Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οσιος Γέροντας Παΐσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οσιος Γέροντας Παΐσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2020

Ἀκόμη καὶ τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας μὲ τὸ πόδι τὴν ἄνοιγε...

 (Για τα μικρόβια...)

 

Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης



Θυμᾶμαι, καὶ στὸ Κοινόβιο εἴχαμε ἕναν μοναχὸ ποὺ ὡς λαϊκὸς ἦταν νωματάρχης. Τὸν εἶχαν βάλει διαβαστή, γιατὶ ἦταν μορφωμένος. Τόσα χρόνια ἦταν στὸ μοναστήρι καὶ σιχαινόταν. Ποῦ νὰ ἀγγίξη πόμολο! Μὲ τὸ πόδι ἄνοιγε τὴν πόρτα ἢ σκουντοῦσε τὸ μάνταλο μὲ τὸν ἀγκώνα καὶ μετὰ καθάριζε μὲ οἰνόπνευμα τὸ μανίκι ποὺ τὸ ἀκούμπησε! Ἀκόμη καὶ τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας μὲ τὸ πόδι τὴν ἄνοιγε. Καὶ ἐπέτρεψε ὁ Θεός, ὅταν γέρασε, νὰ σκουληκιάσουν τὰ πόδια του, ἰδίως τὸ ἕνα μὲ τὸ ὁποῖο ἄνοιγε τὶς πόρτες. Ἤμουν παρανοσοκόμος, ὅταν ἦρθε γιὰ πρώτη φορὰ στὸ νοσοκομεῖο τῆς Μονῆς μὲ δεμένο τὸ πόδι. Μοῦ εἶπε ὁ νοσοκόμος νὰ τὸ λύσω καὶ ἐκεῖνος πῆγε νὰ φέρη κάτι γάζες. Ὅταν τὸ ἄνοιξα, τί νὰ δῶ! Πώ, πώ, ἦταν γεμάτο σκουλήκια! Πήγαινε στὴν θάλασσα, τοῦ λέω, πλύν’ το, νὰ φύγουν τὰ σκουλήκια, καὶ ἔλα νὰ κάνουμε ἀλλαγή. Ποῦ εἶχε φθάσει! Τί τιμωρία! Ἐγὼ τὰ ἔχασα. Μοῦ λέει ὁ νοσοκόμος: Κατάλαβες ἀπὸ τί εἶναι αὐτό; Κατάλαβα, τοῦ λέω, ἐπειδὴ ἀνοίγει τὴν πόρτα μὲ τὸ πόδι!



– Καὶ σ’ αὐτὴν τὴν κατάσταση, Γέροντα, συνέχιζε νὰ ἀνοίγη τὴν πόρτα μὲ τὸ πόδι;




– Ναί, μὲ τὸ πόδι! Καὶ εἶχε γεράσει καλόγερος!




– Δὲν τὸ κατάλαβε;




– Δὲν ξέρω. Μετὰ πῆγα στὴν Μονὴ Στομίου στὴν Κόνιτσα. Τί θάνατο εἶχε ποιὸς ξέρει! Καὶ ἔβλεπες, ἐκεῖ στὸ Κοινόβιο μερικοὶ νέοι μοναχοὶ πήγαιναν καὶ ἔτρωγαν ἀπὸ τὸ περίσσευμα πού ἄφηναν στὰ πιάτα τους τὰ γεροντάκια, γιὰ νὰ πάρουν εὐλογία! Μάζευαν τὰ περισσεύματα τῶν κλασμάτων. Ἢ ἄλλοι ἀσπάζονταν τὸ πόμολο, γιατὶ τὸ ἀκούμπησαν οἱ Πατέρες, καὶ αὐτός, ὅταν προσκυνοῦσε τὶς εἰκόνες, μόλις ποὺ ...ἀκουμποῦσε τὸ μουστάκι του στὴν εἰκόνα. Καὶ τὸ μουστάκι τί θὰ τραβοῦσε μετὰ μὲ τὸ οἰνόπνευμα!




– Ὅταν, Γέροντα, κάτι τέτοιο γίνεται σὲ ἱερὰ πράγματα, δὲν εἶναι ἀνευλάβεια;




– Μὰ ἀπὸ ‘κεῖ ξεκινάει κανεὶς καὶ φθάνει πιὸ πέρα. Ἔφθασε στὸ σημεῖο νὰ μὴν προσκυνάη, γιατὶ φοβόταν μήπως ἐκεῖνος ποὺ προσκύνησε πρὶν ἀπὸ αὐτὸν τὴν εἰκόνα εἶχε καμμιὰ ἀρρώστια!




– Δηλαδή, γιὰ νὰ μὴ σιχαίνεται κανείς, δὲν πρέπει νὰ δίνη σημασία;




-Τὶς σαβοῦρες πού τρῶνε οἱ ἄνθρωποι δὲν τὶς βλέπουν! Ἅμα κάνη κανεὶς τὸν σταυρό του, εἴτε φοβία ἔχει εἴτε νοσοφοβία, βοηθάει μετὰ ὁ Χριστὸς. Ἐκεῖ στὸ Καλύβι πόσοι περνᾶνε ποὺ ἔχουν διάφορες ἀρρώστιες! Καὶ μερικοὶ ἁπλοὶ κάνουν τὸν σταυρό τους, οἱ καημένοι, παίρνουν τὸ κύπελλο ποὺ ἔχω ἐκεῖ καὶ πίνουν νερό. Οἱ ἄλλοι ποὺ φοβοῦνται δὲν τὸ ἀγγίζουν.




Ἦρθε πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες κάποιος ποὺ εἶχε πολὺ μεγάλη θέση σὲ κάποια ὑπηρεσία. Τόσο φοβᾶται ὁ καημένος τὰ μικρόβια, ποὺ ἔχει ἀσπρίσει τὰ χέρια του, γιὰ νὰ τὰ καθαρίζη μὲ τὸ οἰνόπνευμα. Ἀκόμη καὶ τὸ αὐτοκίνητό του τὸ τρίβει μὲ οἰνόπνευμα! Τὸν λυπήθηκα! Ξέρεις τί εἶναι νὰ ἔχη τέτοια θέση καὶ νὰ κινῆται ἔτσι; Τοῦ ἔδωσα λουκούμι, καὶ δὲν τὸ πῆρε, ἐπειδὴ τὸ ἔπιασα. Ἀλλὰ καὶ στὸ κουτὶ νὰ ἦταν, πάλι δὲν θὰ τὸ ἔπαιρνε, γιατὶ θὰ σκεφτόταν ὅτι καὶ στὸ κουτὶ θὰ τὸ ἔβαλε κάποιος ἄλλος μὲ τὰ χέρια του. Παίρνω τὸ λουκούμι, τὸ τρίβω στὰ παπούτσια του καὶ τὸ τρώω. Τοῦ ἔκανα κάμποσα τέτοια καὶ τρόμαξα νὰ τὸν κάνω νὰ ἐλευθερωθῆ λίγο ἀπὸ αὐτό. Νά, καὶ σήμερα ἦρθε ἐδῶ μιὰ κοπέλα πού εἶχε νοσοφοβία. Καὶ ὅταν μπῆκε μέσα δὲν πῆρε εὐχή, γιατὶ φοβόταν μὴν κολλήση μικρόβια, καὶ ὅταν ἔφυγε, ἔπειτα ἀπὸ τόσα ποὺ τῆς εἶπα, γιὰ νὰ τὴν βοηθήσω, πάλι δὲν πῆρε εὐχή. Δὲν σοῦ φιλῶ τὸ χέρι, μοῦ λέει, γιατὶ φοβᾶμαι μὴν κολλήσω μικρόβια! Τί νὰ πῆς; Κάνουν ἔτσι μαύρη τὴν ζωή τους.

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2015

Οι καλοί λογισμοί και ο «οικουμενικός» Όσιος γέροντας Παΐσιος.



Από το βιβλίο «Ο Γέρων Παΐσιος » του Ιερομονάχου Χριστοδούλου Αγιορείτου

Πριν αρκετά χρόνια κατέβηκα στην Αθήνα για κάποια δουλειά και φιλοξενήθηκα στο σπίτι ενός αδελφού χριστιανού. Το σπίτι ήταν κοντά σε έναν κεντρικό δρόμο με αποτέλεσμα να έχει πολλή φασαρία. Το βράδυ μου είπε αυτός ο αδελφός ότι από την πολλή φασαρία δεν μπορούσε τις νύχτες να κλείσει μάτι, με αποτέλεσμα να έχουν σπάσει τα νεύρα του και να παίρνει χάπια ηρεμιστικά. Αφού φάγαμε, μου έδωσαν ένα δωμάτιο, για να πάω να ξεκουραστώ και δείχνοντας το μου είπε:
- Γέροντα, εδώ είναι το δωμάτιο, αλλά δεν ξέρω αν θα κλείσετε μάτι μ’ αυτή τη φασαρία των αυτοκινήτων, που ακούγεται απ’ το δρόμο.
Αφού πέρασε η νύχτα και βγήκα από το δωμάτιο μου, ο αδελφός αυτός μου είπε:
- Δεν έκλεισα μάτι, Γέροντα από τη φασαρία· εσείς τι κάνατε;
Τότε του είπα:
- Ποτέ , ούτε στο Όρος, δεν κοιμήθηκα τόσο καλά και τόσο πολύ.
- Γέροντα, μου είπε, πως είναι δυνατόν να γίνεται αυτό;
Τότε του διηγήθηκα το τι μου συνέβη από τη στιγμή που μπήκα στο δωμάτιο. (Εκείνον τον καιρό ήταν σε εξέλιξη ο πόλεμος στο Βιετνάμ και καθημερινά ακούγαμε δυσάρεστα νέα από τον εκεί πόλεμο και εγώ έκανα προσευχή για να βοηθήσει ο Θεός).
- Όταν μπήκα στο δωμάτιο πήγα και γονάτισα μπροστά στο κρεβάτι. Τα χέρια μου και το κεφάλι μου τα είχα ακουμπισμένα επάνω στο κρεβάτι κι άρχισα να εύχομαι γι’ αυτούς που πολεμούν και σκοτώνονται στο Βιετνάμ. Από κάτω ακούγονταν η φασαρία των αυτοκινήτων, εγώ όμως, επειδή ο νους μου ήταν στο Βιετνάμ, μετέτρεπα με τη φαντασία μου τον ήχο των αυτοκινήτων και φανταζόμουνα τα άρματα μάχης, τον θόρυβο που κάνουν, όταν περνούν, φανταζόμουν πως εκεί κάτω σκορπούν τον θάνατο, γκρεμίζουν σπίτια κ.λ.π. Από κάτω από το δρόμο πότε πότε περνούσε κάποιος μοτοσικλετιστής με μηχανή πολλών κυβικών, που έκανε υπερβολικά δυνατό θόρυβο, με αποτέλεσμα να τρίζουν τα παράθυρα. Αμέσως φανταζόμουν τα αεροπλάνα, που πετούσαν στο Βιετνάμ και βομβάρδιζαν και έβλεπα να σκοτώνονται ανελέητα μικρά παιδιά και γεροντάκια. Με είχε πιάσει ένα γλυκό παράπονο κι έκλαιγα για την όλη εκεί κατάσταση και ελεεινολογούσα τον εαυτό μου, που ήμουν σε ωραίο δωμάτιο με ωραία στρωμένο κρεβάτι, που είχα φάει καλά και γενικά δεν είχα κανένα πρόβλημα. Και ενώ έκλαιγα γι’ αυτά και είχα μια πολύ μεγάλη πνευματική ηρεμία, με πήρε ο ύπνος γονατιστό και κοιμήθηκα εκεί τη νύχτα, χωρίς να διακοπεί καθόλου ο ύπνος μου. Έτσι, λοιπόν, επειδή ο λογισμός μου ήταν σ’ αυτούς που υπέφεραν στο Βιετνάμ, δεν με πείραζε η φασαρία των αυτοκινήτων.
Έτσι να κάνεις και συ: Να βάλεις με το λογισμό σου ότι έξω γίνεται πόλεμος και ενώ όλοι σκοτώνονται, οι περιουσίες τους καταστρέφονται τα σπίτια τους γκρεμίζονται ή πεθαίνουν από την πείνα, εσένα σ’ έχουν σ’ ένα πολυτελέστατο σπίτι κλεισμένο, τρως, πίνεις, σε πληρώνουν, δεν κινδυνεύεις, μόνο ακούς το θόρυβο αυτών που πολεμούν και μ’ αυτό τον τρόπο να σου γίνεται αιτία να δοξολογείς το Θεό και όχι να αναγκάζεσαι να παίρνεις χάπια ηρεμιστικά· η λύση είναι μία: «ο καλός λογισμός».


Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

Γερο-Παϊσίου επίσκεψη



Του Μον. Μωϋσή Αγιορείτου () από το βιβλίο «Αγιορείτικο Μεσονυκτικό»

Ένα πρωινό, μόλις είχε ξημερώσει κι είχα τελειώσει τον Όρθρο, άκουσα ένα διακριτικό κτύπημα στη θύρα. Πηγαίνοντας ν’ ανοίξω σκεπτόμουν ποιος να ‘ταν πρωί-πρωί. Αντίκρισα σκυφτό τον Γέροντα Παΐσιο. Ευλογημένε, μου λέει, πως τακτοποιήθηκες; Αδύνατος, κοντός, πρόχειρα ντυμένος, μ’ ένα ελαφρύ χαμόγελο. Χάρηκα έκτακτα για την απρόσμενη επίσκεψη. Πέρασε διστακτικά μέσα. Ανέβηκε να προσκυνήσει το εκκλησάκι. Κατέβηκε στο κάτω μεγάλο δωμάτιο. Ήταν τότε σχεδόν άδειο. Δυο καρέκλες κι ένα τραπέζι. Κάτι του πρόσφερα. Στερεωμένος, μου είπε. Μου μίλησε για τους παλαιούς εδώ Γέροντες. Ήταν εργατικοί, φιλακόλουθοι, ενάρετοι.
Σήμερα, λίαν πρωί, είχα δύο κρούσματα μου ‘πε. Ήλθε ένας μεσόκοπος να γίνει υποτακτικός μου. τον ρώτησα αν έχει οικογένεια. Έχει δυο παιδιά στο Δημοτικό, μου ‘πε.  Του λέω: Θα τελειώσουν το Δημοτικό, το Γυμνάσιο, το Λύκειο, το Πανεπιστήμιο, θα τα παντρέψεις και μετά θα έλθεις να σου πω που θα μονάσεις, γιατί εγώ δεν βαστώ μοναχούς. Έτσι κάνουμε παιδιά και τα παρατάμε και πάμε για μοναχοί;… Η δεύτερη περίπτωση χειρότερη της πρώτης. Ήλθε ένας άλλος και μου λέει: Γέροντα, βρήκα μια γυναίκα πιο πνευματική της γυναίκας μου και ήλθα να πάρω την ευλογία σου… Παλάβωσε ο κόσμος. Πήρα τα βουνά. Ήλθα να δω τι κάνεις.
Δεν κάθισε πολύ. Χάρηκα πολύ. Μετέφερε ευλογία, χαρά, ειρήνη. Όπως τότε στη Σιμωνόπετρα, όπου έμεινε δυο μέρες και δυο νύχτες δίπλα απ’ το κελλί μου και μου δώρισε το πλεχτό σκουφάκι του, μόλις που πήγαινα να του το ζητήσω για ευλογία… Τη δεύτερη νύχτα συνταράχθηκε το κελλί από μια απρόσμενη επίσκεψη. Ήλθε μέσα στη νύχτα να κτυπήσει τη θύρα μου, να μου ζητήσει τάχα την ώρα, να με ρωτήσει σε πόση ώρα αρχίζει η ακολουθία, να με γαληνέψει. Το πρωί μου εξήγησε. Το ταγκαλάκι δεν κοιμόταν. Πάντα θα θυμάμαι τη σύναξη, όπου μας μίλησε για γεροντάκια του Θεού, θεατές του ακτίστου φωτός, μοναχές χαρισματούχες, αγώνες μακρούς, δάκρυα και αγρυπνίες, εικόνες, άγια λείψανα και θαύματα. Κανείς δεν έφθασε στον Θεό άκοπα, όπως λέει και ο αββάς Ισαάκ. Πρέπει ν’ απομακρύνουμε το κοσμικό πνεύμα από τον μοναχισμό. Ο ιδρώτας είναι το λουτρό και το μύρο του μοναχού…
Η προσευχή είναι το κύριο έργο του μοναχού, ανώτερη και από την ιεραποστολή και τη φιλανθρωπία. Η προσευχή χαρίζει αιώνια ανάπαυση στις ψυχές των κεκοιμημένων. Πιο πολύ να προσευχόμαστε για τους αγαπητούς κεκοιμημένους αδελφούς μας, αδελφοί μου. Αιωνία η μνήμη αυτών. Εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος, αλληλούια.