© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΕΝΘΕΤΑ. Ό,τι νεότερο εδώ!

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σολωμός Π. Καποδίστρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σολωμός Π. Καποδίστρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2024

12 τρίστιχα π. Π. Κ. για τα 200 χρόνια "Ύμνος εις την Ελευθερίαν" στον τόμο "Τα Ιονικά" 3

Ποίηση

π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ


VERUM AMO, VERUM VOLO


200 χρόνια “Ύμνος εις την Ελευθερίαν”

(1823-2023)


1

Βαΰζουν σιωπές

ντροπαλές κοπελούλες

θρόμβοι λευτεριάς.

Παρασκευή 28 Απριλίου 2023

Ποιητική ενότητα του Παν. Καποδίστρια για τον Διονύσιο Σολωμό στη νέα "Παρέμβαση" (τχ. 213-214)


Μια ποιητική ενότητα για τον Διονύσιο Σολωμό δημοσιεύτηκε πρόσφατα στη νέα "Παρέμβαση" (τχ. 213-214, σελ. 28 εξ.), γραμμένη από τον π. Παναγιώτη Καποδίστρια. Τιτλοφορείται "ΠΑΙΔΙΟΝ ΦΥΣΙΚΟΝ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ. Οκτώ επιπλέον εκδοχές για τον Σολωμό".

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2021

Ποιητική ενατένιση Διονυσίου Σολωμού από τον π. Παν. Καποδίστρια στις e-διαλέξεις για την 200ετηρίδα 1821 [video]


Στο πλαίσιο των ανά την Ελλάδα και την Ομογένεια όπου γης επετειακών εκδηλώσεων για τη συμπλήρωση 200 χρόνων από την Εθνεγερσία του 1821 και, συνεχίζοντας τις σχετικές διαδικτυακές διαλέξεις της Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου μέσω του Μορφωτικού Κέντρου Λόγου "Αληθώς", τo βράδυ της Κυριακής, 15ης Μαρτίου 2021 (Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης), ο Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ, παρουσίασε τιμητική ομιλία - ποιητική ενατένιση του εθνικού Ποιητή μας Διονυσίου Σολωμού, με τίτλο: "Διονύσιος Σολωμός, διαχρονικός Δημεγέρτης ούτως ή άλλως"

Ο ομιλητής, αναφερόμενος με σεβασμό στον εθνικό βάρδο των συνΕλλήνων κι εκφραστή των ψυχικών δονήσεων ενός εκάστου, μεταξύ πολλών άλλων, τόνισε: 

"Αν ο καθένας από εμάς, διαπλέοντας αναπόφευκτα κάποια στιγμή την προσωπική του εξόδιο Αχερουσία, εγκαταλείπει στα μετόπισθεν -έτσι κι αλλιώς- ανεξίτηλα χνάρια παντού (όπου ακράγγιξε η ψυχή και η δημιουργική ενέργεια του νου και του σώματος), πόσο μάλλον ο Σολωμός, ο οποίος συμπύκνωσε με απαράμιλλη σοφία και παρήγαγε καλλίκαρπα, με θαυμαστή γλωσσική και νοηματική δεξιότητα, τις μύριες όσες της καρδιάς κρυφιότητες και κυμάνσεις, αθανατίζοντάς τες «Μεσ’ στ’ Άγιο Βήμα της ψυχής», με κυρίαρχη μυστική μέθοδο (μονόδρομο) το «Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το Χάρο», διότι -θέλοντας και μη- «Πολλοί 'ναι οι δρόμοι πώχει ο νους», όπως ο ίδιος παραδέχεται. 
     Οι στίχοι του (λαβυρινθώδεις και αλλοπρόσαλλοι στ’ Αυτόγραφα θαρρείς, παραμυθητικοί έως «φιλοκαλίας» στην ακρόασή τους), διαθέτουν όντως «οσμήν ευωδίας πνευματικής», έτσι που νύσσουν δημιουργικά, ή μάλλον κατανύσσουν αγαπητικά, τον υποψιασμένον αναγνώστη. Με τις ποιητικές του (αυτο)σχεδίες διαπερνά εκείθεν το Πρόσωπο, τις ταλανιζόμενες ελπίδες, τις αγάπες, τα νοούμενα και τα υπονοούμενα. Με τις εαρινές του εξάρσεις -διαρκούντος μάλιστα του αισθητού χειμώνα και του υπεραισθητού εσώτατου και μόνιμου ψύχους, του ορατού ψεύδους και του αόρατου πολέμου- ανάγει και καταξιώνει σε ύψος περιωπής λέξεις, τοπία, αισθήματα, πτώσεις και αναστάσεις, έμψυχα, εσώψυχα και άψυχα, ιδέες και ύλη, όνειρα και ρεαλισμό, σάτιρες ή λυγμούς, φαρμακωμένους, φεγγαροντυμένους ή λαμπροφόρους αμαρτωλούς, λυτρωμένους ωστόσο."

Η ομιλία του π. Παναγιώτη έκανε πρεμιέρα μέσω του καναλιού του "Αληθώς" στο YouTube. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να την ξαναδούν ακολούθως:



[δημιουργία αφίσας: ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ]

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2021

Στην 2η e-διάλεξη 200ετηρίδας ο διαχρονικός Δημεγέρτης Ποιητής Διονύσιος Σολωμός [πρεμιέρα: 21.3.2021, 8μμ ]


Στο πλαίσιο των επετειακών εκδηλώσεων για τα 200 χρόνια από την Εθνεγερσία του 1821 και των σχετικών διαδικτυακών διαλέξεων της Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου μέσω του Μορφωτικού Κέντρου Λόγου "Αληθώς", την ερχόμενη Κυριακή της Ορθοδοξίας, 21η Μαρτίου 2021, ώρα 8 το βράδυ, ο Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ, Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος Ι.Μ.Ζ. - Μάστερ Θεολογίας - Ποιητής,  θα παρουσιάσει το θέμα“ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ, ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΔΗΜΕΓΕΡΤΗΣ ΟΥΤΩΣ ή ΑΛΛΩΣ.

Η ομιλία θα έχει πρεμιέρα (21.3.2021, 20:00) μέσω YouTube.


Δευτέρα 8 Απριλίου 2019

Παναγιώτη Καποδίστρια: ΣΟΛΩΜΟΣ ΑΛΥΠΙΟΣ (ποίημα)


Κάθε Αντίπασχα
οι Σκιές παραδίδουν
στον Διονύσιο
της Λαμπρής τα σώματα
μαζί με τα καρφιά τους.

Απ' τα λιόφυτα
κρέμεται τ' αεράκι
το πυρομανές
καθώς δίκαιοι στάζουν
από τα δάχτυλά του.

Τον αλυχτάνε
τα σκυλιά του όνειρου
κι απελπίζεται.
Ήδη παστελαραίοι
στήνουν μπάγκους της Γιορτής.

Τ' Άι-Λύπιου 
τα χαρούπια κατάρες 
θά 'ναι και οργές 
του Ιερομόναχου
εις βάρος της Γυναίκας.

Στο σπήλαιό του 
λανθάνει κουρνιασμένο 
μαύρο ποίημα 
και ανυπερήφανο 
τρώει στίχους του και ζει. 

[Γράφτηκε την Κυριακή του Αντίπασχα, "την ώρα που θολώνουνε τα νερά", Πρωτομαγιά 2011. Δημοσιεύτηκε οριστικά στο ποιητικό βιβλίο του Παναγιώτη Καποδίστρια, ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ, εκδ. Κέντρου Λόγου "Αληθώς", Ζάκυνθος 2014, σ. 126 εξ.

1η φωτογραφία: Ιωάννης Πορφύριος Καποδίστριας]


Παναγιώτη Καποδίστρια: Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΕΚ ΝΕΟΥ (ποίημα διπλό)



Υπήρχες δεν υπήρχες αδιάφορο 
αλλού η ζωή 

ώσπου τριανταρίζοντας 
λέξεις με ζώσανε σφιχτές 
φιδάκια δεκαπεντασύλλαβα 
του Αυγούστου γούστα 
η έγνοια της Εξόδου από τα τώρα
ο πατέρας Πόλεμος 
η μητέρα Μητριά. 

Ο κόσμος στον κόσμο του έκτοτε 
κατάστικτος από ιδέες και ξωτικά 
σοφίσματα μικράς πνοής με χαραμίζουν
άνθρωποι κουτοί 
με τη γνώση απόγνωση 
και το φως θηλιά. 

Με το μάτι ανάβεις δέντρο
το θύμα στο λαιμό σου λοιπόν
αλλού η ζωή 
τούφες τούφες το πένθος στα τζάμια 
νύχτα νεοσύστατη άμαθη στο σκοτάδι 
τρέμει τις εξελίξεις. 

2

Πού θα σε βγάλει ο Σπαραγμός;
Στον Άι Λύπιο της Χαράς 
στο τέλειο 
ή στην τελεία;
Στα Τρία Πηγάδια μήπως της Οργής; 

Δόξα τω Θεώ 
δεν έχεις δάκτυλα μήτε για τον σταυρό σου 
πλην δακτυλοδεικτούμενος 
όσο για οφθαλμούς 
άκου να δεις: 

Λίγες που μας απόμειναν ακήδευτες αγάπες
εύφορο κοιμητήριο εκζητούν
το χώμα της Ποίησης έστω
ν' απιθώσουν εκεί 
το έαρ του φθινοπώρου τους

πάνδημο το Τυχαίο αναπτύσσει τραχύτητα 
στίχοι παραλογίζονται ολοένα 
και με το δίκιο τους 

χρόνος αντίθεος 
βγάνει χαιρέκακα τα μάτια των αγίων σου 
απ' τα τοιχία της Νοσταλγίας.

(Αύγουστος- Σεπτέμβριος 2003)

[Από το ποιητικό βιβλίο του Παναγιώτη Καποδίστρια, Mater Dolorosa, εκδ. το δίγαμμα, Ζάκυνθος 2005, σ. 40 εξ.]



π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ, Ο ΔΗΜΕΓΕΡΤΗΣ (μικρό δοκίμιο)

Ὁ Διονύσιος Σολωμός, Κόντες ἐπιφανής καί συνάμα Ποπολάρος ἐκ πεποιθήσεως τῆς Διεθνοῦς Ποιητικῆς καί Στιχουργίας, πρόκειται γιά «ἕνα ἀπό τά πιό ἀξιομελέτητα φαινόμενα τῆς ἱστορίας τοῦ πνεύματος»1, σύμφωνα μέ τήν μετά παρρησίας ρήση τοῦ Κωνσταντίνου Τσάτσου.

Μέ τήν δυναμική του γραφίδα ὁ εὐγενέστατος αὐτός Τεχνίτης τοῦ Λόγου, ἀναδεικνύεται ἀνυποχώρητος ὑπέρμαχος τῶν ὅσων σκληρῶν ἀγώνων ὑπέρ τῆς Ἀνεξαρτησίας τῶν Ἑλλήνων, ἀφορώντας μάλιστα σήμερα στούς κάθε λογῆς καταπιεσμένους ὅπου γῆς. Ἀναφαίνεται παράλληλα, ταπεινός καί ἀθέατος κηδευτής τῶν τιμημένων Νεκρῶν μας. Οἱ ἔχοντες κατάλληλη ὅραση πρός τοῦτο, τόν συναντᾶμε, πότε σέ ρόλο μυστικοῦ καί ξάγρυπνου Ἱερομονάχου νά σατιρίζει τραγικότροπα τήν ἀναισχυντία ὅσων ἐγκληματικά ἐφησυχάζουν μπροστά στίς δυσμενεῖς περιστάσεις τοῦ κοινοτικοῦ μας γίγνεσθαι, πότε μέ τήν ἀνυποχώρητη ὁρμή εὔρωστου Δημεγέρτη, ν' ἀνεμίζει τή λεβέντικη σημαία τῆς ἀπόφασης καί τοῦ θιγμένου δίκιου διαρκῶς ψηλά2.

Ἐνδιαφέρεται πρωταρχικά γιά τήν ἠθική θωράκιση τοῦ ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ὥστε νά μπορεῖ ν' ἀνθίσταται στούς ὅποιους ἐνάντιους, οἱ ὁποῖοι κατά καιρούς τό ἐπιβουλεύονται. Αὐτά, σ' ἕνα πρῶτο ἐπίπεδο καί μέ μιά πρώτη ἀνάγνωση τῶν ἀπόψεών του. Οἱ ξεκάθαρες παραινέσεις του ὅμως, ἀπηχοῦν ἀσφαλῶς στόν τρόπο συμπεριφορᾶς καί τῶν ἄλλων ἐθνῶν. Θά μποροῦσαν μάλιστα ν' ἀποτελέσουν τήν καταλληλότερη κι ἐκφραστικότερη προμετωπίδα ὅλων ἀνεξαίρετα τῶν δημοκρατικῶν Συνταγμάτων τῆς Οἰκουμένης, ὡς λόγος διδακτικός καί συνεκτικός γιά τήν αὐτοσυνειδησία ἤ τήν αὐτοδιάθεση ἑνός ἑκάστου καί ὡς ἐκ τούτου (τό καί σημαντικότερο) γιά τήν ἁρμονική-ποιοτική συνύπαρξη ὅλων τῶν λαῶν τοῦ Κόσμου μας:

«τό ἔθνος πρέπει νά μάθῃ νά θεωρῇ ἐθνικόν ὅ,τι εἶναι ἀληθές»3.

Ἔτσι, λοιπόν, ὁ Διονύσιος! Κι ἐκεῖ πού τόν συναντᾶμε γήινο, χοϊκό, σχεδόν ἁπλοϊκό καί προσιτό στόν καθένα, τήν ἴδια στιγμή, στόν ἑπόμενο ἀμέσως στίχο του τόν ἀτενίζουμε οὐράνιο, μακρινό ἤ καί φευγάτο, ἀφήνοντας γιά μᾶς μιάν ὑψηλή αἴσθηση «δέους καί σιωπῆς»4, κατά τόν Ὀδυσσέα Ἐλύτη, ὁ ὁποῖος σέ ἄλλη περίπτωση, ἀπευθυνόμενος ποιητικά στόν Σολωμό, παραδέχεται:

«(..........)
Ναί. Γιατί σ' εἶχε ἀνάγκη κάποτε τά χείλη σου χρύσωσε ὁ Θεός
(..........)
Πῶς ἀλλιῶς. Πού καί μόνο ἡ σκέψη σου γινωμένη ἀπό καιρό οὐρανός
Καί μόνο ἡ σκέψη σου μοῦ 'καψε ὅλα τά χειρόγραφα
(..........)»5.

Ἄν καί δαπανημένος ὁ Σολωμός (πολυμερισμένος, θά λέγαμε πιό σωστά) σέ ποιητικά σπαράγματα-σχεδιάσματα, τά εἶπε ὅλα ἐκεῖνα τά πανίερα καί σπουδαῖα, πού εἶχε νά μᾶς πεῖ κι ἔκτοτε ἀναπαύεται γιά πάντα στό αὐστηρό του Μαυσωλεῖο, ἐκεῖ στήν ἱστορική πλατεία τοῦ Ἁγίου Μάρκου τῆς Ζακύνθου!... Κοινωνός τοῦ Αἰώνιου καί πολίτης τώρα πιά ἑνός εὐκολοπροσβάσιμου ἤδη κόσμου, κήρυκας ἐπιδεξιότατος τῆς Ὁμόνοιας, τῆς Συνεννόησης καί τῆς Ἀδελφωσύνης, συνεχίζει ξανά καί ξανά (στίς ὠχρές καί παράδοξες μέρες μας ἰδιαίτερα, πολλές μάλιστα φορές ἀπευθυνόμενος σέ αὐτιά θεόκουφων καί θύρες κλειδομανταλωμένες ἑνός βίου ἀβίωτου), νά κραυγάζει προειδοποιητικά -ἐπίκαιρος πάντα- πρός τούς προκαθημένους (ἰδιαίτερα) τῆς διεθνοῦς σκηνῆς:

«Ἡ Διχόνοια πού βαστάει
ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερή·
καθενός χαμογελάει,
πάρ' το, λέγοντας, καί σύ.

Κειό τό σκῆπτρο, πού σᾶς δείχνει
ἔχει ἀλήθεια ὡραία θωριά.
Μήν τό πιάστε, γιατί ρίχνει
εἰσέ δάκρυα θλιβερά.

(..........)

Μήν εἰποῦν στόν στοχασμό τους
τά ξένα ἔθνη ἀληθινά·
ἐ ά ν   μ ι σ ο ῦ ν τ α ι   ἀ ν ά μ ε σ ό   τ ο υ ς
δ έ ν   τ ο ύ ς   π ρ έ π ε ι   ἐ λ ε υ θ ε ρ ι ά.»6

-------------------------------------
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1 Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο υ Τ σ ά τ σ ο υ, "Ἀνδρέας Κάλβος Ποιητής τῆς Ἰδέας", [πρώτη δημοσίευση στό Χριστουγεννιάτικο τεῦχος 1946 τοῦ Περιοδικοῦ Νέα Ἑστία], Εἰσαγωγή στήν ἔκδοση τῶν Ἁπάντων τοῦ Κάλβου ἀπό τό Ἰόνιο Πανεπιστήμιο, ὅ. π., σ. 79.

2 Πρβλ. Π ρ ω τ ο π ρ ε σ β υ τ έ ρ ο υ Π α ν α γ ι ώ τ η Κ α π ο δ ί σ τ ρ ι α, "Ὁ ἑνικός Σολωμός", Περιοδικό Παρνασσός, 41 (1999) 398-410 [καί σέ ἀνάτυπο].

3 Λ ί ν ο υ Π ο λ ί τ η, Γύρω στόν Σολωμό· Μελέτες καί ἄρθρα (1932-1982), Ἐκδ. Μορφωτικό Ἵδρυμα Ἐθνικῆς Τραπέζης, Ἀθήνα 1985, σ. 375 [ἀπό τό δοκίμιο «Ὁ Σολωμός ποιητής ἐθνικός καί εὐρωπαῖος»].

4 Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης, εὑρισκόμενος τόν Μάιο τοῦ 1980 στή Ζάκυνθο, λίγους μόλις μῆνες μετά τή βράβευσή του μέ τό Νόμπελ Λογοτεχνίας 1979, θεώρησε ὑποχρέωσή του ἠθική, νά ἐπισκεφτεῖ τή φερόμενη ὡς ἔπαυλη τοῦ Διονυσίου Σολωμοῦ στή γραφική περιοχή τοῦ Ἀκρωτηρίου, γιά μιά μυστική συνομιλία μέ τό ἤδη μαραμένο σολωμικό τοπίο καί τίς ἐναπομείνασες μυρωδιές τοῦ γύρω μυστηριακοῦ χώρου. Πολύ ἀργότερα (τό 1985) κατέγραψε ποιητικά τόν συγκλονισμό του ἀπ' αὐτή τήν ἐμπειρία μέ λίγα, ἀλλά οὐσιώδη λόγια, σ' ἕνα ἀπό τά ποιητικά βιβλία του, ὡς ἑξῆς:
«ΖΑΚΥΝΘΟΣ
Δειλινό στό Ἀκρωτήρι, στό παλιό σπίτι τοῦ Διονυσίου Σολωμοῦ. Μπρός ἀπό τό μεγάλο, στρογγυλό, πέτρινο τραπέζι τοῦ κήπου. Δέος καί σιωπή. Καί συνάμα, ὑπόκωφη, παράξενη παρηγορία.»
[Ὀ δ υ σ σ έ α Ἐ λ ύ τ η, Ὁ Μικρός Ναυτίλος, Ἐκδ. Ἴκαρος, (Ἀθήνα 1985), σ. 29]. Περισσότερα γι' αὐτή τήν ἱστορική ἐπίσκεψη τοῦ Ἐλύτη στή μετα-σολωμική Ζάκυνθο, βλ. Δ ι ο ν ύ σ η Σ έ ρ ρ α, «Μετάληψη ζωῆς Ζακύνθου καί Ἐλύτη», Περιοδικό Ἑπτανησιακά Φύλλα 18 (1997) 30-51. Ἐπίσης, πρβλ. Τ ο ῦ Ἴ δ ι ο υ, «Ἀνέκδοτες Ἐπιστολές, σημειώσεις καί ἀφιερώσεις τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη στόν Παναγιώτη Καποδίστρια», ὅ. π., σ. 8-29 [καί σέ ἀνάτυπο].

5 Ὀ δ υ σ σ έ α Ἐ λ ύ τ η, Ποίηση, Ἐκδ. Ἴκαρος, Ἀθήνα 2002, σ. 557 ἑξ. [ἀπό τήν ποιητική συλλογή Τά Ἐλεγεῖα τῆς Ὀξώπετρας].

6 Δ ι ο ν υ σ ί ο υ Σ ο λ ω μ ο ῦ, Ἅπαντα Ποιήματα καί Πεζά, Ἐκδ. Ὀργανισμοῦ Ἐκδόσεως Σχολικῶν Βιβλίων, Ἐν Ἀθήναις 1977, σ. 230 [ἀπό τό ποίημα «Ὕμνος εἰς τήν Ἐλευθερίαν», στροφές 144, 145 καί 147].

---------------------

*** Το παρόν μικρό δοκίμιο προέρχεται από το ευρύτερο δοκίμιό μας, με τίτλο "ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΛΒΟΣ, ΣΟΛΩΜΟΣ, ΡΙΤΣΟΣ, ΕΛΥΤΗΣ (Νεότερες προσβάσεις στο έργο τους)", Επτανησιακά Φύλλα 25 (Άνοιξη-Καλοκαίρι 2005) 367-369. 

Παναγιώτη Καποδίστρια: ΠΕΣ ΟΧΙ ΣΤΟ ΝΑΙ κατά Σολωμόν (τρία 3στιχα)


Στα σαράντα μου 
καλοψημένες μέρες 
δάκρυα στάρι.

*

Στα ογδόντα και- 
για γυρολόγο αβύσσου 
με προορίζεις. 

*

Μνήμα μου Μνήμη 
ερίζεις παιδιαρίζεις 
αδιάφορο.

(2003)

[Από το ποιητικό βιβλίο του Παναγιώτη Καποδίστρια, Ο αρχαίος Αγροφύλαξ, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2007, σ. 33]



Παναγιώτη Καποδίστρια: Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΣΤΟ ΤΑΒΕΡΝΕΙΟ (ποίημα)


Ο ενικός Απρίλης των Ζακυνθίων
ο αυτόγραφος των λουομένων πληθυντικός
άλλοθι νέο

ελληνάδικο
και γειτονεύεις

Βαγιώνε
κι εσπερίζω στο Ταβερνείο
με Σε Νυμφίο Πρώτο
με Διαλόγους
τη βουρλισμένη Μάνα
και τον Κουτούζη

μα πάνω που θολώνεις
κι αποκοιμιέσαι
στις φλέβες του χεριού σου
πάνω στην τάβλα
φιλήδονα χαϊδεύω θραύσματα στίχων
σε κειό το χέρι της Ελλάδας

ανάκουστα είδα

σμήνη με κατατρώνε σφήκες ονείρων
με τη σφεντόνα λέξεις με σημαδεύουν
ο Τύφος
κι ο Τυφώνας
σπλαχνίσου με άρα

Ριπές ξανά φωτός
άκου τα σμπάρα

χαράζει πρώτη Ανάσταση
κι ας αρτυθούμε.

[Από το ποιητικό βιβλίο του Παναγιώτη Καποδίστρια, Ενύπνιο μετά τρούλλου, εκδ. Μπάστα, Αθήνα 1999, σ. 36.]


Παναγιώτη Καποδίστρια: ΤΟ ΣΗΜΑΙΝΟΝ ΒΛΕΜΜΑ (τριπλό ποίημα)


"Τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους"
Δ. Σολωμός 

1

Όλα του πολέμου και της αγάπης 
πένθιμα χρυσά 

ο Νόννος κ' οι γειτόνοι 
πεταλούδες εύψυχες του Μεσολογγιού
μαργαρίτες πανίεροι στ' Αρτοφόρι 
Έλληνες των εικονισμάτων

κ' οι δάφνες του Μαρτίου μηνός 
εξάνθημα έρωτα
κατορθωμένος θάνατος 
αίμα που πεταρίζει λίγο πριν- 

Ώρα την ώρα 
με το χρυσό καλάμι 
χαλιέται ο Κόσμος. 

2

Άλλοθι δεν έχει ο Πόντος 
ούτε θάνατο η ζωή 
κι ο Διονύσιος άλλη σπάθα δεν ηξέρει 
στα σκαλούνια της Ανάγκης 
πάρεξ του ήλιου 

Πάνε κι έρχονται 
στίχοι λογοδοσμένοι του κάτω κόσμου 

Ήχος βαρύς και ασήκωτος 
ανάκουστο δάκρυ 
ώς το κόκαλο.

3

Όλα του πολέμου και της αγάπης 
στίχοι του Διονυσίου ισαπόστολοι 
αγάλματα θεοειδή 
πένθιμα χρυσά 
έτοιμα ν' αποδώσουν τα χρωστούμενα όσα 
πρόθυμα να καταχωρήσουν στα νέα μητρώα 
τον πανικό 
συνέπεια πολυμάθειας
τους ανέμους 
αμνήμονες απ' το πολύ πηγαινέλα 
του Βαγιώνε αλογάκια
τ' αμπέλι αντίπερα για τον οίνο της Λαμπρής 


Βάστα ψυχή μου 
όλα του πολέμου και της αγάπης 
το σημαίνον βλέμμα του Διονυσίου 
πόλη μου βάστα.

(Χειμώνας '97-'98)

[Από το ποιητικό βιβλίο του Παναγιώτη Καποδίστρια, Ενύπνιο μετά τρούλλου, εκδ. Μπάστα, Αθήνα 1999, σσ. 33-35. 
Το εικαστικό σχόλιο είναι έργο της ζωγράφου Μαρίας Ρουσέα και ιστορήθηκε ειδικά για το συγκεκριμένο ποίημα, πρωτοδημοσιεύτηκε μάλιστα στην ανωτέρω ποιητική συλλογή.]


Παναγιώτη Καποδίστρια: ΕΣΠΕΡΑ ΜΑΓΙΟΥ (τετραπλό ποίημα)


"Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κ' έρμο"
Δ. Σολωμός

α΄

Έναστρος κάμπος 
ασημένια λιόφυτα 
λάμψη αλλότρια. 

Ποιος ανατέμνει 
τη μαραμένη φλόγα 
του Διονυσίου;

Πυρσός ο λόγος 
στ' αλωνάκι του Στράνη
φυσάει πουνέντες. 

β΄

Λυγμοί του πεύκου 
μάρτυρες αυτήκοοι 
γιορτής φονικής. 

Η Ζωοδόχος 
μητέρα θρηνωδούσα
των σκοτωμένων. 

Η Αλετροπόδα 
ομόηχη αδελφούλα 
των σαλεμένων.

γ΄

Νια Παρασκευή
κι ο Σολωμός θεάται 
στο Κοιμητήρι. 

Φαρμακωμένες 
ψυχούλες τρεμάμενες 
ψίχαλα του Ύμνου. 

Εσπέρα Μαγιού 
βολτάρει στο Ψήλωμα 
αλύπιος δήθεν.

δ΄

Μοσκιές κι αιμανθοί 
ολάνθιστοι αθάνατοι 
στον ίσκιο του Ήσκιου 

και κοπελούλες
μ' άσματα γάμου χρυσά 
τα σκουλαρίκια. 

Λάμνισσα μάνα 
πάντα θα διακονεύεις 
την αθωότη. 

(1996-1997)

[Από το ποιητικό βιβλίο του Παναγιώτη Καποδίστρια, Ενύπνιο μετά τρούλλου, εκδ. Μπάστα, Αθήνα 1999, σσ. 29-32]


π. Παναγιώτη Καποδίστρια: Ο ΕΝΙΚΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ (δοκίμιο)


[Ομιλία π. Παναγιώτη Καποδίστρια, κατά την υποδοχή του ως Αντεπιστέλλοντος Μέλους του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», στις 14 Ιανουαρίου 1999] 1


Έναστρος κάμπος
ασημένια λιόφυτα
λάμψη αλλότρια

......
Πυρσός ο Λόγος
στ’ αλωνάκι του Στράνη
φυσάει λεβάντες.

Π.Κ. 2

Απαντώντας στην τόσο απρόσμενη και ιδιαίτερα κολακευτική για μένα είδηση της εκλογής μου ως Αντεπιστέλλοντος Μέλους του «ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ», κατέθεσα σε σχετική επιστολή μου (μαζί με τις εκ βαθέων ευχαριστίες μου, τις οποίες επαναλαμβάνω ενώπιόν Σας απόψε) «την ειλικρινή μου παραδοχή, ότι η όποια προσωπική μου συνεισφορά στην τοπική πνευματικότητα […] ψάχνει τόπο να σκηνώσει στην παρασκιά δυσθεώρητων και ανεπανάληπτων γόνων του νησιού μας (πρωτόλεια και ασθμαίνουσα) […] 3».

Θεωρώ αναγκαίο –από την τιμητική αυτή θέση- να Σας βεβαιώσω, ότι τούτο δεν υπήρξε απλώς ευκαιριακό λεκτικό σχήμα ή συνήθης ταπεινολογία, αλλά κατάθεση ειλικρίνειας και απότιση βαθέος σεβασμού προς τον επιδεξιότερο (κυρίως) Πλοηγό μας στο βαθυκύανο πέλαγος της ελληνικής ποιητικότητας, τον αναστάσιμο –εννοώ- ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ, προς τον Οποίον ευλαβικά στρέφω (όπως άλλωστε ο καθένας μας) «Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου», για να χρησιμοποιήσω λόγο δικό του.


Τι ανάλογο δύναται ή δικαιούται ν’ αρθρώσει ένας σύγχρονος Ζακύνθιος για τον κραταιότερο των Ζακυνθίων; Τι λεκτικά στέφη να πλέξει ένας εφήμερος στιχοπλόκος της λεγόμενης «γενιάς του ιδιωτικού οράματος» 4 για τον Αρχιμάστορα του ελληνικού Λόγου κι εκφραστή των εθνικών (αλάλητων) καημών; Τι εγκώμια να συνθέσει ένας κάποιος ιερωμένος για τον Ένα Διονύσιο, τον ασκητή «εγκάτοικο» του Αγίου Λύπιου, τον αυτήκοο μάρτυρα των σεπτών Παθών του Γένους, ο οποίος αναπνέει διαρκώς μέσα στο Αποκαλυπτόμενο Μυστήριο με την άνεση πολιού αναχωρητή, κατέχοντας απέξω κι ανακατωτά τη διάλεκτο και τους ιδιωματισμούς του Απείρου; Κι όλες αυτές οι προσωπικές μου επιφυλάξεις, με δεδομένη και δεσμευτική (έως απαγορευτική σχεδόν) την περίπτωση του τελευταίου ιερατικού των Ποιητών, του Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος με συστολή και περίσκεψη παραδεχόταν παλαιότερα: «Η υπόθεση Σολωμού είναι πολύ μεγάλη και ιερή για μένα. Μιαν ολόκληρη ζωή περιμένω να αισθανθώ ώριμος για να μιλήσω όπως τού αξίζει. Και η στιγμή δεν έφθασε. Ίσως δεν φθάσει ποτέ. Οπωσδήποτε δεν θα ήθελα να κάνω κάτι συμβατικό» 5. Μόλις το 1991, στην εποχή της ωριμότητας και της πνευματικής του καθαρότητας πλέον, μες από «Τα ελεγεία της Οξώπετρας», ορθρώνοντας μάλιστα ανθηρότατο μεγαλυνάριο «συντριβής και δέους», τον γεραίρει, μεταξύ άλλων, μ’ ετούτα τα λόγια:

«Γιατί σ’ είχε ανάγκη κάποτε τα χείλη σου χρύσωσε ο Θεός
……………………………………………………………..
Που μόνο η σκέψη σου μού 'καψε όλα τα χειρόγραφα
……………………………………………………………..
Ο άγνωστος που υπήρξα πάλι ο άγνωστος να γίνω»
6.

Ποιος; Ο Ελύτης, μπροστά στον Σολωμό!... Παραδέχεται, ότι υπήρξε ένας «άγνωστος», ο οποίος θα ξαναέλθει στην αγνωσία και την αφάνεια… Ποιος; Ο Ελύτης!!!

Τολμώ, παρ’ όλ’ αυτά –κατά τρόπο λες θρασύ, σχεδόν ιδιότροπο και συνεπώς βέβηλο, ελπίζω πάντως (ως εκ τούτου γόνιμο)- να τον κατασκοπεύσω έστω και από την «κλειδωνότρουπα», που θάλεγε κι ο ίδιος, να τον ιδώ θεοπρεπή και ωραίον, παραδομένον εντούτοις σε πειρασμούς εσώψυχους και στοχασμούς των ορίων. Διατηρώ πάντα την «τρελή» πεποίθηση, ότι ο Σολωμός συνεχίζει να κυκλοφορεί ευθυτενής και αρχοντικός δίπλα μας, γύρω μας, πίσω από τα γνώριμα (και μη εξαιρετέα) πεζούλια και τα μακρόβια λιόφυτα του Μπόχαλη. Σε μια προηγούμενη μάλιστα «παρακολούθηση» τον είχα επισημάνει ως εξής:


«Νια Παρασκευή
κι ο Σολωμός θεάται
στο Κοιμητήρι.
……………….
Εσπέρα Μαγιού
βολτάρει στο Ψήλωμα
αλύπιος δήθεν»
7.

Σάς εξομολογούμαι, ότι κάθε φορά που, οδεύοντας άπολις προς την πόλη της Ζακύνθου, περνώ απ’ τον Λόφο του Στράνη (πολυάσχολος ή αφηρημένος, προβληματιζόμενος ή αγχωμένος για τα πλείστα όσα, περιπεπλεγμένος σε χίλιες δυο μέριμνες βιοτικές), νιώθω τον πανίερο κι ευεργετικό Ήσκιο του αεί παρόντα (μα λανθάνοντα, ευτυχώς), να γυροδιαβαίνει αθέατος και μονήρης τα στοιχισμένα λεωφορεία, με τα οποία εκδράμουν εκ περάτων συνήθως (προς χάριν του, υποτίθεται) τα Κ.Α.Π.Η. και ο μαθητόκοσμος, ορδές σχετικοασχέτων. Τον διαισθάνομαι, να ξαποσταίνει στα ερωτόσημα παγκάκια του Λόφου, να ψαύει αναγνωριστικά τ’ ανεξήγητα γράφιτι των αρχαίων κυπαρισσιών του τριγύρω ευφρόσυνου χώρου, να λερώνει απορημένος τα υποδήματά του ενίοτε στα παρατημένα από χθες βράδυ φονικά εργαλεία των εφηβικών δήθεν παραδείσων, που –δυστυχώς- ευδοκιμούν εκεί. «Εάν οι άνθρωποι σιωπήσωσιν, οι λίθοι κεκράξονται» 8 για Εκείνον και για τους νεότερους όλους εμάς, για τα πάρεργα έργα μας και τις ανήμερες ημέρες μας, τα πρώιμα και τα ύστερα, την Ποίηση θαρρείς και την εν γένει των καιρών μας αντι-ποίηση.

Αν ο καθένας από εμάς, διαπλέοντας αναπόφευκτα κάποια στιγμή την προσωπική του εξόδιο Αχερουσία, εγκαταλείπει στα μετόπισθεν –έτσι κι αλλιώς- ανεξίτηλα χνάρια παντού (όπου ακράγγιξε η ψυχή και η δημιουργική ενέργεια του νου και του σώματος), πόσο μάλλον ο Σολωμός, ο οποίος συμπύκνωσε με απαράμιλλη σοφία και παρήγαγε καλλίκαρπα, με θαυμαστή γλωσσική και νοηματική δεξιότητα, τις μύριες όσες της καρδιάς κρυφιότητες και κυμάνσεις, αθανατίζοντάς τες «Μεσ’ στ’ Άγιο Βήμα της ψυχής», με κυρίαρχη μυστική μέθοδο (μονόδρομο) το «Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το Χάρο», διότι –θέλοντας και μη- «Πολλοί 'ναι οι δρόμοι πώχει ο νους», όπως ο ίδιος παραδέχεται.


Οι στίχοι του (λαβυρινθώδεις και αλλοπρόσαλλοι στ’ Αυτόγραφα θαρρείς, παραμυθητικοί έως «φιλοκαλίας» στην ακρόασή τους), διαθέτουν όντως «οσμήν ευωδίας πνευματικής», έτσι που νύσσουν δημιουργικά, ή μάλλον κατανύσσουν αγαπητικά, τον υποψιασμένον αναγνώστη. Με τις ποιητικές του (αυτο)σχεδίες διαπερνά εκείθεν το Πρόσωπο, τις ταλανιζόμενες ελπίδες, τις αγάπες, τα νοούμενα και τα υπονοούμενα. Με τις εαρινές του εξάρσεις –διαρκούντος μάλιστα του αισθητού χειμώνα και του υπεραισθητού εσώτατου και μόνιμου ψύχους, του ορατού ψεύδους και του αόρατου πολέμου- ανάγει και καταξιώνει σε ύψος περιωπής λέξεις, τοπία, αισθήματα, πτώσεις και αναστάσεις, έμψυχα, εσώψυχα και άψυχα, ιδέες και ύλη, όνειρα και ρεαλισμό, σάτιρες ή λυγμούς, φαρμακωμένους, φεγγαροντυμένους ή λαμπροφόρους αμαρτωλούς, λυτρωμένους ωστόσο. Ερανίζομαι λιγοστούς σολωμικούς δεκαπεντασύλλαβους από τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», υποστηρικτικούς της διασώζουσας αναγωγικότητας, την οποίαν επιτυγχάνει ο Ποιητής:

Τρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.

άμε, χρυσ’ όνειρο, και συ με τη σαβανωμένη.

Θύρες ανοίξτ’ ολόχρυσες για τη γλυκειάν ελπίδα.

Κρυφή χαρά 'στραψε 'ς εσέ κάτι καλό 'χει ο νους σου.

Ετούτ’ είν’ ύστερη νυχτιά˙ όλα τ’ αστέρια βγάνει.

Μια φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’ εκείνο.

Κι’ άνθιζε μέσα μου η ζωή μ’ όλα τα πλούτια πώχει.

Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κ’ έρμο.

Για να μού ξεμυστηρευθή τα αινίγματα τα θεία.

Στον κόσμο τούτον χύνεται και 'ς άλλους κόσμους φθάνει.

Αηδονολάλειε στήθος μου, πριν το σπαθί σε σχίση.

Σαν ήλιος, οπού ξάφνου σκει πυκνά και μαύρα νέφη.



Τι παράδοξο, αλήθεια! Αν προσέξατε, θα διαπιστώσετε αμέσως τούτο: Οι εντελώς τυχαία επιλεγμένοι αυτοί σολωμικοί στίχοι διαθέτουν τόσην ευπλασία και τέτοια ζωντάνια υφής και ήθους, ώστε ο ανυποψίαστος ακροατής τους, να θεωρήσει ενδεχομένως, ότι βρίσκονται αρμοσμένοι στο ίδιο και το αυτό ποίημα, με άρτιο νόημα και αυτόνομη δομή. Μόνο στον Σολωμό –θεωρώ- και στα ιερά του στιχηρά θα μπορούσε να ισχύει το απρόβλεπτο ετούτο.

«Η Γυναίκα της Ζάκυνθος» αποπνέει σαφέστατα την ίδια υπερβατική ευωδία, που αναδίνουν τα εξαίσια εκείνα έργα της Αποκαλυπτικής Γραμματείας των δύο πρώτων μετά Χριστόν αιώνων και δεν εννοώ μονάχα την «Αποκάλυψη» του Ιωάννου, κάτι που ήδη έχει από τους ειδικούς επισημανθεί. Ο έγκριτος Πατρολόγος Παναγιώτης Χρήστου έχει υποστηρίξει, ότι «γενικώς το περιεχόμενον των αποκαλυπτικών κειμένων χαρακτηρίζεται από την παρουσίαν εκστατικών φαινομένων, κατά τα οποία παρατηρείται αλλοίωσις της λειτουργίας των κοσμικών νόμων, όρασις παραδόξων πραγμάτων, διάνοιξις ουρανών, ουρανία ανάβασις, άκουσμα θείας φωνής, παρουσίασις ουρανίων βιβλίων, μελώδησις ύμνων από ουρανίους χορούς, ταλανισμοί και αφορισμοί. Είναι εύλογον ότι τοιαύτα κείμενα γράφονται εις ύφος μυστηριώδες, συμβολικόν, το οποίον συχνάκις τονίζεται δια της παρεμβάσεως ποιητικών στίχων ή δια συνολικής συνθέσεως εις στίχους» 9.

Παρόμοια συμβαίνουν κατ’ αντιστοιχίαν στη σολωμική «αποκάλυψη». Δείτε με προσοχή τη «Γυναίκα της Ζάκυθος»!... Πρόκειται περί οράματος του έμπειρου στη θέα των αθεάτων και ταυτόχρονα κριτικού οφθαλμού του πολυπικραμένου Ιερομονάχου, ο οποίος, ασχολούμενος συνήθως με «κάτι υπόθεσες ψυχικές», οδηγείται τώρα, να γυρέψει «ένα κλωνί αλάτι μες στο θερμό». Κι όμως, το επιτυγχάνει! Οι ξεσπιτωμένες εξάλλου Μεσολογγίτισσες ζητιανεύουν δίχως πια ίχνος ντροπής από πόρτα σε πόρτα υπέρ του κοινού της πόλης τους αγώνα. Υπάρχουν δυο καίρια (κατ’ εμέ, σπαραχτικά) χωρία μέσα στο σχετικό αινιγματώδες κείμενο, τα οποία προσεγγίζω ανέκαθεν με βουβό λυγμό (δεν ξέρω γιατί) και αξίζει –πιστεύω- να μνημονευθούν εδώ:


[Κεφ. ΙΙΙ]
3. Στην αρχή εντρεπόντανε νά ‘βγουνε και επροσμένανε να βραδιάσει για ν’ απλώσουν το χέρι, επειδή δεν ήτανε μαθημένες˙
[…………………………………………………………..]
6. Αλλά, όταν επερισσέψανε οι χρείες, εχάσανε την <ν>τροπή, ετρέχανε ολημερνίς.


Άλλωστε, ο ίδιος ο Ποιητής διαπιστώνει πικρότατα στον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν» [στ. 10], ότι 

δεν είν’ εύκολες οι θύρες
εάν η χρεία τες κουρταλή.


Όποιος βρει την ευκαιρία να επισκεφτεί τον κρημνώδη λόφο και ναό του Άι Λύπιου, την ώρα μάλιστα, που «θολώνουνε τα νερά», θα οσμησθεί αναμφίβολα το πέρασμα πριν από λίγια μόλις δευτερόλεπτα του ασκητικού Ήσκιου του προορατικού «εγκατοίκου», θ’ ακούσει ν’ αλυχτάν ή και να βαΐζουν τα διαχρονικά και γνώριμα «ψωρόσκυλα». Θ’ αφουγκρασθεί καταρούσες γερόντισσες «γονατισμένες και ξέπλεκες» επί το έργον, θα ξεδιακρίνει ανέραστες γυναίκες και ήδη γέροντες εφήβους της μοντέρνας φτωχοπροσφυγιάς στο έλεος των όσων αγαθών ή παμπόνηρων εντοπίων. Θα νιώσει οπωσδήποτε μια και δυο φορές την ημέρα «να τρέμει η γη από κάτου από τα πόδια». Θα εισοδεύσει επιτέλους «στον φαινούμενο και στον αόρατο κόσμο», στ’ Όνειρο λες, ή στο παρακείμενο έστω σπήλαιο τ’ ανεξερεύνητο, εκεί όπου θα κολάζεται αέναα η κακάσχημη Γυναίκα.


Κι αν η επίσκεψη συμπέσει με Κυριακή του Αντίπασχα (ή, καλύτερα, των άπιστων Θωμάδων) στο Πανηγύρι του Άι Λύπιου, η Λύπη αίφνης καταργείται, διότι ως «λύτρον λύπης» (κατά την ορθόδοξη υμνογραφία) η κοσμοχαρμόσυνη «ημέρα της Λαμπρής» -και μάλιστα «με καθαρώτατον ήλιον»- αποτελεί τον ιαματικό καταλύτη του Επάνω και του Κάτω Κόσμου. Τότε ασφαλώς «ομπροστά στους Αγίους», μες από τις θαμνώδεις των εκκλησιών (κατά την απαράβατη τοπική παράδοση) δάφνες της Ανάστασης, θα μεταλάβει πανευφρόσυνα του ακριβού και αυθεντικού νοήματος της ύπαρξης (Σώματος κι Αίματος Ζωής), ενώ η Γυναίκα, μαζί και ο Λάμπρος ο πολύαθλος, από το αλωμένο ήδη Κράτος του Θανάτου 

Πάντα χτυπάει, σαν νάλπιζε εκεί κάτω
ν’ αγροικηθή στης κόλασης τον πάτο.

(Ο Λάμπρος)

Ο Ελύτης πάντως, ευρισκόμενος προσκυνητής ευλαβικός το 1980 στη Ζάκυνθο, διαρκούντος μάλιστα του «Χριστός Ανέστη» εκείνης της χρονιάς, κατόρθωσε (όπως ο ίδιος δήλωσε τότε) «ν’ αναβαπτισθεί στο πνεύμα του Σολωμού […]» 10 και κατέθεσε, μες από τον «Μικρό Ναυτίλο» του, ένα «στιγμιότυπο» του έκτακτου συγκλονισμού, τον οποίον υπέστη:

«Δειλινό στο Ακρωτήρι, στο παλιό σπίτι του Διονυσίου Σολωμού. Μπρος από το μεγάλο, στρογγυλό, πέτρινο τραπέζι του κήπου. Δέος και σιωπή. Και συνάμα υπόκωφη, παράξενη παρηγορία» 11.

Ο πρώτος (και μοναδικός) σχολιασμός, που μού 'ρχεται στο νου, βιώνοντας τέτοιες επινίκιες προοπτικές, είναι κάποιοι στίχοι από τον ύμνο του Μεγάλου Σαββάτου τον Χερουβικό, που με καθήλωνε ανέκαθεν:
«Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία και στήτω μετά φόβου και τρόμου και μηδέν γήινον εν εαυτή λογιζέσθω».


Τα πρόσωπα, τα προσωπεία, οι χρονικές διαδοχές, οι διαδρομές και τα τοπία στο σολωμικό corpus (αν βέβαια ιδωθούν μετά από μια δεύτερη μα και τρίτη ανάγνωση) δεν υπόκεινται σε λογικούς συνειρμούς. Ο Διονύσιος, ως όντως Ποιητής, αυτοαναιρείται και αυτοκαθαίρεται. Είναι απρόβλεπτος, ένας, μονήρης και μοναδικός. Εκεί που πονάει, συμπονά, γλυκαίνει κι ευφραίνεται. Εκεί που σατιρίζει και κολάζει, κολάζεται. Εκεί που ανασταίνει, ανασταίνεται. Εκεί που πεθαίνει, ερωτεύεται. Ταυτόχρονα, εξαίρει (εμφυσώντάς τους μάλιστα δημιουργικό λογισμό) την πέτρα, το χορτάρι, το χώμα, το κρίνο, το πουλάκι, τα προβατάκια, το σπειράκι, το σκουληκάκι… Θα ημπορούσε κανείς να ισχυρισθεί, ότι πρόκειται για μιαν αποθέωση των ταπεινών, των άψυχων και των υποκοριστικών, για μιαν εκτεταμένη επικράτεια των Πραγμάτων στην αρχαϊκή τους αθωότητα. 



Να μια ενδεικτική, όχι ασφαλώς εξαντλητική, ανθολόγηση:



λαλεί το πουλάκι
[…………..]
και βρίσκει σπειράκι

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει

Το σκουληκάκι βρίσκεται ‘ς ώρα γλυκειά κι εκείνο

η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι

λούλουδα μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι 
(«Ελεύθεροι Πολιορκημένοι»)

Έλαμπε αχνά το φεγγαράκι – ειρήνη
όλην, όλη την φύσι ακινητούσε,
και μέσα από την έρημη την κλίνη
το αηδόνι τα παράπονα αρχινούσε˙ 
(«Η σκιά του Ομήρου»)

Τ’ αρνί μόνον ακλούθαε, μπε-μπε, μπε-μπε φωνάζει («Ο θάνατος της ορφανής»)

βούιζε εδώθε η καλαμιά, 'κείθε το κυπαρίσσι («Ο θάνατος του βοσκού»)


δροσάτο αεράκι
μέσα σε ανθότοπο

Όλα την έκραζαν
όλα τ’ αστέρια 
(«Η ψυχούλα») 

Δεν ακούεται ούτ’ ένα κύμα
εις την έρμη ακρογιαλιά˙
λες και η θάλασσα κοιμάται
μες στης γης την αγκαλιά 
(«Γαλήνη») 

Δεν άκουες βάδισμα
χαμένου σκύλου˙
πουλιού δεν άκουες
λάλημα, ή χείλου.
ή κλωνοφλίφλισμα
να πνέη τερπνά 
(«Ο Λάμπρος»)


κ’ η θάλασσα, που σκίρτησε σαν το χοχλό που βράζει,
ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα
σαν περιβόλι ευώδησε κι’ εδέχτηκε όλα τ’ άστρα 
(«Ο Κρητικός»)

Γελάς κι’ εσύ στα λούλουδα, χάσμα του βράχου μαύρο («Ο Πόρφυρας»)

Στενός ο τόπος, σκοτεινός, κι’ εβρόντουνε από γέλια 
(«Νικηφόρος Βρυένιος») 

Σαστίζ’ η γη κ’ η θάλασσα κι’ ο ουρανός το τέρας,
το μέγα πολυκάντηλο μεσ’ στο ναό της φύσης,
κι’ αρμόζουν διάφορο το φως χίλιες χιλιάδες άστρα 
(«Carmen Seculare»)

Όλα ετούτα και άλλα τόσα απαρτίζουν την κατ’ εξοχήν ηρωική σολωμική κουστωδία. Οι άλλοι, οι σε πρώτη ανάγνωση διαφαινόμενοι πρωταγωνιστές (οι Μεσολογγίτισσες, ο Σουλιώτης, ο Λάμπρος, η Μαρία, η τρελή μάνα, η Γυναίκα της Ζάκυνθος) στέκονται ουσιαστικά στον αντίποδα του ηρωισμού. Είναι αυτοί που είναι: Κλαίνε, φοβούνται, πενθούν, πολεμούν, τραγουδούν, γελούν, μοιρολογούν, υποψιάζονται, αμαρτάνουν, ελεούν, εγκληματούν, επαίρονται, προσεύχονται, κακιώνουν, ερωτεύονται, χορεύουν, θανατώνονται, ανασταίνονται… Πρόκειται –μ’ έναν λόγο- για σάρκινες και οστέϊνες υπάρξεις, που χαρακτηρίζονται από τη σύμφυτη ροπή στην πτώση, αλλά και την εξαιρετική δυνατότητα της ανόρθωσης. Πρόκειται για καθημερινούς ανθρώπους με πάθη, απάθειες, εμπάθειες, συμπάθειες, αντιπάθειες…

Γι’ αυτό ακριβώς ισχυρίσθηκα νωρίτερα, ότι ο Σολωμός είναι απρόβλεπτος. Η όλη περιρρέουσα ατμόσφαιρα, με συχνότερη εποχή στο ποιητικό του Μηνολόγιο τους φωτοειδείς Απρίλιο και Μάιο είναι αυτή, που ωθεί την Ψυχή σε υπερλογικές επιδόσεις. Ο εσώτερος Έρως για τα μικρά και τα παραθεωρημένα, τα ευτελή και δευτερεύοντα, εκρήγνυνται, μόλις απειληθούν κατά τι τ’ αγαπώμενα, εξαναγκάζοντας τον Άνθρωπο ν’ αμυνθεί μέχρις αίματος έναντι των επηρμένων κάθε λογής εναντίων πολιορκητών. Ο μυημένος, εξάλλου, σε «υπόθεσες ψυχικές» Ιερομόναχος χαριτώνεται να ιδεί την οργανική καταβαράθρωση της μυσαρής Γυναίκας, διότι πλέον έχει απροκάλυπτα (σχεδόν αναίσχυντα) κι εξαιτίας της σαλευτεί η ηθική (με όλες τις έννοιες) ισορροπία. Η Ύβρις, ως παρά φύσιν ενέργεια, δεν αντέχεται, γι’ αυτό ακριβώς και η Θεία Δίκη (παρά τη σαφέστατη θεολογική επ’ αυτού διαφοροποίηση) υπερισχύει στο Ποιητικό Δίκαιο, Οι Ποιητές υπολογίζουν διαιώνια στην άνωθεν Δίκη, αποβλέποντας μεσσιανικά σχεδόν σε αυτήν. Αίφνης, αναθυμούμαι τον Νίκο Εγγονόπουλο, ν’ ανακράζει:


«[………]
υ π ά ρ χ ε ι Θ ε ό ς!
όπως του δίκαιου το κάθε τι θε να γενή χαλάλι
ο ανομήσας –μη σας νοιάζη- θα κριθεί
ακούσατε τα λόγια αυτά του ποιητή:
Το άνομο ψωμί δεν ωφελεί
υπάρχει οπωσδήποτε Θεός:
τι κρίμα όμως νάν’ οι ανθρώποι τόσο λίγοι!»
12

Ξαναλέω και υποστηρίζω, ότι ο Σολωμός περιδιαβαίνει ευτυχώς ακόμη το γονικό του νησί, Ένας, Μονήρης και Μοναδικός, παρά τις πολυποίκιλες αλλαγές, που άφευκτα επήλθαν εν τω μεταξύ στον τόπο και στον τρόπο των Ζακυνθίων. Από θέση κυρίαρχη και κατά τρόπον αλλότριο για την πεπερασμένη μας νόηση, εμπνέει πάντα. Δεν θα σταθώ στη μετασολωμική τοπική διανόηση, η οποία ευκαίρως ακαίρως (ή του ύψους ή του βάθους) τον μνημονεύει 13, νοηματοδοτούμενη από την αεί παρουσία του. Θέλω να επιμείνω σε κάποιους (όχι λίγους) απλοϊκούς ποπολάρους, οι οποίοι ποτέ δεν έμαθαν, όχι το πού υπάρχει, αλλά τι εστί «σχολείο», μα που, μες από διεργασίες απερινόητες και ακατάληπτες, ένιωσαν τις ίδιες συθέμελες δονήσεις με τον κόντε Διονύσιο, τα αίματά τους αλληλοπεριχωρήθηκαν άγνωστο πώς και πότε, έτσι που παρήγαγαν (ως ανάγκη πλέον αναπνοής) στιχάκια σολωμίζοντα, δίχως ποτέ να υποψιασθούν (είμαι προς τούτο σίγουρος) ποιος, τι και πώς ο Σολωμός.

Έχω πρόχειρες δυο τέτοιες λανθάνουσες –μα συναρπαστικές- περιπτώσεις λαϊκών στιχοπλόκων, που έζησαν βίο στερημένο και αναπόδραστο, όπως άλλωστε χιλιάδες άλλου ανώνυμοι ποπολάροι των τελών του 19ου και αρχών του 20ού αιώνα. Το χωριό τους, τέσσερα μόλις χιλιόμετρα απ’ το Σολωμέικο, στη σκιά κυριολεκτικά του Ποιητή, στην αγκαλιά των λόφων. Το θαύμα συντελέστηκε: Ο ίδιος ευοίωνος αέρας, τα ίδια νηφάλια δέντρα, το ίδιο ευεργετικό νερό, ο ίδιος αλάλητος πόνος, οι ίδιοι πόθοι μεθυστικού, ο αυτός ομφάλιος λώρος της Παράδοσης 14 και μάλιστα των δημοτικών τραγουδιών μας, κυοφόρησαν και γέννησαν εντέλει στιχουργήματα της αυτής –τολμώ να πω- έντασης μ’ Εκείνον˙ τον Έναν, τον Μονήρη και Μοναδικό.

Γράφει η Αθηνά Ζαρκάδη 15 με κόκκινο μελάνι (χρώμα του σύντομου και του ακριβούς) σε σχισμένες σελίδες παλιού σχολικού τετραδίου, μ’ εντελώς ανορθόγραφη (τι Σας θυμίζει αυτό;) πλην όλο αυτοπεποίθηση και συναίσθημα γραφή:


α΄
Τυραννισμένε λογισμέ και νου βασανισμένε

β΄
Ο ήλιος αποφάσισε την πόρτα μου ν’ ανοίξει
να έμπει ένα χρυσό πουλί για να μού κελαδήσει
ν’ ανοίξει την καρδούλα μου να με παρηγορήσει.


Ένας άλλος λαϊκός ποιητάρης, ο Π. Κ. 16, που ξόδεψε τη σύντομη ζωή του μέχρι σταγόνας μεταξύ ταβερνείων, κιθάρας, στίχων και κρασιού (τι Σας θυμίζει ετούτο πάλι;) τραγουδούσε, για να ξεχάσει τον πρόωρο χαμό της μάνας των δεκαεπτά παιδιών του:


Ζητάω μνήμα έρημο, ζητώ το θάνατό μου
αφού εσένα έχασα, το δόλιο όνειρό μου.


Τα σχόλια δικά σας. Απλώς υπενθυμίζω: Οι δυο παραπάνω στιχοπλόκοι ποτέ δεν υποψιάστηκαν ποιος, τι και πώς ο Σολωμός.

Και τώρα, η ώρα του επιλόγου. Που σημαίνει, ότι θα έπρεπε να οδηγηθούμε σε σύνοψη, πόρισμα, κατακλείδα. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση του Σολωμού, φαντάζει αδιανόητο κάτι τέτοιο, διότι γι’ Αυτόν, ό,τι κι αν ψελλίσεις, όσο κι αν επιθυμείς να πείσεις τον εαυτό σου, ότι προσέλαβες τα μηνύματά του, βρίσκεσαι ουσιαστικά σ’ ένα πρώτο πάντα (κατ’ επίφασιν ερμηνευτικό) στάδιο προσέγγισης. Κατά συνέπειαν, πώς να θέσεις σκέψεις επιλογικές στα όποια περί Σολωμού ψαξίματά σου, αφού δεν έχεις ακόμη αρθρώσει λόγον εύρωστο και στέρεο για το μεγαλείο του Ανδρός;


Ταλαίπωρος, λοιπόν, από έναν τέτοιο πειρασμό και λήγοντος του χρόνου ανοχής σας, επιτρέψατέ μου να υπεκφύγω, απευθύνοντάς του κάποια οφειλόμενα φιόρα στίχων (που παρήχθησαν στο περιθώριο της εργασίας αυτής) ως ταπεινό αντί-δωρο για τα εξαίσια δώρα που προσεκόμισε στην Τέχνη, «αναπαρθενεύοντας» (κατά τον Ελύτη 17) τον ποιητικό των Συνελλήνων λόγο. Ταυτόχρονα προσυπογράφουμε ανεπιφύλακτα την εύστοχη και αφοπλιστική εκτίμηση τού παράδοξα απόντος κορυφαίου των ημερών μας διανοητή Δημήτρη Λιαντίνη, ότι δηλαδή «ο Σολωμός […] είναι ο Κανένας που ενίκησε τον Κύκλωπα της Μέριμνας, και καταστάθηκε να γίνει ο ένας με τ’ όνομα» 18.


Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΣΤΟ ΤΑΒΕΡΝΕΙΟ 19

Ο ενικός Απρίλης των Ζακυνθίων
ο αυτόγραφος των λουομένων πληθυντικός
άλλοθι νέο
ελληνάδικο
και γειτονεύεις

Βαγιώνε
κι εσπερίζω στο Ταβερνείο
μ’ Εσέ Νυμφίο Πρώτο
με Διαλόγους
τη βουρλισμένη Μάνα
και τον Κουτούζη

μα πάνω που θολώνεις
κι αποκοιμιέσαι
στις φλέβες του χεριού σου πάνω στην τάβλα
φιλήδονα χαϊδεύω θραύσματα στίχων
σ’ εκειό το χέρι της Ελλάδας

ανάκουστα είδα

σμήνη με κατατρώνε σφήκες ονείρων
με τη σφεντόνα λέξεις με σημαδεύουν
ο Τύφος
ο Τυφώνας σπλαχνίσου με άρα

Ριπές ξανά φωτός
άκου τα σμπάρα

χαράζει Πρώτη Ανάσταση
κι ας αρτυθούμε.

----------------------

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 

1. Δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό Παρνασσός 41 (1999) 398-410, κυκλοφόρησε μάλιστα και σε ανάτυπο.
2. Παναγιώτη Καποδίστρια, Ενύπνιο μετά τρούλλου, εκδ. Μπάστα, Αθήνα 1999, σ. 29.
3. Απόσπασμα από την ευχαριστήρια απαντητική μας επιστολή της 31ης Ιουλίου 1998 προς τον Πρόεδρο του Φ. Σ. «Παρνασσός» Καθηγητή (μακαριστό σήμερα) Νικόλαο Λιβαδάρα. Περί αυτού, βλ. Χρήστου Φιλ. Αναγνωστού, Εβδομήντα προσωπογραφίες, Αθήνα 1998, σσ. 33-38.
4. Πρόκειται για την δεκαετία του ’80, ως προς την ποιητική παραγωγή. Βλ. ενδεικτικά, α) Β. Δ. Αναγνωστόπουλου, Μοναχικές αναγνώσεις. Το ιδιωτικό όραμα και η ποίηση˙ Ανθολογία, εκδ. Βιβλιογονία, Αθήνα 1993, σ. 22-24, β) Γ. Στεφανάκι – Ν. Χουρδάκη, 43 ποιητές και 23 χαράκτες της γενιάς του ’80, εκδ. «Νέο Επίπεδο», (Αθήνα 1997), γ) Ηλία Κεφάλα, «Το ιδιωτικό όραμα και η γενιά του 1980. (10 χρόνια μετά)», Περιοδικό Νέο Επίπεδο 26 (1997) 4-6, δ) Αγγελικής Κωσταβάρα, «Η προσδοκία ανανέωσης του ποιητικού λόγου και το ιδιωτικό όραμα», Περιοδικό Ελί-τροχος 16 (1998) 20-31 και ε) Γεωργίας Λαδογιάννη, «Ποίηση και κοινωνικός δεσμός στους ποιητές της γενιάς του 1980», ό.π., σ. 32-51. Περισσότερα στο παραπάνω τεύχος του Ελί-τροχου [ό.π.], όπου και συνομιλία με δεκαεπτά ποιητές.
5. Περιοδικό Υδρία, τεύχ. 16, Πάτρα Μάιος-Ιούνιος 1975.
6. Οδυσσέα Ελύτη, Τα ελεγεία της Οξώπετρας, εκδ. Ίκαρος, (Αθήνα 1991), σ. 16 εξ.
7. Παναγιώτη Καποδίστρια, ό.π., σ. 31.
8. Λκ 18, 40.
9. Π. Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, εκδ. Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, τ. 1, 133 εξ.
10. Βλ. Επτανησιακά Φύλλα 18 (1997) 42.
11. Οδυσσέα Ελύτη, Ο Μικρός Ναυτίλος, εκδ. Ίκαρος, (Αθήνα 1985), σ. 106. Πρβλ. α) π. Παναγιώτη Καποδίστρια, «Η αναστήλωση του απωλεσμένου πολιτεύματος. (Τύποι στιγμών στον Ελύτη)», Περιοδικό Τετράμηνα 48 (1992) 3213 (και σε ανάτυπο) και β) Διονύση Σέρρα, «Μετάληψη ζωής Ζακύνθου και Ελύτη», Επτανησιακά Φύλλα 18 (1997) 30-51.
12. Νίκου Εγγονόπουλου, Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, εκδ. Ίκαρος, (Αθήνα 1978), σ. 20.
13. Πρβλ. Διονύση Σέρρα, Ποιητών αναθήματα στον Διονύσιο Σολωμό, εκδ. Μπάστας-Πλέσσας, (Αθήνα) 1998.
14. Εξαντλητική επί του θέματος εργασία, βλ. την διδακτορική διατριβή, Σπύρου Αλ. Καββαδία, Η λαϊκή ζωή και γλώσσα στο ελληνόγλωσσο έργο του Διονυσίου Σολωμού, εκδ. Περίπλους, (Αθήνα 1987).
15. Περισσότερα, βλ. Παν. Καποδίστρια, «Μια γνήσια ζακυνθινιά [η Αθηνά Ζαρκάδη]», Εφημ. Ελεύθερη Φωνή, Ζάκυνθος 10 Ιανουαρίου 1979, φ. 210, σ. 2.
16. Πρόκειται για τον Παναγιώτη Νικ. Καποδίστρια ή Σοχάδα (1882-1936), παππού του γράφοντος, από το καμπίσιο χωριό Μπανάτο της Ζακύνθου. Τα «στιχάκια» του είναι τα περισσότερα ανέκδοτα μέχρι στιγμής και σώζονται στο Αρχείο μας. Πρβλ. Παν. Καποδίστρια, «Ζακυνθινή λαϊκή ποίηση», Εφημ. Ελεύθερη Φωνή, Ζάκυνθος 15 Απριλίου 1978, φ. 173, σ. 2.
17. «(…) σαν τους μεγάλους σύγχρονους ποιητές μας που δεν ήξεραν ελληνικά, όπως έλεγε ο Σεφέρης για τον Σολωμό, τον Κάλβο και τον Καβάφη, και που ωστόσο –ίσως γι’ αυτό- αναπαρθενεύσανε, από ένα δρόμο απροσδόκητον ο καθένας τους, τον ποιητικό λόγο. Επειδή συμβαίνει κι αυτό καμιά φορά στην ποίηση: ο ανεξοικείωτος να συλλαμβάνει αποτελεσματικότερα τις δυνατότητες που παρέχει ένα τέντωμα της γλώσσας και τις αποτολμά, όταν ο άλλος, ο βαθύς γνώστης, έχει λόγους ν’ αντιστέκεται» [Οδυσσέα Ελύτη, Εν λευκώ, εκδ. Ίκαρος, (Αθήνα 1992), σ. 36].
18. Δημήτρη Λιαντίνη, Γκέμμα, εκδ. Βιβλιογονία, Αθήνα 1997, σ. 101. Πρβλ. Του ίδιου, «Ο Σολωμός ως σωτήρας του μύθου του '21», Επτανησιακά Φύλλα 19 (1998) 231-247 και β) την εξόχως ενδιαφέρουσα ανθολόγηση «αναφορών στον Διον. Σολωμό» του Λιαντίνη, ό.π., σ. 261-270.
19. Το ποίημα «Ο Σολωμός στο Ταβερνείο» δημοσιεύτηκε στην ενότητα υπό τον τίτλο «Στον ίσκιο του Ήσκιου» της ποιητικής συλλογής μας Ενύπνιο μετά τρούλλου, ό.π., σ. 36.



Οι πιο αναγνώστες μας Αναγνώστες

Related Posts with Thumbnails