκόπουλος, παρότι κινείται εντός γνωστών και συγκεκριμένων χωροχρονικών συντεταγμένων, πετυχαίνει να τις υπερβεί. Τοποθετώντας τους ήρωές του στην απόμερη ακτή, γύρω από το αυτοσχέδιο τραπέζι, να συζητούν για τα όσα συμβαίνουν, μεταξύ άλλων για το προσφυγικό, τη δολοφονία του Λουκμάν και του Φύσσα, το δημοψήφισμα, την οικονομική κρίση, τη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος, την πλατεία Ταξίμ, την αριστερή κυβέρνηση και τα τάγματα εφόδου, πάντοτε από μια απόσταση ασφαλείας, δίπλα στον καθησυχαστικό ήχο των κυμάτων καθώς αυτά συναντούν την ακτή, ο Μαραγκόπουλος αποτυπώνει με οξυδέρκεια τη στάση μας απέναντι στον ζόφο, όχι μόνο εκείνων που δεν ασχολούνται, προτιμώντας μια στάση ωχαδελφισμού, αλλά και εκείνων που με πάθος εκφράζουν τη γνώμη τους, επισημαίνοντας την άσχημη τροπή των πραγμάτων, διατυμπανίζοντας την ανάγκη για δράση. Έτσι καθισμένα γύρω από το τραπέζι, ανάμεσα σε κουβέντες, που έχει επικρατήσει να τις αποκαλούμε πολιτικές, για κάποιους απλώς βαριές και απαισιόδοξες, ενοχλητικές όπως και να έχει, μπαινοβγαίνοντας στη θάλασσα, τσιμπώντας και πίνοντας, χορεύοντας και τραγουδώντας, τα έξι πρόσωπα συνεισφέρουν τις δικές τους ιστορίες, τη δική τους καθημερινότητα από την οποία δραπετεύουν, δικαιολογώντας τη στάση τους και τις αποφάσεις που πήραν κάποτε, δικαιολογίες που πρωτίστως απευθύνονται στον ίδιο τους τον εαυτό, τον πλέον αμείλικτο κριτή. Όλα θα αλλάξουν τη στιγμή που ο ζόφος θα τους αγγίξει, που η απόσταση ασφαλείας θα καταλυθεί, όταν η δράση θα αποτελέσει το μοναδικό διακύβευμα και οι δικαιολογίες αποφυγής θα εξασθενίσουν.

Ο τρόπος με τον οποίο ο Μαραγκόπουλος κατασκευάζει το μυθιστόρημά του αποτελεί από μόνος του ένα κοινωνικοπολιτικό σχόλιο. Το φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ είναι ένα απόλυτα πολιτικό μυθιστόρημα, ακόμα και στην ελάχιστη λεπτομέρειά του. Απ' όλες τις κοινωνικοπολιτικές ψηφίδες που το αποτελούν θα σταθώ για λίγο σε μία, φαινομενικά ασήμαντη. Οι τρεις Θωμάδες, που συναντιούνται σχεδόν καθημερινά στην ακτή για χρόνια, διαφέρουν στα περισσότερα αλλά ομοιάζουν στην ικανότητά τους -ας την ονομάσουμε έτσι- να συνυπάρχουν, και ακόμα πιο πέρα, να ονομάζονται φίλοι και όμως τίποτα άλλο δεν είναι παρά τρεις άγνωστοι που κινούνται στην επιφάνεια των πραγμάτων, αποφεύγοντας να φανερωθούν και να αγγιχτούν. Η σχέση τους -ας την ονομάσουμε έτσι- ανέξοδη και διεκπεραιωτική τι άλλο παρά ακριβής αντικατοπτρισμός της σύγχρονης έννοιας της φιλίας είναι άραγε;

Παρότι, όπως προαναφέρθηκε, το μυθιστόρημα διαθέτει ευδιάκριτες χωροχρονικές συντεταγμένες, δεν εγκλωβίζεται σε αυτές. Αυτό αποτελεί άλλωστε και συνειδητή συγγραφική πρόθεση, τοποθετημένη οργανικά εντός της αφήγησης. Η παρουσία της Ινέθ, και η αύρα από τον αγώνα των Ζαπατίστας για τη γη και την ελευθερία, αλλά και το προσφυγικό ζήτημα, καθώς και ο απόηχος συμβάντων πέρα από τα ελληνικά σύνορα, όπως οι ταραχές στην πλατεία Ταξίμ, προσδίδουν στην εγχώρια σύγχρονη ιστορία την ανάγκη να δραπετεύσει από τον τοπικό της χαρακτήρα, να ιδωθεί υπό ένα παγκόσμιο πρίσμα, να αποτυπωθεί ως μέρος ενός ευρύτερου συνόλου. Η ύπαρξη χρονικής απόστασης από τα γεγονότα δεν αποτελεί προαπαιτούμενο ασφαλούς περίπλου μόνο των ιστορικών αλλά και των λογοτεχνών. Η επιθυμία -ανάγκη αν το προτιμάτε- του λογοτέχνη να μιλήσει γι' αυτό που συμβαίνει στο εδώ και το τώρα κρύβει πλήθος παγίδων και ευκαιριακών κινήτρων. Ο Μαραγκόπουλος διαθέτει την απαραίτητη οξυδέρκεια για να ανταποκριθεί στην πρόκληση αυτή, ίσως γιατί γνωρίζει καλά πως, παρά τις φαινομενικές διαφορές, η ιστορία έχει την τάση να επαναλαμβάνεται, πως ο χώρος και ο χρόνος είναι το παντού και το πάντοτε. Διαθέτει επίσης και την αφηγηματική δεινότητα, χωρίς την οποία το κατασκεύασμα θα έστεκε κουφάρι άψυχο που η θάλασσα το ξέβρασε στην ακτή. Χαρακτηριστική απόδειξη αφηγηματικής δεινότητας αποτελεί το κεφάλαιο Χαμηλό βαρομετρικό (σελ.172), εκεί που ο Νώντας, υπό την επήρεια ενός αφεψήματος πεγιότ, περιδιαβαίνει την Αθήνα, σ' ένα εξόχως δοσμένο ψυχεδελικό αστικό φλανάρισμα.

Συνοψίζοντας, το φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα.

Εκδόσεις Τόπος

Δευτέρα 4 Μαΐου 2020

Ιούδας I - Julian Gough




Δύσκολα μπορώ να σκεφτώ πιο απαιτητικό και ριψοκίνδυνο βιβλιοφιλικό ζητούμενο από εκείνο που αφορά την πρόταση για ένα αστείο βιβλίο, για ένα βιβλίο που θα σε κάνει να γελάσεις. Γιατί ενώ στο τραγικό υπάρχει μια γενικότερη σύμπνοια στη συναισθηματική αντίδραση των αναγνωστών, στο κωμικό τα πράγματα είναι πιο υποκειμενικά και περίπλοκα. Επίσης, η ανάγνωση ως μοναχικό άθλημα δεν διαθέτει την ευθυμία της αγέλης, το ξέσπασμα του κοινού που μπορεί να παρασύρει και εσένα τον δύστροπο στο κέφι του. Και σε αυτή την πρόκληση παρουσιάστηκε οικειοθελώς η Ν., χωρίς να της ζητηθεί, και με σιγουριά στη φωνή μου πρότεινε να διαβάσω τον Ιούδα του Γκάουφ, βιβλίο που κατά εκείνη θα μου χάριζε μερικές στιγμές τρανταχτού γέλιου. Εγώ δεν είχα ιδέα σχετικά με το βιβλίο ή τον συγγραφέα, όμως φρόντισα να το προμηθευτώ, γιατί πώς μπορεί κανείς να αντισταθεί σε μια τέτοια πρόταση, σε μια πρόταση για γέλιο; Έτσι, προμηθεύτηκα το βιβλίο αυτό όπως άλλοι προμηθεύονται ηρεμιστικά ή παρακεταμόλη για μια άυπνη νύχτα ή έναν αμείλικτο πονοκέφαλο, έτσι κι εγώ το έβαλα στο ράφι για μια ώρα που θα είχα ανάγκη να γελάσω, να αποσυνδεθώ από τη γύρω πραγματικότητα και να γελάσω τρανταχτά. Και να που η στιγμή έφτασε.
Εάν είχα ουρήσει αμέσως μετά το πρωινό, ο Όχλος δεν θα είχε κάνει στάχτη το Ορφανοτροφείο. Αλλά, καθώς έφευγα από την τραπεζαρία για να κάνω την ανάγκη μου, άκουσα το μεταλλικό ήχο του γραμματοκιβώτιου. Έστριψα στον μακρύ διάδρομο. Πάνω στο χαλάκι της εισόδου κειτόταν ένας λευκός φάκελος.
Και κάπως έτσι ξεκινάει η περιπέτεια του Ιούδα, ενός ορφανού παιδιού, την ημέρα της ενηλικίωσής του. Μια σειρά από γεγονότα θα τον αναγκάσουν να κατουρήσει τη λάθος στιγμή, στην κορύφωση του πατριωτικού θεατρικού στο οποίο συμμετέχει μαζί με τα άλλα ορφανά, γεγονός που θα ξεσηκώσει τον όχλο με αποτέλεσμα το ορφανοτροφείο να τυλιχτεί στις φλόγες και ο Ιούδας να το βάλει στα πόδια για να γλιτώσει τόσο από τη φωτιά όσο και από την οργή του πλήθους. Θα ερωτευτεί μια κοπέλα η οποία για να τον αποφύγει του θέτει ως όρο να γίνει εκατομμυριούχος και να αποκτήσει το πρόσωπο του Λεονάρντο Ντι Κάπριο. Ο Ιούδας, ατρόμητος και αισιόδοξος, ερωτευμένος γαρ, θα προσπαθήσει να ικανοποιήσει την απαίτηση της αγαπημένης του. Χωρίς κανέναν στον κόσμο, ο Ιούδας θα προσπαθήσει να βρει τον δρόμο του, περνώντας από διάφορα κωμικοτραγικά περιστατικά.

Ο Ιούδας είναι μια κωμωδία καταστάσεων, καθώς το ένα περιστατικό διαδέχεται το άλλο και ο ήρωάς μας βρίσκεται διαρκώς μπλεγμένος σε ευφάνταστα σκηνικά. Παρότι αρκετά ιρλανδικό, με πλήθος αναφορών -ιδιαίτερα κατατοπιστικές οι υποσημειώσεις του μεταφραστή, αλλά και του Άρη Μαραγκόπουλου σχετικά με τις διακειμενικές αναφορές στον Οδυσσέα του Τζόις-, ο Ιούδας είναι ένα τρομερά αστείο βιβλίο, το οποίο διακρίνεται για την οξυδέρκεια του συγγραφέα στον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να ασκήσει κριτική και σάτιρα μέσα από τις περιπέτειες του ήρωά του. Γιατί, ανατρέχοντας ήδη στην εποχή του Αριστοφάνη, η κωμωδία αποτελεί ένα θαυμάσιο εργαλείο στα χέρια ενός ικανού συγγραφέα για να αποτυπώσει και να στηλιτεύσει τα κακώς κείμενα, να αναδείξει τις ιδιαιτερότητες, να πριονίσει αυταπάτες και ισχυρισμούς. Ο Γκάουφ αγαπά τον ήρωά του, παρότι με μια πρώτη ματιά μοιάζει να τον κοροϊδεύει πετώντας τον έτσι στην αρένα των σελίδων αντιμέτωπο με ένα πλήθος δυσκολιών. Τον αγαπά όμως και αυτό εντείνει τον κωμικό χαρακτήρα του βιβλίου, καθώς ο αναγνώστης δεν γελάει σε βάρος του Ιούδα, αλλά νιώθει μια ενσυναίσθηση γι' αυτό το ορφανό παιδί, και γελάει με την τραγικότητα της ζωής εκεί έξω. Ο αναγνώστης γελάει όντας συγκινημένος, τον ενδιαφέρει να δει τον Ιούδα να φτάνει στον στόχο του.

Ο Ιούδας, εκτός από τις στιγμές αβίαστου γέλιου που μου χάρισε, υπήρξε και ένα λογοτεχνικά αξιόλογο μυθιστόρημα, το οποίο ολοκληρώνεται σε τρία μέρη, και δυστυχώς μόνο το πρώτο κυκλοφόρησε στα ελληνικά. Η περιπλάνηση του Ιούδα έχει κάτι το παραμυθένιο, κινείται στο μεταιχμιακό κατώφλι ρεαλισμού και φαντασίας, ο Γκάουφ άλλωστε έχει εκδώσει και παιδική λογοτεχνία, δύο βιβλία του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ίκαρος. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο αντικρίζει ο ήρωάς μας τον κόσμο, συντελώντας στο χτίσιμο αυτού του αξέχαστου τύπου που περιδιαβαίνει την Ιρλανδία Ο Ιούδας μου θύμισε -και ίσως γι' αυτό να μου το πρότεινε και η Ν.- τόσο τον Τρίτο αστυφύλακα του Ο'Μπράιαν, όσο και τον Συνασπισμό ηλιθίων του Τουλ -βιβλία που αξίζει να αναζητήσετε, ειδικά αν σας αρέσει η αγγλοσαξονική προσέγγιση της κωμωδίας καταστάσεων.

 υγ Περισσότερα για τον Τρίτο αστυφύλακα μπορείτε να βρείτε εδώ, ενώ για τον Συνασπισμό ηλιθίων εδώ.


Μετάφραση Γιώργος Μπέτσος
Εκδόσεις Τόπος