Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Νεκτάριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Νεκτάριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2019

Ευχές του Αγίου Νεκταρίου


Επί ταις αγομέναις αγίαις εορταίς της Επιφανείας του Υιού του Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, εύχομαι υμίν, όπως ο Θεός ο Παντοκράτωρ, ο Πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του Μονογενούς Αυτού Υιού, δώη υμίν υγείαν ψυχής και σώματος, σώμα άσπιλον, καρδίαν καθαράν, νουν εγρήγορον, γνώσιν απλανή, Πνεύματος Αγίου επιφοίτησιν προς κτήσιν και πληροφορίαν της αληθείας δια του Σωτήρος Ιησού Χριστού, δι’ Ου η δόξα τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι εις τους αιώνας αμήν.
Επί δε τη επιτολή του νέου Σωτηρίου έτους προκοπήν εν τω πολιτεύματι υμών, ευφροσύνην πνευματικήν και χαράν της ψυχής αμετάπτωτον.
Επευχόμενος αύθις τα άριστα, διατελώ προς Θεόν ευχέτης.

Ο Πενταπόλεως Νεκτάριος
28 Δεκεμβρίου 1906


Γερόντισσα Ξένη της Αιγίνης



Η γερόντισσα Ξένη - κατά κόσμον Χρυσάνθη Στρογγυλού - είδε το φως του ήλιου το 1867 στα Χανιά της Κρήτης, την εποχή που έβραζε η Κρητική επανάσταση για να απαλλαγεί το νησί από τον Τουρκικό ζυγό. Οι ευσεβείς γονείς της Νικόλαος και Μαρία φρόντισαν να μεγαλώσει η μικρή Χρυσάνθη με τα νάματα της Εκκλησίας και να γνωρίσει από μικρή την αλήθεια του Χριστού. Στα εννιά της χρόνια η μηνιγγίτιδα της στερεί το φως της αλλά ουδόλως επηρεάζει την μειλιχιότητα και την σεμνότητα του χαρακτήρα της.
Χρόνια αργότερα θα βρεθεί στην Αθήνα. Αρχίζει να εκκλησιάζεται στον ναό των Ταξιαρχών στο Πολύγωνο. Εκεί θα γνωρίσει ευσεβείς πιστούς, όπως η Αικατερίνη Ματθαιοπούλου. Στην οικία Ματθαιοπούλου η Χρυσάνθη θα γνωρίσει τον Άγιο Νεκτάριο, μετά από ένα μνημόσυνο. Μπαίνει σε μια ομάδα νεαρών κοριτσιών που ολόψυχα ποθούν να αφιερωθούν ολοκληρωτικά στο Θεό. Ο Άγιος Νεκτάριος είναι ο πνευματικός τους πατέρας που τις νουθετεί και τις καθοδηγεί.

Η ίδρυση της Μονής στην Αίγινα
Ο Άγιος Νεκτάριος ως διευθυντής στη Ριζάρειο Σχολή επιτέλεσε μέγιστο ποιμαντικό και εξομολογητικό έργο στην Αθήνα. Ήταν ο αληθινός Ιεράρχης που τον είχαν προστάτη, οδηγό και συμπαραστάτη όσοι δοκιμάζονταν και αγωνίζονταν για την πνευματική τους ανύψωση. Ανάμεσα στους πιστούς και η Χρυσάνθη με την άτυπη συνοδεία της, με βαθιά πίστη, ευσέβεια, αγάπη και φόβο Θεού. Αγωνίζονταν για μια πνευματικότητα που δεν απέρρεε από πτυχία Πανεπιστημίου και ειδικές σπουδές. Μόνη τους επιθυμία να εγκαταλείψουν τα εγκόσμια και να αποσυρθούν σε ένα μοναστήρι μόνο με το Νυμφίο της ψυχής τους.
Ο ασκητής επίσκοπος τότε Νεκτάριος, αποδέχθηκε το αίτημά τους γιατί ήταν και δική του βαθιά επιθυμία να αποσυρθεί στην έρημο και να απολαύσει τα αγαθά της νηπτικής ζωής. Η επιμονή και η σταθερότητα του αιτήματος της Χρυσάνθης και των υπολοίπων κοριτσιών έκαναν τον Άγιο να θεωρήσει με έναν τρόπο διορατικό, ότι ήταν θέλημα Θεού να ιδρύσει γυναικείο μοναστήρι.
Άρχισε λοιπόν να αναζητά μαζί τους κατάλληλο τόπο για να μονάσουν. Επισκέφθηκαν το Λαύριο, την Τήνο και την Αίγινα. Στον τελευταίο προορισμό ξεχώρισαν την παλαιά μονή της Ιεράς Ζωοδόχου Πηγής στην τοποθεσία «Ξάντος», που απέχει περίπου έξι χιλιόμετρα από την πόλη της Αίγινας.
Ο Άγιος επισκέφθηκε τη μονή το καλοκαίρι του 1904. Η ιερότητα του τόπου - Επισκοπή του Αγίου Διονυσίου - τα κατανυκτικά παρεκκλήσια της περιοχής, η γαλήνη του τοπίου αλλά και το γεγονός ότι σύμφωνα με την παράδοση ασκήτευσε στη μονή επί Τουρκοκρατίας η Αγία Αθανασία - πριν αναγκασθεί από τους πειρατές να καταφύγει στη Θεσσαλονίκη μαζί με τις Αγίες Θεοδώρα και Θεοπίστη τις Αιγινίτισσες - όλα αυτά τον έκαναν να αποφασίσει να εγκαταστήσει στην Αίγινα το ησυχαστήριο.
Ο Άγιος Νεκτάριος με τις κατάλληλες ενέργειες φρόντισε να εξασφαλίσει την συγκατάθεση του οικείου ιεράρχη, του Δήμου Αίγινας και των αστυνομικών αρχών.
Έτσι, το φθινόπωρο του 1904, με τις ευχές και τη στήριξη του Αγίου Νεκταρίου, εγκαθίστανται στο μισοερειπωμένο μοναστήρι, στην περιοχή Ξάντος, μια συνοδεία από νέες γυναίκες που επιθυμούσαν να ακολουθήσουν μοναχικό βίο. Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν πραγματικά δύσκολες. Ο Άγιος ενίσχυε την μικρή αυτή συνοδεία με κάθε τρόπο, στέλνοντας χρήματα και τρόφιμα για την στοιχειώδη συντήρησή τους. Τους έστελνε και επιστολές πατρικές, που φανερώνουν το ενδιαφέρον και την ευαισθησία του, για κάθε πτυχή της νέας ζωής των αδελφών.

Ηγουμένη Ξένη
Με την πνευματική διαύγεια που διέκρινε τον Άγιο, όρισε για ηγουμένη την τυφλή Χρυσάνθη που ονομάστηκε Ξένη μοναχή. Οι πιστοί της Αίγινας εκτίμησαν τον χαρακτήρα της, το προφητικό και προορατικό χάρισμα της γερόντισσας, αλλά και την βαθιά εμπιστοσύνη και αφοσίωση που της έδειχναν οι υπόλοιπες αδελφές της Μονής.
Στις αδελφές που αρχικά συνόδευαν την Χρυσάνθη και μετέπειτα ηγουμένη τους, ενσωματώθηκαν και τρείς ασκήτριες που διέμεναν από πριν στη Μονή και σύντομα η αδελφότητα αυξήθηκε στις δέκα αδελφές. Η ηγουμένη Ξένη είχε και θαυμάσιο ποιητικό τάλαντο. Έγραφε ύμνους στο Χριστό, στην Παναγία, στους Αγίους. Μοναχή η οποία έβλεπε με τα μάτια της ψυχής. Αντιλαμβανόταν ποιος ήταν απέναντι της κι ας μην είχε τη δυνατότητα να τον διακρίνει. Δεν έβλεπε καθόλου. Αλλά τα πάντα «έβλεπε».
Όταν έμπαινε στο Ναό έλεγε: «Γιατί παιδιά μου έχουν σκόνη οι εικόνες;». Μια μέρα είπε σε μια δόκιμη: «Γιατί φοράς τόσο κοντό φουστανάκι, αφού θα γίνεις μοναχή;».
Από το 1904 έως το 1908, ο Άγιος Νεκτάριος κατευθύνει πνευματικά με επιστολές του την αδελφότητα και θέτει τα θεμέλια του μοναστηριού ως κοινόβιο. Διδάσκει για τον μοναχισμό με απλότητα και αναφέρεται από τις νηπτικές θεωρίες μέχρι της πρακτικές λεπτομέρειες της ζωής της μοναχής.
Από τις 136 επιστολές του Αγίου που διασώζονται, περίπου οι 110 απευθύνονται προς την «οσιωτάτην εν Κυρίω αγαπητήν οσίαν Ξένην».
Η γερόντισσα παρά την ασθενική κράση της, διαρκώς προσεύχονταν και νήστευε, σε τέτοιο βαθμό που ανάγκαζε τον Άγιο Νεκτάριο να της θυμίζει ότι οφείλει να μην εκθέτει την υγεία της σε κίνδυνο. Από την ίδια ανησυχία ορμώμενος της έγραφε να λιγοστέψει τα «κομποσχοίνια». Η γερόντισσα πειθαρχούσε στις νουθεσίες του γιατί ήταν άνθρωπος της υπακοής.
Η ηγουμένη Ξένη είχε φόβο Θεού και ποτέ δεν μεταλάμβανε των Αχράντων Μυστηρίων, αν πρώτα δεν έπαιρνε την ευλογία του Αγίου. Με την βαθιά ταπείνωση που την διέκρινε απέφευγε να φορά καινούρια ράσα. Γι’ αυτό και όταν της έδιναν καινούργιο, το έκοβε σε ορισμένα σημεία και στη θέση τους τοποθετούσε μπαλώματα για να φαίνεται παλιό.
Ο Άγιος Νεκτάριος βασιζόμενος στη σοφία και στη σύνεση της, την παρότρυνε στις επιστολές του να γνωρίσει στις αδελφές «ότι οφείλουσιν άπασαι να εξαγορεύονται τους λογισμούς των σε αυτήν» ενώ της διευκρίνιζε: «επιθυμώ ουδεμία των αδελφών πλην σου να διατάσση».
Η γερόντισσα Ξένη αγωνιζόταν να δουλεύει για τον Θεό και να έχει το νου της στο Θεό. Αυτό προσπαθούσε να εμφυσήσει και στις αδελφές της Μονής συνιστώντας καθημερινά σε όλες προσευχή και προσοχή. Μάλιστα, για να μην το ξεχνούν, τις παρακινούσε κάθε μέρα να γράφουν τις δύο τόσο σημαντικές εντολές στην παλάμη τους: προσοχή και προσευχή.
Ο Άγιος Νεκτάριος εκτιμούσε βαθύτατα την κρίση της ηγουμένης, γι αυτό της ανέθεσε εν λευκώ το πρόγραμμα της Μονής. Ακόμη και το κελλί του, το έκτισε τελικά εκεί που η γερόντισσα είχε την άποψη ότι έπρεπε να κτισθεί.
Σε επιστολή του προς την γερόντισσα τον Δεκέμβριο του 1907, της γράφει: «Ο νους μου και ο πόθος μου εισίν αλλαχού, εις τον Πρόδρομον της Σκοπέλου, αλλά μια φωνή ενδόμυχος μοι λέγει, ότι ανέλαβες καθήκοντα εις την Αίγιναν και οφείλεις να εκπληροίς αυτά μένων εις την Αίγιναν».
Έτσι ο Άγιος Νεκτάριος παραιτείται από την διεύθυνση της Ριζαρείου Σχολής και εγκαθίστανται μόνιμα στη νεοσύστατη Μονή, την οποία και αφιέρωσε στην Παναγία Τριάδα.
Η μόνη που δεν χάρηκε με την επιστολή που ήρθε από το Αρεταίειο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν ο Άγιος και σύμφωνα με την οποία η κατάσταση της υγείας του βελτιωνόταν, ήταν η γερόντισσα Ξένη. Τον είχε δει στην αυλή του μοναστηριού και της είπε: «Ήρθα να σας χαιρετήσω. Αναχωρώ». Και βέβαια δικαιώθηκε γιατί δεν άργησε να φτάσει η είδηση ότι ο Δεσπότης κοιμήθηκε. Πλήθος κόσμος κατέκλυσε το μοναστήρι για να τον ξενυχτήσει και να τον αποχαιρετήσει. Η ηγουμένη Ξένη δεν έπαψε στιγμή να προσφέρει παρηγοριά και ελπίδα στους απελπισμένους πιστούς που έκλαιγαν.
Η μοναχή Ξένη είχε πηγαία ποιητική φλέβα. Την ευαίσθητη ψυχή της, την λέπτυναν ακόμη περισσότερο ο πόνος και η πίστη. Αισθανόταν την ανάγκη να εκφράζει σε στίχους τα συναισθήματα που την πλημμύριζαν, την αγάπη της για τον Χριστό, την Παναγία, το δέος μπροστά στη Δευτέρα Παρουσία, το φόβο για τις αμαρτίες της και τον κρυμμένο πόνο, για το βαθύ σκοτάδι που την έζωνε.
Η γερόντισσα Ξένη κοιμήθηκε την 1η Νοεμβρίου του 1923.


Αναδημοσίευση από αφιέρωμα της εφημερίδος «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016

Συνάντησις μετά του Πνευματικού Πατρός



Από το βιβλίο «Ο γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος»,   τόμ. Α, εκδ. «Ορθ. Κυψέλη», Θεσ/νίκη 1980




...Κατόπιν ήλθομεν εις Πειραιάν. Πρίν δε μεταβώ εις την Ι. Μονήν της μετανοίας μου εθεώρησα καθήκον μου ιερόν και υποχρέωσιν να ιδώ τον Πνευματικόν μου Πατέρα Άγιον Νεκτάριον. Μεταβάς εις την Ριζάρειον Σχολήν έμαθον ότι παρητήθη της Σχολής και ευρίσκεται εις Αίγιναν. Εμβάς εις πλοίον ανεχώρησα δι’ Αίγιναν. Ανήλθον εις την μονήν περί ώραν 1 - 1  ½ μ.μ. Ήτο μην Αύγουστος. Ο ήλιος έκαιεν ως φλοξ. Πλησιάσας εις την μονήν, έξω της θύρας της εισόδου αυτής, βλέπω Γέροντά τινα λευκογένειον, ενδεδυμένον ράσον πενιχρόν τυλιγμένον εις την ζώνην του και ψάθινον καπέλον εις την κεφαλήν διά την θερμότητα του ηλίου. Έσκαπτε δι’ αξίνης το έδαφος και διά πτύου εγέμιζεν ένα μικρόν καροτσάκι χώματα και μετέφερεν αυτά 15-20 μέτρα προς επιπέδωσιν του προαυλίου της Μονής. Ενόμισα ότι ήτο εργάτης της Μονής και διά να μη σκονίσει τα ενδύματά του του έδωσαν ράσο ή ότι ήτο γέρων δόκιμος της Μονής. Πλησιάσας αυτόν τον εχαιρέτισα και μετά τον χαιρετισμόν του λέγω:
- Γέροντα, ο δεσπότης είναι εδώ;
- Εδώ είναι, μοι λέγει.
- Μέσα, τω είπον, είναι εις την Μονήν;
- Ναι, μου λέγει, μέσα είναι.
- Ύπαγε, τω λέγω, να του ειπής ότι ήλθεν εν πνευματικόν του τέκνον, διάκονος, και θέλει να τον ιδή.
- Να είναι ευλογημένον, μοι λέγει με ταπεινόν σχήμα και φρόνημα.
Και παρατήσας την τσάπαν, το πτύον και το καροτσάκι, μου έδειξε ένα νεόκτιστον δωμάτιον έως 15 - 20 μέτρα μακράν της θύρας της εισόδου της Μονής και  και μου λέγει:
- Πέρασε εις αυτό το δωμάτιον και εγώ υπάγω μέσα να τον ειδοποιήσω να έλθη.
Δεν παρήλθον όμως 5 λεπτά και βλέπω ανελπίστως, ω βάθος πλούτου αμετρήτου ταπεινώσεως! Βλέπω μετ’ εκπλήξεως και θαυμασμού ότι εκείνος τον οποίον εγώ ενόμισα ως εργάτην, χωρικόν, αγροίκον και τω ωμίλησα καταφρονητικώς και προστακτικώς, «Πήγαινε να ειπής εις τον Δεσπότην να έλθη έξω»,  ήτο αυτός ο ίδιος. Δεν εστοχάσθην ότι όλοι αυτήν την ώραν κοιμώνται και ως εκ τούτου δεν έπρεπε ούτε καν λόγον να του έλεγον, αλλά να έμενον έξω και να έκαμον υπομονήν άχρι της ώρας του Εσπερινού.
Αλλ’ εγώ ο μαθητής και υποτακτικός έδειξα την άκραν υπερηφανείαν μου. Ο δε Διδάσκαλός μου και Πνευματικός μου Πατήρ την άκραν και άμετρον ταπεινωσίν Του! Έμεινα άφωνος επ’ ολίγον και κατόπιν γονυπετήσας τώ εζήτησα μετά δακρύων συγχώρησιν δια την υπερηφάνειαν και τον ανάρμοστον τρόπον μου. Εκείνος δε ως άκακος, πράος και ταπεινός τη καρδία με εσυγχώρησε και καθήσαντες ήρχισεν, ως συνήθως, να με καθοδηγή εις την οδόν της αρετής, εις την κατόρθωσιν των εντολών του Κυρίου. Πως θα δυνηθώ. Πάτερ, να απαλλαγώ από την θεομίσητον υπερηφάνειαν, τον ηρώτησα. Και εκείνος με αγάπην και ταπείνωσιν, τας δύο μεγάλας αρετάς, ας παρά Θεού είχε πλουτήσει, μοι απήντησεν:
- Οι Άγιοι Πατέρες ημών, τέκνον μου εν Κυρίω Πνευματικόν, λέγουσιν ότι εκάστη αμαρτία, είτε μεγάλη θανάσιμος είτε μικρά συγγνωστή, νικάται με την αντίστοιχον εναντίαν αρετήν. Ο φθόνος νικάται με την αγάπην, η υπερηφάνεια  με την ταπείνωσιν, η φιλαργυρία με την ακτημοσύνην, η πλεονεξία και ασπλαχνία με την ελεημοσύνην και ευσπλαχνίαν, η αμέλεια με την επιμέλειαν, η γαστριμαργία και η κοιλιοδουλεία με την νηστείαν και εγκράτειαν, η πολυλογία με την σιωπήν, η κατάκρισις και καταλαλιά με την αυτομεμψίαν και προσευχήν, η ασέλγεια, πορνεία και μοιχεία και λοιπά σαρκικά αμαρτήματα με την ενθύμησιν του θανάτου, της κρίσεως, της ανταποδόσεως, της κολάσεως, και εν γένει πάσα κακία νικάται με πάσαν αρετήν, ως λέγει και ο Προφητάναξ Δαβίδ: «Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν». Εάν θέλεις να απαλλαγείς και συ και εγώ και πάντες οι Χριστιανοί από την αμαρτίαν της υπερηφανείας, την μητέρα και γεννήτρια πασών των αμαρτιών και πρόξενον πάντων των κακών, θα απαλλαγώμεν διά της ταπεινοφροσύνης.
Και επειδή μόνοι μας ου δυνάμεθα, ως είπεν ο Κύριος, «άνευ εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν», ας παρακαλώμεν τον φιλάνθρωπον και πανάγαθον Θεόν, μετά συντριβής καρδίας και ταπεινώσεως, στεναγμών και δακρύων, να μας απαλλάξη από την εωσφορικήν υπερηφάνειαν, στενάζοντες ως ο Τελώνης, κλαίοντες ως η πόρνη, μετανοούντες ως ο άσωτος υιός και λέγοντες· Πάτερ Πανάγαθε, Εύσπλαχνε, Φιλάνθρωπε, ημάρτομεν εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου, δέξαι ημάς μετανοούντας και ποίησον ημάς ως ένα των μισθίων Σου. Ας προσευχώμεθα και ας παρακαλώμεν τον Θεόν, ως ο θείος Χρυσόστομος εις την καθημερινήν Του προσευχήν, λέγοντες: Κύριε δος ημίν ταπείνωσιν, ταπεινοφροσύνην και υπακοήν. Κύριε, δος ημίν υπομονήν, μακροθυμίαν και πραότητα. Κύριε, εμφύτευσον εις τας καρδίας ημών την ρίζαν των αγαθών, τον φόβον Σου. Κύριε, αξίωσον ημάς να Σε αγαπώμεν με όλην μας την ψυχήν και την καρδίαν και να τηρώμεν τας θείας Σου εντολάς.
Ωσαύτως, διά να απαλλαγώμεν από της μυσαράς και σατανικής και πανολέθρου υπερηφανείας, ας έχομεν εις τον νούν και την διάνοιά μας ανεξάλειπτον το παράδειγμα του Ουρανίου μας Διδασκάλου και τη διδασκαλίαν προς τους Μαθητάς Του, προς ημάς και προς όλους τους Χριστιανούς όλων των γενεών και των αιώνων. «Μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών», και «όταν πάντα ποιήσητε να λέγητε ότι αχρείοι δούλοι εσμέν και ο οφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν».
Τοιαύτας και άλλας ωφελίμους συμβουλάς λαβών παρά του Αγίου Πνευματικού μου Πατρός Νεκταρίου, χαίρων και πνευματικώς αγαλλόμενος επέστρεψα μέσω Σύρου, κατά τας αρχάς Σεπτεμβρίου του 1910 εις την νήσον  Πάρον και εις την Ι. Μονήν της μετανοίας μου...


Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014

Μνήμη Αγίου Νεκταρίου.



 Από το βιβλίο: «Ο Άγιος Νεκτάριος» του Θεοδώρητου Μοναχού Αγιορείτου




 Το παρακάτω κείμενο αφορά ένα περιστατικό το οποίο έλαβε χώρα κατά την περίοδο που ο Άγιος Νεκτάριος ήταν διευθυντής της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής. Η διήγηση είναι του  καθηγητού Ι. Φ. Κωνστανταράκη, που ήταν μαθητής της Ριζαρείου κατά την ανωτέρω  περίοδο.


«...Είναι γνωστόν, ότι η αθώα παιδική ψυχή ουδέποτε πονηρεύεται. Πιστεύει τα πάντα. Η παιδική ευπιστία είναι το χαρακτηριστικόν γνώρισμα της αγγελικής των παιδιών αγιότητος.
Με αυτήν την παιδικήν αγαθότητα συμπεριεφέρετο απέναντί μας εις πάσαν περίστασιν. Άπειρα είναι τα επεισόδια της μαθητικής μας ζωής κατά τα οποία εξεδηλούτο το απονήρευτον και η αγνότης της καρδίας του.
Από το επεισόδιον, που θα διηγηθώ κατωτέρω, θα καταδειχθή πως η μαθητική εφευρετικότης, μη απηλλαγμένη πονηρίας, εξεμεταλλεύετο την αγίαν ευπιστίαν του απαραμίλλου αυτού ιεράρχου.
Κατά τον κανονισμόν της Σχολής μόνον εις ωρισμένας ημέρας μεγάλων εορτών επετρέπετο εις τους μαθητάς «η έξοδος».
Κατά τας ευτυχείς , δι’ ημάς αυτάς ημέρας, εξηρχόμεθα εις την πόλιν και η κυριωτέρα ευχαρίστησίς μας ήτο να κατευθυνθώμεν εις κανέν γαλακτοπωλείον, δια να γευθώμεν ζεστούς λουκουμάδες.
Εκεί όπου υψούται σήμερον υψηκάρηνος οικοδομή, υπό την οποία υπάρχει το κατάστημα «Τσίτα», εις την οδόν Πανεπιστημίου, ήτο το μονώροφον απλόχωρον γαλακτοπωλείον η «Ελβετία» του Χαρ. Κόρακα.
Εμαύριζε κυριολεκτικώς από τα Ριζαρίτικα ράσα κατά τας ημέρας των «εξόδων» μας.
Επειδή αι «έξοδοι» μας ήσαν μάλλον αραιαί, συνεσκεπτόμεθα από την εσπέραν του Σαββάτου, ωρισμένοι εξ ημών, πως την αυριανήν Κυριακήν θα κατωρθώναμεν να επιτύχωμεν την άδειαν του Διευθυντού, δια να εξέλθωμεν εις την πόλιν.
Κατά τας καλοκαιρινάς Κυριακάς, ο Διευθυντής μας συνήθιζε, μετά την λειτουργίαν, να περιπατή  προ του Ι. ναού της Σχολής, ίνα απολαύση την πρωϊνήν δροσιάν και την ευωδίαν των λουλουδιών, τα οποία ήσαν άφθονα εις τον προ του ναού ολίγον χαμηλότερα ευρισκόμενον κατάφυτον από βιολέττες  ανθώνα.
Τότε ετίθετο εις ενέργειαν η εκτέλεσις του σχεδίου της «εξόδου».
Είχομεν συμφωνήσει από του Σαββάτου, ότι άλλος θα έλεγε ότι ο θείος του είναι βαρέως ασθενής, άλλος θα ότι του έστειλαν από την πατρίδα οι γονείς του διάφορα πράγματα, σύκα, σταφίδες, κουλουράκια κλπ. και πρέπει να μεταβή εις το ξενοδοχείον όπου ευρίσκοντο προς παραλαβήν των, άλλος ότι έχει φοβερόν πονόδοντον και θέλει να μεταβή εις τον οδοντοϊατρόν και άλλος άλλα.
Όλη δε αυτή η εξόρμησις, θα εγίνετο προς το γαλακτοπωλείον η «Ελβετία».
Προσήλθε λοιπόν πρώτος ο ανεψιός του βαρέως ασθενούντος θείου. Έκαμε την τυπικής «μετάνοιαν», εφίλησε το χέρι του Διευθυντού και περίλυπος ανεκοίνωσε την ασθένειαν του θείου του, ζητήσας την άδειαν να μεταβή προς επίσκεψίν του. Ο Διευθυντής συγκεκινημένος όχι μόνον έδωκε την άδειαν και την ευχήν του υπέρ της αναρρώσεως του ασθενούς, αλλά και του παρήγγειλεν, όταν επιστρέψη, να τον πληροφορήσει περί της καταστάσεως του θείου του.
Μετ’ ολίγην ώραν προσήλθε και ο δεύτερος, του οποίου τα σύκα και τα κουλουράκια, που του έστειλεν η μητέρα του, εκινδύνευον να φαγωθούν από τον ξενοδόχον και μετά μεγίστης ευκολίας έλαβε και αυτός την άδειαν.
Ομοίως και ο έχων τον πονόδοντον.
Τελευταίος προσήλθον εγώ, χωρίς να έχω εκ των προτέρων χαλκεύσει την αιτιολογίαν μου.
Αλλ’ ευθύς, ως με είδε πλησιάζοντα, ήρχισε να υποψιάζεται, ότι κάποια συμπαιγνία γίνεται.
Με την συνήθη λοιπόν χειρονομίαν του μου έδωκε να εννοήσω, ότι δεν πρέπει να λάβω και τον κόπον να του ειπώ τι θέλω… «Τίποτε», ό έστι μεθερμηνευόμενον, «μην πλησιάσης… δεν θέλω να μου πής τίποτε».
Εγώ περίλυπος τότε έκαμα μίαν μεταβολήν και έφυγα. Αλλά τότε η αγία του ψυχή συνεκινήθη και μετανοημένος δια την σκληρότητα του απέναντί μου με εφώναξε πλησίον του, εδέχθη την διπλήν «μετάνοιάν μου» και μου έδωκε τον λόγον.
«Θέλω και εγώ, Σεβασμιώτατε, να πάω μαζί με τους άλλους». «Μα αυτοί...» «Εγώ θα σας ειπώ την αλήθειαν… ...Εγώ θέλω να πάω για λουκουμάδες! Οι άλλοι δεν ξέρω αν σας είπαν την αλήθεια».
Ευτυχής, επειδή του έλεγα την αλήθειαν, μ’ ευλόγησε και μου είπε. «Έχε την ευχή μου. Να πάς και όταν θα επιστρέψετε, να έλθης να μου πής αν οι άλλοι μου είπαν ψέματα».
Όταν επεστρέψαμεν εις την Σχολήν, είχομεν αγοράσει μια τσαπέλα σύκα (τότε δεν είχε καθιερωθή η Κυριακή αργία και τα καταστήματα ήσαν ανοικτά) επήγα εις τον Διευθυντήν και τον παρεκάλεσα να με συγχωρήση, διότι κακώς υπωψιάσθηκα τους συμμαθητάς μου.
Με ερώτησε δια τον ασθενή, είπα ότι «είναι καλλίτερα» και του πρόσφερα και την τσαπέλα τα σύκα, προερχόμενα τάχα από τα πράγματα τα αποσταλέντα εις τον συμμαθητήν μου. Έλαμψεν η μορφή του από ευτυχίαν, διότι δεν του είχαμεν ειπή ψέμματα.
Αλλά και αν ακόμη είχε κάποιον ενδοιασμόν διά την φιλαλήθειάν μας, είμαι βέβαιος ότι η ανεξάντλητος καλωσύνη του θα έκρινε με επιείκειαν την παιδικήν μας λειχουδιάν και πονηρίαν.
Οι παιδονόμοι και ο γέρο - Πηχεών και ο Κωστής του ανέφερον συχνά τας αταξίας μας, σπανιώτατα όμως μας ετιμώρει, διότι ασφαλώς ελυπείτο να μας επιβάλη και την πλέον ελαφράν τιμωρίαν. ...Η έννοια της αγιωσύνης είναι συνώνυμος προς την αγιότητα της ψυχής, την προς τον πλησίον αγάπην και την προς τον Θεόν αφοσίωσιν.
Υπό των αρετών αυτών εκοσμείτο πλουσίως ο Πενταπόλεως Νεκτάριος».

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Περί της μετά θάνατον μέσης καταστάσεως των ψυχών.



του Αγίου Νεκταρίου

Αι ψυχαί μετά θάνατον ευρίσκονται εν καταστάσει τινί, ήτις καλείται μέση, ως μη έχουσα την τέλεια ανταπόδωσιν ούτε της αρετής, ούτε της κακίας. Αύτη δε, θέλει διαρκέσει μέχρι της μεγάλης κρίσεως της γενησομένης κατά την δευτέραν του Χριστού παρουσίαν. Εν τη μέση ταύτη καταστάσει αι μεν ψυχαί των δικαίων προαπολαύουσι της ητοιμασμένης αυτοίς μακαριότητος, αι δε των αμαρτωλών υφίστανται την αναμένουσαν αυτούς εν μέτρω τινί αιώνιαν και τελείαν κόλασιν. Κατά τον Ωριγένη αι ψυχαί εν τη μέση καταστάσει καθαρίζονται διά πνευματικού τινός πυρός. Η διδασκαλία αύτη περί καθαρτηρίου πυρός διεδόθη διά του Αυγουστίνου εις την Δυτικήν Εκκλησίαν, εν η ανυψώθη εις δόγμα πίστεως υπό του Μεγάλου Γρηγορίου. Εν τη Ανατολική όμως Εκκλησία, ουδέποτε ανεγνωρίσθη η περί καθαρτηρίου πυρός δοξασία ως ορθή.
Η Παλαιά Γραφή περί της μέσης καταστάσεως των ψυχών χρήται τη λέξει Σεώλ, ίνα σημάνη γενικώς και αορίστως την κατάστασιν των κεκοιμημένων αγαθών και πονηρών, την μεταξύ του θανάτου και της αναστάσεως αυτών. Αντιστοιχεί δε, προς την ελληνικήν Άδης, κατάστασιν γνόφου και κατηφείας, κατέχουσαν τα κατώτατα μέρη της γης. Είναι δε εν χρήσει αντί του τάφου, ως του δοχείου του σώματος μετά θάνατον, αλλά κυρίως, ίνα εκφράσει τον τόπον, όστις δέχεται τα πνεύματα των τεθνεώτων χωρίς τινός ρητής αναφοράς εις εκατέραν των διαιρέσεων των κατεχομένων υπό των δικαίων ή πονηρών. Ως προς τους αγαθούς η διαμονή αυτών εν Σεώλ εθεωρείτο μόνον ως μεσαία τις μεταξύ του θανάτου και της ευδαίμονος αναστάσεως κατάστασις.
Περί του τόπου εν ω μεταβαίνουσιν αι ψυχαί εκείνων των υπό θείαν οργήν ευρισκομένων εν τη Ομολογία Πέτρου του Μογίλα φέρονται τα εξής: «Ο τόπος εκείνων με διαφορετικά ονόματα λέγεται. Πρώτον, ονομάζεται  άδης, εις τον οποίον απώσθηκεν ο διάβολος, από τον Ουρανόν διωχθείς ως λέγει ο προφήτης (Ησαΐου ιδ’ 14) έσομαι ομοίως τω Υψίστω (είπεν ο διάβολος), νυν δε εις άδου καταβήση και εις τα θεμέλια της γης. Δεύτερον, λέγεται πυρ αιώνιον. Λέγει γαρ (Ματθ. κε’ 41) η Γραφή,  πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον, το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού. Ακόμη και σκότος εξώτερον (εις το αυτό 30) και τον αχρείον δούλον εκβάλλειν εις το σκότος το εξώτερον. Εκεί έσται ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων. Ονομάζεται ακόμη και με άλλα ονόματα και όλα σημαίνουσι πως είναι τόπος της κατακρίσεως και της θείας οργής εις τον οποίον καταβαίνουσιν οι ψυχαί εκείνων όπου μισεύουσιν απ’ εδώ ωργισμένοι από τον Θεόν και απεγνωσμένοι. Μα τούτο είναι άξιον να το ηξεύρει καθ’ ένας πως αι ψυχαί των δικαίων, αγκάλα και να είναι εις τους Ουρανούς δεν επήρασι μ’ όλον τούτο τέλειον τον στέφανον πριν της τελευταίας κρίσεως, μήτε αι ψυχαί των κατακρίτων τελείαν κόλασιν πάσχουσι. Μα ύστερα από την εσχάτην κρίσιν, θέλουσι πάρει αι ψυχαί μαζί με τα σώματα τελείως τον στέφανον της δόξης ή την κόλασιν».

Περί των καταβαινουσών εις Άδην ψυχών.

Η Εκκλησία περί των εις Άδην καταβαινουσών ψυχών δοξάζει, ότι αυταί εαυταίς ουδεμίαν δύνανται να παράσχωσι σωτηριώδη ενέργειαν ή δια της μετανοίας ή δι’ εξομολογήσεως κατά τον ψαλμωδόν (ψαλμ. στ’ 6), όστις λέγει «εν δε τω Άδη τις εξομολογήσεταί σοι και αλλαχού (ψαλμ ριε’ 16) «ουχ οι νεκροί αινέσουσί σε, Κύριε, ουδέ πάντες οι καταβαίνοντες εις Άδην», αλλά ταις των επιζώντων ευποιίας και προσευχαίς ταις υπέρ αυτών υπ’ αυτής γινομέναις και τη αναιμάκτω θυσία τη καθ’ εκάστην προσφερομένη υπέρ ζώντων και τεθνεώτων κουφοτέρα η κόλασις αυτών καθίσταται, ίλεων υπέρ αυτών των Θεόν επεργαζομένη, και ότι οι μεν μικρά επταικότες και μη προς θάνατον, σωτηρίας τυγχάνουσιν, οι δε θανάσιμα αμαρτήσαντες της βαρείας αυτών κολάσεως απαλλάσσονται, κουφοτέρας της κολάσεως αυτών γινομένης κατά τον θείον Χρυσόστομον.
Ο Θεοφύλακτος λέγει εις το κατά Λουκάν στ’ κεφάλαιον ερμηνεύων τον λόγον του Σωτήρος Χριστού, ον είπε, ότι εξουσίαν έχει επί της γης αφιέναι αμαρτίας. «Όρα, ότι επί της γης αφίεται αι αμαρτίαι . Έως ου γας εσμέν επί της γης δυνάμεθα εξαλείψαι τας αμαρτίας ημών. Μεθ’ ο μέντοι της γης επαναστώμεν, ουκέτι ημείς αυτοί δυνάμεθα δι’ εξομολογήσεως εξαλείψαι τας αμαρτίας υμών. Αποκέκλεισται γαρ η θύρα». Και εις το κβ’ του Ματθαίου ερμηνεύων το «δήσαντες αυτού χείρας και πόδας», περί των πρακτικών της ψυχής δυνάμεων λέγει: «Εν τω αιώνι μεν γαρ τω ενεστώτι εστί πράξαι και ενεργείσαι τι, εν δε τω μελλόντι δεσμούνται πάσαι αι πρακτικαί δυνάμεις της ψυχής και ουκ έστι ποιήσαι τι αγαθόν εις αντισήκωσιν των αμαρτιών». Και το κε’ κεφάλαιον του αυτού Ευαγγελίου ερμηνεύων λέγει: «μεταμελείας γαρ και εργασίας καιρός ουκ έστι μετά την ενθένδε αποβίωσιν».
Εξ όλων δη τούτον δήλον γίνεται, ότι η ψυχή μετά τον θάνατον αδυνατεί να κάμει τι έργον σωτηριώδες και να απαλλαγεί των του Άδου αλύτων δεσμών, και ότι μόνον αι θείαι λειτουργίαι, αι προσευχαί, των οικείων, των δικαίων, αι υπέρ αυτών γινόμεναι και αι ελεημοσύναι γίνονται πρόξενοι σωτηρίας και ελευθερίας από των δεσμών του Άδου.


Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Ποιμαντική επιστολή του Αγίου Νεκταρίου προς τις μοναχές της Μονής Αγίας Τριάδος Αιγίνης.




11 Νοεμβρίου 1905

Οσιωτάτη εν Κυρίω θυγάτηρ Ξένη , εύχομαι σοι πατρικώς (η παρούσα ν’ αναγνωσθεί εις επήκοον πασών)
Χθές με επεσκέφθησαν η κ. Ζερβουλάκου, η Αμαλία και η Μαρίκα· παρά ταύτης έμαθον ότι ασθενείς. Η είδησις αύτη με έθλιψεν, αλλά πλην της θλίψεως της εκ της ασθενείας σου και της άκρας αδυναμίας σου, περί ης μοι είπεν η Ελένη, ήτις με ανησύχησεν, έτερον τι συναίσθημα δυσάρεστον ανεπτύχθη εν εμοί, αγνοώ πόθεν και με έβαλεν εις δυσθυμίαν. Μοι εφάνη, ότι προήλθεν εκ της εσφαλμένης μου υποθέσεως ότι ασθενείς, διότι αι αδελφαί δεικνύουσιν, ότι δεν απηλλάγησαν εντελώς κοσμικών τινων ελλείψεων και ψυχικών τινων παθών. Επιθυμώ να απατώμαι και να ώσι ψευδείς αι υποθέσεις μου, αλλά εάν εισιν αληθείς η καθ’ όλου ή κατά μέρος, ή εάν αληθεύουσι διά μίαν ή πλείονας και βεβαιωθώ περί τούτου θα θλιβώ μεγάλως. Εγώ αγαπητή Ξένη και αγαπητά τέκνα εν Κυρίω σας φαντάζομαι ως παρθένους φρονίμους, σπευδούσας εις την τελειότητα, εχούσας αεί τας λαμπάδας ανημμένας και φερούσας πάντοτε μεθ’ εαυτάς έλαιον και ετοίμους, ίνα εισέλθητε εις τον θείον νυμφώνα της δόξης του Χριστού. Φρονώ περί υμών, ότι άπασαι αγρυπνείται, όπως εν τη φωνή «ιδού ο Νυμφίος έρχεται» εξέλθετε εις υπάντησιν αυτού, άπασαι ευρεθήτε, έχουσαι κεκοσμημένας τας λαμπάδας υμών. Τοιαύτη η περί υμών πεποίθησις· διά τούτο και δεν παραδέχομαι τους ανησυχήσαντάς με λογισμούς και πράγματι δεν θα έχω δίκαιον· διότι πως είναι δυνατόν να μη φροντίζει μία παρθένος περί της διακοσμήσεως της εαυτής λαμπάδος, μεθ’ ής μόνης θα σπεύση εις υπάντησιν του Κυρίου, ον νυμφίον εαυτή ηρετίσατο; Πως δε είναι δυνατόν ν’ αμελήσει ταύτης, αφού διά την ταύτης διακόσμησιν εξήλθε εις την έρημον αναζητούσα έλαιον προς αγορά παρά των πωλούντων; Τι δε εξήλθε, εάν οκνή ν’ αγοράση και ταμιεύση παρ’ αυτή; Τι δε κοπιά περί πολλά άλλα, αφού ελλείπει το έλαιον; Πως δέ έσται φρόνιμος, αφού άπασαν την εαυτής φροντίδα δεν έστρεψε προς την διακόσμησιν της εαυτής ψυχής, όπως αρέση τω Κυρίω; Πως δε θέλει αρέσει τω Κυρίω υπέρ ου αγωνίζεται, εάν μετά πολλής προσοχής και επιμελείας δεν μελετά καθ’ εκάστην εαυτήν, όπως επιγνώσηται εαυτήν και ίδη τα υπό του εγωισμού και της φιλαυτίας υποκρυπτόμενα πάθη της ψυχής;
Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά, εγώ περί υμών φρονώ, ότι άπασαι εστέ φρόνιμοι παρθένοι· αλλ’ επειδή μοι εγεννήθη ανησυχία μη τις εξ υμών και προς στιγμήν απελάθετο του έργου της εαυτής αποστολής, προς ησυχίαν της καρδίας μου έκρινα αναγκαίον, να σας γράψω την παρούσαν μου και να σας παρακαλέσω θερμώς να προσέχετε εαυτάς μη εν αμελεία διέλθητε τον βίον εις την έρημον, διότι το παν δια της αμελείας απόλλυται. Η περί τας προσευχάς και τας νηστείας περιοριζομένη ενασχόλησις άνευ της μελέτης υμών αυτών δεν είναι επιμέλεια ψυχής· ουδέ επιφέρει η εργασία αύτη μόνη τους ποθούμενους καρπούς· η νηστεία, η αγρυπνία και η προσευχή εισί τα μέσα προς επίιτευξιν του σκοπού και ουχί ο σκοπός, δι ον εξήλθατε εις την έρημον. Τούτο επιθυμώ να το ενθυμήσθε διηνεκώς, ίνα μη εκπέσητε της αποστολής σας και αποτύχητε του σκοπού σας· διότι πολλοί νηστευταί και εργάται των σωματικών ασκήσεων λαβόντες ως σκοπόν τα μέσα και περί ταύτα μόνα τον βίον ανύσαντες, εγκατέλιπον τον σκοπόν και φοβερόν ειπείν, απέτυχον του σκοπού και εκοπίασαν μάτην.
Κοσμήσατε τας λαμπάδας υμών δια του ελαίου των αρετών. Αγωνισθήτε, ίνα αποβάλητε τα πάθη της ψυχής· καθαρήσατε υμών την καρδίαν· τηρήσατε αυτήν αγνήν και πάντα ρύπον αποβάλητε απ’ αυτής τη πόα των πλυνόντων, κατά το γραφικόν ρητόν, όπως ο Κύριος έλθη εν υμίν και ενοικήση και εμπεριπατήση και μονήν παρ’ αυταίς ποιήση, και όπως το Πανάγιον Πνεύμα, πλημμυρίση αυτάς των θείων Αυτού δωρεών, και οι καρποί της Χάριτος Αυτού κομώσιν εν αυταίς αφθόνως.
Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά, περί ταύτα στραφήτω η φροντίς υμών, περί ταύτα άπασα η ασχολία υμών γινέσθω. Ταύτα ημών είησαν σκοπός, ταύτα πόθος διηνεκής, τούτων η επιζήτησις διαθερμαινέτω υμών την καρδίαν, υπέρ τούτων άπασα η προσοχή υμών προς τον εν Τριάδι Θεόν· υπέρ τούτων κρούετε την θύραν του ελέους και ανοιγήσεται αύτη προς υμάς. Ζητήτε καθ’ εκάστην τον Κύριον, αλλά εν τη καρδία σας και ουχί εκτός αυτής, και όταν εύρητε Αυτόν στήτε μετά φόβου και τρόμου, ως τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, διότι θρόνος Θεού εγένετο η καρδία υμών, αλλ’ ίνα εύρητε τον Κύριον ταπεινωθήτε μέχρις εδάφους ενώπιον του Κυρίου, διότι ο Κύριος βδελύσσεται τους υψηλοκαρδίους, αγαπά δε και επισκέπτεται τους ταπεινούς την καρδίαν, διό και λέγει: «προς τίνα επιβλέψω, ή επί τον πράον και ταπεινόν την καρδίαν έργον υμών έστω η έρευνα της καρδίας υμών, μη εν αυτή εμφωλεύη, ως όφις ιοβόλος, η υπερηφανία, η πολύτοκος αύτη κακία, η τω ιώ αυτής πάσαν αρετήν δηλητηριάζουσα και απονεκρούσα. Περί ταύτης της εωσφορικής κακίας δύναμαι να είπω, ότι πρέπει να στραφή άπασα η φροντίς υμών και ταύτης την έρευναν ημερινόν και νυκτερινόν ποιήσασθε έργον αδιάλειπτον, διότι πανταχού εμφωλεύει, ως όφις και πάντα δηλητηριάζει· εάν τολμήσω να ειπώ, ότι μελέτη εαυτού και έρευνα της καρδίας είναι η εν πάσιν αναζήτησις της υπερηφανίας και των εκγόνων της κοιλίας αυτής και η ταύτης καταδίωξις, φρονώ, ότι έσομαι εν τη αληθεία. Διότι εάν απαλλαγώμεν ταύτης και αντ’ αυτής κτησώμεθα την ταπεινοφροσύνην και ταύτην ενθρονίσωμεν εν τη καρδία ημών, έχομεν το παν· διότι αφού η ταπείνωσις είναι υψοποιός, έπεται, ότι φέρει μεθ’ εαυτής άπαντα τον χορόν των αρετών· διότι εάν εν τη ταπεινώσει μη είποντο άπασαι αι αρεταί ουκ αν ήν η ταπείνωσις υψοποιός, διότι ο όλος χορός των αρετών υψοί και ουχί τινες εξ αυτών. Άλλως τε αι αρεταί, ως ούσαι ακτίνες από του ηλίου εκπεμπόμεναι, η ως ούσαι τα χρώματα της μίας ακτίνος ηλιακής διαθλασθείσης επί του καθαρού της ψυχής μας κατόπτρου, δεν δύνανται τα μεν να υπάρχωσι τα δε να μην υφίστανται. Διά ταύτα όπου η αληθής κατά Χριστόν ταπείνωσις εκεί και άπασαι αι αρεταί· διά τούτο και υψοποιός η ταπείνωσις. Ταύτην λοιπόν εκζητήσατε και ταύτην αγαπήσατε και εν κόλποις της καρδίας υμών θέσθε, όπως υψωθήτε από γης προς ουρανόν·άνευ ταύτης τα έκγονα της υπερηφανίας μετ’ αυτής δολίως και κρυφίως συνεργαζόμενα έλκουσιν ημάς προς την γην και κωλύουσι την προς τα άνω πτήσιν ημών και ματαιούσι το έργον της αποστολής ημών.
Ταύτα εγερθείς πρωί προ πάσης εργασίας μου έγραψα προς υμάς, όπως καταπαύσω ανησυχίαν τινα της καρδίας μου. Θέλω να μανθάνω, ότι καθ’ εκάστην υψούσθε, διότι εν τούτω χαίρω και η υπέρ υμών φροντίς αυξάνει και μέλημά μου σταθερόν αποβαίνει η της Μονής πρόοδος και τελείωσις. Θλιβερά τις και παρά προσδοκίαν είδησις δια την ψυχικήν μου αδυναμίαν δύναται να επιδράση επί των διαθέσεών μου ψυχρώς. Ταύτα εκ πατρικού ενδιαφέροντος και εύχομαι πάσαις υμίν την επίσκεψιν της Θείας Χάριτος.

Ο πνευματικός σας πατήρ Πενταπόλεως Νεκτάριος