
Στην τελετουργική σκηνή του παραλόγου των ημερονυχτίων μας ανοίγει η αυλαία…
Ετερόκλητοι ήχοι, συγκεχυμένοι, εκκωφαντικοί…αδροί και άγριοι…θα το αποφασίσουμε ότι από και στο εξής θα πρέπει να ζούμε μέσα τους και μ’ αυτούς εφόσον διαπερνούν όλες τις όψεις της ζωής μας…κανείς δε δείχνει ιδιαίτερη διάθεση και κέφι ν’ απαγκιστρωθεί και να πιστέψει σε κάτι άλλο, διαφορετικό, όχι ισοπεδωμένο, από το οποίο θα αναβλύσει μια υγιής θέληση κατάργησης του στατικού «βασιλείου» το οποίο εγκαταστάθηκε στο μέσο της ζωής μας, και όχι ερήμην μας, και καταδυναστεύει τις ζωτικές αρτηρίες μας και κατακρεουργεί την ενάργεια, τη διαύγεια, την επανάσταση στις πράξεις μας…
Έχουμε ξεχαστεί-η αλήθεια ξεπερνά όλα μαζί τα σενάρια τρόμου-(δεν έχω πρόθεση να κινδυνολογήσω, την πραγματικότητα περιγράφω), ή μήπως έχουμε εγκλωβιστεί ιδία-υποσυνείδητη μπορεί-βούληση, σε κάτι αόριστα αυτιστικό, σ’ ένα σχεδίασμα ψυχικής αποστασίας…δεν είναι ότι λείπει μόνο από το λόγο μας το «ρήμα», είναι ότι έχει εκλείψει και από τις πράξεις μας…τις μη πράξεις…οι οποίες τείνουν προς μια επισφαλή κατάσταση άρσης καθετί ζωντανού…μήπως πάψαμε πια να είμαστε όχι μόνο δρώντες αλλά –χειρότερα-, ζώντες οργανισμοί?
Ποιοι κατάφεραν να μας κάνουν να χαλαρώσουμε τόσο ώστε ν’αφεθούμε στο «ρηχό μας και παρωχημένο πρόσωπο» και το άλλο, το αληθινό, το βαθύ και σκεπτόμενο, να το αποσιωπήσουμε? Υποθέτω ότι αυτό εκτός από κοινή υπόθεση, είναι κατά μία έννοια και πολύ προσωπική…
Αφήνουμε, με μια αβίαστη ευκολία, τη ζωή μας να περνάει, λες και είναι νόσος η οποία έχει λάβει επιδημικές διαστάσεις,και να συντελείται μέσα σεβαριά παυσίπονα και «χάπια ευτυχίας», δίχως να μας καίγεται καρφί για το αν αυτό που «ζούμε?» είναι «κάτι που ενδεχομένως στα σημεία, να μοιάζει με ζωή…»
Υφιστάμεθα μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα, τη διάβρωση, την αλλοίωση, τη «διαστροφή» της ακόμα, σαν να πρόκειται για κάτι που δε μας αφορά, για κάτι τελείως ξένο προς τη φύση μας, τη φύση του ανθρώπου που κι αυτή κοντεύουμε να την ξεχάσουμε…η γοητεία της οντότητας και της υπόστασής μας, συρρικνώνεται…κι αυτό μας αφήνει παγερά αδιάφορους…?
Όσο και να θέλει κάποιος να προσεγγίσει το θέμα με καλόπιστη διάθεση…όσο και να προσπαθεί να σκεφτεί, τι συμβαίνει τέλος πάντων…μέσα από «σχήματα», προσχήματα, διαρκείς ακόμα και ανεπαίσθητους ή ζωηρότερους υπαινιγμούς για τις αβύσσους, τους γκρεμούς, που σίγουρα μας περιμένουν κάπου παρακάτω, κάθε τέτοια του απόπειρα φαίνεται να προσιδιάζει όλο και πιο πυκνά, στη μηδαμινότητα της υπόστασής μας…οχυρωμένοι στην ασφάλεια, την ομοιομορφία-όμοιος ομοίω αεί πελάζει- και την α-συγκινησιακή μας πραγματικότητα πλέον, ενδίδουμε στην προφανή μοναξιά μας, χωρίς μέτρο κι εκεί, στις μεθορίους της, νιώθουμε τόσο ασφαλείς και αποχαυνωμένοι, τόσο βέβαιοι, ότι τίποτα δεν μας απειλεί…
Σ’ αυτή τη χαύνωση διαρκείας, την χειμερία και θερινή νάρκη μας, τοποθετούμε με επιμέλεια στην άκρη άκρη του περιθωρίου της υπνοβασίας μας-γιατί, είπαμε, ζωή αληθινή δεν είναι-, εκείνον τον ουσιώδη και μπορεί «επικίνδυνο» για κάποιους, παρονομαστή, μέσω του οποίου κάποτε, βρίσκαμε τη χαρά, βρίσκαμε όνειρα να πιστέψουμε και να υπερασπίσουμε, άγκυρες να σηκώσουμε…και να παράξουμε άπειρη ενέργεια –πνευματική και οργανική-, που ήταν ένας έγκυρος δείκτης του τι μπορεί να καταφέρει ένας νοήμων και εχέφρων άνθρωπος με πληρότητα συνείδησης…
Τώρα, βρισκόμαστε σε μια, άνευ προηγουμένου, αντίδρομη και αστάθμητη διακύμανση, σε μια ψευδαισθησιακή «πολεμική» θέση, γνώμονας της οποίας είναι η περιφρούρηση ενός καθεστώτος ζωής προσδιορισμένων ρόλων…
Οι «εντολείς» μας, παραβιάζουν κατά συρροήν τον εγκέφαλό μας…με κόλπα και τεχνάσματα ευτελή, όμως ισχυρά, έτσι κι αλλιώς εμείς ως ρομπότ και συνεπέστατοι «εντολοδόχοι», δεν αντιστεκόμαστε-καταργήσαμε κάθε φυσική και έστω αυθόρμητη άμυνα-…και μας υποχρεώνουν να στερηθούμε ακόμα κι αυτή την επιλογή διαθεσιμότητας του εαυτού μας….όπως εμείς νομίζουμε….ουσιαστικά θωρακίζοντας μια ανυπαρξία που διασφαλίζει περαιτέρω τη δική τους δύναμη και εξουσία, τη δική τους διαρκή αναλήθεια, το δικό τους ορυχείο ψεύδους απ’ όπου και απορρέει ο δικός μας ασήμαντος χρόνος να προσδιορίσουμε, να επανεξετάσουμε, να παρατηρήσουμε, να αναθεωρήσουμε έστω και μισοκοιμισμένοι…
Θητεύοντας και ασκούμενοι καθώς και μαθαίνοντας να λειτουργούμε πια στην κλίμακα του εφήμερου, του υποβολιμαίου, της αναμονής ανάθεσης ενός ρόλου, όλο και πιο πολύ λησμονούμε τη φύση των πραγμάτων και των ιδεών που θέλουν αδέσμευτο, αμιγές κι ελεύθερο το πνεύμα να σκεφτεί, να παρατηρήσει, να ερευνήσει, ν’ αποφασίσει, ν’ αναθεωρήσει, να ανατρέψει…
Επιμένουμε στο «θέσφατο» των «υποσχέσεων» και χαζεύουμε σαν προγραμματισμένες μαριονέτες, αντιφάσεις, αδιέξοδα, πλάνες, που μας εξασφάλισαν ως κύριους και αδιασάλευτους όρους της «δικής μας»,κατά τα άλλα, ζωής…σαν το απόλυτο άσυλο για διαταραγμένες ψυχές και συνειδήσεις…
Και όσο μπαίνουμε ακόμα πιο βαθιά, όσο βουλιάζουμε και βυθιζόμαστε μέσα τους, τόσο η επιρρέπειά μας σε ανάλογα ορατά και αόρατα νήματα, μας καθιστά ανήμπορους να διατρέξουμε οποιοδήποτε, τον ελάχιστο κίνδυνο, για να βγούμε από κει, να σωθούμε ή έστω να περισώσουμε ένα «είδωλο», έναν κατοπτρισμό, έναν «καθρέφτη» που θα μας αντιγυρίσει την κατάντεια μας για λίγο και ίσως μας αφυπνίσει…ίσως λέω…
Έχοντας βρει προς στιγμήν, το φάντασμα ενός παλιότερου, προγενέστερου «εγώ», και αντιδιαστέλλοντας την τωρινή του λειτουργία στο φαύλο φάσμα της φρενίτιδας που μας περιβάλει, ίσως θορυβηθούμε από την «εικόνα μας», κι ευδοκιμήσει μέσα μας ένα αειθαλές κίνητρο που θα μας ξεσηκώσει να ανακαλύψουμε εκ νέου την αθωότερο «μόρφωμά» του…αν και τα αισθητήρια μας απέχουν κατά πολύ από τις καίριες προσλαμβάνουσες που μας αντιστοιχούν ως «πνευματικά όντα»…το ίδιο και η νόηση, εξίσου και η συνείδηση η οποία ελέγχεται και εκδιώκεται ως αποδιοπομπαία…
Σκεφτείτε για λίγο μόνο πώς ανοσιουργεί το παρόν «παρασύστημα αξιών» πάνω στο δικό μας οικοσύστημα, πώς ασελγεί, πώς πλάθει ζόμπι, πώς ευτελίζει, μεταποιεί, και ακόρεστα διαστρέφει…
Αν δεν το έχετε ήδη αντιληφθεί, τελούμε υπό καθεστώς ομηρίας, σ’ ένα καθεστώς που μυρίζει λιβάνι, πένθος και αποφορά και σε λίγο, αν δεν αντιδράσουμε τώρα, θα συνηθίσουμε τόσο πολύ σ’αυτό το νεκρικό χάος που μας χαρίζεται τόσο γενναιόδωρα και απλόχερα που θα πολεμήσουμε και θα «σκοτώσουμε», αν χρειαστεί, προκειμένου να μη μας το πάρει κανείς και το αποχωριστούμε…