Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάσος Βαρούνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάσος Βαρούνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020

Η Τήνος, η Μυτιλήνη και «ο τόπος μας»…

Του Τάσου Βαρούνη


Το τελευταίο διάστημα ήρθαν στο προσκήνιο οι λεγόμενες «τοπικές κοινωνίες». Με διαφορετικό τρόπο και αφορμή, δυο νησιά, η Τήνος και η Λέσβος, μοιάζουν σαν να εκδηλώνονται ως… τόποι. Για την ακρίβεια, να αγωνίζονται ως τόποι. Όχι, δεν αντιδρούν ούτε οι πεζούλες, ούτε οι κολπίσκοι, ούτε σκέτα ένας «νησιώτικος τρόπος ζωής». Στην πρώτη περίπτωση οι κάτοικοι παλεύουν ενάντια στην εγκατάσταση ανεμογεννητριών στο νησί, στη δεύτερη ζητώντας να μην μετατραπεί το νησί τους σε αποθήκη ψυχών. Άλλη κατάσταση, άλλα προβλήματα, άλλοι κίνδυνοι, άλλο το «επείγον του πράγματος».

Υπάρχει όμως κάτι κοινό. Το «καθολικό» που εκφράζεται σε αυτές τις κινητοποιήσεις. Ή έστω, κάποια σημαντικά φορτία που μπορούν να το γεννήσουν. Γιατί όταν ένα ολόκληρο νησί «κατεβάζει ρολά», φτιάχνει ανθρώπινες αλυσίδες και αντιστέκεται σύσσωμο και ενωμένο, αυτή η πλευρά αξίζει προσοχής. Μα θα πει κάποιος «υπάρχουν οι μαγαζάτορες, τα ξενοδοχεία, οι παράγοντες, τα συμφέροντα, οι εργαζόμενοι, δεν είναι όλοι το ίδιο». Άλλοι θα εστιάσουν στο «καλά, τώρα ξυπνήσανε;» και στο «ορισμένοι κέρδιζαν απ’ όλα αυτά», ενώ κάποιοι τρίτοι θα φέρουν σε αντιπαράθεση τους καλούς Τηνιακούς που αγωνίζονται για το «σωστό» ζήτημα και τους κακούς Μυτιληνιούς που ρέπουν τάχα στο ρατσισμό.


Οι δόσεις αλήθειας των παραπάνω, όπου υπάρχουν, δεν αρκούν, ενίοτε συσκοτίζουν. Σημασία έχει περισσότερο η σκοπιά από την οποία κοιτά κανείς τα πράγματα, σίγουρα και οι προθέσεις του. Και ένα μείγμα διαφόρων εκδοχών οικονομισμού και δικαιωματισμού μάς κάνει συχνά να παραμελούμε σημαντικές πλευρές. Γιατί σε μια κατάσταση κοινωνικής αποσυγκρότησης, κατακερματισμών υλικών και συνειδησιακών, διαλυτικότητας, συντεχνιασμών κάθε είδους, αυτό το «όλοι μαζί», το «παλλαϊκό», έχει πολλαπλάσια αξία. Αυτό που τίθεται ως υπερασπίσιμο είναι κάτι παραπάνω από το «του καθενός», ακόμα κι όταν από τη διάσωσή του προσδοκώνται ατομικές διέξοδοι ή ανάσες.

«Το νησί μας». Αίτημα ριζοσπαστικό «από μόνο του» όταν στέκεται ενάντια σε αποφάσεις που επιβάλλουν τον βίαιο μετασχηματισμό του σε κάτι άλλο και δη «αναγκαστικό». Όταν προσπαθεί να διατηρήσει έναν χαρακτήρα, έναν τρόπο ζωής, μια υποψία κάποιου «εμείς». Όχι μόνο στην εκδοχή του κατιτίς «συλλογικού» και «κοινωνικού» αλλά και ως πλέγμα όρων, διευθετήσεων, προτύπων, σχέσεων, δομών εντός των οποίων συμβιώνουν οι άνθρωποι. Γιατί τα κεντρικά αιτήματα και στις δυο περιπτώσεις είναι δίκαια και απολύτως ανταγωνιστικά προς στις κυρίαρχες επιδιώξεις. Όταν αυτό δεν αξιολογείται τότε μάλλον έχουμε αυτό που έλεγε ένας παλιός φυσικός: «Κέρδισε τις αλήθειες του χάνοντας σε διαύγεια».


Και αν το πλαίσιο αυτό είναι ήδη ενταγμένο στην περιβόητη «κίνηση του κεφαλαίου», σήμερα αναβαθμίζεται σε «παράλογο τοπικισμό». Αυτό το κλικ δεν είναι αδιάφορο. Η στοχοποίηση πρέπει να λάβει τώρα πολιτικό –έως και ιδεολογικό– χαρακτήρα. Το χτύπημα του Αντιλαϊκισμού είναι κι εδώ πρώτο βιολί από αριστερά, μαζί και την Επίταξη από δεξιά. Σε αυτό το περιβάλλον, είναι λάθος να αναγνωρίζεται μεν το καθεστώς έκτακτης ανάγκης και το πρωτόγνωρο των συνθηκών, αλλά να μην αποδεχόμαστε ότι οι αντιδράσεις θα είναι «άτυπες», αταξινόμητες με τα παλιά μέτρα, μπερδεμένες και δυναμικές. Δηλαδή παρομοίως πρωτόγνωρες. Γιατί η υποβάθμιση δεν είναι ένα σύνολο με αντικειμενικά κριτήρια που πληρούνται ή όχι.

Σε εποχή μετάβασης και κυοφορίας πολλά είναι ανοιχτά και μας καλούν σε σκέψη. Η σχέση τοπικού και εθνικού, η σύνδεση ανάμεσα στην αγάπη και την οικειότητα για τον κάθε τόπο με την κρατική κυριαρχία, η ανάγκη για πολιτικές αρμοδιότητες και αποφάσεις μεγάλης κλίμακας, ενόσω θα ξεσπούν τα «ιδιαίτερα» και τα «τοπικά». Οι χωρητικότητες της κάθε σφαίρας δεν είναι σταθερές. Χρειαζόμαστε μια συνείδηση που να ακολουθεί ευρύτερα «εμείς», που θα αναγνωρίζει τις διαπλοκές δίχως να αποτραβιέται από τις συγκρούσεις που εκδηλώνονται κάθε στιγμή. Με αυτή την έννοια, μένοντας στα δυο παραδείγματα, δεν είναι απλά κάποιες περιοχές αλλά ολόκληρη η χώρα που οδηγείται σε ένα συγκεκριμένο μοντέλο ενεργειακής ανάπτυξης, που προορίζεται για φράχτη και αποθήκη ταλαιπωρημένων ανθρώπων. Ίσως, λοιπόν, η υπεράσπιση του «τόπου μας» να πρέπει να ξεχειλώσει ίσαμε την «πατρίδα μας».

Πηγή: e-dromos.gr



Τάσος Βαρούνης: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2019

Περί ρατσισμού: Τρεις τονισμοί και μια ντροπή

Του Τάσου Βαρούνη


Πρώτα, η καταδίκη του «ρατσιστικού» λόγου φτάνει να ξεπερνά την ίδια την καταδίκη του ρατσισμού. Η «λέξη» έχει ξεφύγει από το «πράγμα». Αλλά και η έννοια ξεχειλώνει ώστε να χωρέσει πολλά και διάφορα. Ενώ υπάρχει ένα συμφωνημένο ρατσιστικό σχέδιο που προωθείται, δηλαδή η χώρα να γεμίσει με στρατόπεδα συγκέντρωσης, αυτό κάπως «ξεχνιέται». Χιλιάδες άνθρωποι θα «φιλοξενούνται» με το ζόρι σε συνθήκες περισσότερο ή λιγότερο άθλιες, πάντα όμως φυλακισμένοι και έκπτωτοι, πάντα ενάντια στη θέλησή τους. Αν αυτό δεν είναι ρατσισμός τότε μάλλον οι λέξεις έχουν χάσει το νόημα τους.

Και τι είναι ρατσισμός για μερικούς; Είναι για παράδειγμα η αναγνώριση ότι όταν χιλιάδες νέοι άντρες βρίσκονται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης σαν αγρίμια στο κλουβί, ενδέχεται να υπάρξουν προβλήματα και συγκρούσεις πολλών ειδών. Ή η αναφορά σε πολιτισμικές διαφορές και συνήθειες λες και αυτές δεν διαδραματίζουν κανένα ρόλο στο πως συγκροτείται η συμβίωση των ανθρώπων. Ακόμα και η σκέψη ότι μέσα στις καραβιές προσφύγων και μεταναστών υπάρχουν άνθρωποι με ειδικούς ρόλους καταγράφεται ως συνομωσιολογία και έτσι ξεμπερδεύουμε. Ο ρατσισμός αποκόπτεται από το ιδιαίτερο πλαίσιο των οικονομικών, κοινωνικών αλλά και πολιτικών συνθηκών και μένει απλά ως καταγγελία του ρατσιστικού λόγου.

ΔΕΥΤΕΡΟΝ, είναι οι «ρατσιστές». Δεν είναι το πρόβλημα ο ρατσισμός αλλά αυτοί. Είτε είναι οι 15 ακραίοι στην Σπάρτη, είτε κάποιες γραφικές φιγούρες που υπερπροβάλλονται σαν να αποτελούν αυτοί την κυρίαρχη «εικόνα» της κοινωνίας. Ενώ από την μία υπάρχει μια χαρακτηριστική αποδοχή του σχεδίου «Ελλάδα-φράχτης», σαν να πρόκειται για κάτι αναγκαστικό, από την άλλη δεν κατανοείται ότι είναι ακριβώς αυτό που μάλλον θα συμβάλει –σε αυτές τις συνθήκες– στην περαιτέρω ενδυνάμωση του ρατσισμού.

Γιατί η θλιβερή κανονικότητα των κέντρων κράτησης δεν αφορά μόνο τους «μέσα» αλλά και όσους θα ζουν δίπλα στους φράχτες και τα συρματοπλέγματα που στήνονται για τους Άλλους και τους Ξένους. Γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχει «δίπλα». Τι σημαίνει «δίπλα» σε ένα νησί σαν την Λέσβο και τη Σάμο; Αλλά και πόσο καθαρή να μείνει η συνείδηση «δίπλα» σε τόση δυστυχία και μέσα στο γενικό ξεχαρβάλωμα; Συμβίωση –και αυτή με το ζόρι– μεταξύ μιας «κανονικής» κοινωνίας που θα δυσκολεύεται ολοένα και περισσότερο και ενός αόρατου πληθυσμού που θα «μπαινοβγαίνει» σε αυτήν για ό,τι μπορεί να «ξεκλέψει». Αυτή είναι η νέα τοπογραφία στα νησιά και προσεχώς σε αρκετές περιοχές της χώρας. Αν αυτή δεν θρέφει το ρατσισμό, τότε τι;

ΤΡΙΤΟΝ, εδώ και καιρό επιχειρείται ο προληπτικός στιγματισμός και η απομόνωση όσων ανησυχούν για το Προσφυγικό διά της ταμπέλας του ρατσιστή. Η λέξη που χρησιμοποιείται δεν είναι τυχαία. Το φορτίο της είναι τόσο βαρύ που απαγορεύει κάθε περαιτέρω συζήτηση με τις έτσι χαρακτηριζόμενες απόψεις και όσους τις εκφράζουν. Έτσι, το Παρατηρητήριο Ρατσιστικών Εγκλημάτων έψαξε και ανακάλυψε την ξενοφοβία στις δηλώσεις του πάπα-Αντώνιου και της Κιβωτού, για να ξεσαλώσουν έπειτα πολλοί επ’ αυτού. (βλ. και δίπλα). Το Παρατηρητήριο έχει μπροστά του ένα ρατσιστικό έγκλημα, αλλά προτιμά να τα βάλει με όσους, δίχως να ευθύνονται, ανησυχούν για κάποιες μόνο από τις συνέπειές του.

Ακόμα και ο πανικός κάποιων αριστερών απέναντι στις εντελώς μειοψηφικές και ακραίες αντιδράσεις θα ήταν ανάξιος λόγου, αν δεν συνδέονταν με έναν ευρύτερο συστημικό σχεδιασμό. Να μπλοκαριστεί κάθε διαφορετική εκδοχή αντίστασης στους βασικούς σχεδιασμούς. Κάθε ανησυχία πρέπει να ρουφιέται και να μετουσιώνεται σε μια αντιπαράθεση «ρατσιστών-αντιρατσιστών», καθόλου ανύπαρκτη μα εντελώς αποπροσανατολιστική. Αυτή η προληπτική τρομοκρατία κομπλάρει αρκετούς δημοκρατικούς και ευαίσθητους ανθρώπους από το να εκδηλωθούν. Αλλά επιπλέον και ο διχασμός που παράγεται αδυνατίζει την κοινωνία ενισχύοντας τις αντοχές του πολιτικού συστήματος. Αν εδώ προσθέσουμε τα «δωράκια» και τις «εξαγορές» μέσω κονδυλίων και πρόσθετων ενισχύσεων (ούτε εδώ αρκούν τα λόγια…) στις τοπικές κοινωνίες, το παζλ ολοκληρώνεται.

ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ντροπιάζει διπλά τους ανθρώπους αυτής της χώρας. Οι ίδιοι που έφεραν και στήριξαν τα μνημονιακά δεσμά, οι ίδιοι αποδέχονται την μετατροπή της χώρας σε φράχτη και φυλακή ανθρώπινων ζωών. Έχει αυτό σημασία. Γιατί η ιστορία δεν ξεκινάει από το μηδέν και οι έννοιες δεν είναι ακαδημαϊκές περιγραφές «του κουτιού». Ο «αντιρατσισμός», ο «ρεαλισμός», η «σκληράδα» οποιουδήποτε άρχοντα, αξιολογείται δηλαδή σε ευρύτερο φόντο. Να καταγγέλλει τον ρατσισμό ο ΣΥΡΙΖΑ που έστησε τη Μόρια; Να ζητά η Ν.Δ. πατριωτική αλληλεγγύη όταν συνεχίζει την κοινωνική διάλυση; Να καταδικάζουν σε διάφορες δοσολογίες, από κοινού ή εναλλάξ, πότε τον εθνολαϊκισμό, πότε τον ρατσισμό ή να αξιοποιούν ιδιοτελώς την συμπόνια του ελληνικού λαού απέναντι σε μετανάστες και πρόσφυγες; Ποιοι τώρα;


Βλέπουμε στη φωτογραφία τα σχόλια που προξένησε μια ανάρτηση της κομματικής ιστοσελίδας του ΣΥΡΙΖΑ, του left.gr. Στο ίδιο κλίμα είναι τα 9 στα 10 περίπου σχόλια στο άρθρο. Το γεγονός είναι ενδεικτικό. Δεν καταπίνεται πλέον, και εκνευρίζει πολλούς, η εύκολη σπίλωση ως «ρατσιστή» οποιουδήποτε διαφωνεί με την κυρίαρχη πολιτική στο προσφυγικό ή έστω ανησυχεί για επιμέρους πλευρές. Θυμίζουμε ότι η Κιβωτός με επιστολή της διαφώνησε με την τοποθέτηση ενός κλειστού κέντρου, μιας φυλακής μεταναστών, δίπλα σε δομή που φιλοξενεί παραμελημένα παιδιά κάθε εθνικότητας, σε μια ερημική περιοχή της Χίου. Ακολούθησαν κατηγορίες για «εμετικό», «ρατσιστικό» κ.λπ. «παραλήρημα» αλλά και μηνύσεις κατά της Κιβωτού για… ρατσιστικό έγκλημα. Η ένταση, πάντως, της επίθεσης δεν φαίνεται να είναι τυχαία, καθώς η ΜΚΟ της Εκκλησίας είναι σίγουρα δυνατός ανταγωνιστής για άλλες ΜΚΟ του χώρου

Πηγή: e-dromos.gr



Τάσος Βαρούνης: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2019

Ξενοφοβικοί και αντιρατσιστές…

Του Τάσου Βαρούνη


Μερικές δευτερεύουσες παρατηρήσεις


Η κοινωνική συνοχή δεν απειλείται πρωτίστως από τους μετανάστες. Πολλοί, δομικοί και καθόλου ουδέτεροι λόγοι διαλύουν κοινωνίες και κοινότητες, κατακερματίζουν, σπάνε δεσμούς και εξατομικεύουν. Αυτά είναι γνωστά πράγματα και επιπροσθέτως αρνητικά, τουλάχιστον για όσους δεν ασπάζονται το θατσερικό «δεν υπάρχει κοινωνία παρά μόνο άτομα». Από αυτό μέχρι το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει πρόβλημα αφού «όλοι είμαστε άνθρωποι» μεσολαβεί ένα μεγάλο κενό και μια ακόμα μεγαλύτερη επιδίωξη. Το κενό αφορά το γεγονός ότι οι όροι αυτής της συνοχής δεν είναι αφηρημένοι αλλά εδράζονται σε συνθήκες, συνήθειες, δομές, εντάξεις, ταυτότητες. Τα περιθώρια συνύπαρξης θα μπορούσαν πράγματι να τείνουν στο άπειρο, αλλά στη ζωή μάλλον υπάρχουν περιορισμοί.

Η αλληλεγγύη ανάμεσα στους «απλούς» ανθρώπους δεν μπορεί στο διηνεκές να επιλύει τα προβλήματα. Ειδικά όταν αυτή δεν λογαριάζεται και δεν κατανοείται σε σύγκρουση με τις στοχεύσεις των ισχυρών. Η επιδίωξη αφορά το εξής: Η επίσημη πολιτική του «να ζούμε μαζί» διαλύει στην πράξη τις προϋποθέσεις που θα μπορούσαν πιθανά να στηρίξουν ένα τέτοιο όραμα. Το παράδειγμα με την εκπαίδευση είναι ενδεικτικό: Όλα τα προσφυγόπουλα στο σχολείο. Ναι! Και το μεσημέρι επιστροφή στο στρατόπεδο; Και τα σχολεία δίχως καθηγητές; Και σε ποια γλώσσα το μάθημα; Παρόλα αυτά, ναι! Αλλά η αφασία που κυριαρχεί ότι αυτό δεν συνιστά πρόβλημα είναι επικίνδυνη.

Το αποτέλεσμα αλλά και η στόχευση είναι λοιπόν μια κοινωνία διευρυμένης ασυνεννοησίας και γκετοποίησης, όπου μάλιστα θα εκλείπουν και ορισμένα σταθερά στοιχεία ως δυνάμει αντιστάσεις. Παράλληλα, αυτό το «μαζί» δεν αφορά γενικώς τους ανθρώπους αλλά συνήθως τα χαμηλότερα στρώματα της κοινωνίας. Αν κάποιος ήθελε στα σοβαρά να μιλήσει με ταξικούς όρους, δεν θα έπρεπε να αφήνει απ’ έξω το ποιοι είναι αυτοί που κυρίως θα επωμιστούν την όποια διαχείριση. Κάποιοι «μεγάλοι» και ίσως «μεσαίοι» έχουν ήδη ανακαλύψει στην προσφυγική κρίση ευκαιρίες για δουλειές, για τους «μικρότερους» –και δίχως μια πολιτική που να «κατανοεί» το ζήτημα– μένει το αδιέξοδο ή και ο αγριανθρωπισμός.

Αντί λοιπόν να αναζητηθούν και να ξεδιπλωθούν τρόποι αντίστασης σε όλο αυτό, αντί να δηλωθεί ότι είναι δίκαιο να μην γεμίσει η χώρα στρατόπεδα, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, αφήνεται άπλετος χώρος σε ξενοφοβικές αντιδράσεις. Για την ακρίβεια, η γραμμή που διαχέεται άνωθεν και τεχνηέντως σε διάφορες δοσολογίες είναι ότι «όποιος αντιδρά είναι φασίστας». Αυτό είναι πιο πιθανό να τον κάνει όντως φασίστα, ακόμα κι έτσι όμως αλλού είναι το πιο σοβαρό πρόβλημα. Το περιβάλλον χειροτερεύει και το ζήτημα μετατίθεται σε ένα εσωτερικό παιχνίδι όπου στο πολιτικό σκηνικό αντιπαρατίθενται επισήμως «αντιρατσιστές» και «ξενοφοβικοί» με κοινή όμως γραμμή, ενώ στην κοινωνία ο διχασμός ενδέχεται να εκφραστεί με πιο άγριες στρατοπεδεύσεις.

Από ορισμένους κύκλους πάει να επιβληθεί μια «τρομοκρατία» ακόμα και στον τρόπο με τον οποίο συζητάμε. Είναι ο ίδιος παραλογισμός μιας σκέψης που μπορεί για παράδειγμα να ανέχεται χιλιάδες ανθρώπους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τις Μόριες αλλά εξεγείρεται όταν η αστυνομία αδειάζει μια κατάληψη με μερικές δεκάδες. Ο ίδιος που φωνάζει το γενικά σωστό «οι μετανάστες δεν είναι πρόβλημα αλλά έχουν πρόβλημα», την ώρα όμως που αρνείται σχεδόν εξ’ ορισμού να αναγνωρίσει οποιοδήποτε υποψία προβλήματος στις περιοχές υποδοχής και τους κατοίκους τους.

Αυτή η οπτική που σιωπά την ώρα που συνολικά η χώρα μετατρέπεται σε φράχτη με hot-spot, με την ευλογία και τις αποφάσεις των ευρωπαίων ελίτ, μα θέτει στο επίκεντρο κάποιες γραφικές ή φασίζουσες αντιδράσεις, «ανακαλύπτοντας την Αμερική» και κυρίως εξυπηρετώντας τα μάλα το πολιτικό σύστημα και το κοινό του σχέδιο. «Ανοιχτά σύνορα» για την Ελλάδα, όταν η υπόλοιπη Ευρώπη τα κλείνει ή τα ανοιγοκλείνει επιλεκτικά, διαλέγοντας εργατικό δυναμικό, δεν είναι ανθρωπιστικό καθήκον μιας χώρας αλλά ο απόλυτος ραγιαδισμός. Ένας «ανθρωπισμός» που φυλακίζει χιλιάδες ανθρώπους και τους στερεί το δικαίωμα να αναζητήσουν καλύτερη τύχη δεν είναι ανθρωπισμός.

Κατεργασία δια του «ανθρωπισμού»…


Η κατεργασία και ο χειρισμός κριτηρίων και στάσεων δεν περνά αποκλειστικά μέσα από αποκρουστικές έννοιες και προτροπές καταφανώς αρνητικές. Ως γνωστόν, ο δρόμος προς την κόλαση είναι συχνά στρωμένος με καλές προθέσεις. Για παράδειγμα, δεν έχουν περάσει και τόσα χρόνια από τότε που έκαναν θραύση οι «ανθρωπιστικοί» βομβαρδισμοί. Η υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εμφανιζόταν τότε ως η αιτία που παρείχε νομιμοποίηση σε ισχυρά κράτη να επέμβουν και να διαλύσουν χώρες και λαούς. Τα ανθρωπιστικά ιδεώδη, απόρροια ιστορικών διεργασιών, καθολική παρακαταθήκη και ενεργά φορτία πολιτισμών, αξιοποιήθηκαν εν προκειμένω ενάντια στους ανθρώπους και λειτούργησαν αποφασιστικά υπέρ των επιδιώξεων της εξουσίας.

Κι επειδή αρκετά πράγματα ξεχνιούνται, ήταν τότε όπου η πλειοψηφία της ευρωπαϊκής αριστεράς υιοθέτησε το «ανθρωπιστικό επιχείρημα» και συμμετείχε κι αυτή στην μεγάλη υπεράσπιση. Αυτό υπενθυμίζεται γιατί αν και ο μνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ διάλυσε αρκετά στερεότυπα, εντούτοις συνηθίζεται ακόμα να καταγράφουμε τα πράγματα, τις ιδεολογίες, τα κόμματα, τις πολιτικές, στην ονομαστική τους αξία. Σήμερα, μια διαφορετική εκδοχή «ανθρωπισμού» έρχεται με φόρα να περιορίσει σκέψεις και συμπεριφορές στα ασφυκτικά της πλαίσια. Η δυστυχία εκατομμυρίων ανθρώπων που εγκαταλείπουν τους τόπους τους, λόγω πολέμων, καταστροφών και φτώχειας, αφού αρχικά παρουσιάζεται ως φυσικό φαινόμενο, εισάγεται έπειτα σε έναν μεγάλο λαβύρινθο χειρισμών και αξιοποιήσεων ανά περίπτωση.

Κι ενώ και αυτό το ζήτημα δεν μπορεί παρά να είναι πολιτικό, το «Προσφυγικό-Μεταναστευτικό» αντιμετωπίζεται συχνά ξεκομμένο από τις κάθε φορά συγκυρίες, επίδικα, συσχετισμούς. Έτσι, δεν είναι μόνο απλοϊκή αλλά και εξαιρετικά ύπουλη, η διχογνωμία και ο διχασμός με όρους «αντιμεταναστευτικής» και «φιλομεταναστευτικής» προσέγγισης, με όρους αποκλειστικά «ανθρωπιστικούς» ή «υπεράσπισης δικαιωμάτων» χωρίς να λαμβάνονται οι ιδιαιτερότητες του προβλήματος σε κάθε τόπο και κάθε χώρα. Όταν δεν συγκινούμαστε ή αδιαφορούμε για τις περιπέτειες αυτών των ανθρώπων, δεν είναι μόνο το «σάπιο» που υπάρχει αλλά και ένας κυνισμός από τις δυσκολίες που διαρκώς βαραίνουν. Μα και η σκέτη συγκίνηση δε φτάνει…

Πηγή: e-dromos.gr



Τάσος Βαρούνης: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2019

Οι αντίπαλοι που θα ήθελε κάθε «κακός»…

Του Τάσου Βαρούνη


Με αφορμή τον ακτιβισμό στη Νέα Φιλαδέλφεια


Πρέπει τα πάντα να αντιμετωπίζονται τόσο πολιτικά; Να κρίνονται με μια σειρά προδιαγραφές και κριτήρια; «Μα ήταν απλά μια πρωτοβουλία 10 κοριτσιών». Όχι, εάν αυτό σημαίνει ακινησία ή προσμονή «ολοκληρωμένων πακέτων λύσης». Ναι, γιατί το «μανιφέστο» που ακολούθησε έγινε «γραμμή». Μερικές γενικές και ειδικές σκέψεις:

Οι έννοιες και οι λέξεις μοιάζουν να έχουν δραπετεύσει. Από τα συμφραζόμενά τους, από την ιστορία και τους τόπους τους, από όσα θέλουν να ονοματίσουν, από αυτούς που τις εκφέρουν. Σε ένα βαθμό και οι πράξεις. Το πρότζεκτ και η ιδεολογία του –αρχή, μέση και τέλος– ο πληθωρισμός γεγονότων και δηλώσεων δίχως βάρος, οι καινοτομίες, του καθενός τα γούστα, οι διαρκείς μεταλλάξεις. Σαν να έχει επιστρέψει η ακατάλληλη για ενηλίκους μέθοδος του «υπέρ και κατά», μαζί με τις ανάλογες στρατοπεδεύσεις, πολλές πια ως «ινσταλέισιον». Αν είναι μονάχα δείγματα μιας εποχής μεταμοντέρνας ή προϊόν της περιρρέουσας (ΤΙΝΑ) κανονικότητας ίσως δεν έχει τη μεγαλύτερη σημασία. Κάπου πάντως υπάρχει μια διάλυση. Πρώτα ο κατακερματισμός των συνειδήσεων, η παβλοφική αντίδραση στα γεγονότα, «το δέντρο και όχι το δάσος» κι έπειτα οι πλαστές, αφηρημένες και άρον άρον ενοποιήσεις. Άλλες που έρχονται από τα παλιά -είτε ως καταφύγια για τους πολλούς είτε ως όπλα για τους λίγους- κι άλλες που νομίζουν ότι γρήγορα θα ανοίξουν φωτεινούς δρόμους. Αλλά και το «ομαδικό» που σαν να αποσυνδέθηκε από το «κοινωνικό». Το «πολιτικό» που φτώχυνε είτε ως «πολιτικό σκηνικό», είτε ως αδιαμεσολάβητη «κοινωνική εμπειρία». Το «δημόσιο» που παραέγινε αφηρημένο εξοβελίζοντας τη «συλλογικότητα». Το «οραματικό» που νομίζει ότι θα τα καταφέρει χωρίς την πολιτική και τις δυσκολίες της.

Και εκτός όλων αυτών, το τέλος της αθωότητας που ποτέ δεν υπήρχε αλλά όλοι πορευόμαστε –καλώς και κακώς– ωσάν να υπάρχει. Γιατί όλα ρουφιούνται, όλα γίνονται στη στιγμή αντικείμενο χειραγώγησης, όλα υπάγονται σε ευρύτερους συσχετισμούς δύναμης. Γιατί δεν είναι ούτε αιώνιοι οι εχθροί, ούτε en bloc, ούτε ίδιας υφής, ούτε παρουσιάζονται ως τέτοιοι. Είναι συχνό το φαινόμενο να παίρνουμε τα λόγια τους τοις μετρητοίς και να συρόμαστε έτσι σε ναρκοθετημένα πεδία. Είμαστε απολύτως προβλέψιμοι κι αυτό δεν έχει σχέση με το ευφάνταστο του πράγματος. Κυρίως, είμαστε οι αντίπαλοι που θα ήθελε κάθε «κακός». Γιατί εκτός των άλλων, προτιμάμε να κατονομάζουμε αυτούς και τους «-ισμούς» τους παρά να περιγράφουμε το πρόβλημα.

ΕΚΤΟΣ ΤΟΠΟΥ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΥ λοιπόν η κίνηση των δέκα γυναικών. Ή για την ακρίβεια, εντός τόπου και χρόνου αλλά με αρνητικό πρόσημο. Τόση μεγάλη ανάγκη ήταν να καταγγελθεί ο μιλιταρισμός –σοβαρά τώρα οι μαθητικές παρελάσεις το 2020 τον τροφοδοτούν;- του ελληνικού κράτους; Έτσι χτίζονται σήμερα οι πειθαρχίες; Εδώ εδράζονται η ομοιομορφία και ο αυταρχισμός; Μπορούμε βέβαια να καταγράψουμε όλα τα δεινά του ανθρώπινου πολιτισμού και να τα καταγγέλλουμε με κάθε ευκαιρία. Όμως δεν ήταν τέτοιας χροιάς η παρέμβαση, ήθελε να έχει ένα μεγαλύτερο «βάρος». Και αυτό το κατάφερε, πιάνοντας εν μέρει έναν παλμό. Μια σχετική δυσφορία προς τον πατριωτισμό, φορτώνοντάς του κατ’ αποκλειστικότητα «κουρδίσματα», «στρατιωτάκια», «βομβαρδισμούς», «διαταγές». Γενικώς κι αορίστως. Τη μέρα όπου με τρόπους μπερδεμένους και ποτέ καθαρούς οι άνθρωποι σε αυτή τη χώρα ενδέχεται να κάνουν λογαριασμούς όλων των ειδών, συναισθηματικούς, συνειδησιακούς, ίσως πιο συλλογικούς. Την ώρα όπου οι γείτονες απειλούν, η ρευστοποίηση προχωρά και σύσσωμος ο εθνικός κορμός (κι όχι ο Βούρος στην εξέδρα) προπαγανδίζει την υποταγή δια του φιλειρηνισμού.

Αν δεν ήταν έτσι, δεν θα υπήρχε αυτή η απλοϊκή αντιπαραβολή του πατριωτισμού με την ελευθερία, δεν θα θεωρούνταν παντελώς άχρηστα όσα «διδασκόμαστε από μικρά παιδιά», ούτε θα τεμαχίζονταν τόσο χοντροκομμένα και αλαζονικά οι «πατρίδες». Για να μιλήσουμε πιο πεζά, σε πολλές σχολικές γιορτές ακούγονται πολύ πιο ουσιαστικά πράγματα απ’ όσα γράφει το «μανιφέστο».

Βέβαια, τι πιο εύκολο από το να πει κανείς ότι οι παρελάσεις δεν είναι σίγουρα αυτό που δηλώνουν οι λόγοι και τα πρωτόκολλα. Και πόσο μάλλον όταν οι εξέδρες των επισήμων είναι αυτές που είναι. Ότι η ιστορική μνήμη περνάει μέσα από άλλες οδούς, ότι η παιδεία είναι το βασικό και άλλα τέτοια σωστά μα κοινότοπα. Το ερώτημα παραμένει: Αυτή τη «διόρθωση» επιζητούσε η παρέμβαση και εν’ ονόματι αυτής της ανάγκης σχεδιάστηκε;

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ να έλειπε μια δόση ξιπασμού απέναντι σε αυτούς που λογαριάζονται ως «κανονικοί». Γιατί εδώ η υπόθεση εξελίχθηκε σαν μια φοβερή αποκάλυψη της υποκρισίας αλλά και του κουτόχορτου που τρώει ο λαός. Μα τι σημαίνει να αμφισβητηθεί η «κανονικότητα» και η όποια κοινωνική συναίνεση επιτυγχάνουν σήμερα κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενοι; Συμβάλλουν σε αυτό κάποιες «πρωτοποριακές» ομάδες που χοντρικά θεωρούν την κοινωνία προβληματική, καθυστερημένη και μόνο προς διδαχή; Θα επικρατήσει αυτός ο αντιλαϊκισμός, όχι μόνο ως πολιτική αλλά και σαν κλίμα, σαν περιρρέουσα ατμόσφαιρα; Θα κυριαρχήσει μια παρέμβαση που εστιάζει στους «αποκλεισμένους» περιορίζοντας έτσι το εύρος της αδικίας και βλέποντας υπεροπτικά τους πολλούς; (βλ. και στήλη «Είπαν-Έγραψαν» στην τελευταία σελίδα).

Υπάρχει και κάτι ακόμα. Το πολιτικό σύστημα εδώ και καιρό στήνει πολύ μεθοδικά έναν ολοκληρωτικό διπολισμό. Δεξιά κι ΣΥΡΙΖΑ συμφωνούν σε όλα: Μνημόνια, πλεονάσματα, εξωτερική πολιτική, μεταναστευτικό, Ευρώπη, σχέσεις με τις ΗΠΑ, Τουρκία, Κυπριακό. Μένουν κάτι «ψιλά» για να μπορεί να λειτουργεί απρόσκοπτα η «αντιπαράθεση». Το πώς δεν θα εξαφανιστούμε εντός αυτής της διεργασίας, το πώς θα αναδειχτούν άλλες ματιές και πρακτικές παραμένει ένα δύσκολο ζητούμενο.

Ένα διαφορετικό μήνυμα



«Ετούτος δω ο λαός δε γονατίζει παρά μονάχα μπροστά στους νεκρούς του. Χρόνια πολλά Θεσσαλονίκη, χρόνια πολλά Μακεδονία, χρόνια πολλά Ελλάδα». Αυτό ήταν το μήνυμα του πιλότου της Πολεμικής Αεροπορίας, επισμηναγού Δημήτρη Βολακάκη, ο οποίος πέταξε με ένα F-16 πάνω από τη Θεσσαλονίκη κατά την πραγματοποίηση επιδείξεων που έγιναν για την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου.

Το μήνυμα συγκίνησε πολλούς. Ο πιλότος διάλεξε έναν στίχο από τη συλλογή του ποιητή Γιάννη Ρίτσου «Οι γειτονιές του κόσμου». Η συλλογή γράφτηκε στη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη, όπου ο Ρίτσος ήταν εξόριστος, και ο στίχος σχετίζεται με τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 1944. Να μια πληροφορία που μπορεί να βραχυκυκλώσει όσους προσπαθούν να χωρέσουν την πραγματικότητα σε κλειστά σχήματα και στερεότυπα. Το μήνυμα του πιλότου, αν και εξαιρετικά ολιγόλογο, λέει πολλά, σε εποχές δύσκολες.

Πηγή: e-dromos.gr



Τάσος Βαρούνης: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019

Είναι η κλωτσιά ποιοτική αναβάθμιση;

Του Τάσου Βαρούνη


Μια αρχική παρατήρηση. Δεν είναι καθόλου γόνιμος ένας τρόπος τοποθέτησης απέναντι στα γεγονότα με όρους στιγμιαίους, αισθητικούς και κατ’ αποκοπή. Στην πραγματικότητα, όσο το γεγονός –σκέτα– σκεπάζει το ευρύτερο φόντο του, τόσο οι προοπτικές δεσμεύονται σε έναν επαναλαμβανόμενο κύκλο. Ειδικά μάλιστα, όταν δεν πρόκειται για κοσμοϊστορικά γεγονότα αλλά για… ειδήσεις, αυτή η διεργασία είναι εκτός των άλλων και απολύτως μίζερη.

Πολλά πράγματα, άλλοτε σημαντικά, έχουν καταντήσει ειδήσεις. Για παράδειγμα, οι πρόσφατες οι απεργίες των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ. Μια χαρά θα μπορούσαν να καταψηφιστούν από τους ανήσυχους ανθρώπους χωρίς καθόλου τύψεις. Ή –για να μπούμε και στο θέμα μας– μπορεί η είδηση να είναι «η κλωτσιά» αλλά η ουσία είναι οι άνευρες και δίχως κόσμο συγκεντρώσεις για τον Πομπέο. Όσο η ματιά μας περιορίζεται στα «δικά» μας, όσο οι αναφορές μας είναι οι διάφοροι μικρόκοσμοι, όσο αδιαφορούμε να κατανοήσουμε το «τι συμβαίνει» στις κοινωνίες, όσο ο θόρυβος και το βάθος δεν αγγίζει τα ουσιώδη, τόσο η λογική μας θα καθίσταται περιθωριακή και άρα αδύναμη να τροποποιήσει τις εξελίξεις.

Πολλή συζήτηση λοιπόν για την περίτεχνη κλωτσιά στην παρέμβαση του ΠΑΜΕ στο άγαλμα του Τρούμαν. Πολλά και αδικαιολόγητα τα «μπράβο» από τους όμορους χώρους. Μια κίνηση αποφασισμένη σε κάποια κομματική συνεδρίαση χαιρετίστηκε και αποτέλεσε ένδειξη τη μία αγωνιστικότητας, την άλλη συγκρουσιακής διάθεσης. Φταίει η σχετική ακινησία του τελευταίου διαστήματος που καθιστά τέτοιες γραφικές κινήσεις άξιες λόγου; Πιθανά. Το «ΤΙΝΑ κάνουμε, αυτό μπορούμε αυτό κάνουμε»; Ίσως. Όμως δεν γίνεται να καταργήσουμε κάθε κριτήριο και το χτύπημα στον ΜΑΤατζή δεν συνιστά τέτοιο. Ειδικά όταν αυτό προέρχεται από το ΚΚΕ.

Σήμερα, μετά την κατάντια του ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ παρουσιάζεται δικαιωμένο. Τώρα βέβαια, πώς γίνεται να απέχεις από κάθε πραγματική και μαζική κίνηση της κοινωνίας, να καταγγέλλεις συνήθως ξεσπάσματα και σκιρτήματα, να παίρνεις συγχαρητήρια από τον αστικό πολιτικό κόσμο και να είσαι ο δικαιωμένος κομμουνιστής, είναι ένα ερώτημα. Όταν τα πράγματα είναι ανοιχτά, «παίζονται», όταν οι ισορροπίες κινδυνεύουν, όταν όντως ο «λαός είναι στους δρόμους», το ΚΚΕ κάνει μόνο του πορείες στα στενά, λυπάται για τα σπασμένα τζάμια, περιφρουρεί τη Βουλή. Δεν είναι τόσο μακρινός ο Δεκέμβρης του 2008, οι Πλατείες του 2011, το αντιμνημονιακό κίνημα που ανεβοκατέβαζε κυβερνήσεις. Ενώ πολύ πρόσφατη είναι η καταδίκη των συλλαλητηρίων για το Μακεδονικό ως εθνικιστικών και στην πραγματικότητα η σύμπλευση του ΚΚΕ με την καταγγελία του «ετερόκλητου όχλου».

Και δεν αναφερόμαστε εδώ, στην ακτιβίστική του πρακτική, στο εάν δηλαδή οι ΚΝίτες κρατούν ή όχι μαδέρια και φορούν αντιασφυξιογόνες μάσκες. Αλλά στη «εντός πλαισίου» συνολική πολιτική του συμπεριφορά, στην αδιαφορία του να δεθεί με μαζικές διαθέσεις και ερωτήματα, στο πόσο βολικό ήταν το να είναι «στον κόσμο του» και να ανεμίζει σφυροδρέπανα. Μπορούμε βέβαια να τα ξεχάσουμε όλα αυτά, αφού «είδαμε που κατέληξε και ο ΣΥΡΙΖΑ», λες και η κατεύθυνση του ΚΚΕ όλα αυτά τα χρόνια δημιουργούσε όρους για μια άλλη πορεία.

Τώρα λοιπόν το ΚΚΕ κάνει ντου στους πλειστηριασμούς και αρχίζει αγριάδες στην αστυνομία. Ο Κουτσούμπας θα τα λέει «έξω από τα δόντια», ενώ ενδέχεται να δούμε και μια πιο «εναλλακτική», λιγότερο ξύλινη, παρουσία της νεολαίας του, ώστε να ανταποκριθεί και στα αισθητικά αιτήματα της εποχής. Η κυνική σκέψη πίσω από αυτά; Ένας κόσμος θα τσιμπήσει, κάποιοι νέοι θα αναγνωρίσουν δυναμικότητα, ορισμένα μέλη του θα ανακουφιστούν ως «συγκρουόμενα». Πρακτικές μικρότερων οργανώσεων της Αριστεράς και φοιτητικών σχημάτων και στο βάθος πάντα η αναπαραγωγή ενός μηχανισμού και οι κάλπες.

Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι σκέτα το ΚΚΕ αλλά μια φιλοΚΚΕ αντίληψη που μοιάζει να κερδίζει χώρο και υποστηρικτές. Μετά από τις τόσο σημαντικές εμπειρίες αγώνων, δηλαδή εφόδων και ηττών, γυρνάμε σε καθιερωμένα που η ίδια η ζωή είχε ξεπεράσει: «Σπουδαίο πράγμα το κόμμα, τίποτα δε γίνεται χωρίς αυτό», «χρειαζόμαστε καθαρή γραμμή και όχι μισόλογα», «εμείς οι κομμουνιστές», «η κοινωνία είναι καθυστερημένη και συντηρητική» κ.ο.κ. Είναι όλα αυτά που συνιστούν στην πραγματικότητα τη θεμελιώδη ιδεολογία του ΚΚΕ που πρέπει να κριτικαριστεί και όχι κυρίως το τι αναφέρει στο πρόγραμμά του για τον σοσιαλισμό. Και σε αυτή την ιδεολογία, οι κλωτσιές του κάθε ΚΝίτη δεν είναι καθόλου παρέκκλιση μα εντελώς δομικές συνιστώσες της.

Υ.Γ.: Ο Μπογδάνος επιλέχτηκε για να στείλει το μήνυμα: «Μας ξέρετε, σας ξέρουμε, όμως δεν θα το παρατραβάτε». Υπάρχει λοιπόν μια σκλήρυνση. Η νομιμότητα δεν θα αμφισβητείται, ακόμα και με τέτοιο εικονικό τρόπο. Οτιδήποτε θα μοιάζει αγωνιστικό, θα στιγματίζεται και ενίοτε θα χτυπιέται. Σε αυτό το περιβάλλον, το κομβικό ζήτημα δεν είναι η αλληλεγγύη.

Πηγή: e-dromos.gr



Τάσος Βαρούνης: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2019

«Πετρελαιάδες» και «Πράσινοι»;

Του Τάσου Βαρούνη


Υπάρχει σήμερα σφοδρή αντιπαράθεση και σύγκρουση πόλων και ελίτ εντός του συστήματος, υπάρχει ταυτόχρονα έντονη δυσαρέσκεια και αμφισβήτηση λαών και κοινωνιών για το τι μέλλει γενέσθαι. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται καθόλου για δυο διαφορετικά, ξεκομμένα ζητήματα και αυτό δημιουργεί δυσκολία σε εκτιμήσεις και στάσεις. Όχι μονάχα γιατί στις έγνοιες του «συστήματος» εμπεριέχονται η διαχείριση των ανθρώπων και τα καθησυχαστικά ρεύματα αλλά και γιατί η υπερίσχυση του ενός ή του άλλου πόλου άλλοτε προϋποθέτει, άλλοτε προτρέπει σε ενεργητική στάση κοινωνίες και πληθυσμούς. Από την Αραβική Άνοιξη και το Brexit μέχρι τον Τραμπ και το Μακεδονικό, θα συναντήσουμε καθαρά αυτή τη διαπλοκή.

Πού κολλάνε όλα αυτά; Στο ότι η κλιματική αλλαγή, το οικολογικό ζήτημα εν γένει, μπορούν στην ιδιαιτερότητά τους να εξεταστούν υπό αυτό το πρίσμα. Έτσι όμως, οι σκέτες έννοιες «καπιταλισμός», «κέρδη», «ανθρωπότητα», «κόσμος», «κοινωνία», «κίνημα» δεν αρκούν. Όπως δεν αρκούν μονάχες οι λέξεις «επιστήμη», «παραγωγή», «ανάπτυξη». Χρειαζόμαστε πολύ περισσότερους προσδιορισμούς αλλά και κάτι ακόμα: Να δούμε το πώς η Πολιτική –τέτοια ή αλλιώτικη– υπάρχει και συναρθρώνεται με όλα αυτά, τα νοηματοδοτεί, τα θέτει σε ράγες, χωράει όχι μόνο τις εκφρασμένες ευαισθησίες αλλά και την οργή, εντέλει κυβερνά τις ζωές μας. Στην κοινωνία μας γενικώς, αλλά σίγουρα και στις πατρίδες μας. Κι αυτό είναι που λείπει τόσο στα αναθέματα όσο και στα «ζήτω» για την μικρή Γκρέτα.

Έτσι, δεν είναι λεπτομέρεια από τη μια οι χαιρετούρες με τον Ομπάμα και από την άλλη το προβαλλόμενο ξύνισμά της προς τον Τραμπ. Κι αν υπάρχουν πραγματικές συγκρούσεις μεταξύ «πετρελαιάδων» και «πράσινων», ανάμεσα σε όσους στηρίζουν και όσους σνομπάρουν τις διεθνείς συμφωνίες, σε «γκλομπαλιστές» και «λαϊκιστές», δεν είναι αυτές αιτία για να διακρίνουμε ελπίδα σε κανένα από τα στρατόπεδα. Επειδή ζούμε στην εποχή της γεωπολιτικής είναι σίγουρο ότι αυτές οι αντιθέσεις και οι στρατηγικές θα γίνονται εργαλεία και μοχλοί μεγαλοκρατικών σχεδιασμών και αναδιατάξεων. Οι νόμοι της αγοράς, οι εμπορικές διαμάχες, το κυνήγι του κέρδους δεν λειτουργούν στο κενό. Αν παλιότερα η Αφρική έγινε η χωματερή των προηγμένων χωρών και η αγοραπωλησία ρύπων έφτιαξε το δικό της Χρηματιστήριο, σήμερα προστίθενται πολλά ακόμα επίδικα: Εξορύξεις, ενεργειακοί δρόμοι, στιγματισμός χωρών κ.ά.

Τίποτα δεν απαγορεύει στο κεφάλαιο, περιστασιακά και υπό συνθήκες, να αναπτύσσει και φιλικές στο περιβάλλον πολιτικές. Σίγουρα πάντως, το σχέδιο για «πράσινη ανάπτυξη» δεν είναι… τα καλαμάκια από μακαρόνια – κι εδώ οφείλουμε να σκεφτούμε με πιο πλούσιο τρόπο το χαρακτήρα και τη λειτουργία της οικολογικής ευαισθησίας σήμερα. Παίζονται τόσα με τις ανανεώσιμες μορφές ενέργειας, την περιβόητη αειφορία, τους ρύπους και το εμπόριο τους κ.ο.κ. για να αγνοηθούν. Όταν τα ζητήματα του περιβάλλοντος μετατρέπονται σε επιχειρηματικό κλάδο, αυτονομούνται και διευθετούνται αναλόγως, η ματιά των πραγματικών αναγκών του πλανήτη και των κατοίκων του έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Έτσι, η ανάδειξη του λεγόμενου «περιβαλλοντικού ξεπλύματος», η προσπάθεια του κεφαλαίου να κυριαρχήσει στον οικολογικό λόγο, δεν μας προτρέπουν απλά σε κάποιες προφυλάξεις, αλλά σε μια εκ των ων ουκ άνευ, δομική εναντίωση.

Εκτός αν ο «πράσινος καπιταλισμός» είναι όντως μια κάποια λύση που μια αυστηρή επιστήμη προστάζει επί ποινή αφανισμού του πλανήτη, πιθανά χωρίς πολλή δημοκρατία και υπό την αρμοδιότητα των παγκόσμιων ηγεσιών. Γιατί αν το ζήτημα αποκτά σήμερα πλανητικές διαστάσεις (πράγμα πολύ διαφορετικό από το «όλοι μαζί κινδυνεύουμε»), δεν σημαίνει αυτό ότι η διεθνής κινητοποίηση αφορά αποκλειστικά την επίσημη συνεννόηση και τις συμφωνίες. Υπάρχουν προβλήματα που καμιά χώρα μόνη της δεν μπορεί να επιλύσει και την ίδια στιγμή τα πραγματικά αποτελέσματα και οι αποφάσεις αυτών των συνδιασκέψεων είναι ενδεικτικά φτωχά. Παρομοίως, η απουσία από την κυρίαρχη φιλοπεριβαλλοντική ατζέντα πολλών θεματικών και η επικέντρωση στην κλιματική αλλαγή οφείλει να μας προβληματίσει. Όχι μόνο γι’ αυτά που ακόμα και τα σχολικά βιβλία περί Οικολογίας αναφέρουν αλλά και για πλευρές οργανικά δεμένες με τον χαρακτήρα μιας ανάπτυξης άναρχης και αρπακτικής: Πυρηνικά, πολεοποίηση, πόλεμος, βιοποικιλότητα και πολλά ακόμα. Τι λέει και κυρίως τι κάνει το «πράσινο στρατόπεδο» για όλα αυτά;

Πηγή: e-dromos.gr



Τάσος Βαρούνης: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019

Η μεγάλη υποκρισία για το άσυλο

Του Τάσου Βαρούνη


Θα μπορούσε μια κυβέρνηση να θέσει τον εξής στόχο και να τον υπηρετήσει κατά προτεραιότητα, δείχνοντας μάλιστα πυγμή και αποφασιστικότητα: Να τελειώνουμε με τις μαφίες των ναρκωτικών και τα εγκληματικά κυκλώματα, να εισβάλουμε και να καθαρίσουμε τις βασικές ζώνες της ανομίας και της παραβατικότητας, να καταπολεμήσουμε σε ένα βαθμό το αίσθημα ανασφάλειας του πολίτη. Από πού θα έπρεπε να αρχίσει; Σίγουρα όχι από το πανεπιστημιακό άσυλο. Αν ένας εξωγήινος, όχι και πολύ επαναστάτης ή ριζοσπάστης, παρατηρούσε από ψηλά τις εστίες του προβλήματος θα έδινε διαταγές για εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις και σχεδιασμούς από αυτούς της Ν.Δ. Σε άλλους χώρους πέφτουν σφαίρες και σκοτώνονται άνθρωποι, αλλού είναι οι κατεξοχήν άγριες και απροσπέλαστες γειτονιές, ενώ οι… μεσαίοι ντίλερ κυκλοφορούν ανετότατα σε πολλές πλατείες και πεζοδρόμια εκτός ασύλου. Δεν αναφερόμαστε καν εδώ στα υψηλά άβατα που έτσι κι αλλιώς συνιστούν κομμάτι της κυρίαρχης εξουσίας και παραμένουν άτρωτα. Ούτε στο ξεχασμένο ζήτημα ότι τα υποκείμενα και οι φορείς όλου αυτού του «κακού» δεν είναι κάποιοι άλλοι εξωγήινοι αλλά η ίδια η κοινωνία και τα «παιδιά» της. Μένουμε δηλαδή σε μια πεζή, ας πούμε τεχνοκρατική διαχείριση του υπαρκτού ζητήματος εγκληματικότητα-ασφάλεια.

Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν υπάρχει στο λόγο του Μητσοτάκη και της Ν.Δ. Είναι λοιπόν προφανές ότι η επιλογή να ξεκινήσουν με το άσυλο έχει κατεξοχήν πολιτικό χαρακτήρα σε διάφορες διαστάσεις. Πρώτα-πρώτα, εκπροσωπώντας πιο καθαρά μια βαθιά αστική και συστημική λογική, που θέλει τα πανεπιστήμια αποκλειστικά χώρους εκπαίδευσης και έρευνας. Καθαροί χώροι και ρόλοι, ταξινομήσεις περίκλειστες στις κοινωνικές αντιθέσεις. Κοινώς, τι δουλειά έχει η πολιτική στις σχολές; Γιατί να πληρώνει το κράτος για να συνελευσιάζονται οι φοιτητές; Πού ακούστηκε να υπάρχουν καταλήψεις; Και πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν αποφάσεις από συλλογικότητες και σώματα που να επιδρούν στη λειτουργία των πανεπιστημίων. Άλλη είναι η δουλειά των φοιτητών, ασχέτως βέβαια αν η ίδια η Πολιτεία την καταργεί με όλους τους τρόπους, πρωτοστατώντας στη διάλυση της Παιδείας. Μπορεί η σημερινή, δύσκολη κατάσταση του φοιτητικού κινήματος να περιγελά τα παραπάνω ερωτήματα, είναι όμως ακριβώς αυτό που ανοίγει τις ορέξεις για πιο τελικές διευθετήσεις. Γι’ αυτό και η πιο μαλακή, επίσημη γραμμή είναι ότι «το άσυλο αφορά μόνο τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες».

Για άλλη μια φορά, ο ραγιαδισμός του πολιτικού συστήματος, πάντα σάπιος και θεμελιωμένος στο ψέμα: «Πουθενά στον κόσμο άσυλο». Εδώ οδεύουμε ταχέως προς μια αμερικανοποίηση της κοινωνικής ζωής, βία και παραβατικότητα, και από την εικόνα του προτύπου κρατάμε τα Χάρβαρντ και όχι τα γκετοποιημένα campus, όπου χωρίς κανένα άσυλο αστυνομία και συμμορίες διεκδικούν χώρους, όπου μια φορά το χρόνο κάποιος «τρελός» θα εισβάλει και θα καθαρίσει με το όπλο του μερικούς δεκάδες. Το πρόβλημα της βίας δεν έχει να κάνει με το άσυλο. Αυτό δεν γράφεται για να πεταχτεί η μπάλα στην εξέδρα, για να χρεώσουμε στον καπιταλισμό τα αδιέξοδα και να φωνάξουμε «κάτω η καταστολή». Αναφέρεται για να αναδειχτεί η τεράστια υποκρισία.

Αν κάποιος ήθελε στα σοβαρά να «καθαρίσει» τα πανεπιστήμια, καταρχήν θα τα καθάριζε, έπειτα θα έβαζε φώτα, θα περιποιούταν τους κήπους και κυρίως θα στήριζε δραστηριότητες που θα έδιναν ζωή σε μια «μετά το μάθημα» ενδοπανεπιστημιακή ζωή. Γιατί η όποια ανομία φυτρώνει συνήθως εκεί όπου παράγεται –σχεδιασμένα ή ως αποτέλεσμα– μια κοινωνική διάλυση, απόσυρση και αδιαφορία. Κανείς στοιχειωδώς έντιμος άνθρωπος, απ’ όσους εργάζονται ή σπουδάζουν στις σχολές δε θα συνέδεε και μάλιστα σε προτεραιότητα την κατάργηση του ασύλου με την όποια αναβάθμιση του πανεπιστημίου.

Νόμος για το άσυλο ή το νόημα του;



Πέρα από την ιστορική «εμμονή» της Δεξιάς με το θέμα του ασύλου, σήμερα φαίνεται να θέλει να εκφράσει κι έτσι να παγιώσει έναν κοινωνικό συσχετισμό που να επιτρέπει «ξεμπερδέματα» τέτοιου τύπου. Γιατί όντως υπάρχει ένα σχετικό αίτημα τακτοποίησης και νοικοκυρέματος σε κομμάτια της κοινωνίας που μοιάζει να ξεπερνά προσκόμματα και να ζητά λύσεις, «χωρίς πολλά πολλά», με αρκετές δόσεις «πάμε παρακάτω» και χωρίς αίσθηση στα περί «κατακτήσεων». Προφανώς, διάφορα έχουν βοηθήσει σε αυτό και όχι μόνο ή κυρίως τα τηλεοπτικά μηνύματα και η ακραία προπαγάνδα. Γιατί αυτά δε θα μπορούσαν να σταθούν αν ήταν απλά δημιούργημα της φαντασίας και δεν άγγιζαν πλευρές της πραγματικότητας. Το ότι η εικόνα του τανκ στην πύλη του Πολυτεχνείου, των ΜΑΤ μετέπειτα μέσα σε σχολές δεν παράγει σήμερα αυτονόητα και αυθορμήτως αρνητικά συναισθήματα είναι μια ολόκληρη ιστορία. Θα ήταν πάντως λάθος να δούμε απλά το «εκτός πανεπιστημίου», δίχως τους μετασχηματισμούς και το υποκείμενο που αναφέρεται, υπερασπίζεται, προσδοκά από την εκάστοτε λειτουργία του ασύλου.

Γιατί ο αγώνας ενάντια στην αποστείρωση των σχολών είναι πολύ ευρύτερος. Δεν αφορά κάποιον «ελεύθερο χώρο», κάποια πολεοδομική «προστασία», κάποιο οργανωτικό πλεονέκτημα. Πρωτίστως σχετίζεται με την οικοδόμηση ενός ρόλου και μιας θέσης του δημόσιου πανεπιστημίου μέσα στην κρίση και με ματιά τη διέξοδο και την εναλλακτική. Μπορεί αυτό να μοιάζει «μεγάλο» και «γενικό» απέναντι στο «κάτω τα χέρια από το άσυλο», όμως αυτό έχουμε μπροστά μας. Το πανεπιστήμιο άνευ πολιτικής, το κολέγιο με τους πελάτες, τα προγράμματα για να κυκλοφορεί το χρήμα, το παρκάρισμα νέων, αυτοί είναι οι στόχοι. Και μια χαρά δουλειά έβγαλε ως προς αυτά και ο ΣΥΡΙΖΑ που τώρα θυμήθηκε το άσυλο.

Ως γνωστόν, οι κατακτήσεις και τα δικαιώματα δεν είναι «πράγματα» που κουβαλάμε στην τσάντα μας εφ’ όρου ζωής ή συνθήματα για τις σημαίες. Νοηματοδοτούνται από το παρόν, έχουν σύγχρονο λόγο ύπαρξης στο βαθμό που προσφέρουν, που ασκούνται, που υπηρετούν και συμπλέκονται με τους στόχους και την κίνηση ανθρώπων, ρευμάτων, ιδεών. Άλλο νοηματοδοτούνται κι άλλο νομοθετούνται. Ας ξεπεράσουμε το «εύκολο» ότι αυτά τα δυο έχουν μια ορισμένη σχέση. Προφανώς, ένας ευρύτερος συσχετισμός επέτρεψε ή οδήγησε στην νομοθετική κατοχύρωση του ασύλου. Ενώ από την άλλη, σε διάφορες στιγμές, αυτό το δικαίωμα λειτούργησε και αξιοποιήθηκε για να δοθούν αγώνες, να κερδηθούν χώροι, να αποκρουστούν επιθέσεις. Αυτό όμως δε λύνει το ζήτημα.

Σύμβολα και κουφάρια


Στην πραγματικότητα το άσυλο δεν είναι απλά θέμα νομοθετικής ρύθμισης αλλά λαϊκού κινήματος και διεργασιών του. Αυτό δεν σημαίνει αδιαφορία για το νομοθετικό καθεστώς αλλά εντοπισμός τού «που κρίνεται το παιχνίδι». Κι εδώ ξεκινούν διάφορα προβλήματα. Χωρίς να κολλάμε σε μια μορφή αγώνων που φέρουν τη μυρωδιά, το ύφος και τα μέσα της μεταπολίτευσης. Δίχως να φανταζόμαστε νεκραναστάσεις μιας αγωνιστικής πολιτικής που σφραγίστηκε από την παρουσία της αριστερής φοιτητικής φυσιογνωμίας, οφείλουμε να θέσουμε ορισμένα κριτήρια. Πρώτον, δεν μπορεί κανένας μέσα στο πανεπιστήμιο να φοβάται να διατυπώσει την άποψή του και αυτό ενίοτε συμβαίνει. Για την ακρίβεια, μπορεί και πρέπει να τη διατυπώνει, κι ας ακολουθήσει έπειτα διάλογος κι αντιπαράθεση. Το επιχείρημα «ο τάδε που» έχει ισχύ μονάχα όταν φορέας και αναφορά του είναι μια ευρύτερη κίνηση, μια μαζική διεργασία, ένα κίνημα, και όχι ως «απόφαση κάποιων». Όχι μόνο γιατί αλλιώς είναι έτσι κι αλλιώς άσφαιρο ή γιατί δίνει έδαφος στον αντίπαλο, αλλά κυρίως γιατί καθιστά την από δω μεριά ευάλωτη στον πραξικοπηματισμό, την ψευτομαγκιά και τις αυταπάτες περί «αγωνίζεσθαι». Έπειτα, δεν μπορεί το άσυλο να αποτελεί μια εκδοχή γιάφκας ή εργαλείο ενός επιχειρησιακού σχεδιασμού που περιλαμβάνει μπουκάλια, άσκοπο πετροπόλεμο και «μικροεξεγέρσεις του Σαββατόβραδου». Αυτό δεν αποτελεί αξιοποίηση από την κοινωνία αλλά παιχνιδάκι στις πλάτες της και μάλιστα υπό την θαλπωρή των παλαιότερων κατακτήσεών της. Τελικά, το άσυλο μπορεί να προστατευτεί ουσιαστικά μονάχα όταν έχει περιεχόμενο. Τα σύμβολα χωρίς περιεχόμενο γίνονται κουφάρια, η ιδιοκτησία των οποίων δεν έχει και πολύ νόημα.

Πηγή: e-dromos.gr



Τάσος Βαρούνης: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 6 Ιουλίου 2019

Πολεμάμε για κάτι;

Του Τάσου Βαρούνη


Δεν πολεμάμε λέει για τα πετρέλαια. Και γιατί πολεμάμε; Για την Κύπρο που είναι άλλο κράτος; Για το Καστελλόριζο που είναι μικρό και μακριά; Για μια ελληνική βραχονησίδα; Για σύνορα; Γι’ αυτά πολεμάμε ή μήπως γενικώς δεν πολεμάμε; Η αναγωγή της πατρίδας σε κάποια υλικότητα, ταυτόχρονα με την καταγραφή αυτής της υλικότητας ως το άθροισμα των άμεσων και ιδιαίτερων συμφερόντων ενός πληθυσμού συνιστά το ιδεολογικό φόντο της παραίτησης και της αποσυγκρότησης και όχι την αποκάλυψη της πατριδοκαπηλίας.

Αν δε θέλουμε να σκεφτούμε πάνω σε μια ευρύτερη και διόλου αθώα ρευστοποίηση που αναπαριστά τα πράγματα χωρίς διαμεσολαβήσεις (χωρίς κράτη, πολιτικές, σύνορα, γεωπολιτική ισχύ, κυριαρχία κ.ά.) ακριβώς για να εμπεδώσει την ιμπεριαλιστική και καπιταλιστική διαμεσολάβηση, τουλάχιστον ας κατανοηθεί ότι υπάρχουν εξελίξεις κλίμακας που καθορίζουν τους συσχετισμούς και από τις οποίες –θέλοντας και μη– δεν μπορούμε να απέχουμε.

Ο Ερντογάν δε θέλει μια βραχονησίδα για τους τουρκικές γίδες αλλά έχει μια στρατηγική «λιγότερης Ελλάδας». Ούτε καν δηλαδή η πολιτική του αρχίζει και τελειώνει με κάποια οικονομικά οφέλη από τις εξορύξεις. Αλλά και το υπερασπιστούμε την πατρίδα, το να μη φοβόμαστε, είναι οργανικό, υλικό στοιχείο μιας κατεύθυνσης που επιδιώκει ανατροπές, αν αυτές δεν είναι λόγια του αέρα. Δε στέκει κάποιοι να οραματίζονται ότι θα διώξουν γενικώς τα «κεφάλαια» που καταστρέφουν ζωές και θάλασσες αλλά να διστάζουν να ψελλίσουν κάτι για την επιθετικότητα της Τουρκίας. «Φέρτε μου τον μεγάλο εχθρό να τον τσακίσω και μη με αποπροσανατολίζετε».

Βέβαια οι περισσότεροι, λιγότερο φαφλατάδες, πιο πεζοί και γειωμένοι, θέλουμε απλά να ξορκίσουμε τον πόλεμο. Τα βιώματα μας στο δυτικό κόσμο, δεν είναι πολεμικά, εδώ και αρκετές δεκαετίες. Σαν πάντα να υπάρχει περιθώριο διευθετήσεων μέσω θεσμών, αγορών, οικονομίας και συνεννοήσεων. Σαν την τελευταία στιγμή πάντα να εμφανίζεται μια λύση. Ενώ ταυτόχρονα, ακόμα και σε απευκταία σενάρια, σκεπτόμαστε ότι η όποια σύρραξη θα αφορά πολεμικά επεισόδια με πρωταγωνιστές αποκλειστικά κάποιους στρατιωτικούς, φρεγάτες και αεροπλάνα.

Υπάρχει ίσως και η εξής αντίληψη: Ας αφήσουμε τους ανθρώπους μόνους τους να λύσουν τα ζητήματα. Τις δυο κοινότητες στην Κύπρο, τους Έλληνες και Τούρκους ψαράδες στο Καστελλόριζο, τους πληθυσμούς στη Θράκη, τα ψάρια στο Αιγαίο κ.ο.κ. Μα ποιο και πού είναι αυτό το «μόνοι τους»; Αγωνιζόμενοι ενάντια σε κάτι ή απλά μαριονέτες στον κύκλο και τις επιλογές του κεφαλαίου; Ίσως τότε, δίχως πια προσχήματα, να θεωρήσουμε και πιο ευνοϊκή λύση το να υπάρξουμε ως επαρχία ενός νεοωθωμανικού σχεδίου. «Μα και τώρα δεν είμαστε δεμένοι στις επιταγές της ευρωκρατίας και του ΝΑΤΟ;». Και ξανά ο ρεαλισμός.

Πηγή: e-dromos.gr



Τάσος Βαρούνης: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2019

ΚΚΕ: «Σταθεροποίηση» ή κάτι άλλο;

Του Τάσου Βαρούνη


Στις εκλογές το ΚΚΕ δεν πήγε καλά. Φταίει μόνο η γενική ατμόσφαιρα και τα «ψεύτικα διλήμματα των αστικών δυνάμεων»; Η ισχύς των διλημμάτων είναι ένας παράγοντας πέρα κι έξω από την επίδραση άλλων, «τρίτων» εναλλακτικών;

Το ΚΚΕ δεν πείθει, όχι γιατί είναι πολύ αριστερό και ριζοσπαστικό αλλά γιατί η «μόνη κερδισμένη ψήφος» που διεκδικεί, δεν τίθεται στην προοπτική μιας αλλαγής. Αν η «συνέπεια» του κόμματος, σημαίνει ότι τα πάντα είναι προβλέψιμα και τίποτα ενδιαφέρον δεν μπορεί να προκύψει από τη δράση του, τότε και η εκλογική του δύναμη θα παραμένει στα κλασσικά. Μια εκλογική εκστρατεία εντελώς αυτοαναφορική και κομματοκεντρική, μακριά από τη διάθεση, τους προβληματισμούς και τα πολιτικά επίδικα, δεν μπορεί να αγγίξει. Η γραμμή «εμείς τα λέγαμε» και «επιβεβαιωθήκαμε για τον ΣΥΡΙΖΑ» είναι στην ουσία εντελώς απολιτική. Να κατεβαίνεις στις εκλογές με τη «λαϊκή εξουσία», το «έξω από την Ε.Ε.» και τα σφυροδρέπανα είναι εγγύηση στασιμότητας. Η ηγεσία του ΚΚΕ το γνωρίζει, αν δε θέλουμε να είμαστε εντελώς αφελείς. Ο στόχος είναι η αναπαραγωγή ενός κομματικού μηχανισμού, μέσω μιας θέσης στα αριστερά αυτού του ναρκοθετημένου πολιτικού συστήματος. Η «μάξιμουμ» συνθηματολογία, αυτό ακριβώς εξυπηρετεί.

Υπάρχει βέβαια ένα ζήτημα που αφορά τη γενική φυσιογνωμία του κόμματος την τελευταία δεκαετία. Φυσιογνωμία τόσο ως προς τον πολιτικό του λόγο, όσο και ως προς τη στάση του απέναντι στις μεγάλες περιπέτειες του λαού και της χώρας. Ας θέσουμε μόνο δυο κριτήρια: Πρώτον, κατά πόσο αυτό το κόμμα στρίμωξε, εμπόδισε επιλογές της κυρίαρχης τάξης και δεύτερον, σε τι βαθμό κατανόησε, εξέφρασε, συμμετείχε στις ανησυχίες, τις αμφισβητήσεις, τα σκιρτήματα του ελληνικού λαού. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για το ίδιο θέμα. Γιατί δίχως μεγάλα κινήματα και εξεγέρσεις, φαντάζει δύσκολο να αναχαιτιστεί η επίθεση, πόσο μάλλον να ανοίξουν ελπιδοφόροι δρόμοι. Οι απαιτήσεις, τα αναγκαία προχωρήματα, οι στοχεύσεις, οι ποιότητες αυτών των αγώνων, δεν μπορούν να τίθενται εξωτερικά της πραγματικής κίνησης του κόσμου, ως «σωστή γραμμή» και «ξεκάθαρη πλατφόρμα». Εκτός κι αν τέτοια «πραγματική κίνηση» δεν υπήρξε στην Ελλάδα, και «κίνημα» θεωρήσουμε τις στενά κομματικές εκδηλώσεις και τις εικονικές ενέργειες μηχανισμών. Στην περίπτωση βέβαια του ΚΚΕ (και όχι μόνο) η συνείδηση αυτών των κινημάτων ήταν συχνά πολύ πιο προχωρημένη από την ιδεολογική και πολιτική συνείδηση του κόμματος. Κι αυτό αναφέρεται γιατί συχνά η μομφή προς το ΚΚΕ καταλήγει σε ένα περιοριστικό συμπέρασμα του τύπου «πόσο καλύτερα θα ήταν τα πράγματα αν το ΚΚΕ ήταν μέσα σε όλα αυτά για να προσφέρει τα φώτα του».


Εδώ το πρόβλημα παρουσιάζεται πιο πεζό και οι «επιτυχίες» πολλές για όσους δε θέλουν καταρχήν να ξεχνούν. Το ΚΚΕ στάθηκε εχθρικά απέναντι στις εκδηλώσεις του λαού που κορυφώθηκαν τη διετία 2010-2012. Δεν αναγνώρισε καν ότι Μνημόνια και Τρόικα όρισαν μια διαφορετική ποιοτικά κατάσταση και σφύριζε αδιάφορα δηλώνοντας σε όλους τους τόνους ότι «καπιταλισμό είχαμε, καπιταλισμό έχουμε». Σε πλήρη διάσταση με την πραγματικότητα, συνέχισε τη «μάχη στους χώρους εργασίας», όπως την καταλάβαινε, και φυσικά τον υπέρ πάντων εκλογικό αγώνα. Σε σχέση με τη συμφωνία των Πρεσπών, δεν έκανε ουσιαστικά τίποτα για να αποτρέψει αυτή την εξέλιξη. Τα συγχαρητήρια που παίρνει το ΚΚΕ από τον αστικό πολιτικό κόσμο για την υπευθυνότητά του ή η απόλυτη αδιαφορία του συστήματος γι’ αυτό, θα έπρεπε να μας προβληματίζουν για την επαναστατικότητά του.

Η κατάντια του ΣΥΡΙΖΑ οδηγεί αρκετές φορές στην επιστροφή σε κάτι που φαντάζει σταθερό και έντιμο. Είναι μια στάση που δεν βοηθά να βγουν γόνιμα συμπεράσματα για τη τελευταία δεκαετία, για την πολιτική, τις πολιτικές δυνάμεις, τους στόχους, τα κινήματα στην εποχή μας. Γιατί μόνο έτσι μπορούμε να προχωρήσουμε και όχι με το «πόσο καλά τα λέει ο Κουτσούμπας στη Βουλή». Αυτό αποτελεί σε ένα βαθμό μια εκδοχή του «το μη χείρον βέλτιστον». Είναι σωστό να μη δίνουμε στην ψήφο μεγαλύτερο βάρος απ’ ό,τι έχει, δε γίνεται όμως να κατεβάζουμε και τόσο πολύ τον πήχη.

Πηγή: e-dromos.gr



Τάσος Βαρούνης: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 11 Μαΐου 2019

Ο διπολισμός και τα όριά του

Κείμενα: Γιώργος Παπαϊωάννου, Τάσος Βαρούνης


Μόλις τρεις βδομάδες μας χωρίζουν από τις εκλογές της 26ης Μαΐου και η αντιπαράθεση θα φουντώσει με όλους τους τρόπους. Επιδίωξη όλων των παικτών είναι να «φτιαχτεί κλίμα» ώστε να αυξηθούν οφέλη ή να αποφευχθούν απώλειες, να διασωθούν σχήματα, να πλασαριστούν πρόσωπα, να εκβιαστούν ή αλληλοεκβιαστούν εκφραστές συμφερόντων. Αν και οι εκλογές είναι ευρωπαϊκές και αυτοδιοικητικές, έχουν εντούτοις το χαρακτήρα «προκρίματος». Θα καταγράψουν υπαρκτούς συσχετισμούς, και ταυτόχρονα θα κρίνουν το ποιος, αλλά και πώς, θα πρωταγωνιστήσει το επόμενο διάστημα, αφού σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα σχετικά με τον πρώτο και τον δεύτερο μοιάζει να είναι κλειδωμένο στις κεντρικές αναμετρήσεις.

Η διαμάχη των δύο κομμάτων, απαιτεί να ανέβουν έστω και τεχνητά οι τόνοι. Με σκοπό τον εγκλωβισμό και τη συσπείρωση μέρους του εκλογικού σώματος. Θα ζήσουμε λοιπόν έναν «πόλεμο». Αυτός θα αφορά τον συσχετισμό ανάμεσα στους δύο φορείς, τη δυνατότητα ή όχι να κυβερνήσει η Ν.Δ., τους όρους υπό τους οποίους θα πολιτευτεί ο ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές. Στόχος του Μητσοτάκη, η αυτοδυναμία. Στόχος του Τσίπρα, η φθορά του να είναι τέτοια που να επιτρέπει γρήγορη επανάκαμψη στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό. Άρα, δεν τίθεται θέμα ποιος θα είναι πρώτος και ποιος δεύτερος. Αυτό κανένα γραφείο στοιχημάτων δεν το παίζει.

Το αποτέλεσμα των εκλογών θα είναι λοιπόν ένα πρόκριμα για το αν θα έχουμε αυτοδυναμία της Ν.Δ. ή όχι και ποια θα είναι η διαφορά πρώτου και δεύτερου κόμματος. Θα έχει, για παράδειγμα, περιθώρια συνεργασιών η Ν.Δ. σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας, αλλά και ποια η σταθερότητα μιας κυβέρνησης (ακόμα και αυτοδύναμης) υπό τον Μητσοτάκη με βάση όσα έρχονται;

Τι ψηφίζουν οι πρεσβείες; Τι είδους κυβέρνηση θα επιθυμούσαν; Μια λύση αλά Τσίπρα θα ήταν η καλύτερη, αλλά η φθορά του δείχνει ότι τελειώνει η καλή εποχή. Επομένως, πόση ασφάλεια αισθάνονται με Μητσοτάκη; Πόση σταθερότητα θα είχε μια κυβέρνηση Μητσοτάκη με όσα έρχονται; Ίσως να «ψηφίσουν» μια κυβέρνηση συνεργασίας, και γι αυτό νοιάζονται για την πορεία και των μικρότερων σχηματισμών.

Ν.Δ. και Μητσοτάκης δεν έχουν δημιουργήσει ρεύμα αλλαγής και ανατροπής. Παρά το προβάδισμα σε όλες τις δημοσκοπήσεις, υπάρχει μια στασιμότητα, μια οροφή, για τη Νέα Δημοκρατία. Δεν καταγράφει ποσοστά ρεύματος σαρωτικού. Ο κόσμος είναι επιφυλακτικός και προς τη Ν.Δ. Δεν πείθει ότι θα είναι καλύτερη από τον ΣΥΡΙΖΑ, παρά μόνο κάποιους και σε μικρό βαθμό. Ο ίδιος ο Μητσοτάκης, όλοι καταλαβαίνουν ότι δεν έχει να πει κάτι ουσιαστικό, κάτι σημαντικό για τη χώρα. Υπόσχεται απλά επενδύσεις, σε κλίμα που καμία επένδυση δεν γίνεται. Η γραμμή του προς την ευρωκρατία είναι «Πείτε μου τι θέλετε και θα το κάνω».

Στο εσωτερικό της Ν.Δ. υπάρχουν στρατόπεδα (Καραμανλικό, Σαμαρικό, Μητσοτακικό), που τώρα η προοπτική διακυβέρνησης τα κρατά ενωμένα. Σε περίπτωση ακυβερνησίας και εθνικών κινδύνων, δεν ξέρουμε πως θα συμπεριφερθούν. Τέλος, η Ν.Δ. παρουσιάζει μεγάλη δυσκολία να βρει συμμάχους. Ιδιαίτερα από τον κεντρώο χώρο, τον πασοκικό. Ο Σαμαράς κατόρθωσε να προχωρήσει συνεργαζόμενος με ΠΑΣΟΚ-ΛΑΟΣ και μετά με ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ. Ο Μητσοτάκης φαίνεται αρκετά αδύναμος και αμφισβητήσιμος στον ίδιο του τον χώρο για να προχωρήσει σε αποφασιστικές κινήσεις.

Το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ δεν λογαριάζεται ως άλλη πρόταση. Δεν φαίνεται να έχει δυναμική. Τα όνειρα για διψήφια ποσοστά έχουν καταρρεύσει, ενώ η συστηματική επίθεση που δέχθηκε από το ΣΥΡΙΖΑ και η πασοκοποίηση του τελευταίου, το κρατούν χαμηλά. Έτσι, τώρα η Φ. Γεννηματά αγωνίζεται ενάντια στις «δύο δεξιές» (Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ) για να διασωθεί. Μια 4η ή και 5η θέση στις εκλογές, θα δείξει ότι τα σχέδια δεν πήγαν καθόλου καλά…

Ο ΣΥΡΙΖΑ, καλύτερα ο Τσίπρας και το επιτελείο του, παίζουν σε περισσότερα ταμπλό για να αποφύγουν μια συντριβή και να βρεθούν σε θέση αξιωματικής αντιπολίτευσης με σοβαρό ρόλο, και σε περίπτωση ακυβερνησίας να έχουν έντονη παρουσία. Η κρατική μηχανή στα χέρια του κατά την προεκλογική περίοδο, δίνει την ευχέρεια για παροχολογία και υποσχέσεις, αλλά και για συσπειρώσεις των κομματικών και μέρος των ψηφοφόρων του. Η πόλωση βοηθά ώστε να εκμεταλλευτεί τόσο τα αντιδεξιά σύνδρομα, όσο και την αφλογιστία του Μητσοτάκη, τον οποίο θα κατηγορεί διαρκώς ως νεοφιλελεύθερο και ακροδεξιό.

Θα εφαρμόζει όμως μια πιο πολυκύμαντη πολιτική, σε διαφορετικά επίπεδα και ταμπλό: Μάντρωμα κυρίως πασόκων και λοιπών (ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι, ΑΝΕΛ). Αλλαγή και μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ στα πρότυπα του αμερικάνικου Δημοκρατικού Κόμματος. Απόδοση κάποιου ρόλου στους «53» και άλλους μέσα στα νέα πλαίσια κ.λπ.

Στο σύνολό του, όμως, ο διπολισμός απέχει από τον παλιό δικομματισμό που εγκλώβιζε ποσοστά γύρω στο 80%-85%. Προσπαθεί να λειτουργήσει σε ένα εξαιρετικά υπό ρευστοποίηση περιβάλλον, με δεδομένη την επιφύλαξη και δυσπιστία προς τον πολιτικό κόσμο.

Οι υπόλοιπες δυνάμεις


Το ΚΚΕ καταγράφει συστηματική αποχή από την πολιτική. Καμία πρόταση που να υπερβαίνει την κομματική του βάση, τη συσπείρωση μόνο αυτής. Καμιά πραγματική συμμαχία, συνεργασία, ή πρόταση πολιτικής σύμπραξης, από τα αυτοδιοικητικά μέχρι τα κεντρικά πολιτικά ζητήματα. Η φυσιογνωμία του παραπέμπει σε ένα αποκούμπι «που δεν θα σε προδώσει», αφού δεν αναμένεται να κάνει κάτι διαφορετικό. Πολιτική του τακτική είναι η «σταθερότητα», ενώ όλα γύρω ταρακουνιούνται, «βράχος», εγγύηση και «κόμμα παντός καιρού». Αυτή η στιβαρότητα βέβαια, καταλαβαίνει κανείς ότι δεν εκφράζει μια πραγματικά σταθερή κατεύθυνση στη ρότα μιας σημαντικής πολιτικής ή κοινωνικής αλλαγής.

Η Χρυσή Αυγή καθορίζεται από τον εγκλωβισμό της ηγεσίας της στην υπόθεση της δίκης. Αυτός την καταδικάζει σε μια εσωτερική στροφή με μόνο μέλημα πώς θα γλυτώσει η ηγεσία μια βαριά καταδίκη. Τα όσα έγιναν με τους ευρωβουλευτές που παραιτήθηκαν λόγω Λαγού, είναι απολύτως ενδεικτικά. Ο χώρος της έχει στιγματιστεί από τα εγκλήματά του και τώρα περιχαρακώνεται στη διάσωση του σκληρού ναζιστικού πυρήνα, χωρίς να ασκεί μια μαζική πολιτική. Γεγονός που την εμποδίζει να κερδίσει προσβάσεις και να μεταλλαχθεί όπως συμβαίνει με αρκετά άλλα φασιστικά εγχειρήματα στον ευρωπαϊκό χώρο.

Πέρα από τα πέντε κόμματα που εμφανίζονται πρώτα, στις κάλπες θα παρουσιαστούν πάρα πολλά ψηφοδέλτια. Προς τα εκεί θα διοχετευτούν αρκετές χιλιάδες ψήφοι. Υπάρχουν χοντρικά τρεις κατηγορίες. Πρώην κοινοβουλευτικά κόμματα που μίκρυναν ή διασπάστηκαν (Ε.Κ., Ποτάμι, ΑΝΕΛ). Κόμματα δεξιού χαρακτήρα που νομίζουν ότι κάτι θα κάνουν ειδικά με αναφορά στο Μακεδονικό (πιο ενισχυμένη η Ε.Λ. του τηλεοπτικού Βελόπουλου). Τέλος, αρκετά κόμματα του αντιμνημονιακού χώρου και της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς (ΛΑΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, Πλεύση, Μερα25 κ.λπ.). Τι από όλα αυτά θα καταγραφεί σαν μια ελπίδα για τις εξελίξεις της επόμενης μέρας, είναι ένα ερώτημα χωρίς εύκολη θετική απάντηση.

Παράγκες τέλος;


Ο Γ. Πρετεντέρης επιχαίρει σε άρθρο του στα Νέα με τίτλο «Παράγκες» γιατί, όπως εκτιμά, οι «παράγκες» που είχε στήσει ο ΣΥΡΙΖΑ δεξιά (Καμμένος, Παπακώστα, Αντώναρος κ.λπ.) και κεντροαριστερά του (ΔΗΜΑΡ, «Πρεσπομάχοι» κ.λπ.) ενσωματώθηκαν στο σύστημα ΣΥΡΙΖΑ ή υποβαθμίστηκε ο ρόλος τους ή και τα δύο μαζί. Τώρα θα έχουμε καθαρό δικομματισμό, λέει ο κ. Πρετεντέρης, τέρμα τα «νούμερα» και οι ενδιάμεσοι.

Δεν φαίνεται να μετρά καλά τι μαγειρεύεται ο «έμπειρος δημοσιογράφος». Το πολιτικό σκηνικό, πολύ απέχει από τη σταθεροποίησή του. Αυτή δεν υπάρχει καν ως κύρια τάση πέρα από πρόσκαιρα προεκλογικά «μαντρώματα». Συμπαγή κόμματα δεν υπάρχουν, ενώ οι ενδιάμεσοι και τα δεκανίκια παραμένουν συστατικό στοιχείο του σκηνικού. Η κατάσταση θα παραμείνει ρευστή και τα νούμερα (τα κανονικά) δεν «βγαίνουν» απαραίτητα. Έτσι, πολλά και πολλοί μπορεί να ωθήσουν προς συμπράξεις και μετακινήσεις, ενώ η επιλογή μπορεί κάλλιστα να μην είναι ένας δικομματισμός (που είναι έτσι κι αλλιώς αναιμικός), αλλά να παραμείνουμε σε φάση με πολλά δεκανίκια, μεταλλάξεις και ανακατατάξεις. Γατί η αστάθεια του πολιτικού συστήματος είναι δομικό στοιχείο και θα επιχειρηθεί να «διορθωθεί» με πολλαπλά μέσα.

Και οικουμενικός θίασος… 



Ο Αλέξης Γεωργούλης είναι στη λίστα του ΣΥΡΙΖΑ για τις ευρωεκλογές, στη «dream team» όπως την ονόμασε ο Αλ. Τσίπρας. Σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο ηθοποιός δήλωσε: «Αν είχα θίασο, θα ήθελα Τσίπρα και Μητσοτάκη -Θα τους έβαζα να κάνουν μαζί κυβέρνηση».

Εδώ δεν ισχύει το «από μικρό κι από τρελό κ.λπ.» γιατί ούτε μικρός ούτε τρελός είναι ο άνθρωπος. Είπε όμως κάτι που έχει δόσεις αλήθειας. Σήμερα μοιάζει παράλογο, αλλά δεν είναι. Στο πίσω μέρος του μυαλού αρκετών διεθνών συστημικών παραγόντων είναι μια κυβέρνηση συνεργασίας των δύο μεγαλύτερων κομμάτων. Όχι μόνο γιατί μπορεί να μη βγαίνουν αλλιώς τα κουκιά μετά τις εκλογές. Αλλά και γιατί ένα τέτοιο σενάριο θα ταίριαζε με την πορεία προς την «κανονικότητα», που έχουν προαναγγείλει ότι θα συνεχιστεί τουλάχιστον για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Το σενάριο έχει και αρνητικά, αλλά είναι υπαρκτό. Ο δε θίασος (εύστοχη κι αυτή η λέξη) μπορεί να παίξει πολλά έργα ανάλογα με το τι θέλουν οι σεναριογράφοι.

Αυτοδιοικητικές χαραμάδες


Σε αντίθεση με τις ευρωεκλογές, τις περιφερειακές και τις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές, στα δημοτικά πράγματα υπάρχει η δυνατότητα έκφρασης διαφορετικών φωνών. Στα social media, κυριαρχούν τα ανέκδοτα για τους χιλιάδες δημοτικούς συμβούλους. Δεν είναι ψέμα ότι η πληθώρα υποψηφίων, σε μεγάλο βαθμό εκφράζει τη μεταφορά στοιχείων πολιτικαντισμού και μικροκομματισμού στη βάση της κοινωνίας. Αλλά η πραγματικότητα αυτή, κρύβει και μια θετική πλευρά. Το πεδίο της αυτοδιοίκησης, την ίδια στιγμή που έχει μέσω θεσμικών και νομοθετικών παρεμβάσεων μετατραπεί σε μεγάλο βαθμό σε πεδίο «ετεροδικοίκησης», αφήνει και χαραμάδες για την έκφραση διαφορετικών φωνών. Μιλάμε για δυνάμεις και ανθρώπους που είναι σε επαφή με την τοπική πραγματικότητα, έχουν στοιχεία εντιμότητας και χαρακτήρα αυθεντικό και ακηδεμόνευτο.

Σε μεγάλες πόλεις, υπάρχουν αυτοδιοικητικά σχήματα και κινήσεις που κάτι προσπαθούν να κάνουν και να πουν, χωρίς να ελέγχονται από κομματικές επιδιώξεις. Αλλά και σε μικρές πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά που τα έχουν «καταπιεί» οι μεγάλες δημοτικές ενότητες, τις οποίες έχουν καθιερώσει οι νομοθετικές παρεμβάσεις των τελευταίων χρόνων, συμμετέχουν στις εκλογές σχήματα για τα τοπικά συμβούλια τα οποία είναι ανεξάρτητα από τα κομματικά ψηφοδέλτια που κατεβαίνουν στον δήμο. Πολλές φορές, σε αυτά πρωταγωνιστεί νέος και δημιουργικός κόσμος, με όρεξη για προσφορά στον τόπο του. Στο θέμα αυτό ο Δρόμος θα επανέλθει στα επόμενα φύλλα.

Ούτε επίδικα ούτε πάθη…


Κεντρικό ζήτημα είναι η Μεγάλη Απουσία, παρά τα όσα διαδίδουν και προσδοκούν οι εκφραστές του πολιτικού συστήματος. Ο Κανένας που δεν εκφράζεται μέσα από την εκλογική διαδικασία, είναι αυτός που στην πραγματικότητα χαρακτηρίζει το πολιτικό σκηνικό και όχι τόσο οι αψιμαχίες των πολιτικών κομμάτων.

Η μεγάλη απουσία του Κανένα εκφράζεται με πολύμορφο τρόπο: Ως απουσία εναλλακτικής πρότασης και αντίστοιχων πολιτικών σχημάτων που να πασχίζουν γι’ αυτήν ή έστω να αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητά της. Ακόμα βαθύτερα, φαίνεται να απουσιάζει μια «ατμόσφαιρα» κι ένα «κλίμα», μέσα στα οποία θα μπορούσαν να ευδοκιμήσουν τέτοιες προσπάθειες. Η υποχώρηση από το προσκήνιο του λαϊκού ριζοσπαστισμού είναι μια βασική αιτία.

Ο πολιτικός στίβος δεν προκαλεί ενδιαφέρον, ούτε ερεθίζει τα πάθη. Μοιάζει σαν να βρίσκεται στο περιθώριο, παρά τη φαινομενική του κυριαρχία στην καθημερινή επικαιρότητα. Αρκετοί άνθρωποι ακόμα ρωτούν για την ημερομηνία των εκλογών, ενώ ελάχιστη συζήτηση έχει γίνει, όχι μόνο πάνω σε προγράμματα και θέσεις, αλλά ακόμα και για τα πρόσωπα που κατεβαίνουν ως υποψήφιοι.

Δεν είναι σωστό να καταγράφεται αυτό απλά ως μια γενική απαξίωση. Γιατί όταν τα πάντα μοιάζουν συμφωνημένα (ευρωκρατία, μνημονιακά πλαίσια, 99 χρόνια υποθήκευση, κυριαρχία της αμερικάνικης πρεσβείας), όταν η διακυβέρνηση γίνεται σε προκαθορισμένες ράγες, στην οικονομία, την γεωπολιτική κατεύθυνση, την αναπαραγωγή του πολιτικού συστήματος, την ποιότητα των θεσμών και της λειτουργίας τους, τότε αυτή η «αδιαφορία» εκφράζει και μια ορισμένη συνειδητοποίηση.

Γιατί, πόσο ενδιαφέρον να έχουν πια οι μικροκαυγάδες, οι μικροστοχεύσεις και οι διαγκωνισμοί, ανάμεσα και μέσα σε κόμματα, ανάμεσα σε πρόσωπα και υποψηφιότητες. Όταν δηλαδή εκλείπει το επίδικο μιας άλλης πολιτικής, τα πράγματα γίνονται στείρα. Και αυτό ακριβώς αποτελεί το πλαίσιο και τη στόχευση όλων των πολιτικών κομμάτων. Έτσι που οι όποιες αποχρώσεις στην καλύτερη ρουφιούνται και στη χειρότερη αποτελούν κι αυτές στυλοβάτες του πλαισίου.

Εδώ πρέπει να εξαφανιστούν ανάγκες, καημοί, επιθυμίες και οράματα. Οτιδήποτε δηλαδή θα έδινε στην πολιτική μια ουσία και ένα νόημα. Σε αυτό το περιβάλλον, το μόνο διακύβευμα είναι οι πόντοι που θα κερδίσουν τιποτολόγοι, «σαΐνια» αλλά και λαμόγια όλων των ειδών στα πλασαρίσματα της επόμενης μέρας.

Ακόμα κι έτσι, προφανώς δεν είναι αδιάφορο το πώς θα συγκροτηθεί το πολιτικό σκηνικό, ούτε οι συσχετισμοί στα θεσμικά όργανα και τις πολιτικές διαδικασίες. Το πρόβλημα είναι ότι τίποτε φρέσκο δε φαίνεται να αναζητά μια θέση και μια στάση μέσα και γύρω απ’ όλα αυτά. Θέση που θα σήμαινε πρωτίστως πολιτικούς προσανατολισμούς και κατευθύνσεις (πέρα από άχρωμα ή βαμμένα συνθήματα) αλλά και ανάλογες διεργασίες (πέρα από τον συνηθισμένο τρόπο).

Δε φαίνεται εφικτό να αλλάξει η κατάσταση μέσα από την ίδια την κομματική διαδικασία, όπως αυτή παγιώνεται. Μόνο νέα υποκείμενα, με άλλη αντίληψη για την πολιτική, μπορούν να ανανεώσουν το πολιτικό πεδίο.

Πηγή: e-dromos.gr



Δρόμος της Αριστεράς: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018

Σχετικά με κάποιες αριστερές απόψεις

Του Τάσου Βαρούνη


Η Συμφωνία των Πρεσπών και άλλες συμφωνίες…


Αρκετοί άνθρωποι που αναφέρονται και συμμετέχουν σε χώρους της Αριστεράς (εκτός της μνημονιακής, συριζικής εκδοχής) θεωρούν τη συμφωνία θετική. Ορισμένοι, ακόμα κι αν δεν πανηγυρίζουν, δεν βρίσκουν σοβαρούς λόγους για να τοποθετηθούν εναντίον της. Θα επιχειρήσουμε έναν σχολιασμό διαφόρων επιχειρημάτων που δικαιολογούν αυτή τη στάση.

Υπάρχει μια άποψη που περιγράφει ως εξής την κατάσταση: Με τη συμφωνία επιλύεται ένα χρόνιο διακρατικό ζήτημα και έτσι μπαίνουν οι όροι μιας ειρήνευσης. Σε ένα ασταθές περιβάλλον δημιουργείται ισχυρός δεσμός μεταξύ των δυο χωρών που μπορούν πια από κοινού και κυρίως δίχως εκατέρωθεν εθνικισμούς να ορίσουν μια στάση σε αυτήν την περιοχή. Σαφώς υπάρχουν και οι νατοϊκοί σχεδιασμοί αλλά στο χέρι μας είναι να τους αντιπαλέψουμε.

Δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα. Γιατί η πολιτική δεν είναι «από δω το ένα, από κει το άλλο». Και η μεθοδολογία «υπάρχουν τα θετικά, υπάρχουν και τα αρνητικά» είναι εξαιρετικά φτωχή όχι μόνο για να περιγράψει την κατάσταση αλλά κυρίως για να ορίσει έναν προσανατολισμό. Αν το ΝΑΤΟ επέβαλε αυτή τη συμφωνία για πολύ συγκεκριμένους λόγους, αυτό ορίζει το πεδίο, χρωματίζει τις δυνατότητες, συντάσσει τα στρατόπεδα. Αν όντως κατανοείται σε βάθος αυτό που παίζεται στα Βαλκάνια, δε βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο περιβάλλον –στο οποίο απλά θα συνεχίσουμε να παλεύουμε τους έτσι κι αλλιώς(;) στόχους μας– αλλά σε ένα πολύ χειρότερο. Φαντάζει δύσκολο, χωρίς μάλιστα την παραμικρή παρέμβαση ενός κινήματος, κάποιων λαϊκών αμφισβητήσεων κ.ό.κ. να δρομολογείται μια εξέλιξη που να επιτρέπει καλύτερες θέσεις και προοδευτικά βήματα. Η συμφωνία ήρθε για να δημιουργήσει την αναγκαία ρευστότητα και όχι τη σταθερότητα στην περιοχή των Βαλκανίων.

Εξάλλου, καμιά «φιλική ατμόσφαιρα» με τους πολίτες του γειτονικού κράτους δεν μπορεί να προχωρήσει με τη διαμεσολάβηση και τις επιλογές μιας κυβέρνησης που έρχεται σε κόντρα με την πλειοψηφία των πολιτών στο εσωτερικό της χώρας. Σε κόντρα όχι μόνο για το συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά και σε ό,τι αφορά τη συνεχιζόμενη εξόντωση της κοινωνίας εντός μνημονιακών δεσμεύσεων. Πώς μπορεί μια συμφωνία να γράψει θετικά, να δημιουργήσει γόνιμο έδαφος κ.ό.κ όταν οι κοινωνικοί όροι σπρώχνουν προς τα αλλού τα πράγματα; Δύσκολο να φανταστούμε έναν τέτοιο διεθνισμό.

Χρειάζεται λοιπόν μια καθαρή εκτίμηση για το χαρακτήρα αυτής της κυβέρνησης. Για το βαθμό σύνδεσής της με αυτό που ονομάζουμε «σύστημα». Για τον ειδικό ρόλο που διαδραματίζει ως κεντροαριστερής κοπής πολιτική δύναμη αλλά και για τον ακραία φιλοδυτικό και ευρωατλαντικό προσανατολισμό της. Αυτά που εμφανίζονται σαν θετικά (κι εδώ η ιδεολογική ενσωμάτωση της αριστεράς) αποτελούν την αναγκαία ταυτότητα μιας επιθετικής και αντιλαϊκής πολιτικής. Το «σχιζοφρενικό» σχήμα «κάνουμε αντιπολίτευση στον ΣΥΡΙΖΑ για τα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα αλλά σε θέματα δικαιωμάτων ή εθνικά ζητήματα προχωράμε μαζί ή έστω ανεχόμαστε» λειτουργεί σε τελική ανάλυση υπέρ της κυβέρνησης. Και αυτό είναι το κυρίαρχο πολιτικό ζήτημα που δεν ξεπερνιέται με επιμέρους αντιπολιτεύσεις, με σωστές και καθαρές σκοπιές αντιπαράθεσης ή με σιωπή. Σε γενικές γραμμές, πολλές εκδοχές της αριστεράς και του κινηματικού χώρου έδωσαν χείρα βοηθείας στον ΣΥΡΙΖΑ.

Εκτός βέβαια αν θεωρούμε ότι η αντίθεση στη συμφωνία ευνοεί την αναδιοργάνωση ενός ακραίου τόξου, δεξιών, ακροδεξιών, σοβινιστικών δυνάμεων. Και πραγματικά, αυτό το σκεπτικό είναι που λειτουργεί σε αρκετές τοποθετήσεις. Γι’ αυτό και καταγγέλλονται όσοι συντάσσονται –ακόμα και με έναν διακριτό λόγο– με αυτήν την αντίθεση ότι παίζουν σε ναρκοθετημένο γήπεδο.

Αυτή η άποψη αφελώς ή συνειδητά ξεχνά να προσδιορίσει τις αιτίες που ενδυναμώνουν την ακροδεξιά. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν στέκεται ενάντια στο φασισμό, ούτε αποτελεί κάποιου είδους ανάχωμά του. Κι εδώ λείπουν κάποιες απαντήσεις. Στο πώς αποστεώνει τη δημοκρατία στο Χίλτον, πώς χτυπά κοινωνικά δικαιώματα συσσωρεύοντας κοινωνικό θυμό, πώς χλευάζει ή ταπεινώνει το εθνικό συναίσθημα χιλιάδων ανθρώπων. Πώς κοινωνικά και πολιτικά ενισχύει την ακροδεξιά. Είτε αντικειμενικά, είτε ως συνειδητό σχέδιο, αφού τη χρειάζεται για να εμφανίζεται ως εκφραστής του δημοκρατικού τόξου.

Υπάρχει πρόβλημα, όταν αυτό που ορισμένοι βαφτίζουν εντελώς αυθαίρετα «συμπόρευση με την ακροδεξιά», θεωρείται πιο βαρύ αμάρτημα από τη συμπόρευση με την ελληνική κυβέρνηση, τον επίσημο εθνικό κορμό και την ραγιάδικη ελληνική αστική τάξη. Υπάρχει πρόβλημα, όταν κάποιος αναφέρεται στα εθνικά ζητήματα να «γλιστρά σε επικίνδυνους δρόμους», ενώ όταν θεωρεί καλή τη συμφωνία να πρόκειται απλά για «διαλεκτική» και όχι για «φιλοΝΑΤΟισμό». Είναι η απουσία παρέμβασης που δικαιολογείται με την άποψη ότι μέσα από τον πρώτο λόγο μπορούν να αναδειχτούν μόνο εθνικιστικά υποκείμενα και συντηρητική ατμόσφαιρα, ενώ από τον δεύτερο…τι; Ποιο φαντασιακό δημιουργεί αυτή την ευαισθησία για το πρώτο και την αφασία για το δεύτερο; Είναι το ότι –σε τελευταία ανάλυση– ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί «ό,τι καλύτερο έχουμε», αναμένοντας καλύτερες μέρες. Είναι στην πραγματικότητα η αποδοχή ενός ρεαλισμού.

Αρκετοί από προοδευτική και κινηματική σκοπιά έχουν ορίσει ως ύψιστο καθήκον τους το στιγματισμό και το χτύπημα του «εθνικού φαντασιακού» ως του πιο επικίνδυνου όλων και μάλιστα δίχως πολλούς προσδιορισμούς. Η ορολογία τσουβαλιάζει ανάλογα έτσι που να πολώνει και να παράγει εύκολες στρατοπεδεύσεις: αριστερός εθνικισμός, χάιδεμα των εθνικιστικών αντανακλαστικών, κούφιες σημαίες, μακεδονομάχοι κ.ά. Θα είχε πιο ενδιαφέρον μια συζήτηση που να μελετά τα «σχήματα σκέψης», τα «λαϊκά πάθη», τους «μύθους» που εμποδίζουν, παγιώνουν ή και ανατρέπουν τις καταστάσεις. Ίσως τότε να βλέπαμε ότι το «εθνικό φαντασιακό» δεν είναι μονόπλευρα άχρηστο ή επικίνδυνο αλλά ενεργό στοιχείο σε μια χειραφετητική πορεία και συνείδηση σε διεθνή κλίμακα.

Μια ακόμα άποψη που διατυπώνεται συχνά είναι η εξής: Αν θέλουν κάποιοι να υπερασπιστούν την πατρίδα, τότε ας αγωνιστούν ενάντια στο ξεπούλημα των λιμανιών, την περικοπή των συντάξεων, τους πλειστηριασμούς κ.ό.κ. και όχι για τα λεγόμενα εθνικά θέματα που είναι το «γήπεδο του αντιπάλου».

Δεν υπάρχει λόγος να στριμώχνουμε την πατρίδα και την εθνική ταπείνωση σε κουτάκια και υπό τη σπάθη των ταξικών προδιαγραφών. Δηλαδή: Το υλικό, το άμεσο, το πεδίο όπου αξίζει να ξεδιπλωθεί μια αντίσταση είναι τα λιμάνια, οι μισθοί, οι φόροι, ενώ το φαντασιακό-παγίδα είναι οι βραχονησίδες, το όνομα, οι σημαίες. Από πού κι ως πού εξαφανίζεται η υλικότητα στα δεύτερα; Η Τουρκία θέλει απλά έναν βράχο χωρίς ευρύτερες γεωστρατηγικές βλέψεις; Το «όνομα» είναι άσχετο με τις επιδιώξεις μεγάλων παικτών στα Βαλκάνια; Λες και όταν αυτοί αποφασίζουν να «παίξουν μπάλα» δεν έχουν προετοιμάσει το έδαφος στους εκεί πληθυσμούς, με ιδεολογήματα, χειριστικές πολιτικές, αλυτρωτισμούς, αυτοδιαθέσεις, ανθρώπινα δικαιώματα, μειονότητες κ.ά. Τι έγινε δηλαδή τις περασμένες δεκαετίες στα Βαλκάνια; Μπουκάραν ξαφνικά οι «μεγάλοι» και έλυσαν τα θέματα; Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποσυνδέεται πλήρως ο αλυτρωτισμός από το όνομα. Και πιο γενικά, δεν υπάρχει λόγος να αποσυνδέεται το «Μακεδονικό» από όλο το φόντο των πολλαπλών απειλών που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα.

Μια άλλη σειρά επιχειρημάτων εστιάζει στο γεγονός ότι οι αντιστάσεις στη συμφωνία ηγεμονεύονται από ένα εθνικιστικό λόγο ή από δυνάμεις πατριδοκάπηλες.

Αυτό μπορεί εν μέρει να στέκει αν παραμείνουμε στο έδαφος των έμπρακτων αντιδράσεων. Δε στέκει όμως αν προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε την περιρρέουσα ατμόσφαιρα ενός κόσμου, των κατοίκων στη Βόρεια Ελλάδα, του 70% σε μια δημοσκόπηση κ.λπ. Εκεί τα πράγματα δεν είναι τόσο καθαρά, γι’ αυτό και η παντελής απουσία παρέμβασης είναι προβληματική. Γιατί πώς εισβάλει ο λαός στα πράγματα, αν αυτό είναι το ζητούμενο; Ποιες διεργασίες, γενικοί στόχοι ή ενίοτε και συνθήματα μπορούν να διευκολύνουν μια μαζική έκφραση του κόσμου που να ξεπερνά τους γραφικούς Μακεδονομάχους, τους ναζί που ψαρεύουν στη δυσαρέσκεια, την ψηφοθηρική αντιπολίτευση της Ν.Δ. και κυρίως τη νομιμοφροσύνη της φιλοΝΑΤΟικής αριστεράς; Αυτό είναι πάντως το πεδίο. Δεν μπορούμε ακριβώς να δραπετεύσουμε ή να διαλέξουμε κάποιο άλλο. Μια αδιαμεσολάβητη αγωνιστική έκφραση ή δυναμική δεν θα αποτελεί παρθενογένεση.

Όχι, δεν υπάρχει κάποιο αντιιμπεριαλιστικό πνεύμα στον ελληνικό λαό που να δίνει σήμερα τον παλμό στις αντιδράσεις. Ούτε αντικαπιταλιστικό υπήρχε στο αντιμνημονιακό κίνημα της προηγούμενης περιόδου. Όσοι θέλουν καθαρές γραμμές θα πρέπει να σκεφτούν τι είδους αντίδραση ήταν το 67% του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα του 2015; Η πορεία μετά από αυτό, είναι βέβαια ενδεικτική και διδακτική. Αν η κωλοτούμπα δεν γέννησε αντιδράσεις και οργή αλλά απογοήτευση, αυτός είναι λόγος να σκεφτούμε για τις αδυναμίες των αντιστάσεων και όχι για να αναμένουμε να εκπληρωθούν κάποιες αυστηρές προδιαγραφές.

Υπάρχει τέλος μια άποψη που θεωρεί αναφαίρετο δικαίωμα μιας χώρας το να επιθυμεί να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ. Και δεν νοείται κάποιο άλλο κράτος να εμποδίζει αυτή την επιλογή. Ειδικά μάλιστα όταν αυτό το κράτος , η Ελλάδα, είναι εδώ και δεκαετίες μέλος αυτής της συμμαχίας. Μέχρι να διαλυθεί το ΝΑΤΟ, μπορεί ένας λαός να έχει δικαίωμα σε μια ταυτότητα.

Καταρχήν, με τον ίδιο τρόπο που τα Σκόπια αναγνωρίζουν τα συμφέροντά τους εντός του ΝΑΤΟ, μπορεί και η Ελλάδα να ασκήσει βέτο θεωρώντας πως έτσι πλήττονται τα δικά της συμφέροντα. Αφού εδώ παραμένουμε στο πεδίο των διεθνών σχέσεων, κανένα πρόβλημα μέχρι στιγμής. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, ας πούμε των λαών, θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί αν η επιλογή της άρχουσας τάξης των Σκοπίων φέρνει όντως σταθερότητα τόσο στη μικρή γείτονα χώρα, όσο και συνολικά στην περιοχή των Βαλκανίων. Η αναγνώριση της «Βόρειας Μακεδονίας» σε αντίθεση με την ονομαστική της αξία, θα οδηγήσει τελικά στο σάρωμα κάθε ταυτότητας. Όταν με χίλιους-δυο τρόπους η εθνική και λαϊκή κυριαρχία καταπνίγεται, είναι αφέλεια να πανηγυρίζουμε για «αυτοπροσδιορισμούς». Η αποδυνάμωση του ΝΑΤΟ άλλωστε –αν δεχτούμε ότι τη θέλουμε– θα προωθηθεί μέσα από μια σειρά επιμέρους αγώνες και εμπόδια. Αν την φαντασιωνόμαστε μέσω ενός κινήματος που… θα το διαλύσει μια κι έξω, μάλλον δε θα το ζήσουμε. Ούτε ο μόνος αντιΝΑΤΟικός στόχος που αναλογεί στη χώρα είναι το να βγει από το ΝΑΤΟ.

Πηγή: e-dromos.gr



Τάσος Βαρούνης: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 23 Απριλίου 2018

Για μια εκ νέου ανάδυση του ριζοσπαστισμού

Του Τάσου Βαρούνη


Δύσκολο και κρίσιμο ερώτημα: Τι περιεχόμενα και ποιες μορφές θα «έπρεπε» να αναδυθούν για να δηλωθεί ένα στοιχειώδες και αντιστασιακό παρών της κοινωνίας μέσα σε αυτό το κουβάρι ραγδαίων και επικίνδυνων εξελίξεων;

Γιατί τώρα που οι φρεγάτες κυκλοφορούν πέρα-δώθε, τα αεροπλάνα πέφτουν και οι δηλώσεις των παγκόσμιων ηγετών διαβάζονται και ξαναδιαβάζονται προσεκτικά για να εκτιμηθούν οι δυναμικές, δεν είναι παράδοξο να επικρατεί όχι μόνο ανησυχία αλλά και ένα σχετικό πάγωμα. Σαν να μπήκαμε τώρα στη φάση της «μεγάλης ισχύος» και της γεωπολιτικής / στρατιωτικής αντιπαράθεσης, όπου τα ζητήματα ξεπερνούν τις δυνατότητες των ανθρώπων να έχουν μια στάση και μια πράξη. Σαν ο κόσμος να μοιάζει με σκακιέρα. Όπως και να έχει, δεν μπορεί η «ισχύς» να θεωρείται αυθύπαρκτη σαν να μην αφορά κοινωνικές δυνάμεις, συνειδήσεις και πρακτικές.

Όχι βέβαια πως ζούσαμε ένα ρωμαλέο κίνημα που τώρα ρουφήχτηκε από την πολεμική ατμόσφαιρα. Ούτε πως η παρουσία του λαού εκδηλώνεται μονάχα από κάποιες «κινητοποιήσεις». Η νέα σφαίρα ζητημάτων απαιτεί και μια νέα σφαίρα πεποιθήσεων, ψυχολογίας και πρωτοβουλιών. Δεν ψάχνουμε μόνο κάποια συνθήματα για να στριμώξουμε την εναντίωσή μας σε κάτι. Είτε αυτό λέγεται ιμπεριαλισμός, είτε τουρκική επιθετικότητα, είτε ελληνικό πολιτικό σύστημα. Ούτε καταργούνται κάποια μέτωπα αντιπαράθεσης γιατί άνοιξαν κάποια καινούρια. Παρόλο που πολλά οφείλουν να εκτιμηθούν εκ νέου.

Υπάρχουν βέβαια και θεωρίες. Σαν κάπως λογικά ο λαός να καθίσταται ανίσχυρος και εκτός παιχνιδιού. Καθότι τώρα το λόγο τον έχουν οι συναντήσεις, η διπλωματία ή και ο στρατός. Όχι πως αυτά δε θα παίξουν ρόλο και μάλιστα σημαντικό στις όποιες εξελίξεις. Γιατί όντως κάποια επιτελεία θα πάρουν κρίσιμες αποφάσεις και κάποιοι μηχανισμοί θα τις υλοποιήσουν. Και για τα μέχρι στιγμής δεδομένα φαντάζει δύσκολο αυτές να παρθούν σε λαϊκές συνελεύσεις ή σε δημοψηφίσματα. Παρόλα αυτά δεν είναι παράδοξο να ξεφυτρώσουν και εντός όλων αυτών –υπό πίεση ή χωρίς– αντιστασιακές ματιές.

Άλλες αντιλήψεις καταγράφουν ως μοναδική μοίρα του όποιου ριζοσπαστισμού σε ένα τέτοιο περιβάλλον την πλήρη απορρόφησή του. Όντως υπάρχουν περιπτώσεις όπου κοινωνικά κινήματα πιέζονται ή ξεφτίζουν μέσα σε ευρύτερες εθνικές περιπέτειες. Τις περισσότερες όμως φορές –πόσο μάλλον για την περίπτωση της Ελλάδας– η ιστορία δείχνει ότι η λαϊκή διάσταση όχι μόνο δεν καταργείται αλλά ενίοτε ενδυναμώνει. Γιατί ο ριζοσπαστισμός δεν είναι μια αμετάβλητη και αυθύπαρκτη οντότητα που απλά ακολουθεί εξωτερικά τις εξελίξεις για να προσαρμοστεί στην καλύτερη περίπτωση αναλόγως. Όπως στην προηγούμενη φάση αναδείχθηκαν δυνάμεις και προτάγματα που δεν προϋπήρχαν, έτσι και σήμερα. Το ζήτημα είναι να μην πάει χαμένη και όλη η πείρα που συσσωρεύτηκε.

Στην πραγματικότητα, αυτό που μένει να αναδυθεί είναι ένας νέος ριζοσπαστισμός. Και αυτό που συνεχίζει να κρίνεται –ίσως πιο δραματικά– είναι το «πόση» αλλά και το «ποια» Ελλάδα θα υπάρξει μέσα σε όλο αυτό.

Πηγή: e-dromos.gr



Τάσος Βαρούνης: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018

Μακεδονία ξακουστή, αριστερά και τραγέλαφος

Του Τάσου Βαρούνη


Μερικές σκέψεις χωρίς «αυτοπροσδιορισμούς»


«Στο δρόμο γεννιούνται οι συνειδήσεις» λέει το σύνθημα, αλλά για κάποιους μόνο στο βαθμό που αυτές είναι ήδη αρκούντως ώριμες. Και πάντα με την προϋπόθεση να υπάρχει μια πρωτοποριακή και ολοκληρωμένη συνείδηση που θα δίνει τα φώτα της. Δεν χωράει στα σχήματα κάποιων το αυθόρμητο, το ανεξέλεγκτο, το αδέσμευτο της εποχής. Η βιασύνη να χαρακτηριστεί μια κίνηση και ένα γεγονός με τις υπάρχουσες βαθμονομίες, συνιστά βαθύτερο ιδεολογικό ζήτημα. Η γραφειοκρατική αντίληψη και ο φόβος για τις μαζικές εκδηλώσεις δεν υπάρχουν μονάχα στην κυβερνητική αριστερά. Οι αγωνιούντες και οι αγωνιζόμενοι πρέπει να ταιριάζουν με τα σχήματα που έχουμε εμείς για αυτούς. Ακόμα χειρότερα, με τις δικές μας φάτσες.

Η απάντηση ότι υπήρξαν και υπάρχουν φασιστικά κινήματα και ακροδεξιές διαδηλώσεις, πετάει απλά την μπάλα στην εξέδρα. Προφανώς και όλο αυτό θα αποτελέσει φυτώριο ακροδεξιών. Προφανέστατα και όλος ο εσμός του εθνικισμού θα κάνει τα πάντα για να εκπροσωπήσει κατιτίς. Και πώς αλλιώς δηλαδή θα μπορούσε να γίνει; Χρειάζεται όμως μια χοντρική εκτίμηση. Με μεγάλο κίνδυνο απλοποίησης: Η βασική διαλυτική κατεύθυνση για τα σημερινά δεδομένα της χώρας είναι η εθνικιστική ή η κεντροαριστερή πολιτική;

Γιατί η ταύτιση με την κυβέρνηση και τους κυρίαρχους κύκλους που εμπλέκονται στο ζήτημα θα έπρεπε να απασχολεί κάπως το μυαλό μας. Πριν την απόφανση για το εάν οι «Μακεδονομάχοι» έχουν δίκιο, θα απαιτούνταν μια γνώμη για το εάν η κυβέρνηση πορεύεται σωστά. Κι εδώ οι σιωπές είναι απελπιστικές. Μπορεί ο καθένας να έχει την ιδιαίτερη γνώμη του αλλά στο επίπεδο της πολιτικής, των συσχετισμών, του αντικυβερνητικού αγώνα, της σύγκρουσης με το πολιτικό σύστημα, δεν είναι λεπτομέρεια η αντικειμενική συμμετοχή κάποιων στο μέτωπο ενάντια στον εθνολαϊκισμό.

Είναι εποχή μεγάλης ρευστοποίησης, ασάφειας και απώλειας των διαχωριστικών γραμμών ανάμεσα στα πολιτικά ρεύματα. Όποιος είναι «εύκαιρος» μπορεί να δώσει φωνή. Με τον ίδιο τρόπο που ένα κόμμα όπως ήταν ο ΣΥΝ εξέφρασε στην προηγούμενη φάση τις αντιμνημονιακές διαθέσεις και τον ριζοσπαστισμό που υπήρχε στην ελληνική κοινωνία. Αυτό δεν σημαίνει αποδοχή και πόσω μάλλον επένδυση σε έναν τέτοιο ρηχό τρόπο εκπροσώπησης. Σημαίνει όμως αναγνώριση. Υπάρχουν βέβαια και απόψεις που θεωρούν ότι οι υποτελείς αξίζει να εκπροσωπηθούν μονάχα στη βάση των ταξικών τους συμφερόντων, ξεφεύγοντας από την εθνική παγίδα: «Πού είναι ρε όλοι αυτοί με τους πλειστηριασμούς; Άφαντοι». Άποψη ιδεαλιστική, ανιστορική και δογματική. Όχι μόνο γιατί προσπερνά όσα χτίζουν την υποτέλεια. Αλλά γιατί αγνοεί τις ιστορικές νοηματοδοτήσεις, την υλικότητα τους, τον ενεργητικό τους χαρακτήρα.

Το ότι καθετί μαζικό δεν είναι και προοδευτικό, δεν είναι και καμιά σπουδαία σοφία. Αν όμως αυτό σημαίνει ότι το προοδευτικό είναι αυτό που συμφωνεί με τους -κατά δήλωσή τους- προοδευτικούς, τότε υπάρχει ζήτημα. Αν το προοδευτικό αναζητιέται σε μια καθαρότητα αδύνατη να υπάρξει σήμερα, πάλι υπάρχει πρόβλημα. Ωραία που θα ήταν αν η αντιστασιακή διάθεση των λαών εκφραζόταν ως συνιστώσα μιας κομμουνιστικής προοπτικής. Το πρόβλημα όμως στην πραγματικότητα είναι -και ήταν πάντα- το ανάποδο. Ποτέ δεν οικοδομήθηκε μια τέτοια προοπτική πέρα από τις διαθέσεις, τις ανάγκες και τους καημούς των πολλών ανθρώπων. Κι αυτό το «πέρα» δεν έχει σχέση με το «εδώ υπάρχει ψητό».

Αλλά ποιος είναι ο φασίστας ώστε να τον τοποθετήσουμε στην αντίπερα όχθη και να τον τσακίσουμε; Όσοι νιώθουν εθνική ταπείνωση; Όσοι διαισθάνονται ότι η χώρα απειλείται; Όσοι ακόμα ευρύτερα νιώθουν Έλληνες; Όσοι έβλεπαν τους δολοφόνους της Χρυσής Αυγής να παρελαύνουν και δεν τους έδειραν; (Πόσο αστείο επιχείρημα…). Όσοι φωνάζουν το «Η Μακεδονία είναι ελληνική»; Κάπως όλα αυτά πρέπει να απαντηθούν. Από την άλλη, φασίστας δεν είσαι αλλά άνετα μπορείς να γίνεις. Το ίδιο και μεταλλαγμένος αριστερός, μνημονιακός, σφουγκοκωλάριος κ.ό.κ. Τα πράγματα έχουν τη δυναμική τους.

Ο καθένας μπορεί να ονομάζεται όπως θέλει. Και στη λέξη «καθένας» τσουβαλιάζονται τα πάντα. Άνθρωποι, κράτη, έθνη, γενικώς κι αορίστως. Και ποιος είναι αυτός ο «καθένας»; Γιατί το θέλει; Προϊόν ποιων διεργασιών είναι τα βαφτίσια και πώς τον εντάσσει στο περιβάλλον το όποιο του όνομα; Η δημοκρατία καταντά αυτοπροσδιορισμός και κέλυφος. Δεν απαιτεί και δεν οσμώνεται με περιεχόμενα, υποκείμενα και τρόπους συγκρότησής τους. Ανάλαφρη παρένθεση: Ολόκληρη η Αριστερά έχει δώσει μάχες επί μαχών για το ποιος θα κρατήσει την τάδε σφραγίδα και το δείνα όνομα και τώρα δεν νοιάζει μερικούς αν κάποιοι θέλουν να ονομαστούν Μακεδονία…

Όταν σε όλα τα ανοιχτά μέτωπα συναντιούνται τόσες διαφορετικές δυνάμεις και επιδιώξεις, είναι αφελές να αντιμετωπίζεται το ζήτημα ως διακρατικό. Αρκετοί απ’ όσους ειρωνεύονται με επιχειρήματα του τύπου «σιγά μην μας την πέσει η χωροφυλακή των Σκοπίων», χαρακτηρίζονται από την ίδια ανετίλα και αδιαφορία απέναντι στην τουρκική υπεροπλία. Γιατί το μοτίβο είναι ένα: Γενικώς, και για κάποιον ανεξήγητο λόγο, «δεν κινδυνεύουμε». Κι εδώ, εκτός από την αδυναμία στοιχειώδους ανάλυσης, αυτή η «ψυχολογία» σε απαλλάσσει κι από την ευθύνη να πράξεις, να συμβάλλεις, να χτίσεις κάτι. Αν «το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του», όπως έλεγαν κάποιοι παλιότερα, δεν μένουν και πολλά σε εμάς για να κάνουμε. Αν «οι αστισμοί τσακώνονται», δεν προκύπτουν πιο περίπλοκα καθήκοντα. Μπορούμε, τέλος, να κάνουμε το σταυρό μας και να αγωνιστούμε για τη λαϊκή, εργατική κ.ό.κ. εξουσία.

Η μη εκχώρηση κάποιων ζητημάτων δε σημαίνει σώνει και ντε «κατεβάζω το πανό μου στη διαδήλωση» ή παρεμβαίνω στην πορεία. Αν κάποιος θέλει να κάνει κριτική ας την κάνει τίμια και όχι σε καρικατούρες που κατασκευάζει με τα στερεότυπα και την αυταρέσκειά του. Η αδιαφορία για τα εθνικά ζητήματα, η κατάργησή τους, η καταγραφή τους ως «τζιζ» λειτουργεί για πολλά χρόνια αφοπλιστικά για τις συνειδήσεις και την κατάσταση πνευμάτων. Αλλά και επιπλέον προσφέρει αμαχητί το έδαφος για να πολιτεύονται λογής λογής λουλούδια και τέρατα. Λες και δεν μπορεί να οικοδομηθεί μια κατεύθυνση σε κόντρα τόσο με την υποτέλεια, όσο και με την οπτική της «τουρκοφαγίας» και των «γυφτοσκοπιανών». Κι αυτό καθόλου δε σημαίνει ότι δεν απαιτείται μια ειδική αντιμετώπιση του φασιστικού φαινομένου και των ακροδεξιών συμμοριών. Προφανώς και δε θα εξαφανιστούν δια μαγείας επειδή θα τραβηχτεί λίγο από το χαλάκι κάτω από τα πόδια τους.

Κατά βάθος, το πρόβλημα δεν είναι το εθνικιστικό αλλά το εθνικό καθεαυτό. Καλύτερα να το παραδεχτούμε και να το συζητήσουμε παρά να σκιαμαχούμε.

Τα σούργελα έχουν διάφορες μούρες. Μερικές είναι σαν τις δικές μας, σοβαρές. Με πολλά εξ’ αυτών κάποιοι συναγελάζονται, συνομιλούν, νιώθουν οικειότητα. Έπειτα, άμα δεν διακρίνεις την διαφορά του γκροτέσκο ή γελοίου και του φασιστικού, έχεις ένα πρόβλημα ανάγνωσης της πραγματικότητας. Το ίδιο αν τρως αμάσητη την τηλεοπτική καταγραφή των γεγονότων.

Πηγή: e-dromos.gr



Τάσος Βαρούνης: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »