Κυριακή, 23 Μαρτίου 2025 13:18

Η Γέννηση ενός Έθνους: Καθημερινός Ρατσισμός στην Αμερική στις αρχές του 20ου αιώνα

 

 

Elizabeth Garner Masarik

Averill Earls

 

Η Γέννηση ενός Έθνους: Καθημερινός Ρατσισμός στην Αμερική στις αρχές του 20ου αιώνα

 

 

Η βωβή ταινία του 1915 Η Γέννηση ενός Έθνους είναι μια από τις πιο γνωστές και αμφιλεγόμενες ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ. Η επιτυχία της έκανε τον σκηνοθέτη Ντ. Γ. Γκρίφιθ διάσημο, ενώ η ταινία, ένα δείγμα ρατσιστικής προπαγάνδας, καταχωρήθηκε στα χρονικά της ιστορίας του κινηματογράφου. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή ταινία με ένα τρομακτικό μήνυμα, το οποίο υποστήριζε ότι η αναγέννηση της Αμερικής μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο ήταν δυνατή μόνο μέσω της εξουσίας της λευκής υπεροχής. Η Γέννηση ενός Έθνους εξακολουθεί να μελετάται στις σχολές κινηματογράφου λόγω της πρώιμης χρήσης από τον Γκρίφιθ δραματικών τεχνικών κάμερας και μοντάζ. Το 1992 η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου επέλεξε την ταινία για να διατηρηθεί στα Εθνικά Αρχεία επειδή κρίθηκε «πολιτιστικά, ιστορικά ή αισθητικά σημαντική». Γιατί όμως μια τόσο απροκάλυπτα ρατσιστική ταινία ήταν τόσο δημοφιλής και γιατί είναι ακόμη και σήμερα επίκαιρη; Αυτό ελπίζουμε να φωτίσουμε σε αυτό το επεισόδιο. Ας καταδυθούμε λοιπόν στη… Γέννηση ενός Έθνους.

 

Elizabeth Garner Masarik: Η βωβή ταινία του 1915 Η Γέννηση ενός Έθνους είναι μια από τις πιο γνωστές και αμφιλεγόμενες ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ. Η επιτυχία της έκανε τον σκηνοθέτη Ντ. Γ. Γκρίφιθ διάσημο, ενώ η ταινία, ένα δείγμα ρατσιστικής προπαγάνδας, καταχωρήθηκε στα χρονικά της ιστορίας του κινηματογράφου. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή ταινία με ένα τρομακτικό μήνυμα, το οποίο υποστήριζε ότι η αναγέννηση της Αμερικής μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο ήταν δυνατή μόνο μέσω της εξουσίας της λευκής υπεροχής.

Averill Earls: Η ταινία ακολουθεί δύο οικογένειες, τους Στόνεμαν που είναι υπέρ της Ένωσης και τους Κάμερον που είναι υπέρ της Ομοσπονδίας, μέσα από δύο μέρη. Το πρώτο μέρος μεταφέρει τον θεατή στην προπολεμική περίοδο και στον Εμφύλιο Πόλεμο, καταλήγοντας στη δολοφονία του Αβραάμ Λίνκολν. Το δεύτερο μέρος συνεχίζει κατά τη διάρκεια της Ανασυγκρότησης και ζωγραφίζει το μεταπολεμικό τοπίο ως έναν κόσμο που έχει γυρίσει ανάποδα, με τους νεοαπελευθερωμένους μαύρους να αλωνίζουν και ο μόνος τρόπος για να διορθωθούν τα πράγματα είναι η αυτοδικία της ΚΚΚ. Η υπόθεση της ταινίας είναι ότι η ελευθερία των Μαύρων και το δικαίωμα ψήφου κατά τη διάρκεια της Ανασυγκρότησης μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο ήταν ένα φρικτό λάθος που δημιούργησε τραγικές συνέπειες για τους λευκούς του Νότου κυρίως, αλλά και για τις ΗΠΑ συνολικά.

Elizabeth Garner Masarik: Ωστόσο, αυτή η ερμηνεία θεωρήθηκε ως γεγονός από πολλούς λευκούς το 1915 και σε αυτό το επεισόδιο θα εξετάσουμε γιατί συμβαίνει αυτό. Ανεξάρτητα από αυτό, πολλοί σύγχρονοι θεατές μπορεί να εκπλαγούν από το πόσο απροκάλυπτα ρατσιστική είναι η ταινία Η Γέννηση ενός Έθνους. Στην κυριολεξία, οι KKK είναι οι καλοί στην ταινία. Δεν υπάρχουν συνθήματα ή διακριτικά υπονοούμενα που θα μπορούσαν να παρέχουν κάλυψη. Όχι, είναι εκεί κυριολεκτικά σε μαύρο και άσπρο. Μετατρέποντας τα φυλετικά στερεότυπα σε κινούμενη εικόνα, η ταινία υφαίνει την ιστορία ότι οι λευκοί άνδρες του Νότου δημιούργησαν την KKK για να προστατεύσουν τις λευκές γυναίκες από την καταστροφή των μαύρων ανδρών.

Averill Earls: Η Γέννηση ενός Έθνους εξακολουθεί να μελετάται στις σχολές κινηματογράφου λόγω της πρώιμης χρήσης από τον Γκρίφιθ δραματικών τεχνικών κάμερας και μοντάζ. Το 1992 η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου επέλεξε την ταινία για να διατηρηθεί στα Εθνικά Αρχεία επειδή κρίθηκε «πολιτιστικά, ιστορικά ή αισθητικά σημαντική». Γιατί όμως μια τόσο απροκάλυπτα ρατσιστική ταινία ήταν τόσο δημοφιλής και γιατί είναι ακόμη και σήμερα επίκαιρη; Αυτό ελπίζουμε να φωτίσουμε σε αυτό το επεισόδιο. Ας καταδυθούμε λοιπόν στη… Γέννηση ενός Έθνους.

Elizabeth Garner Masarik: Η Γέννηση ενός Έθνους είναι μια ταινία του 1915 σε σκηνοθεσία του Ντ. Γ. Γκρίφιθ. Πρόκειται για διασκευή του βιβλίου του Τόμας Ντίξον Τζούνιορ του 1905: Ο άντρας της Κού Κλουξ Κλάν ή Ο Κλάνσμαν: Ένα ιστορικό μυθιστόρημα για την Κου Κλουξ Κλαν [The Clansman: An Historical Romance of the Ku Klux Klan], το οποίο απεικονίζει την Κου Κλουξ Κλαν με ηρωικό τρόπο. Το Κλάνσμαν είναι το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας του Ντίξον για την Ανασυγκρότηση, που περιλαμβάνει το βιβλίο του 1902 Τα Στίγματα της Λεοπάρδαλης: Ένα Μυθιστόρημα για το Χρέος του Λευκού Ανθρώπου [The Leopard’s Spots: A Romance of the White Man’s Burden] και το τελευταίο βιβλίο του 1907, Ο Προδότης: Μια Ιστορία για την Άνοδο και την Πτώση της Αόρατης Αυτοκρατορίας [The Traitor: A Story of the Rise and Fall of the Invisible Empire].

Averill Earls: Ο Τόμας Ντίξον Τζούνιορ ήταν ένα είδος πολυτεχνίτη από τη Βόρεια Καρολίνα. Ήταν βαπτιστής ιερέας, δικηγόρος, νομοθέτης της Βόρειας Καρολίνας για μία θητεία, συγγραφέας και ουσιαστικά επαγγελματίας ρατσιστής. Ήταν σταθερός οπαδός της λευκής υπεροχής και πίστευε ότι μετά την κατάργηση της δουλείας οι Μαύροι στις Ηνωμένες Πολιτείες είχαν εκφυλιστεί ως φυλή. Στόχος του με τη συγγραφή μυθιστορημάτων ήταν να διαδώσει τη «νότια» άποψη ή της άποψη της Χαμένης Υπόθεσης/λευκής υπεροχής για την Ανασυγκρότηση σε όλο το έθνος. Η Χαμένη Υπόθεση είναι η συντομογραφία για ένα είδος κοινής μυθολογίας που αναπλάθει τον Εμφύλιο Πόλεμο ως έναν έντιμο και ηρωικό αγώνα ενός ιπποτικού, χριστιανικού Νότου εναντίον ενός ανήθικου εισβολέα (του Βορρά). Αυτή η μυθολογία δημιουργήθηκε δραστήρια από συγγραφείς, οι οποίοι έγραψαν νοσταλγικά δοκίμια και βιβλία για την ομορφιά και την τιμή του Παλαιού Νότου, από γυναικείες ομάδες, οι οποίες βοήθησαν στη διοργάνωση δημόσιων εκδηλώσεων και εορτασμών για τους μάρτυρες της Συνομοσπονδίας, και, φυσικά, με τη δημιουργία μνημείων για τους ήρωες της Συνομοσπονδίας. Χρειάστηκε επίσης να δημιουργήσουν την ιδέα ότι ο πόλεμος δεν είχε καμία σχέση με τη δουλεία, αλλά αντίθετα αφορούσε τα δικαιώματα των πολιτειών και την προστασία της πατρίδας από τους εισβολείς, ιδίως την προστασία των ευάλωτων γυναικών τους. Αυτή η μυθολογία παρουσιάζει επίσης την Ανασυγκρότηση ως μια εποχή κατά την οποία οι βόρειοι παρείσακτοι απατεώνες [carpetbaggers[1]] ξεκλήρισαν τον Νότο και τα πολιτικά δικαιώματα των λευκών Νοτίων καταπατήθηκαν από τους Μαύρους που προηγουμένως ήταν σκλάβοι. Ο Ντίξον ήταν δεξιοτέχνης στη διαιώνιση αυτής της μυθολογίας και ήθελε το πρώτο του βιβλίο, το Τα Στίγματα της Λεοπάρδαλης του 1902, και τα επόμενα βιβλία του να είναι ένα είδος απάντησης στο βιβλίο της Χάριετ Μπίτσερ Στόου, Η Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά [Uncle Tom’s Cabin]. Ήθελε να δείξει την οπτική γωνία του Νότου και, όπως το έθεσε ο ίδιος, «να βάλει τα πράγματα στη θέση τους» όσον αφορά την Ανασυγκρότηση[2].

Elizabeth Garner Masarik: Ο τίτλος του πρώτου βιβλίου του Ντίξον συνοψίζει τις απόψεις του για τη φυλή και τη λευκή υπεροχή. Ο τίτλος, Τα Στίγματα της Λεοπάρδαλης, παραπέμπει στο βιβλικό ερώτημα από το βιβλίο του Ιερεμία: «Μπορεί ο Αιθίοπας να αλλάξει το δέρμα του ή η λεοπάρδαλη τα στίγματά της;» Ο Ντίξον υπονοεί ότι όπως ακριβώς η λεοπάρδαλη δεν μπορεί να αλλάξει τις κηλίδες της, έτσι και οι μαύροι Αμερικανοί δεν μπορούσαν να αλλάξουν αυτό που ο Ντίξον θεωρούσε ως ελαττωματική φύση τους. Στα Στίγματα της Λεοπάρδαλης, οι άνδρες της Κλαν θεωρούνται ήρωες που φέρνουν τάξη στον Νότο της Ανασυγκρότησης. Το βιβλίο έκανε αρκετά καλές πωλήσεις και ο Ντίξον το συνέχισε με το βιβλίο Ο Κλάνσμαν, που εκδόθηκε το 1905, το οποίο επίσης απεικονίζει την ΚΚΚ ως τους σωτήρες του Νότου της Ανασυγκρότησης. Και τα δύο μυθιστορήματα απεικονίζουν τους Μαύρους ως ανίκανους να καταπιέσουν τις ζωώδεις ορμές τους και να διακατέχονται από τη σεξουαλική τους επιθυμία για τις λευκές γυναίκες.

Averill Earls: Λίγο μετά τη δημοσίευση του Κλάνσμαν, ο Ντίξον διασκεύασε το μυθιστόρημα σε θεατρικό έργο που παίχτηκε σε όλες τις ΗΠΑ και ήταν εξαιρετικά δημοφιλές στο Νότο. Υπήρξαν διαμαρτυρίες ενάντια στο θεατρικό έργο Ο Κλάνσμαν και απαγορεύτηκε για ένα διάστημα στη Φιλαδέλφεια, στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα και στο Μέικον της Τζόρτζια. Ανεξάρτητα από αυτό, ήταν εξαιρετικά δημοφιλές και συγκέντρωσε τεράστιο κοινό. Μετά την επιτυχία του έργου, ο Ντίξον άρχισε να ψάχνει για να το πουλήσει στο νέο μέσο του κινηματογράφου.

Elizabeth Garner Masarik: Οι επιχειρηματίες δημιουργούσαν κάθε είδους νέους τρόπους προβολής κινούμενων εικόνων. Εκείνη την εποχή τα nickelodeon ξεπηδούσαν σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτά, ως επί το πλείστον, ήταν μετασκευασμένες βιτρίνες καταστημάτων όπου, έναντι ενός νομίσματος των 5 σεντς [νικέλιο], οι θαμώνες μπορούσαν να καθίσουν σε ξύλινους πάγκους και να παρακολουθήσουν βωβές ταινίες μικρού μήκους που έπαιζαν σε συνεχή επανάληψη καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Συνήθως ένα άτομο έπαιζε πιάνο για τη μουσική συνοδεία. Τα περισσότερα nickelodeon χωρούσαν περίπου 200 άτομα, αλλά καθώς η δημοτικότητα των ταινιών αυξανόταν, άνοιξαν μερικές αίθουσες που μπορούσαν να φιλοξενήσουν έως και 1000 άτομα. Υπολογίζεται ότι μέχρι το 1908 υπήρχαν περίπου 8.000 nickelodeon στις ΗΠΑ και ότι μέχρι το 1910 περίπου 26 εκατομμύρια Αμερικανοί επισκέπτονταν εβδομαδιαία αυτά τα θέατρα. Τα nickelodeon δημιούργησαν έναν ηθικό πανικό, καθώς οι ηθικολόγοι ανησυχούσαν ότι οι κινηματογράφοι θα διέφθειραν τη νεολαία της Αμερικής, καθώς παρακολουθούσαν ερεθιστικές εικόνες στην οθόνη μέσα σε σκοτεινές αίθουσες χωρίς διαχωρισμό φύλου. Ωστόσο, καθώς η προβολή ταινιών έγινε πιο δημοφιλής και πιο αξιοπρεπής, τα nickelodeon έδωσαν τη θέση τους στα πολυτελή «κινηματογραφικά παλάτια» που ήταν δημοφιλή τη δεκαετία του 1920.

Averill Earls: Το 1911, γυρίστηκε 1 ½ μπομπίνα φιλμ του Κλάνσμαν σε Kinemacolor, μια νέα μέθοδος που πρόσθεσε μια διαδικασία δύο χρωμάτων στο ασπρόμαυρο φιλμ. Το Kinemacolor ήταν πιο δημοφιλές στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά δεν επικράτησε ποτέ στις ΗΠΑ λόγω του υψηλού κόστους του εξοπλισμού που έπρεπε να εγκαταστήσουν οι κινηματογράφοι για να προβάλλουν ταινίες Kinemacolor. Η προσαρμογή του Κλάνσμαν σε Kinemacolor εγκαταλείφθηκε όταν ο σκηνοθέτης Ντ. Γ. Γκρίφιθ αγόρασε το στούντιο Kinemacolor στο Χόλιγουντ και απέκτησε τα δικαιώματα του Κλάνσμαν.

Elizabeth Garner Masarik: Ο σκηνοθέτης Ντ. Γ. Γκρίφιθ, όπως και ο Ντίξον, είχε μεγαλώσει κάτω από τις συνέπειες του Εμφυλίου Πολέμου και της Χαμένης Υπόθεσης. Ο Γκρίφιθ γεννήθηκε το 1875, σε μια φάρμα στην κομητεία Όλνταμ του Κεντάκι, από τον συνταγματάρχη του στρατού της Συνομοσπονδίας Τζέικομπ Γουάρκ «Ρόρινγκ Τζέικ» Γκρίφιθ, ο οποίος αργότερα εξελέγη νομοθέτης της πολιτείας του Κεντάκι. Παρόλο που ο Ρόρινγκ Τζέικ πέθανε όταν ο Γκρίφιθ ήταν δέκα ετών, βυθίζοντας την οικογένειά του στη φτώχεια, η υπερφυσική φιγούρα του μεγαλύτερου Γκρίφιθ διαμόρφωσε την κοσμοθεωρία του Γκρίφιθ από νεαρή ηλικία. Ο Γκρίφιθ είπε ότι ως μικρό αγόρι έμπαινε κρυφά στο δωμάτιο των γονιών του τη νύχτα και άκουγε τον πατέρα του να μιλάει για τα κατορθώματά του στον Εμφύλιο Πόλεμο για την υπεράσπιση της Συνομοσπονδίας.

Averill Earls: Σε ηλικία 14 ετών, η μητέρα του Γκρίφιθ, Μαίρη Πέρκινς, μετέφερε την οικογένεια από τη φάρμα τους στο Λούισβιλ του Κεντάκι. Λίγο αργότερα ο Γκρίφιθ έγινε περιπλανώμενος ηθοποιός, ταξιδεύοντας σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ποτέ δεν ήταν πολύ καλός και δεν έπαιρνε καλές κριτικές, αλλά έπαιρνε αρκετούς ρόλους για να συνεχίσει να εργάζεται. Μάλιστα, πρωταγωνίστησε σε ένα θεατρικό έργο που ανέβασε ο Τόμας Ντίξον το 1906 με τίτλο Η Μοναδική Γυναίκα [The One Woman]. Ο Γκρίφιθ άρχισε επίσης να γράφει θεατρικά έργα, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Το 1907 άρχισε να εργάζεται ως κομπάρσος σε βωβές ταινίες μικρού μήκους και το 1908 άρχισε να σκηνοθετεί βωβές ταινίες για την εταιρεία Biograph, γυρίζοντας 48 ταινίες μικρού μήκους μόνο τον πρώτο χρόνο. Ο Γκρίφιθ άρχισε να πειραματίζεται με το φιλμ ως νέο μέσο. Το 1909 σκηνοθέτησε μια διασκευή του έργου του Τσαρλς Ντίκενς, Ο Γρύλος στο Τζάκι [The Cricket on the Hearth], αναπτύσσοντας την τεχνική του cross cutting, δηλαδή της προβολής δύο ιστοριών η μία δίπλα στην άλλη. Σύντομα άρχισε να έρχεται σε σύγκρουση με την εταιρεία Biograph, επειδή ο Γκρίφιθ ήθελε να σκηνοθετεί μεγαλύτερες, πιο παραγωγικές ταινίες, ενώ η εταιρεία τον ήθελε απλώς να συνεχίζει να παράγει ταινίες μικρού μήκους κατάλληλες για nickelodeon.

Elizabeth Garner Masarik: Ο Γκρίφιθ εγκατέλειψε τη Biograph και έγινε συμπαραγωγός της ταινίας Η ζωή του Στρατηγού Βίγια [The Life of General Villa], μιας ημιβιογραφικής ταινίας που γυρίστηκε με τον Πάντσο Βίγια κατά τη διάρκεια της Μεξικανικής Επανάστασης. Η ταινία αυτή έκανε τον Πάντσο Βίγια διεθνώς γνωστό. Αργότερα, ο Γκρίφιθ δημιούργησε το δικό του στούντιο παραγωγής με τον παραγωγό Χάρι Έιτκεν και άρχισε να εργάζεται πάνω στη διασκευή του βιβλίου του Ντίξον, Ο Κλάνσμαν. Ο Γκρίφιθ εξήγησε ότι η ρομαντική μυθολογία του Ντίξον για την Κλαν «με συγκλόνισε πολύ...» και ότι «ήλπιζε αμέσως ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί, γιατί η ιστορία του Νότου είχε απορροφηθεί από την ίδια μου την ύπαρξη». Ο Γκρίφιθ δήλωσε ότι «μπορούσα να φανταστώ αυτούς τους άνδρες της Κλαν σε μια ταινία με τους λευκούς μανδύες τους να ανεμίζουν»[3].

Averill Earls: Σύμφωνα με την ηθοποιό Λίλιαν Γκις, η οποία υποδύθηκε την Έλσι Στόουνεμεν, την πρωταγωνίστρια της ταινίας Η Γέννηση ενός Έθνους, στην αρχή των γυρισμάτων ο Γκρίφιθ είπε στους ηθοποιούς του ότι ήθελε η ταινία «να πει την αλήθεια για τον Πόλεμο μεταξύ των Πολιτειών». Είπε ότι «δεν έχει ειπωθεί με ακρίβεια στα βιβλία ιστορίας. Μόνο η νικήτρια πλευρά στον πόλεμο καταφέρνει πάντα να πει την ιστορία της.»[4] Προφανώς, η «αλήθεια» για τον Γκρίφιθ και τον Ντίξον ήταν μια μυθοποιημένη «νότια αλήθεια» που δεν αντικατόπτριζε την αληθινή πραγματικότητα του πολέμου ή της ανασυγκρότησης.

Elizabeth Garner Masarik: Ο Γκρίφιθ δεν λυπήθηκε τα έξοδα για τα γυρίσματα της ταινίας Η Γέννηση ενός Έθνους. Ο προϋπολογισμός της ταινίας ήταν αρχικά 40.000 δολάρια, αλλά τελικά κόστισε 110.000 δολάρια. Αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 2,7 εκατομμύρια δολάρια σε σημερινά χρήματα και εκείνη την εποχή ήταν η πιο ακριβή ταινία που είχε γυριστεί ποτέ.

Averill Earls: Η αναπαράσταση της επίθεσης του στρατού της Ένωσης στο Πίτερσμπουργκ της Βιρτζίνια το 1865, η οποία οδήγησε στην παράδοση του Νότου, ήταν η μεγαλύτερη πολεμική σκηνή που έχει γυριστεί ποτέ. Η σκηνή χρειάστηκε τρεις ημέρες για να γυριστεί. Δεν ήταν μόνο ένα γιγαντιαίο εγχείρημα από φυσική άποψη, αλλά ο Γκρίφιθ και ο εικονολήπτης του Μπίλι Μπίτσερ χρησιμοποίησαν νέες κινηματογραφικές τεχνικές που έκαναν τους μερικές εκατοντάδες κομπάρσους να εμφανίζονται στην οθόνη ως δύο στρατοί που αριθμούσαν χιλιάδες άτομα. Χρησιμοποίησαν βόμβες καπνού για να προσομοιώσουν πυρά κανονιών και σε μερικά από τα πιο δραματικά πλάνα, ο Γκρίφιθ και ο Μπλίτσερ κινηματογράφησαν ηθοποιούς ντυμένους ως άνδρες της Κλαν πάνω σε άλογα, ενώ αυτοί έκαναν ζουμ δίπλα τους με ένα αυτοκίνητο. Προφανώς, ο Γκρίφιθ ήταν απαιτητικός σκηνοθέτης, καθώς η σκηνή όπου ο Τζον Γουίλκς Μπουθ πηδάει στη σκηνή του θεάτρου Φορντ αφού πυροβόλησε τον πρόεδρο Λίνκολν κινηματογραφήθηκε περισσότερες από δεκαπέντε φορές μέχρι να ικανοποιηθεί. Ο Γκρίφιθ γύρισε φιλμ 36 ωρών, που αντιστοιχούσε σε είκοσι έξι μίλια, τα οποία έπρεπε να μονταριστούν σε μια τρίωρη ταινία.

 

2 The Birth of a Nation 1915 5

Κινηματογραφικό στιγμιότυπο από την ταινία Η Γέννηση ενός Έθνους (1915), ο Ραούλ Γουόλς ως Τζον Γουίλκς Μπουθ και ο Τζόζεφ Χενάμπερυ ως Αβραάμ Λίνκολν.

 

Elizabeth Garner Masarik: Ο Γκρίφιθ προσέλαβε τον συνθέτη Τζόζεφ Καρλ Μπρέιλ, ο οποίος ήταν διάσημος για τη σύνθεση μουσικής για θεατρικά έργα. Ο Μπριέλ και ο Γκρίφιθ συνεργάστηκαν στενά για να συνδυάσουν κλασική μουσική, όπως την Οβερτούρα του 1812 του Τσαϊκόφσκι και την «Επέλαση των Βαλκυριών» του Βάγκνερ, η οποία έγινε «Η Επέλαση των Κλάνσμαν», στην πρωτότυπη παρτιτούρα. Μάλιστα, στην πρεμιέρα της ταινίας στο Λος Άντζελες, η φιλαρμονική ορχήστρα του Λος Άντζελες έπαιξε τη μουσική ζωντανά στον κινηματογράφο, ενώ οι θεατές ξετρελάθηκαν με αυτό που είδαν και άκουσαν.

Averill Earls: Το πρώτο μισό της ταινίας διαδραματίζεται λίγο πριν και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου και το δεύτερο μισό της ταινίας κατά τη διάρκεια της Ανασυγκρότησης. Η ταινία παρακολουθεί δύο οικογένειες, τους Βόρειους Στόνεμαν, που αποτελούνται από τον Αμερικανό βουλευτή Όστιν Στόνεμαν, ο οποίος είναι βασισμένος στον Θάντεους Στίβενς, και την κόρη του Έλσι και τους γιους του Φιλ και Τοντ, και τους Νότιους Κάμερον, που περιλαμβάνουν τον πατριάρχη δρ Κάμερον, τη σύζυγό του κυρία Κάμερον και τους τρεις γιους τους Μπεν, Γουέιντ και Ντιουκ και την κόρη τους Μάργκαρετ. Το πρώτο μέρος της ταινίας ξεκινά στη Νότια Καρολίνα, στη φυτεία της οικογένειας Κάμερον, όπου ο μεγαλύτερος γιος του Στόουνμαν, ο Φιλ, ερωτεύεται τη Μάργκαρετ Κάμερον. Ο Νότος της προπολεμικής εποχής απεικονίζεται ως ένα αριστοκρατικό, υπέροχο μέρος όπου οι σκλάβοι που εργάζονται στη φυτεία Στόουνμαν απολαμβάνουν τη δουλειά τους και αγαπούν τους λευκούς αφέντες τους. Όταν ξεσπά ο Εμφύλιος Πόλεμος, οι γιοι και των δύο οικογενειών κατατάσσονται στους αντίστοιχους στρατούς. Το νεότερο αγόρι των Στόουνμαν, ο Τοντ, σκοτώνεται στη μάχη. Το ίδιο και δύο από τους γιους των Κάμερον.

Elizabeth Garner Masarik: Πίσω στη Νότια Καρολίνα, οι ανυπεράσπιστες γυναίκες Κάμερον δέχονται επίθεση από ένα Μαύρο σύνταγμα της Ένωσης και σώζονται θεαματικά από στρατιώτες της Συνομοσπονδίας. Εν τω μεταξύ, ο συνομοσπονδιακός Μπεν Κάμερον ηγείται μιας θεαματικής επίθεσης κατά την πολιορκία του Πίτερσμπουργκ, η οποία του δίνει το παρατσούκλι «ο Μικρός Συνταγματάρχης», αλλά καταλήγει επίσης να τραυματιστεί και να αιχμαλωτιστεί. Μεταφέρεται σε στρατιωτικό νοσοκομείο της Ένωσης στην Ουάσινγκτον και του λένε ότι θα κρεμαστεί ως προδότης. Ενώ βρίσκεται εκεί, ο Μπεν Κάμερον γνωρίζει την Έλσι Στόουνμαν που εργάζεται ως νοσοκόμα στο νοσοκομείο και αρχίζουν μια σχέση. Το πρώτο μέρος τελειώνει με τη θεαματική δολοφονία του προέδρου Αβραάμ Λίνκολν στο θέατρο Φορντ.

Averill Earls: Στο δεύτερο μέρος της ιστορίας του Γκρίφιθ, άνδρες όπως ο Όστιν Στόουνμαν και οι Ριζοσπάστες Ρεπουμπλικάνοι είναι αποφασισμένοι να επιβάλουν σκληρά μέτρα μέσω της πολιτικής της Ανασυγκρότησης προκειμένου να τιμωρήσουν τον Νότο. Ο Στόουνμαν και ο μιγάς προστατευόμενός του Σάιλας Λιντς πηγαίνουν στη Νότια Καρολίνα για να εφαρμόσουν τις πολιτικές της Ανασυγκρότησης. Κατά τη διάρκεια των εκλογών στη Νότια Καρολίνα, ο Γκρίφιθ απεικονίζει τους μαύρους να γεμίζουν τις κάλπες, ενώ οι λευκοί απομακρύνονται από τις κάλπες. Σε αυτές τις εκλογές ο μιγάς Λιντς εκλέγεται αντικυβερνήτης. Η επόμενη σκηνή δείχνει το νεοεκλεγέν νομοθετικό σώμα της Νότιας Καρολίνας σχεδόν εξ ολοκλήρου Αφροαμερικανούς, οι οποίοι συμπεριφέρονται όλοι με στερεότυπο τρόπο. Ένας τύπος έχει τα πόδια του πάνω στο γραφείο του, ένας άλλος πίνει ποτό κατευθείαν από το μπουκάλι και τρώει τηγανητό κοτόπουλο.

Elizabeth Garner Masarik: Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η σκηνή αυτή είναι μία από τις λίγες σκηνές όπου οι Αφροαμερικανοί υποδύονται πραγματικά τους χαρακτήρες στην οθόνη. Πολλοί από τους Αφροαμερικανούς στην ταινία απεικονίστηκαν από λευκούς ηθοποιούς με μαύρο μέικαπ. Ο Γκρίφιθ ισχυρίστηκε αρχικά ότι αυτό έγινε σκόπιμα, δηλώνοντας ότι «μετά από προσεκτική στάθμιση κάθε σχετικής λεπτομέρειας, η απόφαση ήταν να μην υπάρχει μαύρο αίμα μεταξύ των πρωταγωνιστών∙ μόνο στη σκηνή του νομοθετικού σώματος χρησιμοποιήθηκαν νέγροι, και τότε μόνο ως “κομπάρσοι”.»[5] Υπάρχουν μερικές άλλες σκηνές όπου κινηματογραφούνται μαύροι ηθοποιοί, ιδίως στα προγενέστερα της δεκαετίας του 18ου αιώνα σκλαβοπάζαρα που απεικονίζονται στις αρχές της ταινίας, αλλά όλοι οι πρωταγωνιστικοί μαύροι χαρακτήρες είναι λευκοί με μέικαπ.

 

3 Birth of a nation klan and black man 1

Ο Γκας, τον οποίο υποδύεται με μαύρο μέικαπ ο λευκός ηθοποιός Γουόλτερ Λονγκ

 

Averill Earls: Ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, ο Μπεν «ο Μικρός Στρατηγός» είναι απογοητευμένος που οι μαύροι δεν συμπεριφέρονται πλέον υπάκουα στους λευκούς. Εμπνέεται όταν βλέπει δύο λευκά παιδιά να παριστάνουν τα φαντάσματα για να τρομάξουν κάποια μαύρα παιδιά και επινοεί την Κου Κλουξ Κλαν. Αργότερα, η μικρότερη αδελφή της Κάμερον, η Φλόρα, πέφτει σε ενέδρα από τον Γκας, έναν πρώην σκλάβο και στρατιώτη της Ένωσης. Τον υποδύεται ο λευκός ηθοποιός Γουόλτερ Λονγκ με μαύρο μέικαπ. Ο χαρακτήρας του Γκας φαίνεται να κοιτάει λάγνα τη Φλόρα, παίζοντας με το στερεότυπο του υπερσεξουαλικού μαύρου άνδρα που έχει σκοπό να κοιμηθεί με λευκές γυναίκες. Ο Γκας λέει στη Φλόρα ότι θέλει να την παντρευτεί και την κυνηγάει μέσα στο δάσος. Σε μια από τις πιο διάσημες σκηνές της ταινίας, η Φλόρα πηδάει από έναν γκρεμό αντί να υποκύψει στον βιασμό που η ταινία αφήνει να εννοηθεί ότι θα συμβεί. Σε αντίποινα, ο Μπεν και η νεοσύστατη KKK του κυνηγούν τον Γκας, τον ευνουχίζουν και τον λιντσάρουν.

Elizabeth Garner Masarik: Αντιδρώντας, ο υποδιοικητής Σάιλας Λιντς προσπαθεί να καταστείλει την Κλαν. Βοηθά επίσης να περάσει ένας νόμος που θα επέτρεπε γάμους μεικτών φυλών (ο οποίος δεν ήταν κάποιος νόμος που πέρασε στην πραγματικότητα και αντίθετα δείχνει πόσο πεπεισμένοι ήταν οι λευκοί ότι οι μαύροι άντρες ήθελαν να κάνουν σεξ με λευκές γυναίκες). Κατά την καταστολή του Λιντς, ο πατέρας του Μπεν, ο πρεσβύτερος δρ Κάμερον, συλλαμβάνεται όταν βρίσκεται με τα διακριτικά της ΚΚΚ του Μπεν. Διασώζεται από τον Φιλ Στόουνμαν και τους πιστούς μαύρους υπηρέτες του, οι οποίοι στη συνέχεια τον μεταφέρουν σε μια καλύβα στο δάσος, όπου συναντούν μια ομάδα λευκών πρώην στρατιωτών της Ένωσης. Αντί όμως να τους καταδώσουν, οι πρώην στρατιώτες συμμαχούν μαζί τους, ενώ η καρτέλα με τους ενδιάμεσους τίτλους γράφει: «Οι πρώην εχθροί του Βορρά και του Νότου ενώνονται και πάλι για την κοινή υπεράσπιση του Άριου εκ γενετής δικαιώματός τους».

Averill Earls: Η Έλσι Στόουνμαν πηγαίνει στη συνέχεια στον Σάιλας Λιντς για να παρακαλέσει για επιείκεια για τον δρα Κάμερον, αλλά ο Λιντς, ο οποίος θα θυμάστε ότι είναι μιγάς, προσπαθεί να εξαναγκάσει την Έλσι να τον παντρευτεί, κάτι που ήταν κωδικός για το ότι ήθελε να τη βιάσει. Άρα και πάλι άλλη μια στερεοτυπική απόπειρα βιασμού μιας λευκής γυναίκας από έναν μαύρο άνδρα. Η Έλσι ουσιαστικά απαγάγεται από τον Λιντς και στη συνέχεια σώζεται από τον Μπεν και τους φίλους του της ΚΚΚ. Αφού σώσουν την Έλσι, οι άνδρες της Κλαν τρέχουν προς την καλύβα όπου ο δρ Κάμερον και οι πρώην στρατιώτες της Ένωσης πολεμούν την πολιτοφυλακή του Λιντς και κερδίζουν τη μάχη. Στη συνέχεια, οι άνδρες της Κλαν παρελαύνουν μέσα στην πόλη και όλοι οι μαύροι κάτοικοι της πόλης εμφανίζονται να τρέχουν φοβισμένοι. Η επόμενη σκηνή είναι μια γρήγορη μεταφορά στον χρόνο και δείχνει την επόμενη ημέρα των εκλογών, όπου οι μαύροι εμποδίζονται να ψηφίσουν από μια γραμμή έφιππων και οπλισμένων ανδρών της Κλαν.

Elizabeth Garner Masarik: Η ταινία τελειώνει με τους γάμους της Μάργκαρετ Κάμερον με τον Φιλ Στόουνμαν και της Έλσι Στόουνμαν με τον Μπεν Κάμερον, δύο οικογένειες που συμφιλιώθηκαν μέσω της λευκής υπεροχής, όπως ακριβώς και το έθνος. Η συμφιλίωση ήταν ένα αρκετά κοινό συναίσθημα μεταξύ των περισσότερων λευκών Αμερικανών στις αρχές του εικοστού αιώνα – αυτή η ιδέα ότι το ρήγμα στο έθνος πρέπει να καλυφθεί εις βάρος της πλήρους ελευθερίας των Μαύρων. Ο ιστορικός Ντέιβιντ Μπλάιτ το συνοψίζει αυτό τέλεια σημειώνοντας: «Οι δυνάμεις της συμφιλίωσης υπερνίκησαν το απελευθερωτικό όραμα στην εθνική κουλτούρα... η αδυσώπητη τάση για επανένωση αφενός χρησιμοποίησε και αφετέρου υπερέβη τη φυλή.»[6] Με άλλα λόγια, το μεγαλύτερο μέρος της λευκής Αμερικής ήθελε να ξεχάσει τις υποσχέσεις της χειραφέτησης και της 14ης και 15ης τροπολογίας και αντ’ αυτού να «επουλώσει» όσο το δυνατόν περισσότερο το ρήγμα ανάμεσα στους λευκούς Βόρειους και Νότιους. Άνθρωποι όπως ο Γκρίφιθ και ο Ντίξον «έδωσαν στο καλά προετοιμασμένο ακροατήριό τους το μήνυμα όχι μόνο ότι οι μαύροι δεν ήθελαν την ελευθερία τους, αλλά και ότι η χειραφέτηση ήταν η μεγαλύτερη και πιο επικίνδυνη καταστροφή της Αμερικής»[7].

Averill Earls: Τα μέσα της δεκαετίας του 1910 κατακλύστηκαν από τις πεντηκοστές επετείους του Εμφυλίου Πολέμου. Το 1913 είχε γίνει μια τεράστια γιορτή στο Γκέτισμπεργκ για τον εορτασμό της 50ής επετείου της μάχης αυτής. Πενήντα χιλιάδες βετεράνοι του εμφυλίου πολέμου πήγαν στην Πενσυλβάνια για να γιορτάσουν, καθώς και ο πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον και 150 δημοσιογράφοι του Τύπου. Αυτού του είδους οι συναντήσεις των Γαλάζιων και των Γκρίζων έδωσαν ώθηση στην ιδέα ότι, σύμφωνα με τον Μπλάιτ, «ο πόλεμος μνημονεύεται κυρίως ως μια τραγωδία που σφυρηλάτησε μεγαλύτερη ενότητα, ως το κάλεσμα ενός στρατιώτη να θυσιαστεί για να σώσει μια προβληματική, αλλά ουσιαστικά καλή Ένωση, και όχι ως η κρίση ενός έθνους που το 1913 ήταν ακόμη βαθιά διχασμένο για τη δουλεία, τη φυλή, τους ανταγωνιστικούς ορισμούς της εργασίας, την ελευθερία, την πολιτική οικονομία και το μέλλον της Δύσης»[8].

Elizabeth Garner Masarik: Η Αμερική βρισκόταν σε ένα είδος πυρετού μνήμης για τον πόλεμο εκείνη την περίοδο. Στην πραγματικότητα, Η Γέννηση ενός Έθνους δεν ήταν η μόνη ταινία για τον Εμφύλιο Πόλεμο. Ο ίδιος ο Γκρίφιθ είχε γυρίσει 12 ταινίες για τον Εμφύλιο Πόλεμο όσο δούλευε για την Biograph Pictures, όλες με μια ρομαντική άποψη για τον πόλεμο και τις αξίες του Νότου, και δεν ήταν ο μόνος. Πολλές ταινίες της εποχής απεικόνιζαν τους μαύρους χαρακτήρες ως ευτυχισμένους και ικανοποιημένους υπό καθεστώς δουλείας και δίδασκαν ότι η αιτία του πολέμου δεν ήταν καθόλου η δουλεία, αλλά ότι η καταστροφή της δουλείας ήταν υπεύθυνη για τον εκφυλισμό της Μαύρης φυλής. Πολλές ταινίες απεικόνιζαν τους μαύρους υπηρέτες, ιδίως τις Μάμις**, ως πιστούς στους λευκούς αφέντες τους. Στην ταινία μικρού μήκους του 1914, Το Μυστικό της Παλιάς Βελανιδιάς (The Old Oak’s Secret), ένας μαύρος χαρακτήρας με το όνομα Όλντ Μόουζ φτάνει στο σημείο να κρύψει τη διαθήκη του αφέντη του, επειδή δεν ήθελε να δει να υλοποιείται η ρήτρα απελευθέρωσής του.

 

4 Birth of a nation klansmen

Αφίσα της ταινίας Η Γέννηση ενός Έθνους

 

Averill Earls: Έτσι, οι θεατές του κινηματογράφου είχαν συνηθίσει να βλέπουν τέτοιου είδους εικόνες στην οθόνη. Ως εκ τούτου, το 1915 που ήταν η πεντηκοστή επέτειος από το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου ήταν και η κατάλληλη χρονιά για μια ρατσιστική ταινία.

Elizabeth Garner Masarik: Η πρώτη δημόσια προβολή της ταινίας Η Γέννηση ενός Έθνους έγινε στο Λος Άντζελες την 1η και 2η Ιανουαρίου 1915. Η ταινία προβλήθηκε με τον αρχικό της τίτλο, Ο Κλάνσμαν. Ο θόρυβος γύρω από την ταινία ήταν τόσο μεγάλος που η δεύτερη βραδιά ήταν sold out και ο κινηματογράφος αναγκάστηκε να διώξει τους θεατές.

Averill Earls: Ο Ντίξον και ο Γκρίφιθ ήταν μάστορες στο να κερδίζουν τον Τύπο για την ταινία. Στην πραγματικότητα, ο Ντίξον είχε ήδη αποδείξει ότι ήταν επιδέξιος στην ξεδιάντροπη αυτοπροβολή. Για να προωθήσει το βιβλίο του Ο Κλάνσμαν, ο Ντίξον είχε προκαλέσει τον ηγέτη των μαύρων Μπούκερ Τ. Ουάσινγκτον σε μια συζήτηση με θέμα «Το μέλλον του νέγρου στην Αμερική». Φυσικά ο Ουάσινγκτον αρνήθηκε, γνωρίζοντας ότι ο Ντίξον ήταν δηλωμένος ρατσιστής και ότι δεν είχε καμία πρόθεση να συζητήσει ηθικά ή με βάση τα γεγονότα. Παρ’ όλα αυτά, το κόλπο συγκέντρωσε πρωτοσέλιδα, ενθαρρύνοντας τον Ντίξον να συνεχίσει το κακόγουστο θέατρο, φθάνοντας στο σημείο να υποσχεθεί 10.000 δολάρια στο Ινστιτούτο Τασκίγκι [Tuskegee Institute] του Ουάσινγκτον, αν ο Ουάσινγκτον διαβεβαίωνε δημοσίως ότι το δόγμα του για την αυτοβελτίωση των Μαύρων δεν αποσκοπούσε στην επίτευξη της «Κοινωνικής Ισότητας για τους Νέγρους» και ότι το Ινστιτούτο Τασκίγκι του ήταν «αντίθετο στη συγχώνευση των φυλών»[9] Το σχέδιο του Ντίξον για την προώθηση του βιβλίου του ήταν έτη φωτός μπροστά από τις τακτικές μάρκετινγκ της εποχής που χρησίμευαν για να προκαλέσουν ενθουσιασμό στα μέσα ενημέρωσης.

Elizabeth Garner Masarik: Ο Γκρίφιθ ήταν επίσης επιδέξιος στην αυτοπροβολή. Όταν ο Γκρίφιθ έφυγε από τη Biograph και ίδρυσε τη δική του εταιρεία παραγωγής, έβαλε ολοσέλιδη διαφήμιση στο New York Dramatic Mirror, μια εφημερίδα ψυχαγωγίας που ήταν δημοφιλής εκείνη την εποχή. Η αγγελία ανέφερε ότι ο Γκρίφιθ ήταν ο μόνος υπεύθυνος για την «επανάσταση στο κινηματογραφικό δράμα και την καθιέρωση των σύγχρονων τεχνικών της τέχνης». Έλεγε επίσης ότι ο Γκρίφιθ είχε εφεύρει μια πληθώρα κινηματογραφικών τεχνικών, από το κοντινό πλάνο μέχρι το πλάνο που σβήνει. Αυτό δεν ήταν πραγματικά αλήθεια, πολλοί σκηνοθέτες της εποχής διεύρυναν τα όρια της κινηματογραφικής δημιουργίας, αλλά ο Γκρίφιθ από νωρίς στη σκηνοθετική του καριέρα κατάλαβε πώς η διαφήμιση και ο εξωραϊσμός λειτουργούσαν προς όφελός του[10].

Averill Earls: Ένα από τα μεγαλύτερα κέρδη της ταινίας «Η Γέννηση ενός Έθνους» ήταν η προβολή της στον Λευκό Οίκο του Ουίλσον. Ο Τόμας Ντίξον και ο Γούντροου Ουίλσον ήταν μεταπτυχιακοί συμφοιτητές στο Πανεπιστήμιο Τζονς Χόπκινς. Ο Ντίξον συναντήθηκε με τον Ουίλσον στις αρχές Φεβρουαρίου του 1915 και του είπε ότι «...είχα μια κινηματογραφική ταινία που έπρεπε να δει, όχι επειδή ήταν η σπουδαιότερη που παρήχθη ποτέ ή επειδή ο συμφοιτητής του είχε γράψει την ιστορία και ένας σκηνοθέτης του Νότου είχε γυρίσει την ταινία, αλλά επειδή η ταινία αυτή κατέστησε σαφές για πρώτη φορά ότι είχε εφευρεθεί μια νέα, παγκόσμια γλώσσα.»[11] Ο Ουίλσον συμφώνησε να δει την ταινία αν ο Ντίξον υποσχόταν να κρατήσει το γεγονός μυστικό και να μην αξιοποιήσει το γεγονός για τον Τύπο με οποιονδήποτε τρόπο. Η ταινία Η Γέννηση ενός Έθνους προβλήθηκε στον Λευκό Οίκο στις 18 Φεβρουαρίου 1915. Συχνά αναφέρεται ως η πρώτη ταινία που προβλήθηκε ποτέ στον Λευκό Οίκο, κάτι που είναι τεχνικά αλήθεια, επειδή προβλήθηκε μέσα στο Ανατολικό Δωμάτιο, αλλά η πρώτη ταινία που προβλήθηκε ποτέ στους χώρους του Λευκού Οίκου ήταν στην πραγματικότητα η ταινία Καμπίρια (Cabiria)* του 1914, η οποία προβλήθηκε στο γρασίδι του Λευκού Οίκου.

Elizabeth Garner Masarik: Ο πρόεδρος Ουίλσον και μέλη της οικογένειάς του και του υπουργικού συμβουλίου ήταν παρόντες στην προβολή της ταινίας Ο Κλάνσμαν, στην Ανατολική Αίθουσα. (Ο τίτλος της ταινίας άλλαξε σε Η Γέννηση ενός Έθνους πριν από την πρεμιέρα της 2ας Μαρτίου στη Νέα Υόρκη). Ο Ντίξον και ο Γκρίφιθ ήταν επίσης παρόντες στην προβολή στον Λευκό Οίκο. Μετά την προβολή, ο πρόεδρος Ουίλσον φέρεται να δήλωσε για την ταινία: «Είναι σαν να γράφεις ιστορία με κεραυνό. Το μόνο για το οποίο λυπάμαι είναι ότι όλα είναι τόσο τρομερά αληθινά». Οι ιστορικοί διαφωνούν για το αν όντως ο Ουίλσον είπε κάτι τέτοιο για την ταινία. Ο ιστορικός Μαρκ Ε. Μπένμποου υποστηρίζει ότι το πρώτο μέρος μπορεί πιθανότατα να αποδοθεί στον Ουίλσον, αλλά το «τρομερά αληθινό» είναι πιθανότατα επινόηση, αλλά ό,τι και αν είπε ο Ουίλσον μετά την προβολή, ουσιαστικά «έδωσε στους κινηματογραφιστές όλη την έγκριση που χρειάζονταν, συμφωνώντας να δουν την ταινία στον Λευκό Οίκο. Σύμφωνα με τα λόγια του Γκρίφιθ, με την προβολή της ταινίας στον Λευκό Οίκο, ο Ουίλσον “απένειμε” μια “τιμή” στη Γέννηση ενός Έθνους. Και στην πραγματικότητα, η προβολή αυτή ήταν από μόνη της μια σιωπηρή έγκριση που αρκούσε για να προστατεύσει την ταινία από τη λογοκρισία και να επιτρέψει την προβολή της σε όλη τη χώρα»[12].

Averill Earls: Ανεξάρτητα από το τι είπε ο Ουίλσον, δεν είχε πρόβλημα με την απεικόνιση της Ανασυγκρότησης ως μιας εποχής κατά την οποία, σύμφωνα με τα δικά του λόγια, «οι λευκοί ήταν υπό την κυριαρχία του μαύρου Νότου....». Στην πραγματικότητα, ο Γκρίφιθ είχε χρησιμοποιήσει ακόμη και τα ίδια τα ακαδημαϊκά έργα του Ουίλσον (ο Ουίλσον ήταν επαγγελματίας ιστορικός και πρώην πρόεδρος του Πανεπιστημίου Πρίνστον), ως πηγές για κάποιες κάρτες τίτλων στην ταινία.

Elizabeth Garner Masarik: Στο δεύτερο μέρος της ταινίας, το οποίο διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια της Ανασυγκρότησης, τρεις κάρτες τίτλων χρησιμοποιούν αποσπάσματα από την πεντάτομη Ιστορία του αμερικανικού λαού [History of the American People] του Ουίλσον. Η πρώτη κάρτα τίτλου «εξηγεί» πώς οι Βόρειοι «παρείσακτοι απατεώνες», ένας υποτιμητικός όρος για τους Βόρειους που πήγαν στο Νότο για να επωφεληθούν από την Ανασυγκρότηση, σάρωσαν το Νότο μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο. Η κάρτα γράφει:

«Τυχοδιώκτες συνέρρευσαν από το Βορρά, εχθροί τόσο της μιας φυλής όσο και της άλλης, για να ξεγελάσουν, να εξαπατήσουν και να εκμεταλλευτούν τους νέγρου... Στα χωριά οι νέγροι ήταν οι κάτοχοι αξιωμάτων, άνδρες που δεν γνώριζαν καμία από τις χρήσεις της εξουσίας, εκτός από τις αυθαιρεσίες της.»

Averill Earls: Μια άλλη κάρτα τίτλου που αναφέρει τον Ουίλσον γράφει:

«Η πολιτική των ηγετών του Κογκρέσου προκάλεσε... μια πραγματική ανατροπή του πολιτισμού στο Νότο... με την αποφασιστικότητά τους να “βάλουν τον λευκό Νότο κάτω από την κυριαρχία του μαύρου Νότου”».

Elizabeth Garner Masarik: Και μια τρίτη κάρτα τίτλων γράφει:

«Οι λευκοί άνδρες ξεσηκώθηκαν από ένα καθαρό ένστικτο αυτοσυντήρησης... μέχρι που τελικά ξεπήδησε μια μεγάλη Κου Κλουξ Κλαν, μια πραγματική αυτοκρατορία του Νότου, για να προστατεύσει τη χώρα του Νότου.»

 

5 Wilson quote in birth of a nation

 

Averill Earls: Όπως σημειώνουν ιστορικοί όπως ο Άρθουρ Λινκ και ο Μέλβιν Στόουκς, ο Γκρίφιθ πήρε τμήματα προτάσεων από διαφορετικές σελίδες για την τρίτη κάρτα τίτλου, ώστε να φανεί ότι ο Ουίλσον πίστευε ότι ο σχηματισμός της Κλαν ήταν η μόνη δίκαιη απάντηση των λευκών του Νότου στην Ανασυγκρότηση. Ανεξάρτητα από αυτό, η ρομαντική άποψη του Ουίλσον για τον νότο της προγενέστερης περιόδου και η πεποίθησή του ότι η Ανασυγκρότηση ήταν μια αποτυχία επειδή οι Μαύροι απέκτησαν νομοθετικές εξουσίες μέσω απάτης και δωροδοκιών και διέφθειραν τις κυβερνήσεις του νότου έως ότου οι λευκοί κατάφεραν να αποκτήσουν και πάλι τον έλεγχο, ήταν αναπόσπαστο μέρος της μυθολογίας της Χαμένης Υπόθεσης. Ακολουθεί ένα μακροσκελές απόσπασμα από τον ίδιο τον Ουίλσον, γράφοντας για την Ανασυγκρότηση:

«Το πρώτο πρακτικό αποτέλεσμα της ανασυγκρότησης βάσει των νόμων του 1867 ήταν να στερηθούν το δικαίωμα ψήφου, για αρκετά εξοντωτικά χρόνια, οι καλύτεροι λευκοί, και η συνακόλουθη παράδοση των κυβερνήσεων του Νότου στα χέρια των νέγρων. Και τελικά ούτε καν στα χέρια τους. Ακόμη παρέμεναν παιδιά· και αδίστακτοι άνδρες, “παρείσακτοι απατεώνες” –άνδρες που δεν ήρθαν για να γίνουν πολίτες, αλλά για να βγάλουν κέρδος, που ήρθαν για να κάνουν το όνομα του Ρεπουμπλικάνου για πάντα μισητό στον Νότο– εμφανίστηκαν από τον Βορρά για να χρησιμοποιήσουν τους νέγρους ως εργαλεία για τους δικούς τους ιδιοτελείς σκοπούς∙ και τα κατάφεραν, εκπληρώνοντας πλήρως τα όνειρά τους. Οι πλειοψηφίες των νέγρων γέμισαν για λίγο τα νομοθετικά σώματα του Νότου∙ αλλά δεν κέρδισαν καμία δύναμη ή όφελος για τους ίδιους, πέρα από μερικά ψίχουλα εδώ και εκεί ως δωροδοκία. Οι ηγέτες τους, ξένοι και τυχοδιώκτες, έπαιρναν τα επικερδή αξιώματα, τη διαχείριση των κρατικών χρημάτων που συγκεντρώνονταν με δάνεια και των φόρων που ξοδεύονταν κανείς δεν ήξερε πώς. Εδώ και εκεί ένας ικανός και έντιμος άνθρωπος καθάριζε τη διοίκηση, έλεγχε τη διαφθορά, τους υπηρετούσε ως πραγματικός φίλος και έντιμος ηγέτης- αλλά όχι για πολύ. Οι νέγροι εξυμνήθηκαν∙ οι πολιτείες κακοδιοικούνταν και λεηλατούνταν στο όνομά τους∙ και μερικοί άνδρες, όχι από τους δικούς τους, όχι πραγματικά προς το συμφέρον τους, έφυγαν με τα κέρδη. Οι νέγροι έμειναν να κουβαλούν την ανυποληψία και να θερίζουν τις συνέπειες της καταστροφής, όταν τελικά οι λευκοί που ήταν πραγματικοί πολίτες πήραν ξανά τον έλεγχο.»[13]

Η Γέννηση ενός έθνους αποτύπωσε με ακρίβεια την άποψη του Ουίλσον για την Ανασυγκρότηση ως μια χαοτική περίοδο κατά την οποία οι λευκοί κάτοικοι του Νότου στερήθηκαν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Άνδρες όπως ο Ντίξον, ο Γκρίφιθ και ο Ουίλσον πίστευαν ακράδαντα ότι οι ριζοσπάστες Ρεπουμπλικάνοι είχαν «βάλει τον λευκό Νότο υπό την κυριαρχία του μαύρου Νότου»[14].

Elizabeth Garner Masarik: Ο Ουίλσον, όπως και ο Ντίξον, μεγάλωσε κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου και της Ανασυγκρότησης. Γεννήθηκε το 1856 στη Βιρτζίνια από έναν πρεσβυτεριανό ιερέα που ήταν υπέρ της δουλείας και κήρυττε τα οφέλη της δουλείας από τον άμβωνα. Ο Ουίλσον έγινε ιστορικός και διετέλεσε πρόεδρος του Πανεπιστημίου Πρίνστον από το 1902 έως το 1910. Μετά την εκλογή του στην προεδρία το 1912, ο Ουίλσον διόρισε στο υπουργικό συμβούλιο πολυάριθμα μέλη του Νότου, τα οποία προέβησαν για πρώτη φορά σε διαχωρισμό των ομοσπονδιακών χώρων εργασίας.

Averill Earls: Μια ημέρα μετά την προβολή στον Λευκό Οίκο, ο Γκρίφιθ και ο Ντίξον έπεισαν την Εθνική Λέσχη Τύπου να διοργανώσει μια ιδιωτική προβολή της ταινίας στο ξενοδοχείο Ράλεϊ στη λεωφόρο Πενσυλβάνια. Επίτιμος προσκεκλημένος ήταν ο επικεφαλής του Ανώτατου Δικαστηρίου Γουάιτ. Ο υπουργός Ναυτικού, Τζόζεφους Ντάνιελς, ήταν παρών, καθώς και οι άλλοι δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου και πολλά μέλη του Κογκρέσου. Αν και το σώμα του Τύπου δεν έπρεπε να γράψει για την ταινία, η οποία δεν είχε ακόμη κυκλοφορήσει δημόσια στα ανατολικά, μπορούσε να γράψει για την εκδήλωση προβολής στην Ουάσινγκτον. Αυτή η κάλυψη δημιούργησε μεγαλύτερο θόρυβο για την ταινία και έδωσε σιωπηρή έγκριση στην ταινία από την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Επίσης, όπως ήταν αναμενόμενο, η προβολή στον Λευκό Οίκο διέρρευσε στον Τύπο, δίνοντας στην ταινία μεγαλύτερη υποστήριξη από τα υψηλότερα κλιμάκια της κυβέρνησης.

Elizabeth Garner Masarik: Η κάλυψη από τον Τύπο, επειδή προκάλεσε αμηχανία στον Λευκό Οίκο του Ουίλσον, ανάγκασε τον Ουίλσον να εκδώσει μια δήλωση που ανέφερε:

«Είναι αλήθεια ότι το έργο “Η Γέννηση ενός Έθνους” παρουσιάστηκε ενώπιον του Προέδρου και της οικογένειάς του στον Λευκό Οίκο, αλλά ο Πρόεδρος δεν γνώριζε καθόλου τον χαρακτήρα του έργου πριν από την παρουσίασή του και ουδέποτε εξέφρασε την έγκρισή του γι’ αυτό. Η παρουσίασή του στον Λευκό Οίκο ήταν μια ευγενική προσφορά προς έναν παλιό γνώριμο.»

Averill Earls: Εκ των υστέρων η δήλωση αυτή φαίνεται λίγο ανειλικρινής, καθώς ο Ουίλσον γνώριζε τον Ντίξον. Δηλαδή πρέπει να πιστέψουμε ότι ο Ουίλσον δεν γνώριζε για τα μπεστ σέλερ του Ντίξον Τα στίγματα της λεοπάρδαλης και Ο Κλάνσμαν, τα οποία ήταν επίσης πολύ επιτυχημένα θεατρικά έργα;

Elizabeth Garner Masarik: Ωστόσο, Η Γέννηση ενός έθνους έγινε γρήγορα μια από τις πιο αμφιλεγόμενες ταινίες όλων των εποχών. Σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες, τα συμβούλια λογοκρισίας και οι τοπικοί πολιτικοί ηγέτες είχαν τη δύναμη να απαγορεύσουν την προβολή μιας ταινίας, αν θεωρούσαν ότι η ταινία ήταν κατά κάποιον τρόπο επιβλαβής για το κοινό. Η NAACP [National Association for the Advancement of Colored People / Εθνική Ένωση για την Πρόοδο των Έγχρωμων Ατόμων] προσπάθησε να εμποδίσει την προβολή της ταινίας σε πόλεις των Η.Π.Α. Στη Νέα Υόρκη, η NAACP κατάφερε να εξασφαλίσει 12 θέσεις για προβολή από το Εθνικό Συμβούλιο Λογοκρισίας πριν από την προβολή της ταινίας στη Νέα Υόρκη. Ωστόσο, την ημέρα της προβολής, η ηγεσία της NAACP έμαθε ότι οι δώδεκα θέσεις είχαν μειωθεί σε δύο, και αυτές οι δύο θέσεις έπρεπε να καλυφθούν από λευκούς.

Averill Earls: Στη συνέχεια, η NAACP υπέβαλε αίτηση στον δήμαρχο της Νέας Υόρκης Τζον Περρόι για να εμποδίσει την κυκλοφορία της ταινίας στην πόλη. Σε απάντηση ο Ντίξον και ο Γκρίφιθ συναντήθηκαν με τον δήμαρχο και το επιτελείο του και υποσχέθηκαν να μοντάρουν δύο σκηνές που προκαλούσαν τη μεγαλύτερη αναστάτωση, και τις δύο σκηνές που υπαινισσόταν τη λαγνεία των μαύρων ανδρών που στρέφονταν προς τις λευκές γυναίκες. Με αυτή την υπόσχεση, η ταινία προβλήθηκε και έγινε φανερό μόνο εκ των υστέρων ότι οι συγκεκριμένες σκηνές δεν είχαν μονταριστεί ως προς το περιεχόμενο, αλλά είχαν γίνει μόνο μικρές αισθητικές αλλαγές.

Elizabeth Garner Masarik: Σε πολλές πόλεις πραγματοποιήθηκαν μεγάλες διαδηλώσεις κατά της ταινίας. Πολλοί λευκοί θεατές λάτρεψαν την ταινία, ενώ η NAACP και άλλες ομάδες για τα πολιτικά δικαιώματα διοργάνωσαν διαμαρτυρίες κατά αυτής της ταινίας που παρουσίαζε τους μαύρους ως αφελείς, βίαιους και βιαστές. Η Τζέιν Άνταμς ανέφερε: «Ένα από τα πιο δυσάρεστα πράγματα σε αυτή την ταινία είναι ότι απευθύνεται στις φυλετικές προκαταλήψεις με βάση συνθήκες μισού αιώνα πριν, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τα γεγονότα που έχουμε να εξετάσουμε σήμερα. Ακόμη και τότε δεν λέει όλη την αλήθεια. Υποστηρίζεται ότι το έργο είναι ιστορικό: αλλά η ιστορία είναι εύκολο να κακοποιηθεί.»[15] Στη Βοστώνη, ο Μπούκερ Τ. Ουάσινγκτον έγραψε ένα άρθρο σε εφημερίδα ζητώντας από τους αναγνώστες να μποϊκοτάρουν την ταινία. Ο ακτιβιστής των πολιτικών δικαιωμάτων της Βοστώνης Γουίλιαμ Μονρόε Τρότερ οργάνωσε μαζικές διαδηλώσεις κατά της ταινίας, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα αστυνομικά επεισόδια και πολυάριθμες συλλήψεις Μαύρων που προσπάθησαν να αγοράσουν εισιτήρια για την ταινία και τους έδιωξαν.

Averill Earls: Ο Ντίξον και ο Γκρίφιθ θορυβήθηκαν από την αντίδραση, ενώ παράλληλα την εκμεταλλεύτηκαν αποτελεσματικά προς όφελος του μάρκετινγκ τους. Και οι δύο υπερηφανεύονταν για την ιστορική ακρίβεια της ταινίας και οι περισσότεροι θεατές, ακόμη και ο ίδιος ο ιστορικός Ουίλσον, δεν βρήκαν κανένα πρόβλημα με τις ιστορικές ανακρίβειες της ταινίας. Σε ένα από τα πολλά παραδείγματα, το δεύτερο μέρος της ταινίας κάνει να φαίνεται ότι όλα τα νομοθετικά σώματα του Νότου είχαν μαύρη πλειοψηφία κατά τη διάρκεια της Ανασυγκρότησης και στη συνέχεια οδηγήθηκαν σε ανεξέλεγκτη κατάσταση.[16] Ο Ντίξον και ο Γκρίφιθ συμπεριφέρονται σαν να μην υπήρξε η περίοδος μεταξύ 1865 και 1867, όταν, σύμφωνα με τα λόγια του ιστορικού John Hope Franklin, «ούτε ένας μαύρος δεν είχε δικαίωμα ψήφου, όταν όλοι οι λευκοί του Νότου, εκτός από τους κορυφαίους ηγέτες της Συνομοσπονδίας, ήταν επικεφαλής όλων των κυβερνήσεων των πολιτειών του Νότου και όταν οι λευκοί Νότιοι θέσπισαν νόμους που αποσκοπούσαν στη διατήρηση μιας κοινωνικής και οικονομικής τάξης που μόλις και μετά βίας διέφερε από την προ προπολεμική περίοδο». Σε αντίθεση με τον τρόπο με τον οποίο η ταινία απεικονίζει την περίοδο, μετά το 1867 οι Μαύροι άνδρες αποτελούσαν την πλειοψηφία στα νομοθετικά σώματα μόνο σε δύο νότιες πολιτείες.

Elizabeth Garner Masarik: Η αγανάκτηση του Γκρίφιθ για τις προσπάθειες λογοκρισίας ή απαγόρευσης της ταινίας τον παρακίνησε να γυρίσει το 1916 την ταινία Μισαλλοδοξία [Intolerance], η οποία προοριζόταν ως διάψευση των επικριτών του και η οποία διερευνούσε το θέμα της «μισαλλοδοξίας». Ο Γκρίφιθ δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να ζητήσει συγγνώμη για τη Γέννηση ενός έθνους λόγω της διαστρέβλωσης της ιστορίας και των αρνητικών φυλετικών στερεοτύπων. Αντιθέτως, είδε τους επικριτές του ως την πλευρά της «μισαλλοδοξίας» - έτσι προέκυψε το όνομα της ταινίας του 1916. Παρά τη διαμάχη, η ταινία ήταν εξαιρετικά δημοφιλής στο λευκό κοινό και σημείωσε τεράστια εισπρακτική επιτυχία.

Averill Earls: Γιατί λοιπόν ήταν τόσο δημοφιλής; Ναι, ήταν ένα κινηματογραφικό θαύμα και σύμφωνα με την ηθοποιό Μέρι Πίκφορντ ήταν «η πρώτη ταινία που έκανε τους ανθρώπους να πάρουν στα σοβαρά την κινηματογραφική βιομηχανία». Κι όμως, είναι τόσο ρατσιστική. Θέλω να πω ότι και πάλι, τα στερεότυπα των μαύρων σε αυτή την ταινία είναι εντελώς αηδιαστικά και η KKK είναι κυριολεκτικά οι ήρωες της ταινίας. Οι δραστηριότητες της Κλαν παρουσιάζονται ως δίκαιες και υπό ευγενές πρίσμα, ενώ στην πραγματικότητα η Κλαν ήταν μια τρομοκρατική οργάνωση αυτοδικίας. Τι συμβαίνει λοιπόν;

Elizabeth Garner Masarik: Τα πράγματα ήταν διαφορετικά το 1915. Ο δημοσιογράφος Ντικ Λερ το επισημαίνει με τον καλύτερο τρόπο γράφοντας: «Οι περισσότεροι λευκοί θεατές ζητωκραύγαζαν και χειροκροτούσαν, μερικοί στέκονταν όρθιοι και χειροκροτούσαν. Από την πλεονεκτική τους θέση των λευκών προνομίων, δεν είχαν ιδέα για τις φυλετικές διαμαρτυρίες. Η ταινία, άλλωστε, αντανακλούσε τη συμβατική σκέψη ότι η φυλή των Νέγρων ήταν κατώτερη, και για να σκεφτεί κανείς το αντίθετο απαιτούσε αλλαγή παραδείγματος στα μέσα ενημέρωσης, στο μυαλό του κοινού και σε μεγάλο μέρος της ιστορίας και της επιστήμης της εποχής»[17].

Averill Earls: Αυτή η λευκή, αμερικανική κοσμοθεωρία προβαλλόταν στις συναντήσεις των Γαλάζιων και των Γκρίζων που γίνονταν σε όλη την κομητεία, στις ταινίες και τη λογοτεχνία που κατανάλωναν οι Αμερικανοί, στις ιστορίες του Εμφυλίου Πολέμου και της Ανασυγκρότησης που διάβαζαν από καταξιωμένους ιστορικούς, όπως ο Γούντροου Ουίλσον, ή στην αντίληψη της «τραγικής εποχής» για την Ανασυγκρότηση που υποστήριζαν ιστορικοί των αρχών του 20ού αιώνα, όπως ο Ουίλιαμ Άρτσιμπαλντ Ντάνινγκ και ο Κλοντ Τζι Μπάουερς.

Elizabeth Garner Masarik: Αυτή ήταν η περίοδος κατά την οποία οι διακρίσεις του Τζιμ Κρόου κωδικοποιούσαν τον διαχωρισμό των Αφροαμερικανών από τον λευκό γενικό πληθυσμό και η κουλτούρα του διαχωρισμού είχε γίνει συνηθισμένη[18]. Οι Ενωμένες Θυγατέρες της Συνομοσπονδίας (UDC / United Daughters of the Confederacy) ήταν μια ισχυρή οργάνωση που σε όλη τη διάρκεια των αρχών του 20ού αιώνα πέτυχε να απαιτήσει τα σχολικά εγχειρίδια στα δημόσια σχολεία να αφηγούνται την ιστορία του Εμφυλίου Πολέμου, της δουλείας και της Συνομοσπονδίας από την οπτική γωνία της Χαμένης Υπόθεσης/του Νότου. Η UDC άσκησε επιρροή στη διαμόρφωση της μνήμης του Εμφυλίου Πολέμου και σύμφωνα με την ιστορικό Τζόαν Μαρί Τζόνσον, «η UDC εργάστηκε για να “ορίσει την ταυτότητα του Νότου γύρω από εικόνες από έναν Παλιό Νότο που απεικόνιζε τη δουλεία ως καλοκάγαθη και τους σκλάβους ως ευτυχισμένους και μια Ανασυγκρότηση που απεικόνιζε τους μαύρους ως άγριους και ανήθικους»[19].

 

6 Confederate monument in Munn Park Lakeland Florida

Μέλη των Ενωμένων Θυγατέρων της Συνομοσπονδίας στο μνημείο της Συνομοσπονδίας στο Λέικλαντ της Φλόριντα, 1915

 

Averill Earls: Ομάδες όπως η UDC ανήγειραν εκατοντάδες μνημεία για τον εορτασμό της Συνομοσπονδίας στις αρχές του 20ού αιώνα. Αυτό υποκινήθηκε από την 50ή επέτειο του τέλους του Εμφυλίου Πολέμου και την επιθυμία να δικαιολογηθεί η εξάπλωση των διακρίσεων του Τζιμ Κρόου και η βάναυση καταστολή των πολιτικών δικαιωμάτων των Αφροαμερικανών κατά την περίοδο εκείνη. Η ιστορικός Κάρεν Κοξ αναφέρει ότι τα μνημεία είναι «κληρονομιά της βάναυσα ρατσιστικής εποχής του Τζιμ Κρόου» και ότι «η πλήρης σημασία των μνημείων της Συνομοσπονδίας είναι ο εορτασμός της λευκής υπεροχής»[20] Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι ένα μεταγενέστερο κύμα κατασκευής μνημείων της Συνομοσπονδίας συνέπεσε με το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των δεκαετιών του 1950 και 1960.

Elizabeth Garner Masarik: Το 1915 δεν ήταν μόνο η 50ή επέτειος του τέλους του Εμφυλίου Πολέμου και η χρονιά που κυκλοφόρησε Η Γέννηση ενός Έθνους. Το 1915 σημειώθηκε επίσης η αναγέννηση μιας φρικτής οργάνωσης. Τον Νοέμβριο του 1915 περίπου δώδεκα άνδρες συγκεντρώθηκαν μια κρύα νύχτα στο Στόουν Μάουντεν της Τζόρτζια. Χρησιμοποίησαν σανίδες πεύκου εμποτισμένες με κηροζίνη για να φτιάξουν έναν σταυρό και τον άναψαν, πυροδοτώντας την αναγέννηση της Κου Κλουξ Κλαν. Μέσα σε ένα χρόνο η νέα ΚΚΚ είχε περίπου 100 οπαδούς. Μέχρι το 1921 η ΚΚΚ ήταν μια εθνική οργάνωση που αριθμούσε σχεδόν εκατό χιλιάδες άτομα. Το 1926, χιλιάδες μέλη της Κλαν παρέλασαν στη λεωφόρο Πενσυλβάνια στην Ουάσινγκτον, με τους ηγέτες της να μην μπαίνουν καν στον κόπο να καλύψουν τα πρόσωπά τους.

Averill Earls: Όταν λοιπόν αναρωτιόμαστε, γιατί το κοινό ανέχτηκε τη Γέννηση ενός Έθνους; Και όταν εξετάζουμε το αμερικανικό τοπίο των φυλετικών σχέσεων, της εκπαίδευσης και της λαϊκής κουλτούρας στις αρχές του 20ού αιώνα, δεν θα έπρεπε πραγματικά να εκπλαγόμαστε καθόλου. Η Γέννηση ενός Έθνους ήταν μια ιστορία που επιβεβαίωνε τις ιδέες των λευκών για τη δική τους φυλετική ανωτερότητα και για το τι πίστευαν ότι ήταν η σωστή φυλετική ιεραρχία. Ακόμα και αν οι ίδιοι δεν εντάχθηκαν στην Κλαν, πολλοί Αμερικανοί δεν έβλεπαν κανένα πρόβλημα με τα συναισθήματα που προβάλλονταν σε ταινίες όπως Η Γέννηση ενός Έθνους. Ήταν μια ιστορία της μυθολογίας που ήδη κατανοούσαν ως ιστορία. Συχνά οι δεκαετίες 1910-1920 αναφέρονται ως το ναδίρ των φυλετικών σχέσεων. Το λιντσάρισμα ήταν εξωφρενικά συνηθισμένο. Ο διαχωρισμός εδραιώθηκε ακόμη περισσότερο. Το δικαίωμα ψήφου εξαφανίστηκε στο νότο και σε πολλά μέρη του βορρά. Η Γέννηση ενός Έθνους ήταν μόνο ένα κομμάτι αυτού του ευρύτερου κύματος της λευκής υπεροχής στην Αμερική.

 

*

Μετάφαρση: elaliberta.gr

Elizabeth Garner Masarik, Averill Earls, “The Birth of a Nation: Everyday Racism in Early 20th century America”, DIG – History that matters, 8 Αυγούστου 2021, https://digpodcast.org/2021/08/08/the-birth-of-a-nation/.

 

Σημειώσεις

[1] [Σ.τ.Μ.:] Ο υβριστικός όρος «carpetbaggers» χρησιμοποιήθηκε στην Αμερική την περίοδο της Ανασυγκρότησης για τους λευκούς οι οποίοι πήγαιναν από τον Βορρά στον Αμερικάνικο Νότο για να υποστηρίξουν τους αγώνες των Μαύρων για κοινωνικά/πολικά δικαιώματα και βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης. Το νόημα του όρου, σημαίνει τον παρείσακτο, τον εξωτερικό που διεισδύει κάπου για να εκμεταλλευτεί την ευπιστία των ανθρώπων προς ίδιον όφελος, καθώς σύμφωνα με τις ρατσιστικές αντιλήψεις του δουλοκτητικού Νότου, όσοι υποστήριζαν την κατάργηση της δουλείας και τα δικαιώματα των Μαύρων προσπαθούσαν απλώς να τους εξαπατήσουν για να κερδίσουν οι ίδιοι. Ετυμολογικά προέρχεται από «carpetbag», μια κατασκευασμένη κατασκευασμένη από το υλικό με το οποίο έφτιαχναν τους φτηνούς τάπητες. Με τέτοιες τσάντες (πραγματικά ή φανταστικά0 έφτανα οι λευκοί του Βορρά στον Νότο.

[2] John Franklin Hope, “’Birth of a Nation’: Propaganda as History”, The Massachusetts Review, τόμος 20, τεύχος 3 (1979): 417-434, 419.

[3] Griffith, αναφέρεται Dick Lehr, The Birth of a Nation: How a Legendary Filmmaker and a Crusading Editor Reignited America’s Civil War, (Νέα Υόρκη: Public Affairs Press, 2014), 117.

[4] Lilian Gish and Ann Pinchot, The Movies, Mr. Griffith, and Me (Νέα Υόρκη: Prentice Hall: 1969), 131.

[5] Melvin Stokes, D.W. Griffith’s the Birth of a Nation: A History of the Most Controversial Motion Picture of All Time Stokes (Oxford University Press) 2007, 87.

[6] David Blight, Race and Reunion: The Civil War in American Memory (Κέμπριτζ: Belknap Press, 2010), 2.

[7] Blight, 395.

[8] Blight, 386.

** [Σ.τ.Μ.] «Η mammy [πλ. mammies] είναι ένα ιστορικό στερεότυπο των ΗΠΑ που αναπαριστά μαύρες γυναίκες, συνήθως σκλάβες, οι οποίες έκαναν οικιακές εργασίες, μεταξύ των οποίων και το θηλασμό των παιδιών. Ο φανταστικός χαρακτήρας της mammy συχνά απεικονίζεται ως σκουρόχρωμη γυναίκα με μητρική προσωπικότητα. Η προέλευση του στερεοτύπου της φιγούρας mammy έχει τις ρίζες της στην ιστορία της δουλείας στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς οι σκλάβες γυναίκες ήταν συχνά επιφορτισμένες με τις οικιακές εργασίες και τη φροντίδα των παιδιών στα αμερικανικά νοικοκυριά των δουλοκτητών.» “Mammy stereotype”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Mammy_stereotype.

[9] Αναφέρεται στο Lehr, 71.

[10] Lehr, 115-116.

[11] Αναφέρεται στο Lehr, 150.

* [Σ.τ.Μ.] «Η ταινία είναι εν μέρει βασισμένη στο εξωτικό μυθιστόρημα του Γκυστάβ Φλωμπέρ, Σαλαμπό. Η ιστορία διαδραματίζεται στην αρχαία Καρχηδόνα, κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Καρχηδονιακού Πολέμου, και παρουσιάζει τη σύγκρουση Ρώμης και Καρχηδόνας μέσα από τα μάτια της Καμπίρια. Η Καμπίρια έχει απαχθεί από πειρατές, πουλήθηκε στα σκλαβοπάζαρα τις Καρχηδόνας προκειμένου να θυσιαστεί στον θεό Μολώχ και διεσώθη από έναν Ρωμαίο ευγενή και το μυώδη σκλάβο του, τον Μασίστα. Το εξαιρετικά περίπλοκο σενάριο, με τις πολλές παράλληλες ιστορίες, παρουσιάζει ακόμα και τον Αννίβα με τους ελέφαντές του στο πέρασμα των Άλπεων. Το σενάριο και τις ένδιαμεσες κάρτες είχε γράψει ο Ιταλός συγγραφέας Γκαμπριέλε Ντανούντσιο (ο οποίος έκανε και την παραγωγή). Η ταινία επηρέασε τη Γέννηση ενός έθνους του Ντέιβιντ Γουόρκ Γκρίφιθ. Η ταινία βγήκε στις αίθουσες αμέσως μετά τον ιταλοτουρκικό πόλεμο, που είχε σαν αποτέλεσμα την κατάκτηση από την Ιταλία βορειοαφρικανικών εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο παραλληλισμός στην ταινία, με τη Ρώμη να κατακτά την Καρχηδόνα, μπορεί να ειδωθεί και σαν μια επιβράβευση του ιταλικού ιμπεριαλισμού.» «Cabiria», Βικιπαίδεια, https://el.wikipedia.org/wiki/Cabiria.

[12] Mark E. Benbow, “Birth of a Quotation: Woodrow Wilson and ‘Like Writing History with Lightning,’” The Journal of the Gilded Age and Progressive Era, τόμος 9, τεύχος 4, Οκτώβριος 2010: 509-533.

[13] Woodrow Wilson, “The Reconstruction of the Southern States”, The Atlantic, Ιανουάριος 1901.

[14] Wilson, αναφέρεται στο Benbow.

[15] Addams, αναφέρεται στο Stokes, 432.

[16] Lehr, 154.

[17] Lehr, 272.

[18] Woodward, C. Vann and McFeely, William S., The Strange Career of Jim Crow, (Νέα Υόρκη: Oxford: 2002), 7.

[19] Johnson, Joan Marie, “‘Drill into us… the Rebel Tradition’: The Contest over Southern Identity in Black and White Women’s Clubs, South Carolina, 1898-1930”, The Journal of Southern History, τόμος 66, τεύχος 3: 525–562.

[20] Cox, Karen L. (16 Αυγούστου 2017). “Analysis – The whole point of Confederate monuments is to celebrate white supremacy”, The Washington Post, https://www.washingtonpost.com/news/posteverything/wp/2017/08/16/the-whole-point-of-confederate-monuments-is-to-celebrate-white-supremacy/.

 

*

Βιβλιογραφία

Benbow, Mark E., “Birth of a Quotation: Woodrow Wilson and ‘Like Writing History with Lightning’”, The Journal of the Gilded Age and Progressive Era, τόμος 9, τεύχος 4, Οκτώβριος 2010: 509-533.

Blight, David. Race and Reunion: The Civil War in American Memory, Κέμπριτζ: Belknap Press, 2010.

Bowser, Eileen. The Transformation of Cinema, 1907–1915, Μπέρκλεϊ: University of California Press, 1990.

Cox, Karen L., “The whole point of Confederate monuments is to celebrate white supremacy”, The Washington Post, 16 Αυγούστου 2017, https://www.washingtonpost.com/news/posteverything/wp/2017/08/16/the-whole-point-of-confederate-monuments-is-to-celebrate-white-supremacy/.

Gillespie, Michele Gillespie and Randall Hall, (επιμ.), Thomas Dixon Jr. And the Birth of Modern America, Μπατόν Ρουζ: LSU Press, 2009.

Gish, Lilian and Ann Pinchot. The Movies, Mr. Griffith, and Me, Νέα Υόρκη: Prentice Hall, 1969.

Hope, John Franklin. “’Birth of a Nation’: Propaganda as History”, The Massachusetts Review, τόμος 20, τεύχος 3. 1979: 417-434.

Johnson, Joan Marie (2000). “‘Drill into us… the Rebel Tradition’: The Contest over Southern Identity in Black and White Women’s Clubs, South Carolina, 1898-1930”, The Journal of Southern History, 66 (3): 525–562.

Lehr, Dick. The Birth of a Nation: How a Legendary Filmmaker and a Crusading Editor Reignited America’s Civil War, Νέα Υόρκη: Public Affairs Press, 2014.

Slide, Anthony. American Racist: The Life and Films of Thomas Dixon, Λέξινγκτον: The University of Kentucky Press, 2004.

Stokes, Melvin. D.W. Griffith’s the Birth of a Nation: A History of the Most Controversial Motion Picture of All Time Stokes, Νέα Υόρκη: Oxford University Press, 2007.

Wilson, Woodrow. “The Reconstruction of the Southern States”, The Atlantic, Ιανουάριος 1901.

 

 

 

 

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 08 Μαρτίου 2026 16:01

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.