Ἄρκετά χρόνια πρίν - κάποιοι ἴσως θυμοῦνται ἐγώ ἴσα πού τό πρόλαβα - ἕνας γύφτος κρατῶντας τό ντέφι στό ἕνα χέρι καὶ σέρνοντας μιά μαϊμοῦ δεμένη μέ ἁλυσίδα μέ τό ἄλλο, γύρναγε στοὺς δρόμους. Μαζευόταν ὁ κόσμος, χτύπαγε ὁ γύφτος τὸ ντέφι καὶ ἡ μαϊμοῦ χόρευε. Ὅταν σταμάταγε ὁ γύφτος τὸ ντέφι, σημάδι ὅτι τελείωσε τό νούμερο, ἡ μαϊμοῦ δὲν σταμάταγε. Βασιλικώτερη τοῦ βασιλέως συνέχιζε νὰ χορεύει γύρω ἀπό τον γύφτο, ὅλο καὶ πιὸ ἔντονα, κυττῶντας τον στὰ μάτια.
