Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανδρέας Παπανδρέου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανδρέας Παπανδρέου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

Ο τρελός γέρος και το νεαρό κάθαρμα, η αμερικανική τύφλωση.


Η Ελλάδα και η αμερικανική τύφλωση
Οι μοιραίες παρεμβάσεις των ΗΠΑ από το ΄63 έως τη χούντα και την Κύπρο
Του ΗΛΙΑ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 3 Ιουλίου 2010 στα ΝΕΑ

Προετοιμάζοντας την επίσκεψή του στην Ελλάδα το 1999, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον είχε παραδεχθεί με δηλώσεις του πως «όταν η χούντα ανέλαβε τον έλεγχο (της χώρας) οι ΗΠΑ επέτρεψαν στα ψυχροπολεμικά τους συμφέροντα να υπερισχύσουν του συμφέροντος- ή μάλλον της υποχρέωσής τους- να υποστηρίξουν τη δημοκρατία».

Ηταν η πρώτη φορά, 25 χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας, που οι ΗΠΑ αποδέχονταν επίσημα έστω και ένα περιορισμένο μερίδιο ευθύνης για τον ρόλο τους στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του ΄60. Παραδοχή που παρέμενε πάντως στα όρια του αυτονόητου, αφού απλώς αναγνώριζε την αγαστή και χωρίς ταλαντεύσεις συνεργασία της κυβέρνησης των ΗΠΑ με το δικτατορικό καθεστώς. Ενας έμμεσος τρόπος ώστε να παρακαμφθούν τα πιο κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με την ενεργό ανάμειξη των ΗΠΑ στην ελληνική πολιτική, τον ρόλο τους στην πολιτική κρίση του 1965-67, καθώς και στην τραγωδία της Κύπρου. Πρόκειται για την ερμηνευτική εκδοχή της «αποχής», σύμφωνα με την οποία η αδιατάρακτη συνεργασία της Ουάσιγκτον με αυταρχικά καθεστώτα την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου προέκυψε ως «αναγκαίο κακό», καταδικαστέο βέβαια με βάση τις σημερινές αντιλήψεις, αλλά πάντως ερμηνεύσιμο με όρους ρεαλιστικής πολιτικής.

Με την εκδοχή αυτή της «αποχής» την οποία προωθούν και οι επίσημες αμερικανικές δημοσιεύσεις διαλέγεται το βιβλίο της Αριστοτελίας Πελώνη «Ιδεολογία κατά ρεαλισμού. Η αμερικανική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα 1963-1976» από τις Εκδόσεις Πόλις.
Στο πλαίσιο αυτό εξετάζει την αμερικανική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα σε τρία διακριτά επίπεδα- το συστημικό, το κρατικό και το ατομικό- χρησιμοποιώντας, εκτός από τις δημοσιευμένες πηγές, το εξαιρετικά ενδιαφέρον αρχείο προφορικών συνεντεύξεων (Οral Ηistories Collection του ΑDSΤ) με αμερικανούς διπλωμάτες που υπηρέτησαν στην Αθήνα, τη Λευκωσία και την Αγκυρα ή στις αντίστοιχες διευθύνσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Το βασικό της συμπέρασμα είναι ότι, ενώ σε συστημικό επίπεδο η αμερικανική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα εμφανίζεται ως «ρεαλιστική» για τα συμφέροντα των ΗΠΑ στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, η εφαρμογή της στην πράξη όχι μόνον προκάλεσε μια διπλή τραγωδία σε Ελλάδα και Κύπρο, αλλά και έβλαψε τα μακροπρόθεσμα αμερικανικά συμφέροντα, προκαλώντας και εμπεδώνοντας έναν αντιαμερικανισμό που διατηρείται σταθερά μέχρι σήμερα. Η αντιμετώπιση της Ελλάδας κατά τη δεκαετία 1965-1974 με τις μυωπικές αγκυλώσεις του εμφυλίου πολέμου και των αρχών της δεκαετίας του ΄50- όταν ο αμερικανός πρέσβης Πιουριφόι παρενέβαινε χυδαιότατα στην εσωτερική πολιτική- μετέτρεψε μια δήθεν ορθολογική επιλογή σε ανορθολογικό αταβισμό.
Μελετώντας μάλιστα και το ατομικό επίπεδο η συγγραφέας αναδεικνύει την απόλυτη ανεπάρκεια του αμερικανικού διπλωματικού προσωπικού, το οποίο (με ελάχιστες εξαιρέσεις) λειτουργούσε με «γνωστικές προδιαθέσεις» (στην πράξη παρωπίδες) που το εμπόδιζαν να αντιληφθεί τους μετασχηματισμούς της ελληνικής κοινωνίας. Αντιμετώπιζαν την Ελλάδα με τα στερεότυπα των προηγούμενων δεκαετιών, τους έλληνες πολιτικούς με την αλαζονεία της υπερδύναμης και αρνούνταν να καταβάλουν την παραμικρή διανοητική προσπάθεια ώστε να κατανοήσουν τις αλλαγές που είχαν σημειωθεί. Μοιραίοι άνθρωποι, γραφειοκράτες με περιορισμένη αντίληψη και έμμονες ιδέες, βρέθηκαν να επηρεάζουν τη ζωή της Ελλάδας για περισσότερο από μια δεκαετία. Η φανατισμένη αντιπαλότητα με τον Γεώργιο και τον Ανδρέα Παπανδρέου, που τεκμηριώνεται αναλυτικά στο βιβλίο (σελ. 193-272), αποτελεί το πιο κραυγαλέο παράδειγμα.

Ανεπαρκείς διπλωμάτες, γραφειοκράτες με περιορισμένη αντίληψη και έμμονες ιδέες βρέθηκαν να επηρεάζουν τη ζωή της Ελλάδας για περισσότερο από μία δεκαετία

«Ο τρελός γέρος και το νεαρό κάθαρμα»

Η άνοδος τον Νοέμβριο του 1963 της Ενωσης Κέντρου (Ε.Κ.) στην εξουσία, ύστερα από 11 χρόνια δεξιάς κυριαρχίας, μπορεί να βρισκόταν σε συνάφεια με τις ευρύτερες επιλογές της προεδρίας Κέννεντυ στις ΗΠΑ, κατέλαβε όμως εξ απροόπτου την αμερικανική πρεσβεία της Αθήνας, οι προεκλογικές αναφορές της οποίας προέβλεπαν άνετη επικράτηση του Κων. Καραμανλή.
Οι πυκνές εξελίξεις που ακολούθησαν μέσα σε λίγους μήνες- δολοφονία Κέννεντυ, αποχώρηση Καραμανλή από την πολιτική, θάνατοι του Σοφοκλή Βενιζέλου και του βασιλιά Παύλου, εκλογικός θρίαμβος του Γεωργίου Παπανδρέου τον Φεβρουάριο του 1964 και είσοδος του Ανδρέα Παπανδρέου στην πολιτική- υπονόμευσαν τις έως τότε σταθερές με τις οποίες λειτουργούσαν οι διπλωματικές και άλλες αμερικανικές υπηρεσίες στην Ελλάδα.
Η κυπριακή κρίση που ξέσπασε τον Δεκέμβριο του 1963, το συνακόλουθο ενδεχόμενο ενός ελληνοτουρκικού πολέμου και η αμερικανική μεσολαβητική παρέμβαση αποτέλεσαν το πεδίο όπου καταγράφηκε η πρώτη σύγκρουση της νέας αμερικανικής πολιτικής (υπό τον πρόεδρο Τζόνσον πλέον) με τους δύο Παπανδρέου, καθώς και με τον Μακάριο.

Από τον Ατσεσον... Την αμερικανική μεσολάβηση ανέλαβε ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Ντιν Ατσεσον με εμπειρία της περιοχής, καθώς είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εξαγγελία το 1947 του δόγματος Τρούμαν, γεγονός που καθόριζε όμως και τις «γνωστικές προδιαθέσεις» του. Για τον Ατσεσον ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν ένας «ξεμωραμένος» και «φλύαρος» γέρος τον οποίο επηρέαζε ο γιος του.
Αντίστοιχα όμως και ο Αν. Παπανδρέου, διαμορφωμένος με αναφορές στην (αντίπαλη προς τον Ατσεσον) ριζοσπαστική πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος, αναφέρει γι΄ αυτόν πως «δεν έκρυβε την υπερβολική του αυταρέσκεια που έφτανε τα όρια του ναρκισσισμού», ενώ «τα συμπτώματα του γεροντικού ξεμωράματος ήσαν αδιάψευστα».
Η στάση που υιοθέτησε, λίγα χρόνια αργότερα, ο Ατσεσον υπερασπιζόμενος τη χούντα και επηρεάζοντας προς την κατεύθυνση αυτή την κυβέρνηση Τζόνσον, μάλλον δικαιώνει την κρίση του Ανδρέα Παπανδρέου. Αρθρογραφώντας στους «Νew Υork Τimes» τον Δεκέμβριο του 1967 ο Ατσεσον ανέφερε ότι οι Ελληνες «τόσο οι αρχαίοι όσο και οι σύγχρονοι παρουσίαζαν σοβαρά προβλήματα όποτε πειραματίζονταν με μη αυταρχική εξουσία». Και προσέθετε: «Κανένας φίλος της Ελλάδας δεν θα επιθυμούσε να τη δει να επιστρέφει στη συνταγματική διακυβέρνηση των δύο Παπανδρέου, του τρελού γέρου και του νεαρού καθάρματος, που την οδηγούσαν στο χάος» (σελ. 223-224).

Από τα τέλη του 1964 και μετά ο Α. Παπανδρέου αναγορεύτηκε στον υπ΄ αριθμόν ένα εχθρό για τους αμερικανούς διπλωμάτες που ασχολούνταν με την Ελλάδα. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ετοίμασε ειδική ψυχαναλυτική μελέτη για την «παρανοϊκή προσωπικότητα» του Ανδρέα, ενώ ο επιτετραμμένος (και επικεφαλής της αμερικανικής πρεσβείας στη διάρκεια των Ιουλιανών) Νorbert Αnschutz τον χαρακτήριζε «φιλόδοξο, ανήθικο και συναισθηματικά ασταθή». Συμπλήρωνε μάλιστα πως αν ο Αν. Παπανδρέου κέρδιζε την εξουσία «θα έβγαζε την Ελλάδα από το ΝΑΤΟ και θα στρεφόταν προς το σοβιετικό μπλοκ» (σελ. 204), εικασία με την οποία ο Αnschutz προφανώς δικαιολογούσε την άμεση εμπλοκή του στην αποστασία και την εξαγορά βουλευτών.

Η δαιμονοποίηση του Α. Παπανδρέου την περίοδο που ακολούθησε την αποστασία προσέλαβε υστερικές διαστάσεις και τον Ιανουάριο του 1967 ο αμερικανός πρέσβης Φιλίπ Τάλμποτ ζήτησε από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ να οργανώσει η CΙΑ ειδική επιχείρηση για να περιοριστεί η επιρροή του Α. Παπανδρέου σε περίπτωση εκλογών. Το αίτημα απορρίφθηκε γιατί προφανώς κρίθηκε πως η μόνη αποτελεσματική επιχείρηση ήταν η ματαίωση των εκλογών και η κήρυξη δικτατορίας.
Και όταν αυτό πράγματι συνέβη, ο Τάλμποτ (παρ΄ όλο που από άλλους το περίμενε και άλλοι του προέκυψαν) δεν δίστασε να εκφράσει την ικανοποίησή του. «Η αποτυχία του πραξικοπήματος θα αποτελούσε περιέργως ακόμη μεγαλύτερη καταστροφή» έγραφε στις 23 Απριλίου σημειώνοντας ότι οι πραξικοπηματίες ανέλαβαν «να εξαγνίσουν την κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας». Και ύστερα από τρεις εβδομάδες διέκρινε ένα «αίσθημα ανακούφισης σε όλη την Ελλάδα» για το «δημοφιλές καθεστώς» που είχε επιβάλει η χούντα (σελ. 212-217).

...στον Νίξον. Ο απόλυτος εναγκαλισμός της δικτατορίας από την αμερικανική κυβέρνηση ολοκληρώθηκε στις αρχές του 1969 με την ανάληψη της εξουσίας από τον Ρίτσαρντ Νίξον, τον θλιβερότερο πρόεδρο των ΗΠΑ κατά τον 20ό αιώνα. Ηδη τον Μάρτιο του 1969 ο Νίξον και ο Κίσινγκερ δέχτηκαν στην Ουάσιγκτον σε επίσημη συνάντηση τον Στ. Παττακό, ο οποίος τους ανέλυσε την επικινδυνότητα του κομμουνισμού με αναφορά στους μύθους του Αισώπου (!). Ακολούθησε η πλήρης αποκατάσταση της στρατιωτικής συνεργασίας και η τοποθέτηση τον Ιανουάριο του 1970, ως πρεσβευτή στην Αθήνα του (ανοιχτά φιλοχουντικού) Ηenry Τasca, ο οποίος αποτελούσε προσωπική επιλογή του Τομ Πάππας (σελ. 238-239). Ο Τasca αντιμετώπιζε ως νόμιμη κυβέρνηση ακόμη και τα ανδρείκελα του Ιωαννίδη, ενώ ο ευθύνες του για το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου (με τις πράξεις αλλά και με τις παραλείψεις του) είναι τεράστιες.

Αλλά και ο επόμενος πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα, ο Jack Κubisch ο οποίος αντικατέστησε τον Τasca που απομακρύνθηκε κακήν κακώς μετά την πτώση της δικτατορίας, δεν διακρινόταν για την ιδιαίτερη ευθυκρισία του.
Θεωρούσε πως ο Αν. Παπανδρέου ήταν ο «αντιπαθέστερος Ελληνας μετά τον Ιωαννίδη και τον Παπαδόπουλο» και σχολιάζοντας το εκλογικό αποτέλεσμα της 17ης Νοεμβρίου 1974 υποστήριζε ότι ο Αν. Παπανδρέου «έχει γίνει πολιτικός εξόριστος στην ίδια του την πατρίδα» (σελ. 215). Η αμερικανική τύφλωση σε όλο της το μεγαλείο.

Οι σιωπές των αρχείων

Η δήλωση του προέδρου Κλίντον, το 1999, που θεωρήθηκε η έμμεση «συγγνώμη» για την πολιτική που ακολούθησαν οι ΗΠΑ απέναντι στη χούντα, προσέφερε επίσης και το ερμηνευτικό πλαίσιο για τις σχετικές επιλογές (τα «ψυχροπολεμικά τους συμφέροντα»). Προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν στη συνέχεια και οι επίσημες (και σαφώς επιλεκτικές) δημοσιεύσεις αμερικανικών διπλωματικών εγγράφων (FRUS), αρχικά για την περίοδο 1964- 1968 και σχετικώς πρόσφατα για την περίοδο 1969-1976. Παρουσιάζουν αναλυτικά την επίσημη αμερικανική πολιτική, επιχειρώντας να περιχαρακώσουν τις ευθύνες της αποκλειστικά και μόνο στη διακρατική συνεργασία με το δικτατορικό καθεστώς, παρακάμπτοντας και υποβαθμίζοντας άλλες ουσιαστικότατες όψεις της.

Οπως όμως είναι πλέον πολλαπλά τεκμηριωμένο, ο σταθμός της CΙΑ και η επίσημη αμερικανική διπλωματική αποστολή στην Αθήνα λειτουργούσαν ως δυο παράλληλες «πρεσβείες» με κατά περίπτωση εναλλασσόμενη πρωτοκαθεδρία.

Είναι π.χ. γνωστό ότι η CΙΑ διέθετε πλήρη ενημέρωση για τις κινήσεις της χούντας πριν από τις 21 Απριλίου, αλλά η τελευταία γνωστή ενημέρωση προς τον αρμόδιο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ χρονολογείται τον Δεκέμβριο του 1966. Εκτοτε, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του Χαρ. Λαγουδάκη, ακολούθησε σιωπή. Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι επί τέσσερις μήνες ο σταθμός της CΙΑ στην Αθήνα κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου. Ομως τα αντίστοιχα αρχεία παραμένουν ερμητικά κλειστά. Γιατί προφανώς μόνον έτσι ο (πραγματικός) αιφνιδιασμός της αμερικανικής πρεσβείας στις 21 Απριλίου μπορεί να εκληφθεί ως η μόνη αμερικανική αντίδραση στο πραξικόπημα.

Αντίστοιχες παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν και για την αμερικανική πολιτική στο ζήτημα της Κύπρου, όσον αφορά το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή.
Παρ΄ όλο που στο ζήτημα αυτό οι πληροφορίες που έχουν διαρρεύσει υποδεικνύουν την ενεργό παρέμβαση της CΙΑ (στην οποία ο αμερικανός πρεσβευτής είχε εκχωρήσει τις επαφές με τον Ιωαννίδη) και πάλι τα σχετικά αρχεία παραμένουν κλειστά.

Δυστυχώς όμως οι προηγούμενες επισημάνσεις για επιλεκτική δημοσιοποίηση των πηγών θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με ειρωνεία και υπεροψία από τους υπευθύνους των αμερικανικών αρχείων. Αυτοί τουλάχιστον έχουν δώσει στη δημοσιότητα έναν μεγάλο όγκο εγγράφων και έχουν συλλέξει πλήθος προφορικών μαρτυριών, τη στιγμή που τα αρχεία του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών παραμένουν κλειστά και ο φάκελος της Κύπρου ύστερα από 35 χρόνια, επτασφράγιστο μυστικό.

Υπέρ της χούντας

Ο απόλυτος εναγκαλισμός της δικτατορίας από την αμερικανική κυβέρνηση ολοκληρώθηκε στις αρχές του 1969 με την ανάληψη της εξουσίας από τον Ρίτσαρντ Νίξον, που τον Μάρτιο του 1969 μαζί με τον υπουργό Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ (δεξιά στη φωτό) δέχτηκαν στην Ουάσιγκτον σε επίσημη συνάντηση τον χουντικό αντιπρόεδρο Στυλιανό Παττακό, ο οποίος τους ανέλυσε την επικινδυνότητα του κομμουνισμού με αναφορά στους μύθους του Αισώπου (!)

Κατά των Παπανδρέου

«Κανένας φίλος της Ελλάδας δεν θα επιθυμούσε να τη δει να επιστρέφει στη συνταγματική διακυβέρνηση των δύο Παπανδρέου, του τρελού γέρου και του νεαρού καθάρματος, που την οδηγούσαν στο χάος», έγραψε στους «Νew Υork Τimes» τον Δεκέμβριο του 1967 ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Ντιν Ατσεσον, υπερασπιζόμενος τη χούντα και επηρεάζοντας προς την κατεύθυνση αυτή και την κυβέρνηση Τζόνσον

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2008

Έλληνας ως την άκρη των δακτύλων, όπως ο Θεμιστοκλής και ο Καραϊσκάκης.




Τα απόρρητα αρχεία του βρετανικού Φόρεϊν Όφις για την Ελλάδα του 1978
Μεγάλο ενδιαφέρον για το ΠΑΣΟΚ και συγκεκριμένα για τον αρχηγό του, Ανδρέα Παπανδρέου, επεδείκνυε το 1978 η βρετανική διπλωματία, όπως προκύπτει από τα αποχαρακτηρισθέντα εμπιστευτικά αρχεία του υπουργείου Εξωτερικών, που αφορούν στην περίοδο πριν από 30 χρόνια.

Οι Βρετανοί διπλωμάτες της πρεσβείας στην Αθήνα και του Φόρεϊν Όφις στο Λονδίνο σημείωναν ότι η ενίσχυση του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1977, που το είχε φέρει στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, καθιστούσε επιτακτική την ανάγκη δημιουργίας επαφών με το κόμμα και τον Παπανδρέου, έστω και αν επρόκειτο για έναν «απρόβλεπτο ατομιστή» ή έναν «πολιτικό χωρίς ηθικές αξίες», σύμφωνα με ορισμένα σχόλια.



Ο τότε Βρετανός πρέσβης στην Αθήνα σερ Μπρούκς Ρίτσαρντς επιδιώκει και κλείνει συνάντηση με τον Ανδρέα Παπανδρέου στο Κάστρι, όπου συνομιλούν για μια ώρα. Ακολούθως, σε εμπιστευτική του αναφορά γράφει για τον Ανδρέα Παπανδρέου:


«Σε αυτή τη φάση το κόμμα εξακολουθεί να είναι ο Ανδρέας Παπανδρέου, και ο Ανδρέας Παπανδρέου είναι η πλέον ευφυής, λαμπρή αλλά και η πλέον διφορούμενη προσωπικότητα στην πολιτική σκηνή της σύγχρονης Ελλάδας. Παρά το γεγονός ότι έχει ζήσει την μισή ζωή του μέχρι σήμερα στην Αμερική παραμένει Έλληνας μέχρι τα άκρα των δαχτύλων του.


» Δεν νομίζω ότι μπορεί να θεωρείται σοσιαλιστής. Ο Ανδρέας Παπανδρέου είναι όπως ο Θεμιστοκλής, ο οποίος αφού έσωσε την πόλη - κράτος της Αθήνας από τους Πέρσες, αυτομόλησε στον εχθρό ή όπως ο Καραϊσκάκης, ο οποίος στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου έλεγε: 'Όποτε θέλω είμαι άγγελος και όποτε θέλω είμαι διάβολος'. Στις αντικοινοτικές θέσεις που έχει ο Ανδρέας Παπανδρέου υπάρχουν περιθώρια για να κάνει διορθώσεις, αλλά η εχθρότητα που έχει εναντίον της Αμερικής και του ΝΑΤΟ είναι θεμελιώδης. Το όραμά του είναι για μια Ελλάδα αδέσμευτη, ουδέτερη που θα μπορεί να ζει με τις δικές της δυνατότητες και με τα πετροδολάρια του Καντάφι».


Ο Βρετανός πρέσβης επισημαίνει επίσης στην αναφορά του ότι στην ερώτησή του προς τον Ανδρέα Παπανδρέου πώς βλέπει την μελλοντική διάρθρωση του πολιτικού τοπίου στην Ελλάδα, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ απάντησε ότι δεν βλέπει να έχουν μέλλον τα κόμματα της ΕΔΗΚ και του ΚΚΕ εσωτερικού, τα περιφερειακά σοσιαλιστικά κόμματα. Για το ΚΚΕ εξωτερικού πρόβλεψε ότι δεν θα μπορέσει ποτέ να ξεπεράσει το ποσοστό του 12%.


Ένα εμπιστευτικό έγγραφο της βρετανικής πρεσβείας στην Ουάσιγκτον αποκαλύπτει ότι στις αρχές του 1978 τους επισκέφθηκε ο ελληνικής καταγωγής πράκτορας της CIA Τζορτζ Φιδάς και τους ενημέρωσε για τις πληροφορίες που είχε και για τις εκτιμήσεις του σχετικά με τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Ο Τζορτζ Φιδάς είπε στους Βρετανούς επισήμους ότι δύο παράγοντες ανέβασαν τα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1977: Η απήχηση του Ανδρέα Παπανδρέου στους αγρότες, οι οποίοι ήταν φοβισμένοι με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα γιατί είχαν δυσκολίες να πωλούν τα προϊόντα τους και η σχετικά μεγάλη αποχή η οποία ευνόησε τα αριστερά κόμματα.



Μεγάλη έκταση στα αρχεία αφιερώνεται στην επίσκεψη του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή στο Λονδίνο, όπου είχε συνάντηση με τον ομόλογό του, Τζέιμς Κάλαχαν, με σκοπό να ζητήσει την επίσπευση των διαδικασιών ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Οι Βρετανοί που τάσσονταν υπέρ της ελληνικής ένταξης χωρίς ωστόσο να βιάζονται, εξέταζαν επίσης σε βάθος τις ελληνοτουρκικές διαφορές. Μεγαλύτερη έμφαση δινόταν στις εξελίξεις στο Αιγαίο και στην προσπάθεια της Ελλάδας για τη δημιουργία ενός καθεστώτος ειδικής σχέσης με το ΝΑΤΟ, μετά την αποχώρησή της το ’74 από το στρατιωτικό σκέλος της συμμαχίας – ειδική σχέση στην οποία εναντιωνόταν η τουρκική κυβέρνηση του Μπουλέντ Ετσεβίτ.

Συχνές είναι επίσης οι αναφορές στις πρώτες ενδείξεις εσωκομματικών τριβών και διχόνοιας στους κόλπους της Νέας Δημοκρατίας, ενώ οι εκτιμήσεις συνέκλιναν στην περαιτέρω μείωση της επιρροής κομμάτων όπως η ΕΔΗΚ και το ΚΚΕ Εσωτερικών, περιορίζοντας τις επιλογές των κυβερνώντων Εργατικών στη Βρετανία για έναν συνομιλητή με παρόμοια ιδεολογία στην Ελλάδα. Εξεταζόταν επίσης το κατά πόσο το ΚΚΕ Εξωτερικού του Χαρίλαου Φλωράκη ήταν δυνατό να αποσπαστεί έστω και λίγο από τη γραμμή της Μόσχας ή να επανενωθεί με το ΚΚΕ Εσωτερικού.

Εντονότατη αποκαλύπτεται επίσης η κινητοποίηση της κυβέρνησης του Λονδίνου να πείσει την ελληνική κυβέρνηση για την αγορά σύγχρονων βρετανικών αρμάτων μάχης.

Το φαινόμενο ΠΑΣΟΚ και ο «οπορτουνιστής» αρχηγός με τα πολλά πρόσωπα

Σε μια προσπάθεια να οριστεί το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα που είχε πλέον την ψήφο του 25% των Ελλήνων, προς έκπληξη των Βρετανών Εργατικών που βρίσκονταν στην εξουσία, ο Βρετανός πρέσβης στην Αθήνα σερ Μπρουκ Ρίτσαρντς το περιγράφει ως ένα «μη-δογματικό μαρξιστικό κόμμα που στοχεύει σε μια ειρηνική μεταμόρφωση μέσω σημαντικών διαρθρωτικών αλλαγών που θα διασφαλιστούν με ένα νέο Σύνταγμα». Η δημοτικότητα του κόμματος κατά τους Βρετανούς αυξανόταν συνεχώς και μόλις πέντε μήνες μετά τις εκλογές θα μπορούσε να εξασφαλίσει σε μια νέα εκλογική μάχη το 30% των ψήφων του εκλογικού σώματος, «αλλά όχι το 35% όπως υποστήριξε σε συνέντευξή του στους Νιου Γιορκ Τάιμς ο ηγέτης του». Η ενίσχυση αυτή αποδιδόταν εν μέρει στη διαίρεση της ΕΔΗΚ, καθώς όπως σημειώνεται «σε κανέναν Έλληνα δεν αρέσει να υποστηρίζει το χαμένο».

Σε έγγραφο που αναφέρεται σε εκτιμήσεις της αμερικανικής CIA για την επάνοδο στο πολιτικό προσκήνιο του Ανδρέα Παπανδρέου, τονίζεται ότι το ενδεχόμενο ανάδειξής του ως επικρατέστερου διαδόχου στην εξουσία του Καραμανλή είναι «ένας πιθανός λόγος για μια αντισυνταγματική κίνηση υποστηρικτών της άκρας δεξιάς». Πάντως σε πολλές εμπιστευτικές αναφορές προς το Φόρεϊν Όφις οι Βρετανοί διπλωμάτες στην Ελλάδα επικαλούνται κορυφαίους Έλληνες πολιτικούς που θεωρούν ότι ο φόβος μιας νέας στρατιωτικής κατάλυσης του πολιτεύματος είναι πολύ πιο περιορισμένος σε σχέση με το 1967 – αν και όχι ανύπαρκτος.

Mεταξύ των παραγόντων που συνετέλεσαν στην ενίσχυση του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του ’77 σημειώνονται η αποχή και ο φόβος πολλών αγροτών από τις εξαγγελίες Καραμανλή περί ένταξης στην ΕΟΚ. Ο Παπανδρέου είχε κατορθώσει επίσης να εμφανιστεί πιο μετριοπαθής «περιορίζοντας τις χτυπητές μαρξιστικές θέσεις του προγράμματος του 1974», διατηρώντας ωστόσο παράλληλα την υποστήριξη πιο ριζοσπαστικών στοιχείων.

Στο ερώτημα τι θα ψήφιζε ένας οπαδός των Εργατικών αν μεταφερόταν στην Ελλάδα η απάντηση είναι «ξεκάθαρα ΠΑΣΟΚ», γράφει η βρετανική πρεσβεία, καθώς είναι ο κυριότερος εκπρόσωπος του σοσιαλισμού στην Ελλάδα, αν και μακριά από το ευρωπαϊκό πρότυπο της σοσιαλδημοκρατίας. Αν και το κόμμα λειτουργεί υπό έναν «απρόβλεπτο ατομιστή», στην Ελλάδα οι προσωπικότητες υποκαθιστούν τα προγράμματα, σχολιάζεται χαρακτηριστικά.