Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΜΕΡΙΔΑ ΘΕΟΛΟΓΩΝ_ΛΕΥΚΑΔΑ 2009. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΜΕΡΙΔΑ ΘΕΟΛΟΓΩΝ_ΛΕΥΚΑΔΑ 2009. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19/2/09

Ημερίδα Θεολόγων στη Λευκάδα - Οι εισηγήσεις



Δημιουργήσαμε στο blog ένα νέο σύνδεσμο που έχει τον τίτλο ΗΜΕΡΙΔΑ ΘΕΟΛΟΓΩΝ_ΛΕΥΚΑΔΑ 2009 και βρίσκεται αριστερά στα ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΣΕ ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΕΝΟΤΗΤΕΣ.

Κάνοντας κλικ πάνω στο σύνδεσμο αυτό μπορείτε να διαβάσετε συγκεντρωμένα το Πρόγραμμα, τους συμμετέχοντες και κυρίως τις Εισηγήσεις τους στην Ημερίδα των Θεολόγων που έγινε στη Λευκάδα (7/2/2009) με κεντρικό θέμα

"Το μάθημα των Θρησκευτικών μεταξύ "προοδευτισμού", "φοβικότητας" και "προχειρότητας".

10/2/09

π. Γεώργιος Μεταλληνός, Το μάθημα των Θρησκευτικών: Η ουσία και η εθνική σημασία του

ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ: Η ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ Η ΕΘΝΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ
(Εισήγηση στην Δ΄ Επιμορφωτική Ημερίδα των Θεολόγων Ηπείρου, Κέρκυρας και Λευκάδας Λευκάδα, 7/2/2009)
Γράφει ο :
Πρωτοπρ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Ομότιμος Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών


-Α-

Οι υποστηρίζοντες την απαλλαγή των μαθητών από το Μάθημα των Θρησκευτικών ισχυρίζονται, ότι, όπως διδάσκεται σήμερα δεν προσφέρει γνώσεις, αλλά «θρησκευτική κατήχηση βιωματικού χαρακτήρα» και είναι συνεπώς, «καθαρά ομολογιακό» και μάλιστα «μονοφωνικό». Υποστηρίζουν δε, συγκεκριμένα[1], ότι ικανοποιεί εν πρώτοις την στοχοθεσία της Εκκλησίας, «η οποία μέσω ενός κρατικού μηχανισμού μεταδίδει τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις, αναζητώντας ακροατήριο» και «κατά δεύτερον ικανοποιεί το κράτος, το οποίο χρησιμοποιεί την θρησκεία ... για τον κοινωνικό έλεγχο μέσω της ηθικοποίησης των πολιτών του και -τέλος- ή μήπως πρωτίστως; ικανοποιεί επαγγελματικά μια κοινωνική ομάδα, η οποία προασπίζεται τα συλλογικά της συμφέροντα έναντι του συλλογικού αγαθού. Ποια είναι η λύση;» ερωτά. Και απαντά: «Κατάργηση τώρα». Επί πλέον, ο ομολογιακός χαρακτήρας του μαθήματος θεωρείται επικίνδυνος, «δεδομένης της μόνιμης ροπής των θρησκειών και των Εκκλησιών προς τον φονταμενταλισμό και την παραδοσιοκρατία». Πρόκειται για συνθηματολογία, φυσικά, προσδιοριζόμενη από το πνεύμα και τις στοχοθεσίες της Νέας Εποχής. Η απάντηση όμως είναι, ότι η θρησκεία δεν οδηγεί στην τρομοκρατία, αλλά η πολιτικοποίηση και χρήση της από τις πολιτικές δυνάμεις. Και αυτό συμβαίνει όχι μόνο στο Ισλάμ, με την «ρέμπελη» τρομοκρατία του, αλλά και στις ΗΠΑ, με την αναφορά σε «Ιερό πόλεμο», που συνιστά την «νόμιμη» τρομοκρατία της Νέας Τάξης.
Άλλοι, φαινομενικά μετριοπαθέστεροι (καθηγ. Γ. Σωτηρέλλης) προτείνουν «θεολογικά ουδέτερη ενημέρωση των μαθητών για τις διάφορες πλευρές του θρησκευτικού φαινομένου, με ιδιαίτερη εξειδίκευση πάντως στην διδασκαλία των αρχών του χριστιανισμού και της ορθοδοξίας»[2]. Είναι η βασική εισήγηση για την θρησκειολογική μετατροπή του Μ.τ.Θ. Εν τούτοις: Το περιεχόμενο του μαθήματος μας και η στοχοθεσία του προσδιορίζονται σαφώς από την κειμένη νομοθεσία (Ν. 1566/1985) που είναι απόρροια του 16ου άρθρου του ισχύοντος Συντάγματός μας (άρθρο 3 και 16,2). Είναι, βέβαια, γεγονός, ότι το Μ.τ.Θ. ανήκει στον εκπαιδευτικό προγραμματισμό του Κράτους και των επιδιώξεων του και όχι στο ποιμαντικό έργο της Εκκλησίας μας. Ποιο όμως είναι το πνεύμα της Πολιτείας; Ο σκοπός του μαθήματος ορίζεται το 1985, (Ν. 1566. Απόφ. 3338/95 και 2176/1998 του Σ.τ.Ε.), ότι είναι: «Η φανέρωση των αληθειών του Χριστού για τον Θεό, για τον κόσμο και για τον άνθρωπο, η μ ύ η σ η (αυτό σημαίνει βιωματική συμμετοχή) των μαθητών στις σωτήριες αλήθειες του Χριστιανισμού με την ορθόδοξη πίστη και ζωή... Η βίωση των αληθειών της ορθόδοξης χριστιανικής πίστεως στις συγκεκριμένες περιστάσεις της καθημερινής ζωής του μαθητή, για να βελτιώνεται συνεχώς «εν σοφία, ηλικία και χάριτι» (Λουκ. 2,52), για να καταντήσει «εις άνθρωπον τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (πρβλ. Εφεσ. 4,13)». Αυτά, το υπογραμμίζω, ισχύουν φυσικά για τους Ορθοδόξους μαθητές, για τους οποίους -και κατά το Υπουργείο- το μάθημα είναι «υποχρεωτικό».
Ωστόσο, η αναφορά στο παύλειο χωρίο της Προς Εφεσίους βεβαιώνει ότι το μάθημα εντάχθηκε, έμμεσα μεν, αλλά δραστικά, και από την Πολιτεία, στο κλίμα της ποιμαντικής προοπτικής της εκκλησιαστικής κατήχησης, και το αναγνωρίζει tacite ως προέκταση του κατηχητικού έργου της Εκκλησίας στον χώρο της εκπαίδευσης, με τις προϋποθέσεις και δυνατότητες του σχολείου.
Αλλά και το 2003 έγινε, η ισχύουσα μέχρι σήμερα, αναδιατύπωση του «σκοπού» του Μ.τ.Θ., καθοριζόμενη -και πάλι- από την Πολιτεία (ΦΕΚ 303/13.3.2003). Διαβάζουμε λοιπόν: «Η διδασκαλία του «Μ.τ.Θ.» συμβάλλει: «Στην απόκτηση γνώσεων γύρω από την χριστιανική πίστη και την Ορθόδοξη Χριστιανική παράδοση. Στην ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης. Στην προβολή της ορθόδοξης πνευματικότητας ως ατομικού και συλλογικού βιώματος. Στην κατανόηση της χριστιανικής πίστης, ως μέσου νοηματοδότησης του κόσμου και της ζωής. Στην παροχή ευκαιριών στους μαθητές για θρησκευτικό προβληματισμό και στοχασμό. Στην κριτική επεξεργασία των θρησκευτικών παραδοχών, αξιών, στάσεων. Στην διερεύνηση του ρόλου που έπαιξε και παίζει ο Χριστιανισμός στον πολιτισμό και την ιστορία της Ελλάδας και της Ευρώπης. Στην κατανόηση της Θρησκείας ως παράγοντα που συντελεί στην ανάπτυξη του πολιτισμού και της πνευματικής ζωής. Στην επίγνωση της ύπαρξης διαφορετικών εκφράσεων της θρησκευτικότητας. Στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων και των μεγάλων συγχρόνων διλημμάτων. Στην ανάπτυξη ανεξάρτητης σκέψης και ελεύθερης έκφρασης. Στην αξιολόγηση του Χριστιανισμού ως παράγοντα βελτίωσης της ζωής των ανθρώπων». Αυτά, συνεπώς, προσδοκά η Πολιτεία μας από το «Μ.τ.Θ.», που το θεωρεί έτσι, προέκταση της θρησκευτικής εκπαίδευσης, που παρέχεται στην οικογένεια και την Εκκλησία, με το να δέχεται, ότι «η παροχή της στο σχολικό περιβάλλον λειτουργεί συμπληρωματικά και συντελεί στην ολοκληρωμένη μόρφωση τους»[3].
Σημασία, λοιπόν, έχει ότι η Πολιτεία αποδέχεται tacite και συνιστά τον «ομολογιακό» χαρακτήρα του μαθήματος μας, ακόμη δε και ο Συνήγορος του Πολίτη, (Διαμεσολάβηση αρ. 2141/2005 περί της Εξομολογήσεως στα Σχολεία), που παραδέχεται ότι βάσει του Συντάγματος «δεν υπάρχει λόγος να είναι θρησκειολογικό, αλλά μπορεί κάλλιστα να είναι ομολογιακό, αρκεί να αφήνει περιθώριο για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας των μαθητών». Αυτό όμως σχετίζεται άμεσα με τον τρόπο της προσφοράς του. Και αυτός οφείλει να είναι: η αντικειμενική και με τα μέσα της επιστημονικής μεθόδου ιστορική και ερμηνευτική προσέγγιση της ορθόδοξης πίστης και παράδοσης, που αφορά στην πλειονοψηφία του ελληνικού λαού, κατά τρόπο θετικό και πληροφοριακό και όχι αντιρρητικό και πολεμικό με σεβασμό στην ετερότητα και πατερική, δηλ. αγαπητική, αντιμετώπιση της.
Η εκκλησιαστική, λοιπόν, «κατήχηση» ως προσφορά της ορθόδοξης πίστης και παράδοσης για την εμπέδωση των Ορθοδόξων μαθητών σ’ αυτήν, προϋποτίθεται και στην Εκπαίδευση. Αυτό όμως οφείλει να γίνεται με την αντικειμενικότητα και κριτική μέθοδο της επιστήμης, ως προέκταση όχι της ενοριακής κατήχησης, αλλά της καλλιεργούμενης στα Πανεπιστήμια θεολογικής επιστήμης. Αυτό ισχύει σ’ όλο τον ορθόδοξο και τον ευρύτερα χριστιανικό κόσμο. Τα πορίσματα της αδέσμευτης ακαδημαϊκής έρευνας μεταφέρονται και προσφέρονται, έτσι, στον χώρο της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με την ελευθερία και νηφαλιότητα του επιστημονικού λόγου.
Το Μάθημα μας, συνεπώς, προσφέρει την ιστορική πορεία και παρουσία του Χριστιανισμού, και ειδικά της Ορθοδοξίας, την λατρεία, την τέχνη και την ζωή της, μέσα σε μιαν οικουμενική προοπτική, στο πνεύμα δηλαδή της αρχαίας Ενωμένης Ευρώπης ως τον 11° αιώνα. Η προοπτική είναι οικουμενική, επαναλαμβάνω, αλλ' όχι οικουμενιστική, στο πνεύμα δηλαδή της Νέας Εποχής και της Πανθρησκείας της. Τι σημαίνει οικουμενική; Αναγκαστικά το Μάθημα θα παρουσιάσει, με την μεγαλύτερη δυνατή αμεροληψία, το οδυνηρό σχίσμα και την διαφοροποίηση του δυτικού Χριστιανισμού από την μία και αδιαίρετη χριστιανική αρχαιότητα, τον Παπισμό, και ό,τι αυτό σημαίνει, ως και την προτεσταντική πολυδιάσπαση, χωρίς να λείπει, φυσικά και η αυτοκριτική για υπερβάσεις ή παραλείψεις εκπροσώπων της Ανατολής[4]. Η υποστηριζόμενη και από Ορθοδόξους εμμονή στα ενούντα (αυτό συμβαίνει και στον οικουμενικό διάλογο) είναι παραπλανητική, διότι παραθεωρεί την θλιβερή τραγικότητα του σχίσματος, η άρση και θεραπεία του οποίου είναι δυνατή, όταν συνειδητοποιηθούν τα χωρίζοντα που, εξελικτικά, επέφεραν την αλλοτρίωση μεγάλου μέρους της Χριστιανοσύνης. Η μέθοδος αυτή είναι η κρατούσα και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η εφαρμογή της μεθόδου της αποσιώπησης της διαφοράς, όπως ενσαρκώθηκε στο διαβόητο βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού, όχι μόνο είναι αντιεπιστημονική, αλλά και παραπειστική, εισάγοντας κλίμα εξωπραγματικής μυθοπλασίας και οικοδομώντας γνώση αναληθή και γι' αυτό επικίνδυνη.
Εξ άλλου αναφερόμενο το Μάθημα στα θρησκεύματα ( θρησκείες, όπως άστοχα λέμε), δεν είναι δυνατόν να μη διαφοροποιήσει την χριστιανική αυθεντικότητα (πατερική Ορθοδοξία) από την θρησκεία. Βέβαια, πάντα κρίσιμος παραμένει ο τρόπος της διδασκαλίας, που είναι ανεπίτρεπτο να εκτρέπεται σε «θρησκευτικό ρητορισμό» θριαμβολογίας και αυτοδικαίωσης. Προσφέρουμε, άλλωστε, την πίστη και παράδοση των Αγίων και όχι τις δικές μας αλλοτριωμένες συχνά πεποιθήσεις και απόψεις ως «ορθόδοξη» ιδεολογία.
Στο σημείο αυτό είναι δίκαιο το ερώτημα των συναδέλφων της Πάτρας: «Αν το μάθημα των Θρησκευτικών δεν είναι μάθημα κατήχησης, αλλά μάθημα με σαφή και διακριτό επιστημονικά αντικείμενα, γιατί απομειώνεται η σημασία και η αναγκαιότητα του να λειτουργήσει μέσα στο πλαίσιο της γενικής υποχρεωτικής παιδείας;»[5]. Ας μη λησμονούμε όμως την εύστοχη επισήμανση του σοφού Λάϊμπνιτς, ότι «αν η Γεωμετρία απαιτούσε τρόπο ζωής, θα την είχαμε αποβάλει από την σχολική εκπαίδευση»! Συμφωνούμε, συνεπώς, με την άποψη του συναδέλφου κ. Δ. Βογιατζή: «Τίποτε δεν εμποδίζει, η ομολογιακή και πολλές φορές κατηχητική διδασκαλία των Θρησκευτικών να διέπεται από τις αρχές του σεβασμού, της ανεκτικότητας και της ειρηνικής συμβίωσης, που άλλωστε είναι και βασικές άξιες του Χριστιανισμού». Εξ άλλου, όπως συμβαίνει με όλα τα μαθήματα, έτσι και το Μ.τ.Θ., προετοιμάζει, ως ένα σημείο, τον μαθητή για την συνέχεια της θεολογικής κατάρτισης στην Ανώτατη Εκπαίδευση (Τριτοβάθμια). Στο σημείο αυτό ο Καθηγητής και πρ. Πρύτανης κ. Γ. Μπαμπινιώτης εκφράζει την υπεύθυνη γνώμη, ότι «αν δεν κινηθείς ... με αναφορά σε συγκεκριμένη θρησκεία, δεν μπορείς να επιτύχεις ανάπτυξη θρησκευτικής συνειδήσεως», όπως το απαιτεί και η νομοθεσία μας. Και προσθέτει: Όσο το μάθημα των Θρησκευτικών θα υποβαθμίζεται, «παρά το πλήθος των γνώσεων μας θα μας κατέχει πνευματική και ψυχική απαιδευσία». Σ' αυτό συνηγορεί και η ευρωπαϊκή εκπαιδευτική πραγματικότητα.
Στην άλλη Ευρώπη η θρησκευτική εκπαίδευση είναι ενταγμένη στην κρατική[6]. Στα 25 από τα 46 κράτη της Ευρώπης (μαζί και η Τουρκία) τα «θρησκευτικά» είναι μάθημα υποχρεωτικό, και στην πλειοψηφία ομολογιακό. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ασκεί εποπτεία στο μάθημα, διορίζει δε τους πάστορες-καθηγητές, έχοντας γνώμη και για τα αναλυτικά προγράμματα. Στην Γερμανία, μάλιστα, υπάρχουν και καθαρά ομολογιακά σχολεία με πολλούς μαθητές.
Όσον άφορα στην δική μας εκπαιδευτική πραγματικότητα το Μ.τ.Θ. εκπληρώνει παιδαγωγικούς και όχι εκκλησιαστικούς, κατηχητικούς καλύτερα, σκοπούς. Αυτό επιβεβαιώνεται εν πολλοίς και από τα υπάρχοντα διδακτικά εγχειρίδια. Η πολεμική -συνεπώς- κατά του ομολογιακού, κατά τα παραπάνω, χαρακτήρα του Μαθήματος αντιμάχεται την ίδια την πατερική Ορθοδοξία, διότι ανατρέπει αυτόχρημα κάθε αλλοτριωμένη χριστιανικότητα και την στοχοθεσία της Νέας Εποχής, την οποία διακονούν ακόμη και Κληρικοί και Θεολόγοι μας, εν γνώσει ή εν άγνοια. Η καθαρά Ορθοδοξία, όμως, προσφέρει μεγαλύτερες δυνατότητες ειλικρινούς συνάντησης και διαλόγου με τα θρησκεύματα, π.χ. το Ισλάμ, απ’ όσο η δυτική χριστιανοσύνη[7].
Σ' αυτό το σημείο προσκρούει ακριβώς η προτεινόμενη, έντονα μάλιστα, θρησκειολογική μετασκευή του μαθήματος μας, δήθεν για την πλουραλιστική κοινωνία μας. Άλλωστε, σε ορθοδόξους μαθητές απευθύνεται το μάθημα. Λησμονείται, έτσι, η επιστημονική αρχή, ότι η κατανόηση της ετερότητας προϋποθέτει καλή γνώση του ίδιου και οικείου, με βάση την αριστοτελική θεμελίωση της γνωσιολογίας στις αρχές της ομοιότητας και της αντίθεσης/ διαφοράς.
Ο συνεχής όμως τονισμός, ευκαίρως ακαίρως, από «ειδικούς», αλλά αδέξιους ερασιτέχνες του παιδευτικού χώρου, της αναγκαίας θρησκειολογικής μεταρρύθμισης του μαθήματος μας, αποβλέπει βασικά στην μεταρρύθμιση των Θεολογικών Σχολών και τελικά στην έξωσή τους από τον χώρο της Κρατικής Εκπαίδευσης. Πρώτο βήμα σ' αυτή την κατεύθυνση είναι η ανωτατοποίηση και ανάδειξη σε πανεπιστημιακές Σχολές των τεσσάρων «Εκκλησιαστικών Ακαδημιών», που ανοίγουν τον δρόμο στην ιδιωτικοποίηση της θρησκευτικής αγωγής και εκπαίδευσης. Το εισηγήθη ήδη ο κ. Γ. Σωτηρέλλης (σ. 342/3) : Προϋπόθεση της θρησκειολογικής μεταρρύθμισης του Μ.τ.Θ. είναι , κατ' αυτόν, «η ριζική αλλαγή του χαρακτήρα των Θεολογικών Σχολών» και (ζητείται) «είτε η υπαγωγή τους στις ευρύτερες παιδαγωγικές, είτε η μετεξέλιξη τους σε σχολές ανθρωπιστικών σπουδών». Αυτό βέβαια επί δεκαετίες τώρα το υποστηρίζουν και Καθηγητές των Σχολών μας. Πόσο δίκιο, λοιπόν, έχει ο ιερός Χρυσόστομος, όταν λέγει, ότι: «τον εαυτόν μη αδικούντα ουδείς παραβλάψαι δύναται» (ΡG 52,459 επ.)
Η φύση και το περιεχόμενο του Μ.τ.Θ. και η θέση του στο εκπαιδευτικό μας σύστημα σχετίζεται άμεσα με τον τύπο ανθρώπου, που επιδιώκει η Παιδεία/Εκπαίδευσή μας και το δράμα γενικά, που την διέπει. Εδώ εντοπίζεται και η γενικότερη παθολογία της Εκπαίδευσης μας, που αδιαφορώντας για την ιστορική συνέχεια και συνοχή της κοινωνίας μας, στοχεύει, κατά τα φαινόμενα σε μια «κοινωνία ουδέτερη» χωρίς ταυτότητα, χωρίς παραδόσεις, χωρίς ιστορία, χωρίς συλλογικά βιώματα, χωρίς μεταφυσική ελπίδα, χωρίς γιορτές» (Χρ. Γιανναράς)[8].

- Β -
Μετά τον ομολογιακό, υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις, σημασία έχει και ο εθνικός χαρακτήρας του Μαθήματος, αναγνωριζόμενος και αυτός από το Σύνταγμά μας, που ορίζει, ως βούληση του Έθνους, την ηθική, πνευματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και την διάπλαση τους σε ελεύθερους πολίτες (16,2). Την πρακτική διεύρυνση αυτού του αιτήματος προσφέρει το άρθρο 1, παρ. 1α, του Ν. 1566/1985, μιλώντας για την δημιουργία πολιτών, που να «διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης». Ο εθνικός (δηλαδή πατριωτικός) χαρακτήρας σύνολης της σχολικής μας παιδείας προσκρούει βέβαια στο ρεύμα του φυλετικού εθνικισμού (19ος αι.) και του διεθνισμού ( 20ος αι.), που νοθεύουν τον αταξικό και αντιπαραταξιακό πατριωτισμό, στα όρια του σεβασμού της ετερότητας και της ελευθερίας της. Αυτό είναι άλλωστε , το αυθεντικό πνεύμα του Ελληνισμού στην διαιώνιά του πορεία. Σήμερα η απειλή προέρχεται από την καλλιεργούμενη ανεθνικότητα και τις σαφώς αντεθνικές θεωρίες, που εισάγονται μεθοδευμένα στον χώρο της ιστορίας και γενικότερα της παιδείας. Η Ορθοδοξία όμως συνδέει αρμονικά την εθνικότητα με την υπερεθνικότητα, ιδιαίτερα στον χώρο της λατρείας. Αυτά πρέπει ιδιαίτερα να λαμβάνονται υπόψη, για την κατανόηση των οποιωνδήποτε αρνητικών συμπεριφορών έναντι του μαθήματος μας.
Η ιδιαίτερη σημασία του Μ.τ.Θ. στην καλλιέργεια εθνικού φρονήματος, που είναι συγχρόνως υπερφυλετικό και ελληνορθόδοξα οικουμενικό, φαίνεται σε βάθος και πλάτος στην προβολή και ερμηνεία από αυτό του πολιτισμού μας σε όλες τις όψεις του. Γι’ αυτό αποκρούεται και το Μάθημα μας, μαζί με την ιστορία, από εκείνους που ακολουθούν την έξωθεν χαρασσόμενη γραμμή του αντεθνισμού και κατεργάζεται την εκθεμελίωση του Έθνους, ως όρου και ως φορέα συγκεκριμένου νοήματος. Στο πλαίσιο αυτής της πολεμικής σχετικοποιούνται και βαθμηδόν απονοηματοδοτούνται η πίστη, η ιστορία, ο πολιτισμός, η παράδοση και κάθε στοιχείο της εθνότητας και εθνικότητας. Η τεχνητή και έξωθεν προωθούμενη πολυπολιτισμικότητα έχει ως στόχους τα μαθήματα των Θρησκευτικών, της Ιστορίας και των Ελληνικών (γλώσσα), διότι προβάλλουν και ενισχύουν τα κύρια συστατικά του Έθνους και της εθνικότητας μας, κατά τον περί Έθνους ορισμό του Ηροδότου (ομόφυλο-ομόδοξο και ομότροπο, δηλ, κοινά ήθη). Η στάση, συνεπώς, απέναντι στα μαθήματα αυτά, ιδιαίτερα στο Μ.τ.Θ. ελέγχει την ποιότητα της πολιτισμικής μας συνείδησης. Ελέγχει όμως, συνάμα, την διοίκηση της Πολιτείας, και λιγότερο της Εκκλησίας, και αφορά σ’ όλους τους Έλληνες πολίτες, ως πολίτες του Κράτους και όχι μόνο ως θρησκεύουσες προσωπικότητες[9]. Η Ορθόδοξη Θεολογία, που προσφέρεται στην εκπαίδευση, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την παγκόσμια ιστορία και ιδιαίτερα την ελληνική. Η εκκλησιαστική ιστορία, άλλωστε, είναι μέρος της ιστορίας του πολιτισμού. Ο χωρισμός της Θεολογίας από την Ιστορία είναι ξένος προς την ελληνικότητα. Εξ άλλου, είναι αδιανόητος κάθε διαχωρισμός της Ιστορίας και του πολιτισμού από την Θεολογία της Ορθοδοξίας και του τρόπου ζωής, που αυτή παράγει .Όλη η ζωή του Έθνους είναι διαποτισμένη από το πνεύμα της Ορθοδοξίας, αφού Ορθοδοξία και Ελληνικότητα, ενωμένα σε μία θεανθρώπινη ένωση, είναι μεγέθη πια ασύγχυτα μεν, αλλά και αδιαίρετα.
Γι' αυτό το μάθημα μας, πράγματι «δεν πρέπει να έχη, στενά ομολογιακό, ούτε (όμως) και γενικά θρησκειολογικό χαρακτήρα, αλλά κυρίως ιστορικό».Το μάθημα ενσαρκώνει και εκφράζει σύνολο τον πολιτισμό μας και «βοηθά στην κατανόηση» της εθνικής μας παράδοσης. Προσφέρει τα αναγκαία ερμηνευτικά κλειδιά για την προσέγγιση και βίωση του πολιτισμού μας (τοπωνύμια, εορτές, πανηγύρεις, έθιμα και όλο το περιεχόμενο του λαϊκού βίου και της θρησκείας, που θεματικά άλλωστε αναπτύσσει ή Λαογραφία).
Παράλληλα όμως το Μ.τ.Θ. συμβάλλει και στην παραγωγή πολιτισμού, όπως άλλωστε και όλη η Ορθοδοξία. Ο πολιτισμός προϋποθέτει «τον πολιτισμό της ψυχής» κατά τον Τόυμπη. Το περιεχόμενο της ψυχής προβαλλόμενο προς το έξω πραγματώνεται ως πολιτισμός. Γι' αυτό και ή Ορθοδοξία δημιουργεί, με την συνέργεια ανθρώπου και θείας Χάρης, φρόνημα, και αυτό κινεί τον άνθρωπο στην νοοτροπία και τις συμπεριφορές του, αλλά και σ’ όλα τα έργα του. Λειτουργώντας σ' αυτή την κατάσταση το Μάθημα μας, προβάλλει τις σταθερές του πολιτισμού, που διακρατούν την εθνική ταυτότητα μας και την ιδιοπροσωπία μας, ως προϋπόθεση της εθνικής συνέχειας μας στον ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο της Νέας Εποχής και της ισοπεδωτικής Παγκοσμιοποίησης. Βοηθεί, έτσι, στην αποφυγή της ολιστικής συγχώνευσης και διάλυσης στην νεοεποχίτικη πλανητική κοινωνία και της μεταβολής των νέων μας σε πλανητικούς ανθρώπους, οικονομικές δηλ. μονάδες της παγκόσμιας αγοράς. Δεν πρέπει δε να λησμονείται, ότι το κύριο διαφοροποιητικό στοιχείο μας απέναντι στην κατασκευαζόμενη νέα παγκόσμια κοινωνία, είναι η Ορθόδοξη παράδοση μας, όπως και όλων των Ορθοδόξων φυσικά. Η αυθεντική δε, δηλ. αποστολική και αγιοπατερική, Ορθοδοξία, ποτέ δεν μπορεί να δημιουργήσει πνεύμα μισαλλοδοξίας και φανατισμού, διότι η μαρτυρική συνείδηση, που δημιουργεί, εκφράζεται ως θυσία του Ορθοδόξου για τους άλλους και όχι το αντίθετο, το οποίο συνιστά μόνιμη πράξη του κόσμου.
Η Ορθοδοξία των Αγίων μας, εξ άλλου, δεν είναι μία απλή θεωρητική, άσαρκη και διανοητική πίστη ή απλή θρησκευτική διδασκαλία. Είναι ζωή και πράξη. Το προσφερόμενο από αυτήν, στο οποίο σταθερά παραπέμπει το Μάθημα μας, είναι η εμπειρία των Αγίων μας και η δυναμική τους στο ιστορικό μας γίγνεσθαι. Οι Άγιοι σφραγίζουν ανεξίτηλα τον πολιτισμό μας[10]. Ο ελληνορθόδοξος δε, πολιτισμός είναι στη βάση και του ευρωπαϊκού πολιτισμού, συνδέοντας και μας, αλλά και όλη την Ευρώπη, με την ταυτότητα της στην προσχισματική περίοδο της. Το Μ.τ.Θ., συνεπώς, είναι μία δυνατότητα συνάντησης όλης της ευρωπαϊκής νεολαίας στην αρχαία πολιτιστική ενότητα της. Συμβάλλει, έτσι στην πορεία προς την ευρωπαϊκή ενότητα, σε μια κοινή βάση. Η μετά το σχίσμα Ευρώπη (μεσαιωνική και νεώτερη) πάσχει από ένα διασπαστικό σύνδρομο, που δημιουργεί συνεχώς ρήγματα στην ιστορική σάρκα και την συλλογική συνείδηση της. Η Ορθοδοξία των Αγίων, προσφερόμενη επιστημονικά και νηφάλια, μπορεί να συμβάλει στην από κοινού αναζήτηση των κοινών θεμελίων, ενισχύοντας έτσι και την οικουμενική ενωτική προσπάθεια, και μάλιστα σε αυθεντική βάση. Οι ορθόδοξοι μαθητές, εξ αλλού, θα σέβονται πολύ περισσότερο τους πολιτισμούς των εισερχομένων στην χώρα μας μεταναστών, όσο περισσότερο σέβονται τον δικό τους πολιτισμό, οδηγούμενοι σε φιλικές και φιλάνθρωπες σχέσεις μαζί τους.
Βέβαια, γνωρίζω ότι οι άγευστοι της πατερικότητας και αμύητοι στον πολιτισμό μας, πλανήτες και ανέστιοι στην έρημο του κόσμου, θα αισθάνονται αηδία ακούοντας τις επισημάνσεις αυτές. Δεν με απασχολεί. Αυτό που με τρομάζει είναι, αν υπάρχουν Θεολόγοι, που αισθάνονται το ίδιο. Θέτω, λοιπόν, ένα κριτικό ερώτημα στον καθένα μας: αξίζει ή όχι ο σεβασμός του πολιτισμού μας, που δεν είναι μόνο εθνικός, αλλ' όπως αποδεικνύει η ορθόδοξη οικουμένη, και οικουμενικός και παγκόσμιος, και η μέχρι θυσίας εμμονή στην συνέχεια του; Πώς θα επιτευχθεί όμως αυτό χωρίς την διαπότιση της εκπαίδευσης μας με το ορθόδοξο άρωμα αυτού του πολιτισμού, που μπορεί να της παράσχει το Μάθημα μας;
Θα κατακλείσω αυτή την εισήγηση με τις βαρύνουσες γνώμες δύο διανοητών μας για το Μ.τ.Θ. και την εθνική προσφορά του. Ο κ. Χρήστος Γιανναράς (Ιχνηλασία νοήματος, Πολιτική, Κοινωνία και Παιδεία στην Ελλάδα σήμερα, 1998) υποστηρίζει, ότι «το θρησκευτικό μάθημα δεν αντιβαίνει στο σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας των πολιτών από το κράτος. Όπως ακριβώς πρέπει να διδάσκεται στο σχολείο ο πολιτισμός και η μεταφυσική μήτρα που γέννησε τον Παρθενώνα και την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία, παρόμοια, δεν μπορεί το εκπαιδευτικό σύστημα να αγνοεί ποια θεολογία γέννησε την Αγία Σοφία, την εικόνα, την ποίηση και τη λατρευτική δραματουργία της Ορθοδοξίας, που προκαλεί παγκόσμιο ενδιαφέρον και στις μέρες μας. Η Πολιτεία δεν απαιτεί σαφώς από τον μαθητή να αποδεχθεί βιωματικά τον μεταφυσικό άξονα των αρχαίων Ελλήνων ή την ορθόδοξη Θεολογία. Θα του απαιτήσει όμως, λέγει, τις επαρκείς γνώσεις για την κατανόηση των επιτευγμάτων και προτάσεων του πολιτισμού των Ελλήνων».
Εξ άλλου ο κ. Νίκος Μουζέλης (ΒΗΜΑ,16.10.1995) προσθέτει: «Η ορθόδοξη πίστη και Εκκλησία αποτελούν μία βασική διάσταση της εθνικής μας ταυτότητας. Γι' αυτόν τον λόγο, ανεξάρτητα με το αν κανείς πιστεύει ή όχι, η γνώση των συστατικών στοιχείων της Ορθοδοξίας, της ιστορικής εξέλιξης της Εκκλησίας και του ρόλου που αυτή έπαιξε στη διαμόρφωση της νεοελληνικής κοινωνίας και πολιτισμού αποτελεί βασική προϋπόθεση, για να καταλάβουμε πώς λειτουργούμε στο χώρο και στον χρόνο».

Βιβλιογραφική Σημείωση.
Βασικό υλικό για το θέμα μας προσφέρεται στα περιοδικά:
Α) Εκκλησία, έτος ΠΕ', τεύχος 9, Οκτώβριος 2008
Β) Κοινωνία, έτος ΝΑ', τεύχος 3, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2008.
________________________________
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Π.χ. Αλ. Σακελλάριος, πανεπιστημιακός, «Ελευθεροτυπία», 8.1.2009.
2. Γ. Σωτηρέλλης, Θρησκεία και Εκπαίδευση, 19983,σ.331.
3. Επικροτούμε δε τα υπογραμμιζόμενα «βασικά κριτήρια» για την έκθεση της διδακτικής ύλης: «Απαιτούμενη στάση απέναντι ατούς αλλόπιστους, τους ετερόδοξους, τις προβληματικές ιδεολογίες και τα αντίστοιχα κινήματα: Έγκυρη ενημέρωση, ανάλυση, ερμηνεία. Συμπαράθεση απόψεων (αμερόληπτη και αντικειμενική). Σεβασμός των εκπροσώπων τους. Αγωγή για μαρτυρία και ομολογία ή διάλογο (όπου αυτός είναι δυνατός), καθώς και για άμυνα (όπου είναι αναπόφευκτο). Αποφυγή προσβλητικών χαρακτηρισμών, υποτίμησης, περιφρόνησης, γελοιοποίησης, πολεμικής και φανατικής αντίθεσης».
4. Στα μαθήματα μου έλεγα συχνά στους φοιτητές μου, ότι στη Σχολή δεν
είμαι ούτε πιστός, ούτε άπιστος, αλλά αυτό που μου αποκαλύπτουν οι πηγές μου.
5. Πρβλ. γνώμη του Π.Ι., ΦΕΚ 303, τευχ. Β’, 13.3.2003.
6. Βλ. Γ.Η.Κρίππα, Η συνταγματική κατοχύρωση του Μαθήματος των Θρησκευτικών παρ’ ημίν και εν τη αλλοδαπή, Αθήνα 2001 και του Ιδίου, Συνταγματική θεώρηση του μαθήματος των θρησκευτικών στην Ελλάδα και την Ευρώπη, Πύργος 2008. Πρβλ. και το άρθρο του κ. Κων.Χολέβα, στην «Κοινωνία», έτος ΝΑ’ (2008), σ. 319 επ.
7. Η προσωπική μου εμπειρία είναι ότι το Ισλάμ συμπαθεί τους Έλληνες ως Ορθοδόξους, λόγω των κοινών περιπετειών μας από τις δυτικές σταυροφορίες και μετά, μας συγκατατάσσουν δε με την Δύση και μας αντιμετωπίζουν, όπως αυτήν, όταν συμμαχούμε με αυτήν στη στάση της απέναντι τους.
8. Όπως γράφει: «Το παιδί αποκόβεται μεθοδικά από κάθε βιωματική ρίζα ελληνικής ιδιαιτερότητας, πολιτιστικής καύχησης, πίστης, λαϊκής ευσέβειας. Η λέξη «προσευχή» έχει απαλειφθεί ολοκληρωτικά, υπάρχει μόνο ένα λαϊκό στιχούργημα επίκλησης στο Θεό για βροχή, που τιτλοφορείται «Παρακάλεση». Στα τρία χρόνια εμφανίζεται δύο φορές η λέξη Παναγιά-Παναγίτσα και άλλες δύο η λέξη Χριστός, τη μία σε κείμενο του Ανατόλ Φράνς(!) και την άλλη σε αφελές και πάλι στιχούργημα. Το Πάσχα και τα Χριστούγεννα μνημονεύονται με φολκλορική αποκλειστικά σημασιοδότηση και επεξηγήσεις του τύπου «τότε τρώμε αρνί σουβλιστό και κοκορέτσι» ή «μαμά, τα Χριστούγεννα θέλω να μου φτιάξεις χριστόψωμο». Ακόμα και ο «Αϊ-Λιάς» παρουσιάζεται στα παιδιά σαν γέρος θαλασσινός, που βαρέθηκε τη θάλασσα κι έστησε την καλύβα του σε μια κορφή: «Από τότε οι κορφούλες των βουνών γέμισαν εκκλησάκια του Αϊ-Λιά».
9. Βλ. το πολύ καλό άρθρο του συναδέλφου π. Θωμά Βαμβίνη, στο περιοδ. «Εκκλησιαστική Παρέμβαση» της Ι.Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, Το Μάθημα των Θρησκευτικών και οι αντιδράσεις, Σεπτέμβριος 2008, σ.8 επ. Πολύ εύστοχα ο συγγραφέας σημειώνει: «Γι' αυτό δεν μπορεί κανείς να πη ότι μαθαίνει την Ιστορία του τόπου του, αν έχουν αφαιρεθή από αυτήν οι διεργασίες που έγιναν, π.χ. για την διατύπωση των δογμάτων της πίστεως, διεργασίες που δείχνουν αφενός μεν τις φιλοσοφικές ρίζες και τάσεις του ελληνισμού στην διαχρονική του πορεία, αφετέρου δε την σοφία των θεοπτών Πατέρων τής Εκκλησίας, οι οποίοι με την διατύπωση των δογμάτων διέσωσαν την δυνατότητα των πιστών να περνούν από τα λόγια και νοήματα των δογμάτων στη βίωση του μυστηρίου του Θεού, της Αγίας Τριάδος και της ενανθρωπήσεως του Χρίστου, που είναι πέρα από κάθε λόγο και νόημα.
Η ιστορία της Εκκλησίας, τα γεγονότα που συνδέονται με την ζωή της, ο τρόπος ζωής των μελών της και ή θεολογία της, ως τμήμα της εθνικής μας ιστορίας, αλλά και ως παρόν, αφού η Εκκλησία συνεχίζει να υπάρχη και να νοηματοδοτή την ζωή των περισσοτέρων πολιτών του Ελληνικού Κράτους, Ελλήνων και αλλοδαπών, είναι ένα μάθημα, που οφείλει να διδάσκεται κάθε πολίτης αυτής της χώρας, πιστός και άπιστος, χριστιανός, αλλόθρησκος ή αλλόδοξος, που θέλει να είναι ενημερωμένος και ενσυνείδητα πνευματικά τοποθετημένος».
10. Βλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνού, Εκκλησία και σύγχρονος Ελλαδικός Πολιτισμός, Αθήναι 2006.

9/2/09

Τριαντάφυλλος Σιούλης, "Ένα μάθημα Θρησκευτικών σε Διαπολιτισμικό Σχολείο"


Στην Ημερίδα των Θεολόγων στη Λευκάδα ο Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Ηπείρου, Κέρκυρας και Λευκάδας κ. Τριαντάφυλλος Σιούλης παρουσίασε "Ένα μάθημα Θρησκευτικών σε Διαπολιτισμικό σχολείο". Με τη χρήση Η/Υ παρουσίασε ένα μάθημα που διδάχτηκε σε διαπολιτισμικό σχολείο της περιφέρειάς του. Συγκεκριμένα η παρουσίαση αναφέρεται στη διδασκαλία της Ενότητας 20 του βιβλίου της Α΄ Γυμνασίου: "Ο προφήτης Μιχαίας: το όραμα της παγκόσμιας ειρήνης".

Κατεβάστε ΕΔΩ την εισήγηση του Σχολικού Συμβούλου.


Ευχαριστούμε θερμά την ιστοσελίδα Ζωηφόρος για τη φιλοξενία της παραπάνω εισήγησης

Χρήστος Κουτσούκης, «Σύγχρονες διδακτικές προσεγγίσεις στο μάθημα των θρησκευτικών»

Εισήγηση στην Δ’ επιμορφωτική ημερίδα θεολόγων Ηπείρου, Κέρκυρας και Λευκάδας, στη Λευκάδα- Φεβρουάριος 2009
.
Γράφει ο κ. Χρήστος Ν. Κουτσούκης
Θεολόγος Γυμνασίου Ανέζας Άρτας
.
Από το 2006 με τις αλλαγές των αναλυτικών προγραμμάτων και των σχολικών βιβλίων, το μάθημα των Θρησκευτικών απέκτησε σαφή παιδαγωγικό προσανατολισμό. Άρχισε να απομακρύνεται από τον κατηχητισμό και να αποκτά τα εφόδια εκείνα που θα το βοηθήσουν να πετύχει τον στόχο του. Ένας στόχος που ταυτίζεται με το οικουμενικό πνεύμα της Ορθοδοξίας, στόχος που επιβάλει τον παραμερισμό του οποιουδήποτε κατηχητικού και απολογητικού προσανατολισμού και τη σύνδεση του με τα σύγχρονα υπαρξιακά και κοινωνικά προβλήματα του ανθρώπου και της εποχής μας. Γίνεται ένα μάθημα πλουραλιστικό και ¨ανοιχτό¨ ένα μάθημα σύγχρονο, λαβαίνοντας πάντα υπ’όψιν, ότι ο Χριστιανισμός είναι θεμέλιο του ευρωπαϊκού πολιτισμού και η ορθοδοξία η μεγάλη πνευματική κληρονομιά του ελληνικού πολιτισμού. Όσον αφορά τα σχολικά βιβλία, όπως συμβαίνει και σε όλα τα μαθήματα της εκπαίδευσης, τα θρησκευτικά έχουν και καλά και προβληματικά σχολικά βιβλία. Η φυσιογνωμία και ο χαρακτήρας του μαθήματος των Θρησκευτικών, δεν εξαρτάται από τα καλά ή κακά αναλυτικά προγράμματα, τα πετυχημένα ή απορριπτέα σχολικά βιβλία. Εξαρτάται από εμάς τους διδάσκοντες.
Επιβάλλεται μπροστά στις σύγχρονες ανάγκες του μαθήματος να βελτιώσουμε τη διδακτική μας πράξη, χρησιμοποιώντας σύγχρονες διδακτικές μεθοδολογίες που θα διευκολύνουν τους μαθητές στην κατάκτηση των στόχων του μαθήματος. Ενδεικτικά θα αναφερθώ σε δυο σύγχρονες διδακτικές προσεγγίσεις μάθησης που κάνουν το μάθημά μας ενδιαφέρον, ευχάριστο αλλά και αποδοτικό. Στην διαθεματική προσέγγιση και στη συνεργατική μάθηση.


.
Διαθεματική προσέγγιση
Με τη διαθεματική προσέγγιση, γνωστικοί χώροι όπως η ιστορία, η λογοτεχνία, η φυσική, η βιολογία, η οικονομία και άλλες επιστήμες συμπλέκονται στη μαθησιακή διαδικασία σε ένα ενιαίο γνωστικό σύνολο. Σκοπός είναι να βοηθηθούν οι μαθητές να υπερβαίνουν τις διαχωριστικές γραμμές των μαθημάτων. Στόχος, να μπορούν οι μαθητές να δημιουργούν συνδέσεις δια μέσου μιας διδακτικής ενότητας, με τις άλλες διδακτικές ενότητες, των άλλων διδακτικών αντικειμένων.
Μερικά από τα πλεονεκτήματα της διαθεματικής προσέγγισης είναι:
- Βοηθάει τον μαθητή στην ανάπτυξη της αναλυτικής και συνθετικής ικανότητας και στην ενιαία συγκρότησή του.
- Οι μαθητές μαθαίνουν να σέβονται και να κατανοούν τον άλλον είτε είναι ετερόδοξος, ετερόθρησκος ακόμα και αδιάφορος.
- Αίρονται οι περιορισμοί στη γνώση και αναγνωρίζεται η σχέση που έχουν όλες οι επιστήμες, αφού τα πεδία στα οποία μπορεί να εφαρμοστεί, αφορούν όλους τους κλάδους του επιστητού.
- Εισάγεται μια μορφή μάθησης που απομακρύνει τη μηχανιστική σκέψη και εξαίρει την κριτική – δημιουργική σκέψη.
- Πετυχαίνεται η υπέρβαση των συνόρων μεταξύ των μαθημάτων ως αυτοτελών κλάδων διδασκαλίας.
- Συνδέεται η διδασκαλία μας με τα σύγχρονα υπαρξιακά και κοινωνικά προβλήματα του ανθρώπου της εποχή μας.
Για να πετύχουμε όμως όλα αυτά απαιτούνται γνώσεις, ευελιξία και ανοιχτοί ορίζοντες από την πλευρά του κάθε εκπαιδευτικού και βέβαια του θεολόγου. Ο θεολόγος πρέπει να δέχεται την κριτική και να μη φοβάται. Πραγματικές διαθεματικές προσεγγίσεις θα κάνει ο θεολόγος ο οποίος, όπως έγραφε ο αείμνηστος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών Κωνσταντίνος Παπαπέτρου, αξιοποιεί στη διδακτική πράξη τον διάλογο της θεολογίας με ότι δεν είναι θεολογία ή φαίνεται ότι δεν είναι θεολογία.
.
Ενδεικτικά αναφέρω διδακτικές ενότητες εφαρμογής της διαθεματικής προσέγγισης.
Στη Α’ Γυμνασίου στη διδακτική ενότητα 25 ‘‘H δημιουργία του ανθρώπου’’ σε συνεργασία με τον/την καθηγητή/τρια της βιολογίας προγραμματίζουμε από κοινού συνδιδασκαλία για άρση παρεξηγήσεων που αφορούν τη σχέση θρησκείας και επιστήμης. Αυτό βέβαια πρέπει να γίνει με κάποιες προϋποθέσεις όπως:
Πρώτα εμείς σαν θεολόγοι να είμαστε ενημερωμένοι σε θέματα που αφορούν την επιστήμη .
Τον/την καθηγητή/τρια της βιολογίας να τον διακρίνει η σοβαρότητα, η θεολογική και επιστημονική κατάρτιση.
Στη Β’ Γυμνασίου στη διδακτική ενότητα 7 ‘‘Πώς γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα’’ σε συνεργασία με τους καθηγητές ξένων γλωσσών, οι μαθητές βρίσκουν πληροφορίες για το πώς γιορτάζονται τα Χριστούγεννα στις αντίστοιχες χώρες των μαθημάτων που διδάσκουν και τις παρουσιάζουν στην τάξη.
Στη Γ’ Γυμνασίου στη διδακτική ενότητα 22 ‘‘Ο εκχριστιανισμός των σλαβικών λαών’’ σε συνεργασία με τον-την φιλόλογο καθηγητή , οι μαθητές με δεδομένο τον εκχριστιανισμό και εκπολιτισμό των σλαβικών φυλών που έγινε με εισήγηση του αυτοκράτορα και έγκριση του πατριάρχη, βοηθώντας αποφασιστικά στις καλές σχέσεις και την ειρηνική συνύπαρξη των λαών, καλούνται να απαντήσουν στο ερώτημα :
Απολαμβάνει και σήμερα ο ελληνισμός καθώς γειτνιάζει με αυτά τα φύλα, αυτών των ευεργετικών αποτελεσμάτων που είχε τότε η προσέγγιση που επιχείρησε και πέτυχε η εκκλησία συνεργαζόμενη με το κράτος;
.
Συνεργατική Μάθηση
Η συνεργατική μάθηση αποτελεί μια από τις βασικές αρχές που απαιτεί αλληλεπίδραση των μαθητών ώστε με την ομαδική τους εργασία να πετύχουν έναν κοινό στόχο. Διαφέρει από την ανταγωνιστική μάθηση, που μειώνει τις πιθανότητες επιτυχίας σε παιδιά που καταλήγουν να αισθάνονται μειονεκτικά, επειδή είναι λιγότερο ικανά σε συγκεκριμένους τομείς. Υποβοηθά στην ανάπτυξη τόσο ακαδημαϊκών όσο και κοινωνικών δεξιοτήτων.
Στις μορφές ομαδικής εργασίας ανταλλάσσονται γνώμες και απόψεις ενώ με τη συνεργασία τελειοποιούνται οι δημιουργικές εργασίες προς όφελος όλων. Η ομαδική εργασία συμβάλλει στην ολοκλήρωση της μόρφωσης και ευνοεί την καλλιέργεια των κοινωνικοποιημένων ανθρώπων. Συνάμα διευκολύνει και την πνευματική ανάπτυξη του μαθητή καταργώντας την αυταρχικότητα του καθηγητή, δημιουργώντας μια διαλεκτική σχέση μεταξύ τους. Η ομαδική εργασία είναι αυτή που αντικαθιστά τον διαμαθητικό ανταγωνισμό με την συνεργασία. Είναι αυτό που ονομάζουμε εμείς ‘‘παρέα’’.
Η στροφή της σύγχρονης παιδαγωγικής προς τη συνεργατική σχολική εργασία δεν είναι τυχαία και συντελέστηκε για πολλούς λόγους όπως:
α) Η παρατήρηση των ψυχοπαιδαγωγών ότι τα παιδιά της σχολικής ηλικίας έχουν την έμφυτη τάση να σχηματίζουν οργανωμένες ομάδες για να ικανοποιήσουν την ανάγκη για δράση και εξερεύνηση του φυσικού και κοινωνικού τους περιβάλλοντος.
β) Ότι το σχολείο έχει χρέος να βοηθήσει τον αναπτυσσόμενο άνθρωπο να ενταχθεί ομαλά στην δημοκρατική κοινωνία, ως ενεργό και χρήσιμο μέλος της.
γ) Ότι η συνεργατική οργάνωση προάγει εκτός από την κοινωνική μάθηση και την σχολική (ακαδημαϊκή) μάθηση.
Για αυτό και το σύστημα συνεργατικής διδασκαλίας έχει ιστορία πολλών χρόνων τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική.
.
Μερικά από τα πλεονεκτήματα της ομαδικής εργασίας είναι:
- Οι μαθητές αισθάνονται περισσότερο υπολογίσιμοι, όταν συμβάλλουν στην εξεύρεση λύσεων στα προβλήματα που ανακύπτουν.
- Ορισμένοι μαθητές που δυσκολεύονται σε μεγάλη ομάδα – τάξη συμμετέχουν στη μικρή ομάδα με περισσότερη άνεση
- Καλλιεργείται η ικανότητα υποβολής ερωτήσεων
- Βοηθάει τους μαθητές να κατανοήσουν ότι κανείς δεν μπορεί από μόνος του να ολοκληρώσει ένα καθήκον και ότι όλοι χρειάζεται να προσπαθήσουν μαζί ώστε να πετύχουν έναν κοινό στόχο.
- Μαθαίνουν να γνωρίζουν ο ένας τον άλλο και να σέβονται τις προσωπικές διαφορές
- Παρέχει κίνητρα για μάθηση κατά ενεργητικό τρόπο
- Προάγονται (κοινωνικές αξίες) όπως η ευθύνη και η κριτική ικανότητα των μαθητών
- Καλλιεργείται η δημιουργικότητα
Για την υλοποίηση συνεργατικής μάθησης οι μαθητές κατανέμονται σε ομάδες εργασίας μέσα στην τάξη:
α) με τρόπο τυχαίο ανάλογα με τις θέσεις τους (π.χ. θρανία. Η μέθοδος προσφέρεται όταν επεξεργάζονται το ίδιο θέμα)
β) με προσωπική επιλογή όταν τα θέματα είναι διαφορετικά.
Εκτός τάξης η κατανομή γίνεται ανάλογα με τον τόπο διαμονής. Και στις δύο περιπτώσεις οι μαθητές ανταλλάσουν εμπειρίες η εκπονούν ασκήσεις με σκοπό την πληρέστερη επεξεργασία της διδακτέας ύλης. Αριθμός μελών ομάδων (3-7). Το προτιμότερο μέγεθος είναι 5. Οι μονοί αριθμοί λειτουργούν πάντοτε καλύτερα. Προτείνεται πλήρης απομάκρυνση του καθηγητή. Η παρεμβολή μόνο περιορισμούς και δισταγμούς μπορεί να δημιουργήσει. Καλό είναι να επισκεφθεί τις ομάδες 10’ πριν τη λήξη.
.
Ενδεικτικά αναφέρω διδακτικές ενότητες εφαρμογής της συνεργατικής μάθησης
Στην Α’ Γυμνασίου στην διδακτική ενότητα 13 ‘‘Η ζωή οργανώνεται με βάση το Νόμο του Μωϋσή ’’ μοιράζουμε στις ομάδες εργασίας διατάξεις από τον κώδικα του Χαμμουραμπί, οι μαθητές έχουν αποσπάσματα από τους νόμους του Κόρδου και του Σόλωνα που διδάσκονται στο μάθημα της ιστορίας και καλούνται να κάνουν συγκρίσεις με το νόμο του Μωϋσή για να δειχθεί ο ανθρωπιστικός χαρακτήρας της νομοθεσίας της Παλαιάς Διαθήκης.
Στην Β’ Γυμνασίου στη διδακτική ενότητα 17 ‘‘Ο Ιησούς υπερασπίστηκε και εξύψωσε τις γυναίκες και τα παιδιά στην καινούργια ανθρωπότητα’’ μοιράζουμε στις ομάδες εργασίας αποσπάσματα από το κοράνιο για τη θέση της γυναίκας στον Μουσουλμανισμό, ζητάμε να εκφράσουν θέσεις και απόψεις για την γυναίκα στην επαρχία. Δίνουμε τρείς εικόνες γυναικών προερχόμενες, η μία από το δυτικό ‘‘πολιτισμένο’’ κόσμο, η δεύτερη από τον Μουσουλμανικό και η τρίτη από την ελληνική επαρχία και με βάση το περιεχόμενο της διδακτικής ενότητας ζητάμε να δειχθεί η διαφορά αντιμετώπισης της γυναίκας.
Στην Γ’ Γυμνασίου στην διδακτική ενότητα 16 ‘‘ Μέγας Βασίλειος ένας κορυφαίος Ιεράρχης’’ οι μαθητές με τη βοήθεια του καθηγητή αναζητούν και βρίσκουν πληροφορίες για τον Γρ. Ναζιανζηνό και Ι. Χρυσόστομο, συζητούν μεταξύ τους και δίνουν απάντηση στα ερωτήματα:
1. Γιατί οι τρείς Ιεράρχες και όχι ο ένας είναι προστάτες της παιδείας μας;
2. Γιατί θεωρούνται θεμελιωτές του Ελληνοχριστιανικού και κατ’ επέκταση του Ευρωπαϊκού πολιτισμού;
Τελειώνοντας απευθυνόμενος περισσότερο στους νέους συναδέλφους θα ήθελα να πω τα εξής: από το 1982 που διορίστηκα αυτό το κλίμα φοβισμού και απειλών της σημερινής εποχής για προαιρετικό μάθημα, για θρησκειολογικό μάθημα ή ακόμα και για κατάργησή του υπήρχε. Παραφράζοντας τα λόγια του Ι. Χρυσοστόμου για την εκκλησία θα έλεγα το εξής: το μάθημα Θρησκευτικών πολλοί το εδίωξαν και το διώκουν κανένας όμως δεν θα ζήσει να δει το τέλος του.
Το μάθημα Θρησκευτικών δεν έχει να φοβηθεί τίποτε, όσο συνεχίζεται η διδασκαλία του κυρίως από ορθόδοξους θεολόγους .
.
Βιβλιογραφία
1) Βιβλίο εκπαιδευτικού Α, Β, Γ Γυμνασίου
2) Σπ. Κιουλάνης ‘‘Τεχνικές εργασίες στο πλαίσιο της ομάδας’’
3) Ευαγγελία Τσαγκαρλή – Διαμάντη ‘‘Παράδειγμα σχεδιασμού ομαδοκεντρικής διδασκαλίας’’
4) Μανόλης Πεπονάκης ‘‘Η διαθεματικότητα και η αξιοποίηση στα θρησκευτικά του Γυμνασίου’’
5) Ι. Αγγελοπούλου ‘‘ Το μάθημα των θρησκευτικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση’’
6) Στ. Γιαγκαζόγλου ‘‘Η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών στο Γυμνάσιο’’
7) Όλγα Γριζοπούλου – Βάσω Γώγου – Πηγή Καζλάρη – Απόστολος Μπάρλας ‘‘Η διαθεματική προσέγγιση της γνώσης στο μάθημα των θρησκευτικών’’
8) ‘‘Θρησκευτική ετερότητα και διαπολιτισμική εκπαίδευση’’ επιμέλεια John Keast μετάφραση Ναυσικά Χαραλαμπίδου, Άγγελος Βαλλιανάτος
9) Χρ. Ζήκου ‘‘Οι βασικές γραμμές της διαθεματικότητας’’
10)Ι. Κογκούλη ‘‘Διδακτική των θρησκευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση’’

7/2/09

Το μάθημα των θρησκευτικών μεταξύ «προοδευτισμού», «φοβικότητας» και «προχειρότητας» (Εισαγωγική Εισήγηση)

Εισαγωγική Εισήγηση

Του κ. Τριαντάφυλλου Σιούλη, Σχολικού Συμβούλου Θεολόγων Ηπείρου, Κέρκυρας και Λευκάδας

Κύριοι σύνεδροι,
Εν μέσω θέρους, προέκυψε το γνωστό σε όλους θέμα για την απαλλαγή των μαθητών από το μάθημα των θρησκευτικών. Και άρχισε μια συζήτηση στη συνέχεια σχετικά με τον χαρακτήρα του, τη φυσιογνωμία του, το περιεχόμενό του. Μιλούσαν όλοι, ανεύθυνοι άνθρωποι ως υπεύθυνοι, άσχετοι ως σχετικοί και εκ του «προχείρου», με περίσσιο «προοδευτισμό» άνθρωποι του λεγόμενου προοδευτικού χώρου που καμία σχέση δεν έχουν με το αντικείμενο. Και πολλοί από τους θεολόγους, άνθρωποι του χώρου εννοείται, παρασυρόμενοι σε μια διελκυστίνδα, άλλοτε δικαιολογημένα και άλλοτε αδικαιολόγητα, άρχισαν να σκέπτονται, να ενεργούν και να πράττουν «φοβικά».
Το μάθημα των θρησκευτικών γι’ αυτόν τον τόπο τον σπαρμένο με το αίμα αγίων και ηρώων, της πίστεως και της ελευθερίας, του αγαθού και του ωραίου, δεν μπορεί να έχει άλλον χαρακτήρα πέρα από τον ομολογιακό. Εξυπακούεται ότι οι προεκτάσεις του οι θρησκειολογικές, διαχριστιανικές, πολιτιστικές κ.λ.π. θα ενυπάρχουν στα σχολικά βιβλία και στην διδακτική πράξη. Πρόκειται και για «θρησκευτικό εγγραμματισμό», όπως έχει γραφεί. Όμως άλλο πράγμα αυτό και άλλο ο ομολογιακός αποχρωματισμός του μαθήματος ή η μετατροπή του σε θρησκειολογία ή σε προαιρετικό. Στην Ελλάδα ζούμε δεν ζούμε στην Αμερική.
Διαφορετικά είναι σαν να βγάζουμε τα μάτια μας μόνοι μας. Το ξεθεμελίωμα των ιερών και των οσίων της φυλής μας (βλέπε βιβλίο ιστορίας της κ. Ρεπούση, τις προτάσεις για προαιρετικό μάθημα των θρησκευτικών ή μετατροπή του σε θρησκειολογία), αποκόπτει τα παιδιά μας από την παράδοσή τους, τις ρίζες τους. Και δένδρο χωρίς ρίζες πέφτει με το παραμικρό φύσημα του αέρα. Δηλαδή τα παιδιά μας βορά σε κάθε επιτήδειο εκμεταλλευτή, διαφθορέα, έμπορο ελπίδας, χωρίς τα απαραίτητα πνευματικά αντισώματα, μέσα σε μια κοινωνία που τόσο τα έχει ανάγκη.
Οι θεολόγοι χρόνια τώρα διδάσκουμε χωρίς φοβικότητα, χωρίς προχειρότητα, χρησιμοποιώντας στη διδακτική πράξη όλα τα σύγχρονα ψυχοπαιδαγωγικά δεδομένα και τις σύγχρονες διδακτικές προσεγγίσεις στο μάθημά μας. Με προεκτάσεις θρησκειολογικές, διαχριστιανικές, πολιτιστικές, χωρίς προκαταλήψεις και πνεύμα κατηχητισμού ή αντιπαλότητας προς την οποιαδήποτε «ετερότητα» (τι λέξη κι αυτή!). Προοδευτικό είναι να κάνεις πράξη την πίστη σου, ν’ αγκαλιάζεις ως άλλος Σαμαρείτης τον αλλόθρησκο, τον αλλοδαπό, τον μετανάστη, κατά το «δος μοι τούτον τον ξένον». Με σεβασμό και αγάπη, χωρίς όρια να προσφέρεις στον «έτερο», δηλαδή τον αδερφό, αυτή την παιδεία και αυτή την εκπαίδευση που σκοπό έχει α) την σε βάθος πληροφόρηση για τον τόπο που ήρθε να ζήσει ώστε να του προσφέρουμε τα απαραίτητα κλειδιά ερμηνείας του πολιτισμού μας τα οποία να μεταφέρει και στην προσωπική του πορεία στη συνέχεια και β) τις ίδιες και ίσες γνώσεις με τον συμμαθητή – αδερφό του για ίδιες ευκαιρίες στην κοινωνία και τη ζωή. «Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ: πάντες γαρ υμείς είς εστε εν Χριστώ Ιησού».
Μαθήματα σαν και αυτό των Θρησκευτικών όπως υφίσταται σήμερα, με τον υποχρεωτικό του χαρακτήρα, αν και έχει υποστεί αρκετές «εκσυγχρονιστικές» μεταλλάξεις για τις οποίες έχουν εκφράσει τους προβληματισμούς τους πολλοί ειδικοί και κυρίως οι μαχόμενοι καθηγητές, δίνουν, όπως προαναφέραμε, με πρώτον, αν δεν κάνω λάθος, τον πατέρα Γεώργιο Μεταλληνό, κλειδιά ερμηνείας του πολιτισμού μας. Και εκεί πρέπει να στοχεύει το μάθημα των θρησκευτικών στο σύγχρονο ελληνικό σχολείο, αλλά και στο να διαπλάσει ανθρώπους ελεύθερους, δημοκρατικούς, αγωνιστές, ανοιχτούς στους νέους ορίζοντες που ανοίγονται στην σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Αν τώρα, υπακούοντας στα κελεύσματα νεοταξικών επιταγών, υποκύψουμε και αλλάξουμε τον χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών, ποιες αξίες του πολιτισμού μας, δοκιμασμένες στους αιώνες και στηρικτικές του γένους μας σε δύσκολους καιρούς, θα δώσουμε στα παιδιά μας, ώστε να τα οδηγούν με ασφάλεια μέσα σε μια κοινωνία χαοτική, γεμάτη προκλήσεις, αποπροσανατολιστική ιδεολογικά, μέσα σε μια κοινωνία σήψης, διαφθοράς, απαξίωσης των πάντων. Τι παιδεία, συνέχεια αυτού του πολιτισμού που δημιούργησε τον Παρθενώνα, την Αγιά Σοφιά και τόσα άλλα, που να οδηγεί με ασφάλεια στον αυτοπροσδιορισμό των παιδιών μας και την ταυτόχρονη διατήρηση της ελευθερίας του προσώπου τους, μέσα στη σούπα της παγκοσμιοποίησης; Τι πρότυπα ζωής θα προσφέρουμε, που έχουν ανάγκη τα παιδιά μας ιδιαίτερα σήμερα;
Το μάθημα των θρησκευτικών επιβάλλεται να είναι υποχρεωτικό και ο χαρακτήρας του να μην αλλάξει. Είναι από τα σπουδαιότερα του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Ιδιαίτερα δε όταν καταξιώνεται μέσα από τη σωστή διδακτική πράξη, τον ενημερωμένο δάσκαλο, τον απαλλαγμένο από σύνδρομα «προοδευτισμού», «φοβικότητας» και «προχειρότητας». Και ένα τέτοιο μάθημα δεν έχει να φοβηθεί τίποτε και κανέναν. Φτάνει ευθαρσώς να δίνουμε καθημερινά τον αγώνα μας και τη μαρτυρία μας προς όλες τις κατευθύνσεις.

Το μάθημα των Θρησκευτικών μεταξύ "προοδευτισμού","φοβικότητας"και"προχειρότητας"

ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Ολοκληρώθηκε με μεγάλη επιτυχία σήμερα (7/2/2009) στη Λευκάδα η Δ΄ Επιμορφωτική Ημερίδα Θεολόγων Ηπείρου, Κέρκυρας και Λευκάδος με θέμα «Το μάθημα των Θρησκευτικών μεταξύ «προοδευτισμού», «φοβικότητας» και «προχειρότητας». Η ημερίδα διοργανώθηκε από το Σχολικό Σύμβουλο Θεολόγων Ηπείρου, Κέρκυρας και Λευκάδος κ. Τριαντάφυλλο Σιούλη και τελούσε υπό την αιγίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Λευκάδος και Ιθάκης.

Την ημερίδα τίμησαν με την παρουσία τους ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λευκάδος και Ιθάκης κ. Θεόφιλος, ο ηγούμενος της Ι. Μονής Φανερωμένης Λευκάδος π. Νικηφόρος, ο ηγούμενος της Ι.Μονής Γηρομερίου π. Μεθόδιος ως εκπρόσωπος της Ι.Μ. Παραμυθίας, Φιλιατών, Γηρομερίου και Πάργας, ο νομάρχης Λευκάδος κ. Αραβανής Κωνσταντίνος , ο δήμαρχος Λευκάδος κ. Φέτσης Βασίλειος, ο κ. Ανδρέας Μήτσου ως εκπρόσωπος του βουλευτού Λευκάδος της Νέας Δημοκρατίας κ. Θοδωρή Σολδάτου, η κ. Ράπτη Μαρία, Προϊσταμένη του Τμήματος Επιστημονικής και Παιδαγωγικής Καθοδήγησης Β/θμιας Εκπ/σης της Περιφέρειας Ηπείρου, ο Διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Λευκάδος κ. Βλάχος Χαράλαμπος.

Επιστολές και χαιρετισμούς επίσης απέστειλαν ο Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων νήσων κ. Νεκτάριος, ο Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης κ. Μελέτιος και ο Περιφερειακός Διευθυντής Εκπαίδευσης Ηπείρου κ. Νικόλαος Πετρόπουλος. Επίσης στην ημερίδα συμμετείχαν σχολικοί Σύμβουλοι διαφόρων ειδικοτήτων, πολλοί θεολόγοι και εκπαιδευτικοί άλλων ειδικοτήτων, κληρικοί και μοναχοί.

Εισηγητές
Στην Α΄ συνεδρία της Ημερίδας την οποία συντόνισε ο π. Γεώργιος Μεταλληνός παρουσιαστηκαν οι εξής εισηγήσεις:
Ο κ. Ιωάννης Κογκούλης, Κοσμήτωρ Θεολογικής Σχολής ΑριστοτελείουΠανεπιστημίου Θεσ/νικης ανέπτυξε το θέμα «Το μάθημα των Θρησκευτικών σημείο αντιλεγόμενο».
Ο κ. Χρήστος Κουτσούκης, Θεολόγος Γυμνασίου Ανέζας Άρτας ανέπτυξε το θέμα «Σύγχρονες διδακτικές προσεγγίσεις στο Μάθημα των Θρησκευτικών»
Ακολούθησε συζήτηση.

Μετά από ένα σύντομο διάλειμμα ακολούθησε η Β΄ συνεδρία την οποία συντόνισε ο κ. Ιωάννης Κογκούλης με τις εξής εισηγήσεις:
Ο κ. Τριαντάφυλλος Σιούλης, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Ηπείρου,Κέρκυρας και Λευκάδας παρουσίασε «Ένα μάθημα Θρησκευτικών σε Διαπολιτισμικό Σχολείο» και με τη χρήση νέων τεχνολογιών (Η/Υ) μας παρουσίασε μία διδασκαλία για την ενότητα της Α΄ Γυμνασίου που αναφέρεται στον προφήτη Μιχαία.
Ο π. Γεώργιος Μεταλληνός, Ομότιμος καθηγητής Θεολογικής Σχολής Εθνικού και Καποδιστριακού Παν/μιου Αθηνών ανέπτυξε διεξοδικά το θέμα «Tο μάθημα των Θρησκευτικών : η ουσία και η εθνική σημασία του»
Ακολούθησε συζήτηση.
Η ημερίδα έκλεισε με την κοινή συμμετοχή όλων των συνέδρων σε γεύμα που παρέθεσε η Ιερά Μητρόπολη Λευκάδος και Ιθάκης.

Θα παρουσιάσουμε τις επόμενες ημέρες στο blog τις εισηγήσεις που έγιναν στην παραπάνω ημερίδα, αλλά και πολλά σημαντικά που ελέχθησαν στα πλαίσια της συζήτησης που ακολούθησε και αφορούν τόσο στο χαρακτήρα και το περιεχόμενο του ΜτΘ, όσο και στις απαλλαγές από τα Θρησκευτικά.

6/2/09

ΗΜΕΡΙΔΑ ΓΙΑ ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΣΤΗ ΛΕΥΚΑΔΑ

Ο Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Ηπείρου, Κερκύρας και Λευκάδος διοργανώνει, υπό την αιγίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Λευκάδος και Ιθάκης, το Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2009 στο Ξενοδοχείο «IONIAN BLUE» στην Νικιάνα Λευκάδας, την Δ' Επιμορφωτική Ημερίδα για τους Θεολόγους καθηγητές της περιφέρειάς του, με γενικό θέμα:

Το μάθημα των Θρησκευτικών
μεταξύ «προοδευτισμού», «φοβικότητας» και «προχειρότητας»

Πρόγραμμα Ημερίδας
.
09:00-09:30 Εγγραφές - Παραλαβή φακέλων
.
09:30-10:00 Χαιρετισμοί - Έναρξη
.
Α΄ Συνεδρία
Συντονιστής, πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός
.
10:00-11:00 «Το μάθημα των Θρησκευτικών σημείο αντιλεγόμενο».
κ. Ιωάννης Κογκούλης, Κοσμήτωρ Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου
Πανεπιστημίου Θεσ/νικης
.
11:00-11:30 «Σύγχρονες διδακτικές προσεγγίσεις στο Μάθημα των Θρησκευτικών»
κ. Χρήστος Κουτσούκης, Θεολόγος Γυμνασίου Ανέζας Άρτας
.
11:30-12:00 Διάλειμμα
.
Β΄ Συνεδρία
Συντονιστής, κ. Ιωάννης Κογκούλης
.
12:00-12:30 «Ένα μάθημα Θρησκευτικών σε Διαπολιτισμικό Σχολείο»
κ. Τριαντάφυλλος Σιούλης, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Ηπείρου,
Κέρκυρας και Λευκάδας
.
12:30-13:30 «Tο μάθημα των Θρησκευτικών : η ουσία και η εθνική σημασία του»
π. Γεώργιος Μεταλληνός, Ομότιμος καθηγητής Θεολογικής Σχολής
Εθνικού και Καποδιστριακού Παν/μιου Αθηνών

.
13:30 Κλείσιμο Εργασιών
14:00 Γεύμα
.
Η παρουσία σας κρίνεται απαραίτητη και θα μας χαροποιήσει ιδιαίτερα, αφού θα δοθεί έτσι μια πολύ καλή ευκαιρία να γνωριστούμε μεταξύ μας καλύτερα, να συζητήσουμε και να ανταλλάξουμε σκέψεις για θέματα που αφορούν όλους μας.
Μπορείτε να δείτε τις προηγούμενες δημοσιεύσεις του ιστολογίου μας πατώντας το Παλαιότερες αναρτήσεις (δείτε δεξιά)