© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οδυσσέας Ελύτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οδυσσέας Ελύτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Απριλίου 2025

ΤΑ ΑΓΙΟΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΛΥΤΗ

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Η θρησκευτικότητα των δύο μεγάλων ποιητών μας του Κ.Π. Καβάφη και του Οδυσσέα Ελύτη, έχει γίνει αντικείμενο μελέτης από τους ειδικούς. Μια ενδιαφέρουσα πτυχή αυτής της θρησκευτικότητας είναι η έμπνευση των δύο ποιητών από Αγίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, για τους οποίους έγραψαν ποιήματα ή δοκίμια, ενώ ανακαλύπτουμε διάσπαρτες αναφορές και σε άλλα έργα τους. 

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2021

π. Γεώργιος Λέκκας: Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ ΩΣ ΚΑΤΕΞΟΧΗΝ ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ["Lectures Αληθώς" σε 4 video]

 

Το πρόγραμμα "LECTURES ΑΛΗΘΩΣ", αποτελεί την διαδικτυακή έκφραση του Μορφωτικού Κέντρου Λόγου "Αληθώς" κατ' αυτή την μακρόσυρτη περίοδο της παγκόσμιας ταλαιπωρίας εκ του Covid-19, φιλοξενώντας ανθρώπους της Εκκλησίας, των Γραμμάτων, των Επιστημών, των Τεχνών, οι οποίοι καταθέτουν τον πνευματικό οβολό τους προς τέρψιν ψυχής των ενδιαφερομένων.

Ένας από τους συνοδίτες αυτής της προσπάθειας ήταν ο Πρωτοπρεσβύτερος ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΕΚΚΑΣ, Δρ Ελληνικών Σπουδών Πανεπιστημίου Σορβόνης και μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Εθνικό Κέντρο Ερευνών Γαλλίας, ο οποίος ανέλαβε να παρουσιάσει μια σειρά τεσσάρων "μαθημάτων", που συνέγραψε κατ' αυτή την περίοδο της Πανδημίας, εμβαθύνοντας ανα-στοχαστικά σε συγκεκριμένες ποιητικές συλλογές του Ελύτη. Η σειρά τιτλοφορείται: "Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ ΩΣ ΚΑΤΕΞΟΧΗΝ ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ".

Τετάρτη 29 Μαΐου 2019

Οδυσσέα Ελύτη: ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ [ποίηση]


Έτσι καθώς εστέκονταν      ορθός μπροστά στην Πύλη κι άπαρτος μες στη λύπη του

Μακριά του κόσμου που η ψυχή του γύρευε να λογαριάσει στο φάρδος Παραδείσου     Και σκληρός πιο κι απ' την πέτρα που, δεν τον είχανε κοιτάξει τρυφερά ποτέ -κάποτε τα στραβά δόντια του άσπριζαν παράξενα

Κι όπως περνούσε με το βλέμμα του λίγο πιο πάνω απ' τους ανθρώπους      κι έβγανε απ' όλους Έναν      που του χαμογελούσε, τον Αληθινόν που ο χάρος δεν τον έπιανε

Πρόσεχε να προφέρει καθαρά τη λέξη θάλασσα, έτσι που να γυαλίσουν μέσα της όλα τα δελφίνια      Κι η ερημιά πολλή που να χωρά ο Θεός κι η κάθε μια σταγόνα σταθερή στον ήλιο ν' ανεβαίνει

Νέος ακόμα είχε δει στους ώμους των μεγάλων τα χρυσά να λάμπουν και να φεύγουν      Και μια νύχτα θυμάται      σ' ώρα μεγάλης τρικυμίας βόγκηξε ο λαιμός του πόντου τόσο που θολώθη      μα δεν έστερξε να του σταθεί

Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε.


 II

Θεέ μου και τώρα τι      Που 'χε με χίλιους να παλέψει     χώρια με τη μοναξιά του      ποιος     αυτός που 'ξερε μ' ένα λόγο του να δώσει ολάκερης της γης να ξεδιψάσει      τι

Που όλα του τα 'χαν πάρει      Και τα πέδιλά του τα σταυροδετά και το τρικράνι του το μυτερό και το τοιχιό που καβαλούσε κάθε απομεσήμερο να κρατάει τα γκέμια ενάντια στον καιρό σαν ζόρικο και πηδηχτό βαρκάκι

Και μια φούχτα λουίζα      που την είχε τρίψει στα μάγουλα ενός κοριτσιού μεσάνυχτα      να το φιλήσει      (πώς κουρναλίζαν τα νερά του φεγγαριού στα πέτρινα τα σκαλοπάτια τρεις γκρεμούς πάνω απ' τη θάλασσα...)

Μεσημέρι από νύχτα      Και μήτ' ένας πλάι του      Μονάχα οι λέξεις του οι πιστές που 'σμιγαν όλα τους τα χρώματα ν' αφήσουν μες στο χέρι του μια λόγχη από άσπρο φως

Και αντίκρυ      σ' όλο των τειχών το μάκρος      μυρμηκιά οι χυμένες μες στο γύψο κεφαλές όσο έπαιρνε το μάτι του

«Μεσημέρι από νύχτα - όλ' η ζωή μια λάμψη!»      φώναξε κι όρμησε μες στο σωρό      σύρνοντας πίσω του χρυσή γραμμή ατελεύτητη

Και αμέσως ένιωσε      ξεκινημένη από μακριά      η στερνή χλωμάδα να τον κυριεύει


 III

Τώρα      καθώς του ήλιου η φτερωτή, ολοένα γυρνούσε και πιο γρήγορα      οι αυλές βουτούσαν μέσα στο χειμώνα κι έβγαιναν πάλι κατακόκκινες απ' τα γεράνια

Κι οι μικροί δροσεροί τρούλοι όμοια μέδουσες γαλάζιες, έφταναν κάθε φορά και πιο ψηλά στ' ασήμια, που τα ψιλοδούλευε ο αγέρας γι' άλλων καιρών      πιο μακρινών      το εικόνισμα

Κόρες παρθένες      φέγγοντας η αγκαλιά τους ένα θερινό ξημέρωμα φρέσκα βαγιόφυλλα και της μυρσίνης της ξεριζωμένης των βυθών σταλάζοντας ιώδιο      τα κλωνάρια

Του 'φερναν      Ενώ κάτω απ' τα πόδια του άκουγε      στη μεγάλη καταβόθρα, να καταποντίζονται      πλώρες μαύρων καραβιών      τ' αρχαία και καπνισμένα ξύλα      όθε      με στυλωμένο μάτι ορθές ακόμη Θεομήτορες επιτιμούσανε

Αναποδογυρισμένα στις χωματερές αλόγατα      σωρός τα χτίσματα μικρά μεγάλα      θρουβαλιασμός και σκόνης άναμμα μες στον αέρα

Πάντοτε με μια λέξη μες στα δόντια του      άσπαστη      κειτάμενος

Αυτός 
ο τελευταίος Έλληνας!


[Οδυσσέας Ελύτης, Θάνατος και ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, από τα Άπαντα του ποιητή: Ποίηση, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2002, σσ. 344-346]

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2018

Φωνή και Φως από τα Εσώτερα (Με αφορμή "Τα ελεγεία της Οξώπετρας" του Οδυσσέα Ελύτη)

Γράφει ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας

Ξαναδιαβάζω αὐτές τίς μέρες "Τά Ἐλεγεῖα τῆς Ὀξώπετρας" τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη, πού κυκλοφόρησαν τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1991 ἀπό τίς Ἐκδόσεις Ἴκαρος, μέ ἐξώφυλλο τῆς Ἰουλίτας Ἡλιοπούλου καί μέ προμετωπίδα τοῦ Κώστα Πανιάρα. Τά περίμενα δέκα ὁλόκληρα χρόνια. Ἀπό τήν ἐποχή δηλαδή, πού ὁ ἴδιος ὁ Ποιητής εἶχε μιλήσει γι' αὐτά στό νέο τότε Περιοδικό ἡ λέξη, ὅπου δήλωνε χαρακτηριστικά: 

"Καί εἶναι τά Ἐλεγεῖα τῆς Ὀξώπετρας μιά σειρά ἀπό ποιήματα πού ἔχω στή μέση καί πού παρακαλῶ νά μοῦ δοθεῖ ἡ δύναμη νά τά ὁλοκληρώσω. Ὀξώπετρα εἶναι, γεωγραφικά μιλώντας, ἕνα ἀκρωτήριο στό νησί τῆς Ἀστυπαλαίας. Γιά μένα εἶναι τό πιό προχωρημένο σημεῖο τῆς ἐποχῆς μας μέσα σέ μιάν ἄλλη ἐποχή, καί τό πιό προχωρημένο σημεῖο τῆς ζωῆς μου μέσα στόν θάνατο. Ἴδωμεν" (1). 

Αὐτά τήν Ἄνοιξη τοῦ 1981. Ἀρχές Δεκεμβρίου τοῦ 1991 ἔφτασε στά χέρια μου, σταλμένο ἀπό τόν ἴδιο τόν Ποιητή καί μέ ἰδιόχειρη μάλιστα ἀφιέρωσή του. Ἡ ἀτμόσφαιρά τους 
"Μυρίζει εὐγένεια ξύλου παλαιοῦ 
Ἤ ζώου ταπεινωμένου" (2). 

Οἱ στίχοι ἀπό "Τά Ἐλεγεῖα τῆς Ὀξώπετρας" ἔρχονται νά μετακινήσουν καθοριστικά καί ἀναστάσιμα τή Μέσα μας Πέτρα-Ταφόπετρα, ἀφήνοντας μοιραῖα ἐκτεθειμένη τήν ἀνεπάρκεια τῶν αἰσθημάτων μας καί τή συχνότατα στενόκαρδη βιοτή μας. Ὁ Ἐλύτης, προερχόμενος ἀπό τά Ἐρχόμενα περισσότερο ἔμπειρος τώρα παρά ποτέ, ἀναδεικνύεται στό ἑξῆς Προφήτης ἀπ' τούς Μείζονες (μέ τήν ἔννοια πάντοτε, ὄχι τοῦ μάντι, ἀλλά τοῦ διαγγελέα), ἀποφαινόμενος τελεσίδικα πιά γιά "ὑπόθεσες ψυχικές", πού θἄλεγε κι ὀ Σολωμός, ὁ ἄλλος ἐκεῖνος Μείζων. Τόν ὁραματίζομαι Πρωθιερέα τῆς Ἀλήθειας, ἡ ὁποία, κατ' αὐτόν, "μόνον ἔναντι θανάτου δίδεται" (3), νά προπορεύεται ἀσκεπής κατά τή Μεγάλη Εἴσοδο, κι ἐμεῖς οἱ ἐναπομείναντες πιστοί, διαιωνίζοντας τήν "ὅλο εὐσέβεια" (4), "συντριβή καί δέος" (5), πράξη τῆς αἱμορροούσας γυναίκας, νά ψαύουμε "τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ" (6), ἐνῶ ἀπό τά Ἐσώτερα, πίσω ἀπό τό βελούδινο βυζαντινό παραπέτασμα τοῦ Ἀβάτου, φθάνει βιωματικά ὥς ἐμᾶς ὁ ἀπόηχος ἀπό τήν ἀναπόφευκτη ἔκρηξη τῶν Ὅλων, τῶν Πρίν καί τῶν Μελλόντων, μεταποιούμενων ὁλοένα σέ 
"Ὄμικρον ἄλφα κι ἔψιλον ἀπ' τά Παντοτινά" (7). 

Ὁ Ποιητής Ἐλύτης μέ τοῦτο ἰδιαίτερα τό ξέσπασμα τῆς ποιητικῆς του ὁρμῆς μᾶς μυεῖ στά φιλοσοφικά ἰδιώματα τῆς Γλώσσας, ἀλλά καί στίς γλωσσικές ταυτόχρονα ὑποστάσεις τοῦ Φιλοσοφεῖν. Μᾶς ἐκπαιδεύει πῶς κι ἀπό ποῦ θά μποροῦν νά δραπετεύουν στό ἑξῆς οἱ ἀντιφρονοῦντες τῆς ζωῆς, δίχως νά τούς ἀγγίζει ὁ Θάνατος. Χρησιμοποιεῖ γλώσσα μέλλουσα, τόσο μά τόσο δύσκολα εὔκολη, μά δική του. 
"Αὐτά στή γλώσσα τή δική μου. Κι ἄλλοι ἄλλα σ' ἄλλες" (8), 

λέει. Μεταχειρίζεται ἤχους ἀπό τόν πλάγιο τοῦ πρώτου ἕως καί βαρύ, ἀχώρητους στήν παρτιτούρα πιά. Τό "Φωτόδεντρο" θά φύεται στό ἑξῆς στή νέα "Κομμαγηνή" καί ὁ "ἀθέατος Ἀπρίλιος" παράγει τώρα λόγο, πού "ἰουλίζει". Ὁ "Ἥλιος ὁ Πρῶτος" φανερώνει σήμερα τόν "Ἥλιο τόν Κρυπτό", καί τό "Λακωνικόν" ἤ τό "Σηματολόγιον" τιτλοφορεῖται τώρα "Ρῆμα τό Σκοτεινόν", δίχως πιά τύψεις, 
"Ἐνῶ τοῦ ἥλιου ἡ λόγχη πάνω στό σφουγγαρισμένο πάτωμα ὅπου σφάδαζα μ' ἀποτελείωνε" (9). 

Θά μποροῦσε τελικά νά ἰσχυρισθεῖ ἀνενδοίαστα κανείς, ὅτι τά "Ἐλεγεῖα", κοιταγμένα ἀπό μιάν ἰδιαίτερη ἄποψη, ἀποτελοῦν τήν κωδικοποίηση τοῦ θεσμικοῦ πλαισίου καί τῆς (μέ εὐρεία ἔννοια) πολιτικῆς δεοντολογίας καί τακτικῆς γιά μιά νέα "ἐπικράτεια"
"τήν Ἑλλάδα τή δεύτερη τοῦ ἐπάνω κόσμου" (10), 

τήν ὁποίαν εἶχε ἀνασύρει παλαιότερα στήν ἐπιφάνεια ὁ Ἐλύτης μές ἀπό τόν "Μικρό Ναυτίλο". 


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 

1. Ὀ δ υ σ σ έ α Ἐ λ ύ τ η, "Σέ β' πρόσωπο" (συνέντευξη), Περιοδικό Ἡ λέξη 3 (1981) 24. 
2. Τ ο ῦ Ἴ δ ι ο υ, Τά Ἐλεγεῖα τῆς Ὀξώπετρας, Ἐκδ. Ἴκαρος, (Ἀθήνα 1991), σ. 9. 
3. ὅ. π. , σ. 37. 
4. ὅ. π. , σ. 9. 
5. ὅ. π. , σ. 16. 
6. Λ κ 8, 44. 
7. Ὀ δ υ σ σ έ α Ἐ λ ύ τ η, ὅ. π., σ. 23. 
8. ὅ. π. , σ. 37. 
9. ὅ. π. , σ. 17. 
10. Τ ο ῦ Ἴ δ ι ο υ, Ὁ Μικρός Ναυτίλος, Ἐκδ. Ἴκαρος, (Ἀθήνα 1985), σ. 27.


Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Επιλογές από τον Οδυσσέα Ελύτη, αντίδοτα στην περιτρέχουσα βωμολοχία


Σταχυολόγηση: ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Για σήμερα και για πάντα. Αρκετά λατρέψαμε τη βωμολοχία. Ας πούμε και κάτι υπέρ της καθαρότητας, Υπέρ ευκρασίας και σύμπαντος κόσμου ή/ Προπαντός Υπέρ ων έκαστος κατά διάνοιαν έχει.

Άγγελε συ που κάπου εδώ γύρω πετάς / Πολυπαθής και αόρατος, πιάσε μου το χέρι / Χρυσωμένες έχουν τις παγίδες οι άνθρωποι / Κι είναι ανάγκη να μείνω απ’ τους απέξω…
Έχω κάτι να πω διάφανο κι ακατάλυτο / Σαν κελαηδητό σε ώρα πολέμου…

Στον πιο βρεμένο βράχο της … προσμένει ένα καράβι…
Στων ωραίων γυναικών τα χέρια / Τα δυνατά λουλούδια με τον ήλιο μέσα τους

Παρακαλώ προσέξτε τα χείλη μου: απ’ αυτά εξαρτάται ο κόσμος

Μ’ ένα κύμα καραϊβικής στο πτυχωτό κορμί σου /
με βαριές γαλάζιες χάντρες της οδού Πανδρόσου γύρω στο λαιμό σου…

Δακρυσμένο για σένα ένα κορίτσι - / Όλα της αγκαλιάς τα ιερά και του όρκου /
Τίποτα τίποτα δεν πήε χαμένο…

Επειδή και ο Αφανής παρών αισθάνομαι πως είναι / Ο μόνος που τον ονομάζω Πρίγκιπα…

Περαστικός ένας μικρός Ιούλιος μοίραζε / Νόμους: ο καθείς και η λυγαριά του διαλαλούσε…

Να πίνεται απ’ το αίνιγμα της αγκαλιάς σου …

Το άγγιγμα του κορμιού είναι κι αυτό βαθύ…
Αυτός ο κήπος δεν έχει τέλος…

Ύστερα χάθηκε πλέοντας δεξιά…

Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2018

Οδυσσέας Ελύτης: ΑΣΗΜΟΝ (ποίημα)

Έντεκα του Aυγούστου απόκρημνες κι άνθρωπος κανείς
Mήτε και σπίτι. Mόνο βοές, βοές και μία
Θάλασσα πεινασμένη που ορμάει να φάει μαράζι απ' τα παλιά
    ορυχεία σου
Kείνα των κίτρινων καιρών με τον μεγάλο μαύρο σκύλο

Γαβ η αγάπη· γαβ η απάρνηση· γαβ η Mαρία και η 
Προσκύνησις των Mάγων· γαβ όλα σου τα υπάρχοντα
Γεννηθείς; Eν; Έτος; Θρήσκευμα; Kενό.
                    Eνώ
Kάτω από τα σαν παλαιά παλίμψηστα
Kάθετα τείχη όπου δυο τρεις ακόμη θυρεοί διακρίνονται
Περνάν οι Oύγοι με τις Aουγκουστίνες τους και με τα 
    κυνηγετικά τους
             κουδουνάκια ή άλλα χωρικών παιχνίδια
Στον πλαγίαυλο. Kαι στρατός πολύς ύστερα, μαύρος
Σειρήνες. Tο νοσοκομειακό. Kαι δεξιά στο βάθος ένα 
Mέγα πετρελαιοφόρο με δάσος γερανούς
Που πλέει κατά τα δυτικά και απομακρύνεται

Kάπως έτσι κι εμείς. Kι άλλοι επιστρέφουν. Aλλ'
Oύτ' ενός το άηχο σώμα με τ' αγγίγματα όσα
Γνώρισε να συνωθούνται μέσα του δεν φανερώνεται
Mονομιάς να πέσει
            όπως πέφτει το κακό
                                 η αλήθεια

Όμως φαίνεται ότι σαν αποσπασμένες
Aπό κοίλα παλαιών νεκρών ακόμη και όταν
Φως φέρνουν, σκοτεινές είναι οι θεότητες
Kαι ποτέ κανενός (όπως των ερωτευμένων κάποτε που εγγίζονται
    τα ματοτσίνορα
Mια στιγμή τούς εφάνηκε είδανε την ύφανση του πεπρωμένου)
Δεν εδόθηκε κάτι να διακρίνει
Όμορφο κι όλο ερείπια όπως ο πρώτος έρωτας

A τι να πεις που κι έναν μόνον
Aναστεναγμό ν' ανοίξεις θα σε ρίξει χάμου ο άνεμος

Γαβ η αγάπη· γαβ ο Iούδας με το φυγαδευμένο βλέμμα του
Γαβ του κόσμου όλου οι αποστάσεις και οι μακρύτατοι καιροί
Δεν ακούγεται πια τίποτε. Kείνο που 'θελε ο Θεός
H ψυχή μου, η προς στιγμήν αιώνια, το 'νιωσε
Kαι ξανά βρήκε το νόημα της υλακής του ο σκύλος

Nα τες τώρα που σιγά σιγά
Eπιστρέφουν οι στεριές. Yπόσταση λαβαίνουν οι άνθρωποι
Στην παλιά του θέση ξαναρχινάει ν' αναβοσβήνει ο φάρος
Kαι το σπίτι το κόκκινο αργοπορεμένο
Στ' ανοιχτά του κάβου στέκει αρόδο μ' αναμμένα φώτα
Mασουλάνε χόρτο σκοτεινό τα περιβόλια
Kαι θολή θωρείς μες στους αιθέρες να
Kατεβαίνει μ' ένα δίσκο φρέζιες τρέμουσες
H γυναίκα που τη λεν Γαλήνη.

(από Tα Eλεγεία της Oξώπετρας, Ίκαρος 1991) 

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

Για το βιβλίο του Κώστα Ζουράρι “Έρχομαι από μακριά. Η αγορήνδε Ιλιαδορωμιοσύνη του Οδυσσέα Ελύτη”, εκδ. Αρμός 2014

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ


Έρχομαι από μακριά είναι ο τίτλος του βιβλίου. Η φράση ανήκει στον Οδυσσέα Ελύτη και την επαναλαμβάνει ο Κώστας Ζουράρις, αναδεικνύοντας το διάνυσμα του χρόνου που καλύπτει ο ποιητής, μακράν εκείνων που τον θέλουν θιασώτη ταξιδιωτικών εμπειριών, ερωτικών συναισθηματισμών και, γραφικών νησιωτικών τοπίων. Το «Έρχομαι από μακριά» είναι προσδιορισμός του χωροχρόνου που ορίζεται από τη σύνθετη λέξη «Ιλιαδορωμιοσύνη», δηλαδή Ιλιάδα και Ρωμιοσύνη, αρχαία και νεότερη Ελλάδα, σε όλη της τη χρονική διαδρομή, αρχαία, βυζαντινή, νεότερη, σύγχρονη. Με άλλα λόγια ο μεν Ζουράρις, αρχίζοντας από τα πεζά κείμενα του Ελύτη –Ανοιχτά Χαρτιά και Εν λευκώ- καλύπτει όλο το διάνυσμα του χρόνου από την αρχαία μέχρι τη σύγχρονη Ελλάδα, για να αντλήσει τα στοιχεία που θα τον οδηγήσουν/ μας οδηγήσουν «στην Αγορά» με την πολιτική της έννοια -Αγορήνδε- εκεί όπου όστις ήθελε αγορεύειν ηγόρευε. Στην πολιτική σκέψη δηλαδή του ποιητή, όπως αυτή θα προκύψει από τα πεζά του κείμενα. Ο Ζουράρις θα γίνει ο διερμηνέας αυτής της πολιτικής σκέψης, την οποία πόντο πόντο, λέξη λέξη, θα αντιπαραβάλει με τα αρχαία κείμενα και την θρησκευτική μας παράδοση, για να μας φανερώσει και μια άλλη, όχι τόσο καλά μελετημένη, πλευρά του έργου του. Τα λόγια του Ελύτη αναδύονται ολόφρεσκα από τα αρχαία κείμενα, τα βυζαντινά και νεότερα, έχοντας αφομοιώσει τα «ξόρκια» που άκουγε στο σπίτι από τη «γριά Κρητικά μαγείρισσα», τα αλλόκοτα και τα «παλαβάτα», όπως τα χαρακτήριζε η μάνα του, κι ακόμα εκείνες τις «φωνές φτασμένες από το άγνωστο… μετεωρίτες του μέσα διαστήματος», αλλά και τα άλλα τα καταγεγραμμένα στα βιβλία. Με αυτά τα λόγια περιουσία θα παρουσιάσει το πρόγραμμά του. Ο Ζουράρις θα γίνει ξεναγός και καθοδηγητής μας στα μονοπάτια εκείνα τα δύσκολα, όχι εκεί όπου ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται αλλά εκεί όπου ο Ελύτης και οι ρίζες των Ελλήνων αγγίζονται.

Μια μετοχή, που ο συγγραφέας του βιβλίου δανείζεται από τον Όμηρο, «αμμίξας», θα γίνει η χύτρα, μέσα στην οποία θα ενσωματωθούν τα αντίθετα. Και αυτής της μετοχής τη λειτουργία θα μας την παρουσιάσει ο ποιητής και θα διερμηνεύσει ο συγγραφέας, φέρνοντας στα μάτια μας μπροστά τις συλλέκτριες των κρόκων της Θήρας, τις μυροφόρες και τους αγγέλους. Στη συνέχεια θα βρεθεί στο κέντρο αρχιμήδειου πατήματος: δος μοι πα στω και ταν γαν κινάσω. Που σημαίνει με τα λίγο παραπλήσια λόγια του Ελύτη «Αν δε στηρίξεις το ένα σου πόδι έξω απ’ τη Γη ποτέ σου δεν θα μπορέσεις να σταθείς επάνω της». Η ανάλυση, η διερμηνεία αυτής της σελίδας, θα απαιτούσε ένα ακόμα βιβλίο.

Για να καταλάβει κανείς τις πηγές του Ελύτη θα έπρεπε να έχει υπόψη του τη βιβλιοθήκη του, μου είπε κάποιος σοφός μου επιμορφωτής κάποτε, αλλά επειδή κάτι τέτοιο θα ήταν ματαιοπονία, κάτι σαν πίθος των Δαναΐδων, ποτέ δεν θα διαβαστεί ολόκληρη και ποτέ πια δεν θα υπάρξει ο απαιτούμενος χρόνος για να μελετηθεί. Γι’ αυτό κι εμείς, όπως εκείνος, ο Ελύτης, δηλαδή, θα αρκεστούμε στα «Κομμάτια πέτρες τα λόγια των θεών / Κομμάτια πέτρες τ’ αποσπάσματα του Ηράκλειτου». Αυτά τα «λόγια» και αυτά τα «αποσπάσματα» έχει επιλέξει για μας ο έχων πολιτική σκέψη και ποιητική διάθεση, για διπλή επίσκεψη στο πεζό έργο του Ελύτη, Ζουράρις. Ο καθείς και τα όπλα του, λέει ο ποιητής και ο Ζουράρις ως πολιτικός άνδρας έχει τα δικά του· διαθέτει τη γνώση των αρχαίων και των βυζαντινών, την ειδική παιδεία, την ψυχή και το πνεύμα, το ένστικτο σε υπερθετικό βαθμό, τις εξωτερικές αποδείξεις την παρατήρηση των κοινωνικών μας πραγμάτων, αλλά και την αφαίρεση από το συγκεκριμένο και, το σπουδαιότερο, και εκ των ων ουκ άνευ όπλο όλων, την αγάπη και την απαιτούμενη «τρέλα». Δεν αντιμετωπίζεται αλλιώς η γραφή του.

Λέει συγκεκριμένα για τη γλώσσα του Ελύτη: «Ο Ελύτης είναι δύσκολος και ως ποιητής και, ίσως, ακόμη πιο δύσκολος ως, κατά Θουκυδίδην, λογογράφος». Δεν το κρύπτει. Ενδέχεται να το καλλιεπεί, εν ταπεινή αλαζονεία» και καταθέτει και το σχετικό αποδεικτικό:

«ΕΙΜΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟΣ· ένας Θουκυδίδης απ’ την ανάποδη».
«Αυτά που λέω και γράφω / για να μην τα καταλάβει άλλος κανείς… /Θα φανούν αργότερα τα οστά μου φωσφορίζοντας / ένα γαλάζιο/ Που το πάει αγκαλιά ο Αρχάγγελος».

Και, ναι, ο Ελύτης είναι «δύσκολος», ο Ζουράρις είναι πιο δύσκολος και πιο «Θουκυδίδης» από όποια πλευρά, καλή ή ανάποδη, θελήσεις να τον δεις. Είδε όμως το «γαλάζιο» στα φωσφορίζοντα οστά. Δεν προσεγγίζεται το βιβλίο του με τα γνωστά εργαλεία: νοηματική αλληλουχία, συνοχή και συνεκτικότητα που είναι τα προαπαιτούμενα ενός γραπτού με σαφήνεια και άμεσα αποδεκτού κειμένου από τον αναγνώστη, γιατί και ο ίδιος, «εν ταπεινή αλαζονεία» ή χωρίς «ταπεινή», είναι οπαδός της υπερρεαλιστικής ελληνικής γραφής, όπως αυτή είχε προκύψει πριν την εμφάνιση του κινήματος που την επέβαλε. Και να ο Ζουράρις με τον τρόπο του να προσπαθεί να καταλάβει και να δώσει να καταλάβουμε κι εμείς «αυτά» που ο Ελύτης δεν θέλει «να τα καταλάβει άλλος κανείς».

Η φράση που πρώτη πρώτη μπαίνει στο βιβλίο - «Μια συζυγία … μισή στην αμφιβολία και μισή στην αθανασία –ευδιάκριτη» - μοιάζει εύκολη, αφού η μία είναι σαφώς προσδιορισμένη ως «αθανασία», η άλλη ημιπροσδιορισμένη ως «αμφιβολία» και η συζυγία είναι «ευδιάκριτη»· και αυτά είναι τα ελληνικά – Cest du grec, μας λέει ο συγγραφέας και μας ενημερώνει ότι έτσι θα συνεννοηθούμε. Χωρίς την τρέχουσα λογική ή με τα λόγια του Ελύτη, ή δέχεσαι να περπατάς στον αέρα και στο νερό ή κάθεσαι άνετα στα σίγουρα της στεριάς και δεν ασχολείσαι με την Ποίηση. Ο Ελύτης, όμως, και συνακόλουθα και ο Ζουράρις, απαιτούν νερά και αέρα.

Για να δώσω να καταλάβει κανείς τη συζυγία δανείζομαι τα δικά του, φυσικά, παραδείγματα: οι Κένταυροι είναι μισοί σοφοί αθάνατοι και μισοί κτήνη «λαγνουργά». Ο Χριστός μας: «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλειπες;» (ο νους μου πάει στο υιός Θεού αλλά και άνθρωπος), ο Άρης Βελουχιώτης (πού πάει;). Κι ακόμα συνισχύουν το αβέβαιο και αθάνατο συνάμα, το πέραν και το εδώ αδιαχώριστα, ο ιδιώτης και ο Λαός, όλα «ασυγχύτως, αδιαιρέτως και ατρέπτως Εν», ήτοι όλα αυτά είναι μέρος μιας συζυγίας που με το ένα σκέλος συσκοτίζουν με το άλλο διαφωτίζουν, αλλά και συνυπάρχουν. Το «Συναμφότερον»; Το ένα σκέλος εδώ και σαφώς προσδιορισμένο και το άλλο στην «χρυσή μου φαντασία». Με αυτή τη φαντασία στην φαρέτρα μου ψάχνω να βρω το μονοπάτι που θα με οδηγήσει. Είναι το βιβλίο σαν το δάσος του παραμυθιού, όπου κινδυνεύεις να χαθείς, αλλά στην περιπέτειά σου μέσα, θα γνωρίσεις τα τέρατα, θα παλέψεις μαζί τους και θα τα νικήσεις. Έτσι εδώ τα τέρατα- τα τεράστια δηλαδή, τα μεγάλα, θα κατακτηθούν έστω και λίγο.

Φυσικά ο λόγος εμπλουτίζεται με στίχους από όλο το θησαύρισμα του συγγραφέα, όλη τη χαμένη Βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας που έχει πρόχειρη στο νου του και την επικαλείται, κι έτσι, αν το κείμενο είναι ένα δάσος γεμάτο ενδείξεις, τώρα τα δέντρα του δάσους αποκτούν και αληθινά αστέρια πάνω στα κλαδιά τους.

Αποδελτιώνω Ελύτη διά γραφής Ζουράρι: «Αρνούμαι τροφή στους χορτάτους, που ζητούν ολοένα κι άλλη, κι άλλη πείνα», γιατί κατά τον Ζουράρι αυτό ισοδυναμεί με Άδη. Το «Αρνούμαι» σημαίνει έκρηξη, ένα «Αντάρτικο» που σκαρφαλώνει «στην κορυφή του Ομήρου» (θα περίμενε κανείς «του Ολύμπου» αλλά προτιμήθηκε η ποιητική κορυφή ως ανάλογο της φυσικής). Και «Ταις πρεσβείαις του Οδυσσέα Ελύτη επανεπαληθεύει το αντιστασιακό, αργόσυρτο σαν μοιρολόι σφρίγος της καθ’ ημάς Ελευθερίας», την «καθ’ ημάς Οδύσσειαν του εύδαιμον, μόνον το ελεύθερον. Αλλιώς; Κακοδαιμονία καθεστωτική».

Κι εδώ παραθέτει κι ένα δείγμα διαφάνειας ή πώς διαπλέκονται τα πάντα ή πώς το ένα προβάλλει μέσα από το άλλο ή πως αν σκύψεις πίσω από τις λέξεις θα βρεις εκείνες που έχουν κρυφτεί και έτσι θα ανακαλύψεις ότι «Το της επιθυμίας ακόρεστον σε κάνει να είσαι αιωνίως ενδεής», οπότε προκύπτει μια ακόμη συζυγία: Ελύτης – Μέγας Βασίλειος.
Η Ιλιαδορωμιοσύνη συνιστά επίσης το «Συναμφότερον» του αρχαίου και χριστιανικού μας κόσμου, τις δύο υποστάσεις του ελληνισμού σε μία. Όλα τα αναμόχλευσε ο «Μεγάνωρ» Οδυσσέας «ιδρυτικώς, όλα υπάρχουν στο έργο του ξαναγεννημένα πρωτοπλάστως», μας λέει.

Τίποτα δεν είναι βέβαιο οριστικά, ισχύει και το ιδιωτικό και το «κοινό», και ο ποιητής και ο Λαός και ο Όμηρος και ο Θεός, «το νόημα που άγουν οι φράσεις του εκτινάσσεται σε αλλεπάλληλα πέραν του μέχρι τώρα βατού, η ομορφιά του γραπτού –πεζού του Ελύτη εξωραΐζει το νόημα του κόσμου, η ομορφιά τείνει προς την αλήθεια, το Κάλλος επιτρέπει στην επιστήμη να γίνει επιστήμη του αληθινού, διότι ωραίου».

Με την μέθοδο της «ενδοσυγκριτικής συγκόλλησης» παρουσίασε γνώσεις πολιτειακές από τα πεζά του Ελύτη στο Συνέδριο στην Κω, με τις οποίες σκανδάλισε τους «επαναστάτες τρίτης δροσιάς» που ανακάλυπταν, με δυσάρεστη έκπληξη, ότι υπήρχαν δύο Ελύτες: «Ο δικός» τους και «ο Ελύτης του Ελύτη». Κι εδώ ο Ζουράρις είναι απολαυστικότατος, στο πώς εισπράττει αυτή την έκπληξη των άλλων. Και, αφού φαιδρότητι διεξήλθε την των άλλων απορία και τα διαδραματισθέντα στην Κω, κατέληξε στο Κολωνάκι, στον ποιητή να συζητά τα ποιητικά πολιτικά. Το κείμενο αυτό τελειώνει με «Τα σα εκ των σων Σοι προσφέρομεν, Οδυσσέα Ελύτη. Κατά πάντα και διά πάντα. Τόσο εύλογο το ακατανόητο».

Και το «Συναμφότερον» συνεχίζεται στο ένας και «όλοι μαζί», στο «μπουλούκι», στο δημοσιοϋπαλληλίκι, στη νοοτροπία του Έλληνα. Το θέμα είναι ότι ο Ζουράρις καταφέρνει να μας κουρντίσει με το δικό του κλειδί και να δούμε πράγματα που έχουμε διδαχτεί και διαβάσει αλλά δεν έχουμε όλοι προσέξει καλά, γιατί δεν είχαμε τα απαιτούμενα μάτια ή την κατάλληλη προσδεκτικότητα.

Το εύδαιμον το ελεύθερον. Η ευδαιμονία προϋποθέτει ελευθερία, το ξέραμε. «Ο δούλος δεν ευδαιμονεί, το πολύ-πολύ να έχει καταναλωτική επάρκεια» (κάτι που είχαμε ξεχάσει τα χρόνια του «Ολύμπου» της κατανάλωσης, για να ζουραρίσω κι εγώ λίγο). Ευδαιμονία και ελευθερία, το ζεύγμα και η διάζευξις («Η ελευθερία έχει δύο κοφτερές όψεις, όπως τα παλιά ξυραφάκια», εκ του Πλησίον, συμπληρώνω). Το ζεύγμα «Ελευθερία ή θάνατος» σημαίνει: «αν δεν έχω ελευθερία είμαι ήδη νεκρός». Κι εδώ κάνει την ετυμολογική ερμηνεία της λέξης «Ελευθερία» (από τον αρχαίο μέλλοντα του «έρχομαι», «ελεύσομαι», και το επίσης αρχαίο «ελεύθω», γνωστά αυτά), της οποίας επιθυμούμε τον ερχομό, αλλά αυτός απαιτεί αγώνα που ποτέ δεν ολοκληρώνεται, βρίσκεται πάντα εν προόδω… Έρχεται. Όχι χωρίς την ελευθερία προτιμώ να πεθάνω αλλά, χωρίς την ελευθερία, είμαι ήδη νεκρός, επιμένει.

Τα αντίθετα που συνυπάρχουν –τα «συναμφότερα»- πάνω στα οποία πετάει η σκέψη του συγγραφέα είναι πολλά. Είναι όλες οι αντινομίες του ελληνικού «Τρόπου» σε σύνθεση. Παράδειγμα: τα άψυχα έχουν ψυχή και «ένα τοπίο δεν είναι διόλου το άθροισμα μερικών δέντρων και βουνών». Και ο κατάλογος κινείται κάνοντας βουτιά στο παρελθόν, ανάδυση και ανάσα στο παρόν και πάλι βουτιά, δείχνοντας το δισυπόστατον και πολυ-υπόστατο των λέξεων του Ελύτη-Θουκυδίδη, με την διφυή ή πολυφυή ασαφή σαφήνεια, λέει ο Ζουράρις. Θα σταθώ κι εγώ με έμφαση στην ελληνική συνέχεια στην οποία επιμένει ο συγγραφέας και ο Ελύτης θεωρεί «αυτονόητο» αυτό που κάποιοι αμφισβητούν και αυτοί είναι οι «μουρμουρίζοντες» (Ζουράρις) «σπασμένες σκέψεις» (Σεφέρης) ή έρχονται «από την πίσσα της Ευρώπης» (Ελύτης). Αυτής της «πίσσας» δεν της χαρίζεται· κανενός δεν χαρίζεται, ούτε ο Μπαχ δεν γλιτώνει. Η ενότητα του Ελληνισμού είναι αυτονόητη. Έρχομαι από μακριά, το ταξίδι είναι δύσκολο, γεμάτο εμπειρίες και γνώσεις, γοητευτικό απολαυστικό, ασυνήθιστο.

Θα τελειώσω αυτό το κείμενο που έχει ξεπεράσει κατά πολύ το πλαίσιο μιας παρουσίασης (κατά το βιβλίο και η παρουσίασή του) με τα «Ελύτεια Χαριστήρια». Ο Ελύτης λέει ψέματα ότι είναι «Θουκυδίδης από την ανάποδη», αποφαίνεται ο Ζουράρις. Ο Ελύτης είναι το «ανήριθμον γέλασμα φωτός». Είναι «Ηνίοχος-λοιπός οπλίτης της Αλβανίας, ο ηνιοχεύων την των κινουμένων πνοήν». Ο Θουκυδίδης είναι εύκολος και ο Ελύτης είναι εύκολος «όταν έχεις μέσα σου την αλφαβήτα του Ελύτη». Ο καθείς και η αλφαβήτα του, λοιπόν, ο καθείς και τα όπλα του, ο Ζουράρις και ο Ελύτης του και ο Ελύτης μας.

Το βιβλίο διαβάζεται δύσκολα, είναι πυκνό και γεμάτο παραπομπές σε κείμενα αρχαία και πατερικά. Η γραφή του είναι όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω ό,τι ήξερε από νοηματική αλληλουχία και τέτοια. Ίδια χρησμός θα έλεγε ο Ελύτης που μας κοιτάει από το εξώφυλλο, στη γνωστή φωτογραφία στο μέτωπο, με τα βουνά πίσω του, όπου έχει τις ρίζες του και τα θεμέλιά του και μας επαναλαμβάνει: Έρχομαι από μακριά

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Κάλβος, ο Ελύτης και ο «γέροντας»

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ
Από ένα δημοσίευμα στο ΒΗΜΑ, το οποίο υπογράφει η κυρία Κουζέλη Λαμπρινή στις 18/06/2014 και αναφέρεται στον Ανδρέα Κάλβο και στις εκδηλώσεις στο Λάουθ της Αγγλίας στη μνήμη του, εκεί ως γνωστόν πέθανε ο Ζακύνθιος ποιητής, απομονώνω μια παράγραφο, στην οποία έχω να κάνω μια πολύ σημαντική διόρθωση. Βεβαίως, η παρέμβασή μου στερείται επικαιρότητας αλλά και ο Κάλβος και ποίηση δεν δεσμεύονται από χρονικά όρια. Απομονώνω το απόσπασμα:
«Ο Αιγιώτης συγγραφέας Βλάσσης Τρεχλής εξέδωσε μια μυθιστορηματική βιογραφία του Ζακύνθιου ποιητή με τίτλο Ανδρέας Κάλβος: Το χαμένο πορτρέτο (Κέδρος, 2014) , ενώ ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος έδωσε με το πενάκι του στα τελευταία δύο τεύχη της Athens Review of Books μια σειρά σκίτσων με τίτλο «Σπουδήστον Κάλβο». Απομακρυνόμενος από την εικόνα του Κάλβου που φαντάζεται ο Οδυσσέας Ελύτης στα Ανοιχτά Χαρτιά («ένας γέροντας μικροκαμωμένος και φαλακρός, με μύτη μεγάλη και ρούχα κατάμαυρα»), ο καλλιτέχνης παρουσιάζει τη δική του εκδοχή».

Και στο σημείο που αφορά στον Ελύτη σχολιάζω:
Ο Ελύτης, αν διαβάζω σωστά, ΔΕΝ γράφει ότι ο Κάλβος ήταν «ένας γέροντας μικροκαμωμένος και φαλακρός, με μύτη μεγάλη και ρούχα κατάμαυρα» (σελ. 46).
Ο Ελύτης συγκεκριμένα γράφει: «Κοίταζα για χιλιοστή φορά τον άνθρωπο έτσι καθώς μας τον είχανε παραδώσει σχολιαστές και βιογράφοι του, κοίταζα τον άνθρωπο και το έργο του αξεχώριστα. Ένας γέροντας μικροκαμωμένος και φαλακρός, με μύτη μεγάλη και ρούχα κατάμαυρα». Απαριθμεί όλα τα χαρακτηριστικά των σχολιαστών και βιογράφων και συνεχίζει: «Όσο για μένα, η αρχική φύση του Κάλβου είναι ριζικά διαφορετική. Δε δυσκολεύομαι να μακρύνω από το μαυροφορεμένο γεροντάκι, για να δω μπροστά μου έναν νέο ζωηρόν και αντάρτη, γεμάτον από ελπίδες συγκεκριμένες και έρωτα για τη ζωή … Αυτός ο ζωντανός έφηβος με την αμίαντη δροσιά της ψυχής του» (48). «Ο Κάλβος ήταν ένας ζωντανός άνθρωπος, βρήκε άξαφνα, μέσα σε κείνη την ηρωική εξόρμηση, την ευκαιρία να διοχετεύσει ολάκερο τον επαναστατημένο του εαυτό» (57). Ο «Γέρο Αετός που, ολομόναχος, χτυπάει τις φτερούγες του πάνω από τη λυρική κορφή του δέκατου ένατου αιώνα» (85).
Νομίζω πως αυτά τα παραθέματα, στα οποία θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και τις λέξεις «αντάρτης» και «ανταρσία» του Κάλβου, που επανέρχονται με μεγάλη συχνότητα στο κείμενο του Ελύτη, δεν δείχνουν «μαυροφορεμένο γεροντάκι». Ο Ελύτης δεν βλέπει γεροντάκι. Γεροντάκι τον θέλει «η εικόνα που μας παραδώσανε». Ο Ελύτης βλέπει «νέο» και «ζωηρόν» και «ζωντανό άνθρωπο», «έφηβο», «αντάρτη» άντρα».
Παράλληλα με τον Κάλβο (1792-1869), ζει και δρα ο μεγάλος Άγγλος ποιητής Λόρδος Μπάιρον (1788-1824). Όπως δείχνουν οι χρονολογίες,  οι δύο άνδρες είναι συνομήλικοι. Ο Άγγλος Λόρδος ήρθε στο Μεσολόγγι να πολεμήσει και να πεθάνει για τα ίδια ιδανικά που σάλπιζε ο Κάλβος. Από τα πορτρέτα του, που ευτυχώς εκείνου έχουμε άφθονα, ενώ του Κάλβου κανένα, προκύπτει ότι φορούσε εκείνα τα ανοιχτά άσπρα πουκάμισα, όπως φορούσε και ο Ελύτης και η γενιά του: «Να κάτι που δεν αποτελούσε δυσαρμονία με τα λευκά ανοιχτά πουκάμισα που αρχίσαμε τα χρόνια εκείνα οι πιο τολμηροί να φοράμε. Κι ο Άγρας, ο Καρυωτάκης, αυτοί φορούσανε ακόμη διπλά γιλέκα και κολάρα σκληρά. Δεν αστειεύομαι καθόλου» (Ανοιχτά Χαρτιά, «Το χρονικό μιας δεκαετίας», σελ. 239). Και βέβαια το βάρος δεν πέφτει στο ντύσιμο αλλά στην ποιητική φόρμα. Γιατί ο αλά Μπάιρον λευκός ανοιχτός γιακάς μπορεί να είναι η μόδα του 19ου αιώνα ή ακόμα και του 20ού, όμως, σύμφωνα με τα συνδηλούμενα του Ελύτη, μπορεί να είναι και σημαία επαναστατική που σήκωσε και ο Μπάιρον στο Μεσολόγγι και ο Κάλβος στην ποίηση για να υπηρετήσουν την ίδια ιδέα. 
Επανέρχομαι. Ο Κάλβος δεν ξέρουμε πώς ήταν. Δεν υπάρχει πορτρέτο ούτε φωτογραφία. Ο «γέροντας» με «ρούχα κατάμαυρα» των βιογράφων μπορεί να παραπέμπει στον μεταποιητικό Κάλβο, τον οποίο όμως ο Ελύτης, και σ’ αυτή την περίπτωση μόνο, βλέπει ως «Γέρο-Αετό». Για την Ελλάδα και τα ποιητικά μας πράγματα ο Κάλβος είναι ο νέος, επαναστάτης άντρας που έγραψε τις Ωδές, ντυμένος με τη μόδα της εποχής του, όπως ο Μπάιρον, με το λευκό ανοιχτό πουκάμισο.
 Η ανακρίβεια του κειμένου στην εφημερίδα βλάπτει τον αναγνώστη· και σε ό,τι αφορά τον Κάλβο και σε ό,τι αφορά τον Ελύτη. Οι αριθμοί σε παρένθεση παραπέμπουν στα Ανοιχτά Χαρτιά, έκδ. του 1982.

Δευτέρα 25 Απριλίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης, Της Μεταμορφώσεως των Γυναικών που Αγάπησα

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ


Είκοσι χρόνια δεν είναι λίγα για να βοηθήσουν τον καιρό να κάνει τη φθαρτική δουλειά του. Όμως τον Οδυσσέα Ελύτη φαίνεται πως δεν τον αγγίζει ο χρόνος και η σταγόνα του που έσταξε στον ωκεανό, σαν αγίασμα μοιάζει. Ο Ελύτης είναι παρών στην ποίηση των νεότερων, στα συνέδρια, στις μελέτες, στη ζωή μας. Δεν χρειάζονται ειδικές επέτειοι για να τον θυμηθούμε γιατί δεν τον ξεχάσαμε ποτέ.

«Οι άγγελοι στον παράδεισο μιλούν Ελληνικά» λέει ο Νίκος Εγγονόπουλος και μας ξαφνιάζει γιατί αυτή τη φράση θα την απέδιδε κανείς στον Ελύτη. Ίδια γενιά, αγάπη για τον υπερρεαλισμό και την Ελλάδα, ελεύθερο πνεύμα, πίστη στις παραδοσιακές αξίες, δεν είναι δυνατόν οι δυο ποιητές να μην συναντηθούν. Αλλά να που μια φράση στα Ανοιχτά Χαρτιά (σ. 38), λέει σχεδόν το ίδιο: «Αν υπάρχει, συλλογίζομαι, για τον καθένα μας ένας διαφορετικός Παράδεισος, ανεπανόρθωτα ο δικός μου θα πρέπει να ’ναι σπαρμένος με δέντρα λέξεων που τ’ ασημώνει ο άνεμος» και «από πουλιά που ακόμα και μέσα στην αλήθεια του θανάτου επιμένουν να κελαηδούν ελληνικά και να λέν ‘‘έρωτας’’, ‘‘έρωτας’’, ‘‘έρωτας’’». Οι άγγελοι στον Παράδεισο μιλούν ελληνικά, τα πουλιά κελαηδούν ελληνικά, γράφω ποιήματα για να ερωτεύομαι σωστά, μιλά ελληνικά γιατί τη γλώσσα τού έδωσαν ελληνική και μέσα της/του γεννήθηκε ο κόσμος. Όσον αφορά το θέμα της έμπνευσης των ποιητών γράφει στο Εκ του πλησίον (σ. 34): «Οι κακοί ποιητές τρέφονται από τα γεγονότα, οι μέτριοι από τα αισθήματα, και οι καλοί από τη μετατροπή του τίποτε σε κάτι. Το εκ του μη όντος ον λογαριάζει». Και εδώ βρίσκεται και η ουσία. Ο Ποιητής είναι δημιουργός. Όχι αυτός που βρίσκει κάτι έτοιμο και το αναδιαμορφώνει αλλά εκείνος που φιλοτεχνεί το τίποτα και του δίνει υπόσταση. Πώς άρχισε ο Θεός τη δημιουργία του κόσμου; Είπε και εγένετο. Έτσι και ο ποιητής· ΛΕΕΙ:

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ: - "Της Μεταμορφώσεως των γυναικών 
που  αγάπησα  χωρίς  ελπίδα:  Ηχώ:  Μα -ρί- νααα! Ελ- 
έ-νηηη! Κάθε  χτύπος  καμπάνας,  κι  από  μια   πασχα-
λιά  στην  αγκαλιά μου.  Ύστερα  φως  παράξενο,   και
δυο  ανόμοια περιστέρια που  με  τραβούν ψηλά σ' ένα
μεγάλο  κισσοστολισμένο  σπίτι.  
                      ("Εφτά μέρες για την αιωνιότητα")


«Παρασκευή», όπως Μεγάλη Παρασκευή και της «Μεταμορφώσεως», όχι του Σωτήρος, αλλά «των γυναικών που αγάπησα». Αυτές βοηθούν στο θαύμα ανάλογο με εκείνο του Σωτήρος. Πράγμα που σημαίνει πως περιμένουμε να δούμε μια «Μεταμόρφωση» και μια «Ανάληψη».
Δύο στοιχεία του ποιήματος μας υποδηλώνουν το χρόνο του θαύματος. Είναι άνοιξη και πλησιάζει το Πάσχα. Το μαρτυρούν οι χτύποι της καμπάνας και η πασχαλιά. Η πασχαλιά δέντρο και η πασχαλιά Πάσχα. Νομίζω μάλιστα πως δεν είναι μια καθημερινή Παρασκευή αλλά μια Μεγάλη Παρασκευή. Σ’ αυτήν ταιριάζουν οι χτύποι της καμπάνας. Παραδοσιακά οι καμπάνες την ημέρα εκείνη χτυπούν συνέχεια και πένθιμα. Όμως, το σίγουρο είναι ότι θα ακολουθήσει η Ανάσταση.
Ο ποιητής φωνάζει δυο ονόματα αγαπημένα. Το ένα είναι «Μαρίνα», αυτή η ηρωίδα του η θαλασσινή και η άλλη είναι η Ελένη, εκείνη που του έχει παραχωρήσει το «Ελ» του ονόματός του. Εκείνο το «Ελ» που είναι Ελλάδα και Ελένη και Ελευθερία και Ελπίδα. Η ομορφιά σε τέσσερις παραλλαγές. Η ηχώ είναι ο αντίλαλος, είναι το αντίστοιχο της αντιφεγγιάς, που έρχεται από μακριά. Και αυτό το υποθέτουμε από πού έρχεται.Τα ονόματα, με την τυπογραφική αραίωση των συλλαβών τους και την επανάληψη του τελικού «α» και «η» μοιάζει να επαναλαμβάνουν τον χτύπο της καμπάνας. Και επομένως είμαστε μπροστά στο Θείο Πάθος που ολοκληρώνεται εκείνη την ημέρα, το οποίο όμως μετατοπίζεται στο ανθρώπινο. Η ηχώ από τα ονόματα ακούγεται σαν χτύπος καμπάνας (προηγήθηκε σύντομος πένθιμος αλλά σχεδόν αυτόματα αναστάσιμος) και αμέσως έγινε «πασχαλιά», και έγινε Ανάσταση. Αναμενόμενο το «φως παράξενο» αφού έχουμε «Μεταμόρφωση» και τα «περιστέρια» (και το πνεύμα εν είδει περιστεράς) ψυχοπομποί και αγγελιοφόροι του Θεού. Σώζουν στην απάνω αιωνιότητα, στο μεγάλο κισσοστολισμένο σπίτι, τον ποιητή.
Η γήινη αιωνιότητα είναι «χωρίς ελπίδα» γιατί είναι περαστική. Η ουράνια αιωνιότητα κερδίζεται από τις μικρές περαστικές στιγμές του έρωτα. Η ζωή σώζεται από τον έρωτα και διαιωνίζεται με όχημα αυτόν.
Η μεταμόρφωση: Ήταν γυναίκα και έγινε ήχος και έγινε πασχαλιά και έγινε φως και έγινε δυο περιστέρια, η Μαρίνα και η Ελένη.
Δύο ονόματα: Μαρίνα, Ελένη, αλλιώς η όμορφη θαλασσινή Ελλάδα.
Δύο φορές ηχώ
Η καμπάνα, δύο σήματα (εννοείται): Ντιν- νταν
Κάθε χτύπος και πασχαλιά, άρα δύο πασχαλιές
Δύο αναστάσεις, άρα δύο θάνατοι
Θάνατος (σύντομος) «χειμώνα ελάχιστε» («Λακωνικόν») και Ανάσταση: Φως παράξενο
Δύο περιστέρα με τραβούν ψηλά, η Μαρίνα και η Ελένη.
Με τραβούν ψηλά και με σώζουν οι δυο αγάπες μου: Η θαλασσινή μου Ελλάδα και η Ποίηση.

Related Posts with Thumbnails