Omar Hassan
Ο διαρκής πόλεμος του Ισραήλ κατά των λαών της Μέσης Ανατολής
Η γενοκτονική επίθεση του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου κατά του λαού της Γάζας αποκάλυψε τη βαρβαρότητα στην καρδιά της ισραηλινής κοινωνίας. Εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο αρχίζουν να βλέπουν τη λεγόμενη «σύγκρουση Ισραήλ-Παλαιστίνης» ως αυτό που είναι: μια καταπιεστική αποικιοκρατική κατοχή ενός λαού από έναν άλλο λαό, που διακόπτεται από μια σειρά βίαιων σφαγών. Αυτό συμβαίνει εδώ και σχεδόν έναν αιώνα, και κάθε φρικαλεότητα υποστηρίζεται μέχρι κεραίας από τις ΗΠΑ και την Αυστραλία.
Για όσους έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με το ζήτημα, η κατανόηση του Ισραήλ ως αποικιοκρατικού κράτους εποίκων που έχει πρόθεση να επεκταθεί μέσω εθνοκάθαρσης είναι ένα καλό σημείο εκκίνησης. Αλλά για να κατανοήσουμε πραγματικά τη φύση του Ισραήλ, χρειάζεται μια περιφερειακή προοπτική. Ενώ οι Παλαιστίνιοι είναι τα κύρια θύματα, δεν υπάρχει σχεδόν καμία χώρα στη Μέση Ανατολή που να μην έχει πληγεί από την αυτοκρατορική επιθετικότητα του Ισραήλ. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ολόκληρη η ιστορία του σιωνιστικού εγχειρήματος είναι ένας διαρκής πόλεμος εναντίον των λαών της περιοχής, στον οποίο εμπλέκονται η Αίγυπτος, ο Λίβανος, η Συρία, το Ιράκ, το Ιράν και άλλοι. Ή, σύμφωνα με τα λόγια του Εβραίου-Ισραηλινού δημοσιογράφου B. Michael, το Ισραήλ είναι «ένα μικρό, αλαζονικό, βίαιο, κακό έθνος ... και σύμμαχος των παριών».
Από την αρχή της ύπαρξής του το Ισραήλ ήταν συνειδητά εχθρικό προς τις χώρες που το περιβάλλουν. Αυτό αντανακλούσε τις ρίζες του ως δημιούργημα του βρετανικού ιμπεριαλισμού, σχεδιασμένο να ενισχύσει τον έλεγχο του Λονδίνου σε μια περιοχή πλούσια σε πετρέλαιο. Οι Σιωνιστές Εβραίοι θα μπορούσαν να εγκατασταθούν στην Παλαιστίνη εφόσον υποσχόντουσαν ότι θα αποτελούσαν μια δύναμη συντηρητισμού στην περιοχή, προστατεύοντας τους ιμπεριαλιστές από ανεπιθύμητες εξεγέρσεις των ταραξιών αυτοχθόνων. Ο ρόλος αυτός έγινε σαφής από έναν από τους συνιδρυτές της Παγκόσμιας Σιωνιστικής Οργάνωσης σε ομιλία του προς Βρετανούς διπλωμάτες το 1920. «Πρέπει να προστατεύσουμε τη διώρυγα του Σουέζ για λογαριασμό σας. Θα είμαστε οι φρουροί του δρόμου σας προς την Ινδία, καθώς περνάει μέσα από τη Μέση Ανατολή», εξήγησε. «Είμαστε έτοιμοι να εκπληρώσουμε αυτόν τον δύσκολο στρατιωτικό ρόλο, αλλά αυτό απαιτεί να μας επιτρέψετε να γίνουμε ισχυροί».
Η ευκαιρία τους να προστατεύσουν τη διώρυγα του Σουέζ ήρθε νωρίτερα από ό,τι περίμενε κανείς, όταν το Ισραήλ ηγήθηκε των βρετανικών και γαλλικών στρατευμάτων στην εισβολή στην Αίγυπτο το 1956. Αφορμή για την επιθετική αυτή ενέργεια ήταν η εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ από τον νέο ηγέτη της Αιγύπτου, Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ. Η διώρυγα ανήκε προηγουμένως στη βρετανική κυβέρνηση και την εκμεταλλευόταν μαζί με Γάλλους επιχειρηματίες, οι οποίοι επωφελούνταν από αυτήν για περισσότερα από 70 χρόνια, ενώ οι Αιγύπτιοι ζούσαν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Αυτό αντανακλούσε την ευρεία σχέση μεταξύ της Αιγύπτου και της Δύσης. Οι ίδιες δυνάμεις είχαν βγάλει λεφτά από το εμπόριο βαμβακιού, στο οποίο οι κακοπληρωμένοι Αιγύπτιοι αγρότες και εργάτες καλλιεργούσαν βαμβάκι για να το στείλουν στην Ευρώπη και να το κλώσουν σε υψηλής ποιότητας υφάσματα και άλλα προϊόντα.
Αν και μια αυταρχική μορφή που δεν ήταν φίλος των εργατών, ο Νάσερ προσπάθησε να αναιρέσει ορισμένες από αυτές τις ιστορικές αδικίες. Η υπόσχεσή του να εγκαινιάσει μια εποχή πολιτικής και οικονομικής προόδου –τίποτα λιγότερο από μια αραβική αναγέννηση– αποτελούσε απειλή για τα βρετανικά και γαλλικά συμφέροντα. Έτσι, παρόλο που η Αίγυπτος δεσμεύτηκε να καταβάλει την πλήρη αξία των μετοχών στους επενδυτές της Διώρυγας, εκείνοι αρνήθηκαν να το δεχτούν. Η αντίθεσή τους στην εθνικοποίηση ήταν απλώς μια δικαιολογία για να ανατρέψουν έναν δημοφιλή και ισχυρό Άραβα ηγέτη που αρνούνταν να υποταχθεί στις αυτοκρατορικές δυνάμεις. Το Ισραήλ είχε τους δικούς του λόγους που ήθελε να ανατρέψει το εθνικιστικό καθεστώς, το οποίο αποτελούσε εμπόδιο στις φιλοδοξίες του. Άδραξε την ευκαιρία να συνεργαστεί με τις παλιές δυνάμεις για να υπονομεύσει έναν περιφερειακό αντίπαλο.
Παρά τις πρώτες επιτυχίες των επιτιθέμενων, οι ΗΠΑ επενέβησαν γρήγορα για να αναγκάσουν το Ισραήλ και τους συμμάχους του να αποχωρήσουν από το αιγυπτιακό έδαφος, ανησυχώντας ότι το όλο επεισόδιο θα ωθούσε τον Νάσερ πιο κοντά στο σοβιετικό μπλοκ. Ωστόσο, ο ρόλος του Ισραήλ ήταν ξεκάθαρος. Θα ήταν ο προστάτης του status quo και ο υπέρμαχος του κοινωνικού και γεωπολιτικού συντηρητισμού. Θα προσπαθούσε να συντρίψει κάθε προσπάθεια αλλαγής των πολιτικών και οικονομικών συνθηκών που άφηναν εκατομμύρια ανθρώπους σε δεινή θέση, ενώ μια χούφτα παρασίτων αποκόμιζε τεράστιο πλούτο εις βάρος τους.
Το Ισραήλ εξαπέλυσε άλλον έναν απρόκλητο πόλεμο εναντίον των γειτόνων του μόλις μια δεκαετία αργότερα, το 1967, γνωστό ως Πόλεμος των Έξι Ημερών. Το Ισραήλ αιφνιδίασε και πάλι την Αίγυπτο, τη Συρία και την Ιορδανία. Σε μια αστραπιαία επιχείρηση, το Ισραήλ κατάφερε σχεδόν να διπλασιάσει τα εδάφη που είχε υπό τον έλεγχό του, καταλαμβάνοντας όχι μόνο τη Δυτική Όχθη και τη Γάζα, αλλά και τα Υψίπεδα του Γκολάν στη Συρία και ολόκληρη τη χερσόνησο του Σινά στην Αίγυπτο.
Η επέκταση αυτή παρουσιάζεται από πολλούς ισραηλινούς ιστορικούς ως τυχαία και ανεπιθύμητη συνέπεια των αραβικών στρατιωτικών αποτυχιών. Ο πόλεμος παρουσιάζεται ως αμυντικός για την αποτροπή ενός δεύτερου ολοκαυτώματος κατά των Εβραίων στο Ισραήλ. Ωστόσο, πριν από μερικά χρόνια, οι δημοσιογράφοι του Intercept συγκέντρωσαν μια σειρά από δηλώσεις ισραηλινών προσωπικοτήτων που αποκάλυπταν την αλήθεια για την όλη υπόθεση. Σε συνέντευξή του στην ισραηλινή εφημερίδα Al HaMishmar το 1971, ένα μέλος της κυβέρνησης κατά τη διάρκεια του πολέμου επέμεινε: «Όλη αυτή η ιστορία για την απειλή της εξόντωσης ήταν εντελώς επινοημένη και στη συνέχεια δουλεύτηκε, εκ των υστέρων, για να δικαιολογήσει την προσάρτηση νέων αραβικών εδαφών».
Αυτή η προσέγγιση, του να παριστάνεις το θύμα ενώ προκαλείς τεράστιες απώλειες στους εχθρούς σου, έχει γίνει σήμα κατατεθέν της ισραηλινής πολιτικής. «Είχαμε ερωτευτεί την πόζα του θύματος με τη σιδερένια γροθιά», έγραψε ο Yossi Klein σε πρόσφατο άρθρο του στη φιλελεύθερη ισραηλινή εφημερίδα Haaretz.
Αυτή η στάση απέκτησε την πρώτη και μοναδική της δικαίωση το 1973, όταν τα αραβικά κράτη εξαπέλυσαν μια απροσδόκητη επίθεση εναντίον του Ισραήλ. Αλλά χωρίς να αντιπροσωπεύει πραγματική απειλή για το Ισραήλ, ο πόλεμος ήταν σε μεγάλο βαθμό μια προσπάθεια διάσωσης του προσώπου του νέου Αιγύπτιου προέδρου Ανουάρ Σαντάτ. Στόχος του δεν ήταν η στρατιωτική ήττα των Ισραηλινών, αλλά η έναρξη διαπραγματεύσεων για μια διαρκή ειρήνη με το Ισραήλ με ευνοϊκότερους όρους. Ο Σαντάτ τελικά πέτυχε το σκοπό του, υπογράφοντας τις περιβόητες συμφωνίες του Καμπ Ντέιβιντ το 1978. Δολοφονήθηκε λίγο αργότερα. Λίγοι θρήνησαν.
Η συνθήκη ειρήνης του Ισραήλ με την Αίγυπτο δεν έθεσε τέλος στην κατοχή παλαιστινιακών και αραβικών εδαφών. Ούτε ενθάρρυνε το Ισραήλ να αποστρατιωτικοποιηθεί και να απομακρυνθεί από την επιθετική στρατιωτική του στάση. Αντίθετα, απομονώνοντας και εξουδετερώνοντας τη μεγαλύτερη οικονομική και στρατιωτική δύναμη του αραβικού κόσμου, επέτρεψε στο Ισραήλ να ενεργεί ατιμώρητο. Εκτός από το Σινά, η κατοχή των εδαφών που έκλεψε το Ισραήλ το 1967 συνεχίστηκε επ’ αόριστον, ενώ η κλοπή της παλαιστινιακής γης δεν σταμάτησε ποτέ. Μέχρι σήμερα, το Ισραήλ είναι η μόνη χώρα στον πλανήτη χωρίς καθορισμένα σύνορα, καθώς οι ηγέτες του αρνούνται να περιορίσουν τις αποικιοκρατικές τους φιλοδοξίες.
Ο Λίβανος ειδικότερα έχει υποστεί το κύριο βάρος της ισχυρής ισραηλινής βίας. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, ένα επαναστατικό κύμα είχε σαρώσει τη λιβανέζικη κοινωνία, καθώς φοιτητές και εργάτες διαδήλωναν και απεργούσαν για να απαιτήσουν δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και τον τερματισμό της οικονομικής ανισότητας. Στόχος τους ήταν το σεχταριστικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα, το οποίο εδραίωνε την εξουσία των καπιταλιστικών ελίτ όλων των θρησκειών, ενώ άφηνε τον πληθυσμό μόνιμα διαιρεμένο και έρμαιο στην εκμετάλλευση. Το κίνημα, με επικεφαλής διάφορες κομμουνιστικές ομάδες και Άραβες εθνικιστές, απείλησε να αμφισβητήσει τα ίδια τα θεμέλια του καπιταλισμού στο Λίβανο και ένωσε τους ανθρώπους πέρα από τις παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές. Το Ισραήλ, μαζί με τις άλλες περιφερειακές δυνάμεις, τρομοκρατήθηκε.
Αυτό που έκανε τα πράγματα χειρότερα, από τη σκοπιά της άρχουσας τάξης, ήταν η εμπλοκή των Παλαιστινίων στην όλη υπόθεση. Σε αυτό το στάδιο υπήρχαν περίπου 300.00 Παλαιστίνιοι πρόσφυγες στο Λίβανο, κάποιοι από τους οποίους βρίσκονταν εκεί από τη Νάκμπα του 1948, ενώ άλλοι είχαν φτάσει πιο πρόσφατα. Είχαν πολιτικοποιηθεί από την καταπίεσή τους από το Ισραήλ και στη συνέχεια από τις λιβανέζικες ελίτ, οι οποίες τους αρνούνταν τα βασικά τους δικαιώματα.
Η κατάσταση εξελίχθηκε περαιτέρω με την άφιξη της Παλαιστινιακής Απελευθερωτικής Οργάνωσης (PLO) στη Βηρυτό το 1970, η οποία είχε εκδιωχθεί από την Ιορδανία μετά την αποτυχημένη εξέγερσή της κατά της διεφθαρμένης μοναρχίας. Η παρουσία αυτών των καλά εξοπλισμένων επαναστατών προσέδωσε περαιτέρω πολιτική και στρατιωτική δύναμη στις αριστερές δυνάμεις. Πολλοί Λιβανέζοι αριστεροί εντάχθηκαν στις πολιτοφυλακές της PLO, βλέποντας τον αγώνα τους κατά της λιβανέζικης αστικής τάξης ως άρρηκτα συνδεδεμένο με την καταπολέμηση της επιρροής του σιωνισμού και του ιμπεριαλισμού στην περιοχή.
Φοβούμενη ότι θα έχανε την εξουσία, η λιβανέζικη ακροδεξιά κινήθηκε τελικά για να συντρίψει την αναδυόμενη επανάσταση. Χρησιμοποίησε τις πολιτοφυλακές της και τον έλεγχό της επί του επίσημου λιβανέζικου στρατού για να εξαπολύσει μια εκστρατεία τρομοκρατικών επιθέσεων εναντίον Παλαιστινίων και Λιβανέζων. Αλλά με τη βοήθεια της PLO, η λιβανέζικη αριστερά φαινόταν ανίκητη. Όταν φάνηκε ότι η αλλαγή πλησίαζε, ο Λίβανος δέχτηκε εισβολή από τον συριακό και τον ισραηλινό στρατό, οι οποίοι και οι δύο ήταν εξαιρετικά εχθρικοί απέναντι σε οποιαδήποτε ριζοσπαστική αλλαγή. Η εισβολή του Ισραήλ στο νότιο Λίβανο άρχισε το 1978, αλλά για λίγο έφτασε μέχρι τα προάστια της Βηρυτού. Οι στόχοι τους δεν ήταν απλώς οι Παλαιστίνιοι∙ στόχος τους ήταν να συντρίψουν κάθε πιθανότητα πραγματικής δημοκρατίας – πόσο μάλλον σοσιαλισμού. Για να το επιτύχουν αυτό, ήταν διατεθειμένοι να συνεργαστούν στενά με το συριακό καθεστώς, το οποίο έβλεπε μια ευκαιρία να εδραιώσει την επιρροή του στο Λίβανο. Μαζί αυτά τα αντιδραστικά καθεστώτα κατάφεραν να σταθεροποιήσουν την κατάσταση. Σε συνεργασία με τους διάφορους πολέμαρχους του Λιβάνου, μετέτρεψαν ένα επαναστατικό κίνημα σε έναν βίαιο θρησκευτικό εμφύλιο πόλεμο.
Η κατοχή του Λιβάνου από το Ισραήλ οδήγησε σε απίστευτη βία και καταστροφή. Τα πιο διαβόητα είναι τα γεγονότα γύρω από τον προσφυγικό καταυλισμό Τελ αλ-Ζα’ατάρ που διαχειρίζεται ο ΟΗΕ, όπου τα ισραηλινά στρατεύματα [μαζί με τα συριακά – σ.τ.μ.] βοήθησαν ακροδεξιές χριστιανικές πολιτοφυλακές να πολιορκήσουν και στη συνέχεια να δολοφονήσουν χιλιάδες Παλαιστίνιους πρόσφυγες. Υπήρξαν όμως πολλά ακόμη τέτοια περιστατικά. Μέχρι τον Ιούνιο του 1982 η Caritas, η καθολική υπηρεσία βοήθειας, επέμενε ότι τα «ελάχιστα διαπιστωμένα στοιχεία» ήταν 14.000 νεκροί, 25.000 βαριά τραυματισμένοι και 400.000 άστεγοι. «Η συντριπτική εντύπωση μεταξύ των κατοίκων της Βηρυτού», ανέφερε η Washington Post μετά από μία ιδιαίτερα βίαιη επίθεση στη Βηρυτό, «ήταν ότι οι Ισραηλινοί σε μία μόνο ημέρα είχαν προκαλέσει σχεδόν τόση καταστροφή σε ορισμένα μέρη όση είχαν επιτύχει οι διάφοροι μαχητές στον 19μηνο εμφύλιο πόλεμο». Η κατοχή διήρκεσε άλλα 18 χρόνια.
Ο σκοπός αυτής της βίας ήταν και πάλι η αποτροπή κάθε προοδευτικής εξέλιξης που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την κατοχή της κλεμμένης γης. Το Ισραήλ γνώριζε πολύ καλά ότι ένα επαναστατικό κίνημα με επικεφαλής φοιτητές και εργάτες, που έβλεπαν τους Παλαιστίνιους ως συντρόφους τους στον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό, αποτελούσε ουσιαστική απειλή για την εξουσία του.
Εκτός από αυτά τα μεγάλα επεισόδια, το Ισραήλ έχει εμπλακεί σε αμέτρητες επιθέσεις εναντίον γειτονικών κρατών. Αντιμετωπίζει το Ιράκ και τη Συρία ως ζώνη ελεύθερων πυρών και δολοφονεί κατά βούληση Άραβες και Ιρανούς διπλωμάτες και επιστήμονες. Κατά τη διάρκεια του τρομερού πολέμου μεταξύ Ιράν και Ιράκ, οι Ισραηλινοί εξόπλισαν το αντιδραστικό ιρανικό καθεστώς, πουλώντας του εξοπλισμό αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων, προκειμένου να παρατείνουν την αιματοχυσία και να αποδυναμώσουν και τις δύο πλευρές. (Στη συνέχεια, έδωσαν κάποια από αυτά τα χρήματα για να χρηματοδοτήσουν δεξιά αποσπάσματα θανάτου στη Νικαράγουα στο πλαίσιο του σκανδάλου Κόντρα). Το 2006, εισέβαλαν ξανά στον Λίβανο, σκοτώνοντας τουλάχιστον 1.000 ανθρώπους.
Γιατί να θυμηθούμε όλη αυτή την τρομερή ιστορία; Όταν δίνουμε μια μάχη, είναι ζωτικής σημασίας να κατανοήσουμε τη φύση των εχθρών μας. Έτσι, ενώ είναι αλήθεια ότι το Ισραήλ είναι μια αποικιοκρατία εποίκων, είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Είναι ένα προκεχωρημένο φυλάκιο του δυτικού ιμπεριαλισμού, ένα μοχθηρό σκυλί σχεδιασμένο να κυνηγά και να καταστρέφει κάθε προοπτική προοδευτικής αλλαγής στην περιοχή. Το σιωνιστικό κράτος είναι ένας βασικός πυλώνας του συστήματος του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού που κρατά τους εργάτες και τους φτωχούς καταπιεσμένους σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Αυτό εξακολουθεί να ισχύει και σήμερα, παρόλο που η σημερινή εστίαση του Ισραήλ δεν είναι στη συντριβή των εθνικιστικών ή αριστερών ρευμάτων, τα οποία σήμερα είναι σχετικά αδύναμα. Αντίθετα, βοηθά στην εδραίωση των πιο αυταρχικών και αντιδραστικών φατριών των αραβικών κυρίαρχων τάξεων, δημιουργώντας στενούς δεσμούς με καταπιεστικά καθεστώτα, μεταξύ άλλων στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία, την Αίγυπτο και τους προδότες κουίσλινγκς της Παλαιστινιακής Αρχής.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι επαναστάτες σε όλη τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική κατανοούσαν πάντα ότι η καταπίεση των Παλαιστινίων είναι ταυτόχρονα και δική μας καταπίεση και ότι η απελευθέρωση της Παλαιστίνης απαιτεί την απελευθέρωση ολόκληρης της Μέσης Ανατολής. Με άλλα λόγια, το ζήτημα της Παλαιστίνης δεν μπορεί να λυθεί με τον εθνικισμό, αλλά μόνο με τον διεθνισμό.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Omar Hassan, “‘A small, arrogant, violent, wicked nation’: Israel’s permanent war on the people of the Middle East”, Red Flag, 28 Ιανουαρίου 2024, https://redflag.org.au/article/small-arrogant-violent-wicked-nation-israels-permanent-war-people-middle-east.
