Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εύφλεκτη ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εύφλεκτη ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τα παιδιά που χάθηκαν




Αφιερωμένο στις αναπηρίες μας

αϋπνία




Ο φύλακας της αϋπνίας μου είναι η επιθυμία
Συχνά δικαιώνονται εσωτερικοί ερεθισμοί
Η αρχαιότερη θεωρία αποδίδει κάποια ενύπνια
Στην υπερένταση από σφοδρό έρωτα
Ή στην επέμβαση της θεότητας
Θυμάσαι?
Τα όνειρα στην Αινειάδα βγαίνουν από
Μια πύλη από ελεφαντόδοντο
Τα αληθινά από μια κεράτινη πύλη





ερωμένη απολεσθέντων θαυμάτων


Δώσε μου ένα βράδυ του κοχυλιού ή κάτι
ανέγγιχτο,από σένα,να έχω μαζί μου
Σε χρειάζομαι
Δώσε μου λίγο απ'το μπράτσο σου το μελανό
Λιγάκι απ'το χαμό σου
Ομίχλη απ'τα μάτια σου


Κι από το μέτωπό σου φως
Απ'το Αιγαίο άρωμα
Κήπους απ'τα οράματά σου
Λίγο λοξό φεγγαράκι,κίτρινο
Απ'του μίσχου σου τον οβελίσκο


Απ'του μίσους σου τον αφηνιασμένο απόηχο
Απ'τον βασανισμένο αυχένα σου περηφάνεια

Αξιοπρέπεια.


-απόσπασμα-
κυκλοφορεί από εκδ.Κώδικας



κοίτα με στα μάτια και με το σουγιά πάρε από τη φλέβα μου μελάνη

περιπολία


Περιπολούμαι από χίλια μάτια.
Τολμηρές διαθέσεις χεριών
αργών άγριων.
Νιώθω ασφυκτικά.
Αλλά δεν θα φύγω.
Θα μείνω,σας το είπα?
Να σας κάθομαι στο λαιμό.
Να σας μπαίνω πιο βαθιά στα μάτια.
Τα χίλια σας.
Και όπου…
Άλλωστε,
μετά από οξεία παρατήρηση
-μην το αμφισβητήσετε-
οι προτιμήσεις μας ομοιάζουν.
Πώς να φύγω -πριν- απ’το αβάσταχτο?
Πάνω του κολλάω και κοιμάμαι.
Στις παρυφές των παραφθορών σας...
Ω!Αντέχω.

πόσα ονόματα να σου δώσω


πόση από τη ζωή μου ν’αλλάξω
με πόσα σύμφωνα να εκπαιδεύσω
τη σιωπή να μη μιλάμε
σκοτάδι έχω για φως και στο δίνω κι αυτό
τυραννία λέξη η παλιά
ηρωική και αλεξίπτωτη
στα νύχια της κρατάει
την αρχή

εμείς φτερά ψάχνουμε για
να κολλήσουν γερά στα πλευρά μας

πετάς στο βυθό?
Δεν ξέρω…

Αφού λέω πως έχει αστέρια
Θα’ ναι και λίγο ουρανός

Πόσα ονόματα να σου δώσω ακόμα
Όσο σκοτάδι και να αφαιρέσω από μένα
Δαιμονικά φτερά θα έχω
Κλεισμένα σε βαλίτσες
Που δεν ταξίδεψαν ποτέ

Να τα χάσω καλύτερα
Χίλιες φορές καλύτερα
Να τα ψαλιδίσω
Να πάψουν να βαρύνουν
Τη βαλίτσα
Να τρέφουν την υπεροψία σου

Με πόσα ονόματα θα νιώσεις εσύ
Ως το τέλος εσύ βράδυ
Ως την αρχή εγώ
Ανατολή και Χαρά
Ονόματα

υπεραπλούστευση


Πόσα άρρητα αισθήματα
Δεν έχουν ειπωθεί με λέξεις

Στην πράξη αιφνιδιαζόμαστε
Από την αυθεντικότητά τους

Πόσοι τράβηξαν με μολύβι
Τη λοξή γραμμή από τα λόγια
ως την πράξη

αθωώνοντας το Μήλο

κύκλωπας


Τα μάτια μου συγκλίνουν
Ώσπου εφάπτονται
Κύκλωπας θα γίνω
Για να χωρέσω
Το αιώνιο
Στο πεπερασμένο

στον ακριβό μου φίλο Δημήτρη Χατζόπουλο


Δήλος


Φωνές ανατέλλουν
Ανάσες φθίνουν

ανα[σ]τολές που πληρώθηκαν
Κι η δύση ο έσχατος φάρος
Για τα καράβια
Τόσων απεγνωσμένων

η Δήλος απέναντι
περιφέρει ένστικτο ρίγος
και γίνεται άθελά της

μάρτυρας σπηλαιώδους κενού


Τήνος,25.1.2009
Άγιος Σώστης

homo poeticus


πώς βηματίζεις στο ηλεκρονικό δάσος
με ριγμένο στην πλάτη τον μανδύα
από θαμπό βελούδο
μωβ νεκρώσιμο
από το στόμα φωτιά ρίχνεις
Έθιμο νυχτερινό της ηχούς της ανυπαρξίας
Πάνω από το σκοτεινό πηγάδι
-Που είναι όλος ο κόσμος-
Τάχα φωτίζεις
Απαγγέλοντας νωθρά
Θανάτους αδέξιους
Κι εγώ με τη δαιμονικότητα
των σημειώσεων του περιθωρίου
-Εκεί δηλαδή που γράφονται
τα πιο απρόσμενα ποιήματα-
Και μέσα στο πηγάδι
-Εκεί που ακούγεται καθαρά η βουή τους-
Δικαιώνω την αθωότητα
Με την αμηχανία του πένθους
Σαν να μην έχω απειληθεί από τίποτα

Μεθάς τακτικά απ’τη φωτιά σου
Αλλά εγώ κοιτάζοντας χαμηλά
Βλέπω πώς καις το κέλυφος
πώς το
μαργαριτάρι βγαίνει σάπιο

Κι αν σε κάνω πότε πότε προσωπικό μου ήρωα
Κι αν
σε συντηρώ στις άκρες των ποιημάτων
Κι αν σε κυλίζω ρηματικά και μυροβλητικά
Για να αστράψεις σε προκαλώ
Δεν φέγγεις,μόνο καις
Οι αναθυμιάσεις σου
Κι αν επωάζουν τις αδυναμίες μου

Γαλανόλευκο συνθετικό σκοτάδι
Δεν παράγω


προσδοκώ την εύθραυστη εκδίκηση
Όταν το σύμφωνο θα υποκλιθεί στο άλφα
μέσα στο χιτώνα σου θα ξεκολλάνε οι σάρκες
Θα βραχυκυκλώνεις –φακίρης σε ηλεκτρικά καρφιά

Κι εγώ τότε με μια αφή/προνύμφη
Θα χαράζω ψηφιδωτά
θ’αυλακώνω τη στάχτη
Μια στάχτη πιο ελαφριά απ’τη σιωπή
Και τις γενέθλιες κορδέλες που έχουν
Τυλιχτεί γύρω απ’το σώμα σου
Μίσχους πράσινους και σέπαλα
Θα τις υφαίνω σε καινούρια περιθώρια

τότε εσύ
Θα τρέφεσαι από το σάπιο σου μαργαριτάρι
Θα σου έχει μείνει μόνο το στόμα
Θα είσαι μια φυσαλίδα αναπνοής
Καταλαμβάνοντας το σώμα μικρού ψαριού
Σε θάλασσα ψηφιακή
Κι ανάμεσα στα μικροκύματα

τα μελανά σύμφωνα και τα
Περιούσια φωνήεντα

θα σκαρφαλώνουν στο λαιμό σου
θα τον καίνε με νερό

Όταν εγώ θα κοντεύω
Τις θαυμαστές παρυφές ετερωνύμων
Εκεί που ντύνονται οι υπόδικοι
Το σώμα του χαρτιού
Και μεταλαμβάνουν
το αίμα της μελάνης


τόποι


τους τόπους που νοστάλγησα
ποτέ μου δεν τους είδα
απ’τη μελέτη του κρυφού
από τη ρέμβη του γλυφού
μού’μεινε η καταιγίδα

ο τόπος που νοστάλγησα
είναι πυρπολημένος
κίνδυνο κι όρκο πλάνεψε
μέσα μου αργά ορφάνεψε
ο νεκραναστημένος

πατρίδες ανελέητες,
με κυπαρίσσια, με μυρτιές
σκύβοντας στο πηγάδι τους
οργώνοντας τον Άδη τους

το άροτρο οδηγήθηκε
σε τύμβο από χαλίκια
κάτω απ’αυτόν γιορτάζανε
μέδουσες και σκουλήκια

χιονάτη



...και κοίταζε η χιονάτη μέσα από
τα κόκαλα-κάγκελα
κοίταζε δαγκώνοντας βουλιμικά
το μήλο
πώς απενοχοποιούνται
τα παραμύθια
ιδανικά
σκοτώνοντας τους εραστές...


Σω.Μα.


κάποτε θα ήσουν βάτραχος
τότε που ήμουν νυχτερίδα

το φιλί περιττό



αυτόκλητος μεσσίας




…μετάλαβε το άλλο σώμα το παγιδευμένο σε ασκό
Έντομο μαυριδερό,σχισμένο στην κοιλιά
Νυμφίος πολύφερνος άτρακτος από κλωστές σημαδεμένες που
Μεταγγίζουν αντίλαλο χρόνου παρελθόντος
Προπορευόμενου σε εξόδους στις εξαίσιες εξώσεις καραβιών
Από μάτια γερμένα πάνω στον απόπλου που πριν σαλπάρουν αγκυροβολούν σε κάλυκες σφαιριδίων από ερείπια

Εξισώσεις σε ακρόπρωρα με σκαλιστές γοργόνες αφού πάντα η θάλασσα θα πνίγει θαύματα στον κεκαρμένο οίνο της και ο ουρανός θα καίει ομοιώματα χιονιού έρποντας στη νοσταλγία της σκουριάς
-σάπιος αφρός και μεθυσμένο αίμα-

Απόκληρος σωτήρ που πυροβολεί σκιάχτρα θλιβερά
Στην τροχιά της αφορμής -πιστή η νόσος-
Η σαύρα που σεληνιάζεται και ό,τι πληγώνει
Ακρωτηριάζει παλάμες και δάχτυλα
Γράφω με τους καρπούς και αγκώνες
Ζω με μια γλώσσα μεταλλική που αρθρώνει επιθέματα
Μέσα στην αταξία του αναποδογυρισμένου γαλαξία
Με τους χάρτες σπασμένους και στις ρωγμές
Ένας χείμαρρος από μαλλιά και
κουτάβια ανήμπορα να δρασκελίσουν αγκύλες
Μόνο τις δροσιές από τριαντάφυλλα γλείφουν
Γλυφές είναι οι σταγόνες

Σιωπηρές συμφωνίες λουλουδιών
Και υπομονετικά δοχεία χεριών που τα κόβουν
Σε μια πίστα από πάγο και όνειρα μαγεμένα
Με κλειστά χείλια λέγονται οι πιο μεγάλες αλήθειες
Και οι αναπνοές τους εξαργυρώνονται
Σε βλέμματα που ματώνουν από μια μωβ ανεμώνη


Και ό,τι φυλακίζει στην ανωνυμία την αμφιθυμία των προσκυνητών
Των ασκητών την αμέλεια να ζυγιάσουν θαύματα στον αέρα
Θαύματα χαρταετούς που μας ξανακάνουν ανθρώπους
Και αθώους μνήμονες της σιωπής

Τη φόρα του μετεωρίτη που ζαλίζεται και ο ίλιγγος είναι η σκόνη του
Που θα σκορπιστεί στα κεφάλια μας αστρόσκονη με λογική και τρέλα
Να γίνονται θρύψαλλα στην περιπλάνηση της αγρύπνιας στο αίμα

Στην ομίχλη σκιές μπερδεμένες με τους πιο μεγάλους συμβιβασμούς
Όπως κάθε τι που θυσιάζει πτήσεις για είδωλα και τοτέμ
Αφαιρώντας το χώρο και το χρόνο τον πραγματικό
Απολογείται για την περιουσία μιας ζωής αλλά χίλιες ζωές δε φτάνουν για ομολογίες και αφέσεις

Όπως η λεύκα θροίζει τα Ακλόνητα μυστικά της ύπαρξής της
Και ραντίζεται έτσι το χώμα από τα ανείπωτα
που ταράζουν το λήθαργό του και ριζώνουν μέσα του
Έτσι οι μεγάλες καμπύλες απλανείς και αθώες
Σε μια ενοχή που αναβλύζει από την άβυσσο μιας νάρκης

Μέσα μου είναι ζωγραφισμένο ένα αηδόνι
Που ξυπνά ή γεννιέται ή ανασταίνεται κάθε Μεγάλη Παρασκευή
Και πέφτει στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ
Τραγουδώντας τον αφαιρετικό του διάλογο
Με το κλαδί
Μέχρι να λιώσει μέσα του ο πόνος και
Να γίνει ανοηματικός

Και αναστάσεις δε θέλω τις μισώ
Στον αθάνατο θάνατο αφήστε με
Και να’ναι σκοτωμένα όλα
Ό,τι κινείται,μιλάει έχει χρώμα
Και ομορφιά…
Σ’έναν κήπο με ροδιές και κερασιές
Και αυτοδιαψεύσεις
Να νιώθω άγγελος των τύψεων
Να αλαφρώνω από την ομορφιά και τη δίψα μου
Σ’έναν κήπο απόρθητο
Με ξόβεργα μόνο τον πόνο
Ένας νάνος άγγελος με νυστέρι
Να εκβιάζω το λυκαυγές
Σε μια φωλιά να τυλιχτώ από κλαδιά χλωρά
Και πέτρινα γιασεμιά
Κλείνοντας έξω από το θάνατό μου
Την αιωνιότητα της μνήμης και της φθοράς

Αχ,πόσο μ’ελαφρώνει το αμετάκλητο
Τέτοιων επιλογών…
Όταν οι ακτίνες του φεγγαριού
Φτάνουν ως τις ρίζες των μαλλιών και τα κόκαλα
Και στο μεδούλι που προλαβαίνει κι ονειρεύεται
Αερόστατα σύννεφα
Και κόσμους που κρατώ στα χέρια σαν αποχωρισμούς

Πιο μαύρους από το μαύρο
Πιο λευκούς από το λευκό
Πιο αβέβαιους κι από τη μεγαλύτερη σιγουριά
Και ράμφη δίστομα ανεξέλεγκτα που όπου ραμφίζουν
Αναβλύζει χλόη ενός άκυρου παραδείσου
Ανανεώνοντας τους όρους του θανάτου μου
Κι εκβιάζοντας όλες τις αγιότητες
Με τη δικαίωση της θλίψης των φαντασμάτων

Πώς να πιστέψω κάποιον που περιγράφει
Το Σταυρό όταν δεν έχει καρφωθεί πάνω σ’αυτόν
Όταν δεν έχει ο ίδιος χαρακώσει το πρόσωπό του
Με μια καταδίκη άφυλη και ψηλαφητή…


μόνη μου
Στα αφρισμένα αστέρια να περπατώ
Να κοινωνώ δηλητήρια
Μέσα από των φθόγγων την ανεπάρκεια
Και την απαλλαγή τους από απεχθείς συναισθηματισμούς
μπορώ και μόνη μου αναχωρήσεις

Η ψυχοσωματική μεσολάβησή του
Με θολώνει και πιο πολύ με μπερδεύει

Ξέρω πώς θάβονται οι ανεπάρκειες
Σε μάτια που κοιτάζουν κόντρα τον ήλιο
Σε σώματα που καρφώνονται με ασπάλαθους
Στα ξύλινα φάσγανα σταυρών

Ξέρω πώς διυλίζεται η σφαίρα του πόνου
Μέσα από δόντια ουρανίσκο λάρυγγα
Φωνητικές χορδές
Μέχρι που φτάνει στα σπλάχνα
Οριστικά κι απειλητικά
παγιδευμένος κρότος ασήκωτος και σιωπηλός
ασυγκίνητος με προσπερνά
Δε θέλω κανέναν να με συνοδεύει
Σ’αυτή την περιπέτεια του εγκλεισμού μου
στον γκρεμό μιας μονίμως άπιαστης στιγμής…
Νυμφίους και μεσσίες τους έχω όλους σκοτώσει
Λίγο πριν τη στιγμή του έσχατου μαρτυρίου
Της αιώνιας γραφής


ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΠΥΡΑΣ...


ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΠΥΡΑΣ

Χάρισμα
Στον αποξηραμένο καιρό
Που κοίταξες ίσια στα μάτια
Σαν αστειότητα
Κλόουν των παιδικών ονείρων
Μόνο αν βαρεθώ να κοιτάξω πίσω
Θα κρύβομαι
Αν είναι να βιαστώ να τρέξω μπροστά,
Να μη δω δηλαδή τους νεκρούς,
Να μη δω τα φαντάσματα,
Τα πουλιά να δω,
Να υποφέρω από ίσκιους, μεταξοσκώληκες, αράχνες του μάταιου
Αν είναι να κάνω κάτι καινούριο,
Θα φορέσω εκείνα τα λευκά ρούχα
Που κρύβω στα μπαούλα μου, με τα φαρδιά μανίκια
Χωρίς δαντέλες και δακτυλικά αποτυπώματα
Αυτή τη φορά, το πολύ πολύ να σου στείλω μια σκιά να έχεις από μένα,
Συντροφιά,
Αντί για καρτ-ποστάλ
Ίσως αυτή της Πύρρας
Κι αν είναι γραφτό να σε αγγίξει το αειθαλές σκήπτρο της πυράς,
Μη δώσεις σημασία
Τίποτα παραπάνω δε θα σου έχει απομείνει
Σου τα έχει διασώσει και διασφαλίσει όλα τα υπονοούμενα,
Το υψωμένο στίγμα σου,
Που ανάθρεψε τόσο καλά,
Τόσο ασφαλώς,
Εγωισμούς και δειλίες...


από τη συλλογή μου " το ράμφος"

αναγνώσεις ονείρου...


ΑΝΑΓΝΏΣΕΙΣ ΟΝΕΙΡΟΥ

Κάποτε είχε γεννηθεί ένα όνειρο
Τώρα πιο απωθημένο δεν υπάρχει
Ήταν κάπως σαν τσιγάρο αναμμένο
Ήταν κάπως σαν φουγάρο καπνισμένο...
Καιγόταν λίγο λίγο...
Ποιος να ρούφηξε τον καπνό του
Κι έφυγε στο άλογό του?

Φαντάζομαι πως όλο και κάποιος
Θα ξυπνάει πάνω σε πελάγη και νέφη...
Και κάποιος άλλος θα κοιμάται σε πάτωμα
Και μόλις σηκώνεται θα έχει «ανθήσει» στην πλάτη του
Μια πυραμίδα από ανάγλυφες και γυαλιστερές φράουλες

Ήξερα τις σιωπές, τις διάβαζα
Πια τώρα ούτε αυτές υπάρχουν
Μόνο σχηματισμοί νερών και πουλιών,
Συναστρίες αδύναμων αγγέλων,
Που προσποιούνται θαύματα

Αυτό είναι ακόμα κάτι που δύναται να υπαινιχθεί μια ανάγνωση...

Κι αυτό που με κυβερνούσε ως τώρα ήταν η επιμονή μου στις αναγνώσεις
Με συντηρούσε
Η εμμονή μου στις αναγνώσεις
Και με στήριζαν ερμηνείες δύστροπες
Κι ενώ μπορούσα να φτιάξω τέρατα, να αναγνώσω φαντάσματα,
Να διαγνώσω σκιές και δράκους,
Μιας λησμοσύνης η κρυστάλλινη σφαίρα,
Με κατάντησε ανίδεο, ασφαλή και σίγουρο παρατηρητή
Καθοδηγητή των τυφλών ονείρων

Προφταίνω λίγο για να δω,
Ποιος πόλεμος θα με στήσει
Σ’ έναν τοίχο ολόμαυρο
Εκεί να χάσω την ανάσα
Τον μοναδικό όρο της ζωής...

Βέλη πυρακτωμένα και κισσοί ασφυκτικοί ολόγυρα
Και τρεις χελώνες κολυμπούν
Και μεταξύ τους παίζουν με βότσαλα

Η φωτιά με ξεσήκωσε να δω πιο πέρα,
Μια φοινικιά
Που έπαιρνε αέρα...
Κι ένα τσιγάρο πιο βαρύ από τα συνηθισμένα
Έφτυσα μέσα στο τζάκι
Από την καύτρα του άναψε ένα καζάνι με οξιές
Κι ένα άρωμα παράδοξο με τύλιξε
Σαν χαραυγή άγριου χειμώνα

Έφτασα
Παραδίνομαι στο πιο ρευστό τέρμα
Μια μελωδία παραμιλά
Σύρριζα στο δέρμα

Την ώρα αυτή, στο σπίτι μπήκε ένα πουλί
Που τραγουδούσε επιστροφή
Πριν ήταν σε μιας καλαμιάς την ακμή
Μόνο
Τα ψάρια όλα χορεύανε μες στη διάφανη γυάλα
Τα πορτοκάλια μυροβολούσαν παρακάλια
Και το πουλί στεκότανε ορφανό πάνω σ’ένα κλωνάρι
-πεύκου-,
Που συγκρατούσε μόνο ένα κουκουνάρι
Το κέλυφος λειψό, ξεστεριωμένο
Άρχισε το πουλί δειλά να το τσιμπάει
Λίγο απ’ τη φλούδα του πορτοκαλιού
Λίγο απ’ το κουκουνάρι
Πικρό γλυκό, εναλλαγή
Σαν αγίου συναξάρι...
Σηκώθηκα πολύ αργά απ’ το πάτωμα
Νερό για να του βάλω
Να ξεδιψά τις ρίμες που τραγουδά αιώνια
Κι όπως το ξεπροβόδιζα στα κρεμαστά μπαλκόνια
Σαν επισκέπτη μιας χαράς, που χρόνια
Αδημονούσα να μ’ εκπλήξει
Εκεί, λίγο πιο έξω απ’ το παράθυρο,
Συνάντησε μια φώκια
Πιαστήκανε φτερό φτερό,
Ανιχνεύοντας μ’ αυτή, την παράξενη αφή
Του ουρανού το ατέλειωτο τέμενος

Εδώ κάηκε τ’ όνειρο
Πιο πριν και πιο μετά
Δεν μπόρεσα να δω
Το παραπέρα ήταν άγραφο ακόμα
Ή θα το έγραφα εγώ στο στερέωμα...




από τη συλλογή μου το ράμφος











κάνε το σταυρό σου.-





ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ ΚΑΙΝΑ

Κρύσταλλοι-ριπές στα μάτια
Αυτόδηλα σύρματα, κενά αποχρωματισμένα
Αδιέξοδα αυτοάνοσα
Τρικυμίες υπέργειες και κυκλώνες δύστροποι
Μπορούν και κλίνουν το ρήμα και συντάσσουν ανέμελα το υποκείμενο της δράσης...
Τρίζει η θλίψη στα στενά κρεβάτια,
Με τη βραδύτητα του αποδιοπομπαίου δόγματος
Στα μέταλλα της αιφνιδίου εξαίρεσης
Ατιμάζοντας εικόνες παράλληλες βίων τετελεσμένων
Και ναυαγίων συντελεσμένων ψυχών

Αφόρητα κενός ο άτλαντας. Γυρίζει αλλού τα μάτια η τύχη.
Αυτή η άχραντη και νοθευμένη μαζί πόρνη
Μια νύχτα με δήμιους τ’ άστρα
Και μιας μυρωδιάς από ελιά άγουρη
Μας ξαναξυπνάει στον παράδεισο, νομίζουμε...

Μην ακουστεί φοβάται Εκείνος
Μη μιλήσει, ενώ δε θέλει
Κι αφήσει από τη γλώσσα όσα ονομάζουν βέλη,
Οι θεράποντες των δηλητηρίων στα διυλιστήρια
Της μαύρης φθοράς...

Μήπως κι εκεί δε βρίσκεται μια ποίηση ανεικόνητη
Κι ίσως ούτε κλεμμένη ούτε αδιάφορη?

Κομμάτι φαίνεται θαμπό,
Προαιώνιας κρυφής τροφού
Κι η προσευχή του τελευταίου γλάρου της Κιβωτού,
Εκεί, στο ηλιοτρόπιο ακούμπησε μια τύχη όλο φτερά
Όλο φτερά...
Κοινωνούσε πιο κρυφά το ασημένιο οινόπνευμα
Σε κύπελο από γιασεμιά...
Άλλοτε που γινόταν κόμπιασμα μιας βαριάς ευθύνης
Κι εγώ παρέδιδα εγκώμια γραπτά
Σε μιας σκουριάς το τέμενος κι εγχειρίδια απτά
Καθώς Εκείνη έτρεμε, μη βγει από το σκοτάδι-την άγνοια, αυτή εννοώ-
Κι αφήσει άγρια θεριά,
Και την παρακαλούσα
Μήπως την πάρει κάποιο φως αδέσποτο και κόκκινο, πέταλο παπαρούνας...
Κα τη στολίσει ολόγυρα μ’ ένα καινούριο στέμμα
Και βέλος απαγίδευτο τη βρει,
Σαν άστρο κοιμισμένο που από χρόνια
-τη φτάσει σ’ένα τέρμα-
Έψαχνε σκαρί ή σώμα να πιστέψει,
Να κατεβεί απ’ τον ουρανό, απ’ το χρόνο, απ’ τον καιρό
Μα πάλι εκεί να επιστρέψει.

Κι εγώ κι Εκείνη είμαστε χώματα
Ή άραγε χρώματα σπαρμένα, πληγωμένα
Απ’των χαρτιών τις έρημες πληγές,
Από των δέντρων τις ξυλοκοπές.

Κι Εκείνη μια σταχτιά μουντζούρα είναι,
Στη μέση μιας φλογισμένης θάλασσας με διλήμματα.
Κι είναι μια αυλή πεσμένη από τα σύννεφα
Και κάποιοι τη χειροκροτούν στον πανικό και στην οχλοβοή των «δεξαμενών»
Που στοιβάζονται δήθεν οι πιο αθώες μας ευχές,
Που στριμώχνονται οι πιο άδολες επιθυμίες.

Βρήκα το ένα της μάτι και κάηκα από το φως του
Και το φως καυτερό και το σκοτάδι
Υπέμενα τον πόνο γιατί ήταν ή έμοιαζε κάπως,
Σαν του Απρίλη τις άγνωστες μέρες που έψαχνα...
Και τις βρήκα εκεί στο μάτι Της το κυκλώπειο,
Να περιμένουν σαν, το αντάμωμα...

Έτρεμα μη σβήσει η σκηνή
Κι ακουστούν ψίθυροι τολμηροί
Από μπάντες πολέμου
Άπειρο ήταν το σύμπλεγμα κι όλο πιο μπερδεμένο

Κι εγώ κι Εκείνη δυο στιγμές που πάλευαν το Χρόνο
Η κάθε μια για το δικό της απρόοπτο άγχος

Κι όσοι σαν μια φωτιά μας είδαν,
Αιχμάλωτοι βρέθηκαν
Στης κατάμαυρης απύθμενης κόλασης το σωρό οι σοροί τους
Σ’ένα στερέωμα καυτό και υγρό
Ακούστηκε μια άπληστη, στο τέλος, φθαρμένη ελπίδα.
Η πιο ύπουλη.
Δεν είχαμε ασπίδα.
Αίματα μόνο τρέξανε, σαν άλογα αφρισμένα
Από πληγές και μάτια άδεια και ξένα...

Μάτια θολά, άγρια και ξένα...
από τη συλλογή μου το ράμφος

...οφειλές...ενθύμια...κλπ κλπ


Ιστορία του μικρού Νοέμβρη

Γυρίζω γύρω από μολύβια και χαρτιά
Και κοινωνώ τους πρώτους χτύπους στη σελίδα
Αναζητώ απ’ της αφής τους τη φωτιά
Αρχή ξεκάθαρη κι όχι βαριά αλυσίδα

Μαγικός κόσμος του χαρτιού μου η φωλιά
Κι η αγκαλιά σου των ψεμάτων σου η φάτνη
Μες στον Νοέμβριο ν’ ανθίζει πασχαλιά
Κι από τον Αύγουστο να πέφτει η πρώτη πάχνη

Να κινδυνεύω να σωθώ από μια πλάνη
Την πιο κρυφή και ηττημένη ηδονή
Κάθε πρωί ξυπνώ αγκαλιά με μια αράχνη
Που την ταΐζω απ’ την παλιά μου την πληγή

Υπνοβατώ στο άγριο της νύχτας το μελάνι
Για ν’ αφορίσω της ημέρας τους λυγμούς
Και τραγουδώ για να ξορκίσω την πλεκτάνη
Γεννιέμαι ανάμεσα σε χίλιους πανικούς

Φτιάχνω ένα γέλιο δυνατό και θυμωμένο
Αθωωμένο απ’ το φως των αστεριών
Σε μια ολονύκτια πομπή θα περιμένω.
«περάστε θαύματα διά μέσου των σφυγμών!»

Μόνο φαντάσματα περνούν, λάφυρα, αιώνες,
Νίκες και ήττες, απ’ τους γρήγορους παλμούς
Κινούνται αργά, σαν χαλασμένα, σε κανόνες
Κι εγώ παράλυτη απ’ του φόβου τους τριγμούς.

Μα δεν μπορείς πια την αλήθεια να μου κρύψεις
Όλα είναι εδώ και φανερώνονται απλά
Κι αν είναι τώρα στον γκρεμό να καταλήξεις
Κάν’το γενναία, πάρε κι εμένα αγκαλιά.

Αυτή την ώρα στο κενό που θα βρεθούμε
Λέξεις μην πεις, μη βρεις περίτεχνες φωνές
Τις πιο μικρές μας σιγουριές ν’ απαρνηθούμε
Παλιών ερώτων τις ασφάλειες τις δειλές




Αιφνιδίασέ με με το βλέμμα σου εκείνο
Που κρατούσε αιχμάλωτη την πιο αθώα ματιά
Να θυμηθώ, πώς είναι μυστικά να λύνω
Και να τα’ αφήνω στου ανέμου την τροχιά

Αν είναι αυτό το υδατογράφημμα της τρέλας
Κι ο πιο καυτός πυρήνας του φιλιού
Φίλα τα μάτια μου μπροστά στο Νότιο Σέλας
Στο μύθο μέσα του «μισού πορτοκαλιού»

Τώρα το ξέρεις, τώρα ξέρω και για μένα
Αυτή εδώ είναι η κορυφαία μας στιγμή
Τα πάθη όλα, τα λάθη όλα, κερασμένα
Στην άγρια χίμαιρα που φτιάξαμε μαζί

Έτσι τελειώνοντας αυτό μας το ταξίδι
Κυνηγημένοι απ’ των φθαρμένων τη φθορά
Μας κλείνει μέσα του καμπυλωτό κοχύλι
Ενός καινούριου ταξιδιού η διαφορά.

από τη συλλογή μου τα όνειρα καπνίζουν