Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κολομβία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κολομβία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Τα ονόματα της Φελίσας - Juan Gabriel Vásquez

Τα ονόματα της Φελίσας είναι το έβδομο μυθοπλαστικό βιβλίο του Κολομβιανού Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες που κυκλοφορεί στα ελληνικά, πάντα από τις εκδόσεις Ίκαρος και σε μεταφραστική φροντίδα του ακάματου Αχιλλέα Κυριακίδη. Έντεκα χρόνια πριν, Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν, ένα από τα πρώτα βιβλία της νεοσύστατης τότε σειράς μεταφρασμένης λογοτεχνίας, έκανε αρκετή εντύπωση, διαβάστηκε ευρέως και αγαπήθηκε πολύ από το εγχώριο αναγνωστικό κοινό.

Η αφηγηματική άνεση είναι εκείνο που περισσότερο από κάθε τι άλλο χαρακτηρίζει τη γραφή του, κάτι το φαινομενικά απλό και εύκολο, μόνο για κάποιον που δεν έχει επιχειρήσει να το κάνει να φανεί τόσο αβίαστο και ρέον, απαραίτητες αρετές, πέρα του αδιαμφισβήτητου ταλέντου, η επιμονή στη λεπτομέρεια και η υπομονή μέχρι η κάθε λέξη να πάρει τη θέση της στην τελική κατασκευή. Ο Βάσκες συνεχίζει στο ευδιάκριτο λογοτεχνικό μονοπάτι των σημαντικών εκπροσώπων της Λατινικής Αμερικής, κυρίως εκείνου που αποκαλέστηκε Μπουμ, διασχίζοντας τον Ατλαντικό Ωκεανό και κατακτώντας την Ευρώπη τις δεκαετίες του '60 και του '70, με κύριους εκπροσώπους τον Κορτάσαρ από την Αργεντινή, τον Λιόσα από το Περού, τον Φουέντες από το Μεξικό και τον Μάρκες από την Κολομβία.

Κάθε Κολομβιανός συγγραφέας, αναπόφευκτα, φέρει στις πλάτες του το βάρος της κληρονομιάς του Γκάμπο, το ιερό τέρας στο οποίο χρωστάει η τοπική λογοτεχνία το μεγαλύτερο μέρος της εξωστρέφειάς της, αλλά, ταυτόχρονα, παλεύει να βρει τη δική του ανεξάρτητη μη μιμητική φωνή. Ο Βάσκες συνηθίζει να γράφει βιβλία στα οποία η ατομική ιστορία ενός προσώπου, που, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, κυρίευσαν τη φαντασία του κάποια δεδομένη χρονική στιγμή, σε παραλληλία με τη νεότερη ιστορία της Κολομβίας, γεμάτης, όπως κάθε χώρας της Λατινικής Αμερικής, με αιματηρές σελίδες και απουσία οποιασδήποτε μορφής σταθερότητας.

Στις 8 Ιανουαρίου του 1982, η Κολομβιανή γλύπτρια Φελίσα Μπουρστίν πεθαίνει ξαφνικά σ' ένα παρισινό εστιατόριο. Ο Μάρκες ήταν παρών στο τραπέζι εκείνο, η Μερσέντες το είχε κανονίσει κατά τη σύντομη παραμονή τους στη γαλλική πρωτεύουσα, και αργότερα, σ' ένα άρθρο του, θα αναφερθεί σε εκείνο που καμιά νεκροψία δεν θα μπορούσε να συνοψίσει ως αίτιο θανάτου, Πέθανε από θλίψη, θα γράψει και ο Βάσκες, διαβάζοντας αργότερα το κείμενο αυτό, θα καταληφθεί από τη φράση αυτή, φράση απλή, τρεις λέξεις όλες και όλες, μα αινιγματική και καθηλωτική, Πέθανε από θλίψη, και δεν θα σταματήσει να τη σκέφτεται για όλα τα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι που το βιβλίο αυτό γράφτηκε, η έρευνα φώτισε και ανέδειξε, ανασυνθέτοντας την ιστορία της Φελίσας, που αρχικά της δόθηκε άλλο όνομα, εβραϊκό και δύσκολο στην ορθογραφία, αντί αυτού οι γονείς τελικά επέλεξαν το Φελίσια, αργότερα εκείνη το διαμόρφωσε ως Φελίσα.

Είναι μια διαδεδομένη φράση κλισέ εκείνη που χαρακτηρίζει τη ζωή κάποιου ως μυθιστορηματική (κινηματογραφική ή παραμυθένια, επίσης), φράση που παραμερίζει τη σημασία του ενδιάμεσου αφηγητή, που η αφήγησή του είναι εκείνη που δίνει μυθιστορηματική υφή και όψη, καθώς είναι εκείνος που θα τοποθετήσει, αφού πρώτα τα εντοπίσει, τα κομμάτια στη θέση τους, θα ανασκάψει και θα εκτιμήσει, θα προβεί σε απαραίτητες υποθέσεις και συνδέσεις, θα ενδύσει βεβαιότητες και συσχετίσεις που κάποιος όσο ζει αδυνατεί να το κάνει, μην μπορώντας να έχει ξεκάθαρη θέαση του εαυτού και της εποχής, παρά μόνο ίσως όταν αυτές οι δύο γραμμές πλησιάζουν ή και τέμνονται, όταν σημαντικά γεγονότα της ατομικής ιστορίας διαπλέκονται με κρίσιμες στιγμές της αντίστοιχης συλλογικής.

Αυτό συμβαίνει και εδώ. Με βασικό πληροφοριοδότη και συνεργάτη τον τελευταίο σύντροφό της, ο Βάσκες θα επιχειρήσει και θα καταφέρει να μετατρέψει την ιστορία της Φελίσας σε μυθοπλαστική σύνθεση, να καλύψει τα κενά με συγκολλητική ουσία τον στοχασμό πάνω στα περασμένα, τελικώς να παραδώσει ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται με μανία, ακόμα και από εκείνους, όπως εγώ, που δεν γνώριζαν τη Φελίσα ούτε κατ' όνομα, πόσο μάλλον την ταραχώδη ζωή της μέχρι τον θάνατο από θλίψη μια βραδιά που στο Παρίσι έκανε ένα λυσσασμένο κρύο και η πρόσχαρη παρέα έτρεχε να προλάβει ανοιχτή την κουζίνα του ρωσικού εστιατορίου. Ο Βάσκες, όπως υπέροχα το κάνει και ο Ισπανός Θέρκας, εντάσσει στην αφήγηση και τη διαδικασία έρευνας και συγγραφής και με τον τρόπο αυτό δικαιολογείται πλήρως το γιατί επέλεξε να αφηγηθεί την ιστορία αυτή, θέτοντας εις γνώση του αναγνώστη το πάθος από το οποίο καταβλήθηκε απ' όταν πρωτοδιάβασε τη φράση εκείνη.

Τα ονόματα της Φελίσας θα ικανοποιήσουν τους φανατικούς αναγνώστες του Βάσκες, ενώ θα περιμένουν στον χώρο υποδοχής εκείνους που θα δοκιμάσουν να χτυπήσουν από περιέργεια την πόρτα.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Για τα προηγούμενα βιβλία του Βάσκες με αντίστροφη χρονολογική σειρά: Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω (εδώ), Τραγούδια για την πυρκαγιά (εδώ), Οι υπολήψεις (εδώ), Η μορφή των λειψάνων (εδώ), Οι πληροφοριοδότες (εδώ), Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν (εδώ).
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2025

Αυτό που δεν έχει όνομα - Piedad Bonnett

Ήμουν στο μαγαζί όταν έφτασε το βιβλίο της Πιεδάδ Μπονέτ, για την οποία τίποτα δεν γνώριζα, είδα στο σύντομο βιογραφικό πως είναι Κολομβιανή, γεννημένη το 1951, ξεκίνησα να διαβάζω, λίγες σελίδες αργότερα το άφησα, οι συνθήκες δεν ήταν και οι πλέον ιδανικές, αργότερα στο σπίτι ξενύχτησα, την επόμενη μέρα νωρίς το απόγευμα το είχα τελειώσει.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, συχνά σε πρώτο πληθυντικό σε μια απόπειρα συμπερίληψης όλης της οικογένειας, ξεκινά από τη στιγμή που η συγγραφέας και ο άντρας της φτάνουν στο διαμέρισμα του γιου τους στη Νέα Υόρκη, το παράθυρο, από το οποίο πήδηξε και προσγειώθηκε νεκρός στο κράσπεδο λίγες μέρες πριν, ήταν ανοιχτό. Ο θάνατος φέρει μαζί του μια σειρά από ψυχρές, απαραίτητες, έντονα γραφειοκρατικές διαδικασίες, το άδειασμα του σπιτιού, τα έγγραφα ταφής, η τελετή, η επικοινωνία του γεγονότος, χαρτιά και άλλα χαρτιά, γνώση ή υπόθεση των επιθυμιών του νεκρού, μια διαδικασία που κρατάει στον αφρό τους πενθούντες και δεν τους αφήνει να βυθιστούν. Αυτό συμβαίνει όταν γυρίσουν πίσω σε εκείνο που λέγεται καθημερινότητα.

Δύο βιβλία πριν, διάβασα το Αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, στη συνέχεια το Περί γάμου και χωρισμού, χωρίς να το έχω υπολογίσει Αυτό που δεν έχει όνομα ήρθε να συμπληρώσει μια τριάδα πόνου και απώλειας, τριάδα επίσης σε μια δυσδιάκριτη επικράτεια, κάπου στα σύνορα της αυτομυθοπλασίας με την αυτοβιογραφία. Το αναγνωστικό μονοπάτι, ενίοτε, χαρακτηρίζεται από παράξενες συμπτώσεις, το ένστικτο ή η τυχαιότητα διαδραματίζουν σημαίνοντα ρόλο, φανερώνουν κάτι από το βαρομετρικό της περιόδου εκείνης.

Το πένθος ανέκαθεν αποτελεί καύσιμο της λογοτεχνίας, της δημιουργίας εν γένει, κρυμμένο λιγότερο ή περισσότερο ανάμεσα στις γραμμές του κειμένου. Η Μπονέτ, συγγραφέας ήδη, μετά την αυτοκτονία του γιου της, δεν ξέρει πώς αλλιώς μπορεί να διαχειριστεί το πένθος τής απώλειας, καταφεύγει σε γνώριμα καταφύγια, σε εκείνα της γραφής και της ανάγνωσης, δεν επιθυμεί να αποσπάσει τη σκέψη, να ξεχάσει, όχι, κάτι τέτοιο θα ήταν φρικτό, να καταλάβει θέλει, να διαβάσει αφηγήσεις αντίστοιχες, να μπορέσει να συμπληρώσει τα κενά της ιστορίας του γιου της, να κατανοήσει. Εκείνος είναι πια νεκρός, και ας ξεχνιέται εκείνη κάποιες στιγμές ανοίγοντας την πόρτα του δωματίου του και περιμένοντας να τον δει μπροστά της, τι ανοίγεις την πόρτα ρε μάνα, να της πει, μια μελωδία θα ήταν αυτή, η σιωπή και η ακινησία βασιλεύουν πια.

Δεν αγαπώ καθόλου τους ανθρώπους εκείνους που χωρίς να έχουν διαβάσει το ένα ή το άλλο βιβλίο αποφαίνονται πως ο δημιουργός εκμεταλλεύεται τον πόνο, πως τον βγάζει σε πάγκο στην αγορά να τον πουλήσει στον κάθε περαστικό αναγνώστη. Θα μπορούσαν απλά να μη διαβάσουν το βιβλίο, δεν θα το έκαναν έτσι και αλλιώς, και να σωπάσουν, να ασχοληθούν με κάτι άλλο, να μας αφήσουν ήσυχους.

Αυτό δεν είναι ένα συναισθηματικά εύκολο βιβλίο και πώς θα μπορούσε να είναι. Η διάκριση ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο είναι εδώ καθοριστική. Απομονώνοντας το περιεχόμενο, η ιστορία λέει πως ένας νεαρός άντρας που υπέφερε από έντονες ψυχικές διακυμάνσεις αυτοκτόνησε πηδώντας στο κενό από το ανοιχτό παράθυρο. Η ιστορία αυτή, ωστόσο, δεν θα ήταν από μόνη της αρκετή ώστε να πάρει λογοτεχνική μορφή και να μπορέσει να σταθεί και ως τέτοια, πέρα από μια συμπυκνωμένη και οδυνηρή περίληψη του γεγονότος.

Έγραφα και στο αντίστοιχο κείμενο για Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα πως υπάρχει η ενοχή της ανάγνωσης, η απόλαυση που αντλεί ο αναγνώστης σε πλήρη και ευθεία αντίθεση με την ιστορία που διαβάζει. Το ίδιο συμβαίνει και εδώ. Το γεγονός, η γυναικοκτονία στο ένα και η αυτοκτονία εδώ, είναι γνωστό από την πρώτη σελίδα, κανένα περιθώριο ευτυχούς τέλους δεν υπάρχει, η ανάληψη από το παρελθόν, τα βήματα που οδήγησαν στον θάνατο απλώς έρχονται να πουν την ιστορία δύο ανθρώπων που πια δεν δύνανται να το κάνουν για τον εαυτό της, ένας ιδιότυπος φόρος τιμής, μια απόπειρα επούλωσης του τραύματος αλλά και των τύψεων που μένουν να βασανίζουν τους εναπομείναντες στη ζωή, το αν θα μπορούσαν να έχουν κάτι έγκαιρα, όταν όλα ήταν ακόμα δυνατά.

Με τα λόγια της Μπονέτ: «Μετά τον θάνατο του Ντανιέλ, όταν ο συγγραφέας και φίλος μου Αντόνιο Γκαρθία μαθαίνει ότι γράφω αυτό το βιβλίο, μου χαρίζει το Γεγονός, ένα σκληρό και όμορφο βιβλίο της Ανί Ερνό. Σε αυτό διαβάζω το εξής: "Είναι πιθανό μια ιστορία όπως αυτή να προκαλέσει όχληση ή αποστροφή, ή να χαρακτηριστεί κακόγουστη, Το γεγονός πως έχεις ζήσει κάτι, ό,τι κι αν είναι αυτό, σου δίνει το δικαίωμα να γράφεις γι' αυτό. Δεν υπάρχει κατώτερη αλήθεια". Δίνει το δικαίωμα, πράγματι. Αλλά αναρωτιέμαι γιατί το κάνω. Ίσως επειδή ένα βιβλίο γράφεται κυρίως για να γεννήσει ερωτήματα. Επειδή το να αφηγείσαι συνεπάγεται να αποστασιοποιείσαι, να δίνεις προοπτική και νόημα. Επειδή, λέγοντας την ιστορία μου, ίσως λέω και πολλές άλλες ακόμα. Επειδή, παρ' όλα αυτά, παρ' όλη τη σύγχυση και τη μελαγχολία μου, ακόμα έχω πίστη στις λέξεις. Επειδή, παρότι ζηλεύω αυτούς που μπορούν να γράψουν λογοτεχνία με ξένα δράματα, εγώ μπορώ να τραφώ μόνο από τα δικά μου σπλάχνα. Αλλά κυρίως επειδή, όπως γράφει ο Μιγιάς, "η συγγραφή ανοίγει και την ίδια στιγμή καυτηριάζει τις πληγές"».

Η ανάγνωση, ο κύριος τρόπος μέσω του οποίου αντλώ από τη δεξαμενή της ανθρώπινης εμπειρίας, δεν είναι πάντοτε ευγενική μαζί μου, ευτυχώς. Παραπάνω από μια φορές σκέφτηκα τους δύο νεκρούς, τη Λιλιάνα και τον Ντανιέλ, τη δολοφονημένη και τον αυτόχειρα, με όρους σύγκρισης, εκείνη που δεν το επέλεξε και εκείνος που το επέλεξε, να το πλεονέκτημα. Με ενόχλησα και με εκνεύρισα, με θύμωσα κάνοντας τη σκέψη αυτή, είδα κάτι ποταπό μέσα μου, κάτι το συντηρητικό, κάτι το οποίο με λύσσα θα αρνιόμουν πως είναι συστατικό μου, όμως τέτοιας ποιότητας άνθρωπος είμαι, ακόμα ένα κρακ πήρε τη θέση του στην ηχητική αίθουσα, παρέα με άλλα πολλά, της ανάγνωσης τέκνα.

Κατά την ανάγνωση, προσπαθούσα να ελέγχω αν η αφήγηση της Μπονέτ έτεινε στον συναισθηματικό εκβιασμό, μήπως έλεγε: πώς μπορείς να πεις κάτι σε μια μάνα που πενθεί· χωρίς να το λέει ευθέως. Η απόπειρα βίαιης εξόρυξης συναισθήματος με κάνει να στυλώνω τα πόδια. Η Μπονέτ δεν ασχολείται με τον αναγνώστη αλλά με την εαυτή της, με την οικογένειά της και τον νεκρό πια γιο της, αυτοί είναι οι συντελεστές της εξίσωσης εδώ. Και αν σε επίπεδο απόπειρας συναισθηματικής ίασης κάτι τέτοιο μοιάζει προφανές, σε επίπεδο παραγωγής λογοτεχνίας μοιάζει ύποπτο, πώς γίνεται μια δημιουργός, μια πομπός να μην έχει κατά νου τον δέκτη; Σε περιπτώσει όπως αυτή, υποθέτω, πως είναι ακόμα πιο σαφές πως το βιβλίο, όταν ολοκληρωθεί, εγκαταλείπει τον συγγραφέα και περιφέρεται αυτόνομο στα ράφια των βιβλιοπωλείων, επιτρέποντας σε ξένα και άγνωστα χέρια και μάτια να το διαβάσουν.

Κάτι άλλο που σκέφτομαι, αυτή τη φορά μετά το τέλος της ανάγνωσης, και κάπως έχει να κάνει με τη διαπραγμάτευση της απόλαυσης, εμπεριέχεται στο εξής ερώτημα: το αδηφάγο διάβασμα οφείλεται στις αφηγηματικές αρετές ή είναι μια επώδυνη συναισθηματικά διαδικασία που θέλεις να τελειώσει το συντομότερο δυνατόν; Δεν ξέρω να πω, θα έλεγα γενικά και τετριμμένα πως κάπου ανάμεσα στα δύο βρίσκεται η απάντηση.

Πέρα από την (ενοχική) απόλαυση της ανάγνωσης, τις διακειμενικές αναφορές που κάποιες υπήρξαν κοινές (ο Όστερ ή ο Μαρίας για παράδειγμα) και άλλες σημειώθηκαν για περαιτέρω διερεύνηση, το έντονο συναίσθημα που η βιωματική γραφή της Μπονέτ μου γέννησε, υπήρξε και κάτι ακόμα που έκανε αυτή την ανάγνωση σημαντική και έχει να κάνει με τη διαπραγμάτευση του ζητήματος της ψυχικής υγείας με όρους θεραπείας. Ο Ντανιέλ είχε πάντοτε πρόσβαση σε ειδικούς με ισχυρή σύσταση, ένα προνόμιο οικονομικό και κοινωνικό το οποίο η πλειοψηφία δεν διαθέτει, επίσης, με βάση την αφήγηση της Μπονέτ, ο γιος της είχε και την υποστήριξη από τον οικογενειακό πυρήνα, ωστόσο δεν τα κατάφερε να υποτάξει τους δαίμονές του. Η αορατότητα της ψυχικής νόσου, παρά τις όποιες καμπύλες και νέες βιβλιογραφικές καταχωρήσεις, πέρασε κάτω από όλα τα ραντάρ, μεταμορφώθηκε, έδειξε να νικιέται, λούφαξε, αυτό που δεν έχει όνομα είχε τον τελευταίο λόγο. Το δεν υπάρχουν ασθένειες αλλά ασθενείς έμεινε απλώς ένα ευφυολόγημα, μια ευχή σε έναν θεό που δεν υπάρχει ή είναι κωφός.

Η αυτοχειρία, η πράξη ή ο ιδεασμός της, ειδικά για τους ορθολογιστές δίχως μεταφυσικές ανησυχίες, υψώνει ακόμα ένα φιλοσοφικό ερώτημα, δοκιμάζοντας τα όρια της ηθικής/ορθής επιλογής της επιθυμίας για ζωή απέναντι στην επιθυμία για θάνατο, ερώτημα αντιμέτωπο με τον μονόλογο των ζωντανών και τη σιωπή των αυτόχειρων.

Βιβλία όπως αυτό, πάντα θα μου φέρνουν στο μυαλό το καλύτερο ίσως της κατηγορίας πένθους, το Η χρονιά της μαγικής σκέψης της Τζόαν Ντίντιον.

υγ. Αναφέρθηκα στην πρόσφατη ανάγνωση του Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, περισσότερα εδώ, στο Περί γάμου και χωρισμού, περισσότερα εδώ, στο Η χρονιά της μαγικής σκέψης, περισσότερα εδώ, στον Όστερ, κυρίως στο Ημερολόγιο του χειμώνα, περισσότερα εδώ.

Μετάφραση Καλυψώ Αγγελοπούλου
Εκδόσεις Κυψέλη

Δευτέρα 31 Ιουλίου 2023

Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω - Juan Gabriel Vásquez

Όταν στα τέλη της προηγούμενης χρονιάς έκανα αφιέρωμα στα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '22, ανάμεσα σε άλλα, που για τον έναν ή τον άλλο λόγο βρέθηκαν εκεί, υπήρχε και το μυθιστόρημα του πολυαγαπημένου Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες, Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω. Ακόμα πιο αξιοπερίεργο είναι πως το βιβλίο αυτό κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του '21. Μια ελπίδα και μια επιφύλαξη: η ελπίδα πως όταν ο έξω κόσμος θα σφίξει τον κλοιό τότε θα έχεις ένα σίγουρο και ασφαλές μπούνκερ καταφυγής, η επιφύλαξη πως η συγγραφική ιδιαιτερότητα μπορεί να αποδειχθεί μανιέρα. Όπως και αν έχει, σχεδόν δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία του ήταν η στιγμή να τραβήξω το βιβλίο από τη στοίβα με τα αδιάβαστα.

Το μότο του βιβλίου, δια χειρός Φορντ Μάντοξ Φορντ, είναι καθοριστικό για τη συγγραφική επιδίωξη και την αναγνωστική πρόσληψη: «Οπότε, έτσι όπως εμείς βλέπουμε τα πράγματα, ένα μυθιστόρημα θα 'πρεπε να 'ναι η βιογραφία ενός ανθρώπου ή μιας σχέσης, και κάθε βιογραφία, είτε ενός ανθρώπου είτε μιας σχέσης, θα 'πρεπε να 'ναι ένα μυθιστόρημα». Είναι η ιστορία της οικογένειας του Σέρχιο Καμπρέρα, ενός Κολομβιανού σκηνοθέτη, δοσμένη με τρόπο μυθοπλαστικό χωρίς ωστόσο να περιέχει φανταστικά στοιχεία, απότοκη αρκετών ωρών συνέντευξης μεταξύ εκείνου και του Βάσκες. Η αφήγηση ξεκινάει τη στιγμή που ο σκηνοθέτης βρίσκεται στη Λισαβώνα, εκεί όπου πια ζει η δεύτερη σύζυγός του με το παιδί τους, ένας προορισμός σκαλοπάτι πριν βρεθεί στη Βαρκελώνη όπου πρόκειται να λάβει χώρα ένα αναδρομικό αφιέρωμα στο έργο του με τίτλο Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω. Στη Λισαβόνα, ενώ αναρωτιέται τι πήγε λάθος τελικά στον γάμο του, βλέποντας τους τρεις τους να περνάνε όμορφες στιγμές, ένα τηλεφώνημα από την Κολομβία θα τον ενημερώσει για τον θάνατο του πατέρα του. Παρότι αρχικά θα σκεφτεί να ακυρώσει την παρουσία του στη Βαρκελώνη και να επιστρέψει για την κηδεία, τελικά αποφασίζει να παραμείνει, παρά τις ενοχές και τις δεύτερες σκέψεις. Στη Βαρκελώνη θα συναντήσει τον δεκαεπτάχρονο γιο του, από τον πρώτο του γάμο, που πια ζει στην Ισπανία. Πατέρας και γιος θα περάσουν μαζί κάποιες μέρες, μέσα και έξω από την κινηματογραφική αίθουσα και ο Καμπρέρα θα έχει την ευκαιρία να αφηγηθεί στον γιο του την ιστορία της οικογένειας, ένας ιδιότυπος φόρος τιμής στη μνήμη του αποθανόντος πατέρα του.

Από τις πρώτες κιόλας γραμμές γίνεται εμφανής η καθησυχαστική γοητεία που η αφήγηση του Βάσκες διαθέτει, ο υπέροχος τρόπος με τον οποίο αναπτύσσει και προωθεί την πλοκή, η μαεστρία με την οποία διαπλέκει το παρελθόν με το παρόν, η ικανότητα στη μυθοπλασία της πραγματικότητας, η διαρκής παρουσία της κολομβιανής –κυρίως αυτής, αλλά και της παγκόσμιας– ιστορίας παράλληλα με την ατομική ιστορία των ηρώων του –επινοημένων ή πραγματικών. Και αυτό το καθησυχαστικό συναίσθημα περιγράφει εν πολλοίς με ακρίβεια το μπούνκερ στο οποίο παραπάνω αναφέρθηκα. Παρότι έχουμε να κάνουμε με ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, η γραφή του Βάσκες διαθέτει το στοιχείο της κοντοβελονιάς, λέξη τη λέξη, φράση τη φράση, από την αρχή μέχρι το τέλος, χαρακτηριστικό στοιχείο ενός απαράμιλλου στυλίστα. Όμως, επειδή μιλάμε για μυθιστόρημα, και μάλιστα πολυσέλιδο, τίποτα δεν θα ήταν αρκετό, ούτε η ομορφιά των λέξεων, για να διατηρήσει το βλέμμα του αναγνώστη, παρά μια περίτεχνη, καίτοι στο μάτι απλή, συνολική αφηγηματική κατασκευή όπως αυτή που πετυχαίνει ο συγγραφέας–ερευνητής, που αποφεύγει να πιαστεί αιχμάλωτος στα δεδομένα όρια της πραγματικότητας. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πως, κατά δήλωση του ίδιου, τα γεγονότα που αναφέρονται είναι στο σύνολό τους πραγματικά. Και μπορεί μια τέτοια ζωή, όπως αυτή της οικογένειας Καμπρέρα, να μοιάζει από μόνη της μυθιστορηματική, όμως μια γραμμική αφήγηση και μια απομαγνητοφώνηση των τριάντα ωρών συνέντευξης δεν θα ήταν αρκετές για να την καταστήσουν μυθιστόρημα.

Ο Βάσκες προσθέτει την απαραίτητη παλέτα επί της οποίας θα οικοδομηθεί το μυθιστόρημα, δημιουργώντας αυτή την ελάχιστη μα τόσο απαραίτητη απόσταση από το έδαφος της πραγματικότητας. Στο Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω, ο Βάσκες φλερτάρει έντονα με το μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα, που τόσο σπουδαία στις μέρες μας εκπροσωπεί ο Χαβιέρ Θέρκας, αλλά δεν υποκύπτει στη γοητεία του, επιλέγοντας να αφήσει τον εαυτό του (τον ερευνητή–αφηγητή, αν προτιμάτε) αλλά και την ίδια τη συγγραφή του βιβλίου έξω από το αφηγηματικό πλαίσιο, επιθυμώντας να ακολουθήσει την προτροπή του Φορντ Μάντοξ Φορντ και να καταστήσει μυθιστόρημα τη βιογραφία της οικογένειας Καμπρέρα. Θεωρώ πως οι λάτρεις της ρεαλιστικής ακρίβειας, οι αναγνώστες που διαρκώς επισκέπτονται την ψηφιακή αναζήτηση για να επιβεβαιώσουν το ένα ή το άλλο στοιχείο της πλοκής, ίσως και να μην απολαύσουν το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, παρότι η αποτύπωση είναι πιστή, και αυτό γιατί μια τέτοια αντιμετώπιση άλλο δεν θα δείχνει παρά τη μη επιβίβασή τους στο μυθοπλαστικό όχημα της αφήγησης, συνθήκη απαραίτητη για την επίτευξη αναγνωστικής απόλαυσης. Στη μυθοπλασία του Βάσκες, η αλήθεια, παρότι παρούσα, κατέχει δευτερεύουσα θέση, η αναγνωστική απόλαυση δεν ικανοποιείται από την πιστότητα και την ακρίβεια, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτή η πραγματικότητα μετατρέπεται σε μυθιστόρημα.

Και κάποιος, κακοπροαίρετα πάντα, θα μπορούσε να ρωτήσει: και σε τι διαφέρει ένα μυθιστόρημα όπως αυτό από μια αυτοβιογραφία γραμμένη από έναν συγγραφέα φάντασμα, όπως τόσες και τόσες κυκλοφορούν ευρέως; Οι κακοπροαίρετες ερωτήσεις, ακριβώς επειδή είναι κακοπροαίρετες, καλό είναι να μην απαντώνται, απλώς τις προσπερνά κανείς και συνεχίζει τον δρόμο του. Το Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω είναι το έκτο βιβλίο του Βάσκες που διαβάζω, όσα δηλαδή έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά, πάντοτε από τις εκδόσεις Ίκαρος και σε ισάξια του πρωτότυπου μετάφραση δια χειρός Αχιλλέα Κυριακίδη. Στον πρόλογο αναφέρθηκα στην επιφύλαξη σχετικά με τον κίνδυνο αναγνωστικής πρόσκρουσης με μια συγγραφική μανιέρα. Υπήρχε στο μυαλό μου αυτό. Η επιφύλαξη ωστόσο σύντομα, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, εξαφανίστηκε, η οικειότητα της αφήγησης επικράτησε, ο τρόπος με τον οποίο αφηγήθηκε την ιστορία αυτή αποδείχτηκε καθηλωτικός, ακόμα μια φορά. 

Και τώρα, τι κάνω χωρίς άλλο μεταφρασμένο βιβλίο του Βάσκες στη στοίβα με τα αδιάβαστα;

υγ. Σύνδεσμοι για τα υπόλοιπα έργα του Βάσκες: Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν (εδώ), Οι πληροφοριοδότες (εδώ), Η μορφή των λειψάνων (εδώ), Οι υπολήψεις (εδώ), Τραγούδια για την πυρκαγιά (εδώ). Τη λίστα με τα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '22 τη βρίσκετε εδώ.

(Το ιστολόγιο, από αύριο, θα περάσει στην αυγουστιάτικη ανάπαυση, ραντεβού τον Σεπτέμβρη!)
 
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος

Δευτέρα 19 Ιουνίου 2023

Η νύχτα θα είναι μεγάλη - Santiago Gamboa

Όταν είχα διαβάσει τις Νυχτερινές ικεσίες του Σαντιάγκο Γκαμπόα είχα ενθουσιαστεί. Με απογοήτευση είδα τον καιρό να περνάει και να μην κυκλοφορεί άλλο βιβλίο του στα ελληνικά, παρότι είχε τύχει ικανοποιητικής υποδοχής από το εγχώριο κοινό. Με χαρά είδα πως στο ανανεωμένο εκδοτικό πρόγραμμα των εκδόσεων Διόπτρα υπήρχε το όνομά του. Προσδοκίες στο μέγιστο και αναμονή στα κόκκινα. Με την κυκλοφορία του Η νύχτα θα είναι μεγάλη έγινε άμεση άρση οποιουδήποτε αναγνωστικού προγραμματισμού. Δεν γινόταν αλλιώς.

Εκτός από ενθουσιασμό, στη φαρέτρα των προσδοκιών υπήρχε το στυλιζάρισμα στην αφήγηση, οι διακειμενικές αναφορές, η σύγχρονη ποπ κουλτούρα, η έκδηλη αγωνία των προσώπων αλλά και η πρόφαση μιας αστυνομικής πλοκής που θα εξυπηρετούσε τις βαθύτερες συγγραφικές επιδιώξεις, μεταξύ άλλων να πει μια ιστορία από μια ταραγμένη γωνιά του πλανήτη. Ένας ευδιάκριτος, πλην όμως εν μέρει αυθαίρετος, ορίζοντας προσδοκιών είχε κιόλας δημιουργηθεί πριν ακόμα γυρίσω την πρώτη σελίδα. Η αρχή ήταν στο πλαίσιο όσων ανέμενα: Στην Κάουκα, μια επαρχία της Κολομβίας που όπως και οι υπόλοιπες βασανίστηκε από τον εμφύλιο πόλεμο των τελευταίων ετών, ένα κομβόι αυτοκινήτων πέφτει σε μια καλά στημένη ενέδρα ενόπλων. Μοναδικός μάρτυρας ένα παιδί, δώδεκα ετών, που στα μέρη εκείνα δεν είναι πια και τόσο παιδί. Η αρχική αστυνομική αναφορά θα κουκουλωθεί, η είδηση δεν θα φτάσει ως τις εφημερίδες, το σκηνικό θα καθαριστεί σχολαστικά. Μια ανώνυμη καταγγελία θα γίνει η αιτία για περαιτέρω έρευνα, η αιτία να μην μείνει στην αφάνεια μια ακόμα ιστορία βίας, όπως τόσες και τόσες άλλες, τη στιγμή που διάφορα πτώματα κάνουν την εμφάνισή τους. Μια θαρραλέα, ανεξάρτητη δημοσιογράφος, η Χουλιέτα Λεζάμα, που πουλά τα ρεπορτάζ της σε εφημερίδες του εξωτερικού, θα αφήσει την Μπογκοτά για να ερευνήσει από κοντά την καταγγελία αυτή, που η διαίσθησή της της λέει πως έχει πολύ ζουμί. Στο πλευρό της και ένας αδιάφθορος εισαγγελέας, ένας από τους λιγοστούς ευσυνείδητους υπηρέτες του νόμου. 

Με όχημα τη διαλεύκανση της υπόθεσης αυτής, ο Γκαμπόα θα αφηγηθεί μια ιστορία που, παρότι μοιάζει με μεμονωμένο περιστατικό, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύγχρονης κολομβιανής πραγματικότητας, που οι ρίζες της φτάνουν βαθιά στα σκοτεινά υποστρώματα της βίας και της διαφθοράς. Η Χουλιέτα, με τη βοηθό της, πρώην στέλεχος των ανταρτών, αλλά και ο εισαγγελέας, με τους έμπιστους συνεργάτες του, είναι τα πρόσωπα κλειδιά, οι απαραίτητοι ήρωες που, αντίθετα με τη σιωπηλή πλειοψηφία του σιναφιού τους, δεν αδιαφορούν σηκώνοντας τους ώμους και λέγοντας πως αυτά είναι περιστατικά που συμβαίνουν και καλό είναι να μην μπλέκεται κανείς γιατί θα βρεθεί μπλεγμένος και ο ίδιος, οι απαραίτητοι τρελοί σε έναν κόσμο αρκούντως παράλογο. Είναι επίσης μια ιστορία που δεν αρκείται στην εξωτική βία της χώρας που εν πολλοίς έχει να κάνει με το εμπόριο ναρκωτικών, αλλά που διαθέτει και άλλα παρακλάδια, όπως η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και η παρουσία δεκάδων θρησκευτικών σχημάτων που ψαρεύουν στα θολά νερά της απελπισίας και της φτώχειας. Άλλωστε, το διακύβευμα είναι πάντοτε ο πλούτος και η εξουσία. Είναι όμως και μια υπενθύμιση πως το τέλος του εμφύλιου πολέμου άλλο δεν είναι παρά ένα χαρτί με υπογραφές των δύο μερών, πως η καθημερινότητα της χώρας απέχει αρκετά από το να χαρακτηριστεί αθώα και ήρεμη.

Με ικανοποιητικό τρόπο, ο Γκαμπόα ξεδιπλώνει την έρευνα που θα οδηγήσει στην ανακάλυψη των δύο αντίπαλων μερών, επιδιώκοντας τις αναγκαίες κορυφώσεις, επιφυλάσσοντας τις αναμενόμενες ανατροπές μέχρι τη λύση του αινίγματος, χρησιμοποιώντας με σύνεση τα ευρήματα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μια ρέουσα ανάγνωση με το απαραίτητο σασπένς που θα επιβάλλει τον δικό της αναγνωστικό ρυθμό. Παράλληλα, επιδιώκει να χτίσει πειστικά τους χαρακτήρες του, να κάνει εμφανές το υπόβαθρο από το οποίο αντλούν το πάθος και τη θέληση για την αποκάλυψη της αλήθειας, χωρίς να τους λειαίνει τις γωνίες εκείνες που θα τους έκαναν πραγματικούς ανθρώπους και πειστικούς χαρακτήρες και όχι στείρους λογοτεχνικούς ήρωες. Αν το Η νύχτα είναι μεγάλη κρινόταν αποκλειστικά και μόνο ως ένα αστυνομικό, κατά την ευρύτερη έννοια του είδους, μυθιστόρημα, τότε λίγα αρνητικά θα μπορούσε κανείς να προσάψει στον συγγραφέα, αφού ως τέτοιο στέκεται με ιδιαίτερη άνεση σε μια απαιτητική κατηγορία, θυμίζοντας έναν άλλο αγαπημένο του ελληνικού κοινού, τον Γάλλο Καρίλ Φερέ. Ο τρόπος με τον οποίο ο Γκαμπόα ενσωματώνει την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της Κολομβίας προσδίδει περαιτέρω πόντους στο τελικό αποτέλεσμα, χωρίς να πέφτει στην παγίδα της πώλησης εξωτισμού προς τέρψιν ενός εκτός συνόρων αναγνωστικού κοινού, που στη λογοτεχνία ζητά την επιβεβαίωση ενός πλήθους στερεοτύπων με τα οποία είναι φορτωμένος.

Όμως, από το βιβλίο αυτό περίμενα πολλά περισσότερα από ένα καλογραμμένο και με ένταση αστυνομικό μυθιστόρημα, ας όψονται οι προσδοκίες που ο ίδιος ο Γκαμπόα φρόντισε να με γεμίσει. Θυμήθηκα το Τέρρα Άλτα του Χαβιέρ Θέρκας, ένα συμπαθητικό αστυνομικό μυθιστόρημα, με αναφορές στη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα της Καταλονίας, άνισο ωστόσο ως προς το ύψος της βιβλιογραφίας του συγγραφέα. Η σύγκριση του έργου ενός συγγραφέα με βάση το δικό του πρότερο έργο μπορεί να είναι άδικη ή αυστηρή, είναι ωστόσο αναπόφευκτη, καθώς εξ αυτής προέρχονται οι προσδοκίες για κάθε επόμενο έργο του, ένα κλειστό κύκλωμα στο οποίο η όποια διαφορά στην τάση του ρεύματος είναι εμφανής. Στο Η νύχτα θα είναι μεγάλη το πρόβλημά μου δεν είχε να κάνει ούτε με τον αστυνομικό μανδύα ούτε με τις συγγραφικές επιδιώξεις, όπως τουλάχιστον μπόρεσα να τις διακρίνω, αλλά με την απουσία του γνώριμου από τις Νυχτερινές ικεσίες στυλ και του τρόπου με τον οποίο ο συγγραφέας χρησιμοποιούσε λογοτεχνικά την προώθηση της πλοκής. Οι δευτερεύουσες ιστορίες δεν κατάφεραν να λειτουργήσουν παρά μόνο ως γέμιση της κεντρικής πλοκής, με την εξαίρεση ίσως της πρωτοπρόσωπης αφήγησης της ζωής ενός από τους ηγέτες των συμμοριών. Έλειπε επίσης η αγωνία στην αφήγηση και τα πρόσωπα που δικαιολογούσε ως ένα βαθμό την αφήγηση εκείνης της ιστορίας, ιστορίας αρκετά πιο φιλόδοξης και κοσμοπολίτικης. Στις Νυχτερινές ικεσίες, παρά το πιο βαρυφορτωμένο ταμπλό, ο Γκαμπόα πέτυχε πολλά, εδώ όχι και τόσα τελικά, σ' ένα αποτέλεσμα πιο αδιάφορο, ένα βιβλίο που δυστυχώς σύντομα θα ξεχαστεί, παρότι ίσως γνωρίσει υψηλότερες πωλήσεις. Και δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από την αδιαφορία.

Προσδοκίες προδομένες και ανικανοποίητες. Δυστυχώς.

υγ. Για τις θαυμαστές Νυχτερινές ικεσίες περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Μαπούτσε του Φερέ εδώ και για το Τέρα Άλτα του Θέρκας εδώ.

Μετάφραση Δήμητρα Σταυρίδου
Εκδόσεις Διόπτρα

Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2021

Καχάμπρε - Armando Romero

Ο Σεραφίν ήταν ο πρώτος που με υποδέχτηκε στον οικισμό Πλαγίτας. Στις χερούκλες του ένα μπουκάλι ανθρακούχο Ποστομπόν με γλυκιά γεύση, ήταν ό,τι έπρεπε για την ανακούφιση των χειλιών μου που είχαν ξεραθεί απ' το αλάτι τόσες ώρες στ' ανοιχτά με τη μηχανοκίνητη βάρκα, την οποία ο θείος Αρσέσιο μανούβραρε επιδέξια ανάμεσα στους κυματοθραύστες. Η θεία Ελόδια δεν ήταν στον οικισμό. Είχε πάει, ανεβαίνοντας τον ποταμό Τίμπα, να ράψει το στήθος μιας γυναίκας που της το είχαν σκίσει με τη ματσέτα σ' έναν καβγά. Ο Αρσέσιο, αφού με βοήθησε να κατέβω από τη βάρκα, ξανάφυγε τρέχοντας μ' αυτή και με τον Μαροκίν για να δει τι συνέβαινε, αλλά όχι χωρίς να ζητήσει πριν από τον Σεραφίν να του φέρει ένα μπουκάλι αψέντι.

Σχεδόν ήξερα από εκείνη τη στιγμή πως ο Σεραφίν θα γινόταν ο φίλος μου στην Καχάμπρε. Περιοχή με ζούγκλες, θάλασσες, ποτάμια, παραπόταμους, νησιά, οικισμούς, μαγκρόβια δάση, ξυλουργεία, όλα συνδεδεμένα με τον ποταμό που φέρει το ίδιο όνομα: Καχάμπρε. Με τους κατοίκους της, μαύρους στην πλειονότητά τους, και κάτι λίγους λευκούς αποίκους. Πάισα ήταν οι νεοφερμένοι· κουλιμότσο όσοι βρίσκονταν εκεί από τους χρόνους της αποικιοκρατίας.

Δεκαετία του '60. Ο νεαρός αφηγητής, επίδοξος συγγραφέας, δεν σχεδιάζει να μείνει για πολύ καιρό σ' εκείνα τα άγνωστα και εξωτικά, ακόμα και για τους Κολομβιανούς, μέρη· περιμένει ένα πλοίο, που θα σαλπάρει από τη Μπουεναβεντούρα, για να κάνει τον γύρο του κόσμου. Με την άφιξή του, μια νεαρή μαύρη οστρακοσυλλέκτρια, η Ρουπέρτα, δολοφονείται. Δολοφόνος της φέρεται να είναι ο Ελβετός Οράσιο Φλέμινγκ, ιδιοκτήτης, όπως και οι θείοι του αφηγητή, ενός ξυλουργείου. Η εκδοχή του ατυχήματος μοιάζει να υπερισχύει, παρά τις δεκάδες διαφορετικές εκδοχές που κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα, αφού Η μια ιστορία σκαρφαλώνει πάνω στην άλλη και πέφτουν πάνω σου βροχηδόν, αυτός είναι ο τρόπος που κατασκευάζονται οι αλήθειες μέσα στην πυκνή βλάστηση της Καχάμπρε. Άλλωστε, ένας λευκός δύσκολα μπορεί να τιμωρηθεί για τον θάνατο μιας μαύρης σ' εκείνη την απομονωμένη περιοχή. Η παρουσία και η ισχύς των αρχών είναι μηδαμινή, οι άνθρωποι λύνουν μόνοι τους τα προβλήματα που παρουσιάζονται στην καθημερινότητά τους, ακολουθώντας μια υφιστάμενη ιεραρχία. Ο Οράσιο, θείος του αφηγητή, είναι άτυπα ο τοπικός άρχοντας λόγω της επιρροής και της δύναμης που διαθέτει, ένας πλούσιος λευκός που δίνει δουλειά, αλλά ταυτόχρονα έχει καταφέρει να κερδίσει και τον σεβασμό της τοπικής κοινωνίας. Γυρεύει να ρίξει φως στη δολοφονία αυτή. Δεν θέλει αναταραχές. Σύμφωνα με τα έθιμα ταφής, το σώμα της νεκρής θα παραμείνει για εννέα μέρες εκτεθειμένο ώστε να του αποδοθούν τιμές. Αν ο πραγματικός ένοχος δεν βρεθεί μέχρι την ταφή, τότε η ψυχή της Ρουπέρτα θα μείνει σκιά που θα τριγυρνά στα δάση της περιοχής.

Κι όμως, παρά την κεντρική πλοκή της ιστορίας, το Καχάμπρε θα ασφυκτιούσε στα στενά όρια της τυπικής αστυνομικής λογοτεχνίας, εδώ, η αναζήτηση του δολοφόνου αποτελεί το όχημα περιδιάβασης σ' ένα μέρος μαγικό μα και σκληρό. Ο Ρομέρο παραδίδει ένα εξωτικό μυθιστόρημα, ανθρωπολογικού και κοινωνικοπολιτικού ενδιαφέροντος, που πραγματεύεται, μεταξύ άλλων, τη θέση της γυναίκας, την έννοια της δικαιοσύνης, το ζήτημα της ιδιοκτησίας και την αντιμετώπιση του περιβάλλοντος σ' εκείνη την απομακρυσμένη και δυσπρόσιτη περιοχή. Πάνω απ' όλα όμως είναι μια καλογραμμένη ιστορία. Η επιλογή ενός νεαρού αφηγητή, που μόλις έφτασε και δεν έχει καμία σχέση με εκείνα τα μέρη είναι κομβικής σημασίας για το μυθιστόρημα, καθώς ο συγγραφέας με τον τρόπο αυτό πετυχαίνει την καθαρή ματιά του παρατηρητή, που δεν θεωρεί τίποτα δεδομένο, ελαχιστοποιώντας έτσι την προκατάληψη απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις. Όλα για εκείνον είναι καινούργια, σχεδόν μυθιστορηματικά, διψάει να μάθει και να ακούσει ιστορίες. Βέβαια, η ματιά ποτέ δεν είναι εντελώς καθαρή, αλλά έχει να κάνει με όσα είναι και φέρει ο παρατηρητής. Έτσι και εδώ, ο αφηγητής είναι ένας λευκός νεαρός άντρας και επιπλέον συγγενής με τους τοπικούς άρχοντες, δεν είναι ένα άγραφο φύλλο χαρτί. Ωστόσο ο Ρομέρο το εκμεταλλεύεται αυτό αφηγηματικά.

Μένοντας στον αφηγητή, καταλυτική είναι η άφιξη της νεαρής Μαρ (θάλασσα), καλεσμένης της θείας του. Οι δυο τους δημιουργούν τη νεαρή εκδοχή των θείων του αφηγητή, μια εκδοχή πιο ρομαντική και πιο ανοιχτή. Τον Ρομέρο τον απασχολεί η συνύπαρξη λευκών και μαύρων, η συνύπαρξή τους υπό ταυτότητα κολομβιανή, το ετερόκλητο αυτό πολιτιστικό μείγμα και η δυναμική που αναπτύσσεται και συντηρείται. Φαίνεται αυτό από τον -σχετικά ύπουλο- τρόπο με τον οποίο κατασκευάζει του λευκούς ήρωες της ιστορίας του, στην πλευρά των οποίων και ο ίδιος ανήκει, άλλωστε ο αφηγητής σε πολλά θυμίζει τον ίδιο τον συγγραφέα, τον τρόπο με τον οποίο τους διαχωρίζει σε καλούς και κακούς, ώστε να ξεχωρίσουν οι θείοι του αφηγητή ως προνομιούχοι που όμως κάνουν φειδωλή χρήση των προνομίων τους, αλλά και από την ίδια την αφήγηση, την ποιητικότητα με την οποία περιγράφει την καθημερινότητα στα μέρη εκείνα, ποιητικότητα που ανήκει σε κάποιον περαστικό από την περιοχή, όχι απαραίτητα αδιάφορο, αλλά σίγουρα αμέτοχο, που όμως κάπου στο βάθος νιώθει μια κάποια ενοχή, ίσως κάπως απροσδιόριστη. Το Καχάμπρε, απαλλαγμένο από την αφηγηματική πανδαισία που το χαρακτηρίζει, είναι ένα πολύ σκληρό μυθιστόρημα. Ο Ρομέρο, κατά τη γνώμη μου έξυπνα, επιλέγει αυτή την αφηγηματική αντίστιξη, αυτή την παραμυθένια εκδοχή της πραγματικότητας, που εν πολλοίς χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος της μεταποικιακής λογοτεχνίας, που λειτουργεί ως κολυμπήθρα, υπονομεύοντάς την με τρόπο διακριτικό.

Με προεξέχουσα τη δολοφονημένη, οι γυναικείοι χαρακτήρες του Ρομέρο είναι σύνθετοι και καλοφτιαγμένοι, με καθοριστική παρουσία στην πλοκή. Η θέση της γυναίκας, για την ακρίβεια η θέση της γυναίκας που διεκδικεί σε επίπεδο ερωτικό, οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό, που αμφισβητεί την υφιστάμενη δομή και απαιτεί την αυτοδιάθεσή της, αποτελεί βασικό άξονα στο Καχάμπρε. Απέναντι στη νεκρή δεν στέκει μόνο ο δολοφόνος της, αλλά και η οικογένειά της, ο άντρας της, οι επίδοξοι μνηστήρες, τα αφεντικά. Οι σχέσεις εξουσίας διαμορφώνουν εν πολλοίς την καθημερινότητα, στο Καχάμπρε στην προκειμένη περίπτωση, από τα πιο απλά ως τα πιο σύνθετα. Φύλο, φυλή και χρήμα. Η συντήρηση και αναπαραγωγή του μοντέλου αποτελεί κύριο μέλημα των αποίκων, η αύξηση του κέρδους και η εδραίωση της κυριαρχίας, η κατάπνιξη οποιασδήποτε απόπειρας για αντίδραση. Τον συγγραφέα τον απασχολεί και η αντιμετώπιση του περιβάλλοντος, από το κυνήγι του χρυσού, που άφησε πίσω του ανεπανόρθωτα πληγωμένες εκτάσεις γης, στη μαζική υλοτομία, με τα γνωστά ως σήμερα αποτελέσματα. Ο Ρομέρο όλα αυτά τα ενσωματώνει θαυμάσια στην πλοκή της ιστορίας του χωρίς να την παραφορτώνει και χωρίς να την εκτρέπει από την αναζήτηση του δολοφόνου που θα επιτρέψει στη νεκρή να ησυχάσει.

Το Καχάμπρε, με τη σκιά του Μάρκες, όπως σε κάθε έργο της κολομβιανής λογοτεχνίας, να πέφτει βαριά, συγγενεύει με τη μυθιστορία του σπουδαίου Αλβάρο Μούτις και είναι ένα άκρως γοητευτικό μυθιστόρημα, γεμάτο εξωτισμό, μυρωδιές και χρώματα της ζούγκλας και του ποταμού, σαφώς κοινωνικοπολιτικό, που θίγει εντός της πλοκής διάφορα ζητήματα, διαρκώς επίκαιρα. Η μετάφραση της Αγαθής Δημητρούκα ανταποκρίνεται και με το παραπάνω στις ιδιαίτερες απαιτήσεις του κειμένου. Ο Αρμάντο Ρομέρο μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά, παρά τους έντονους δεσμούς που ο ίδιος διατηρεί με τη χώρα μας.

Μετάφραση Αγαθή Δημητρούκα
Εκδόσεις Τόπος

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020

Τραγούδια για την πυρκαγιά - Juan Gabriel Vásquez




Αυτή είναι η πιο λυπητερή ιστορία που 'χω ακούσει ποτέ μου, όπως είπε για τη δική του ένας μυθιστοριογράφος, και σ' αυτήν την ιστορία όλα ξεκινούν από ένα βιβλίο, αντίθετα απ' αυτό που είπε ένας ποιητής. Στην πραγματικότητα, δεν είναι μία, αλλά πολλές ιστορίες· ή, έστω, μία ιστορία με πολλές αρχές, αν και με ένα μόνο τέλος. Και πρέπει να τις πω όλες, όλες τις αρχές ή όλες τις ιστορίες, και να μη μου ξεφύγει καμία, γιατί η αλήθεια μπορεί να βρίσκεται σε οποιαδήποτε απ' αυτές, η συνεσταλμένη αλήθεια που ψάχνω μέσα σ' αυτά τα παράφορα γεγονότα.
Έτσι ξεκινάει το διήγημα Τραγούδια για την πυρκαγιά, με το οποίο ολοκληρώνεται η ομώνυμη συλλογή διηγημάτων του Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ίκαρος, πάντα σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη. Επέλεξα να ξεκινήσω παραθέτοντας το απόσπασμα αυτό γιατί το θεωρώ ιδανικό για να αναφερθεί κανείς στο σύνολο του έργου του Κολομβιανού συγγραφέα, χρησιμοποιώντας τα λόγια του ίδιου του του αφηγητή. Και αυτό γιατί περιλαμβάνει τον κοινό θεματικό πυρήνα όλων των έργων του, τη συνεσταλμένη αλήθεια που ψάχνω μέσα σ' αυτά τα παράφορα γεγονότα της ιδιωτικής αλλά και -κυρίως- της δημόσιας ζωής. Η Κολομβία είναι στο επίκεντρο ακόμα και όταν εκείνος βρίσκεται από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, το ταραγμένο, διχαστικό και βίαιο παρελθόν της χώρας είναι για τον Βάσκες η πιο λυπητερή ιστορία που 'χω ακούσει ποτέ μου. Ο τρόπος με τον οποίο διηγείται την ιστορία αυτή, μία ιστορία με πολλές αρχές, αν και με ένα μόνο τέλος, μας δίνει την ποιητική τού συγγραφέα, τον τρόπο του να εργάζεται και να αφηγείται, ξεκινώντας από το τέλος, από το γεγονός που πυροδότησε μέσα του την περιέργεια, και που, αναζητώντας τις πηγές της ιστορίας, τα μονοπάτια που ακολούθησαν οι ήρωες ως εκεί, τις εναλλακτικές που ματαιώθηκαν, τα ψέματα που αποκαλύφθηκαν και τις συγκυρίες που επικράτησαν, επιχειρεί να συνθέσει μιαν αλήθεια. Δύο σημεία ενώνονται από μία και μόνη ευθεία γραμμή. Στις ιστορίες του Βάσκες το σημείο εκκίνησης αναζητείται, αμφισβητείται μέχρι τέλους, η γραμμή δεν είναι ποτέ ευθεία, τέμνει τον ίδιο της τον εαυτό, δημιουργεί σπείρες και αφήνει ίχνη από διαδρομές που αποδείχτηκαν αδιέξοδες. Αλλά και οι διακειμενικές αναφορές αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα στο έργο του, στην προκειμένη περίπτωση ο Φορντ Μάντοξ Φορντ και η αρκτική φράση του μυθιστορήματός του Ο καλός στρατιώτης και ο Στεφάν Μαλαρμέ με την περίφημη φράση του Ο κόσμος είναι πλασμένος για να καταλήξει σ' ένα ωραίο βιβλίο.

Στη συλλογή αυτή, που αποτελείται από εννέα διηγήματα, ο Βάσκες χρησιμοποιεί σε κάποια από αυτά πιο φανερά το προσωπικό του βίωμα, συγγραφέας και αφηγητής συναντώνται στο ίδιο πρόσωπο, κάτι το οποίο εξακριβώνεται και από μια απλή ανάγνωση του βιογραφικού του. Αναφέρεται ιδιαίτερα στην περίοδο που έζησε στο Παρίσι, μια πόλη, όπως λέει ο ίδιος, που συμπεριφέρεται καλά στους νικητές και άσχημα στους ηττημένους, και εκείνος τριγυρνούσε στα διάφορα καφέ για να ξεγελάσει τον χρόνο, σαφέστατα ένας από τους χαμένους της πόλης, και ήταν τότε που διέκρινε στον εαυτό του το ταλέντο του μαιευτήρα ιστοριών, καθώς για κάποιο λόγο οι άνθρωποι έμοιαζε να τον εμπιστεύονται, τη στιγμή που και ο ίδιος ένιωθε οικεία στον ρόλο του ακροατή. Το εντυπωσιακό με τις ιστορίες του Βάσκες είναι ο τρόπος με τον οποίο ο αφηγητής εμπλέκεται τελικά σε μία ιστορία αρχικά ξένη, σε μία ιστορία ενός μεθυσμένου τύπου σε ένα μπαρ, για παράδειγμα, πώς ξάφνου (αυτο)εγκλωβίζεται σε αυτή και βρίσκεται να πρωταγωνιστεί, να πηγαίνει να γνωρίσει την κοπέλα εκείνη στην οποία ο άγνωστος συμπότης του είχε πει ψέματα για να τη ρίξει στο κρεβάτι, τη στιγμή που ο άντρας της και φίλος του κειτόταν νεκρός και εκείνος ήταν επιφορτισμένος με την αναγγελία του κακού μαντάτου. Είναι η πίστη του Βάσκες πως οι ιστορίες μπορούν να σου αλλάξουν τη ζωή -να σε σώσουν ή να σε καταστρέψουν, αυτό μένει να δειχτεί. Το διήγημα που φαινομενικά μοιάζει το πλέον αυτοβιογραφικό όλων είναι το Αεροδρόμιο, στο οποίο ο αφηγητής έκανε τον κομπάρσο σε μια ταινία του Ρομάν Πολάνσκι, του σκηνοθέτη με την τραγική ιστορία που σημάδεψε μια ολόκληρη γενιά, ένα πολύ δυνατό συναισθηματικά διήγημα με μια απόκοσμα ρεαλιστική αποτύπωση του κινηματογραφικού γυρίσματος. Ο τρόπος με τον οποίο στο συγκεκριμένο διήγημα ο αφηγητής αναπτύσσει το δικό του βίωμα, το άγνωστο και εν πολλοίς αδιάφορο, εντός του βιώματος του Πολάνκσι, και με τον οποίο τα δύο αυτά βιώματα κατά κάποιον τρόπο συνδιαλέγονται μεταξύ τους αποτελεί μια μικρογραφία του μοτίβου ιδιωτικό-δημόσιο που διαρκώς χρησιμοποιεί ο Βάσκες στην αφήγησή του.  

Το μέγεθος των διηγημάτων στερεί τον χώρο από τις επαναλήψεις και τις δίνες της γραφής του Βάσκες, το πέρασμα από το ίδιο σημείο ξανά και ξανά, αυτή την αίσθηση στροβιλισμού που διακρίνει τα μυθιστορήματά του, την αποτύπωση της εμμονής, τον αντίλαλο. Εντούτοις στα διηγήματα της συλλογής αυτής εντοπίζει κανείς αρκετές από τις γνώριμες αρετές της γραφής του Βάσκες, όπως για παράδειγμα την αφηγηματική δεινότητα, ή τον τρόπο να δημιουργεί διαρκώς ορόσημα στις ιστορίες του και ύστερα με άνεση να πηγαινοέρχεται στο πριν και το μετά, τριγυρνώντας γύρω από το εκάστοτε σημείο μηδέν, παίρνοντας κάθε φορά διαφορετικούς δρόμους, εκκινώντας από διαφορετική αρχή. Εκείνο που αναδεικνύεται στη μικρή φόρμα είναι η ικανότητα του Βάσκες να εισάγει τον αναγνώστη στην ιστορία του. Επ' αυτού, αξίζει να διαβάσει κανείς την πρώτη παράγραφο κάθε διηγήματος. Χαρακτηριστικός είναι επίσης ο τρόπος με τον οποίο κάνει μυθιστορηματικά πρόσωπα πραγματικά, όπως για παράδειγμα τη φωτογράφο φίλη του Χότα που πρωταγωνιστεί σε δύο από τις ιστορίες, τις οποίες ακολούθως αφηγήθηκε στον Βάσκες και εκείνος με τη σειρά του τις έφερε στα μυθοπλαστικά του μέτρα. Και δεν υπάρχει πιο αντιπροσωπευτικό -αν και αβανταδόρικο λόγω χαρακτήρα και ζωής- παράδειγμα μετατροπής ενός αληθινού προσώπου σε μυθιστορηματικό χαρακτήρα από τον Εσκομπάρ, από τον νεκρό Εσκομπάρ στον Ήχο των πραγμάτων όταν πέφτουν.   

Οι περισσότερες από τις ιστορίες που διηγείται ο Βάσκες είναι θλιβερές και στενάχωρες, κάποιες χαραγματιές ελπίδας δεν αρκούν για να απαλύνουν το σκοτεινό συναίσθημα. Το παρελθόν είναι για τον Βάσκες ένας τόπος γεμάτος από μυστικά και απαντήσεις, ένας τόπος στον οποίο πρέπει κανείς να ψάξει καλά, να δυσπιστεί και να επιμένει, καθώς όλοι -ανεξαιρέτως όλοι- επιχειρούν να τον οικειοποιηθούν προς ίδιον όφελος, διαστρεβλώνοντας και αποκρύπτοντας, το παρελθόν είναι, επίσης, ένας τόπος γεμάτος από απογοητεύσεις και πόνο. Η ωραιοποίηση του παρελθόντος σε τίποτα δεν μπορεί να αποδειχτεί χρήσιμη, ούτε καν στην παραγωγή καλής αναχωρητικής λογοτεχνίας. Η λογοτεχνία του Βάσκες είναι πολιτική, ακόμα και όταν κάτι τέτοιο δεν είναι ορατό με μια πρώτη ματιά, και είναι πολιτική γιατί μέσω αυτής ο συγγραφέας μπορεί να ελπίσει σε ένα σήμερα γεφύρωσης και γλειψίματος πληγών, αλλά κυρίως σε ένα καλύτερο αύριο στο οποίο τα αντιπαραδείγματα του παρελθόντος θα αποτελούν φωτεινούς φάρους προς αποφυγή. Και χωρίς την αλήθεια κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό.

Με διακατείχε μια αμφιθυμία προσερχόμενος στην ανάγνωση αυτή. Στα μάτια μου, βλέπετε, ο Βάσκες είναι συγγραφέας μεγάλης φόρμας, και καλώς ή κακώς -κακώς αν με ρωτάτε-, υποσυνείδητα τουλάχιστον, τα διηγήματα των συγγραφέων αυτών τα φαντάζομαι ως δυνάμει μυθιστορήματα, ιδέες που δεν κάρπισαν, συμπυκνωμένο υλικό που δεν αραιώθηκε, χωρίς να τους προσδίδω -στο φαντασιακό και πριν την ανάγνωση- αξία αυτόνομη. Η διάψευση των προκαταλήψεων -γιατί, ας μη γελιόμαστε, περί τέτοιων πρόκειται- είναι μια από τις ιδιότητες της καλής λογοτεχνίας. Έτσι, και στην προκειμένη περίπτωση η ανάγνωση ισοπέδωσε και παραμέρισε όλες τις επιφυλάξεις, επιτρέποντας την απόλαυση της αφήγησης ενός σπουδαίου γραφιά όπως είναι ο Βάσκες, ο οποίος στα ελληνικά έχει ευτυχήσει να έχει για μεταφραστή τον Αχιλλέα Κυριακίδη και για σπίτι τις εκδόσεις Ίκαρος -και όχι μόνο για τα ξεχωριστά εξώφυλλα του Χρήστου Κούρτογλου.                 


υγ. Όλα ξεκίνησαν πριν έξι χρόνια όταν από το πουθενά, θαρρείς, ακούστηκε Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν, συνέχισαν την επόμενη χρονιά με τους Πληροφοριοδότες, για να αποκαλυφθεί μετά από μικρή παύση Η μορφή των λειψάνων. Πέρυσι ήταν το καλοκαίρι των Υπολήψεων

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος  
  

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019

Οι υπολήψεις - Juan Gabriel Vásquez



Ξαφνικά, εκεί που καθόταν και του γυάλιζαν τα παπούτσια, απέναντι απ' το Πάρκο Σανταντέρ, περιμένοντας να έρθει η ώρα της τιμητικής εκδήλωσης, ο Μαγιαρίνο ένιωσε απολύτως βέβαιος πως μόλις είχε δει έναν πεθαμένο πολιτικό γελοιογράφο.
Δεν ήταν εύκολο για τον Μαγιαρίνο να αποδεχτεί την πρόσκληση για τη βράβευσή του. Δεν ήταν συνηθισμένος σε βραβεία και τιμητικές εκδηλώσεις προς το πρόσωπό του. Όλα αυτά τα χρόνια, από το πρώτο εκείνο δοκιμαστικό σκίτσο μέχρι αργότερα, στην περίοδο της πλήρους αποδοχής και της τεράστιας φήμης, ό,τι είχε να πει το έλεγε πάντα μέσα στο συννεφάκι της εκάστοτε γελοιογραφίας που υπέγραφε, διατηρώντας το πρόσωπό του μακριά από την προβολή, γεγονός που του επέτρεπε να περπατά τους δρόμους της Μπογκοτά χωρίς να τον αναγνωρίζει κανείς, ούτε ο πλέον φανατικός αναγνώστης της εφημερίδας, εκείνος που πρώτα τη σελίδα με το σκίτσο του αναζητούσε μόλις έπιανε την εφημερίδα στα χέρια του, και να που τώρα του ζητούσαν να εμφανιστεί στη σκηνή ενός κατάμεστου θεάτρου, με τους προβολείς στραμμένους πάνω του, και να παραλάβει το βραβείο, δίνοντας την απαραίτητη ευχαριστήρια ομιλία, ενώ σκηνές από τη ζωή του θα προβάλλονταν στη μεγάλη οθόνη μαζί με κάποια από τα διασημότερα σκίτσα του, πριν από τη δεξίωση που θα ακολουθούσε σε πιο στενό κύκλο και τις ερωτήσεις των δημοσιογράφων. Ήξερε καλά πως ένας πετυχημένος γελοιογράφος είχε -ή θα έπρεπε να έχει- κυρίως εχθρούς, πραγματικούς και δυνάμει, ενοχλητικός για την εκάστοτε εξουσία καθώς -θα έπρεπε να- ήταν, και ίσως η ποσότητα των εχθρών αλλά και το μένος τους εναντίον του να αποτελούσε και τη μονάδα μέτρησης της επιτυχίας του, της επιδραστικότητάς του στην κοινωνικοπολιτική αρένα της καθημερινότητας, της βαρύτητας της γνώμης του και της επιρροής του.

Όλη του η ζωή, αφότου αποφάσισε να παρατήσει οριστικά τη ζωγραφική, παρά το ταλέντο και τις προσδοκίες για το μέλλον, κινήθηκε με άξονα τη δουλειά του ως γελοιογράφου, η οικογενειακή του ευτυχία, ο φόβος για τη ζωή τη δική του και των κοντινών του ανθρώπων, οι ερωτικές του επιτυχίες, οι φιλίες του, η επιλογή γειτονιάς, η καθημερινή ρουτίνα, τα πάντα. Ασυμβίβαστος, έτσι ένιωθε ο Μαγιαρίνο, ξεροκέφαλος ίσως, που ακούγεται πιο γλυκό, στο μεταίχμιο κομπλιμέντου και μομφής, άκουγε σπάνια τις συμβουλές των φίλων του και δεν έδινε σημασία στις απειλές των εχθρών του, έτσι τουλάχιστον έδειχνε, και τώρα, στην αρχή της νουβέλας του Βάσκες, ενώ του γυαλίζουν τα παπούτσια, λίγο πριν από την τιμητική εκδήλωση, νιώθει πως βλέπει έναν πεθαμένο πολιτικό γελοιογράφο να διασχίζει τον δρόμο, και είναι αυτή η αλλόκοτη οπτική εμπειρία που θα ενεργοποιήσει τον μηχανισμό της μνήμης, καθώς εκείνος ο γελοιογράφος αποτέλεσε για τον Μαγιαρίνο πρότυπο, και θα επιθυμούσε διακαώς -έστω υποσυνείδητα- να τον συγκρίνουν κάποτε μαζί του, και ίσως αυτή η σύγκριση να υπερέχει της οποιασδήποτε τιμητικής εκδήλωσης, ίσως μάλιστα η παρουσία του στην τιμητική εκδήλωση να ακυρώνει την όποια πιθανότητα για σύγκριση των δυο τους, εκείνος άλλωστε ποτέ δεν δέχτηκε τους δούρειους ίππους του συστήματος, δεν επέτρεψε στη ματαιοδοξία του να υπερισχύσει του καθήκοντος, να στέκει πάντα κριτικός απέναντι στα κακώς κείμενα.
        
Κάπου εκεί λοιπόν, απέναντι από το πάρκο Σανταντέρ στη Μπογκοτά, ξεκινάει η νουβέλα αυτή του Βάσκες, που πιο ταιριαστό τίτλο δύσκολα θα μπορούσε να έχει, ακριβή στην απλότητά του και εύστοχο στη γενικότητά του. Αρκετά από τα γνώριμα χαρακτηριστικά της λογοτεχνίας του Κολομβιανού συγγραφέα είναι εδώ, η εμμονή, για παράδειγμα, με τη μνήμη και το παρελθόν, αλλά και ο μηχανισμός με τον οποίο η μνήμη ανασυγκροτείται, συχνά από ένα τυχαίο γεγονός, ελάχιστης φαινομενικά σημασίας, πυροδοτείται μια σειρά γεγονότων, τα οποία ο Βάσκες συνηθίζει να αφηγείται με διαρκή μπρος πίσω, σπάζοντας σε δεκάδες κομμάτια τον αφηγηματικό χρόνο, δημιουργώντας διαρκώς νέα πριν και μετά, με αρκετές λειτουργικές επαναλήψεις, που έρχονται να ρίξουν εκ νέου φως, να οδηγήσουν σε νέες αναγνώσεις και αξιολογήσεις, σπείρες αφήγησης με έναν τρόπο πάντοτε περίτεχνο, που συνδυάζει το αναγνωστικό σασπένς με την υπαρξιακή αναζήτηση του Μαγιαρίνο στην προκειμένη περίπτωση. Στα βιβλία του Βάσκες οι ατομικές ιστορίες των ηρώων αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του μεγάλου κάδρου της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας της Κολομβίας. Έτσι και εδώ, χρησιμοποιώντας και τη δημόσια θέση του Μαγιαρίνο, ο Βάσκες επιτυγχάνει να αποδώσει την πραγματικότητα, τον τρόπο με τον οποίο -θα έπρεπε να- λειτουργούν τα μέσα ενημέρωσης, τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν την κριτική οι ισχυροί, τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι δημόσιες σχέσεις, τον τρόπο με τον οποίο παραμονεύουν διαρκώς η λογοκρισία και ο φόβος, αλλά και να θέσει ίσως το πιο δύσκολο προς απάντηση ερώτημα, εκείνο που σχετίζεται με τα όρια της κριτικής και το αλάθητο του κριτικού.

Ανάμεσα σε διάφορα αφηγηματικά ευρήματα ξεχωρίζει η επιλογή του συγγραφέα να τοποθετήσει στην ιστορία του δύο χαρακτήρες, τον Μαγιαρίνο και τη γυναίκα του, οι οποίοι είναι διάσημοι χωρίς αναγνωρίσιμο πρόσωπο. Εκείνος σκιτσογράφος και εκείνη ηθοποιός του ραδιοφώνου, και αυτή η εμπνευσμένη επιλογή του ζευγαριού αυτού, στην εποχή της ολοκληρωτικής επικράτησης της εικόνας, έρχεται να συνθέσει με τον συγγραφέα μια ιδιότυπη απρόσωπη τριαδικότητα, θαρρείς, και να δώσει το δικαίωμα στον αναγνώστη να αναζητήσει τον ίδιο τον συγγραφέα στις αγωνίες και τα ερωτήματα του Μαγιαρίνο σε μια δεύτερη ή τρίτη ανάγνωση της ιστορίας. Οι υπολήψεις του Βάσκες είναι επίσης μια νουβέλα επίκαιρη σε μια ευρύτερη συζήτηση που λαμβάνει χώρα σχετικά με έναν διάσημο εγχώριο γελοιογράφο και τον πολιτικό ρόλο που φαίνεται να παίζει τα τελευταία χρόνια, έχοντας στρέψει εναντίον του αρκετούς φανατικούς θαυμαστές, αποκτώντας παράλληλα ένα νέο κοινό το οποίο διακρίνει στα σκίτσα του έναν σύμμαχο.

Αν και Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν εξακολουθεί να είναι το αγαπημένο μου βιβλίο ενός αγαπημένου συγγραφέα, αυτό καθόλου δεν σημαίνει πως Οι υπολήψεις δεν είναι ένα ακόμα ωραίο βιβλίο από τον Κολομβιανό συγγραφέα, τον οποίο με συνέπεια μεταφράζει ο Αχιλλέας Κυριακίδης, πάντα για τη σειρά ξένης λογοτεχνίας του Ίκαρου με τα υπέροχα εξώφυλλα!

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2018

Η λήθη που θα γίνουμε - Héctor Abad Faciolince





Ο γιατρός Έκτορ Αμπάδ Γκόμες, πατέρας του συγγραφέα, δολοφονήθηκε το 1987 στο Μεδεγίν της Κολομβίας· υπέρμαχος της κοινωνικής ισότητας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έδωσε για πολλά χρόνια μάχη για την καταπολέμηση της φτώχειας και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του πληθυσμού, πιστεύοντας ακράδαντα στην ιπποκράτειο ρήση περί πρόληψης. Η ζωή του συνέπεσε με την πλέον άγρια περίοδο της κολομβιανής ιστορίας, με χιλιάδες νεκρούς από τα πυρά παρακρατικών οργανώσεων. Η λήθη που θα γίνουμε, στίχος του Μπόρχες από το ποίημα του Επιτάφιος*, αποτελεί τη βιογραφία του, συνδεδεμένη άρρηκτα με την ιστορία της χώρας.

Ο γιος του χρειάστηκε πάνω από δύο δεκαετίες απόσταση για να καταφέρει να γράψει αυτό το βιβλίο, που τόσο επιθυμούσε να το γράψει, ώστε να θέσει τις λέξεις της μνήμης απέναντι στις σφαίρες της λήθης. Όμως, όσα χρόνια και αν περάσουν, το να μιλήσει κανείς για τον δολοφονημένο πατέρα του δεν γίνεται ευκολότερο, δεν γίνεται λιγότερο υποκειμενικό, ο θυμός παραμένει και η διάθεση αγιοποίησης παραμονεύει, ειδικότερα από τη στιγμή που η υπόθεση έκλεισε και ποτέ δεν βρέθηκαν οι ένοχοι και οι εντολοδόχοι τους.

Η επιθυμία τού συγγραφέα να γράψει αυτό το βιβλίο είναι πανταχού παρούσα, όσο και αν προσπαθεί να στρέψει κάποια από τα φώτα της ιστορίας επάνω του ή σε άλλες παράλληλες οικογενειακές ιστορίες, η δολοφονία παραμένει συνεχώς στον πυρήνα της αφήγησης. Και οφείλει να αναγνωρίσει κανείς πως ο Αμπάδ υλοποιεί με επιτυχία τον στόχο του. Το βιβλίο είναι καλογραμμένο, ας το ξεκαθαρίσουμε αυτό. Νοσταλγική απλότητα στον λόγο, συνεχείς απόπειρες επεξήγησης των λόγων για τους οποίους πρέπει να ειπωθεί αυτή η ιστορία, για τους οποίους πρέπει να διασωθεί η μνήμη.

Η αφήγηση, όμως, ο τρόπος με τον οποίο ο Αμπάδ διηγείται την ιστορία του, δεν είναι του γούστου μου, γιατί επιβάλλει μία συναισθηματική καθοδήγηση. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, η ιστορία ενός ανθρώπου που προσπάθησε για το κοινό καλό, παρά τις αδυναμίες του, το ζοφερό περιβάλλον μέσα στο οποίο αγωνίστηκε και το τραγικό του τέλος αποτελούν συναισθηματικές γεννήτριες απέναντι στις οποίες είναι αδύνατο -και αδικαιολόγητο- να προτάξει κανείς την αδιαφορία του. Όμως αυτή είναι η ρεαλιστική πλευρά της ιστορίας και όχι η λογοτεχνική. Διάβασα το βιβλίο μέχρι το τέλος, παρότι ήδη από τις πρώτες σελίδες ήταν φανερή η απουσία λογοτεχνικής ταύτισης, και το έκανα αυτό, σκέφτομαι τώρα, ίσως από μία περιέργεια να δω πώς θα διαχειριζόταν στην πορεία το υλικό του, πώς θα πετύχαινε -αν πετύχαινε- την κορύφωση φτάνοντας στο σημείο της δολοφονίας.  

Η Κολομβία των τελευταίων δεκαετιών δεν επιτρέπει στον Αμπάδ να διηγηθεί την ιστορία της οικογένειας του με τον τρόπο του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, που τόσο μοιάζει να θαυμάζει. Άπαξ και επέλεξε να διηγηθεί την ιστορία τού πατέρα του, το μονοπάτι ήταν προκαθορισμένο. Ως αναγνώστης λογοτεχνίας προτιμώ τον τρόπο του Βάσκεζ ή του Γκαμπόα, με την Κολομβία παρούσα, την αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας ως ζητούμενο, λογοτεχνικά όμως με έναν τρόπο διαφορετικό.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Τιτίνα Σπερελάκη
Εκδόσεις Πατάκη
*Επιτάφιος
  
  Είμαστε κιόλας η λήθη που θα γίνουμε.
  Η στοιχειώδης σκόνη που μας αγνοεί
  και που ήταν άλλοτε ο κόκκινος Αδάμ, και τώρα είναι
  όλοι οι άνθρωποι, και που δε θα τη δούμε.

  Είμαστε κιόλας πάνω στον τάφο οι δυο ημερομηνίες
  αρχής και τέλους. Η κάσα,
  η απαίσια σήψη και το σάβανο,
  οι θρίαμβοι του θανάτου, και τα μοιρολόγια.

  Δεν είμαι ο βλάκας που γατζώνεται
  από τον μαγικό ήχο του ονόματός του.
  Μ' ελπίδα συλλογίζομαι τον άνθρωπο εκείνο

  που δε θα ξέρει πως πέρασα από τον κόσμο.
  Κάτω από το αδιάφορο γαλάζιο τ' ουρανού
  ο στοχασμός αυτός είναι μια παρηγοριά.



 

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2018

Η μορφή των λειψάνων - Juan Gabriel Vásquez




Την τελευταία φορά που τον είδα, ο Κάρλος Καρβάγιο ανέβαινε με κόπο σε μια αστυνομική κλούβα, με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα, με χειροπέδες, και το κεφάλι βυθισμένο ανάμεσα στους ώμους, ενώ μια λεζάντα στο κάτω μέρος της οθόνης πληροφορούσε για τους λόγους της σύλληψής του: είχε προσπαθήσει να κλέψει το υφασμάτινο κοστούμι ενός δολοφονημένου πολιτικού.
Μεγαλώνοντας, ανάμεσα σε τόσα και τόσα άλλα, μαθαίνουμε την ιστορία του τόπου μας, κυρίως αυτήν, μέσα από διηγήσεις του περιβάλλοντός μας αλλά και από την ιστορία, ως μάθημα στο σχολείο, έτσι όπως αυτή επικράτησε. Αργότερα, εξαιτίας της κυκλικότητας της ιστορίας αλλά και της ιδιότητας του παρελθόντος να καθορίζει το παρόν και να συνδιαμορφώνει το μέλλον, επιμένουμε -ίσως όχι όλοι, σίγουρα όχι όλοι-  να διερευνήσουμε τι πραγματικά συνέβη. Κάποιοι -ίσως ακόμα λιγότεροι- επιθυμούν να εξερευνήσουν εκείνη την άλλη πραγματικότητα, να περιηγηθούν στο βασίλειο των ενδεχομένων και των εικασιών, σε μέρη που ούτε ο ιστορικός ούτε ο δημοσιογράφος είχαν τη δυνατότητα να εισέλθουν.

Έτσι λειτουργεί ο Βάσκες, κάτι που γνωρίζαμε και από τα προηγούμενα βιβλία του που κυκλοφορούν στα ελληνικά, Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν και Οι πληροφοριοδότες, αυτό τον ενδιαφέρει και όχι μια απλή μυθιστορηματική αναπαράσταση των γεγονότων. Το πάντρεμα της ιστορίας και της μυθοπλασίας, της αλήθειας και της φαντασίας, η ανάδειξη μιας λεπτομέρειας σε κύριο σημείο περιστροφής, ο παραλληλισμός και η ταυτόχρονη αντιπαράθεση μυθιστοριογράφου και συνωμοσιολόγου. Και αν, διαβάζοντας τον Ήχο των πραγμάτων όταν πέφτουν, στα μάτια μου ήταν προφανής η λογοτεχνική συγγένεια με τον σπουδαίο στυλίστα Χαβιέρ Μαρίας, πλέον, με τους Πληροφοριοδότες και τη Μορφή των λειψάνων, είναι ορατή μια άλλη εκλεκτική συγγένεια με τον επίσης σπουδαίο Χαβιέρ Θέρκας.

Δύο δολοφονίες με απόσταση χρόνων μεταξύ τους, του φιλελεύθερου ηγέτη Ουρίμπε το 1914 και του επίσης φιλελεύθερου Γκαϊτάν το 1948, που στιγμάτισαν την κολομβιανή ιστορία και την οδήγησαν από διαφορετικά μονοπάτια μέχρι σήμερα, αποτελούν τον διπλό πυρήνα του μυθιστορήματος αυτού, ενός μυθιστορήματος που συγχρόνως αποτελεί το χρονικό της συγγραφής του, με αφηγητή τον ίδιο τον Βάσκεζ, ο οποίος, επιμένοντας στο δίπολο πραγματικότητα-φαντασία, εντάσσει και τη δική του βιογραφία στο μυθιστόρημα, ώστε να παραμένουν δυσδιάκριτα για τον αναγνώστη τα όρια ανάμεσα στην αλήθεια και την επινόηση, μια απόφαση που δικαιολογεί ωστόσο απόλυτα τον τρόπο με τον οποίο ο Βάσκες προσεγγίζει τη λογοτεχνία που τον παθιάζει. Ο Βάσκες δίνει τον απαραίτητο χώρο, ώστε να διαφανεί όχι μόνο η σημαντικότητα των λεπτομερειών σχετικά με αυτές τις δύο δολοφονίες, αλλά κυρίως να αναδειχτεί το πάθος και η εμμονή των ηρώων για το κυνήγι της αλήθειας, για την ανασκευή της επίσημης εκδοχής των γεγονότων, και μαζί με αυτή και η εμμονή του ίδιου.

Οι τρεις κεντρικοί ήρωες, ο Βάσκες, ο Καρβάγιο και ο Ανσόλα, μπαίνουν στο κυνήγι της ανάδειξης της κρυφής πλευράς της ιστορίας ξεκινώντας από μια υπόσχεση σε κάποιον· στην εξέλιξη της έρευνας το προσωπικό πάθος επικρατεί και τυφλώνει, η έρευνα μετατρέπεται σε προσωπική υπόθεση. Το πάθος, που τόσο λείπει από την καθημερινότητα, σε σημείο εμμονής, κυριαρχεί.

Η απαράμιλλη αφηγηματική άνεση του Βάσκες, η ικανότητά του να ελίσσεται ανάμεσα στις υποϊστορίες που απαρτίζουν την ιστορία, ο τρόπος με τον οποίο επιχειρεί τα μπρος πίσω στον χρόνο, επιτρέπουν στον αναγνώστη μία απρόσκοπτη ανάγνωση, μέσα από την οποία αναδεικνύονται ξεκάθαρες οι προθέσεις του συγγραφέα, αλλά και το σημαντικότερο -μάλλον- όλων, η αυθύπαρκτη υπόσταση του μυθιστορήματος ως πραγματικότητας παράλληλης με την πραγματικότητα του αναγνώστη.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Νυχτερινές ικεσίες - Santiago Gamboa




Θα σου πω κάτι: αυτό το μυθιστόρημα δεν θα είναι αστυνομικό, αλλά μια ιστορία αγάπης.
Η αφήγηση κάθε ιστορίας δύο ανθρώπων ολοκληρώνεται από δύο, τουλάχιστον, διηγήσεις, με τον τρόπο, βέβαια, που εκείνοι επιθυμούν να ολοκληρωθεί, με έναν τρόπο καθόλου αντικειμενικό, παρά την πιθανή υποκειμενική ειλικρίνειά του. Ειδικά μια ιστορία αγάπης ή μια απολογία.

Ο Μανουέλ, Κολομβιανός φοιτητής φιλοσοφίας, θα συλληφθεί στην Μπανγκόκ για κατοχή ναρκωτικών. Εκείνος αρνείται τις κατηγορίες και ισχυρίζεται πως πρόκειται για πλεκτάνη· στο πλευρό του θα βρεθεί ο πρόξενος της Κολομβίας, και σε εκείνον θα αποφασίσει να διηγηθεί την ιστορία του.
Θ' αρχίσω απ' τα χειρότερα, κύριε πρόξενε. Απ' τη χειρότερη περίοδο της ζωής μου, που ήταν η παιδική μου ηλικία. Αν και τώρα πια, έπειτα από τόσα και τόσα, για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω πια τι είναι το χειρότερο.
Τα δύσκολα παιδικά χρόνια, το αυταρχικό και στενόμυαλο οικογενειακό περιβάλλον, η πολιτική πραγματικότητα της χώρας, η ανάγκη για διαφυγή, τα βιβλία και οι ταινίες παράθυρα σε έναν άλλον κόσμο. Μόνο στήριγμα του Μανουέλ η αδερφή του, μεγαλύτερη σε ηλικία, η Χουάνα και η υπόσχεση που του είχε δώσει πως μια μέρα θα το σκάσουν μαζί. Τέσσερα χρόνια πριν, εκείνη εξαφανίστηκε, ξαφνικά. Αναζητώντας τη Χουάνα ο Μανουέλ θα βρεθεί στη Μπανγκόκ.

Ο Γκαμπόα απλώνει αριστοτεχνικά την αφήγησή του σε πέντε πόλεις, την Μπογκοτά, το Δελχί, την Μπανγκόκ, το Τόκιο και την Τεχεράνη, δίνει τον λόγο σε τρεις αφηγητές, τον πρόξενο, τον Μανουέλ και τη Χουάνα, εγκιβωτίζει αρκετές μικροϊστορίες που θα μπορούσαν να σταθούν και αυτόνομα μα που ταυτόχρονα εξυπηρετούν πλήρως την πλοκή και την κορύφωση του σασπένς. Αντιμετωπίζει με σεβασμό τον κάθε δευτερεύοντα χαρακτήρα της ιστορίας του. Κάνει καλά αυτό που πάντα απολαμβάνω στα μυθιστορήματα, συνδυάζει την υψηλή λογοτεχνία με την αγωνία να δεις τι θα γίνει παρακάτω. Επιτυγχάνει να γράψει ένα μυθιστόρημα κολομβιανό χωρίς να εγκλωβίζεται στην εσωστρέφεια, επιχειρώντας να καταστείλει την ενοχή με την οποία βαρύνονται αυτός και οι συμπατριώτες του, το στίγμα του να είσαι Κολομβιανός, λέξη σύμφυτη με τη διακίνηση ναρκωτικών, ανάμεσα σε άλλα. Με πλήθος αναφορών σε δημιουργούς, ανάμεσα στους οποίους ο σκηνοθέτης Γουόν Καρ Γουάι και ο συγγραφέας Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας. Με τον πρόξενο -άλτερ έγκο του συγγραφέα- να θυμίζει κάτι από τον πρόξενο Τζόφρεϋ Φέρμιν ( Κάτω από το Ηφαίστειο). Ένα μυθιστόρημα σφιχτοδεμένο παρά την έκταση της ιστορίας που διηγείται.

Αν και η σύγκριση με τον επίσης Κολομβιανό και αγαπημένο Βάσκεζ (Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν, Οι πληροφοριοδότες), ο οποίος κάνει ένα πέρασμα στο μυθιστόρημα, είναι προφανής, παρότι ο Γκαμπόα επενδύει λιγότερο στο στυλ, εκείνος που μου ήρθε στο μυαλό διαβάζοντας τις Νυχτερινές ικεσίες ήταν ο Χιλιανός Αλεχάντρο Σάμπρα, κυρίως η νουβέλα του Μπονσάι.

Μια αναγνωστική απόλαυση.


Μετάφραση Βασιλική Κνήτου
Εκδόσεις Πόλις
  

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας - Gabriel Garcia Marquez




Ήταν ακόμα πολύ νέος για να ξέρει πως η καρδιά μας αποβάλλει τις άσχημες αναμνήσεις και ωραιοποιεί τις καλές κι ότι χάρη σ' αυτό το τέχνασμα καταφέρνουμε ν' αντέχουμε το παρελθόν.

Ήμουν πολύ νέος όταν διάβασα τον έρωτα στα χρόνια της χολέρας, ούτε είχα ερωτευτεί ακόμα, ούτε είχα τόσες άσχημες αναμνήσεις για να αποβάλω. Ήταν το πρώτο, ή ίσως το δεύτερο καλοκαίρι που πήγα μόνος, χωρίς γονείς, διακοπές. Με δύο φίλους, δεν θυμάμαι πώς, επιλέξαμε τη Φολέγανδρο, τότε που ο γάιδαρος της καρτ ποστάλ έτρωγε ήσυχος το χορταράκι του ακόμα και Αύγουστο μήνα. Εκεί, στη Φολέγανδρο, εκείνο το καλοκαίρι, γνωρίσαμε μια παράξενη κοπέλα, παράξενη σύμφωνα με τα μυαλά και τα βιώματα που είχαμε τότε, γύρω στα εικοσιπέντε θα έλεγα τότε, ίσως και μεγαλύτερη θα έλεγα τώρα, η οποία έκανε μόνη της διακοπές και κουβαλούσε μαζί της τον Μάρκες. Είναι δύσκολο βιβλίο, τη θυμάμαι να λέει, αλλά μου αρέσει.

Ήταν η επιλογή μου για την πασχαλινή ανάγνωση. Ακόμα και τώρα, που τις γιορτές και τις σχόλες δουλεύω περισσότερο απ' όσο τις υπόλοιπες περιόδους, υπάρχει κάτι το συμβολικό, η ύπαρξη ενός χρονικού διαστήματος με ξεκάθαρη αρχή και τέλος, που μου δημιουργεί την ανάγκη να θέσω έναν αναγνωστικό στόχο. Φέτος, λοιπόν, αποφάσισα να διαβάσω ξανά, δεκαπέντε χρόνια μετά, τον Έρωτα στα χρόνια της χολέρας.

Στις πρώτες είκοσι σελίδες έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται -υπεροπτικά και αφοριστικά-: έχω μεγαλώσει πια για να μπορεί ένα παραμύθι να με γοητεύσει, τα βιώματα και τα διαβάσματα που έχουν προηγηθεί έχουν αλλάξει τους συσχετισμούς ρεαλισμού-μαγείας. Θα συνέχιζα βέβαια την ανάγνωση έτσι και αλλιώς, ευτυχώς δηλαδή, γιατί αυτή η φωνή έχασε τη δύναμή της, σώπασε, έσκασε, δεν ξανακούστηκε. Όμως ακούστηκε, και της αξίζει αναφορά, ως μια μορφή υπενθύμισης:  δεν πα' να 'χεις μεγαλώσει, δεν πα' να 'χεις διαβάσει, δεν πα' να 'χεις κάνει ό,τι θες, ο Μάρκες έχει τον τρόπο να σε μαγέψει, κάθε σπουδαία ιστορία έχει τον τρόπο να σε μαγέψει.

Μία από τις πρώτες πρώτες παρατηρήσεις που έκανα, και που την πρώτη φορά αποκλείεται να είχε συμβεί, ήταν το γεγονός πως δεν υπήρχε κανείς ήρωας, έστω και με την πλέον ελάχιστη εμπλοκή στην πλοκή και την εξέλιξη της ιστορίας -ή να πω καλύτερα των ιστοριών;-του οποίου ο κύκλος να μην κλείνει. Εννοώ, καλύτερα διατυπωμένο, πως ο Μάρκες φροντίζει να πληροφορεί τον αναγνώστη για την κατάλληξη της ιστορίας του καθενός, ακόμα και αν αυτή συνοψίζεται στην πρόταση: πέθανε εκατό χρονών σε λεπροκομείο. Δεν υπάρχει τυχαιότητα, όλα είναι ελεγχόμενα, παρά την εντύπωση, και όχι άδικη, μήτε εσφαλμένη, πως ο Έρωτας στα χρόνια της χολέρας είναι ένα βιβλίο που έχει γραφτεί με την καρδιά. Μη γελιόμαστε, χωρίς το μυαλό η καρδιά δεν στέκεται.

Για την ιστορία δεν θα πω τίποτα. Ή, θα πω πολλά: είναι μια ερωτική ιστορία. Και θα το πω αυτό, για να προσθέσω κάτι ακόμα στον διθύραμβο που επιχειρώ να συνθέσω: είναι μια ερωτική ιστορία -εντάξει, όχι μόνο μία-, που αν κάποιος την απομονώσει, ή αν αποφασίσει κάποιος, που δεν είναι ο Μάρκες, να τη διηγηθεί, θα μετατραπεί σε κάτι γλυκανάλατο, κλισεδιάρικο και ενοχλητικό, που δεν θα απέχει πολύ από τη λογοτεχνία που δεν μου αρέσει, ούτε από τις τηλεοπτικές σειρές που φέρνουν κοντά τους γείτονες λαούς. Είναι ο τρόπος του να διηγείται ένας παράγοντας σημαντικός, είναι όμως ο κόσμος στον οποίον δίνει πνοή, όλα τα μικρά εκείνα στοιχεία, από τη βροχή και τη δυσωδία της αγοράς, μέχρι το νεκροταφείο και τον παπαγάλο που το έσκασε, που πείθουν πως εκεί, σε εκείνον τον τόπο και σε εκείνον τον χρόνο μια τέτοια ερωτική ιστορία είναι, όχι μόνο πιθανή, μα μάλλον δεδομένη. Ένα μυθιστόρημα λαϊκό, ίσως πιο λαϊκό δεν γίνεται, ένα μυθιστόρημα για όλους. Και όταν λέμε για όλους εννοούμε για όλους. Μαγκιά.

Κάπου πρέπει να χωρέσει μια ευγενική και ήπια προτροπή: διάβασέ το. Ας τη στριμώξω εδώ.

Δεν είναι απαραίτητα αρνητικό να έχει κάποιος, όπως εγώ, κακή μνήμη, όχι μόνο γιατί αντέχει καλύτερα το παρελθόν, αλλά και γιατί μπορεί να διαβάζει ξανά και ξανά τα αγαπημένα του βιβλία για παράδειγμα. Δεν θυμόμουν τίποτα. Τίποτα όμως. Ήταν σαν να έγινε πραγματικότητα η συνηθισμένη και άτοπη ευχή: θα ήθελα να ξαναέχω εκείνη ή την άλλη εμπειρία αλλά με το μυαλό που έχω σήμερα.

Σκέφτομαι εκείνη την κοπέλα, δεν θυμάμαι το όνομά της, με τους φίλους εκείνους δεν μιλάμε πια τόσο συχνά για να τους ρωτήσω. Εκείνη η κοπέλα, λοιπόν, απέφευγε να απαντάει ευθέως σε προσωπικές ερωτήσεις. Απόπειρα γοητείας ή φύλαξη του προσωπικού της χώρου; Δεν ξέρω. Κάποια μέρα, με το βιβλίο στο χέρι και το δάκτυλο για σελιδοδείκτη, είπε: σε έναν μήνα παντρεύομαι, γι' αυτό κάνω αυτό το ταξίδι μόνη. Μην κρυβόμαστε, εμείς δεν καταλάβαμε τίποτα απ' το δικό της το γι' αυτό. Απλώς ενισχύθηκε περαιτέρω η πεποίθησή μας περί της παραξενιάς της, και μόνο τώρα, που ξαναδιάβασα το μυθιστόρημα, έκανα τη σύνδεση, ίσως αυθαίρετη, δεν διαφωνώ, τότε απλώς αγόρασα το βιβλίο γυρίζοντας στην Πάτρα. Τώρα όμως έχω ανάγκη τον ατελή μηχανισμό της μνήμης, και την επιστροφή, όλο και πιο συχνά, σε μέρη γνώριμα.



Μετάφραση Κλαίτη Σωτηριάδου-Μπαράχας
Εκδόσεις Λιβάνη

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

Οι Πληροφοριοδότες - Juan Gabriel Vásquez







Να αντιληφθώ: αυτός ήταν ο σκοπός μου, απλός και, ταυτόχρονα υπερφίαλος· και το ν' αναλογιστώ το παρελθόν, ν' αναγκάσω κάποιον να το θυμηθεί, ήταν ένας τρόπος για να το πετύχω, μια παρορμητική επίθεση κατά της εντροπίας, μια απόπειρα ν' αναχαιτίσω την προϊούσα αταξία του κόσμου, να την αιχμαλωτίσω, να τη δω ηττημένη έστω και μια φορά. Να αντιληφθεί, αυτός ήταν ο σκοπός του Γκαμπριέλ Σαντόρο όταν ζήτησε από τη Σάρα, μια Γερμανίδα που εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στην Κολομβία λίγο πριν από την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, να απαντήσει σε μια σειρά από ερωτήσεις, που σύντομα πήραν τη μορφή ηχογραφημένων συνεντεύξεων και τελικώς οδήγησαν στην έκδοση της βιογραφίας της με τίτλο: Μια ζωή στην εξορία. Βιβλίο το οποίο, μετά από ένα σύντομο πέρασμα από τις προθήκες, θα ξεχνιόταν χωμένο πίσω σε κάποια ράφια, ένα ακόμα ανάμεσα σε τόσα βιβλία, αν ο ίδιος ο πατέρας του δεν υπέγραφε μια μανιασμένη κριτική εναντίον του, επιτυγχάνοντας να ενεργοποιήσει τη δίψα των αναγνωστών για κουτσομπολιό.  Το όνομα του πατέρα μου μπορεί να το αναγνωρίσει οποιοσδήποτε, κι όχι μόνο γιατί είναι το ίδιο που υπογράφει αυτό το βιβλίο (μάλιστα: ο πατέρας μου ήταν ζωντανό παράδειγμα αυτού του όχι πολύ σπάνιου είδους ανθρώπου που επαίρεται τόσο πολύ για τα επιτεύγματα της ζωής του, ώστε δεν έχει κανένα ενδοιασμό να βαπτίσει τον γιο του με το ίδιο του το όνομα), αλλά και γιατί ο Γκαμπριέλ Σαντόρο ήταν ο άνθρωπος που επί είκοσι χρόνια δίδαξε στο περίφημο Σεμινάριο Ρητορικής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κι εκείνος που, το 1988, εκφώνησε τον πανηγυρικό του εορτασμού των 450 ετών από την ίδρυση της Μπογκοτά, αυτό το θρυλικό κείμενο που έμελλε να θεωρηθεί ισάξιο των καλύτερων δειγμάτων ρητορικής, από τον Μπολίβαρ ως τον Γαϊτάν. Πέρασαν τρία χρόνια από τη δημοσίευση της κριτικής μέχρι να βρεθούν ξανά πατέρας και γιος, και μάλιστα από πρόσκληση του πρώτου, όχι για να διακόψει την πρόοδο της αποξένωσης μας, αλλά για να αισθάνεται λιγότερο μόνος όταν θα του άνοιγαν τον θώρακα μ' ένα ηλεκτρικό πριόνι και θα του έραβαν στην άρρωστη καρδιά μια φλέβα αποσπασμένη απ' το δεξί του πόδι. Αρκετό καιρό μετά το θάνατο του πατέρα του, ο Γκαμπριέλ Σαντόρο θα επιχειρήσει να συνθέσει τις αναμνήσεις του και το αρχείο του σε μια αναφορά που θα τον βοηθήσει να αντιληφθεί.


Η αναμέτρηση με το παρελθόν είναι πράξη υψηλού ρίσκου, καθώς μια ελάχιστη λεπτομέρεια αρκεί να γκρεμίσει ολόκληρο το οικοδόμημα, συμπαγές και στέρεο φαινομενικά μόνο και από απόσταση, αφημένο στην ανακουφιστική επέλαση της λήθης, είναι το τίμημα για όποιον αναζητά την αλήθεια, ή για όποιον ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, δίχως όμως να αφήνει ανεπηρέαστο και όποιον κάθεται ήσυχα στο παρόν του, ή επιμελώς επιχειρεί να το κρατήσει κρυφό. Ο Χουάν Βάσκεζ επιθυμεί να αντιληφθεί, ιντριγκάρεται από το παρελθόν και χτίζει τις διηγήσεις του γύρω από την Ιστορία, ή με αφορμή την Ιστορία, όπως προτιμά να το δει κανείς. Στους Πληροφοριοδότες είναι η σκοτεινή περίοδος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, που εξώθησε πλήθος Ευρωπαίων στη Λατινική Αμερική, κυρίως Γερμανών και Εβραίων, εκείνη που τον απασχολεί. Μετανάστες, που ο καθένας έτρεξε μακριά από τον δικό του εφιάλτη, αναζητώντας πρωτίστως μια κρυψώνα και δευτερευόντως μια νέα αρχή. Η λίστα με τους συμπαθούντες το Ναζιστικό καθεστώς έπρεπε να συνταχθεί, και η εθελοντική συμμετοχή των πολιτών στην παροχή πληροφοριών ήταν κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτη.

Είναι όμως και η σχέση πατέρα γιου που ενδιαφέρει τον Βάσκεζ, με το μυθιστόρημα -ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος του- να καλύπτεται από μια διαρκή αίσθηση αναφοράς στην Επιστολή  προς τον πατέρα του Κάφκα. Η συγγραφική επιλογή για συνωνυμία πατέρα γιου επιτυγχάνει τόσο να βάλει την πλέον χαρακτηριστική πινελιά στον χαρακτήρα του πατέρα, όσο και να υπογραμμίσει την επανάληψη της ιστορίας, όσο προφανές και αν μοιάζει κάτι τέτοιο. Ο γιος, που επιχειρεί να χαράξει αυτόνομη πορεία γράφοντας ένα βιβλίο από το οποίο απουσιάζει εντελώς η οποιαδήποτε αναφορά στον διάσημο πατέρα του, παρότι το βιβλίο αφορά μια παιδική του φίλη, και δεν καταφέρνει να ξεφύγει από τη βαριά σκιά που ρίχνει εκείνος, ακόμα και καιρό μετά τον θάνατό του, αναγκάζεται τελικά, για να αντιληφθεί και άρα να καταφέρει να προχωρήσει, να ανασυνθέσει το παρελθόν του πατέρα του.

Η σφιχτοδεμένη πλοκή του μυθιστορήματος πραγματικά εντυπωσιάζει και αναδεικνύει τα χρονικά πίσω μπρος, στα οποία με άνεση επιδίδεται ο συγγραφέας, επιτυγχάνοντας να δημιουργήσει μια αίσθηση δίνης. Οι ήρωες του Βάσκεζ συχνά αναρωτιούνται για την ικανότητά τους να αντιληφθούν πως κάτι είναι σημαντικό τι στιγμή που συμβαίνει, παρομοίως και ο αναγνώστης αναρωτιέται αν το στοιχείο που εμφανίζει ο Βάσκεζ, φαινομενικά μικρό και ασήμαντο, ένα ελάχιστο στοιχείο της πλοκής, θα επιστρέψει δριμύτερο ή αν θα παρασυρθεί μακριά από τον ποταμό της αφήγησης.

Όπως και στον Ήχο των πραγμάτων όταν πέφτουν, έτσι και εδώ, ο ήρωας κάποια στιγμή εγκαταλείπει την Μπογκοτά γεγονός που του επιτρέπει να δει πιο καθαρά τα πράγματα, μια αντιστοιχία με τον ίδιο τον συγγραφέα που από τότε που άφησε πίσω του την Κολομβία ως τόπο διαμονής μπόρεσε να έρθει συγγραφικά αντιμέτωπος με το παρελθόν της χώρας του.  

Με αφήγηση δουλεμένη ώστε τίποτα να μην περισσεύει, φωνή ευδιάκριτα πια χαρακτηριστική και ορθή χρήση της ανατροπής, οι Πληροφοριοδότες είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα. Η μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη υπηρετεί και αναδεικνύει το κείμενο, ως συνήθως δηλαδή.

Το ένα είναι βιβλίο, το άλλο ήταν ζωή. Πρώτα ήρθε η ζωή, και μετά το βιβλίο. Σου φαίνονται χαζά αυτά που λέω; Έτσι ήταν πάντα. Αυτό δεν αλλάζει. Αργότερα, στα βιβλία, βλέπουμε τα σημαντικά πράγματα. Αλλά όταν τα βλέπουμε, είναι πια αργά, κι αυτό είναι το πρόβλημα, Γκαμπριέλ, συγχώρα μου την ειλικρίνεια, αλλά αυτό είναι το πρόβλημα με τα κωλοβιβλία.

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος
  

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

35 Νεκροί - Sergio Álvarez




Ο Κουμπάκιας διέπραξε το τελευταίο του έγκλημα εννιά μήνες μετά το θάνατό του. Όσο ζούσε και αλώνιζε στην Κολομβία, σκότωσε τριακόσιους είκοσι τέσσερις αγαθιάρηδες που είχαν την κακή τύχη ή την τόλμη να έρθουν αντιμέτωποι με την οργή, τις φιλοδοξίες ή τα όπλα που πάντα έκρυβε κάτω απ' τα ρούχα του αυτός ο λήσταρχος. Όπως κάθε καλός δολοφόνος, ο Κουμπάκιας συνέχισε να σκοτώνει ενόσω ήδη σάπιζε στο νεκροταφείο. Δεν χρειάστηκε να ξοδέψει ούτε μια σφαίρα παραπάνω, δεν χρειάστηκε να μαχαιρώσει το θύμα του ούτε να στρίψει τους καρπούς του καταδικασμένου προκειμένου να καταφέρει να τον κρεμάσει. Του 'φτασε η δική μου ταπεινή συμβολή. Ήμουν εγώ, ο μαλάκας απ' τα γεννοφάσκια μου, που έσκισα τις σάρκες της ετοιμόγεννης, προκαλώντας την αιμορραγία που πρόσθεσε άλλον έναν θάνατο στον κατάλογο των εγκλημάτων που είχε διαπράξει αυτός ο πρώην λοχίας του στρατού.


Ο αφηγητής, με το αίσθημα ενοχής για το χαμό της μητέρας του να τον βαραίνει απ' την πρώτη κιόλας ανάσα του, δυσκολεύεται να ξεφύγει από την παράλληλη πορεία με τη μοίρα της χώρας του, υπομένει τις δυσκολίες, μαγεύεται απ' τα προσωρινά χαμόγελα της τύχης, επιμένει να σχεδιάζει το μέλλον παρά τις ανατροπές, να ερωτεύεται, να εμπιστεύεται, να ελπίζει, να εφησυχάζει, ταυτόχρονα όμως, και σε πλήρη αρμονία με το περιβάλλον του, απογοητεύεται, λιποτακτεί, απιστεί, αδιαφορεί. Και η ζωή προχωρά.

Ο πατέρας του αφηγητή είχε μια μάντρα με υλικά οικοδομών, το όνομα αυτής: Μέλλον. Όνομα τουλάχιστον αστείο σε μια χώρα όπως η Κολομβία, μια ματιά στο παρελθόν είναι αρκετή για να διακρίνει, και ο πλέον αδύναμος παρατηρητής, τον εφήμερο και εύπλαστο χαρακτήρα της κολομβιανής πραγματικότητας. Η επιχείρηση έκλεισε. Ο Άλβαρες θα αφιερώσει δέκα χρόνια έρευνας και συγγραφής στο μεγαλεπήβολο όραμά του, να αφηγηθεί την ταραχώδη και πολυσύνθετη ιστορία των τελευταίων τριάντα πέντε ετών της χώρας του. Και, σε μεγάλο βαθμό, θα δικαιωθεί.

Παρά το γεγονός της δεδομένης και αδιαμφισβήτητης ύπαρξης ενός κεντρικού ήρωα/αφηγητή, ο συγγραφέας παρεμβάλλει κεφάλαια σφήνες, πάντα σε πρώτο αφηγηματικό πρόσωπο, ανθρώπων που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σχετίζονται με την ιστορία του κεντρικού αφηγητή. Αφηγηματικό εύρημα το οποίο λειτουργεί, δίνοντας τόσο μια αίσθηση πολυφωνίας και κοινής μοίρας, όσο και συνέχεια στις ιστορίες των ανθρώπων, ακόμα και μετά την αποχώρηση του κεντρικού ήρωα από τη ζωή τους. Είναι επίσης εντυπωσιακή, και παράσημο λαμπρό στο πέτο του συγγραφέα, η απουσία κοιλιάς σε ένα μυθιστόρημα πεντακοσίων εβδομήντα σελίδων το οποίο κυλάει δίχως όμως να κουράζει με την ευκολία του.

Η μουσική και ο έρωτας δημιουργούν την απαραίτητη αντίστιξη σε ένα σκηνικό όπου η βία δείχνει να κυριαρχεί των πάντων. Αυτή η σύμφυτη αντίθεση μοιάζει να είναι άλλωστε η σωτήρια ιδιαιτερότητα ενός ταλαιπωρημένου λαού, έρμαιο διεφθαρμένων πολιτικών και αδίστακτων μαφιόζων, χώρα στερεοτυπικά γνωστή στον υπόλοιπο κόσμο για την κοκαΐνη και τον Εσκομπάρ.

Η σκιά του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες πέφτει, όπως είναι φυσικό και επόμενο, βαριά στις σελίδες του κάθε Κολομβιανού συγγραφέα, τόσο στο στάδιο της δημιουργίας, όσο και σε εκείνο της κριτικής· ας είμαστε όμως ψύχραιμοι και νηφάλιοι αποφεύγοντας αχρείαστες συγκρίσεις και παρομοιώσεις.

Αν και τα μεγάλα λαϊκά μυθιστορήματα δεν είναι του γούστου μου, εντούτοις οφείλω να παραδεχτώ πως το συγκεκριμένο με γοήτευσε και με ενέπλεξε στα γρανάζια του. Η γλώσσα, με την απλότητα και την προφορικότητα να την χαρακτηρίζουν, δεν στέκει άνευρη και επιτηδευμένη, μα αντίθετα αποπνέει μια αυθεντικότητα και συμβάλλει στη δημιουργία της επιθυμητής, από μεριάς συγγραφέα, ατμόσφαιρας.


υ.γ Ίσως να μην είχα τολμήσει ποτέ το αναγνωστικό ετούτο βήμα, αν δεν είχε προηγηθεί ένας άλλος Κολομβιανός συγγραφέας, ο Βάσκες, και το υπέροχο μυθιστόρημά του, Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν.



(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Βασιλική Κνήτου
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Η Ιλόνα φθάνει με τη βροχή - Álvaro Mutis





Πρόκειται για το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Κολομβιανού συγγραφέα Άλβαρο Μούτις, που πέθανε πέρυσι τον Σεπτέμβρη, με πρωταγωνιστή τον γοητευτικό τυχοδιώκτη Μακρόλ Γκιαβέρο. Είχε προηγηθεί Το Χιόνι του Αλμιράντε. Πέραν της παρουσίας του Γκιαβέρο, κοινό χαρακτηριστικό ανάμεσα στις δύο νουβέλες αποτελεί η μανία -άλλη λέξη δύσκολα θα περιέγραφε την ένταση- με την οποία ο αφηγητής επιμένει να διαχωρίζει τους ρόλους, εκείνος είναι απλώς ο διαμεσολαβητής, ο επιφορτισμένος γραφιάς που στηρίζεται στα λεγόμενα του ήρωά του αλλά οφείλει να ξεκαθαρίσει πως το βάρος από τυχόν ανακρίβειες δεν θα πρέπει να πέσει στους ώμους του άδολου δέκτη-πομπού. Και αν στην προηγηθείσα νουβέλα ο αφηγητής είχε εντοπίσει τυπωμένη την περιπέτεια του Γκιαβέρο στο ποταμόπλοιο, σουλατσάροντας σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο της Βαρκελώνης, τώρα ισχυρίζεται πως υπήρξε μάρτυρας αυτήκοος του περάσματος του ήρωα από τον Παναμά.

Όταν είδα ότι η γκρίζα άκατος του λιμενικού πλησίαζε, με τη σημαία του Παναμά να κυματίζει περήφανα στην πλώρη της, κατάλαβα αμέσως ότι είχαμε φτάσει στο τέρμα του επεισοδιακού ταξιδιού μας. 

Παρά το γεγονός πως το περιβάλλον δύσκολα θα χαρακτηριζόταν φιλόξενο, ο Γκιαβέρο αποφασίζει να αράξει για λίγο στον Παναμά, εγκαταλείποντας προσωρινά τη θάλασσα και προσμένοντας κάποια καλύτερη ευκαιρία. Στον τόπο που είναι γνωστός για την ένωση των δύο ωκεανών, θα καταφύγει σε ένα οριακά αξιοπρεπές μοτέλ, έχοντας πρώτα κάνει έναν πρόχειρο, και μάλλον υπεραισιόδοξο, οικονομικό προϋπολογισμό, γεγονός που του επιτρέπει να διώξει προσωρινά την έγνοια της επιβίωσης. Όμως, η άφιξη ενός ξένου δύσκολα περνά απαρατήρητη, ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου ξέρει αρκετά, ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα, και δείχνει πρόθυμος να μοιραστεί τις γνώσεις αυτές. Τότε εμφανίζεται η Ιλόνα, ο ρεαλισμός υποχωρεί στη θέα της, το κενό καλύπτεται από μαγεία και εσωτερικότητα.

Υπάρχουν άνθρωποι που εξαφανίζονται διαρκώς μόνο και μόνο για να εμφανιστούν ξανά, την κρίσιμη στιγμή, σχέσεις δίχως αποχαιρετισμούς, μα με περάσματα στιγμιαία από την απουσία στην παρουσία, και αντιστρόφως. Τέτοια είναι η σχέση της Ιλόνα με τον Γκιαβέρο. Φίλοι, εραστές, συνέταιροι, συνταξιδιώτες. Άνθρωποι με πεπρωμένο κοινό. Ο συγχρονισμός φαντάζει πάντοτε ιδανικός, η Ιλόνα έχει μια νέα ιδέα και αναζητά συνεργό -ή και συνένοχο, ανάλογα με την ηθική ευαισθησία σας- και εκείνος εμφανίζεται.

Υπάρχει όμως και ένας τρίτος πόλος, σημαντικός παρά την απουσία του, ο Αμπντούλ Μπασούρ, ένας παλιός γνώριμος από ένα άλλο βιβλίο του Μούτις, Η τελευταία σκάλα του Τραμπ Στήμερ, συγγενές στο μυαλό μου, λόγω θεματικής και ατμόσφαιρας με το Πορτ-Σουδάν του Ολιβιέ Ρολέν.

Ωραίος ο κόσμος του Μούτις -εντάξει του Γκιαβέρο, αν προτιμάτε να μείνετε πιστοί στη δήλωση του συγγραφέα- αποπνέει μια γοητεία σε έναν αναγνώστη δύστροπο με τον κόσμο των ναυτικών και των λιμένων, μια αίσθηση διαρκούς παρουσίας στο παρόν και, εξαιτίας αυτού, τόσο μαγικής και απρόβλεπτης. Τώρα απομένει η εύρεση και ανάγνωση του τελευταίου μέρους της τριλογίας, Ένας ωραίος θάνατος.  

υ.γ  Το 1996, ο Κολομβιανός σκηνοθέτης Sergio Cabrera μετέφερε τη νουβέλα στη μεγάλη οθόνη. 




Μετάφραση Μαρία Χατζηγιάννη
Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος