Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αποχαιρετισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αποχαιρετισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2021

''Our Mikis has gone''












RAI


 




Ria Novosti (Ρωσία)


Novosti  (Σερβία) 









Anadolu (Τουρκία)








El Tiempo (Κολομβία) 


Gramma (Κούβα)

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2018

Γιώργος Σκούρτης 1940 -2018



Μίνα. Έλα, πάψε, κάτι θα γίνει.
Βασίλης. Πότε; Σαράντα χρόνια ξυπνάω απ` τα χαράματα! Από μωρό παιδί στο πεζοδρόμιο.Οκτώ χρονών κουβάλαγα σίδερα, δέκα φορτωνόμουν κασόνια, είκοσι στη λαχαναγορά, τριάντα στο ταξί νυχτέρι, σαράντα άνεργος και πεινασμένος! Πότε θα γίνει αυτό το κάτι; Πότε; Κάναμε και το σουβλατζίδικο, βλέπεις, να γίνουμε αφεντικά! Λες κι έπεσε κατάρα! Λες κι έπεσε πανούκλα! Λες και βγήκε σήμα "μην τρώτε πια σουβλάκια". Λες και βάζαμε σκατά, αντί για τον καλύτερο κιμά! Αλλά ίσως γι αυτό...Τον είδες τον άλλον; Έφτιαχνε, λέει, σουβλάκια με σάπια εντόσθια και μασέλες. Πουτάνα κοινωνία! Και του ρίξανε μονάχα οχτώ μήνες! Εμένα μού ρίξανε σαράντα χρόνια, αυτουνού οχτώ μήνες, θα πληρώσει, πάει ελεύθερο πουλί...Αύριο άλλη κομπίνα, μεθαύριο άλλη κονόμα! Εμείς τίποτα! Ούτε μια κομπίνα! Ούτε για μια κομπίνα δεν είμαστε άξιοι! Βάλαμε τον καλύτερο κιμά, κατάλαβες; Σαν τον πατέρα μου στην κατοχή...όλοι πουλάγανε πίτουρα και κιμωλία για αλεύρι στη μαύρη αγορά κι ο γέρος μου, φούρναρης πράμα, τσουβάλια το κάτασπρο αλεύρι το έδινε τζάμπα! Τσάμπα! Μέχρι και οι μαυραγορίτες κάνανε ουρά έξω από το σπίτι μας και μετά το πουλάγανε χρυσάφι το γραμμάριο! 
Μίνα. Έλα, μωρέ Βασίλη...Μη στεναχωριέσαι!
Βασίλης. Βασίλης! Να `ταν κι άλλος. Τον φάγανε τον Βασίλη! Τον έφαγε η μαρμάγκα τον Βασίλη! ...Πούστικο χρήμα! 


Το απόσπασμα του "Ανέργου" προέρχεται από το έργο  του Γιώργου Σκούρτη, "Κομμάτια και Θρύψαλα". Ανέβηκε για πρώτη φορά το Δεκέμβρη του `76 στο Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν.  Ο Γιώργος Σκούρτης, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός και μεταφραστής, πέθανε σήμερα σε ηλικία 78 ετών. 

Θεοδωράκης, Σκούρτης, Παυλάτου, Κουν



η πρώτη φωτογραφία, από την παράσταση του 2010 σε σκηνοθεσία Γιώργου Αρμένη. Η δεύτερη από το Ποντίκι. Η τελευταία, από εδώ

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018

Το κουτί


Τον είχα συναντήσει δυο- τρεις φορές τυχαία. Την τελευταία, πριν αρκετά χρόνια προγραμματισμένα. Βρεθήκαμε κάπου στην Πλάκα, για πολύ λίγο. Πρωί. Ίσα -ίσα για να πιούμε ένα καφέ, να πούμε δυο κουβέντες και για να φωτογραφήσω αυτό που ήταν η αφορμή της συνάντησής μας: ένα παλιό κουτί από Συριανά λουκούμια που ήξερα ότι είχε στο αρχείο του, τού το είχα ζητήσει και με πολλή προθυμία μού είχε φέρει.
Έτσι, πέρα από τα τραγούδια, την ποίηση και τα μυθιστορήματα, θα θυμάμαι τον Μάνο Ελευθερίου, τον Συριανό, γι αυτό το κουτί, που αν και παλιό, μύριζε μέχρι εκείνη τη μέρα λουκούμι.


Ο Μάνος Ελευθερίου, πέθανε χθες σε ηλικία 80 ετών.

Η φωτογραφία του κουτιού, είχε αναρτηθεί σε ποστ του 2011

Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2017

Λούλα Αναγνωστάκη 1934-2017


(Στη σκηνή βρίσκονται η ΑΛΙΚΗ και ο ΑΝΤΟΝΙΟ. Ο φωτισμός είναι χαμηλός και κόκκινος. Η ΑΛΙΚΗ ειναι καθισμένη σε μια καρέκλα σε πρώτο πλάνο, απέναντι στην πλατεία. Φορά ένα κλειστό μαύρο φόρεμα. Κρατά το μέτωπό της σαν να θέλει να συγκεντρωθεί. Ο ΑΝΤΟΝΙΟ, στο βάθος, ζωγραφίζει αργά, με κόπο. Η ΑΛΙΚΗ αφήνει να πέσει το χέρι της, ανασηκώνει το κεφάλι, κοιτάζει ίσια μπροστά της. Το πρόσωπο της είναι σα μασκα. Μοιάζει σχεδόν σα μια γριά γυναίκα. Παύση. Έπειτα αρχίζει να μιλά χωρίς ν' αλλάξει έκφραση και κοιτάζοντας πάντα μποστά της. )

ΑΛΙΚΗ: Αντόνιο. Αντόνιο εδώ είσαι; Έλα να καθίσεις δίπλα μου. Έλα, σου λέω! Δεν έχουμε καιρό για χάσιμο. Οι άλλοι θα γυρίσουν από στιγμή σε στιγμή και δε θα είμαστε πια μόνοι. Δε θα μπορούμε να μιλήσουμε ο ένας στον άλλον. Δεν έχουμε καιρό. Έλα. (Παύση) Δεν έχω καιρό. Είμαι βιαστική- γερνάω. Πόσο χρονών είσαι εσύ; Είκοσι; Εικοσιδύο. Σε σένα δεν έχει σημασία η ηλικία. Γι` αυτό σ` αγαπώ. Δε θα μεγαλώσεις ποτέ. Δε θα φύγεις ποτέ μακριά από τη μαμά σου. Την καλή-γριά μαμά σου. (Άργα) Έλα λοιπόν που σού λέω! Δεν έχουμε καιρό! Έλα, πρέπει ν` αρχίσουμε. (Παύση) Αχάριστο πλάσμα. Ξεχνάς τί ήσουν όταν σ` έφερα εδώ. Ένα ζώο. Ένα ζώο που τρεμούλιαζε στη γωνιά του δρόμου. Κι εγώ σού έμαθα να ντύνεσαι, να τρως, να ζωγραφίζεις, να σκέφτεσαι. Να μιλάς. Ναι ακόμα και να μιλάς σου έμαθα. Μίλα! Τώρα! (Παύση) Αχάριστε. Δε λες λέξη. Αναρωτιέμαι τί θα ήσουν χωρίς εμένα. Ένα σκυλί που του πετούν πέτρες. (Ξεσπά) Ώρες- ώρες μού 'ρχεται ν' ανοίξω την πόρτα και να σε πετάξω έξω! Έτσι. Να σ' ακούσω να γαβγίζεις μέσα στην κρύα νύχτα. Το ξέρεις πως μ' έχεις ανάγκη; Με χρειάζεσαι! Το ξέρεις ναι ή όχι; (Παύση) Εντάξει κι εγώ σε έχω ανάγκη. Έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλον. Το παραδέχομαι. Τί ήμουν πριν σε φέρω εδώ; Μια γριά έρημη γυναίκα. Τέτοια ήμουν πάντα- σε όλη μου τη ζωή- έτσι γεννήθηκα. Ακόμα κι όταν ζούσα με τους γονείς μου. Ακόμα κι όταν ζούσα με τον άντρα μου. Ο άντρας μου μού το λεγε από τον πρώτο κιόλας καιρό και ήμουν δεν ήμουν είκοσι χρονών τότε. Είσαι μια γριά έρημη γυναίκα, μού έλεγε. Γριά και άσχημη. Μια μέρα θα σε εγκαταλείψω. Θα φύγω και δε θα με ξαναδείς. Κι οι φίλοι μου μού το έλεγαν κι εκείνοι. Ή μάλλον όχι- δε θυμάμαι πια. Δεν θυμάμαι αν αυτοί μού το έλεγαν. Το σκέφτονταν όμως, όσο γι αυτό είμαι βέβαιη. Το σκέφτονταν. Κι όταν εκείνος, ο άντρας μου έφυγε, τότε σίγουρα το σκέφτηκαν γι άλλη μια φορά. Το είδα στα μάτια τους. Δε γελιέμαι εγώ. Όμως είχα γνωρίσει κάποτε μια γυναίκα που ήταν χαρούμενη κι όμορφη. Η πιο χαρούμενη κι όμορφη γυναίκα που είδα ποτέ στη ζωή μου. Έμενε πλάι απο το πατρικό μου σπίτι. Κι είχε ένα παράξενο όνομα. Αμίνα. Έτσι την έλεγαν. Η μητέρα μου έλεγε: Πήγαινε στο παράθυρο να δεις την Αμίνα. Η Αμίνα βγήκε στο μπαλκόνι. Η Αμίνα φορά το άσπρο της φόρεμα. Η Αμίνα έκανε τα μαλλιά της κοτσίδα. Και μια μέρα μού είπε: Η Αμίνα κρεμάστηκε γιατί την άφησε ο άντρας της.
(Γελά σιγά)
Μια γριά έρημα γυναίκα. Πάντα. Σε όλη μου τη ζωή. Τριγύριζα στ' άδεια πάρκα. Στους άδειους δρόμους. Στ΄'αδεια σπίτια. Παντού πάρκα και δρόμοι. Σπίτια Φωνές. Άνθρωποι. Ποτέ δεν ένιωθα καλά με τους ανθρώπους. Πώς μπορεί να νιώθει κανείς καλά μαζί τους όταν- όταν υπάρχει αυτή η έλλειψη συντονισμού στις σχέσεις τους. Συντονισμός! Αυτό ακριβώς. Αντόνιο, τη βρήκα τη λέξη! Όλα μπορεί κανείς να τ` αντέξει στη ζωή. Γιατί όλα έγιναν για να σε βασανίζουν- στο τέλος συνηθίζεις. Το ανυπόφορο είναι πως πρέπει να τ' αντέξεις μονάχος. Οι άλλοι δεν μπορούν ποτέ να σε φτάσουν στη δυστυχία σου. Οι άλλοι αισθάνονται πάντα διαφορετικά από σένα- ακόμα κι αν λεν πως σ' αγαπούν- ακόμα κι αν λεν πως θέλουν να σε βοηθήσουν-πάντα ο πόνος τους θα είναι λιγότερος απ' το δικό σου. Είναι άδικο, δεν είναι; Εγώ δεν μπορώ να το υποφέρω. Εγώ όταν είμαι δυστυχισμένη θέλω όσοι με τριγυρίζουν να είναι και εκείνοι το ίδιο δυστυχισμένοι όπως εγώ. Για αυτό και φροντίζω να γίνουν. Τους βασανίζω, Αντόνιο, καταλαβαίνεις; Τους βασανίζω. Γιατί δεν τους ζητάω συμπόνια. Δυστυχία όση και η δική μου, τους ζητάω, στον ίδιο βαθμό, ούτε τόσο δα λιγότερη. Και δυστυχία αληθινή μόνο για δική τους αιτία μπορούν να νιώσουν, ποτέ για ξένη. Γι' αυτό και τους τη δίνω: την αιτία. Για να μη μείνω μόνη και αβοήθητη σε τέτοιες στιγμές. Είμαι σαν εκείνη τη γυναίκα που όταν πέθανε το παιδί της, σκότωσε το παιδί της αδελφή της για να έχει αληθινό σύντροφο στον πόνο της. Συντονισμός! (Γελά ανόρεχτα) Όμως πώς να τους το εξηγήσεις αυτό- πώς να τους δώσεις να καταλάβουν. Τα ηλίθια μούτρα τους- τα άδεια τους μάτια- οι στριγγλιάρικες φωνές τους. Θαρρώ πως ο μόνος που το κατάλαβε ποτέ ήσουν εσύ. Γι αυτό και σε έχω τόσο ανάγκη. Μη μ' αφήσεις ποτέ Αντόνιο! Μη μ' αφήσεις. Μη βγεις ποτέ μονάχος έξω τη νύχτα! (Κοιτάζει γύρω της) Τα παγωμένα δωμάτια. Το σκοτάδι. Εγώ κι εσύ είμαστε ένα τώρα. Βλέπεις πριν με γνωρίσεις δεν ήξερες τίποτα και τα 'μαθες όλα από μένα. Τώρα εσύ και εγώ είμαστε το ίδιο. Κλαίμε μαζί, χαιρόμαστε μαζί, έχουμε τα ίδια αισθήματα για τους άλλους κι όλα αυτά στον ίδιο βαθμό.Ούτε τόσο δα παρά κάτω ο ένας από τον άλλον. Ο συντονισμός. Τί σού έλεγα; Θυμήσου αυτή τη λέξη όσο κι αν είναι δύσκολη για σένα. Τότε που είχε πέσει το πριόνι και σού 'χε κόψει βαθιά το πόδι κι έτρεχε αίμα και ούρλιαζες και το πήρα κι εγώ κι έκοψα το δικό μου βαθιά- πονούσαμε μαζί, θυμάσαι, δεν ήσουν μόνος. Κανείς στον κόσμο δεν πέτυχε αυτό που πετύχαμε εμείς οι δυο. (Από ένα σημείο και πέρα ο ΑΝΤΟΝΙΟ έχει αρχίσει να τακτοποιεί τα χαρτιά του. Σηκώνεται αργά, πλησιάζει την ΑΛΙΚΗ, έχει πάρει μια καρέκλα και κάθεται. Είναι και οι δυο με τα πρόσωπα προς την πλατεία, στο προσκήνιο και κολλητά σχεδόν ο ένας στον άλλον. Το πρόσωπο της ΑΛΙΚΗΣ έχει μεταμορφωθεί. Το έχει πλημμυρίσει η τρυφερότητα) Ήρθες- ήρθες αγόρι μου. Δώσε μου το χέρι σου. Μικρό μου, τρυφερό χεράκι. Τί βλέπω; Τα δάχτυλά σου είναι γρατσουνισμένα. Τί έκανες πάλι, ε; Θα σε μαλώσω. Ξέρω, ξέρω τί κάνεις όταν δε σε βλέπω. Σκαρφαλώνεις τα μεσάνυχτα ως τις χελιδονοφωλιές και κλέβεις τα αυγά τους. Αυτό δεν κάνεις; Κακό παιδί, γι αυτό τα χέρια σου έχουν όλο γρατσουνιές. Έλα, αστεία το είπα, εσύ δεν κάνεις ποτέ τέτοια πράγματα. Εσύ δεν βγαίνεις ποτέ τις νύχτες έξω σαν τα άλλα αγόρια της ηλικίας σου. Εσύ δεν παρατάς τη γριά μάνα σου μόνη. (Παύση. Η ΑΛΙΚΗ αφαιρείται απότομα και κοιτάζει μπροστά της ακίνητη. Έπειτα στρέφεται προς την πόρτα. Η έκφρασή της αλλάζει πάλι) Όμως χάνουμε χρόνο. Δεν έχουμε καιρό. Και πρέπει να μιλήσουμε οι δυό μας, πριν έρθουν οι άλλοι. Τους ακούς; Έρχονται. Εγώ τους ακούω κιόλας. Εμπρός, μίλα. Θέλω ν' ακούσω τη δική σου φωνή. Τί μέρα έχουμε σήμερα;

ΑΝΤΟΝΙΟ: Κυριακή.

Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από το έργο της Λούλας Αναγνωστάκη “Αντόνιο ή το μήνυμα”. (1972) Η σπουδαία θεατρική συγγραφέας, πέθανε σήμερα, Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2017 σε ηλικία 83 ετών. Ήταν η μικρότερη αδελφή του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη και σύζυγος του ψυχιάτρου και συγγραφέα Γιώργου Χειμωνά. 


Η φωτογραφία, του Σπύρου Κατωπόδη. 

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2016

La historia se absolverá?


Δε γεννήθηκα επαναστάτης, γεννήθηκα όμως αντάρτης. Νομίζω ότι πολύ νωρίς, στο σχολείο, στο σπίτι μου άρχισα να βλέπω και να ζω πράγματα που ήταν άδικα. Είχα γεννηθεί σε μια μεγάλη ιδιοκτησία και ήξερα πώς ήταν τα πράγματα. Έχω μια ανεξίτηλη εικόνα του πώς ήταν ο καπιταλισμός στην επαρχία. Δε θα σβήσουν ποτέ απο το μυαλό μου οι εικόνες τόσων ταπεινών ανθρώπων, εκεί στο Μπριαν, πεινασμένων, ξυπόλυτων, που ζούσαν εκεί στα πέριξ, ειδικά των εργατών στις μεγάλες αμερικάνικες επιχειρήσεις ζάχαρης, όπου η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη, που έρχονταν να ζητήσουν από τον πατέρα μου να τους βρει κάποια λύση. Ο πατέρας μου δεν ήταν εγωιστής ιδιοκτήτης.


Επίσης έπεσα θύμα ορισμένων πραγμάτων. Κι άρχισα να αποκτώ κάποιες αντιλήψεις περί δικαιοσύνης και αξιοπρέπειας, ορισμένες αξίες. Έτσι λοιπόν διαμορφώθηκε ο χαρακτήρας μου, μέσα από τα ζόρια που πέρασα, δυσκολίες που χρειάστηκε να υπερπηδήσω, συγκρούσεις που αντιμετώπισα, αποφάσεις που πήρα, εξεγέρσεις...Και όσο με αφορά αρχίζω να αμφισβητώ όλη εκείνη την κοινωνία, κανονικά, μαθαίνω να σκέφτομαι με κάποια λογική, να αναλύω τα πράγματα. Χωρίς κανείς να με βοηθήσει. Πολύ νωρίς όλες αυτές οι εμπειρίες μ' έκαναν να θεωρώ αδιανόητη την κακομεταχείριση, την αδικία ή την απλή ταπείνωση άλλου ανθρώπου. Άρχισα να αποκτώ συνείδηση. Ποτέ δεν αποδέχτηκα την κακομεταχείριση. Απέκτησα βαθιά αίσθηση δικαιοσύνης, μια ηθική, μια αίσθηση ισότητας. Όλα αυτά, μαζί με μια ιδιοσυγκρασία αναμφισβήτητα αντάρτικη, πρέπει να άσκησαν μεγάλη επιρροή στην πολιτική και επαναστατική μου κλίση.


Κάποιες ιδιαίτερες συνθήκες της ζωής μου με έκαναν να αντιδράσω έτσι. Πέρασα κάποια ζόρια από πολύ νωρίς και άρχισα να αποκτώ, ίσως γι αυτό, στόφα αντάρτη. Λένε για τους “επαναστάτες χωρίς αιτία”· αλλά εγώ νομίζω όταν θυμάμαι, ότι ήμουν επαναστάτης με πολλές αιτίες και ευχαριστώ τη ζωή που συνέχισα όλον αυτόν τον καιρό να είμαι επαναστάτης. Ακόμα και σήμερα και ίσως ακόμα πιο δικαιολογημένα, επειδή έχω περισσότερες ιδέες επειδή έχω περισσότερη εμπειρία, επειδή έμαθα πολλά από τον ίδιο μου τον αγώνα και καταλαβαίνω καλύτερα αυτή τη γη που γεννηθήκαμε κι αυτόν τον κόσμο όπου ζούμε.


Από το βιβλίο του Ιγνάσιο Ραμονε, “Εκατό ώρες με τον Φιντέλ- Βιογραφία σε δύο φωνές” των εκδόσων Πατάκη.


O Fidel Castro, πέθανε χθες, 25 Νοεμβρίου 2016. Γεννήθηκε στο Μπιράν της επαρχίας Οριέντε της Κούβας, στις 13 Αυγούστου του 1926 

*Η ιστορία θα τον δικαιώσει; (Από την περίφημη φράση -"La Historia me absolvera"- του Φιντέλ με την οποία έκλεισε την απολογία του στη δίκη για την επίθεση στο φρούριο Μονκάδα)

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2016

Εν πλω



Βρήκα μια ήσυχη και απάνεμη γωνιά κοντά στην πρύμνη και βολεύτηκα όσο καλύτερα μπορούσα. Η θητεία μου στα βαπόρια με βοηθάει κάτι τέτοιες στιγμές.
Σε λίγο ένας νέος άντρας με πλησίασε χαμογελώντας.
Ακούμπησε μια ψεύτικη Samsonite δίπλα μου, κούνησε το κεφάλι σαν να συμφωνούσε σε κάτι και ξεκίνησε να περπατάει λες και ήταν αρμόδιος να ελέγξει αν όλα πάνω στο βαπόρι λειτουργούσαν σύμφωνα με τους κανονισμούς.
Κάποια στιγμή με ρώτησε αν θέλω μπύρα, γιατί θα πήγαινε να πάρει μια για τον εαυτό του. Ήθελα, κι αυτό του έδωσε μεγάλη χαρά. Ρώτησε και τη μεσόκοπη γυναίκα που καθόταν με το κεφάλι γερμένο στην παλάμη αν χρειάζεται κάτι, γιατί πράγματι έδειχνε να χρειάζεται κάτι.
-Φοβάμαι, παιδάκι μ΄...Κουνάει και φοβάμαι. Την παρηγόρησε γιατί κατάλαβε πως αυτό χρειαζόταν η γυναίκα.
Έφερε τις μπύρες, τις ήπιαμε και μετά άνοιξε την τσάντα, έβγαλε τους Σατανικούς στίχους και άρχισε να διαβάζει. Αυτό με εξέπληξε περισσότερο από την μπίρα κι απ' όλη τη μέχρι τώρα στάση του.
Κάθε τόσο αναποδογύριζε το βιβλίο, για να φέρει μια σακούλα να 'χει να ξεράσει κάποιος ή ένα ποτήρι νερό για να πιει. Διάβαζε αλλά το βλέμμα του έπαιζε ολόγυρα, μήπως ξαφνικά κάποιος χρειαστεί κάτι.
Εφτά χρόνια δούλευε στην Κω και μιλούσε για τη ζωή του νησιού με τέτοια γνώση, που με μπέρδεψε τελείως και δεν μπορούσα να συμπεράνω με τί καταγινόταν. Τώρα πήγαινε στη Σάμο, για να βοηθήσει τον αδελφό του στον τρύγο.
Αργά τη νύχτα το βαπόρι έφτασε στο νησί που θα κατέβαινα κι ετοιμάστηκα. Λυπόμουν που σε θα μάθαινα ποτέ τί σκατά έκανε ο τύπος τόσα χρόνια στη Κω.
Τη στιγμή που αποχαιρετιόμασταν, γέλασε:
-Είμαι υπάλληλος στις φυλακές.
Δεν κατάλαβα και το κατάλαβε.
-Σωφρονιστικός υπάλληλος....εξήγησε. Πώς το λένε...δεσμοφύλακας.




Από το βιβλίο “Υπ' όψιν της Λίτσας” του Αντώνη Σουρούνη των εκδόσεων Καστανιώτη. Το απόσπασμα προέρχεται από τις “Ιστορίες καλοκαιρινής τρέλας”. Ο συγγραφέας πέθανε σήμερα στη Θεσσαλονίκη, σε ηλικία 74 ετών.  

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Εργένης- η σκηνή στο Rock n Roll

 Μια φίλη που δούλευε στην παραγωγή μού τηλεφώνησε και μού ζήτησε να πάω το απόγευμα της επόμενης μέρας στο Rock n Roll στο Κολωνάκι. Στην οδό Λουκιανού. Θέλανε κομπάρσους για τη σκηνή «της γνωριμίας του Στράτου και της Καριοφιλιάς» όπως μού εξήγησε. Τα γυρίσματα της καινούριας ταινίας του Νίκου Παναγιωτόπουλου, ο Εργένης είχαν αρχίσει. Φυσικά  και με ενθουσίασε η ιδέα,  οπότε συμφώνησα να πάω και πριν κλείσουμε  το τηλέφωνο, τη ρώτησα: "Να πάρω φωτογραφική;" Δεν είχε αντίρρηση, αρκεί να μην έβγαζα την ώρα του γυρίσματος. Πήγα πολύ νωρίτερα από την ώρα που μού είχε πει και μέχρι να αρχίσει το γύρισμα, τράβηξα ένα ασπρόμαυρο φιλμάκι.




  Χθες, με την είδηση του θανάτου του σκηνοθέτη, άρχισα να ψάχνω αυτό το υλικό. Το βρήκα ένα μεγάλο κιτρινισμένο φάκελο που απ` έξω έγραφε “Εργένης, Νίκου Παναγιωτόπουλου. Καραμπέτη -Τζώρτζογλου. Γύρισμα στο Rock n Roll, 21/5/1996”. Δυστυχώς περιείχε μόνο τα αρνητικά και μια εκτύπωσή τους σε Α4. Κι αυτή κάπως κιτρινισμένη. Δεν μπορούσα να θυμηθώ γιατί δεν είχα τυπώσει τότε φωτογραφίες. Ίσως μού είχαν φανεί μέτριες, ίσως να το είχα αναβάλει για άλλη στιγμή. Φωτογράφησα λοιπόν την εκτύπωση, μερικά από τα καρεδάκια και στη συνέχεια, ξαναείδα  -σχεδόν μετά από είκοσι χρόνια- την ταινία. 



















η σκηνή στο Rock n Roll

εδώ, ολόκληρη η ταινία 



Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

Είκοσι, από τα δύο χιλιάδες




Είκοσι τραγούδια από τα περισσότερα από δύο χιλιάδες που έγραψε ο στιχουργός Κώστας Βίρβος που πέθανε χθες 6 Αυγούστου σε ηλικία 89 ετών. 


Ρίξε μια ζαριά καλή


Λίγα ψίχουλα αγάπης σου γυρεύω


Η Αγία Κυριακή


Καράβι με σημαία ξένη 


Γεννήθηκα για να πονώ


Εγνατίας 406


Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα


Θα κάνω ντου ρε πονηρή


Νανούρισμα


Ο αρκουδιάρης


Ο φωτογράφος


Παράπονα και κλάματα


Σάντα Μαρία


Σού `χω έτοιμη συγνώμη


Στου Μπελαμί το ουζερί 


Ανέβα στο τραπέζι μου


Μια γυναίκα πέρασε 


Η προξενήτρα


Ο κυρ Θάνος πέθανε


Στις φάμπρικες της Γερμανίας




update, με μερικά τραγούδια ακόμα κι ας ακυρώνουν το μισό τίτλο 

Τα τελευταία τα σκαλιά 


Πάρε τα χρυσά κλειδιά

Ίσως


Ο Λόγος (Παραμύθι, από το Θεσσαλικό Κύκλο)


Χρήστου Λεοντή- Κώστα Βίρβου "Καταχνιά"

Κωστας Βίρβος, συνέντευξη στον Γιώργο Λιάνη 2001

Τρίτη 21 Ιουλίου 2015

Νίκος Χουλιαράς 1940-2015

-Πρωί-

Το σπίτι, μες στα μεγάλα θαλασσόδεντρα, μόνο του στον μικρό κολπίσκο κι η θάλασσα από κάτω του -ακύμαντη στο φως του πρωινού. Ξανοίγεται απ` την ακτή, και φτάνει ως την άκρη του ορίζοντα· καταγάλανη.
Δυο- τρία έντομα, αόρατα, τρίβουν το πριονίδι της σιωπής κάνοντας τη σιωπή ακόμα εντονότερη και ο Χαρίλαος Πετούσης πίνει καφέ με τη γυναίκα του αμίλητος στη χαμηλή βεράντα.
Τίποτα απολύτως δεν συμβαίνει εκεί γύρω, γιατί, απλούστατα, δεν θα μπορούσε να συμβεί τίποτε άλλο που να 'ναι πλουσιότερο απ' αυτή την ησυχία.
Κάποια στιγμή ο άντρας σηκώνεται απ' την καρέκλα. Κατεβαίνει ήρεμα τα δυο σκαλιά που χωρίζουν το σπίτι από την αμμουδιά και, σκύβοντας, σηκώνει από κάτω ένα βοτσαλάκι. Γέρνει με τέχνη, το κορμί στα πλάγια και το πετάει στο νερό.
Το άσπρο πραγματάκι κάνει πεντέξι αναπηδήματα στην επιφάνεια της θάλασσας κι αμέσως ύστερα βυθίζεται, αφήνοντας ένα μικρό κυκλάκι πάνω στο γαλάζιο.
Τότε, ο Χαρίλαος Πετούσης -με το πρόσωπο λουσμένο στο φως- γυρνάει προς το μέρος της γυναίκας του. “Τί ευτυχισμένο πρωινό!” της λέει ήσυχα, “δεν θα ήθελα να ήμουν πουθενά αλλού, Ματούλα”.

(από το Μια μέρα πριν δυο μέρες μετά, εκδόσεις Νεφέλη, 1998)




-Τα λόγια που είπε ο Μάρκος Μπότσαρης στο λόρδο Βyron, στα ελληνικά και χωρίς την παρουσία διερμηνέως, στη συνάντηση που όρισε γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ο Νίκος Χουλιαράς-


Καμιά πενηνταριά οργιές μακριά απ’ το σπίτι, εκεί, στο δρομάκι που βγάζει ίσια στη μεγάλη ντάπια, στο μέρος που ο δρόμος στενεύει κι αριστερά στο πλάι του κάνει μια καμπουρίτσα, εκεί είναι μια πέτρα. Πέτρα σκούρα σαν καπνός.
  Εκεί ακριβώς, κάτω απ’ την πέτρα, έχει χώμα. Κίτρινο θαμπό στα πλάγια που όσο πάει και μαυρίζει προς τη μέση. Από κει αρχίζει μια λακουβίτσα με νερό. Στην άκρη το νερό και δεξιά καθώς κοιτάμε προς τα κάτω, έχει τέσσερα χορταράκια κατεβατά. Το πρώτο είναι μαυροκίτρινο, το δεύτερο, κρατημένο απ’ το πρώτο, είναι πράσινο χλωρό. Τ’ άλλα τα δυο, είναι κιτρινωπά, κι έχουν απάνω κάτι σποράκια καφετιά που κοκκινίζουν προς τις άκρες.
Εκεί που τελειώνουν τα χορτάρια, αρχίζουν απότομα κάτι γκρεμνά ― μαύρα βραχάκια, γεμάτα σκισμές. Το νερό της λακούβας είναι θολό και κρατάει τα βραχάκια μέσα του ανάποδα, βουνά μαυροπράσινα που μεγαλώνουν, και τις σκισμές, ποτάμια μαύρα που ραγίζουν το νερό κι ανοίγουν μέσα στη θολούρα σα να ’ναι χώρος θαλάσσιος μεγάλος, πιο μεγάλος κι απ’ τη δική σας την αυτοκρατορία.

 Εκεί απάνω, περνάνε τώρα που σου μιλάω, μυγίτσες και ζωύφια. Ανηφορίζουν και κατεβαίνουν. Γυαλίζουν λίγο κι ύστερα χάνονται. Εκεί απάνω, σαλεύει ακόμα, ένα άσπρο φτερό σαν ερημιά.


 Σ’ αυτήν εκεί τη λακουβίτσα εγώ την είδα την πατρίδα μου. Μεγάλη, μαύρη, γεμάτη ζάρες και μυστικά. Με θάλασσες πολλές και βράχια. Με σκοτεινά περάσματα και πετεινά από αίμα. 

(από το Το Μπακακόκ, Νεφέλη 1988)

Ο Νίκος Χουλιαράς, ο σημαντικός ζωγράφος, πεζογράφος, ποιητής, στιχουργός και τραγουδιστής, πέθανε χθες 20 Ιουλίου, σε ηλικία 75 ετών.

Στην Ψαραλυκή της Αντιπάρου. Φωτογραφία: Σωτήρης Κακίσης

update:


Νίκος Χουλιαράς: Μια γεμάτη ζωή με εφόδιο την τέχνη, Πολυ Κρημιώτη

Από τα γυρίσματα του Λούσια, στα Γιάννενα το 1989, από το αρχείο του ηθοποιού Μάριου Καραμάνη που ενσάρκωσε τον ομώνυμο ρόλο.