Μέρος πρώτο : Η ΤΑΒΕΡΝΑ

Φέτος για πρώτη χρονιά αποφασίσαμε να μην πάμε στην εξοχή την καθαρά Δευτέρα αλλά να πάμε σε μια ταβέρνα στο
Μόχλος (κοντά τη Σητεία). Οι μισοί δεν είχαν πάει ποτέ ενώ οι άλλοι μισοί είχαμε να πάμε πολλά χρόνια. Κλείσαμε λοιπόν τραπέζι 3 ημέρες πιο πριν και φτάσαμε στην παραθαλάσσια Ταβέρνα στις
12.30 το μεσημέρι. Σε όλη τη Διαδρομή ο Ήλιος ψιλά μας χαμογελούσε και η ζέστη προμήνυε ότι θα περάσουμε ένα ωραίο μεσημέρι μέχρι που κάτσαμε στην Ταβέρνα... Ένα τεράστιο θερμόμετρο στον τοίχο μας ενημέρωνε ότι η θερμοκρασία ήταν 16 βαθμοί κελσίου... Αμ δε... Στο σημείο όπου κάτσαμε η θερμοκρασία ήταν πολύ χαμηλότερη οπότε σιγά σιγά τα πουκάμισα μετατράπηκαν σε μπλούζες, τα σακάκια σε Μπουφάν, τα καπέλα σε κασκόλ κ.ο.κ. 16 (και καλά) βαθμοί υπό σκιάν σε ένα σημείο που φύσαγε ασταμάτητα 5 μέτρα από την Θάλασσα.
Το κρύο όμως ήταν μόνο η αρχή...30 Λεπτά αργότερα, στις
1 το μεσημέρι και ακόμα δεν έχουμε παραγγείλει. Σταματάμε λοιπόν μια σερβιτόρα και της λέμε.
“Να σας παραγγείλουμε;”.
Λες και ξαφνιάστηκε μας απάντησε ένα απροσδόκητο
“Όοοοχι....”.
Τι όχι κυρία μου; Μισή ώρα είμαστε εδώ...Ένα τέταρτο αργότερα έρχεται μια άλλη σερβιτόρα για να πάρει την παραγγελία μας η οποία
δεν ήταν Ελληνίδα... Μια
Σουπιά της λέγαμε Τυρί σαγανάκι καταλάβαινε. Χταπόδι στα Κάρβουνα της λέγαμε και μας ρωτούσε “Χταπόδι στο Grill ;” Ναι κυρία μου στο Grill...
τα υψηλά σαλόνια μου μέσα...Η ώρα έχει πάει
2 το μεσημέρι και πάνω στο τραπέζι μας υπάρχει ένα δείγμα λαγάνας και τα ούζα αφού φαγητό δεν έχει κάνει την εμφάνιση του και όπως καταλαβαίνετε προσπαθούμε να κρατήσουμε τα νεύρα μας. Ξαφνικά εμφανίζεται ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας, ένας κοντός μαυριδερός τύπος με μουστάκι λες και βγήκε από κόμιξ και με την βαριά κρητική προφορά του μας λέει :
“ Ήντα; Ακόμα δεν φάγατε;”Όχι του απαντάμε.... Μας κοιτάει 2 δεπτερόλεπτα και λέει μες στη τρελή χαρά “Ε πληρώσετε να φύγετε !”Στη συνέχεια αποφάσισε να ταΐσει τον Αλέξανδρο με τα αφροδισιακά μύδια τα οποία καθάριζε 1.5 μέτρο πιο πέρα από εμάς. Ε τι να κάνει και ο Αλέξανδρος, να μην προσβάλει τον παραδοσιακό κρητικό ταβερνιάρη έκανε φιλότιμες προσπάθειες να τα καταπιεί... Αφού κατάφερε να φάει 2-3 ο ταβερνιάρης κλασικά μες στην τρελή χαρά είπε
“Ε κοπέλια, από μπροστά να τον έχετε τώρα. Μην τον έβάλετε από πίσω σας γιάντα θ'αχετε μεγάλη χαρά”Η ώρα έχει πάει
2.30 και φυσικά το φαγητό είναι άφαντο!!! Η Κατάσταση που επικρατεί στην ταβέρνα είναι χαοτική. Ο κόσμος πάει μόνος του στη κουζίνα για να πάρει σερβίτσια και πότο ενώ όσοι τυχεροί είχαν σερβιριστεί πήγαιναν ένας ένας στο ταμείο και διαμαρτύρονταν για τον φουσκωμένο λογαριασμό.
Ε... 3 παρά έρχονται τα πρώτα “εδέσματα”... 3 ακριβώς αποφασίζουμε να ζητήσουμε εκνευρισμένοι τον λογαριασμό αφού δεν μας είχαν φέρει ούτε τα μισά από αυτά που είχαμε παραγγείλει. 15 λεπτά αργότερα αποφασίζουν να μας κάνουν το λογαριασμό και διαπιστώνουμε ότι μας έχουν χρεώσει και αυτά που δεν μας έφεραν.
60 ευρώ ο λογαριασμός (κερασμένα από άλλους τα ποτά μας), 30 έπρεπε να πληρώσουμε κανονικά. Εγώ έτοιμος να κάνω φασαρία σε περίπτωση που μας πουν μα και μου... Τελικά πληρώσαμε
30 ευρώ και σηκωθήκαμε κακήν κακός να φύγουμε γιατί είχαμε μπροστά μας ταξίδι.
Μέρος δεύτερο : Η ΚΑΦΕΤΕΡΙΑ

Αν και νηστικοί λέμε να κάνουμε μια στάση στον
Άγιο Νικόλαο για να πιούμε ένα καφέ στη Λίμνη. Φτάνουμε μετά από περίπου 40 λεπτά και μπαίνουμε σε μια καφετερία με θέα τη λίμνη. Εκείνη τη στιγμή ήμασταν
7 άτομα και στην καφετέρια υπήρχαν 4 τραπέζια άδεια με
4 καρέκλες ανα τραπέζι. Τους λέμε
να ενώσουμε 2 τραπεζάκια. “Όχι γιατί θα κλείσει ο χώρος”... Να βάλουμε τότε 3 καρέκλες σε αυτό εδώ το τραπεζάκι; “Μα σας είπαμε όχι γιατί θα κλείσει ο χώρος”.
Μα ποιος χώρος βρε ουρακοτάνγκε; Αφού είναι τέρμα γωνία το τραπεζάκι και δεν έχει να πας πουθενά από εκεί;
“Λίγη κατανόηση ρε παιδεία μας λέει, δεν βλέπετε ότι δεν γίνεται;” Τσατίζεται ο Αντώνης και αρχίζει να βρίζει βγαίνοντας από την καφετέρια...
Ποτέ σας... λέμε και ξεκινάμε για μια
δεύτερη καφετέρια. Μπαίνουμε μέσα και υπήρχε άπλετος χώρος παντού αλλά
πουθενά τραπέζι για 7 άτομα. Πάμε λοιπόν σε κάτι τραπεζάκια που ήταν κολλημένα στον τοίχο και τραβάμε τις καρέκλες για να τα ενώσουμε έτσι ώστε να χωρέσουμε. Τσούυυπ εμφανίζεται η γκαρσόνα και μας λέει
“Συγγνώμη... Δεν μπορείτε να ενώσετε τα τραπέζια!”Γυρίζω την κοιτάω σε έξαλλη κατάσταση και της λέω : “Καλά... Πάμε να φύγουμε παιδιά” και φεύγουμε χωρίς δεύτερη κουβέντα από την καφετέρια με την γκαρσόνα να έχει μείνει με τον δίσκο στο χέρι.
Με τα πολλά καθίσαμε σε μια ταβέρνα δίπλα στη Λίμνη και ήπιαμε έναν ωραιότατο καφέ και τραπεζάκια ενώσαμε και πολύ ευγενικός ήταν ο ιδιοκτήτης.
Αυτό πραγματικά δεν μου έχει ξανασυμβεί.
Μα είναι δυνατόν να φας πόρτα σε καφετέρια; Και που; Στον Άγιο Νικόλαο... σε μια πόλη με 10 χιλιάδες κατοίκους που εκείνη τη στιγμή είχε ακόμα λιγότερο κόσμο αφού οι περισσότεροι ήταν στην εξοχή!
Ε κοιτάξτε εάν κάποιος δεν θέλει μια φορά να πάρει τα 40-50 ευρώ που θα του αφήσουμε τότε εμείς δεν θέλουμε να του τα δώσουμε δέκα!Μέρος τρίτο : Η Επιστροφή
Ε νομίζω τα πολλά λόγια είναι φτώχεια... Μπλέξαμε στην κίνηση. Στην εθνική σε δρόμο που συνήθως πας άνετα με 110-120 πηγαίναμε με 2 χιλιόμετρα ανά ώρα... Στις 7.30 το βράδυ καταφέραμε να φτάσουμε πίσω στα σπίτια μας...
Ηθικό δίδαγμα : Του χρόνου πίσω στα χωράφια...