Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το αστέρι (πεζογράφημα). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το αστέρι (πεζογράφημα). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Το αστέρι (πεζογράφημα)



Και κάπως έτσι ξεκίνησε. Στην μέση της χειμωνιάτικης νύχτας, όταν ένα αστέρι έπεσε από τον βαθύ και σκοτεινό ουρανό και άναψε την φωτιά στο πυκνό δάσος. Κι όμως, αυτό το αστέρι, ταξίδεψε καιρό στον ουρανό για να φτάσει στην γη. Γιατί ήταν πνεύμα, άγγελος, νεράιδα. Ήταν νύμφη, γοργόνα, ξωτικό, όλα αυτά που ο άνθρωπος δεν μπορεί ούτε να ψελλίσει, ούτε να εκφράσει, μα ούτε και να συλλάβει. Ήταν όνειρο, ευτυχία, παράδεισος. Ήταν η πηγή που ζητά ο κάθε άνθρωπος, η κάθε ψυχή, η κάθε καρδιά.  Και κράτησε για μια στιγμή, όσο διαρκεί ένα αληθινό φιλί.
Μόνο έτσι θα μάθαινε πως όλα έχουν την τιμή τους. Μόνο έτσι θα καταλάβαινε πως, η ζωή του χάραζε ένα πεπρωμένο, σκληρό και αδυσώπητο. Διότι όσα χρόνια κι αν πέρασαν,  δεν είχαν σημασία. Ο μεγάλος του εχτρός κι αντίπαλος, ο Χρόνος, δεν είχε άλλο σημασία. Είχε γεράσει, και είχε αποσυρθεί στην γωνιά του, ανίκανος πλέον να του πάρει οτιδήποτε άλλο, ανίκανος να του στερήσει κάτι που να είχε αξία. Αυτός ο άτιμος, που τώρα είχε μαζευτεί και είχε γίνει ένας αδύναμος γεράκος, ασήμαντος τώρα, δεν άξιζε ούτε μια ματιά. Ας το ζητούσε ικετευτικά, ας το αισθανόταν παρακλητικά, δεν έβλεπε παρά την πλάτη του άντρα, κι ένιωθε μέχρι το πετσί του, την αδιαφορία αυτού του άνδρα, που κάποτε, πίστευε, πως είχε πληγώσει, ένιωθε μέχρι τα βάθη της νοητικής του ύπαρξης, τα απομεινάρια της παλιάς οργής από την ψυχή του άντρα, που πίστευε πως κάποτε τον είχε νικήσει.
Δεν στάθηκε ο άντρας, παρά μόνο στο κατώφλι, δίχως να γυρίσει να τον κοιτάξει. Ένα πικρό χαμόγελο, κάτι σαν μια γραμμή στα χείλια περισσότερο, σχηματίστηκε στο πρόσωπο του. Η καρδιά του ήξερε τι πόνο είχε αυτό το χαμόγελο, αυτό το κάτι σαν χαμόγελο. Ένιωθε ακόμη, τον Χρόνο, τον γέρο Χρόνο, πίσω του, την παρουσία του, την αύρα του, έστω κι αν ήταν αμυδρή για αυτόν, από ‘δω και πέρα. Μέσα σε μια στιγμή, κλείνοντας τα μάτια του, πέρασαν από μπροστά του όλα όσα έζησε, από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, μέχρι πριν λίγες μέρες, που αντίκρισε ένα άλλο πρόσωπο μέσα στον καθρέφτη του.
Όταν άνοιξε τα μάτια του, τώρα στεκόταν μπροστά του, έξω από την πόρτα, μαυροντυμένη σαν χήρα, η Ζωή. Έμοιαζε σαν τις μοίρες των παραμυθιών και των θρύλων. Σαν φάντασμα και πνεύμα δεμένο αιώνια να τριγυρνά άσκοπα, φυλακισμένο μέσα στην ανούσια του πίστη, χαμένο σε αυτήν εδώ τη γη. Μια Μοίρα που έμεινε ζωντανή από τα χρόνια που δεν είχε γεννηθεί ακόμη ο Θεός. Ίσως να ήταν το ίδιο πρόσωπο: η Μοίρα και η Ζωή, η Ζωή και η Μοίρα. Τον κοιτούσε θρασύδειλα μέσα στα μάτια, δίχως ίχνος ντροπής, δίχως ίχνος συμπόνιας. Ήταν νέα και όμορφη, στην ακμή της, με σπινθηροβόλο βλέμμα, εκφραστικά χείλη, και θεληματικό πηγούνι. Μόνο αυτά μπορούσε να διακρίνει από αυτήν, όλα τα άλλα ήταν καλυμμένα από το μαύρο σαν νύχτα πέπλο που την τύλιγε, και την έκανε να φαίνεται πως πενθεί. Το πρόσωπο της όμως δεν πενθούσε καθόλου.
Ο άντρας δεν είχε αισθήματα για αυτήν. Ποτέ δεν ασχολήθηκε μαζί της, ποτέ του δεν της έδωσε, την πρέπουσα σημασία, κι αυτή, για τον λόγο αυτό, πήρε την εκδίκηση της! Η περηφάνια της δεν μπορούσε να αφήσει ατιμώρητο έναν άντρα, που την αγνόησε, έναν άντρα που φάνταζε πιο περήφανος από την ίδια, κι απ’ όλη της την ουσία. Άντρες και άντρες είχαν πληρώσει μπρος στα φουστάνια της, αυτήν την αδιαφορία. Αυτήν την περηφάνια, αυτόν τον εγωισμό. Όλοι τους είχαν συμβάλει στο να γίνουν τα φουστάνια της πιο μαύρα και από την νύχτα, και να μοιάζουν σαν αραχνοΰφαντο πέπλο ριγμένο πάνω στους ανθρώπους, που τους σκεπάζει μέχρις ότου αφήσουν την στερνή θνητή τους πνοή.
Ένιωθε ένα τσίμπημα μέσα του όμως, ένα τσίμπημα που τον προειδοποιούσε πως αυτή, αυτή η μαυροντυμένη γυναίκα, είχε κάνει να νιώθει ο άντρας έτσι. Να νιώθει σαν άβυσσο την καρδιά του, σαν γυαλί την ψυχή του, και να αισθάνεται το μυαλό του σκοτισμένο. Αυτή η γυναίκα ήταν η απάντηση, στο ποια μοίρα τον σημάδεψε… κι αυτό έκανε και τώρα αυτή η Μοίρα, τον σημάδευε με το βλέμμα της, με όλη της την ψυχή, με όλη την ουσία που την διακατείχε από τότε που γεννήθηκε από Θεούς και Τιτάνες, και κατοίκησε στις νύκτες και στους χειμώνες.
Πριν φτάσει εδώ στην πόρτα ο άντρας, πριν ακόμη έρθει εδώ, σε τούτο το σπίτι μέσα στο δάσος και αντιμετωπίσει μέσα του τον Χρόνο, πριν μάθει όλα όσα έμαθε και δει όσα είδε, ο άντρας αυτός μετά από εκείνην την χειμωνιάτικη νύχτα, που ένα άστρο έπεσε, ταξίδεψε πολύ. Ταξίδεψε μέσα σε θάλασσες, και στις μπόρες τους και στις φουρτούνες τους. Πάλεψε με τα μανιασμένα κύματα που ξέβραζαν τα μάτια του, και με της ψυχής του τ’ άγρια τα αστροπελέκια. Κουμάνταρε και έχασε το καράβι του. Μα βρήκε και στεριές. Βρήκε και νησιά. Γνώρισε την Κίρκη και την Καλυψώ, και ήπιε μαζί τους το γλυκό πιοτό της λησμονιάς, χορεύοντας στον χορό που λύρες έπαιζαν μαγεμένες από την ομορφιά των κυράδων τους. Ατένισε τον έναστρο ουρανό, ξαπλωμένος στα νυμφικά τους κρεβάτια, δίπλα στην αμμουδιά, και ονειρεύτηκε το λυτρωτικό ταξίδι του, που του ‘χαν τάξει οι σειρήνες. Χάθηκε όμως πάλι στις ερήμους και στις Σαχάρες που άνοιξαν μπροστά του. Ένιωσε την καυτή ζέστη να του αφήνει στα χείλη μόνο μια πνοή, και πλανήθηκε με τις οάσεις που του πρόσφεραν οι ψεύτικες αισθήσεις του. Λάτρεψε σαν θεούς τις σταγόνες της βροχής, που έκανε πολύ καιρό να νιώσει πάνω στο διψασμένο και ξερό κορμί του. Μα βρήκε στο διάβα του και Βεδουΐνους μοναχούς, που απλόχερα του πρόσφεραν την κάθε τους πηγή σοφίας και εμπειρίας. Βρήκε στα καραβάνια που συνάντησε κι αλχημιστές, τους τελευταίους της γενιάς, που μάταια του πρόσφεραν το ελιξίριο της αθανασίας και κάθε άλλο ελιξίριο κάθε ανθρώπινης επιθυμίας. Βρέθηκε σε δάση τροπικά και άγρια, να παλεύει με τα θηρία της φύσεως που γέννησε η γη. Μίσησε τα πυκνά δάση που θόλωναν τον νου του, και την ζωή αυτή που τον εγκλώβισε μέσα στα νύχια της και στα κλαδιά της. Έκανε ένα την οργή του με τον πνεύμα του, κάτω από τις ανεπιθύμητες ευλογίες της φυγής. Μάζεψε όμως και τα φρούτα που του ‘δωσαν δύναμη και σθένος, και βρήκε τα δικά του μονοπάτια που χάραξαν ιθαγενείς. Και βρήκε ακόμη, τα κρυμμένα χωριά αυτά των ιθαγενών, και μίλησε με τους μάγους τους, που του ‘δειξαν το πεπρωμένο του, που φώλιαζε σαν δράκος κοιμισμένος μέσα στο σώμα του. Πήρε τις συμβουλές των αρχηγών, που του είπανε να μην ξεχνά το χρέος του, και την αξία αυτού του χρέους. Έφτασε ως τον μακρινό και χιονισμένο βορρά, κι ένιωσε το κρύο της μοναξιάς, που τρυπά κάθε ορατό και αόρατο του ανθρώπου. Πνίγηκε μέσα στις χιονοστιβάδες που κυρίευσαν τον χαρακτήρα του, και πιάστηκε από τα μαλλιά του εγωισμού του για να σωθεί. Πρόδωσε και προδόθηκε από τον ίδιο του τον εαυτό, τις στιγμές που η νύχτα μεγάλωνε, κι ο ήλιος γυρνούσε την πλάτη του αδιάφορος. Πάλεψε με τ’ άγνωστα τέρατα των σπηλιών και γλύτωσε από διαβάτες ατρόμητους και στέρεους, που ζούνε αιώνια στα ψηλά βουνά, μακριά από τους ανθρώπους, που μόνο ακουστά τους έχουν. Κατάλαβε την σημασία της φωτιάς και την χρήση της, που θέλει μέτρο και προσοχή και ζέστανε την ψυχή του, μονάχα με μια φλόγα.
Μα να που όλα αυτά που έζησε στα ταξίδια του, δεν στάθηκαν ικανά όσο έβλεπε τώρα μπροστά του την μαυροντυμένη γυναίκα, να τον βοηθήσουν να τα βάλει μαζί της. Παρά την ήττα του όμως, δεν χαμήλωνε το βλέμμα. Ήταν πολύ εγωιστής για να το κάνει αυτό, όσο κι αν τον πονούσε αυτή η ήττα. Η γυναίκα το απολάμβανε αυτό όμως, χαιρόταν με την διαφαινόμενη ανοησία του ανδρός. Δεν μίλησαν, δεν αντάλλαξαν λόγια – άλλωστε η Ζωή, δεν μιλά, μόνο κάνει. Τα χείλη του άρχισαν να ματώνουν, όσο τα δάγκωνε, και οι αισθήσεις του είχαν περάσει σε άλλον κόσμο, σε άλλη διάσταση. Δεν ένιωθε με το σώμα, δεν ένιωθε τα ορατά, δεν ένιωθε όλα αυτά που είχε μάθει να νιώθει από τότε που γεννήθηκε. Το πνεύμα του, η ψυχή του, είχαν πλέον τις αισθήσεις. Τα μάτια του ήταν πλέον ανοικτά, κι έβλεπε. Ω ναι, αυτό που επιθυμούσε διακαώς, είχε γίνει. Αυτό που τον βασάνιζε, αυτό που τον έκανε να χωριστεί στα δύο, αλήθεια κι εγώ, εγώ κι αλήθεια, είχε νικητή, κι είχε νικητή κάποιον ή κάποια που δεν περίμενε πως θα κέρδιζε.
Κι αυτήν η κάποια που κέρδισε μέσα του, είχε τόσα χρόνια χάσει για αυτόν, την πρωτόγνωρη της αίσθηση, που είχε αφήσει πάνω στο πέπλο που σκέπαζε την πνευματική του υπόσταση. Κι όλα αυτά τα χρόνια, αδυνατούσε να την αναγνωρίσει, αδυνατούσε να τη συλλάβει, την φοβόταν, δυσπιστούσε απέναντί της, και στο τέλος είχε φτάσει να προσβάλει και να απαξιεί την ίδια της την υπέροχη και αδιαμφισβητήτως μοναδική της φήμη.
Κι αυτό το άστρο, αυτό το αστέρι που κάποτε έπεσε, εν μέσω μιας χειμωνιάτικης βραδιάς, έχασκε μπροστά στον ιδιόρρυθμο, ιδιότροπο και παράξενο αυτό άντρα, και σε όλη του την συμπεριφορά. Αυτό το όνειρο, η γεύση του παράδεισου, ο ίδιος ο παράδεισος ήταν το άστρο. Η νεράιδα αυτή, η νύμφη, η θεά που έπεσε, μα έμενε ακόμη στην δόξα της. Αυτός ο έκπτωτος άγγελος, που έχασε τα φτερά του, κι έγινε άνθρωπος, κι ο άντρας άγγιξε λίγο το νέκταρ που έσταζαν από τις πληγές του. Αυτός την ένιωσε, αυτός την κατάλαβε, αυτός την αγάπησε. Ήταν το απάνεμο λιμάνι του, η πατρίδα του που γεννήθηκε για αυτόν, τα μάτια που βάφτηκαν με το μόνο χρώμα που θα άγγιζε την καρδιά του. Ήταν το παρελθόν του, το παρόν του, το μέλλον του. Ήταν η μοίρα του, ήταν το πεπρωμένο του. Και δεν τον ένοιαζε αν ήταν ψέμα. Γιατί δεν ήταν. Ήταν η αλήθεια, η αλήθεια του.
Έστρεψε το βλέμμα του πίσω από την μαυροντυμένη γυναίκα, προς τα ‘κει που κίνησε να φύγει. Στο σταθερό θρασύδειλο βλέμμα της Ζωής, μικρές χαραμάδες ανησυχίας έκαναν την εμφάνιση τους. Και μες στις κόρες των ματιών, το μαύρο τους χρώμα, άρχισε να βάφεται σιγά – σιγά με το χρώμα της οργής και του θυμού. Μίσος περιέβαλε όλο τον τόπο γύρω. Ο άντρας φτάνοντας δίπλα της, ακριβώς δίπλα της, σταμάτησε εκεί για λίγα δευτερόλεπτα. Δεν το περίμενε αυτό η γυναίκα, νόμιζε ότι θα προσπαθούσε να της δείξει πως αδιαφορεί. Σάστισε. Ο άντρας σαν ένδειξη κάποιας έκφρασης που θα βγάζε από τα χείλη στους ανθρώπους, έκλεισε για λίγο τα μάτια και ταυτόχρονα πήρε μια βαθιά αναπνοή. Ήξερε ποια ήταν πλέον ο εχθρός του. Το κατάλαβε.
Έπειτα συνέχισε αποφασιστικά και σταθερά το βήμα του, μη γυρνώντας να κοιτάξει ούτε μια στιγμή την Ζωή. Ένιωθε άλλωστε σίγουρος πως την είχε αποστηθίσει. Δεν τον ένοιαζε τίποτε, αυτό ήταν. Ήξερε, κι ένιωθε σίγουρος για αυτό, πως θα ‘βρισκε τον τρόπο, θα ‘φτανε η ώρα, που αυτή η γυναίκα θα ήταν γονατισμένη σε μια γωνιά, γριά, ανίκανη και στο έλεος του. Κι αυτή η σιγουριά αντλούνταν από το αστέρι εκείνο, το οποίο είχε πέσει πριν κάποια χρόνια. Ότι άξιζε σε όλη του την πορεία ήταν αυτό το αστέρι. Τα υπόλοιπα ήταν θέμα χρόνου κι εμπειρίας…


© copyright, ανδρέας λισσόβας


Άστρα μη με μαλώνετε - Μανώλης Λιδάκης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...