Μες στα όνειρα γεννιέμαι κι από 'κει βγαίνω στον κόσμο. Δεν ζω πολλά χρόνια, αλλά με νοσταλγούν σαν με χάσουν. Με ποθούν, με θέλουν, μα σαν με αποκτήσουν με ξεχνούν και με αφήνουν να χαθώ. Σαν χαθώ δεν γυρίζω πίσω. Είμαι από ξύλο φτιαγμένος και σαν πεθάνω γίνομαι στάχτη για να ξαναγεννηθώ κάπου αλλού. Σαν τον φοίνικα και 'γω. Αυτή είναι η κατάρα μου, να γεννιέμαι και να πεθαίνω χωρίς να ζω. Γιατί είμαι ο Ξύλινος Ιππότης...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρυφά συναισθήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρυφά συναισθήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 20 Μαρτίου 2021
Παρασκευή 8 Μαΐου 2015
Ξύλινος Ιππότης (λίγο ακόμη…)
Όταν γεννήθηκα πρώτη φορά,
ήρθαν οι Μοίρες πάνω από την
κούνια
μου,
την τρίτη μέρα·
για
να μετρήσουν
για
να ζυγίσουν
για
να κόψουν
την ζωή μου, όπως αυτές εθέλαν…
Μα εγώ άρπαξα το νήμα μου
άρπαξα
και το ψαλίδι
και τα ‘βαλα φωτιά…
και
κάηκα κι εγώ μαζί
κι έγινα στάχτη.
Μα μέσα από τις στάχτες
ξαναγεννήθηκα
και πάντα έτσι κάνω…
Γεννιέμαι, καίγομαι, πεθαίνω
και πάλι
απ’ την αρχή.
Κι οι Μοίρες με μισούν,
μα
δεν με ορίζουν…
Κι οι Θεοί ακόμα με μισούν
και με
ζηλεύουν
που
αφέντης μόνο εγώ
είμαι στη ζωή μου.
Κι έτσι ρίχνομαι στις μάχες,
δίχως να με νοιάζει
αν χάσω ή αν χαθώ…
Φυλάω ότι αγαπώ, με την ζωή μου
πάντα
και κανείς δεν μπορεί να με
νικήσει μια και καλή…
Είμαι ο Ξύλινος Ιππότης
που όσο
και να χάνομαι,
πάλι
πίσω γυρνώ
και
πάλι είμαι εδώ
όλο και πιο δυνατός,
μετά
από κάθε φωτιά…
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Καίγομαι καίγομαι - Γλυκερία
Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015
Το φίλεμα – Παντελής Ζεμπίλης & Σοφία Σαρρή (ανάλυση)
Το καραβάνι των νεκρών στον Άδη κατεβαίνει.
Οι γέροντες τραβούν μπροστά, ξοπίσω τους οι άλλοι
και πίσω – πίσω μια μικρή ομορφοπλουμισμένη.
Χρυσό φλουρί στα δόντια τους για τον περαματάρη,
να τους περάσει αντίπερα στου Άδη τα σκοτάδια.
Κι έρχεται νιος από μακριά, στα κοντινά ζυγώνει:
-Που πάτε σεις ωρέ νεκροί, που πάτε αποθαμένοι;
-Για το μεγάλο το γκρεμό, για τη μεγάλη πόρτα.
-Που πας και συ μωρέ μικρή, ομορφοπλουμισμένη;
-Εγώ δεν είμαι δα νεκρή, δεν είμ’ αποθαμένη.
-Ανάμεσα στα δόντια σου, τι το ‘χεις το χρυσάφι;
-Αυτό δεν είναι δα φλουρί, μόνο χρυσό δοντάκι.
Και σκύβει ο νιος και τη φιλά στο παγωμένο στόμα
Κι αυτή του μπήγει το φλουρί ανάμεσα στα δόντια.
Το φίλεμα, το ποίημα
του Σταμάτη Δαγδελένη, που μελοποίησε ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου και ερμηνεύουν
ο Παντελής Ζεμπίλης και η Σοφία Σαρρή, πρόκειται για μια πολύ όμορφη ιστορία
αγάπης, ασχέτως αν διαδραματίζεται σε ένα γοτθικό περιβάλλον, συνδυάζοντας τον
έρωτα και τον ρομαντισμό με το μυστήριο, το υπερφυσικό και τον θάνατο. Εγώ εδώ
θα επιχειρήσω, με όσες γνώσεις έχω, να αναλύσω όσο καλύτερα μπορώ αυτό το
τραγούδι/ποίημα.
Όσον αφορά τα
στιχουργικά, το ποίημα είναι γραμμένο σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, καθώς
τονίζεται στις άρτιες συλλαβές: «Το καραβάνι των
νεκρών στον Άδη κατεβάινει»,
και έχει τομή στην 8η συλλαβή: «Το
καραβάνι των νεκρών / στον Άδη κατεβαίνει».
Αρχικά το ποίημα/τραγούδι ξεκινά με μια δυνατή εικόνα, καθώς αμέσως μας κατεβάζει κάτω στον Άδη, δίπλα στους νεκρούς, που σαν καραβάνι περπατούν και βαδίζουν προς τον σκοτεινό και νεκρό κόσμο. Το καραβάνι ειδικά, χαρακτηρίζεται από μεγάλο όγκο ατόμων, κι έτσι εδώ ένας μεγάλος όγκος ατόμων/νεκρών έρχεται μπρος στα μάτια μας, όπως την πρώτη φορά που τον συναντήσαμε – όχι βέβαια να πηγαίνει, καθώς ήταν ήδη εκεί – οι νεκροί που συναντούσε στο διάβα του για την εύρεση του μάντη Τειρεσία ο Οδυσσέας στην Οδύσσεια. Κι είναι πολλές φορές που συναντάμε αυτήν την εικόνα, είτε σε εμπνευσμένους από τον κάτω κόσμο πίνακες ζωγραφικής, είτε σε διάφορες διηγήσεις που βλέπουμε αυτά τα πρόσωπα, τα θλιμμένα, με τους σκυφτούς ώμους, τσακισμένα από τον πόνο, ντυμένα με τα κουρέλια του θανάτου, μαζί με τις γυναίκες που θρηνούν με άσπρες μαντίλες που σκεπάζουν τα μαλλιά τους, συνήθως σιωπηλά κρατώντας το πρόσωπο τους μέσα στα χέρια τους, κρύβοντας τα δάκρυα τους.
Κι έτσι λοιπόν, κατευθύνονται όλοι μαζί οι νεκροί, για να φτάσουν στον ποταμό Αχέροντα, να συναντήσουν το περαματάρη Χάροντα, που άλλες φορές τον βλέπουμε σαν έναν σκελετωμένο γέροντα, κι άλλες σαν ένα φάντασμα δίχως πρόσωπο και σώμα, παρά μόνο με μια μεγάλη μαύρη κάπα φορεμένη, με αυτό το αέναο και αιώνιο του έργο, αυτό του βαρκάρη των ψυχών, να μεταφέρει τις σκιές των ανθρώπων πλέον, στην απέναντι όχθη. Αλλά δεν είναι αυτή η μετάβαση χωρίς αντίτιμο, παρά ο περαματάρης ζητά ένα φλουρί, ένα χρυσό φλουρί, τον όβολο, που όλοι οι νεκροί έχουν ανάμεσα στα δόντια. Μικροί – μεγάλοι, άντρες – γυναίκες, καθώς σύμφωνα με τις δοξασίες των αρχαίων ελλήνων δεν διανοούταν να θαφτεί κανείς χωρίς να έχει στο στόμα του ένα χρυσό φλουρί. Αλλιώς, σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν καταδικασμένος να μείνει αιώνια στην μια όχθη του ποταμού, κι ο Χάροντας δεν θα τον έπαιρνε ποτέ στην βάρκα του για να τον περάσει αντίπερα.
Όπως λοιπόν πηγαίνουν οι νεκροί, το καραβάνι αυτό των αποθαμένων προς τον Άδη, εμφανίζεται ένας νιος που συναντά αυτό το πλήθος και γεμάτος απορία, το ρωτά που πάει, που κατευθύνεται. Για να απαντήσουν όλοι οι νεκροί κι οι αποθαμένοι πως πάνε για τον μεγάλο τον γκρεμό και την μεγάλη πόρτα. Κι ο μεγάλος ο γκρεμός δεν συμβολίζει τίποτε άλλο παρά το Έρεβος που κατά τον Όμηρο οι νεκροί περνούν για να φτάσουν στον Άδη, αφού βέβαια έχουν περάσει πιο πριν από τον ποταμό Αχέροντα. Κι η μεγάλη πόρτα, εδώ συμβολίζει την Πύλη, που την φυλά ο Κέρβερος, και είναι η πύλη αυτή που περνούν και διαβαίνουν οι νεκροί, και δεν μπορούν έπειτα ποτέ να γυρίσουν πίσω, μα ούτε και κανείς θνητός μπορεί να την περάσει ποτέ ζωντανός!
Κι αργότερα ο νιος, βλέπει και την μικρή την ομορφοπλουμισμένη που ακολουθά το καραβάνι πίσω – πίσω, και την ρωτά, που πάει κι αυτή, μαζί με τους νεκρούς, που πάει κι αυτή με τους αποθαμένους; Και η μικρή αυτή του απαντά πως ούτε νεκρή είναι μα ούτε αποθαμένη. Κι εμάς μας βάζει σε σκέψεις, που δυο νέοι που βρίσκονται μέσα στον κάτω κόσμο, μαζί με τους νεκρούς και ομιλούν, πως γίνεται νεκροί να μην είναι; Και πως τυχαίνει ο νιος να δει την κόρη την μικρή την ομορφοπλουμισμένη, κι αυτήν μονάχα μέσα από το πλήθος να την εξεχωρίσει; Μήπως την ξέρει;
Μα ο νιος, δείχνει να την πιστεύει, ή σαν να θέλει να την πιστέψει ότι δεν είναι νεκρή η μικρή ομορφοπλουμισμένη. Μας δίνει κι εμάς την πεποίθηση πως απ’ την αρχή σαν να μην έχει επίγνωση της καταστάσεως του, σαν να νιώθει πως αυτός δεν είναι νεκρός, και για αυτό μάλλον απορεί σαν βλέπει το πλήθος των νεκρών. Και την πιστεύει την μικρή, όταν του λέει πως δεν είναι νεκρή, κι αυτή μας δίνει την πεποίθηση πως επίτηδες του λέει ψέματα. Άλλωστε ακολουθούσε τους νεκρούς. Και την ρωτά ξανά ο νιος, γιατί το ‘χει το χρυσάφι ανάμεσα στα δόντια της, γιατί έχει το φλουρί ανάμεσα στα χείλη; Κι αρχίζει να δυσπιστεί, και να του φαίνονται περίεργα όλα αυτά, μα πάλι η μικρή του απαντά πως δεν είναι ούτε φλουρί, ούτε χρυσάφι, μα μονάχα χρυσό δοντάκι…
Κι ο νιος την πιστεύει και την φιλά, κι η μικρή βρίσκει την ευκαιρία και του δίνει το φλουρί στο δικό του στόμα. Κι από εκεί, καταλαβαίνουμε πως η μικρή, ήξερε πολύ καλά τι έκανε, ήξερε πολύ καλά τι έλεγε κι είχε τον σκοπό της που βρισκόταν εκεί.
Ο νέος αυτός άνδρας λοιπόν, από τα συμφραζόμενα, πιθανώς είτε ήταν ναυτικός, είτε βρισκόταν στρατιώτης σε κάποιο πόλεμο μακριά. Κι είτε πνίγηκε και το σώμα του χάθηκε στην θάλασσα, είτε σκοτώθηκε και επίσης το σώμα του δεν το βρήκε κανείς να το θάψει με τους συνήθεις κατά την αρχαιότητα τρόπους. Έτσι λοιπόν ο νέος, χωρίς να έχει ταφεί με τον σωστό τρόπο, δεν έχει φλουρί στο στόμα του, και είναι αναγκασμένος να παραμείνει αιωνίως στην όχθη αυτή, πριν από τον Αχέροντα ποταμό.
Μα η νέα αυτή κοπέλα, η μικρή ομορφοπλουμισμένη, φαίνεται πως είναι η αγαπημένη του, και μαθαίνει για την απώλεια του αγαπημένου της. Κι από την γνώση αυτή της καταστάσεως της, ενώ είναι νεκρή και απαντά πως δεν είναι, δείχνει πως γνωρίζει ποιο μονοπάτι ακολούθησε. Ήξερε ότι θα ήταν νεκρή, όταν θα ξανά συναντούσε τον αγαπημένο της. Κι ο σκοπός της δεν ήταν άλλος, παρά να δώσει με το φιλί στο στόμα, την δυνατότητα ο νιος να περάσει απέναντι, χαραμίζοντας όχι μόνο την ζωή της για την αγάπη, αλλά και τον θάνατο της ακόμα…!
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015
Ωδή στον Ζέφυρο
Κάποτε θα ‘θελα να ‘χα
έναν ουρανό
δικό μου
να χάνομαι όταν λείπεις.
Κάποτε θα ‘θελα να ‘χα
μιαν αυγή
δίπλα στο κομοδίνο,
να την κοιτώ όταν λείπεις.
Κάποτε θα ‘θελα να ‘χα
τον
Ζέφυρο
μέσα σ’ ένα βάζο,
να τ’ ανοίγω όταν λείπεις
και να με πάει μακριά…
Μακριά από ‘σένα,
κι απ’ τα όνειρα σου
που
ποτέ δεν μ’ είχες
μες σ’ αυτά.
Κάποτε θα ‘θελα.
Τώρα, έγιναν…
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Όταν τραγουδάω (Ζέφυρος) - Μελίνα Κανά
Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015
Ανάκατα
Ξημερώματα 29ης
Γενάρη αρχίζω να γράφω. Έλειψα αρκετό διάστημα, και όχι μονάχα μέσα από εδώ.
Ούτε να πιάσω ένα χαρτί να γράψω δεν πρόλαβα… Κάτι έγραψα πριν κάτι μέρες, αλλά
δεν το τελείωσα, το συνέχισα λίγο ακόμη προχτές, αλλά ούτε πάλι το τελείωσα…
Και να πω ότι δεν
ήθελα να γράφω αυτόν τον καιρό, ψέματα θα πω. Άλλωστε, δεν θέλω και τίποτε άλλο
να κάνω από το να γράφω. Αλλά εργασίες, ευθύνες, δουλειές, γεγονότα και διάφορα
άλλα δεν με αφήνουν. Και θέλω να γράψω τόσο πολύ, να σχολιάσω τα τεκταινόμενα,
να εκθέσω τις ιδέες μου και τις σκέψεις μου, να αφήσω τα συναισθήματα μου να
δέσουν τον χορό των λέξεων, να…, να… να…! Και σαν κανάτα φουσκωμένη με νερό
νιώθω, που είναι έτοιμη να ξεχειλίσει, να ξεχυθούν όλα πάνω στο χαρτί, με σκοπό
να νιώσω πιο ανάλαφρος, επιτέλους.
Απόψε, όμως δεν
πρόκειται να το κάνω πάντως αυτό, παρά μόνο θα αφήσω μόνο ένα μικρό στίγμα, ίσα
– ίσα μια τζούρα που λένε, να ξεχαστώ λιγάκι.
Αρχικά, μπήκαμε σαν
χώρα σε μια άλλη τροχιά, πλέον. Έτσι φαίνεται δηλαδή. Κι είναι κιόλας. Σαν να
έφυγε ένα βάρος βρε παιδί μου, ένας βραχνάς από πάνω μας, σαν να ξεφορτώσαμε το
σαμάρι – υπονοούμενο ήταν αυτό… – και σαν να μοιάζουν αλαφρότερες οι μέρες, πιο
αισιόδοξες κάπως. Ίσως να φταίει κι ο αέρας της αλλαγής που ήρθε καταπάνω μας,
και οι ιστορικές στιγμές που ζούμε! Γιατί σίγουρα είναι ιστορικές… Πρώτη φορά
αριστερά άλλωστε, και μόνο αυτό αρκεί για αρχή στην ιστορία. Κι ας έλεγε
θυμάμαι η μάνα μου, το 2012, ότι δεν πρόκειται να κυβερνήσει ποτέ η αριστερά
στην Ελλάδα. Είδες όμως, ποτέ μη λες ποτέ…
Εγώ ούτε αριστερός
είμαι, ούτε δεξιός. Δεν πολυγουστάρω να μπαίνω σε καλούπια. Είτε πρόκειται για
την πολιτική, είτε για πολλά άλλα πράγματα, ακόμη και στην ποίηση. Δεν μου
αρέσει άλλωστε να ακολουθώ μόνο ένα ρεύμα. Προτιμώ να νιώθω και να είμαι πιο
λέφτερος…
Όσο για τα υπόλοιπα,
πόσα να ειπωθούν, πόσα να γίνουν, πόσα πρέπει να γίνουν. Κι αναφέρομαι για μένα
τώρα. Δύσκολη χρονιά το 2014. Κατ’ αρχάς λόγω μιας απώλειας από τον στενό
οικογενειακό κύκλο, που άλλαξε πολλά πράγματα. Κατά δεύτερον, όλος ο οικογενειακός
αγώνας πριν την απώλεια. Είχαμε να κάνουμε με διάολο βλέπεις… Ναι, στον καρκίνο
αναφέρομαι. Και κατά τρίτον έπειτα, σε διάφορες μετέπειτα καταστάσεις, που με
πήγαν πίσω – ή μπροστά; – και δεν με άφησαν διόλου να ξεκουραστώ, ούτε το
καλοκαίρι, ούτε τώρα τον χειμώνα στις διακοπές.
Απ’ την αρχή της περσινής
χρονιάς είχα βάλει στόχο να στρώσω τα πράγματα με την σχολή. Και έκατσα και
στρώθηκα και διάβασα κι όλα κομπλέ, που λένε. Μπορεί να τρέχω ακόμη ώρες – ώρες
και να μην προλαβαίνω ούτε ένα σαββατοκύριακο να ξεκουραστώ με τους αγώνες που
έχω επιπλέον, αλλά χαλάλι, μιας και στην τελική ευθεία είμαι να τελειώσω, αλλά
και θαρρώ πως απέκτησα πλέον και την συνήθεια να αποφεύγω πιο εύκολα την
αργοσχολία. Δηλαδή από προσωπικής επαγγελματικής κατεύθυνσης μπορώ να πω πως
είμαι σε πάρα πολύ καλό δρόμο, αλλά αυτό δεν μου αρκεί. Κι ούτε βοήθησε τα
υπόλοιπα να είναι πιο ανάλαφρα…
Κι αυτό που είπα και
πιο πάνω, αυτό που με τρώει δηλαδή τώρα, είναι το γράψιμο. Κι αυτό θέλω κάπως
να το βολέψω, ή να το ξανά βολέψω μέσα στη ζωή μου. Γιατί άλλος άνθρωπος νιώθω
άμα δεν το κάνω… Οπότε από εδώ και στο εξής θα προσπαθώ να ακολουθώ κι εδώ ένα
πρόγραμμα, και με την γραφή, για να υπάρχει μια γραμμή, μια αλυσίδα που θέλω να
φτιάξω, ή καλύτερα να συνεχίσω… Αλλά ας μην υπόσχομαι και πολλά, γιατί δεν
ξέρουμε και τι θα μας ξημερώσει στο κάτω – κάτω!
Λοιπόν, καλή χρονιά
σε όλους εύχομαι, έστω και λίγο αργά, και να μας έχει ο Θεός καλά να συνεχίζουμε
να κάνουμε ότι αγαπάμε ο καθένας!
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Ποιον εχθρό πολεμάς - Γλυκερία
Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2014
Ίσκιος
Το βράδυ έπεσε πάλι βαριά
στην άδεια κάμαρα μου.
Κι εσύ σαν ίσκιος ήρθες
- για ακόμη μια φορά -
να ακούσεις τα παράλογα μου.
Λόγια δεν είχα για να πω,
τον πόνο της καρδιάς μου.
Μα λόγια βρήκα να σου πω
απ’ το αίμα μέσα της καρδιάς μου.
Κι ένα δάκρυ απ’ το μάγουλο σου
κύλησε
σαν άκουσες τον πόνο της καρδιάς μου,
κι ήταν ο ίσκιος σου και όχι εσύ
που μίλησε·
και μου ‘πε άλλο να μην κλαις,
εγώ εδώ θα είμαι πάντα
μορφή να παίρνω να μιλώ,
απ’ τα δικά σου μάτια.
Κι έγινε το βράδυ το βαρύ,
στην καρδιά μου ελαφρύ,
κι αυτό το βράδυ.
Κι αν ποτέ σου δεν τα θυμηθείς
τα βράδια που σαν ίσκιος δίπλα μου εστάθης
κι άκουσες τα παράλογα μου,
θυμήσου μονάχα
τον πόνο της καρδιάς μου,
που πήρες μακριά μου.
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Μαυροντυμένοι ἀπόψε, φίλοι, ὠχροί,
ἐλᾶτε στο δικὸ μου περιβόλι,
μ’ ἓναν παλμὸ τὸ βράδυ το βαρὺ
γιὰ νὰν τὸ ζήσουμ’ ὅλοι.
Ἀπὸ τὰ σπίτια ποὺ εἶναι σὰ βουβά,
κι ἂς μίλησαν τὴ γλῶσσα τοῦ θανάτου,
μὲ φρίκη τὸ φεγγάρι ἀποτραβᾷ
τ᾿ ἀσημοδάχτυλά του.
Εἶναι τὸ βράδυ ἀπόψε θλιβερὸ
κι ἐμεῖς θᾶν τὸ γλεντήσουμε τὸ βράδυ,
ὅσοι ἔχουμε τὸ μάτι μας ὁγρὸ
καὶ μέσα μας τὸν ᾅδη.
Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014
Το άσμα του κύκνου
«Η κόρη, θαρρώντας πως μιλά στη θάλασσα»
-Έψαχνα απόψε το φεγγάρι,
μήπως εσύ το βρήκες;
Θυμάμαι που χρόνια πριν
το ‘χες μες στην αγκαλιά σου.
-Στην αγκαλιά μου το ‘χα,
πριν χρόνια το φεγγάρι·
μα απόψε δεν το έχω.
-Έψαχνα απόψε – όπως και χτες –
τ’ ασημοφέγγαρο·
μήπως ξεύρεις απόψε που ‘ναι;
Θυμάμαι που ‘συ τ’ αγαπούσες
κι αυτό εσένα.
-Κι αυτό εμένα, κι εγώ αυτό,
τ’ ασημοφέγγαρο το αγαπούσα·
μα απόψε δεν ξεύρω που ‘ναι.
-Έψαχνα απόψε – όπως δυο βράδια τώρα –
την όμορφη πανσέληνο·
μήπως τα μάτια σου την είδαν;
Θυμάμαι που στα σκοτεινά
μαζί της πάντοτε μιλούσες.
-Μιλούσα πάντοτε στα σκοτεινά,
με την όμορφη πανσέληνο·
μα τα μάτια μου απόψε δεν την είδαν.
-Κόρη, απόψε, το φεγγάρι,
τ’ ασημοφέγγαρο,
την όμορφη πανσέληνο
δεν έψαξες, δεν ψάχνεις;
-Το φεγγάρι,
τ’ ασημοφέγγαρο,
την όμορφη πανσέληνο
όσο κι αν έψαξα, δεν βρήκα…
Μάταια γύρεψα να βρω,
ότι παλιά μου είδα με τα μάτια.
Μ’ αρνήθηκε, με ξέχασε
κι ούτε με γύρεψε ποτέ,
όσο κι αν τ’ αγαπούσα…
«Και μες στην θλίψη της,
στον πόνο της,
η κόρη έσβησε κι εχάθη.
Ένα δειλινό,
τρεις βραδιές και μία πριν
ήταν που το πνεύμα της
απ’ τ’ αχείλι της εχύθει.
Κι έψαχνε να βρει πάνω στη γη,
ότι μια ζωή αρνήθει…»
-Δόλια, τα μάτια σου τ’ άφησες,
εκεί που πάντοτε κοιτούσες – χάμω.
Ποτέ δεν τα ‘στρεψες ψηλά,
ποτέ δεν γύρεψες να βρεις
το φεγγάρι,
τ’ ασημοφέγγαρο,
την όμορφη πανσέληνο.
Μήτε σε τρεις και μια βραδιές,
μήτε σε δυο και χίλιες μία
θα μ’ έβρισκες
κι ας
ήμουνα μπροστά σου…
Εσύ ‘σουν που μ’ αρνήθηκες,
εσύ που ξέχασες που ήμουν.
Και μες στον θάνατο
ποτέ σου δεν θα βρεις
ότι μες στην ζωή έπρεπε
να βρεις και να
κρατήσεις…
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Ήμερος ύπνος - Θανάσης Παπακωνσταντίνου & Μάρθα Φριντζήλα
Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2014
Μια ευχή
Τα χέρια μες στο σκοτάδι
απλώνω μήπως σε πιάσω
κι όσο τα χέρια είν’ αδειανά
παλεύω να σε ξεχάσω
Κοιτάζω μες στον καθρέπτη
και η εικόνα μοιάζει μισή
σφίγγω τα χέρια, κάνω μια ευχή
πίσω να έρθεις εσύ
Ζητάω μόνο μια μέρα,
μια μέρα όλη δικιά σου
όπως τα χρόνια που έφυγαν
και ήμουν στην αγκαλιά σου
όπως τότε που ξύπναγα
μονάχα απ’ τα φιλιά σου
και τα ταξίδια που έκανα
ήτανε στα όνειρα σου
Άραγε μένεις μονάχη;
άραγε τώρα φοβάσαι;
Εγώ καρδιά μου θα ‘μαι εδώ,
μονάχ’ αυτό να θυμάσαι…
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Θυμάμαι όσα είχες πει - Κίτρινα Ποδήλατα
Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014
Τα δυο σου μάτια
Πολύτιμα διαμάντια
έχουν τα δυο σου μάτια
και τραγουδούν οι κλέφτες
πως σε ποθούν
Σα γρήγορα ελάφια
είναι τα δυο σου μάτια
και τρέχουν από ‘μένα
για να κρυφτούν
Τρέχω κι εγώ μ’ εσένα
και με τα δυο σου μάτια
κι όλοι μαζί γυρεύουν
για να σε βρουν
Γυρεύω στη σελήνη
να δω τα δυο σου μάτια
και μου μαθαίνει ο ήλιος
πως αγαπούν
Σε σπήλαια κι εικόνες
που ‘ναι τα δυο σου μάτια
αγιογραφίες όλες
μου τραγουδούν
Μου τραγουδούν για ‘σένα
και για τα δυο σου μάτια
αχ, πως κρυφά απ’ όλους
με αγαπούν…
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Μάτια μου - Νίκος Παπάζογλου
Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014
Φωτιά στο φιλί
Παίρνω τους δρόμους και τα λαγκάδια
ρωτώ διαβάτες, περαστικούς
αν είδαν κόρη, μαυρομαλλούσσα
αν είδαν κόρη του φεγγαριού
Τραγούδια λένε, κι άλλοι μου λένε
πως είδαν κόρη του φεγγαριού
κι αν θέλω κι άλλα, γι’ αυτή να μάθω
μάτια και χείλη, αυτά θα μου πουν
Ρωτώ τα χείλη,
τι λεν’ για ‘σένα
και ψιθυρίζουν
φωτιά στο φιλί
Ρωτώ τα μάτια
τι είδαν σε ‘σένα
και τραγουδούνε
πως είδαν μια μικρή
μια
μικρή που μ’ άναψε
και μου
‘βαλε
φωτιά
στο φιλί
Δεν σβήνει η φλόγα, ουτ’ από δάκρυ
δεν σβήνει η φλόγα που ‘ναι φωτιά
και φταις γι’ αυτό, εσύ μικρή μου
που μου την άναψες στην καρδιά
Τι κι αν τραγούδια τώρα σου γράφω
δεν φεύγει από μέσα μ’ ο σεβντάς
και δεν με νοιάζει διόλου, το λέω
κι ας μάθουν όλοι, για εμάς.
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Μέτρησα - Απόστολος Ρίζος
Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014
Ευτυχία
Κάποτε, πριν πολλά – πολλά χρόνια,
στην Αρχή ακόμη του Κόσμου, ο Θεός είχε δημιουργήσει κι ένα πουλί, τόσο όμορφο
όσο κανένα άλλο πάνω στη γη. Το πουλί αυτό, όχι μόνο ήταν πολύ όμορφο αλλά και
κελαηδούσε τόσο όμορφα που τα αηδόνια που κελαηδούνε τόσο όμορφα δεν έφταναν
ούτε σε λίγο το τραγούδι του.
Οι άνθρωποι τόσο πολύ το
αγαπούσαν που κάθε σπίτι είχε έναν χώρο ειδικά διαμορφωμένο έτσι ώστε αυτό το
πουλί να έρχεται στα σπίτια τους, και να κελαηδά αλλά και να το βλέπουν μονάχα
θαυμάζοντας το. Όποτε πήγαιναν άλλα πουλιά τα έδιωχναν οι άνθρωποι. Μόνο αυτό
το πουλί αγαπούσαν, και το περιποιούνταν και το τάιζαν και κάθε φορά το
δέχονταν ευπρόσδεκτα.
Τα άλλα πουλιά όμως άρχισαν
και να ζηλεύουν αλλά και να μισούν αυτό το πουλί που όλα τα χαρίσματα είχε και
το αγαπούσαν οι άνθρωποι, και τα υπόλοιπα πουλιά τα έδιωχναν συνήθως και δεν τα
περιποιούνταν, ούτε τα φρόντιζαν πολύ οι άνθρωποι. Έτσι, μαζεύτηκαν κάποτε όλα
τα πουλιά κι άρχισαν να λένε τι θα κάνουν με αυτήν την κατάσταση που φαινόταν
πολύ άδικη για όλα τα υπόλοιπα πουλιά.
Το κοράκι τότε πρότεινε να
το σκοτώσουν, να μην υπάρχει άλλο αυτό το πουλί κι έτσι οι άνθρωποι με τον
καιρό να το ξεχάσουν και ν’ αρχίσουν να δίνουν σημασία και στα άλλα πουλιά. Ο
γύπας τότε ακούγοντας τα λόγια του κορακιού, πρότεινε να το φάνε κιόλας, για να
μην το βλέπουν ούτε πεθαμένο οι άνθρωποι κι έτσι να το ξεχάσουν ακόμα πιο
γρήγορα. Το περιστέρι, που τα άκουγε όλα αυτά, κι ήταν το μόνο που λυπόταν για
το όμορφο πουλί, δεν άντεχε άλλο να ακούει το κοράκι και το γύπα να μιλούν έτσι
και πήγε να πάρει το λόγο και να σταματήσει τα άλλα πουλιά από αυτήν την άσχημη
πράξη που είχαν βαλθεί να κάνουν.
Όμως, την ώρα που πήγε να
μιλήσει, έχασε ξαφνικά την φωνή του κι από τότε δεν έχει μιλήσει ποτέ. Γι’ αυτό
και τα περιστέρια κάνουν μόνο έναν θόρυβο που βγαίνει περισσότερο από το σώμα τους
κι όχι από το στόμα τους. Γιατί ο Θεός που άκουγε τα πουλιά να μιλούν και να
προσπαθούν να βρουν τρόπο να σκοτώσουν το όμορφο πουλί, κατάλαβε πως δεν υπήρχε
περίπτωση να άλλαζαν απόφαση, κι αν το περιστέρι μιλούσε, από την ζήλια και το
μίσος που τα είχε κυριεύσει τότε, θα σκότωναν και το περιστέρι μόνο και μόνο
γιατί θα μιλούσε και θα τους έλεγε ότι δεν ήταν σωστό αυτό που ήθελαν να
κάνουν. Έτσι, ο Θεός, αφήνοντας τα περιστέρια μουγκά, στην ουσία τα έσωσε.
Αλλά τιμώρησε και τον κόρακα
και τον γύπα που ήταν οι κύριοι υπαίτιοι για όλη αυτή την κατάσταση. Το μεν
κοράκι που μέχρι τότε είχε μια καλή φωνή, το καταράστηκε να κρώζει αιώνια κι
έτσι να φέρνει αθέλητα τον προάγγελο της κακίας του και του θανάτου. Για αυτό
το λόγο οι άνθρωποι μόνο και μόνο που ακούνε το κοράκι να κρώζει, χωρίς και
κανέναν ιδιαίτερο λόγο φέρνουν και στο μυαλό τους το θάνατο. Τον γύπα από την
άλλη τον καταράστηκε και σύμφωνα με τα λόγια του. Αφού λοιπόν ήθελε να φάει το
πουλί ενόσω θα ήταν νεκρό, τον καταράστηκε να τρέφεται κυρίως με πτώματα νεκρών
ζώων. Για αυτό λοιπόν οι γύπες τρώνε κυρίως νεκρά ζώα.
Όμως ο Θεός έπρεπε να σώσει
και το όμορφο πουλί. Έτσι αποφάσισε να το κάνει αόρατο, κι ούτε οι άνθρωποι,
ούτε τα άλλα πουλιά το βλέπουν τώρα. Επίσης του πήρε και την πολύ όμορφη φωνή του,
για να μη τύχει και το βρουν μόνο από τη φωνή και το σκοτώσουν. Τα πουλιά αφού
έψαξαν κι έψαξαν εις μάτην για να το βρούνε, πίστεψαν ότι πέθανε από μόνο του,
ενώ οι άνθρωποι με τον καιρό το ξέχασαν, και ξέχασαν μάλιστα ότι υπήρχε αυτό το
πουλί. Οι περισσότεροι κατέστρεψαν τους χώρους που είχαν για αυτό το πουλί, ενώ
άλλοι ασυνείδητα χωρίς να το ξέρουν τους έχουν ακόμη αυτούς τους χώρους και το
πουλί αυτό έρχεται πότε – πότε, γιατί κι αυτό αγαπούσε τους ανθρώπους και θέλει
να τους κάνει παρέα, άσχετα αν οι άνθρωποι δεν το βλέπουν.
Πηγαίνει και στους ανθρώπους
που δεν έχουν τους κατάλληλους χώρους, αλλά κάθεται λίγο εκεί, γιατί, αν και το
θέλουν, δεν μπορεί να καθίσει περισσότερο. Βέβαια, ο Θεός, μπορεί να το έκανε
αόρατο και να του πήρε την φωνή, άφησε όμως την αύρα του, να την νιώθουν και να
την αισθάνονται οι άνθρωποι, γιατί αν δεν την άφηνε κι αυτή θα ήταν σαν να μην
υπήρχε καθόλου.
Το όνομα που είχε δώσει ο
άνθρωπος για αυτό το πουλί, δεν ήταν άλλο βέβαια, παρά Ευτυχία. Κι έτσι λοιπόν,
η Ευτυχία που είναι πουλί, πετάει πότε από ‘δω, και πότε από ‘κει, και αλλού
μένει περισσότερο και αλλού λιγότερο, κι ανάλογα και με το αν το θέλουν κι οι
άνθρωποι. Και το νιώθουν οι άνθρωποι πότε είναι κοντά τους και πότε όχι, άσχετα
αν δεν το βλέπουν ποτέ με τα μάτια τους και δεν το ακούνε με τα αυτιά τους…
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Υλαγιαλή - Ορφέας Περίδης
Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013
Δεν είσαι ποιητής
Στις
7 Νοέμβρη 2007 έγραψα το πρώτο μου ποίημα, (το παρακάτω, το "Δεν είσαι ποιητής" είναι γραμμένο στις 25/7/12) το οποίο και κράτησα σε αρχείο - είχα γράψει κάποια και πιο παλιά, αλλά δεν τα κράτησα. Έτσι λοιπόν, κάθε χρόνο, η 7 Νοέμβρη για εμέ, είναι γενέθλια. Γενέθλια αποδοχής του εαυτού μου. Γενέθλια γνώσης της ιδιότητας μου. Η μέρα αυτή, είναι αφιερωμένη από εμένα για 'μένα - κι αυτό δεν το κάμω ούτε στα πραγματικά μου γενέθλια. Είναι μια μέρα, που την απολαμβάνω όπως και να έρθει... είτε βρέχει - που δεν μ' αρέσει η βροχή - είτε χιονίζει! Είτε είναι γεμάτη, είτε είναι άδεια! Δεν με νοιάζει αυτή η μέρα αν θα 'μαι μόνος - που για να πω την αλήθεια, το προτιμώ αυτή τη μέρα - ή αν θα είμαι με παρέα και δεν γνωρίζει την γενέθλια μέρα μου...
Η μέρα αυτή, είναι αυτή, που άρχισα να γίνομαι αυτός που είμαι σήμερα... και ήταν η πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής μου!
Δεν είσαι
ποιητής,
γιατί τα χαρτιά
τα γέμισες
επιδέξια
και προσεγμένα
με κάθε επιτηδευμένη έννοια σου,
κι άφησες σωρούς
και συλλογές, πίσω σου,
και στόλισες όμορφα
κάποια
ράφια,
διακοσμώντας κάποια σπίτια…
…
Δεν είσαι
ποιητής
αν τα λόγια σου
κι οι λέξεις
χορεύουν όλο χάρη
και τα νοήματα
κρύβονται εύκολα
σε κάθε
κίνηση
της δικής σου πένας.
Κι αν έχεις αναγνώστες,
κι ύμνους
και εξυμνητές
και χαίρεις κάθε τιμής
σε χαλεπούς καιρούς,
δεν είσαι ποιητής.
…
Αν τραγούδια γράφεις
και σκαρώνεις στίχους,
και στιχάκια
κι εύθυμα γελούν
τα χαρτιά
κι οι πένες σου,
δεν είσαι ποιητής.
…
Κι αν τόσο εύκολα μπορείς
κι όποιο πουλί κι αν δεις εξωτικό,
ν’ απλώνει τα φτερά του
και να πετά,
κι εσύ τα δίχτυα σου
να τα ‘χεις στήσει
άψογα
κι όλα να τα πιάνεις
δίχως να σου ξεφεύγει
ούτε ένα,
δεν είσαι ποιητής.
…
Αν δεν
έκλαψες,
ούτε μια φορά,
για την αναξιότητα σου
να είσαι ποιητής,
δεν είσαι ποιητής…
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Ποιος θα μου μιλήσει όταν θα 'χω κουραστεί
απ' τα ξεφτισμένα τα μεγάλα λόγια...
απ' τα ξεφτισμένα τα μεγάλα λόγια...
Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013
Το αστέρι (πεζογράφημα)
Και κάπως έτσι ξεκίνησε. Στην
μέση της χειμωνιάτικης νύχτας, όταν ένα αστέρι έπεσε από τον βαθύ και σκοτεινό
ουρανό και άναψε την φωτιά στο πυκνό δάσος. Κι όμως, αυτό το αστέρι, ταξίδεψε
καιρό στον ουρανό για να φτάσει στην γη. Γιατί ήταν πνεύμα, άγγελος, νεράιδα.
Ήταν νύμφη, γοργόνα, ξωτικό, όλα αυτά που ο άνθρωπος δεν μπορεί ούτε να
ψελλίσει, ούτε να εκφράσει, μα ούτε και να συλλάβει. Ήταν όνειρο, ευτυχία, παράδεισος.
Ήταν η πηγή που ζητά ο κάθε άνθρωπος, η κάθε ψυχή, η κάθε καρδιά. Και κράτησε για μια στιγμή, όσο διαρκεί ένα
αληθινό φιλί.
Μόνο έτσι θα μάθαινε πως όλα
έχουν την τιμή τους. Μόνο έτσι θα καταλάβαινε πως, η ζωή του χάραζε ένα
πεπρωμένο, σκληρό και αδυσώπητο. Διότι όσα χρόνια κι αν πέρασαν, δεν είχαν σημασία. Ο μεγάλος του εχτρός κι
αντίπαλος, ο Χρόνος, δεν είχε άλλο σημασία. Είχε γεράσει, και είχε αποσυρθεί
στην γωνιά του, ανίκανος πλέον να του πάρει οτιδήποτε άλλο, ανίκανος να του
στερήσει κάτι που να είχε αξία. Αυτός ο άτιμος, που τώρα είχε μαζευτεί και είχε
γίνει ένας αδύναμος γεράκος, ασήμαντος τώρα, δεν άξιζε ούτε μια ματιά. Ας το
ζητούσε ικετευτικά, ας το αισθανόταν παρακλητικά, δεν έβλεπε παρά την πλάτη του
άντρα, κι ένιωθε μέχρι το πετσί του, την αδιαφορία αυτού του άνδρα, που κάποτε,
πίστευε, πως είχε πληγώσει, ένιωθε μέχρι τα βάθη της νοητικής του ύπαρξης, τα
απομεινάρια της παλιάς οργής από την ψυχή του άντρα, που πίστευε πως κάποτε τον
είχε νικήσει.
Δεν στάθηκε ο άντρας, παρά μόνο
στο κατώφλι, δίχως να γυρίσει να τον κοιτάξει. Ένα πικρό χαμόγελο, κάτι σαν μια
γραμμή στα χείλια περισσότερο, σχηματίστηκε στο πρόσωπο του. Η καρδιά του ήξερε
τι πόνο είχε αυτό το χαμόγελο, αυτό το κάτι σαν χαμόγελο. Ένιωθε ακόμη, τον Χρόνο,
τον γέρο Χρόνο, πίσω του, την παρουσία του, την αύρα του, έστω κι αν ήταν
αμυδρή για αυτόν, από ‘δω και πέρα. Μέσα σε μια στιγμή, κλείνοντας τα μάτια
του, πέρασαν από μπροστά του όλα όσα έζησε, από τότε που θυμόταν τον εαυτό του,
μέχρι πριν λίγες μέρες, που αντίκρισε ένα άλλο πρόσωπο μέσα στον καθρέφτη του.
Όταν άνοιξε τα μάτια του, τώρα
στεκόταν μπροστά του, έξω από την πόρτα, μαυροντυμένη σαν χήρα, η Ζωή. Έμοιαζε
σαν τις μοίρες των παραμυθιών και των θρύλων. Σαν φάντασμα και πνεύμα δεμένο
αιώνια να τριγυρνά άσκοπα, φυλακισμένο μέσα στην ανούσια του πίστη, χαμένο σε
αυτήν εδώ τη γη. Μια Μοίρα που έμεινε ζωντανή από τα χρόνια που δεν είχε
γεννηθεί ακόμη ο Θεός. Ίσως να ήταν το ίδιο πρόσωπο: η Μοίρα και η Ζωή, η Ζωή
και η Μοίρα. Τον κοιτούσε θρασύδειλα μέσα στα μάτια, δίχως ίχνος ντροπής, δίχως
ίχνος συμπόνιας. Ήταν νέα και όμορφη, στην ακμή της, με σπινθηροβόλο βλέμμα,
εκφραστικά χείλη, και θεληματικό πηγούνι. Μόνο αυτά μπορούσε να διακρίνει από
αυτήν, όλα τα άλλα ήταν καλυμμένα από το μαύρο σαν νύχτα πέπλο που την τύλιγε,
και την έκανε να φαίνεται πως πενθεί. Το πρόσωπο της όμως δεν πενθούσε καθόλου.
Ο άντρας δεν είχε αισθήματα για
αυτήν. Ποτέ δεν ασχολήθηκε μαζί της, ποτέ του δεν της έδωσε, την πρέπουσα
σημασία, κι αυτή, για τον λόγο αυτό, πήρε την εκδίκηση της! Η περηφάνια της δεν
μπορούσε να αφήσει ατιμώρητο έναν άντρα, που την αγνόησε, έναν άντρα που
φάνταζε πιο περήφανος από την ίδια, κι απ’ όλη της την ουσία. Άντρες και άντρες
είχαν πληρώσει μπρος στα φουστάνια της, αυτήν την αδιαφορία. Αυτήν την περηφάνια,
αυτόν τον εγωισμό. Όλοι τους είχαν συμβάλει στο να γίνουν τα φουστάνια της πιο
μαύρα και από την νύχτα, και να μοιάζουν σαν αραχνοΰφαντο πέπλο ριγμένο πάνω στους
ανθρώπους, που τους σκεπάζει μέχρις ότου αφήσουν την στερνή θνητή τους πνοή.
Ένιωθε ένα τσίμπημα μέσα του όμως,
ένα τσίμπημα που τον προειδοποιούσε πως αυτή, αυτή η μαυροντυμένη γυναίκα, είχε
κάνει να νιώθει ο άντρας έτσι. Να νιώθει σαν άβυσσο την καρδιά του, σαν γυαλί
την ψυχή του, και να αισθάνεται το μυαλό του σκοτισμένο. Αυτή η γυναίκα ήταν η
απάντηση, στο ποια μοίρα τον σημάδεψε… κι αυτό έκανε και τώρα αυτή η Μοίρα, τον
σημάδευε με το βλέμμα της, με όλη της την ψυχή, με όλη την ουσία που την
διακατείχε από τότε που γεννήθηκε από Θεούς και Τιτάνες, και κατοίκησε στις νύκτες
και στους χειμώνες.
Πριν φτάσει εδώ στην πόρτα ο
άντρας, πριν ακόμη έρθει εδώ, σε τούτο το σπίτι μέσα στο δάσος και
αντιμετωπίσει μέσα του τον Χρόνο, πριν μάθει όλα όσα έμαθε και δει όσα είδε, ο
άντρας αυτός μετά από εκείνην την χειμωνιάτικη νύχτα, που ένα άστρο έπεσε,
ταξίδεψε πολύ. Ταξίδεψε μέσα σε θάλασσες, και στις μπόρες τους και στις φουρτούνες
τους. Πάλεψε με τα μανιασμένα κύματα που ξέβραζαν τα μάτια του, και με της ψυχής
του τ’ άγρια τα αστροπελέκια. Κουμάνταρε και έχασε το καράβι του. Μα βρήκε και
στεριές. Βρήκε και νησιά. Γνώρισε την Κίρκη και την Καλυψώ, και ήπιε μαζί τους το
γλυκό πιοτό της λησμονιάς, χορεύοντας στον χορό που λύρες έπαιζαν μαγεμένες από
την ομορφιά των κυράδων τους. Ατένισε τον έναστρο ουρανό, ξαπλωμένος στα
νυμφικά τους κρεβάτια, δίπλα στην αμμουδιά, και ονειρεύτηκε το λυτρωτικό ταξίδι
του, που του ‘χαν τάξει οι σειρήνες. Χάθηκε όμως πάλι στις ερήμους και στις Σαχάρες
που άνοιξαν μπροστά του. Ένιωσε την καυτή ζέστη να του αφήνει στα χείλη μόνο
μια πνοή, και πλανήθηκε με τις οάσεις που του πρόσφεραν οι ψεύτικες αισθήσεις
του. Λάτρεψε σαν θεούς τις σταγόνες της βροχής, που έκανε πολύ καιρό να νιώσει
πάνω στο διψασμένο και ξερό κορμί του. Μα βρήκε στο διάβα του και Βεδουΐνους
μοναχούς, που απλόχερα του πρόσφεραν την κάθε τους πηγή σοφίας και εμπειρίας. Βρήκε
στα καραβάνια που συνάντησε κι αλχημιστές, τους τελευταίους της γενιάς, που μάταια
του πρόσφεραν το ελιξίριο της αθανασίας και κάθε άλλο ελιξίριο κάθε ανθρώπινης
επιθυμίας. Βρέθηκε σε δάση τροπικά και άγρια, να παλεύει με τα θηρία της φύσεως
που γέννησε η γη. Μίσησε τα πυκνά δάση που θόλωναν τον νου του, και την ζωή
αυτή που τον εγκλώβισε μέσα στα νύχια της και στα κλαδιά της. Έκανε ένα την
οργή του με τον πνεύμα του, κάτω από τις ανεπιθύμητες ευλογίες της φυγής.
Μάζεψε όμως και τα φρούτα που του ‘δωσαν δύναμη και σθένος, και βρήκε τα δικά
του μονοπάτια που χάραξαν ιθαγενείς. Και βρήκε ακόμη, τα κρυμμένα χωριά αυτά
των ιθαγενών, και μίλησε με τους μάγους τους, που του ‘δειξαν το πεπρωμένο του,
που φώλιαζε σαν δράκος κοιμισμένος μέσα στο σώμα του. Πήρε τις συμβουλές των
αρχηγών, που του είπανε να μην ξεχνά το χρέος του, και την αξία αυτού του
χρέους. Έφτασε ως τον μακρινό και χιονισμένο βορρά, κι ένιωσε το κρύο της μοναξιάς,
που τρυπά κάθε ορατό και αόρατο του ανθρώπου. Πνίγηκε μέσα στις χιονοστιβάδες
που κυρίευσαν τον χαρακτήρα του, και πιάστηκε από τα μαλλιά του εγωισμού του
για να σωθεί. Πρόδωσε και προδόθηκε από τον ίδιο του τον εαυτό, τις στιγμές που
η νύχτα μεγάλωνε, κι ο ήλιος γυρνούσε την πλάτη του αδιάφορος. Πάλεψε με τ’
άγνωστα τέρατα των σπηλιών και γλύτωσε από διαβάτες ατρόμητους και στέρεους,
που ζούνε αιώνια στα ψηλά βουνά, μακριά από τους ανθρώπους, που μόνο ακουστά τους
έχουν. Κατάλαβε την σημασία της φωτιάς και την χρήση της, που θέλει μέτρο και
προσοχή και ζέστανε την ψυχή του, μονάχα με μια φλόγα.
Μα να που όλα αυτά που έζησε
στα ταξίδια του, δεν στάθηκαν ικανά όσο έβλεπε τώρα μπροστά του την
μαυροντυμένη γυναίκα, να τον βοηθήσουν να τα βάλει μαζί της. Παρά την ήττα του
όμως, δεν χαμήλωνε το βλέμμα. Ήταν πολύ εγωιστής για να το κάνει αυτό, όσο κι
αν τον πονούσε αυτή η ήττα. Η γυναίκα το απολάμβανε αυτό όμως, χαιρόταν με την
διαφαινόμενη ανοησία του ανδρός. Δεν μίλησαν, δεν αντάλλαξαν λόγια – άλλωστε η
Ζωή, δεν μιλά, μόνο κάνει. Τα χείλη του άρχισαν να ματώνουν, όσο τα δάγκωνε,
και οι αισθήσεις του είχαν περάσει σε άλλον κόσμο, σε άλλη διάσταση. Δεν ένιωθε
με το σώμα, δεν ένιωθε τα ορατά, δεν ένιωθε όλα αυτά που είχε μάθει να νιώθει
από τότε που γεννήθηκε. Το πνεύμα του, η ψυχή του, είχαν πλέον τις αισθήσεις. Τα
μάτια του ήταν πλέον ανοικτά, κι έβλεπε. Ω ναι, αυτό που επιθυμούσε διακαώς,
είχε γίνει. Αυτό που τον βασάνιζε, αυτό που τον έκανε να χωριστεί στα δύο,
αλήθεια κι εγώ, εγώ κι αλήθεια, είχε νικητή, κι είχε νικητή κάποιον ή κάποια
που δεν περίμενε πως θα κέρδιζε.
Κι αυτήν η κάποια που κέρδισε
μέσα του, είχε τόσα χρόνια χάσει για αυτόν, την πρωτόγνωρη της αίσθηση, που
είχε αφήσει πάνω στο πέπλο που σκέπαζε την πνευματική του υπόσταση. Κι όλα αυτά
τα χρόνια, αδυνατούσε να την αναγνωρίσει, αδυνατούσε να τη συλλάβει, την
φοβόταν, δυσπιστούσε απέναντί της, και στο τέλος είχε φτάσει να προσβάλει και να
απαξιεί την ίδια της την υπέροχη και αδιαμφισβητήτως μοναδική της φήμη.
Κι αυτό το άστρο, αυτό το
αστέρι που κάποτε έπεσε, εν μέσω μιας χειμωνιάτικης βραδιάς, έχασκε μπροστά
στον ιδιόρρυθμο, ιδιότροπο και παράξενο αυτό άντρα, και σε όλη του την
συμπεριφορά. Αυτό το όνειρο, η γεύση του παράδεισου, ο ίδιος ο παράδεισος ήταν
το άστρο. Η νεράιδα αυτή, η νύμφη, η θεά που έπεσε, μα έμενε ακόμη στην δόξα της.
Αυτός ο έκπτωτος άγγελος, που έχασε τα φτερά του, κι έγινε άνθρωπος, κι ο
άντρας άγγιξε λίγο το νέκταρ που έσταζαν από τις πληγές του. Αυτός την ένιωσε, αυτός
την κατάλαβε, αυτός την αγάπησε. Ήταν το απάνεμο λιμάνι του, η πατρίδα του που
γεννήθηκε για αυτόν, τα μάτια που βάφτηκαν με το μόνο χρώμα που θα άγγιζε την
καρδιά του. Ήταν το παρελθόν του, το παρόν του, το μέλλον του. Ήταν η μοίρα
του, ήταν το πεπρωμένο του. Και δεν τον ένοιαζε αν ήταν ψέμα. Γιατί δεν ήταν.
Ήταν η αλήθεια, η αλήθεια του.
Έστρεψε το βλέμμα του πίσω από
την μαυροντυμένη γυναίκα, προς τα ‘κει που κίνησε να φύγει. Στο σταθερό
θρασύδειλο βλέμμα της Ζωής, μικρές χαραμάδες ανησυχίας έκαναν την εμφάνιση τους.
Και μες στις κόρες των ματιών, το μαύρο τους χρώμα, άρχισε να βάφεται σιγά –
σιγά με το χρώμα της οργής και του θυμού. Μίσος περιέβαλε όλο τον τόπο γύρω. Ο
άντρας φτάνοντας δίπλα της, ακριβώς δίπλα της, σταμάτησε εκεί για λίγα
δευτερόλεπτα. Δεν το περίμενε αυτό η γυναίκα, νόμιζε ότι θα προσπαθούσε να της δείξει
πως αδιαφορεί. Σάστισε. Ο άντρας σαν ένδειξη κάποιας έκφρασης που θα βγάζε από
τα χείλη στους ανθρώπους, έκλεισε για λίγο τα μάτια και ταυτόχρονα πήρε μια
βαθιά αναπνοή. Ήξερε ποια ήταν πλέον ο εχθρός του. Το κατάλαβε.
Έπειτα συνέχισε αποφασιστικά
και σταθερά το βήμα του, μη γυρνώντας να κοιτάξει ούτε μια στιγμή την Ζωή.
Ένιωθε άλλωστε σίγουρος πως την είχε αποστηθίσει. Δεν τον ένοιαζε τίποτε, αυτό
ήταν. Ήξερε, κι ένιωθε σίγουρος για αυτό, πως θα ‘βρισκε τον τρόπο, θα ‘φτανε η
ώρα, που αυτή η γυναίκα θα ήταν γονατισμένη σε μια γωνιά, γριά, ανίκανη και στο
έλεος του. Κι αυτή η σιγουριά αντλούνταν από το αστέρι εκείνο, το οποίο είχε
πέσει πριν κάποια χρόνια. Ότι άξιζε σε όλη του την πορεία ήταν αυτό το αστέρι.
Τα υπόλοιπα ήταν θέμα χρόνου κι εμπειρίας…
© copyright, ανδρέας λισσόβας
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Χαραγματιές
Αγάπη
Αναμνήσεις
Άνθρωπος
Απ' την εκκλησιά στο σπίτι (πεζογράφημα)
Από τον ένα μαχαλά στον άλλο… (πεζογράφημα)
Ελπίδες
Επιστροφή και ευλογία στον Άγιο Ανδρέα (πεζογράφημα)
Έρωτας
Η γοργόνα (διήγημα)
Κατανόηση
Κραυγές
Κρυφά συναισθήματα
Ο ανθός της μανταρινιάς (πεζογράφημα)
Ο χαμένος φίλος (διήγημα)
Παντελής Παντελίδης - Ένας πραγματικός μάγκας
Πίστη
Πληγές
Πόνος
Σκέψεις
Συμβολική ποίηση
Τεστ-Προσκλήσεις
Το αστέρι (πεζογράφημα)
Το μοιρολόι της φώκιας σήμερα (διήγημα)
Che Guevara










