Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Από τον ένα μαχαλά στον άλλο… (πεζογράφημα). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Από τον ένα μαχαλά στον άλλο… (πεζογράφημα). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

Από τον ένα μαχαλά, στον άλλο… (πεζογράφημα)



Η Ζ. ξαναγύρισε πλέον στο χωριό, δέκα χρόνια μετά. Αλλά όχι στο σπίτι που έμενε πριν φύγει, στον κάτω μαχαλά, αλλά σ’ έναν άλλο, στον πάνω. Για αυτήν την κατάληξη βέβαια, ευθύνεται κι ο τρόπος που είχε φύγει, δέκα χρόνια πίσω, τότε που ακόμη όλα ήταν κρυφά, και τίποτε δεν μπορούσε να προβλέψει τα πρωτόγνωρα, ίσως, περιστατικά που έζησε το χωριό. Βέβαια, ειδικά το χωριό αυτό που γεννήθηκα και μεγάλωσα, δεν είχε και ιδιαίτερο πρόβλημα από ιστορίες που έδιναν τροφή για κουτσομπολιά.
Παντρεμένη με τον Π., στα πενήντα της περίπου χρόνια είχε σχεδόν τρεις δεκαετίες νυμφευμένη. Με δύο παιδιά, ένα γιο και μια κόρη – ο γιος της ανύπαντρος μέχρι και σήμερα, η δε κόρη κι αυτή με δυο παιδιά, κόρη και γιο – ζούσε με τον άντρα της και το γιο της στον κάτω μαχαλά του χωριού. Η κόρη της, παντρεμένη, ζούσε και ζει στο διπλανό χωριό, το κεφαλοχώρι του δήμου. Τότε βέβαια τα παιδιά της κόρης της, τα εγγόνια της, ήταν μωρά. Το κοριτσάκι πλέον θα ‘χει γίνει ολόκληρη κοπέλα, κι η αλήθεια είναι πως το αναγνωρίζω καμιά φορά αν το δω, απ’ τα χαρακτηριστικά μεγάλα μάτια που έχει. Το αγοράκι δεν νομίζω να το αναγνωρίσω ποτέ, δεν το έχω δει κιόλας, μικρότερο και μωρό τότε, έχουμε χρόνια διαφορά και τώρα που ‘χω φύγει κιόλας που να το δω… εδώ δυσκολεύομαι να αναγνωρίσω τα πιτσιρίκια που άφησα… τα μωρά θα αναγνώριζα;
Η ίδια η Ζ. όμως θα τα αναγνώριζε, κι ας έχει τόσα χρόνια να τα δει. Κι αν τα ‘χει δει, θα τα ‘χει δει από μακριά, γιατί ούτε η κόρη της, ούτε κι ο γιος της θέλουν να έχουν επαφές. Όχι ότι είχε φύγει και πολύ μακριά, 15 χλμ είχε ξενιτευτεί όλα κι όλα. Αλλά το θέμα δεν ήταν ότι είχε φύγει μόνη της, αλλά με τον «αγαπητικό» της.
Ο «αγαπητικός» της δεν ήταν παρά ένα γεροντοπαλίκαρο, γύρω στα 48 τότε, που ζούσε στο ίδιο σπίτι με τη γριά μάνα του, η οποία είχε πεθάνει κάνα χρόνο πριν το περιστατικό, και με την παρατημένη αδερφή του και τα δυο της παιδιά, τα οποία όμως τότε είχαν ήδη φύγει, καθώς σπούδαζαν ή δούλευαν στην Αθήνα.
Τώρα πόσο καιρό υπήρχε αυτό το ερωτικό ειδύλλιο, ουδείς γνωρίζει παρά μόνο οι δυο πρωταγωνιστές του. Ίσως να ‘χε χρόνια, ίσως και μήνες μόνο, αλλά το κακό μια φορά θέλει για να γίνει κι όχι κάθε μέρα, ή πιο σωστά στην περίπτωση, κάθε βράδυ.
Βράδυ ήταν λοιπόν τότε, ένα βράδυ φθινοπώρου, που ο Π. γύρισε νωρίτερα στο σπίτι του, απ’ ότι θα είχε μαντέψει το «ζευγαράκι» ότι θα γύριζε. Τι το ‘θελε; Για να βρεθεί ένας μεσήλιξ γυμνός να τρέχει άρον – άρον να κρυφτεί, κι ένας άλλος να τον κυνηγά με μια τσουγκράνα; Σούσουρο είχε γίνει στο χωριό, αφού ακόμη και στα παιδιά τότε πρώτο θέμα ήταν για μέρες.
Σαφώς και το γεγονός ήταν ένα κι αυτό θυμάμαι. Οι λεπτομέρειες φαντάζομαι πως θα ‘ταν εικασίες των χωρικών, που ήθελαν να κωμικοτραγικοποιήσουν την ήδη κωμικοτραγική κατάσταση. Τώρα αν ο Μ., έτρεχε γυμνός δεν το ξέρω, αλλά το ότι ο Π. με την τσουγκράνα ανά χείρας τον έψαχνε, είναι αλήθεια. Περπατούσαμε ένα βράδυ, λίγες μέρες πιο μετά, παρέα με δυο φίλους μου, στο χωριό. Συνηθίζαμε να περπατάμε και να μιλάμε τα βράδια στο χωριό, όταν και ξαφνικά εμφανίστηκε φουριόζος ο Π., να ψάχνει προφανώς για τον «αγαπητικό» της γυναίκας του, και να μας προσπερνάει σχεδόν τρέχοντας, με την τσουγκράνα πάντα στα χέρια. Εμάς, να μας πήγε! Διότι φοβηθήκαμε ότι αυτός πάνω στα νεύρα του, θα ξεσπούσε και σε ‘μας. Αλλά τώρα που το σκέφτομαι χρόνια μετά, γελώ μέσα μου με το μυαλό που κουβαλούσαμε. Εμείς δεν φταίγαμε σε τίποτε, παρά μονάχα στο ότι είχαμε ακούσει τα κουτσομπολιά και ξέραμε την ιστορία, με αποτέλεσμα να είναι μέσα μας ο Π., δακτυλοδεικτούμενος.
Και το έκανε αυτό, το ψάξιμο του Μ., με την τσουγκράνα, όπως είπαμε, ανά χείρας για κάμποσες μέρες. Τώρα τι ήθελε να επιτύχει με αυτό… να αποδώσει δικαιοσύνη, ή να ζητήσει τα ρέστα; Φευ… δικαιολογείται μονάχα για αυτό που λένε, εν βρασμώ ψυχής. Αλλά και πάλι, κατά την ταπεινή μου γνώμη και άποψη, ούτε ο πρώτος ήταν που το έπαθε, ούτε κι ο τελευταίος. Κι άσε το χωριό, και το κάθε χωριό, να λέει, πάντα έτσι θα κάνει άλλωστε…
Την ντροπή ποιος την έχει και ποιος την πήρε, μόνο ο Θεός το ξέρει κι Αυτός ας κρίνει. Η Ζ. τι κέρδισε από όλη αυτή την ιστορία; Μάλλον την κατάκριση και τη χολή, ενός ολόκληρου χωριού. Γιατί πλέον αναγκαστικά γύρισε πάλι στο χωριό. Σε νοικιασμένο ζούσε αυτά τα χρόνια το «ζευγαράκι» άλλωστε, μα τώρα που δυσκόλεψαν τα πράματα, επέστρεψαν. Αν όχι την ίδια μέρα της αποκαλύψεως, την επομένη το «ζευγαράκι» είχε φύγει από το χωριό, το οποίο δεν τους χωρούσε άλλο, για να φτάσουμε πλέον στο σήμερα.
Πολύ μακριά δεν μπορούσαν και να φύγουν, διότι ο Μ. ήταν και είναι αγρότης και τα χωράφια θα εξακολουθούσε να τα δουλεύει. Η ίδια η Ζ. τι θα ‘κανε ποιος ξέρει, αν μετάνιωνε ή όχι, κι αν αναλογιζόταν τι είχε κάνει. Χρόνια πάντως είχε κι έχει στη διάθεση της. Θα αναρωτήθηκε κιόλας άλλωστε, τι τους ήθελε τους έρωτες σ’ αυτήν την ηλικία…; Γιατί όχι τίποτε άλλο, μα αν προσπαθήσει κανείς να συγκρίνει τον Π. με τον Μ., θα δει πως κι οι δυο έχουν πολλά κοινά. Αγρότες, φτωχοί και μοιροκαμένοι απ’ τη ζωή, με την ίδια ντροπή κι οι δυο να βγουν στο μαγαζί του χωριού. Ο μεν για αυτό που έπαθε, κι ο δε για αυτό που έκανε.
Κι η πέτρα του σκανδάλου, η Ζ., να βρίσκεται στην άλλη άκρη του χωριού, δέκα χρόνους μετά, και κυριολεκτικά και μεταφορικά, απομονωμένη και απομακρυσμένη. Και πώς να νιώθει αναρωτιέμαι, σκεπτόμενη πως στο ίδιο χωριό βρίσκεται ο γιος της που δεν μπορεί να αντικρύσει στα μάτια; Και τι φταίει κι αυτός για τα καμώματα της μάνας του… Αλλά ψάξε να βρεις το δίκιο σου σε αυτή τη ζωή…
Μα βέβαια, το ζουμί όλης της ιστορίας, δεν είναι ποιος φταίει περισσότερο και ποιος λιγότερο, μα πως κάθε πράμα είναι και στον καιρό του τελικά, για να μην γίνεται ο άνθρωπος δέσμιος των λαθών του. Έτσι κι οι έρωτες είναι για τα νιάτα, που ούτε πολλές ευθύνες έχουν ακόμη, κι ούτε και δεσμεύσεις για να δώσουν λόγο… Που θεωρούνται κατά βάσιν απερίσκεπτα και μοναχά μαθήματα παίρνουν κι όχι παθήματα, που στιγματίζονται απ’ τους ανθρώπους για μια ζωή… και δεν τα σβήνει ούτε κι ο χρόνος. Ευτυχώς όμως, που ο Θεός δεν είναι ούτε σαν τους ανθρώπους, ούτε και σαν τον χρόνο και συγχωρεί… τον καθένα μας, σ’ όποιον μαχαλά κι αν βρίσκεται…

© copyright, ανδρέας λισσόβας

Το μέτρημα - Νατάσσα Μποφίλιου

Τους ανθρώπους της ζωής μου
κάθισα να τους μετρήσω
τους παρόντες, τους απόντες
κάνα δυό περαστικούς

Όσους ήρθαν για να μείνουν
όσους έφυγαν πριν γίνουν
τους κοινόχρηστους,τους ξένους
τους πολύ προσωπικούς

Και μου βγαίνουν πάντα λίγοι
ή μου βγαίνουνε πολλοί
κι είναι η μοναξιά που επείγει
ό,τι με μελαγχολεί.

Και μου βγαίνουν πάντα λίγοι
ή μου βγαίνουνε πολλοί
σ' ένα μέτρημα που ανοίγει
την παλιά μου την πληγή

Τους ανθρώπους της ζωής μου
θα 'θελα να τους κρατήσω
τα αγρίμια, τους αγγέλους
και τους πιο κανονικούς

Όσους άφησαν σημάδι
όσους πήρε το σκοτάδι
τους "εκείνους", τους τυχαίους
τους πολύ προσωπικούς

Άνθρωποι μόνοι που άφησαν σκόνη
φιλίες κι αγάπες που πήραν οι δρόμοι
κλεμμένοι, κρυμμένοι, κρυφά δανεισμένοι
τυχαίοι, γενναίοι, δειλοί,φοβισμένοι
Δικοί μου και ξένοι, λαμπροί και θλιμμένοι
σε σχέσεις, σε σπίτια καλά κλειδωμένοι
Χαρούμενοι, άσχετοι, συνεπιβάτες
μποέμ καλλιτέχνες, παιδιά με γραβάτες
Εχθροί μου και φίλοι, μικροί και μεγάλοι
που δίνουν με μέτρο, που κάνουν σπατάλη
Αγάπες που έμοιαζαν να 'χουν αξία
και άλλες που ξέμειναν στη χειραψία
Φτωχοί συγγενείς που σερβίρουν τα έτοιμα
οι λογικοί κι όσοι ζουν με το αίσθημα
όσοι ζουν με το αίσθημα
Φοβάμαι πως χάνω το μέτρημα

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...