Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα .Καυσοκαλυβίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα .Καυσοκαλυβίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

Συμεών μοναχός Καυσοκαλυβίτης (1903 - 1988)

Στὸν Γέροντα Ἡσαΐα ἀπὸ τὴν Ῥαιδεστό, ποὺ ζοῦσε στὴν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, στὰ Καυσοκαλύβια, ἀπὸ τὸ 1840, προσῆλθε τὸ 1933 ὁ Γεώργιος Κανέτσος, καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὴν Ῥαιδεστό, προκειμένου νὰ γίνει μοναχός. Ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Θεσσαλίας, ὅπου ζοῦσε καὶ ἐξασκοῦσε τὸ λειτούργημα τοῦ χωροφύλακα, σὲ ἡλικία 30 ἐτῶν, ἀποφάσισε νὰ ἀφήσει τὰ ἐγκόσμια καὶ νὰ ἔλθει στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὅταν ἦλθε στὸν γερο-Ἡσαΐα, ὁ Γέροντας τὸν ῥώτησε ἂν καπνίζει. Ἐκεῖνος ἀπάντησε καταφατικὰ καὶ τότε ὁ Γέροντας τοῦ λέει: «Δὲν μπορεῖς νὰ γίνεις μοναχός». Ἀμέσως τότε αὐτὸς πετὰ τα τσιγάρα καὶ βάζει μετάνοια στὸν Γέροντα. Ἔμεινε κοντὰ στὸν γερο-Ἡσαΐα 14 χρόνια. Ὡς μοναχός, ἀσκοῦσε μὲ ἀκρίβεια τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ἡσυχαστικὴ ζωή.
Ἕναν χρόνο πρὶν τὸν θάνατο τοῦ γερο-Ἡσαΐα, προσῆλθε καὶ ὁ Βασίλειος Καυκὴς ἀπὸ τὴν Λήμνο· ὁ γερο-Συμεών, ἀμέσως τοῦ φόρεσε ἕνα παλαιὸ ζωστικό, λέγοντας: «Δὲν θέλω κοσμικοὺς μέσα στὸ σπίτι».
Ὁ Βασίλειος ὑπηρέτησε στὰ ὀχυρὰ τοῦ Μεταξᾶ στὸ Ῥούπελ. Ἐκεῖ, ὅπως εἶναι γνωστό, ἀντιστάθηκαν στοὺς Γερμανοὺς καὶ ἀπέτρεψαν τὴν εἴσοδό τους στὰ ὀχυρά. Μέσα ἀπὸ τὴν ἀπελπισία τῆς μάχης παρακαλοῦσε τὴν Παναγία νὰ τὸν γλυτώσει ἀπὸ τὸν αἰφνίδιο θάνατο τοῦ πολέμου μὲ τὴν ὑπόσχεση ὅτι θὰ γίνει μοναχὸς στὸ περιβόλι Της. Ἦρθε, λοιπόν, τὸ 1945 στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἐκάρη μοναχὸς τὸ 1947 ἀπὸ τὸν π. Συμεών, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομα τοῦ Γέροντος Ἡσαΐα. Μὲ αὐτὸν συνδέθηκε μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του.
Ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινε μοναχὸς ὁ π. Συμεών, ποτὲ δὲν ἔπλυνε τὸ πρόσωπό του καὶ τὸ στόμα του μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Ἐργαζόταν χειρωνακτικὲς ἐργασίες στοὺς κήπους τῶν πατέρων μὲ ταπείνωση καὶ περιποιόταν τὸ κτηματάκι του στὰ χωράφια τῆς περιοχῆς τοῦ Ἁγίου Νήφωνος.
Ἐργόχειρο δὲν ἔμαθε γιὰ νὰ μὴν ἔχει περισπασμὸ ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἐργασία. Ὅταν πήγαινε στὰ χωράφια πάντοτε κρατοῦσε τὸ λιωμένο κομποσχοίνι του στὰ χέρια γιὰ νὰ ἀγωνίζεται στὴν προσευχή. Εἶχε στὴν τσέπη του κουκιὰ γιὰ νὰ μετράει τὰ κομποσχοίνια μεταφέροντας αὐτὰ ἕνα-ἕνα στὴν ἄλλη τσέπη. Εἶχε μεγάλη φιλία μὲ τὸν μεγάλο ἀσκητὴ Γαβριὴλ τὸν Καρουλιώτη, ὁ ὁποῖος, κάποια περίοδο εἶχε σκανδαλισθῆ καὶ ἤθελε νὰ πάει μὲ τοὺς ζηλωτές. Ὁ γερο-Συμεών, ὡς φωτισμένος νοῦς, τὸν βοήθησε νὰ ξεπεράσει τὴν δυσκολία αὐτή. Ἀρκετὲς φορές, ὅπως μᾶς διηγιόταν ὁ ἴδιος, ἔκαναν ἀγρυπνίες μὲ τὴν εὐχὴ καὶ μὲ πνευματικὴ συζήτηση. Περνοῦσαν ἔτσι τὴν νύχτα χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουν καθόλου, ἀποῤῥοφημένοι ἀπὸ τὶς δύο ἀγαπημένες τους αὐτὲς ἐνασχολήσεις.
Διακονοῦσε πάντοτε στὸ Κυριακὸ μὲ προθυμία ὡς ἐκκλησιαστικός. Ἐπιθυμοῦσε νὰ μεταλαμβάνει συχνὰ τῶν θείων Μυστηρίων καὶ προσερχόταν μὲ πολὺ πόθο. Πάντοτε, ὅταν τὸν μεταλαμβάναμε, τὰ δάκρυα πλημμύριζαν τὸ ἀσκητικό του πρόσωπο, χάρισμα πού, ὅπως φαίνεεται, εἶχε λάβει μὲ τὴν βοήθεια τοῦ προστάτου Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου.
Τὰ τελευταῖά του 15 χρόνια εἶχε χάσει τὸ φῶς του. Ἔπασχε ἀπὸ καταῤῥάκτη, ἀλλὰ δὲν θέλησε νὰ βγῆ στὸν κόσμο γιὰ ἰατρικὴ ἐπέμβαση. Τὸ θεωροῦσε πολὺ ἐπιβλαβὲς γιὰ ἕναν μοναχὸ νὰ βγαίνει στὸν κόσμο. Στὰ 60 χρόνια ποὺ ἔζησε στὸ Ἅγιον Ὄρος, δὲν βγῆκε ποτὲ ἔξω. Ἔλεγε:«Ἂν θέλει ἡ Παναγιά, θὰ μὲ κάνει καλά». Ὑπέμενε μέχρι τέλους τὴν τύφλωση μὲ ὑπομονὴ καὶ καρτερία μαζὶ μὲ τὸν ὑποτακτικό του Ἡσαΐα, ὁ ὁποῖος εἶναι τοῦ ἰδίου πνεύματος.
Συχνά, ζητοῦσε καὶ γινόταν εὐχέλαιο στὸ ἐκκλησάκι τους. Αἰσθανόταν πάντοτε ἀνακούφιση σωματικὴ καὶ πνευματικὴ παρηγοριὰ ἀπὸ τὸ μυστήριο. Τὴν πρώτη ἑβδομάδα τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, νήστευε μέχρι τὸ Σάββατο καί, ἀφοῦ μεταλάμβανε τῶν ἀχράντων Μυστηρίων, ἔτρωγε τὴν πάντοτε λίγη τροφή του. Ἀπὸ ὑπερβολικὸ ζῆλο γιὰ τὴν ἄσκηση δὲν ἄλλαξε αὐτὴ τὴν τακτική του μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του.
Στὴν ἀρχὴ τῆς Τεσσαροκοστῆς τοῦ 1988, ἄρχισε νὰ δυσκολεύεται στὴν τροφή. Ὁ ὑποτακτικός του, τοῦ εἶπε νὰ φέρει τοὺς ἱερεῖς νὰ κάνουν εὐχέλαιο. Ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε ὅτι δὲν χρειάζεται. Γνώριζε ὅτι εἶχε φθάσει τὸ τέλος. Ἀπὸ ἀρκετὲς ἡμέρες περίμενε νὰ φύγει γιὰ τὴν ἄλλη ζωή, τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Συμεών, στὶς 12 Μαρτίου. Ἔτσι καὶ ἔγινε. Τὸ βράδυ ἐκεῖνο ἔφυγε πετώντας γιὰ τὸν οὐρανό. Τὸ πρόσωπό του, πράο καὶ ἥσυχο, ἔλαμπε. Τὸ σῶμά του ἦτνα σκελετωμένο ἀπὸ τὴν ἄσκηση, τὰ μαλλιά του, ποὺ ἔφθαναν μέχρι τὴν μέση, εἶχαν γίνει ἀπὸ τὴν ἀλουσία ἕνα σῶμα. Τιμώρησε τὸ σῶμά του μὲ τὴν τέλεια ἀλουσία γιὰ νὰ ἀπολαύσει τὶς οὐράνιες εὐωδίες. Τὸ ἐπὶ 60 χρόνια ἄπλυτο σῶμά του, παραδόξως, δὲν ἀνέδιδε τὴν παραμικρὴ δυσάρεστη μυρωδιά!
Μαξίμου Ἱερομονάχου Καυσοκαλυβίτου: 
Ἀσκητικὲς Μορφές, καὶ Διηγήσεις ἀπὸ τὸν Ἄθω,
Κελλίον Ἁγ. Ἀντωνίου, Κρύα Νερά, Ἅγιον Ὄρος, 2006

Κυριακή 15 Μαΐου 2016

Ιερόθεος μοναχός Καυσοκαλυβίτης (1886 - 1968)

Κατά κόσμον ονομαζόταν Δημήτριος Κακούνης του Γεωργίου και της Αικατερίνης. Από το Καστρί Λακωνίας, όπου γεννήθηκε το 1886, νέος ξενιτεύθηκε στην Αμερική, μαζί με τον αδελφό του, για να εργασθούν και να βοηθήσουν την οικογένεια τους. Όταν κάποτε θέλησαν να πάνε σ’ ένα θέατρο για να ψυχαγωγηθούν, βλέπουν θίασο δαιμόνων να χορεύουν και να γκρεμίζουν νέους στην απώλεια. Εντυπωσιάσθηκαν, τρομοκρατήθηκαν και αποφάσισαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και ν’ ακολουθήσουν τον μοναχισμό.
Ο αδελφός του πήγε στη σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης και από εκεί στη μονή Γρηγορίου, της οποίας έγινε και καλός ηγούμενος, ο γνωστός παπα-Θεόδωρος († 1964). 
Ο ίδιος μετέβη στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων, το 1895, στην Καλύβη του Αγίου Ακακίου υπό τον Γέροντα Διονύσιο († 1934), όπου εκάρη το 1897.
Ο μοναχός Ιερόθεος σε όλη του τη ζωή πρότυπο, παράδειγμα κι έμπνευση είχε τον ασκητικό βίο του οσίου Ακακίου. Αγάπησε ένθερμα την αρετή. Οι πατέρες ,της σκήτης από αγάπη, σεβασμό κι εκτίμηση τον φώναζαν «παπουλάκη». Η διακονία ήταν μεγάλη χαρά της ψυχής του. Ήταν και προσφοράρης της σκήτης και εκκλησιαστικός στο Κυριακό της Αγίας Τριάδος και κολλυβάς στην πανήγυρη της Λαύρας και καλός ξυλογλύπτης στην αγαπητή Καλύβη του.
Τον σκέπαζε η χάρη του Θεού πλούσια, γιατί είχε άφθονη πραότητα, ανεξικακία, καθαρότητα και ασκητικότητα. Ήταν αγαπητός σε όλους τους συνασκητές του. Καθήμενος στο ταπεινό εργαστήρι του σκάλιζε υπομονετικά, σταυρούς, κουτάλια, κτένες, χαρτοκόπτες, δεχόταν τους λίγους επισκέπτες του έκεί, τους φίλευε κάτι και άρχιζε στην καρδιά τους να σμιλεύει λόγια Χριστού. Με τον καλοκάγαθο και γαλήνιο τρόπο του ανέπαυε ψυχές, ταλαιπωρημένες από μάταιους λογισμούς και όλοι έφευγαν αναπαυμένοι, παρηγορημένοι. Δεν δίσταζε σε όποιον του ζητούσε να διδάξει την τέχνη της ξυλογλυπτικής, που είχε μάθει από τον άριστο ξυλογλύπτη Γέροντα Αρσένιο († 1956).
Αναπαύθηκε εν Κυρίω στις 13.5.1968. Ήταν ασθενής λόγω γήρατος. Με δυσκολία πήγε στο ναό της Καλύβης τους, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, για ν’ ασπασθεί τις άγιες εικόνες και να μεταλάβει των αχράντων Μυστηρίων. Επέστρεψε στο κελλάκι του και ύπνωσε τον ύπνο του δικαίου.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Ανδρέου Αγιορείτου μοναχού, Γεροντικό του Άγιου Όρους, τ. Α’, Αθήναι 1979, σσ. 170-173. Μαξίμου Καυσοκαλυβίτου ιερομ., Ασκητικές μορφές και διηγήσεις από τον Άθω, ‘Άγιον Όρος 2001, σσ. 217-220.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Β΄ 1956-1983. σελ. 803-804

Μιχαήλ μοναχός Καυσοκαλυβίτης (1905 - 1979)

Στη Σύμη των Δωδεκανήσων γεννήθηκε το 1905 ο κατά κόσμον Δημήτριος Καλαμάς του Γεωργίου και της Μαρίας. 
Προσήλθε το 1922 στην Καλύβη του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου των Καυσοκαλυβίων κι εκάρη μοναχός το επόμενο έτος από τον τυφλό Γέροντα Αρσένιο († 1930).
 Ήταν ένας μοναχός, που στο πρόσωπό του φέγγιζε η εσωτερική του νηνεμία, νηφαλιότητα, χάρη, χαρά, ηρεμία και γαλήνη. Ανέπαυε στοργικά τις ψυχές όσων τον πλησίαζαν. Έτσι τον γνωρίσαμε κι εμείς οι ταπεινοί προσκυνητές στην πρώτη μας επίσκεψη στα θαυμάσια Καυσοκαλύβια. Με παραστατικότητα, γνησιότητα και καθαρότητα μας διηγείτο τα θαύματα του Θεού και των αγίων στη ζωή του, για να μας νουθετήσει κι ενισχύσει, παραμυθήσει και κατανύξει.
Οι εικόνες του, παρά το ότι ήταν αναγεννησιακής τεχνοτροπίας, είχαν μια ξεχωριστή χάρη. Ήταν καμωμένες με πολλή προσευχή.
Αγιογράφησε μία εικόνα του αγίου Σάββα του εν Καλύμνω († 1948) δίχως να έχει κανένα πρότυπο, και είναι ίδιος ο άγιος, όπως φαίνεται από φωτογραφίες. Προφανώς του παρουσιάσθηκε ο άγιος στην προσευχή του και του οδηγούσε το χέρι του. Όταν η εικόνα μετεφέρθη στο μοναστήρι του στην Κάλυμνο, οι καμπάνες χτυπούσαν μόνες τους. Μία εικόνα που έφτιαξε, του αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, την πήγε ο ίδιος στον νεόδμητο ναό του στη Ρόδο. Επιστρέφοντας στο Άγιον Όρος αρρώστησε σοβαρά από το έλκος του στομάχου που τον ταλαιπωρούσε χρόνια, και πονούσε πολύ. Στο κελλί του του παρουσιάσθηκε ο άγιος, για να του πει πως με τη βοήθειά του έγινε καλά και να δοξάζει τον Κύριο και τη Θεοτόκο. Άλλοτε πάλι ο Γέροντας προσευχόταν στον άγιο, την ημέρα της μνήμης του, και γέμισε όλος ο ναός και η Καλύβη τους από μία λεπτή ευωδία, που προερχόταν από το τεμάχιο του τιμίου λειψάνου του θαυματουργού αγίου. Ο παπάς που πήγε να λειτουργήσει, νόμιζε πως έριξαν αρώματα. Η θαυμάσια αυτή ευωδία βάστηξε ένα πενθήμερο, προς μεγάλη χαρά αυτού και του υποτακτικού του Γαβριήλ.
Μιχαήλ μοναχός Καυσοκαλυβίτης (1905-1979)
με τον υποτακτικό του μον. Γαβριήλ (†2010)
Ο Γέροντας Χερουβείμ της μονής του Παρακλήτου, γράφει γι’ αυτόν: «Ο γέρων Μιχαήλ με το αειθαλές χαμόγελο, με την παιδική ψυχή και την βαθειά πνευματικότητα, μου έχει μείνει αλησμόνητος. Ο μοναχός αυτός, χωρίς να γίνεται αντιληπτός, εργαζόταν την νοερά προσευχή, την οποία είχε διδαχθή από κάποιον μεγάλο νηπτικό γέροντα». Ο παπα-Μάξιμος ο Καυσοκαλυβίτης συνεχίζει: «Ήταν πάντοτε χαρούμενος κι ανέπαυε τις ψυχές των μοναχών και των προσκυνητών με τις διηγήσεις του και τα πνευματικά του λόγια, που ήταν γεμάτα ζωντάνια και παραστατικότητα. Επίσης ήταν πολύ επιμελής στα πνευματικά της μοναχικής ζωής: ακολουθίες, κανόνα, λειτουργίες. Φρόντιζε όσο το δυνατόν περισσότερο να κάνη λειτουργίες στην Καλύβη του, επειδή ενστερνιζόταν το μεγαλείο και την ψυχική ωφέλεια κάθε λειτουργίας. Επιπλέον, ήταν και καλός ψάλτης, αγαπούσε πολύ τις ολονύκτιες αγρυπνίες, καθώς και τις λειτουργίες οι όποιες τελούνταν στο Κυριακό. Κοντά του βρήκαν ανάπαυση και ψυχική ηρεμία αρκετοί μοναχοί της σκήτης…».
Συνδεόταν με στενή πνευματική φιλία με τον συμπατριώτη του Γέροντα Αββακούμ τον Λαυριώτη († 1978). Κάποτε που είχε εισαχθεί σε νοσοκομείο των Αθηνών με διάγνωση καρκίνου, δεν χρειάσθηκε να χειρουργηθεί, γιατί με τη θερμή προσευχή του και τις πρεσβείες των φίλων του αγίων έγινε τελείως καλά. Έτσι την παραμονή της χειρουργικής επεμβάσεως αναχώρησε για τη σκήτη των Καυσοκαλυβίων, αφήνοντας άναυδο το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό του νοσοκομείου. Ο Γέροντας Πορφύριος († 1991) έλεγε ότι ο Γέροντας Μιχαήλ είχε πλούσια τη χάρη του Θεού από μικρό παιδί. Τον θαύμαζε, γιατί ήταν αρκετά χαριτωμένος. Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 12.5.1979 συμπαραστατούμενος από τον καλοκάγαθο υποτακτικό του μοναχό Γαβριήλ. Πριν αναχωρήσει για τον ουρανό αξιώθηκε να δει τον Κύριο και την Κυρία Θεοτόκο.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Χερουβείμ αρχιμ., Από το Περιβόλι της Παναγίας νοσταλγικές αναμνήσεις, Ωρωπός Αττικής 1981, σσ. 234-235. Ι. Μ. Χατζηφώτη, Ο αγιογράφος Μιχαήλ ο Συμαίος ο Καυσοκαλυβίτης (1904-1979), Εκκλησιαστική Αλήθεια 424/1997, σ. 11. Μαξίμου Καυσοκαλυβίτου ιερομ., Ασκητικές μορφές και διηγήσεις από τον Άθω, Άγιον Όρος 2001, σσ. 229-232 (απ’ όπου η φωτογραφία). Παταπίου Καυσοκαλυβίτου μοναχού, Αγιασμένες μορφές των Καυσοκαλυβίων, Άγιον Όρος 2007, σσ. 186-190.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Β΄ 1956-1983.​
http://www.pemptousia.gr

Ο Γέρων Μιχαήλ ο Καυσοκαλυβίτης
Ὁ γερο-Μιχαήλ, γεννήθηκε στὴν Σύμη τὸ 1906 καὶ ἐκάρη μοναχὸς στὴν Καλύβη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου ἀπὸ τὸν μοναχὸ Ἀρσένιο. Στὸ Ὄρος ἦλθε τὸ 1922 καὶ ἐκάρη μοναχὸς τὸ 1923· ἦταν πάντα χαρούμενος καὶ ἀνέπαυε τὶς ψυχὲς τῶν μοναχῶν καὶ τῶν προσκυνητῶν μὲ τὶς διηγήσεις του καὶ τὰ πνευματικά του λόγια, ποὺ ἦταν γεμάτα ζωντάνια καὶ παραστατικότητα. Ἐπίσης, ἦταν πολὺ ἐπιμελὴς στὰ πνευματικὰ τῆς μοναχικῆς ζωῆς: ἀκολουθίες, κανόνα, λειτουργίες.
Φρόντιζε ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο νὰ κάνει λειτουργίες στὴν Καλύβη του, ἐπειδὴ ἐνστερνιζόταν τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴν ψυχικὴ ὠφέλεια τῆς κάθε Λειτουργίας. Ἐπιπλέον, ἦταν καὶ καλὸς ψάλτης, ἀγαποῦσε πολὺ τὶς ὁλονύχτιες ἀγρυπνίες, καθὼς καὶ τὶς λειτουργίες οἱ ὁποῖες τελοῦνταν στὸ Κυριακό.
Ὁ Γέρων Μιχαήλ, εἶχε ὡς ἐργόχειρο τὴν ξυλογλυπτική. Κατασκεύαζε κυρίως κουτάλια καὶ χαρτοκόπτες.
Κατέβαζε μὲ τὴν συνοδεία του ἀπὸ τὸ βουνὸ στὴν πλάτη μὲ πολὺ κόπο τὰ ξύλα ποὺ χρειάζοταν ὡς πρώτη ὕλη γιὰ τὸ ἐργόχειρό του. Κατέβαζε μὲ τὴν συνοδεία του ἀπὸ τὸ βουνὸ στὴν πλάτη μὲ πολὺ κόπο τὰ ξύλα, ἐνῶ τὰ ἔσοδα ἦταν μηδαμινὰ καὶ ἀνεπαρκὴ γιὰ τὴν συντήρησή τους.
Μὲ τὴν προθυμία τοῦ ὑποτακτικοῦ του, π. Γαβριήλ, ἔμαθαν ἀπὸ τοὺς Ἰωασαφαίους λίγα πράγματα γιὰ νὰ ἐργασθοῦν τὴν ἁγιογραφία.
Οἱ εἰκόνες τοῦ Γέροντος Μιχαήλ, εἶχαν θεία Χάρη.
Τὸ 1959, ἔλαβε ἐντολὴ ἀπὸ τὴν Ἡγουμένη Φιλοθέη, τῆς Μονῆς τῶν Ἁγίων Πάντων Καλύμνου, νὰ ἱστορήσει τὸν Ὅσιο Σάββα. Ὁ π. Μιχαήλ, ἐπειδὴ δὲν εἶχε εἰκόνα τοῦ Ὁσίου, οὔτε τὸν ἐγνώριζε προσωπικῶς, παρεκάλεσε τὸν Κύριον, ἀλλὰ καὶ τὸν Ἅγιο Σάββα εἰς προσευχὴν νὰ φωτισθῆ διὰ νὰ ἱστορήσει τὴν εἰκόνα. Πράγματι, εἶχε μεγάλη εὐχέρεια κατὰ τὴν ἐργασία καὶ ἐπιτυχία. Ὅταν ἡ ἁγία εἰκὼν παρεδόθη εἰς τὸ τελωνεῖο, ἤρχισε νὰ κρούει μόνη της ἡ καμπάνα τοῦ Μοναστηριοῦ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἦτο ἀνεξήγητο μέχρι τὴν ἑπομένη, ὅταν ἔλαβαν εἴδηση ἀπὸ τὸ τελωνεῖο διὰ τὴν παραλαβὴ τῆς εἰκόνος. Ἡ καμπάνα ἔκρουε μόνη της ἕως ὅτου ἔφεραν τὴν εἰκόνα εἰς τὸ Μοναστήρι.
Κάποιος Χριστιανὸς ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἀρχίπολη τῆς Ῥόδου, ὁδηγοῦσε τὸ τρακτὲρ καὶ μαζί του ἔφερε καὶ τὸν μικρό του γιό. Στὸν δρόμο συναντοῦν κάποιον καλόγερο, ποὺ τοὺς σταμάτει καὶ τοὺς ζητᾶ νὰ ἀνέβῃ ἐπάνω. Τοὺς λέει ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ τοῦ κτίσουν ἕναν ναό, παρακάτω τοὺς ὑποδεικνύει καὶ τὸ μέρος, τοὺς ἀποκαλύπτει ὅτι λέγεται Νεκτάριος καὶ ἀμέσως γίνεται ἄφαντος. Ὁ ναὸς κτίσθηκε πολὺ σύντομα, μικρὸς βέβαια, καὶ ἐζητήθηκε ἀπὸ τὸν γερο-Μιχαήλ, νὰ κάνει τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Ὁ γερο-Μιχαὴλ τὴν ἔφτιαξε καὶ πῆγε στὴν Ῥόδο γιὰ νὰ τὴν παραδώσει, παρὰ τὸ ὅ,τι ὑπέφερε πολλὰ χρόνια ἀπὸ ἕλκος στομάχου. Στὴν ἐπιστροφὴ ὅμως, καθόταν σὲ μία γωνιὰ κουβαριασμένος. Στὸ ἴδιο πλοῖο συνταξίδευε καὶ κάποιος γιατρὸς παθολόγος, ὀνόματι Παπανικολάου. Ὁ γιατρὸς ῥώτησε τὸν γερο-Μιχαὴλ τί πρόβλημα εἶχε, καί, ἀφοῦ ἔμαθε τὸ πρόβλημά του, τοῦ ἔδωσε ἕνα φάρμακο· οἱ πόνοι ὑποχώρησαν καὶ συνέχισε τὸ ταξίδι του ἀνενόχλητα μέχρι τὴν Καλύβη του στὰ Καυσοκαλύβια.
Μετὰ τὸ καθιερωμένο Ἀπόδειπνο, ὅταν πῆγε νὰ ἀναπαυθῆ, ἄκουσε νὰ ἀνοίγει ἡ πόρτα τοῦ κελλιοῦ του· τρομαγμένος σηκώνεται πάνω καὶ βλέπει μπροστά του ἕναν ἱεροπρεπῆ ἄνδρα. Ἀρχικὰ τὸν κατέλαβε φόβος, τὸν κοίταξε προσεκτικὰ καὶ διεπίστωσε ὅτι ἦταν ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, ὁ ὁποῖος καὶ τοῦ εἶπε: «Σὲ πληροφορῶ, ὅτι δὲν θεραπεύτηκες ἀπὸ τὸν γιατρὸ στὸν καράβι, ἀλλὰ ἀπὸ ἐμένα τὸν ἴδιο. Νὰ δοξάζεις τὸν Κύριο καὶ τὴν Κυρία Θεοτόκο». Ὁ ὑποτακτικὸς Γαβριήλ, ἄκουσε τὴν ἔντονη ὁμιλία, σηκώθηκε καὶ εἶδε τὸν γερο-Μιχαὴλ σηκωμένο νὰ ἀναζητᾶ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο. Πῆγαν καὶ οἱ δύο στὴν ἐκκλησία καὶ εὐχαρίστησαν τὸν Ἅγιο καὶ τὴν Παναγία.
Μία ἄλλη χρονιά, εἶχαν τελέσει Θεία Λειτουργία στὶς 8 Νοεμβρίου, τῶν Ἀρχαγγέλων καὶ κάλεσαν καὶ τὴν ἑπομένη τὸν ἱερέα νὰ λειτουργήσει, ἐπὶ τῇ ἑορτῇ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Τὸ βράδυ ἐκεῖνο, ὁ γερο-Μιχαὴλ δὲν εἶχε ὕπνο. Πηγαινοερχόταν στὸν ναΐσκο καὶ προσευχόταν μὲ τὸ κομποσχοίνι στὸν Ἅγιο. Κάποτε, αἰσθάνθηκε νὰ ἐξέρχεται οὐράνια εὐωδία τόσο πολύ, ὥστε ὅλη ἡ Καλύβη πλημμύρισε ἀπὸ θεία μυρωδιά. Ἄνοιξε τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας καὶ τὸ παράθυρο, τίποτε! Ὁ ναὸς εἶχε γίνει πηγή, ἀπὸ ὅπου ἀνέβλυζε θεϊκὴ εὐωδία. Μετὰ τὸ πέρας τοῦ ὄρθου, ἦλθε ὁ πατὴρ Ἀθανάσιος νὰ λειτουργήσει καὶ εἶπε στὸν Γαβριήλ: «Ἀρώματα ῥίξατε;!». Μόλις μπῆκε στὸ ἱερό, ἀντιλήφθηκε ὅτι ἡ εὐωδία προερχόταν ἀπὸ τὴν λειψανοθήκη μὲ τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου.

Γέρω-Μιχαήλ Καυσοκαλυβίτης (1906-1979)
Ο γερω-Μιχαήλ, κατά κόσμον Δημήτριος Γ. Καλαμιάς, γεννήθηκε στη Σύμη το έτος 1906. Ο πατέρας του ήταν οργανοπαίκτης, έπαιζε μπουζούκι. Όταν έγινε 15-16 ετών, ο πατέρας του τον πήρε μαζί του και πήγαν στη Ρόδο να του αγοράσει μπουζούκι για να εργάζεται επαγγελματικά. Κατά την επιστροφή με το καράβι συνταξίδευε με μια χριστιανική οικογένεια. Ένας απ' αυτή την οικογένεια είδε το μικρό με το μπουζούκι να χαίρεται και να το θαυμάζει. Τον ρώτησε σαν να μην ήξερε:
- Τι είναι αυτό;
- Μπουζούκι, του απάντησε.
- Να ξέρεις ότι όσα σύρματα (χορδές) έχει, τόσα δαιμόνια έχει πάνω του. Όταν παίζεις μπουζούκι, χορεύουν οι δαίμονες.
Για τον μικρό, αυτό ήταν καθοριστικό. Έκτοτε παράτησε το μπουζούκι και απεφάσισε να γίνει μοναχός. Ούτε στη δουλειά του πήγαινε πλέον, αλλά ετοιμαζόταν για τη μοναχική ζωή. Ο πατέρας του τού έλεγε: "Τουλάχιστο δούλεψε να ξεχρεώσουμε το μπουζούκι". 
Αυτός όμως είχε πάρει τη μεγάλη απόφαση και το έτος 1922 έφυγε για το Άγιον Όρος.
Ήρθε και κοινοβίασε στα Καυσοκαλύβια στην Καλύβη του Ευαγγελισμού. Γέροντάς του ήταν ο γερω-Αρσένιος. Είχε έρθει από ένα Μοναστήρι από τον κόσμο. 
Επειδή ήταν ενάρετος και ταπεινός, οι κοσμικοί τον επαινούσαν. Αυτός στενοχωριόταν και φοβούμενος μην βλαφτεί από τους επαίνους είπε στον εαυτό του: "Αρσένιε, φεύγε και σώζου". Είχε ως εργόχειρο τα κουτάλια και έκανε το μάγειρα στους Ιωσαφαίους.
Έτσι οικονομούνταν μαζί με το καλογέρι του, το οποίο μετά τη δοκιμή τον έκανε μοναχό με το όνομα Μιχαήλ το έτος 1923. Έμαθε και ο π. Μιχαήλ να κάνει κουτάλια. Τα έκανε μάλιστα πολύ καλά, ίσια, σα λαμπάδα, ενώ ο Γέροντάς του, επειδή δεν έβλεπε καλά, τα έκανε στραβά.
Κάποιος προσκυνητής πέρασε να αγοράσει κουτάλια και ο π. Μιχαήλ του έδωσε από τα καλά τα δικά του. Εκείνος του είπε: "Έχετε τίποτε καλύτερα;". Τον π. Μιχαήλ τον φώτισε τότε ο Θεός και του έδειξε τα στραβά: "Αυτά ήθελα", είπε και πήρε τα στραβά, ίσως γιατί γίνονταν με προσευχή και είχαν χάρη.
Ο π. Μιχαήλ ήταν καλός υποτακτικός και αγωνιστής. Συνδέθηκε με αγάπη αδελφική με τον τότε μονάζοντα στα Καυσοκαλύβια γερω-Πορφύριο. Αγωνίζονταν μαζί από δόκιμοι. Δεν ήταν απλή συμπάθεια ή φιλία τους, αλλά με το χάρισμά του ο γερω-Πορφύριος έβλεπε εμφανώς τη χάρη που είχε. Γι' αυτό και όταν εκοιμήθη είπε να τον θάψουν στον τάφο του π Μιχαήλ. όπως και έγινε.
Στη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων ζούσε τότε κάποιος γερω-Θεόπεμπτος. Έμενε σ' ένα ησυχαστικό και μισοερειπωμένο καλύβι που ήταν στην άκρη της Σκήτεως. Ήταν βιαστής, εργάτης της νοεράς προσευχής και έκανε τον διά Χριστόν σαλό. Όλη την εβδομάδα ησύχαζε και τις Κυριακές και εορτές ελειτουργείτο και κοινωνούσε στο Κυριακό.
Μαζί του συνδέθηκε πνευματικά π. Μιχαήλ. Του οικονομούσε το παξιμάδι και την κουμπάνια του, ενώ ο γερω-Θεόπεμπτος τον καθοδηγούσε στη νοερά προσευχή. Κάποτε ο π. Μιχαήλ είχε αιμοπτύσεις και έτρεξε ανήσυχος στο γερω-Θεόπεμπτο. Εκείνος τον καθησύχασε λέγοντάς του ότι αυτό ωφείλετο στη βία της ευχής.
Ο π. Μιχαήλ ευλαβείτο τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, γιατί είχε το όνομά του, αλλά και για κάποιον άλλο λόγο. όπως διηγήθηκε ο ίδιος σ' έναν ομώνυμό του Κοινοβιάτη, κάποτε που έκανε τον κανόνα του παρουσιάστηκε μπροστά του ο Αρχάγγελος Μιχαήλ και του έδειξε πώς να προσεύχεται. Να κρατά το κομποσχοίνι, να λέγει την ευχή και να κάνει συγχρόνως σταυρούς με μικρές μετάνοιες.
Επειδή πλέον τα κουτάλια δεν είχαν πέραση, ο π. Μιχαήλ έμαθε αγιογραφία. Εκοιμήθη ο Γέροντάς του και ήρθε για συνοδεία του ο π. Γαβριήλ, που και σ' αυτόν έμαθε αγιογραφία. Ήταν ο γερω-Μιχαήλ καλός αγιογράφος και έκανε τις εικόνες με προσευχή και ευλάβεια, γι' αυτό έγιναν και θαύματα.
Διηγήθηκε ο π. Γαβριήλ ο υποτακτικός του: "Κάποτε που αγιογραφούσε ο Γέροντάς μου Μιχαήλ μία εικόνα του Χριστού, είδε τον ίδιο το Χριστό στον ύπνο του και του είπε ευχαριστημένος ότι είναι ωραία η εικόνα, μόνο να διορθώσει κάτι".
Έκανε και την εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, όπως τον είχε δει.
Στη Ρόδο είχε εμφανιστεί ο άγιος Νεκτάριος σ' έναν αγρότη που πήγαινε στην Αρχίπολη, και του είπε να κάνει εκεί μία Εκκλησία. Πράγματι κτίσθηκε ένα ωραίο Εκκλησάκι και παρήγγειλαν την εικόνα του Αγίου στο γερω-Μιχαήλ. Αυτή η εικόνα έκανε και κάνει πολλά θαύματα. Κάποτε πήγαν έναν Τούρκο παράλυτο. Προσκύνησε και έφυγε υγιής.
Αγιογράφησε επίσης την εικόνα του αγίου Σάββα του εν Καλύμνω. Όταν μετέφεραν την εικόνα στην Κάλυμνο, άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες μόνες τους.
Κάποτε τον επισκέφθηκαν δύο πατέρες από τον Άγιο Βασίλειο. Ενώ συνομιλούσαν και ο γερω-Μιχαήλ αγιογραφούσε, άρχισαν να τρέχουν ποτάμι τα δάκρυά του και το πρόσωπό του κοκκίνισε. Οι πατέρες ανησύχησαν και τον ρώτησαν τι συμβαίνει. Εκείνος τους καθησύχασε λέγοντάς τους ότι προέρχονται από την ενέργεια της νοεράς προσευχής που προσπαθούσε να λέει αδιάλειπτα. Όποτε ήθελε έρχονταν τα δάκρυα. Σε όσους τον ρωτούσαν τους έλεγε για τη νοερά προσευχή. Αυτός βοηθήθηκε εκτός από το γερω-Θεόπεμπτο και από ένα γέροντα που ασκήτευε στο ξερονήσι του Αγίου Χριστοφόρου, απέναντι από τα Καυσοκαλύβια.
Όταν γήρασε και ήταν άρρωστος, για να μην ξεσκεπάζεται τις νύχτες και κρυώνει, ο υποτακτικός του έβαλε φερμουάρ στην κουβέρτα του. Κάποια νύχτα ακουγόταν συνομιλία στο κελί του γερω-Μιχαήλ. Ο υποτακτικός του άνοιξε την πόρτα να δει με ποιόν μιλά. Του είπε ο γερω-Μιχαήλ: "Τί μου έκανες! Είχε έρθει ο άγιος Νεκτάριος εδώ και δεν μπορούσα να σηκωθώ".
Ο γερω-Μιχαήλ εγνώριζε που βρίσκεται θαμμένο το λείψανο του αγίου Μαξίμου του Καυσοκαλυβίτη και το φανέρωσε και στο φίλο του γερω-Πορφύριο.
Ο γερω-Μιχαήλ, όπως διηγούνται όσοι τον γνώρισαν, ήταν ομολογουμένως ενάρετος μοναχός άνθρωπος του Θεού, άκακος σαν αρνάκι. Αγαπούσε τις ακολουθίες. Δεν έκανε μεγάλες ασκήσεις ούτε ιδιαίτερες νηστείες και αγρυπνίες. Ήταν όμως πολύ ελεήμων, πράος και ειρηνικός με όλους. Είχε πολλή αγάπη για όλους τους πατέρες. Άφηνε τις δικές του δουλειές και πήγαινε να βοηθήσει αρρώστους που είχαν ανάγκη. Πήρε και γηροκόμησε τον π. Αθανάσιο Στρέζοβα, τελευταίο διάδοχο από τη συνοδεία του παπα-Χαρίτωνος του Πνευματικού και Ησυχαστού.
Είχε χάρισμα να βοηθά και να παρηγορεί τους νέους μοναχούς διηγούμενος ωραίες ιστορίες. Έλεγε για την υπερηφάνεια: "Ο υπερήφανος προτιμά να ανέβει τρεις φορές στον Άθωνα, παρά να πει ένα "ευλόγησον". Συμβούλευε πολύ ωραία και πρακτικά τους προσκυνητές που περνούσαν απ' το καλύβι του. Έλεγε σε κάποιον ιεροκήρυκα κληρικό: " Να μιλάς. Δεν βλέπεις τους κομμουνιστές πόσους έχουν παρασύρει με τα επίμονα και συνεχή κηρύγματά τους;".
Ήταν σεβαστός και αγαπητός σε όλους τους πατέρες.
Εκοιμήθη ειρηνικά το έτος 1978.
Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.
Εκδόσεις Ιερόν Ησυχαστήριον "Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος" σελ. 119-125

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

Νικάνωρ ιερομόναχος Καυσοκαλυβίτης (1913 - 1998)


Θα προσυπέγραφα άνετα τα παρακάτω λόγια του αγαπητού ιερομονάχου Ιωαννικίου Κοτσώνη για τον αείμνηστο παπα-Νικάνορα, τον οποίο γνωρίσαμε από κοντά, όπως ακριβώς τον περιγράφει: 
«Ο παπα-Νικάνωρ υπήρξε η δεσπόζουσα των τελευταίων ετών μορφή στα Καυσοκαλύβια. Τον ενθυμούμαι με ευγνωμοσύνη για την αγάπη και τη φιλοξενία του. Ήταν χαρακτηριστικός τύπος και εικών Αγιορείτου ασκητού. Μακρυγένης, υψηλός, άδολος στην ομιλία, στη συμπεριφορά, παιδική καρδιά, εργατικός (ησχολείτο με την κατασκευή μάλλινων φανελλών). Πρόσχαρος, προσηνής κι ομιλητικός, σαν Μωραΐτης που ήταν στην καταγωγή. Προπάντων όμως διεκρίνετο για την αγάπη του προς τη θεία Λατρεία. Υπήρξε φιλακόλουθος και ευλαβής λειτουργός του Κυρίου. Έτρεχε σε όλα τα Καλύβια να λειτουργήσει, να εξυπηρετήσει τους Πατέρες και, στο τέλος, άφησε την τελευταία του πνοή, κατά την ώρα της θείας Λειτουργίας».
Γεννήθηκε, ο κατά κόσμον Νικόλαος Μανέτας, στο χωριό Λεόντιο Πατρών το 1913. Το 1929 ήλθε στην Καλύβη της Αγίας Άννης στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων. Το 1930 εκάρη μοναχός. Το 1937 χειροτονήθηκε διάκονος και ιερεύς από τον μητροπολίτη Μιλητουπόλεως Ιερόθεο († 1956). 
Ο υποτακτικός του και διάδοχός του Παύλος λέγει πως είχε αγαθότητα, φιλοξενία, πραότητα, ευγένεια, ελεημοσύνη. «Βοηθούσε με ό,τι υλική βοήθεια μπορούσε, αλλά και πνευματικά με λειτουργίες, με τα κομποσχοίνια τους μνημόνευε, χωρίς να κουράζεται καθόλου, προσφέροντας στους πονεμένους συνανθρώπους του ψυχική γαλήνη και ανακούφιση. Ουδέποτε είπε ότι “κάτι είμαι”. Έλεγε: “ένα τίποτα είμαι. Ο χειρότερος άνθρωπος του κόσμου είμαι”. Καμιά φορά δεν είπε ότι “έχω αρετή εγώ. Τίποτα μή με ρωτάτε εμένα, εγώ δεν ξέρω τίποτα, είμαι αγράμματος”. Πάντοτε αυτά μας έλεγε. Και στους λαϊκούς, πάντοτε, τα ίδια έλεγε, αν και αυτοί τον θαυμάζανε για όλες του τις αρετές, που αυτός προσπαθούσε να τις κρύψει, χωρίς όμως να το καταφέρνει…».
Συνήθιζε να ταπεινώνεται, να βάζει πρώτος μετάνοια, ακόμη και στους μικρότερους και στους υποτακτικούς του. Συχνά έλεγε το «μετανοείτε». Τη μετάνοια κήρυττε συνέχεια, με λίγα και απλά λόγια. Δεν έλεγε γενικά πολλά λόγια. Απέφευγε συστηματικά τα παραπανίσια. Λειτουργούσε σχεδόν κάθε μέρα, όσο ήταν καλά. Η καθημερινή ακολουθία στην Καλύβη ήταν όπως στα μοναστήρια, 5-6 ώρες. Έκανε και πολλά σαρανταλείτουργα. Αν δεν λειτουργούσε στην Καλύβη τους, πήγαινε πρόσχαρα όπου τον καλούσαν. Κάνοντας σαρανταλείτουργο για ένα παιδί κωφάλαλο βρήκε θαυματουργικά τη φωνή του.
Στις ασθένειες ήταν πολύ υπομονετικός. Οι ασθένειες δεν τον λύγιζαν. Ανεπαύθη στις 17.5.1998. Την παραμονή πήγε ο παπάς και τον μετέλαβε. Του είπε τρεις φορές «ευχαριστώ». Αυτές ήταν οι τελευταίες του λέξεις. Μετά έπεσε σε κώμα και την άλλη ημέρα εκοιμήθη «τον ύπνο του δικαίου» ο Καυσοκαλυβίτης γεροπλάτανος. Στην εξόδιο ακολουθία του προέστη ο επίσκοπος Ροδοστόλου Χρυσόστομος, που πολύ αλληλοεκτιμούνταν, γνωρίζονταν πενήντα χρόνια, καθώς και στο τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνό του.
Έγραφε περί αυτού ο Αγιορείτης ωραιογράφος επίσκοπος: «Οσιακή μορφή· μέχρι τη ζώνη του η γενειάδα, εκφραστικά και βαθυστόχαστα τα μάτια του, βαρειά και ανδροπρεπής η άρθρωσις των λέξεων, απλοϊκή η διατύπωσις των σκέψεών του, μόνιμη η έκφρασις της χαράς στο πρόσωπό του. Ευγενής, καταδεκτικός, φιλόξενος. Θα λείψει λοιπόν απ’ τη Σκήτη και απ’ ανάμεσά μας η κυπαρισσένια του κορμοστασιά και η βιβλική του φυσιογνωμία, που κάλλιστα θα μπορούσε να παραβληθεί με τις πρωτατινές τοιχογραφίες των πινελιών του Πανσελήνου»…
Πηγές –  Βιβλιογραφία: Κωνσταντίνου Ρώϊμπα, Ο παπα-Νικάνορας ο Καυσοκαλυβίτης (1929-1998), Άγιον Όρος 2002. Χρυσοστόμου Ροδοστόλου επισκόπου, Θεομητορικά και εξόδια στον ΆΘωνα, Άγιον Όρος 2005, σσ. 395-398.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Γ΄ 1984-2000, σελ.1445-14.

Νικάνορας ιερομόναχος Καυσοκαλυβίτης (1913 - 1998)
ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗ ΜΟΝΑΧΟ Π. ΗΣΑΪΑ,
ΓΕΡΟΝΤΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΚΑΛΥΒΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
Γέροντα Ησαΐα, θα ήθελα, αν είναι, ευλογημέ­νο, δυο λογία γι' αυτόν τον πάρα πολύ αγα­πητό στα Καυσοκαλύβια, τον αείμνηστο δηλαδή παπα-Νικάνορα, έτσι για να μείνουν και να διαβάζονται από πολλές άλλες ψυχές, πού δεν τον έ­χουν γνωρίσει, γιατί νομίζω ότι και πολλές άλλες ψυχές, πού θα λάβουν γνώση για τις πολλές αρετές του μακαριστού Γέροντα παπα-Νικάνορα, θα ωφε­ληθούν πάρα πολύ!
- Ήτανε πολύ αγαπητός άπ' όλους ο αείμνηστος παπα-Νικάνορας, σ' όλα τα Καυσοκαλύβια, σ' όλους, γενικά, και στους νεώτερους και στους μεγαλύτερούς του ακόμη!
- Ήταν πολύ φιλόξενος; Ποια είναι ή δική σας γνώμη, πού έχει και βαρύτητα, μια πού βρισκόσα­σταν περίπου στην ίδια ηλικία και τον γνωρίζατε βέβαια, και καλύτερα!
- Φιλοξενία είχε πολλή, «Αβραμιαία Φιλοξενία», όπως συνήθιζαν να λένε 'δώ, στα Καυσοκαλύβια όλοι, γενικά, οι μοναχοί, γιατί δεν άφηνε κανέ­να να φυγή δυσαρεστημένος!
- Είχε και ελεημοσύνη και πολλά αλλά χαρί­σματα, όπως λένε; Εσείς τι έχετε να πείτε; τι έχετε να προσθέσετε;
- Κι ελεημοσύνη είχε και πολλά αλλά χαρί­σματα είχε! Ο Θεός τα ξέρει! Εμείς, μόνο επιφα­νειακά, τα βλέπαμε αυτά, με τα σαρκικά μας μάτια και με τα σαρκικά μας αυτιά, ενώ ο Θεός, που τα γνωρίζει και τα βλέπει όλα αλάνθαστα, Αυτός α­λάνθαστα και δίκαια τα κρίνει όλα για το κάθε δη­μιούργημα του, πού έφερε στην παρούσα ζωή!
- Ήταν πράος κι όλους, γενικά, τους αντιμετώ­πιζε με καλοσύνη, μ' αγάπη και, γενικά, με πολ­λή πραότητα;
- Αυτά είναι ανθρώπινα! Ήταν αγαπητός κι εξυ­πηρετούσε τους πάντες, όσο μπορούσε, και σε κάθε περίσταση, πού κάποιος ζητούσε τη συμβουλή του σε κάποια ανάγκη!
- Για το Κυριάκο φρόντιζε πολύ; Εσείς τι λέτε γι' αυτή του τη φροντίδα, γιατί πολλοί λένε ότι φρόντιζε περισσότερο για το Κυριάκο παρά για τοδικό του σπίτι!
- Πολύ, πολύ, πολύ φρόντιζε για το Κυριάκο!
Κι αυτό, που λένε κι οι άλλοι, είναι σωστό, γιατί αυτός αποτελούσε «την ψυχή», πού λένε, «τη μάννα» του Κυριάκου!
- Πώς φρόντιζε; τι δουλειές έκανε; Με ποιες ενέρ­γειες του βοηθούσε το Κυριάκο στις ανάγκες, είχε αυτό;
- Τ' αγάπησε και το βοήθησε πάρα πολύ! Έγρα­φε και τα διαμερίσματα του στο Κυριάκο και πολλά αλλά καλά είχε κάνει για το Κυριάκο και, γενικά, δεν έπαυσε ούτε μια στιγμή να φροντίζει και να εν­διαφέρεται γι' αυτό! Μέρα-νύχτα, όπως λένε!
- Τους άλλους τους ιερείς, τους ιερομόναχους δηλαδή τους συμβούλευε, συνεχεία, όταν ήταν για πράγματα εκκλησιαστικά, για να είναι τυπικοί καινα αποφεύγουν και τους νεωτερισμούς, αλλά και τις πολύ σχολαστικές ακρότητες, πού κουράζουν;
- Ναι, πολύ, πολύ! Με τον πατέρα Παύλο το Μικρό ήταν πολύ αγαπημένοι! Αυτοί βάσταξαν τη Σκήτη, γιατί εξυπηρέτησαν, για πολλά χρόνια, πρό­θυμα τη Σκήτη! Ή Σκήτη, στις ανάγκες της, πού δεν ήταν και λίγες, κάθε φορά, σ' αυτόν απευθυνό­ταν κι απ' αυτόν δινόταν ή λύση σε κάθε είδους πρόβλημα, πού παρουσιαζόταν!
- Δηλαδή και με ζέστη και με χιόνι και με βροχή, όταν σε κάποια απόμακρη Καλύβι τον ζη­τούσανε, ήταν πρόθυμος να πάει, χωρίς να λογαριάζει ούτε τον κόπο, ούτε την επιβαρημένη άπ' τα χρόνια υγεία του;
- Βέβαια, ήταν ακούραστος κι έτρεχε παντού, ο­πού κι αν τον προσκαλούσαν, όσο μακριά κι αν ή­ταν, ότι καιρικές συνθήκες κι αν επικρατούσαν στα Καυσοκαλύβια!
       - Αυτός, στα πρώτα χρόνια, τα νεανικά δηλαδή ή, κι όταν τον βάραιναν τα βαριά γερατειά, ήταν ο ίδιος και δεν σταματούσε, ακούραστα, να προσφέρει,να προσφέρει στους άλλους;
- Ναι, ναι, ο ίδιος, ο ίδιος κι απαράλλαχτος ήταν ο φιλόξενος κι αείμνηστος συνομήλικος μου ιε­ρομόναχος παπα-Νικάνορας ο Καυσοκαλυβίτης!
- Ήταν ο ίδιος! Τα τέλη του πώς ήταν; Ήταν γαλήνια; Ήταν ειρηνικά; Ήταν ησυχία; Ή, πράγμα αδύνατο, είχαν γίνει, πιο ανήσυχα, πιο ταραγμένα, πιο διαφορετικά άπ' την προηγουμένη ζωή του;
- Ωραία, τυπικά κι ευλογημένα γεράματα είχε, αγαπημένα, «σαν πουλάκι πέταξε ή μακαριά ψυχή του» για τους Ουρανούς, χωρίς καμιά, απολύτως, δια­φοροποίηση της συμπεριφοράς του από τον προηγού­μενο γνωστό τρόπο ζωής του!
- Αυτόν ο Θεός να ελεήσει, εμάς δε να μας δώσει μετάνοια κι όλους να μας συγχώρεση! Εύχομαι και σε εσάς που θα έχετε και εσείς πολλά χρόνια να συναντηθείτε πάνω εκεί, να βρίσκεστε και σεις στην ίδια χορεία των Όσιων, που, οπωσδήποτε, αυ­τός βρίσκεται, και 'κει, πάλι, να βλέπεστε κι, απ κοινού, με τον αείμνηστο Γέροντα παπα-Νικάνορα, να πρεσβεύετε και για τους εδώ!
- Όλοι μαζί, όλοι στον Παράδεισο, εύχομαι και προσεύχομαι στον καλό Θεό να μας πάει και κανέ­να μας να μην αφήσει άπ' έξω!
- Την ευχή σας και με το καλό να έχετε και σεις ήρεμα τέλη, γαλήνια και Χριστιανικά τέλη, αγάπη και πάντα συμβουλές σ' όλους, μικρούς και μεγάλους,να δίνετε σχετικά μ' όλα τα θέματα και περισσότερο με τα θέματα τα σχετικά με την καλογερική!
- Αμήν. Να έρθει και σε μας να μας δώσει μετάνοια, πού την έχομε πολλή ανάγκη, καθώς πλησιάζομε προς τα τέλη μας, τα οποία μόνο ο Θεός ξέρει πώς θα είναι!
- Πολυσέβαστε Γέροντα Ησαΐα, εσείς, ύστερα από τόσα χρόνια άσκησης και πείρας, τι βλέπετε 'σεις; τι νιώθετε 'σεις; Αυτός, τέλος πάντων, τα κα­τάφερε; Μπήκε από καμιά μικρή τρυπίτσα σε κα­μιά μικρή, -πολύ μικρή γωνίτσα του Παραδείσου-, πολυσέβαστε Γέροντα Ησαΐα, από την υπερπολυετή καλογερική εμπειρία, πού έχετε, κι από τα ιερά βι­βλία, πού έχετε μέχρι τώρα διαβάσει, τι πιστεύετε;
- Αυτά είναι απλά πράγματα και δε χρειάζον­ται πολλές εξηγήσεις, για να τα καταλάβει κάποιος, αλλά πρέπει πάντα, να ξέρομαι πώς τον τελευταίο λόγο τον έχει ο Θεός, γιατί ο Θεός είναι, πού θα κρίνει τον καθένα μας, γιατί μόνο αυτός έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να κρίνει, και ξέρετε ότι εί­ναι Δίκαιος, είναι Δίκαιος Κριτής!
- Δηλαδή 'σεις, κατά τη γνώμη σας, την ταπει­νή σας γνώμη, ο μακαριστός Γέροντας είχε, οπωσδή­ποτε, ευαρεστήσει στο Δίκαιο Κριτή, στο Θεό δη­λαδή, με την βιωτή, πού έκανε, όσο καιρό τον γνω­ρίζατε εδώ, στα Καυσοκαλύβια
- Οπωσδήποτε, αλλά τον τελευταίο λόγο τον έ­χει ο Θεός! Τίποτε δε μπορούμε να πούμε εμείς, ό­πως είπαμε και πάρα πάνω, γιατί ή δική μας κρί­ση δεν είναι αλάνθαστη, μόνο του Θεού είναι αλάν­θαστη και δίκαιη προς τα δημιουργήματα του!
- Αν είναι ευλογημένο, όπως φαινότανε, ήταν άνθρωπος του κάλου μας Θεού, πολυσέβαστε Γέρον­τα Ησαΐα, ο αλησμόνητος Γέροντας μας παπα-Νικάνορα, για τον όποιο έκανα το τόλμημα να γράφω λίγα φτωχά λόγια σαν μια μικρή ανταπόδοση για όσα καλά έκανε!
- Αφού είχε καλά έργα, πιστεύω, χωρίς να εί­μαι αλάνθαστος στην κρίση μου, ότι κι ο καλός μας Θεός θα τον αμείψει!
- Να μη σας κουράζω άλλο! Εύχομαι, και σεις να ακολουθήσετε τον καλό το δρόμο τον παπα Νικάνορα και καλό Παράδεισο! Αμήν.Ευχαριστούμε το Θεό και σας για τα πάρα πολύ χρήσιμα πνευματικά λόγια, πού μας είπατε για τον αείμνηστο παπα-Νικάνορα!
- Να είστε καλά! Να σας έχει ο Θεός πάντα κα­λά και σας και την οικογένεια σας κι εμείς θα προσευχόμαστε γι' αυτό
http://apantaortodoxias.blogspot.gr

       Ο παπα-Νικάνορας ο Καυσοκαλυβίτης
Ὑποτακτικὸς τῆς συνοδείας τῆς Καλύβης τῆς Ἁγίας Ἄννης, ποὺ βρίσκεται ἐπάνω ἀπὸ τὸ Κυριακὸ τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων, ἦταν ὁ παπα-Νικάνωρ, ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Πάτρας. 
Τὸν ἔφερε μικρὸ ὁ γέρο-Στέφανος τῆς ἀδελφότητος τῶν Δανιηλαίων, ὁ ὁποῖος ἐπισκέφθηκε τὴν Πάτρα γιὰ ἐργασίες τῆς ἁγιογραφίας. Ἐγνώρισε τὸν μικρὸ Νικόλαο, ποὺ εἶχε ἐπιθυμία νὰ ἔλθει στὸ Ἅγιον Ὄρος, τὸν ἔβαλε στὸ πλοῖο καὶ ἔτσι ἔφθασαν στὸ Ὄρος. Τὸν ἐπῆραν οἱ Δανιηλαῖοι καὶ ἀργότερα τὸν ἔφεραν στὴν συνοδεία τοῦ παπα-Παύλου, στὰ Καυσοκαλύβια. Οἱ γεροντάδες εἶχαν εὐλάβεια στὸν μεγάλο Ἅγιο τῆς Μακεδονίας, τὸν Ἅγιο Νικάνωρα, καὶ τοῦ ἔδωσαν τὸ ὄνομά του. 
Ἔγινε διάκονος καὶ ἱερεὺς 22 ἐτῶν, τὸ 1937, ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Μιλητουπόλεως Ἱερόθεο, στὸ Κελλὶ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου. 
Ἀπὸ τότε, ἀκούραστα, μὲ πολὺ προθυμία, ἦταν ἐπὶ 50 ἔτη ἐφημέριος ἕως τὸ 1987 καὶ μέχρη τὴν κοίμησή του προΐστατο στὰ συλλείτουργα τοῦ Κυριακοῦ. 
Ἄκρως φιλάδελφος καὶ ἐλεήμων, τὸ σπίτι του ἦταν ἀνοιχτὸ σὲ ὅλους, μὲ ἀγάπη καὶ καλωσύνη προσέφερε φιλοξενία ἀβραμιαία στὸν κάθε ἀδελφό. Ἂν δὲν εἶχε ἄνθρωπο νὰ περιποιηθῆ, θὰ ἔψαχνε νὰ βρῆ, ὡς ἄλλος Ἀβραάμ, ποὺ καθόταν στὸν δρόμο μήπως περάσει κανείς, νὰ τὸν προσκαλέσει στὸν οἶκό του. 
Σὲ κάποια ἐπίσκεψη στὸ χωριό του τὸ 1950, ἔφερε καὶ τὸν μικρὸ Ἀνδρέα, ὁ ὁποῖος ἀκολούθησε μὲ πολλὴ προθυμία τὸν παπα-Νικάνωρα καὶ ἔγινε μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Παῦλος ἀπὸ τὸν Γέροντα Ἰωακείμ. 
Κάποια μέρα, τὸ 1983, ὁ Γέρων Νικάνωρ, ἀπὸ προθυμία νὰ ἐξυπηρετήσει τοὺς πατέρας, ἔτρεξε νὰ προλάβει τὸ καΐκι τοῦ Ἰορδάνη, νὰ τοῦ δώσει παραγγελίες. Ἐπειδὴ δὲν τὸν πρόφθανε, βγῆκε πάνω ἀπὸ τὸν ἀπότομο γκρεμό, νὰ τὸν φωνάξει. Ξαφνικὰ ὅμως βρέθηκε στὸ κενὸ καὶ κύλισε ἀνεξέλγκτα, ἀπὸ τὸ ὕψος 15-20 μέτρων ἕως τὸν δρόμο. Εὐτυχῶς, βρέθηκε κάποιος ἀδελφός, τοῦ προσέφερε τὴν πρώτη βοήθεια καὶ μὲ τὴν σκέπη τῆς Θεοτόκου δὲν ἔπαθε τίποτα τὸ σοβαρό. Ὁ διάβολος εἶχε φθονήσει τὴν φιλαδελφία του. 
Ἐκοιμήθη στὶς 17 Μαΐου τοῦ 1998, ἀφοῦ προηγουμένως μετέλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ εὐχαρίστησε τὸν ἱερέα ποὺ τὸν κοινώνησε. Ἀμέσως μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία, ἔπεσε σὲ κῶμα καὶ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα τὸ πρωΐ, ἐτελειώθη ἐν εἰρήνῃ. Στὴν κηδεία παρέστη πλῆθος Ἁγιορειτῶν Πατέρων, προεξάρχοντος τοῦ ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου κ.κ. Χρυσοστόμου.
http://periagiouorous.blogspot.gr

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Αρσένιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης (1866 - 1956)

Αρσένιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης,
ο ξυλογλύπτης (1866-1956)
(Φωτογραφία: Σπύρος Μελετζής, 1950)
Κατά κόσμον ονομαζόταν Απόστολος Κόντος του Στυλιανού και της Αμερσούδας. Η καταγωγή του ήταν από το χωριό Βρυσσί Μυ­τιλήνης. Το 1885 ήλθε στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων και υποτάχθηκε στον Γέροντα Νικόδημο (†1907) της Καλύβης των Αγίων Πάντων, από τον οποίο έμαθε και την τέχνη της αγιογραφίας. Αργότερα όμως έμαθε το εργόχειρο της ξυλογλυπτικής, στην οποία σύντομα προόδευσε κατα­πληκτικά. Εκάρη μοναχός το 1887.
Τα ξυλογλυπτικά έργα του, με πολύπλοκες παραστάσεις, πολυπρόσωπα, λεπτότατα και αριστοτεχνικά τον έκαναν φημισμένο και μακριά από τον Άθωνα. Επί 15 χρόνια σκάλιζε περίτεχνα μία «Δευτέρα Παρουσία» και επί 10 χρόνια μια αριστουργηματική «Σταύρωση», που βρίσκεται στην Αμερική, και άλλη, που φυλάγεται στο συνοδικό της Μ. Λαύρας. Έργα του κοσμούν αίθουσες ανακτόρων. Η λεπτή του τέχνη είχε κάτι από τη λεπτότητα, υπομονή και ευγένεια της καθαρής καρδιάς του. Ο ηγούμενος του Παρακλήτου αρχιμανδρίτης Χερουβείμ, που τον συνάντησε το 1938, γράφει περί αυτού: «Η καλλιτεχνική του ψυχή ήταν αγιασμένη από την άσκηση. Την εργασία του την συνόδευε πάντοτε η νηστεία και η προσευχή. Στο πρόσωπό του έβλεπες τον άνθρωπο που ζούσε μόνο για τον Θεόν και τον υπηρετούσε με την λε­πτή, την λεπτοτάτη τέχνη του. Όταν τον εγνώρισα, ήταν περίπου εβδομήντα ετών. Καθόταν σταυροπόδι επάνω σ’ ένα μιντέρι. Γύρω του είχε σκορπισμένα τα εργαλεία. Στα χέρια κρατούσε ένα κομμάτι τσιμισίρι, ξύλο που συνήθως χρησιμοποιούν οι ξυλογλύπται. Τα μάτια του ήσαν φωτεινά, σαν μικρού παιδιού. Το λευκό του πρόσωπο χωρίς καμμία γεροντική ρυτίδα ακτινοβολούσε, ενώ η άσπρη του γενειάδα τον έκα­νε περισσότερο σεβάσμιο. Όλους όσοι είχαν την ευλογία από τον Θεό να τον γνωρίσουν, τους συνέπαιρνε. Τα σοφά του λόγια έβγαιναν από μία αγιασμένη καρδιά». Ο Γέρων Γαβριήλ Διονυσιάτης στο περίφημο Λαυσαϊκόν του αναφέρει περί αυτού: «Η σημερινή δόξα και του Αγίου Όρους καύχημα, είναι ο λαμπρός και περί την αρετήν θαυμαστός καλλιτέχνης Αρσένιος, γέρων ογδοηκοντούτης ήδη με παιδικήν χάριν και αγαθότητα». Ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός, που τον επισκέφθηκε με τον Νίκο Καζαντζάκη το 1914, γράφει στο ημερολόγιό του: «Πηγαίνομε έπειτα στον ξυλογλύπτη Αρσένιο που κάνε το εγκόλπιο των Καρύων, τη Δευτέρα Παρουσία. Αυτοδίδακτος άρχισε από μικρούς άξεστους σταυρούς. Δούλεψε 15 χρόνια τη Δευτέρα Παρουσία. Σε κάθε πρόσωπο έδωκε έκφραση. Στην όψη του έχει σταλαγμένο το φως της εργασίας. Στο μικρό του δωμάτιο όλα τα σύνεργα της τέχνης του. Το κοτσύφι του. Τρώει σμυρτιά απ’ το χέρι, κουκκί κισσού, ζυμάρι. Μια πίστη στον άνθρωπο».
Ο π. Αρσένιος μετά την κοίμηση του Γέροντός του Νικοδήμου και μία καταστρεπτική νεροποντή μετακινήθηκε στην Καλύβη της Ζωοδόχου Πηγής, όπου απέκτησε ευλογημένη κι ευλαβή τετραμελή συνοδεία. Η ζωή του Γέροντος Αρσενίου κύλησε όλη ήρεμη και ήσυχη. Αγάπησε την άσκηση, τη σιωπή, τη νήψη. Πάντοτε πριν να κοινωνήσει, αγρυπνούσε. Ζούσε αθόρυβα και ταπεινά. Η ψαλμωδία του και η ανάγνωσή του ήταν κατανυκτική. Φιλόπονος, φίλεργος, φιλότιμος πάντοτε, έφθανε να εργάζεται 14 ώρες την ημέρα. Σκυμμένος δίπλα σ’ ένα ανοιχτό πα­ράθυρο τεχνουργούσε τα ιερά και τα όσια.
Την τελευταία τριετία έχασε το φως του. Έπαθε ημιπληγία, αγκύλωση των άκρων κι έμεινε κλινήρης. Διατηρούσε όμως έως τέλους πλή­ρη διαύγεια πνεύματος. Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 19.12.1956. Έζησε 70 χρόνια στα Καυσοκαλύβια. Μετέβη στα θυμηδέστερα και κρείττονα για να ψάλλει και να τεχνουργεί τα μεγαλεία του Θεού.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Γαβριήλ Διονυσιάτου αρχιμ., Λαυσαϊκόν του Αγίου Όρους, Βόλος 1953, σ. 56. Χε­ρουβείμ αρχιμ., Από το Περιβόλι της Παναγίας νοσταλγικές αναμνήσεις, Ωρωπός Αττικής 1981, σσ. 32-34. Αγγέλου Σικελιανού, Το Αγιορειτικό Ημερολόγιο, Αθήνα 1988, σσ. 202-204. Μαξίμου Καυσοκαλυβίτου ιερομ., Ασκητικές μορφές και διηγή­σεις από τον Άθω, Άγιον Όρος 20013, σσ. 192-195.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄1956-1983 , σελ.557-560 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011

Οι καλλιτεχνικώτεροι ξυλογλύπτες του κόσμου (Αρσένιος και Νικόδημος Καυσοκαλυβίτες)
Αρσένιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης,
ο ξυλογλύπτης (1866-1956)
(Φωτογραφία: Σπύρος Μελετζής, 1950)
Ξυλόγλυπτοι Τίμιοι Σταυροί∙ μεγάλοι ευλογίας, μικρότεροι (αγιασματάρια), και πολύ πιο μικροί, για κρέμασμα απ’ το λαιμό, για χαρίτωσι του στολισμένου μ’ αυτόν μοναχού και κάθε βαπτισμένου πιστού και για θωράκισί του απ’ τα «πεπυρωμένα βέλη του πονηρού»∙ εγκόλπια αρχιερατικά, εικόνες αγίων, παραστάσεις αγιογραφικές, κιβωτίδια περίτεχνα κατασκευασμένα και με μεγάλη δεξιοτεχνία διακεκοσμημένα για εναπόθεσι αγίων λειψάνων, να το θεματολόγιο των εργοχειράδων Καυσοκαλυβιτών, που η μόνωσις και η ησυχία της καλύβας των μαζί με την ευλάβεια και την προσευχή, το λεπτοργούμενο ιερό αντικείμενο με τα απ’ τον Θεό ευλογημένα χέρια τους, το αναδείκνυαν σε καλλιτέχνημα εξαίσιο και ανεπανάληπτο, που η θέα του εξέπληττε, «μιλούσε», «φώναζε», δίδασκε, ακτινβολούσε.
Εκείνοι όμως, που σημάδεψαν την ιστορία της ξυλογλυπτικής ήταν οι ταπεινοί ασκηταί Νικόδημος (δεν βρήκα στοιχεία του παρά τις στα μοναχολόγια προσπάθειές μου) και Αρσένιος (Κόντος Απόστολος από τα Βρυσσά της Λέσβου, υπό έτος γεννήσεως 1866, προσελ. 1885, κουράς 1887, κοιμήσεως 1956), που κατ’ αρχάς ασκήτευσαν στην καλύβα των Αγίων Πάντων∙ αλλ’ επειδή, λόγω παλαιότητός της και οικονομικής αδυναμίας των να την υποαναστυλώσουν, διέτρεχαν τον κίνδυνο να τους καταπλακώση, την εγκατέλειψαν και εγκαταβίωσαν την της Παναγίας Ζωοδόχου Πηγής, αυτής στην οποία ασκητεύει σήμερα ο παπαΘανάσης. Πράγματι η καλύβα των Αγίων Πάντων μετά την φυγή  των κατέπεσε και σήμερα κάποια ερείπια συμβολίζουν και υπενθυμίζουν τόπο ασκητικής διαγωγής και θυσιαστήριο θείας μυσταγωγίας.
Και με άλλα έργα τους ασφαλώς, απέδειξαν τα θεόσδοτα χαρίσματά τους. Με εκείνα όμως, που κυριολεκτικώς πρωτοτύπησαν και κατέπληξαν σαν καλλιτέχνες και δημιουργοί είναι το της Δευτέρας Παρουσίας του πρώτου, και ο Γολγοθάς του δευτέρου. Οποία έμπνευσις και ικανότης! Έχασαν το νου τους οι καθηγηταί του Πολυτεχνείου των Αθηνών, βλέποντας στην πράξι την ακριβέστατη τήρησι των αναλογικών κανόνων και την καταπλήσσουσα επίτευξη της τελειοτάτης προοπτικής. Εκπρόσωποι άλλων ειδικοτήτων και επιστημών επιζητούσαν προσδιορισμό καλλιτεχνικών σπουδών ή να εικάσουν επηρεασμό… Σχολών. Άλλοι δε, στα επιμελέστατα γεγλυμμένα πρόσωπα διέβλεπαν ικανότητες μικροανατόμων. Από ποιούς; Από τους αυτοδίδακτους, έγκλειστους στις καλύβες τους εργοχειράδες, αλλά νηστευτάς και προσευχομένους μοναχούς, των οποίων τα μοναδικά εφόδια ήσαν του νοός των η διαύγεια, η καθαρότης της καρδίας των και φυσικά η αγαθή πρόθεσίς των να εξεικονίσουν ισχυρά σύμβολα, δυνατές ιδέες και μεταφυσικά αναμενόμενα∙ γι’ αυτό δε ακριβώς και ασφαλώς ο φωτισμός και η χαρίτωσίς τους απ’ το Πανάγιο Πνεύμα τους χορηγήθηκε γενναιοδώρως.
Το καλλιτεχνικώτερο έργο (έργο ζωής) του Γέροντος Αρσενίου υπήρξε η λεπτούργησις της εξεικονίσεως της Δευτέρας του Κυρίου Παρουσίας, το οποίο απεπεράτωσε το 1915. Αυτό το αριστούργημα, που με επίμονη προτροπή φίλων του μεταφέρθηκε και «παρουσιάσθηκε» στο «Πριγκηπικό» των Αθηνών το 1920, έσχε την συνέπεια να αφήση εκπλήκτους τους Αθηναίους και να αναγκάση τον τύπο να ασχολήται επί ημέρες με το γεγονός. Αργότερα όμως, το ανεπανάληπτο μεγαλούργημα, κατήντησε να περιοδεύη, τη πρωτοβουλία του υποτακτικού των αειμνήστων και κληρονόμου των έργων των μοναχού Επιφανίου (Λεμαντίνος Αρίστος εκ Σμύρνης, γεν. 1911, προς. 1923(!), κουρ. 1927(!), και από του 1964 εις Μονήν Αττικής) ανά τας μεγαλουπόλεις της Αμερικής, στην οποία και κατέλυσε οριστικώς. Κρίμα!...
Επιφάνιος ιερομόναχος Καυσοκαλυβίτης (1911-1988)
(Φωτογραφία: Σπύρος Μελετζής, 1950)
Ο ιερομόναχος Επιφάνιος, κατά κόσμον Λεμαντίνος Αρίστος του Στυλιανού και της Φωτεινής, γεννήθηκε στη Σμύρνη το έτος 1911, προσήλθε στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων το 1923, εκάρη μοναχός το 1927, χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος το 1930, ιερομόναχος το 1936 και ανεχώρησε το 1964.
Υπήρξε ξυλογλύπτης, μαθητής του περίφημου ξυλογλύπτη Αρσενίου (1866-1956), και φωτογράφος. Φωτογράφιζε κυρίως τα έργα μικροξυλογλυπτικής του εργαστηρίου του.
Σήμερα, όπως με πληροφόρησε αδελφός αρχιερεύς της Αρχιεπισκοπής της Αμερικής, το έργο το κατέχει επιφανής ομογενής επιχειρηματίας, ο οποίος κλείνει ειδικές συμφωνίες αντί αδρών αμοιβών, προκειμένου για μερικές ημέρες να εκτίθεται σε διάφορα ονομαστά Μουσεία και Γκαλερί μεγαλωνύμων πολυπληθών πόλεων. Και να σκεφθή κανείς ότι ο δημιουργός του επί γερμανικής κατοχής της πατρίδος μας απέθνησκε της πείνης, μη έχων να πορισθή και αυτό ακόμη το παξιμάδι του, όπως μας διεβεβαίωνε ο Γέροντάς μας…
Μοναχός πολύ αγαπητός μου, σε σχετική συζήτησι με αφήκε άναυδο όταν είπε, ότι είναι κάτοχος πληροφορίας καθ’ ην το πολύτιμο και περίφημο έργο εθεάθη σε Μονύδριο του Καλάμου Αττικής! Άραγε; Μακάρι!!!.
Το έργο των παραστάσεων των σκηνών της Σταυρώσεως του Κυρίου, του Γέροντος Νικοδήμου ανώτερο του του Αρσενίου, εξ όσων γνωρίζω, ευτυχώς μόνο μέχρι την Θεσσαλονίκη ταξίδεψε για να εκτεθή στην Διεθνή Έκθεσί της το 1927. Πάλι καλά, που μερίνμη της Μεγίστης Λαύρας απετράπη να πάη να,,, συντροφεύση το άλλο, το του Αρσενίου, στον Νέο Κόσμο. Έτς, σήνερα βρίσκεται, προς μεγίστη χαρά και ψυχική απόλαυση όλων μας, στο Συνοδικό της Μονής, για να διατρανή την αγία φαντασία, τα προσωπικά βιώματα και την ξυλογλυπτική δεινότητα των Καυσοκαλυβιτών ασκητών. Λέγεται πάντως ότι πανομοιότυπο περίπου έργο των σκηνών της Σταυρώσεως του Κυρίου βρίσκεται επίσης στην Αμερική.
Από το βιβλίο Ωδή στα αμάραντα, στον Άθωνα του Επισκόπου Ροδοστόλου κ. Χρυσοστόμου

Στην πρόσφατη ανάρτηση 6329 - Η τέχνη στον Άθω: μαρμαρογλυπτική, ξυλογλυπτική, μεταλλοτεχνία, κεντητική, με αφορμή την δημοσιευθείσα φωτογραφία της Σταύρωσης, όπου αναφέρεται πως το ξυλόγλυπτο αυτό βρίσκεται στις ΗΠΑ, ο αγαπητός φίλος και τακτικός επισκέπτης της σελίδας κ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΘΩΝΙΤΗΣ, έγραψε το σχόλιο:
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!! Το ξυλογλυπτον με την Σταυρωσιν τεθησαυρισθαι εν τη Ι.Μ.Μ.Λαυρας. Το εργον με θεμα την Δευτεραν Παρουσιαν, του αειμνηστου π.Μαξιμου, ευρισκεται εις τας Η.Π.Α εις ιδιωτικην συλλογην.

Όπως αναφέρει ο Επίσκοπος Ροδιστόλου κ. Χρυσόστομος στην παρούσα ανάρτηση, αλλά και ο Δημήτριος Λιάκος (βλ. κάτω), πρέπει να υπάρχουν δύο ξυλόγλυπτα με την Σταύρωση, το ένα αυτό της Ι. Μονής Μεγίστης Λαύρας και το άλλο στις ΗΠΑ.
Προσπαθώ, χωρίς αποτέλεσμα ως τώρα, να βρω φωτογραφίες των τριών αιστουργημάτων για να τις δημοσιεύσω.


Αδελφότης Νικοδημαίων. Ο Γερο Αρσένιος ο ξυλογλύπτης και οι υποτακτικοί του
Αρσένιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης,
ο ξυλογλύπτης (1866-1956)
(Φωτογραφία: Σπύρος Μελετζής, 1950)
α) Γέρων Αρσένιος ο ξυλογλύπτης.
Καταγόταν από το χωριό Βρισιά της Μυτιλήνης. Γεννήθηκε το 1866. Το 1885, σε ηλικία 19-20 ετών, ήλθε στα Καυσοκαλύβια, στην Καλύβη των Αγίων Πάντων και υποτάχθηκε στον Γέροντα Νικόδημο, αγιογράφο καταγόμενο από τις Σέρρες. Το 1890 χρημάτισε Δικαίος. Σε κάποια υποσημείωση διαβάζουμε ότι την χρονιά αυτή ορίσθηκε στην τελετή της Μεγάλης Πέμπτης, να βγαίνει ο Εσταυρωμένος και όχι Εικόνα, όπως συνηθιζόταν παλαιότερα.
Ο Γέρων Αρσένιος έμαθε κοντά στον Γέροντά του την αγιογραφία με την επικρατούσα τότε τεχνοτροπία των Ιωασαφαίων, δηλαδή την ρωσική τεχνοτροπία, με λάδι. Το εργαστήριο των Ιωασαφαίων είχε αναγνωριστή ως Σχολή και έπρεπε οι υπόλοιποι αγιογράφοι της περιοχής να πηγαίνουν τις εικόνες και να παίρνουν την έγκριση και την σφραγίδα των Ιωασαφαίων, για να είναι δεκτές από τους αγοραστάς, οι οποίοι τότε ήσαν κυρίως Ρώσοι.
Αυτό όμως έφερε αρκετές δυσκολίες, και δεν το αποδεχόνταν αρκετοί Πατέρες, όπως και η συνοδεία του Γέροντα Νικοδήμου. Αποστέλλεται για αυτό ο μοναχός Αρσένιος στον Γέροντα μοναχό Γρηγόριο Κατσάνο, εξαιρετικό ξυλογλύπτη και θαυμάσιο δάσκαλο, στην Καλύβη του Αγίου Ευθυμίου στον Άγιο Νείλο, να μάθει πλέον την ξυλογλυπτική τέχνη. Γρήγορα προοδεύει, και από τα απλά αγιασματάρια (σταυρούς), με τις σχεδιαστικές γνώσεις που είχε από την αγιογραφία, κατέληξε να γίνει άριστος ξυλογλύπτης εικόνων και πολύπλοκων παραστάσεων. Ο Γέρων Νικόδημος απεβίωσε το 1907, στην Καλύβη των Αγίων Πάντων. Λίγο αργότερα συνέβη μεγάλη καταιγίδα και διαπέρασε υπογείως της Καλύβης ρεύμα ύδατος προς την θάλασσα. Από την ορμή, παρασύρθηκε το μέρος της Καλύβης που είναι προς την θάλασσα. Φοβούμενοι μήπως καταστραφεί και η υπόλοιπη Καλύβη με την εκκλησία των Αγίων Πάντων, αγόρασαν την Καλύβη της Ζωοδόχου Πηγής, με Γέροντα πλέον τον μοναχό Αρσένιο, και συνοδεία τον μοναχό Γερμανό από το Αλιβέρι Καρυστίας, τον ιερομόναχο Νικόδημο από την Σμύρνη, με τον ανηψιό του πατρός Νικοδήμου τον ιερομόναχο Επιφάνιο.
Η ησυχία πάντοτε ενισχύει τον μοναχό που θέλει να ζήσει έντονη πνευματική ζωή, και να ενωθή με τον Θεό. Ένα εξαιρετικό παράδειγμα αποτελεί ο μοναχός Αρσένιος. Αγαπούσε την ησυχία και με την σιωπή του πέρασε την παρούσα ζωή, αθόρυβα.
Ήταν επιτηδειότατος στην ξυλογλυπτική τέχνη. Έκανε μεγάλα ξυλόγλυπτα έργα για τις βασιλικές οικογένειες της Ελλάδος, της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας. Φιλοτέχνησε επίσης και την· Ανάστασις των Νεκρών, και μία παράσταση της Σταυρώσεως, με επιγραφή· ΤΕΤΕΛΕΣΤΑΙ, τα οποία βρίσκονται στην Αμερική. Ετέρα δε παράστασις κοσμεί το Συνοδικόν της Μεγίστης Λαύρας. Έκανε και άλλα σπουδαία έργα, σκορπισμένα σήμερα σε όλον τον κόσμο. Την τέχνη της ξυλογλυπτικής δίδαξε ο Γέρων Αρσένιος και σε άλλους μοναχούς της περιοχής. Ένας από τους ευδοκιμώτερους μαθητάς του υπήρξε ο Γέρων μοναχός Δανιήλ Πετράκης, από την Καλύβη του Αγίου Ευσταθίου.
Ο Γέρων Αρσένιος τηρούσε τα τυπικά των παλαιοτέρων Πατέρων. Πριν από την Θεία Κοινωνία νήστευε τρεις μέρες, όπως και άλλο βιασταί Πατέρες, και το βράδυ πριν από την Θεία Μετάληψη έκανε αγρυπνία με την ακολουθία του Αγίου της ημέρας, τον κανόνα του και με πλούσιο κομποσχοίνι συμπλήρωνε την υπόλοιπη ώρα της νύκτας. Μεταλάμβανε συνήθως κάθε Σάββατο στον κοιμητηριακό Ναό. Την λειτουργία την έκαναν τότε πολύ πρωί. Τελείωνε δύο ώρες πριν ξημερώσει, για να εξυπηρετηθούν οι αγρυπνούντες και να έχουν μετά χρόνο να αναπαυθούν, ώστε να αντέξουν τον κόπο της ημέρας.
Η καλλιτεχνική του ψυχή, γράφει ο π. Χερουβείμ Καράμπελας, στις· Νοσταλγικές Αναμνήσεις του, ήταν αγιασμένη από την άσκηση. Την εργασία του την συνόδευε πάντοτε η νηστεία και η προσευχή. Στο πρόσωπό του έβλεπες τον άνθρωπο που ζούσε μόνο για τον Θεό, και υπηρετούσε με την λεπτότατη τέχνη. Τα μάτια του φωτεινά, σαν μικρού παιδιού. Το λευκό του πρόσωπο, χωρίς καμία γεροντική ρυτίδα ακτινοβολούσε, ενώ η άσπρη γενειάδα τον έκανε περισσότερο σεβάσμιο. Όλους όσους είχαν την ευλογία από τον Θεό να τον γνωρίσουν, τους συνέπαιρνε. Τα σοφά λόγια έβγαιναν από μια αγιασμένη καρδιά.

αα) Ο υποτακτικός του Γέροντος Αρσενίου, παπα-Νικόδημος
Ο υποτακτικός του Γέροντος Αρσενίου, παπα-Νικόδημος, είχε τελειώσει το Σχολαρχείο, καταγόταν από την Σμύρνη και γεννήθηκε το 1880. Στο Άγιον Όρος ήλθε το 1898, μόλις δεκαοχτώ χρονών. Προχώρησε ανδρείως τον δρόμο της αφιερωμένης ζωής. κάθε σαρκική κλήση και επιθυμία εσφάγη στον βωμό του πνεύματος. Οδηγήθηκαν τα βήματά του στην έρημο των Καυσοκαλυβίων, στην αγιοτόκο αυτή Σκήτη με τα λαμπρά πρότυπά της.
Κοντά στις αρετές, θαυμαστά ήσαν και τα έργα της μεγάλης υπομονής των, τα εξαιρετικά και πολυσύνθετα ξυλόγλυπτα, τα οποία μαζί με τον Γέροντά του και τον παράδελφό του μοναχό Αρσένιο τεχνούργησαν υπογράφοντας: Έργον Συνοδείας Νικοδημαίων.
Καθημερινώς ιερουργούσε με άκρα ευλάβεια ο παπα-Νικόδημος. Υπήρξε ξακουστός πνευματικός, στον οποίον πήγαιναν να εξομολογηθούν η να πάρουν τις συμβουλές του πολλοί Πατέρες του Αγίου Όρους. Είχαν στενές σχέσεις με τον μητροπολίτη Μιλητουπόλεως Ιερόθεο, ο οποίος αρκετές φορές φιλοξενείτο στην Καλύβη τους. Τον προσκαλούσαν σε διάφορες μητροπόλεις μέσω της Μονής για εξομολόγηση και η διακονία του αυτή είχε πλούσια καρποφορία. Η ανταπόκρισις που είχε στους λαικούς αδελφούς το έργο του ως Πνευματικού καταφαίνεται και στον παρακάτω επικήδειο που εκφώνησε την 25η Αυγούστου 1936, ο διδάσκαλος Κωνσταντίνος Βαλάτης, που εξομολογούνταν σε αυτόν:
Πανοσιώτατε Πάτερ και Πνευματικέ μου.
Ξένος και εγώ στην ξένη γη, στην άγια τούτη χώρα,
έρχομαι σαν διδάσκαλος να σού προσφέρων δώρα.
Όχι λιβάνι και κερί, λάδι για την ψυχή σου
μόνο εκείνα που μέσα μου νιώθω πως στην ζωή σου
εκτέλεσες και έπραξες και με το παραπάνω.
Γιά αυτό νομίζω πως ποτέ τα λόγια δεν φτάνουν.
Πάτερ μου, πόσο σ’ αγαπώ, πόσο πονώ για σένα
και η καρδιά μου θλίβεται, προπάντων ‘δω στα ξένα.
Εγνώρισα Πνευματικούς, εγνώρισα Πατέρας,
είσαι από τους σπάνιους, σε σένα πρέπει γέρας.
Αι αρεταί σου λάμπουνε, χαρίσματα τα τόσα
και που να τα εξιστορώ με την φωνή την ζώσα;
Παρηγοριά πνευματική, πνευματικό στολίδι
το μόνο συ στην Σκήτη μας δεν θα ξαναίδει.
Αν έζησες εις την ζωή πενήντα τόσα χρόνια,
όμως η πολιτεία σου θα ζη πάντα αιώνια.
Η ματαιότης διά σε είναι μηδέν εις όλα,
διότι την απέφυγες και ζούσες δίχως λόγια.
Πράξεις και έργα πάντοτε, παντού οπού επήγες
αλήθεια διεκήρυττες, αγία ζωή διήγες.
Ποιός θα ξεχάσει, Πάτερ μου, την τόση καλωσύνη
το ταπεινό χαμόγελο ζωγραφιστό στα χείλη;
Ποιός θα ξεχάσει, Πάτερ μου, τα λόγια τα χρυσά,
που έβγαιναν μετρημένα και ήσαν ταπεινά.
Ποιός θα ξεχάσει, Πάτερ μου, τώρα τα τελευταία
που τόσα ‘συ υπέφερες, αλλά πολύ γενναία;
Κανείς, κανείς δεν βρίσκεται, αλλ’ όλοι οι Πατέρες,
είναι σιμά σου βρίσκονται, αχ πόσες ημέρες.
Κι όσο ολίγοι είναι εδώ, τόσο πολλή η δόξα.
Κοιμήθηκε νέος, (56 ετών), στις 24 Αυγούστου του 1936.

Επιφάνιος ιερομόναχος Καυσοκαλυβίτης
(1911-1988)
(Φωτογραφία: Σπύρος Μελετζής, 1950)
αβ) Έτερος υποτακτικός του Γέροντος Αρσενίου, παπα-Επιφάνιος.
Στην συνοδεία είχε προστεθή και ο ανιψιός του προειρημένου Νικοδήμου, Επιφάνιος, τον οποίο είχε πάρει κοντά του από μικρό, μόλις 13 ετών, το 1922. Σαν μικρός που ήταν έπαιζε, και όταν τα μουλάρια κουβαλούσαν ξύλα, έτρεχε και πηδούσε πάνω τους για να κάνει περιπάτους. Τού είχαν φτιάξει και μία βαρκούλα με ελατήριο που κούρδιζε για να παίζει στην στέρνα της Καλύβης. Πέρασαν τα παιδικά χρόνια μαζί με την εκμάθηση της ξυλογλυπτικής και την εισαγωγή του στα μοναχικά καθήκοντα, και στο 18ο έτος της ηλικίας του, το 1927, έγινε μοναχός. Το 1929 ιεροδιάκονος και ιερομόναχος το 1936. Διακόνησε αρκετά χρόνια την Σκήτη και το Κυριακό.

αγ) Έτερος υποτακτικός του Γέροντος Αρσενίου, μοναχός Γερμανός.
Ο άλλος υποτακτικός του Γέροντα Αρσενίου, ο μοναχός Γερμανός, ανέλαβε να μεταφέρει τα δύο περίφημα μεγάλα ξυλόγλυπτα που αναφέραμε στην Αμερική προς πώληση. Εκεί, μέχρι να βρεί αγοραστάς, επειδή τα έργα αυτά ήταν μεγάλης αξίας, άργησε και αμέλησε κάπως τα μοναχικά του καθήκοντα. Αλλά, και όταν τελικά τα πώλησε, παρέτεινε την διαμονή του στο φθοροποιό αυτό περιβάλλον. Η φιλάνθρωπη όμως πρόνοια του Θεού, επέτρεψε να πάθει παράλυση, η οποία τον καθήλωσε στο κρεβάτι. Αυτό, έγινε αφορμή να ποθήσει τον ευλογημένο τόπο που είχε αφήσει. Άρχισε να θερμοπαρακαλή την προστάτιδα του Κελλιού τους Ζωοδόχο Πηγή, την έφορο του Αγίου Όρους, να τον θεραπεύσει με την υπόσχεση να επιστρέψει κοντά Της. Η Παναγία, δεν άργησε να ανταποκριθή στις ικεσίες του παιδιού Της. Ο π. Γερμανός, μετά από λίγο καιρό θεραπεύτηκε τελείως και αμέσως εκπλήρωσε την υπόσχεσή του. Ο παπα-Νικόδημος είχε τότε κοιμηθεί. Ο Γέροντάς του Αρσένιος και ο ιερομόναχος πλέον Επιφάνιος, τον δέχτηκαν με άμετρη χαρά, και ανέκφραστη αγάπη.
Όταν λίγα χρόνια αργότερα έφθασε ο καιρός της αναχωρήσεώς του για την αληθινή ζωή, είπε στον π. Επιφάνιο: Αδελφέ, νομίζω ότι ήλθε η ώρα να φύγω από αυτή την ζωή. Γιά αυτό, αν θέλεις, παρακάλεσε τους Πατέρες της Σκήτης να κάνουν θερμή προσευχή προς τον Κύριο για την ταλαίπωρη ψυχή μου και ο Θεός να ελεήση και σένα και όλους τους αδελφούς.
Μετά από λίγο καιρό, ενώ ήταν παρόντες ο Επιφάνιος και άλλοι Πατέρες της Σκήτης, άρχισε ένας φοβερός διάλογος, στον οποίο ο π. Επιφάνιος απαντούσε μονολεκτικά, με ένα Ναί, η ένα Όχι, που άκουγαν με κατάπληξη οι Πατέρες. Μερικές φορές, εκτός από αυτά έλεγε: Όχι, αυτό δεν το έκαμα, ψέματα λέτε, για εκείνο έκαμα αυτό το καλό, για αυτό έκαμα αυτή την μετάνοια· και πάλι: Ναί το έκαμα, αλλά έδωσα ελεημοσύνη· και άλλοτε· Όχι, αυτό δεν το έκαμα. Αυτό διήρκεσε αρκετή ώρα και σε αυτή την κατάσταση παρέδωσε το πνεύμά του, το 1955.
Ιερομονάχου Μαξίμου Καυσοκαλυβίτου:
Ασκητικές Μορφές και Διηγήσεις από τον Άθω,
Ι. Κελλίον Αγ. Αντωνίου, Κρύα Νερά,
Άγιον Όρος, 2006