Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα .Κουτλουμουσιανοσκητώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα .Κουτλουμουσιανοσκητώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

Ιωσήφ μοναχός Κουτλουμουσιανοσκητιώτης (1886 - 30 Μαΐου 1992)

Ο επί επταετία γείτονας μου Γερο-Ιωσήφ ο Κύπριος έχει μία ωραία ιστορία, γεμάτη περιπέτειες, απλότητα και ταπεινότητα. Κατά κόσμον ονομαζόταν Ιωάννης Χατζηπαναγιώτου. Τους ευλαβείς, καλοσυνάτους, απλούς και φτωχούς γονείς του τους έλεγαν Νικόλαο και Παναγιώτα. Γεννήθηκε στο χωριό Ριζοκάρπασο, της σήμερα κατεχόμενης από τους Τούρκους Καρπασίας, το 1886. 
Το 1902 ήλθε στο Άγιον Όρος. 
Στην Κύπρο δεν ξαναπήγε ποτέ. Την αγαπούσε όμως, προσευχόταν γι’ αυτή, και τη θυμόταν. Έλεγε: «Ποτέ δεν έχω βγάλει την Κύπρο από την καρδιά μου, γιατί γέννησε αγίους». Θυμόταν τις πολλές εκκλησιές του χωριού του με τα ωραία ήθη κι έθιμα.
Είχε μάθει λίγη ξυλουργική στο χωριό του. Είχε λογισμό να εργασθεί στην αρχή ως μαραγκός. Στα πρόσωπα των μοναχών όμως συνάντησε τον Θεό. «Να, εδώ είναι ο Θεός…» είπε, και αποφάσισε να καλογερέψει. Διήλθε διάφορα μέρη του Αγίου Όρους. Κατέληξε στην Καλύβη του Αγίου Ιωαννικίου του Μεγάλου στη σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος, που ανήκει στη μονή Κουτλουμουσίου υπό τον ενάρετο Γέροντα Ιωαννίκιο († 1909), όπου έλαβε το μέγα σχήμα των μοναχών.
Σε μία αγρυπνία της μονής Καρακάλλου, στην πανήγυρη της μνήμης των αγίων Αποστόλων, καθώς προσευχόταν, είδε τον Απόστολο Παύλο να στέκεται στον δεσποτικό θρόνο: «Με τη φαλακρίτσα του, τα γενάκεια του, τον αναγνώρισα από την εικόνα του που ήξερα, να κηρύττει… Δεν καταλάβαινα αν είμαι ξύπνιος ή αν κοιμάμαι. Το μόνο που θυμάμαι από τα λόγια του είναι: “Και μία ημέρα να ζήσει ο άνθρωπος επάνω στη γη, αν δεν προσέξει, δύναται να κολασθεί…” Τούτος ο λόγος έμεινε μέχρι τώρα σαν κατακάθι μέσα στην καρδιά μου». Πράγματι, παρότι είχαν περάσει πάνω από εβδομήντα χρόνια το έλεγε σαν να ήταν χθεσινοβραδινό γεγονός.
Ο Γέροντας-Ιωσήφ με τον Δικαίο Άνθιμο στη φτωχική Καλύβη του
Διήλθε πολλές δοκιμασίες. Εκούσια και ακούσια πείνα, φτώχεια, στέρηση, κακουχία και ταλαιπωρία. Πυκνές ασθένειες και πολλοί πειρασμοί τον κούρασαν αλλά δεν τον απογοήτευσαν. Τα δεχόταν όλα ως από Θεού.
Μερικές φορές ως άνθρωπος αντιδρούσε. Ήταν απλός και σύντομα μετανοούσε. Είχε κάποιες φυσικές θα λέγαμε παραξενιές, δεν μπορούσες όμως να τον παρεξηγήσεις, γιατί σεβόσουν την πολυχρόνια άσκησή του. Είχε εμπιστοσύνη στον Θεό και μεγάλη ευλάβεια στην Παναγία, την «Καλλονή των ωραίων», όπως την έλεγε. Είχε δίπλα στην κλίνη του και μία μικρή εικόνα της Παναγίας της Οικονόμισσας. «Ό,τι της ζητώ με οικονομεί», έλεγε. Έπαιρνε τις αθωνίτισσες, θαυματουργές, θεομητορικές εικόνες με τη σειρά και τις επικαλούνταν: «Τραβάω κομποσχοίνι στη Γλυκοφιλούσα της Φιλοθέου, για να με φυλάει, στην Οικονόμισσα της Λαύρας, για να με συντηρεί, στην Παραμυθία της Βατοπεδίου, για να με παραμυθεί στις θλίψεις μου». Αν κάποιος τον αδικούσε, τον άφηνε στον Θεό. Παρότι επί εξήντα χρόνια ήταν με πατερίτσες, δεν έμενε αργός. Εκατόχρονος ανέβηκε στη σκεπή να φτιάξει τα κεραμίδια της σκεπής του. Τα τελευταία πενήντα χρόνια της ζωής του έζησε στη διπλανή μας Καλύβη του Αγίου Νικολάου. Είχε πάει στη μονή Ξενοφώντος να μαζέψει ελιές. Επιστρέφοντας βρήκε τη σκεπή της Καλύβης του Αγίου Ιωαννικίου, να έχει φύγει, ύστερα από ένα δυνατό νοτιά. Από τη στενοχώρια του σάλεψε ο νους του. Έμεινε τρεις ημέρες και τρεις νύχτες στο νάρθηκα του Κυριακού. Ο ιερεύς του διάβαζε Παρακλήσεις. Ο άγιος Παντελεήμων του παρουσιάσθηκε μέσα σε σύννεφο και τον έκανε καλά.
Συχνά έλεγε: «Ευχαριστώ τον άγιο Θεό, που μου έδωσε τούτο το καλό, την αρρώστια, κι έτσι κάθομαι και κάμω περισσότερα πνευματικά». Όποιος τον βοηθούσε του έκανε κομποσχοίνι. Τις ακολουθίες έκανε με κομποσχοίνι. Αγαπούσε πολύ το Ψαλτήρι. Μου έλεγε μια μέρα: «Δόξα τω Θεώ. Κάθομαι, τραβάω κομποσχοίνι. Διαβάζω το Ψαλτήρι. Είναι το πιο ωραίο βιβλίο του κόσμου. Τί λόγια ωραία λέει αυτού. Ο Θεός μιλάει. Βρήκε, λέει, άνδρα κατά την καρδία του. Τον Δαυίδ. Ακούς τι λέει του Θεού το στόμα; Σαν την καρδιά του Θεού ήταν ο Δαυίδ. Μεγάλος άνθρωπος. Τις Κυριακές διαβάζω Ψαλτήρι. Το Ψαλτήρι, το Ευαγγέλιο και ο Απόστολος. Αυτά τα τρία μ’ αρέσουν. Αυτά κυριαρχούν στην Εκκλησία. Έχω κι άλλα βιβλία. Βίους αγίων. Τα έχω διαβάσει πολλές φορές. Αυτά τα νέα βιβλία που γράφουν οι παπάδες δεν μου αρέσουν».
Όταν πέρασε τα εκατό χρόνια, διερωτάτο γιατί δεν τον παίρνει από τη ζωή ο Θεός. Περίμενε τον θάνατο. Είπε να του ετοιμάσουν τον σταυρό του τάφου του, να τον βλέπει καθημερινά. Μου έδωσε λίγα χρήματα που είχε μαζέψει για τα μνημόσυνά του. Όταν του πήγα κάποιους φίλους να πάρουν την ευχή του, τους ζητούσε χρήματα, για να προσεύχεται, για να με ντροπιάσει, να χαλάσει την εικόνα του, και να μην του ξαναπάω κόσμο, να τον τιμούν… Την ελπίδα του είχε πάντοτε στο έλεος του Θεού. Οι Βατοπεδινοί πατέρες θέλησαν να τον γηροκομήσουν, μα εκείνος ζήτησε να γυρίσει ν’ αναπαυθεί στο καλύβι του. Ανεπαύθη εν Κυρίω το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής, στις 30.5.1992, κι ετάφη στο κοιμητήρι της σκήτης μας την Κυριακή της Πεντηκοστής, κατά την οποία «Πνεύματος Αγίου επιδημία και ελπίδος συμπλήρωσις».
Πηγές – Βιβλιογραφία
Μωυσέως Αγιορείτου μοναχού, Συνομιλία μ’ έναν υπεραιωνόβιο Γέροντα, Πρωτάτον 21/1990, σσ. 7-9. Συνεσίου Αγιορείτου μονάχου, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Αγιορείτης (ο φίλος της Παρθένου), Ορθόδοξη Μαρτυρία 39/1993, σσ. 29-32.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Γ΄ 1984-2000, σελ. 1335 – 1341


Ο Γέρων Ιωσήφ ο Κουτλουμουσιανοκητιώτης
Στὴ Σκήτη τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος τῆς Κουτλουμουσίου, ὁ μοναχὸς Ἰωσήφ, θέλησε νὰ ἐπισκευάσει στὸ πάτωμα τῆς Καλύβας του ἕνα σανίδι ποὺ εἶχε σαπίσει. Καθάρισε τὸ σάπιο, πῆρε μὲ ἀκρίβεια τὰ μέτρα, ἔκοψε τὸ σανίδι καὶ πῆγε νὰ τὸ τοποθετήσει. Ὅταν τὸ ἔβανε στὴν θέση του, τὸ σανίδι ἦταν μεγαλύτερο. Τὸ πῆρε, ἔκοψε τὸ περίσσιο καὶ πῆγε πάλι νὰ τὸ τοποθετήσει. Τότε εἶδε πὼς ἦταν μικρότερο ἀπὸ ὅ,τι ἔπρεπε. Ὁ γερο-Ἰωσήφ, ἦταν μαραγκὸς στὸ ἐπάγγελμα. Παίρνει γιὰ δεύτερη φορὰ τὰ μέτρα, κόβει ἄλλο σανίδι στὰ μέτρα ποὺ χρειαζόταν μὲ πολλὴ ἀκρίβεια, πῆγε νὰ τὸ βάλει στὴν θέση του, ἀλλὰ καὶ πάλι περίσσευε. Τὸ ἔκοψε καὶ ὅταν πῆγε νὰ τὸ καρφώσει ἔγινε μικρότερο.
    Τότε ἔχασε τὴν ὑπομονή του καὶ μὲ θυμὸ εἶπε: «Ἄει στὸ διάβολο. Διάβολε! Τί ἔχεις; Τί νὰ σοῦ κάνω γιὰ νὰ ταιριάξεις; Τέσσερις φορὲς σὲ μέτρησα καὶ τέσσερις σὲ ἔκοψα. Τώρα, τί διάβολο ἔχεις καὶ δὲν ταιριάζεις;»
     Ἀμέσως, ὁ διάβολος, παρουσιάσθηκε μπροστά του μὲ ὅλη τὴν ἀγριωπὴ μορφή του καὶ τοῦ εἶπε: «Μὲ φώναξες, Γέροντα. Τί εἶναι; Θέλεις τίποτα; Ἐδῶ εἶμαι ἐγὼ νὰ σὲ βοηθήσω».
Ὁ γερο-Ἰωσήφ, τρομαγμένος ἔκανε στὸν σταυρό του, παράτησε τὸ σανίδι καὶ ἔτρεξε στὸν Πνευματικό του νὰ ἐξομολογηθεῖ, ἀλλὰ ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα ἔχουν περάσει περισσότερο ἀπὸ 30 χρόνια καὶ δὲν μπορεῖ ἀκόμα νὰ συνέλθει. Τοῦ ἔμεινε ὁ φόβος καὶ μία ἀφηρημάδα στὸ μυαλό, σὰν ἀντιμισθία ἀπὸ τὸν διάβολο.

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015

Ιωάννης μοναχός Κουτλουμουσιανοσκητιώτης (1895 - 1985)

Ο μακαριστός Γερο-Γιάννης, κατά κόσμον Γεώργιος Αντωνίου Μαρκάκης, γεννήθηκε στο Τυμπάκι της Κρήτης το 1895. Στον ελληνοβουλγαρικό πόλεμο που πήγε υποσχέθηκε, μόλις απολυθεί, να μονάσει. Προσήλθε στην Καλύβη του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου της ιεράς σκήτης Αγίου Παντελεήμονος-Κουτλουμουσίου το 1921 και εκάρη μοναχός το επόμενο έτος.
Κατά τον θεοφιλέστατο επίσκοπο Ροδοστόλου Χρυσόστομο, ήταν «προσωπικότης που ενέπνεε σέβας και ευλάβεια με όλα τα δείγματα της πολυχρονίου νηστείας και εγκρατείας επάνω της». Για την αρετή του μου είχε μιλήσει θερμά και ο Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης. Ήταν επί δεκαετίες καλός τυπικάρης του Κυριακού της σκήτης. Μαζί με τη μικρή συνοδεία του ήταν ιερορράπτες. Ο ίδιος επίσκοπος περί αυτών γράφει στα ωραία Απομνημονεύματά του: «Απέβησαν απ’ την πρώ­τη κιόλας στιγμή προστάται, κατηχηταί και παιδαγωγοί μας περίπου, στην πνευματική σκέψι και βιοτή, στις μοναχοπρεπείς εν γένει συμπε­ριφορές μας, στις όλως κόσμιες και μετρημένες συνομιλίες μας με τους άλλους συνασκητάς και στα της συμμετοχής στην κοινή θεία λατρεία στο Κυριακό».
Τον Γέροντα τον γνωρίσαμε γηροκομούμενο στη μονή Κουτλουμουσίου, κάνοντας μεγάλη υπομονή. Μας μιλούσε με μεγάλη αγάπη για την Καλύβη μας και χαιρόταν που θα είμεθα διάδοχοί του και δεν θα μένει πια σβηστό το καντήλι του αγίου. Μάς έλεγε για την ιστορία της Καλύβης, τους αγώνες του, τις δοκιμασίες του. Προείδε το τέλος του και το είπε στον ηγούμενο Χριστόδουλο. Εκοιμήθη στις 13.11.1985 μετά την αγρυπνία και αφού κοινώνησε. Όπως και ο Γέροντάς του Χρυσόστομος, ανεπαύθη την ημέρα της ονομαστικής του εορτής και της πανήγυρης της Καλύβης του. Εμείς, πριν το κτητορικό μνημόσυνο της Καλύβης μας, ενταφιάσαμε τον μακάριο Γέροντα στο κοιμητήρι της σκήτης, το Κυριακό της οποίας διακόνησε επί 64 έτη περίπου. Ο Γερο- Γιάννης ήταν ένας παλιός, καλός, καλόγερος, λένε όλοι που τον γνώρι­σαν. Όποτε έρχεται του αγίου Χρυσοστόμου, αναμένουμε κι εμείς κρυ­φά την ουράνια πρόσκληση, αφού οι τελευταίοι Γέροντες ανεπαύθησαν την ημέρα της μνήμης του μεγάλου και παμφίλτατου αυτού αγίου …
Πήγες – Βιβλιογραφία
Χρυσοστόμου Ροδοστόλου επισκόπου, Πόθος και Χάρις στον Άθωνα, Άγιον Όρος 2000, σσ. 9-10. Αντωνίου Στιβακτάκη, Κρήτες Αγιορείτες Μοναχοί, Ιεράπετρα 2007, σσ. 70-72.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ’ – 1984-2000, σελ.1133-1139 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

Δωρόθεος ιερομόναχος Κουτλουμουσιανοσκητώτης (1873 - 1966)

Ο κατά κόσμον Δημήτριος Τσιρώνης γεννήθηκε στη Δίβρη Ηλείας το 1873. Δεκαπεντάχρονος κρυφά ήλθε να μονάσει στο Άγιον Όρος. Κατευθύνθηκε στην Καλύβη του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου της Κουτλουμουσιανής σκήτης του Αγίου Παντελεήμονος. Οι Γέροντες, λόγω της απαγορεύσεως των αγενείων στο Άγιον Όρος, και επειδή ήταν μικρός, τον φύλαγαν μέσα στην Καλύβη και κρεμούσαν σκεπάσματα στην απλωταριά, για να μη φαίνεται. Εκάρη μοναχός, το 1894, με τ’ όνομα Δωρόθεος. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1898 και πρεσβύτερος το 1904.
Αργότερα απόκτησε δύο υποτακτικούς, τον ιερομόναχο Αντώνιο και τον μοναχό Σάββα. Τον δεύτερο τον πρόλαβα λίγο στη σκήτη, όταν ήλθα το 1985. Κατόπιν πήγε στη μονή Εσφιγμένου όπου και εκοιμήθη. Σε νεαρή ηλικία ψηφίσθηκε ηγούμενος ο Γέροντας Δωρόθεος στη μονή Εσφιγμένου, αλλά δεν θέλησε ν’ αναλάβει. Στη συνέχεια κατοίκησε, το 1934, στο Κουτλουμουσιανό Κελλί του Τιμίου Προδρόμου στις Καρυές. Διετέλεσε επί δεκαετία εφημέριος και τυπικάρης του ναού του Πρωτάτου. Άφησε φήμη εξαίρετου τυπικάρη. Ήταν επίσης σπουδαίος Πνευματικός. Στο πετραχήλι του εξομολογήθηκε ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Λεόντιος († 1947), όταν επισκέφθηκε το Άγιον Όρος.
Για λόγους υγείας και λόγω διαφόρων πειρασμών αναγκάσθηκε ν’ αφήσει το αγαπητό του Άγιον Όρος, περί το 1944. Στην αρχή εγκαταβίωσε στην Αγία Μονή της Άνδρου, ως Πνευματικός της εκεί γυναικείας αδελφότητος. Λόγω όμως των εκεί διχοστασιών, για το ημερολογιακό ζήτημα, αποσύρθηκε. Το 1952 μετέβη στην ιερά μονή Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Παπάγου Αθηνών, όπου παρέμεινε έως τέλους Πνευματικός της αδελφότητος αλλά και πλήθους κόσμου. Λειτουργούσε τακτικότατα με κατάνυξη και ευλάβεια και αν δεν έβλεπε, λέγουν, σημείο στο άγιο ποτήριο, δεν μετελάμβανε. Κοινωνούσε με δάκρυα, με χαρά, με φωτεινό πρόσωπο. Η γλυκιά του λαλιά και η ηρεμία του μετέδιδε στο εκκλησίασμα ειρήνη. Τον λίγο ελεύθερο χρόνο του τον αφιέρωνε στη φίλη προσευχή.
Τις ημέρες που εξομολογούσε, από το πρωί ως αργά το βράδυ, άνθρωποι όλων των ηλικιών, μοναχοί, μοναχές και λαϊκοί, ανέμεναν ώρες για να τον δουν και να εξομολογηθούν. Ήταν ένας έμπειρος και διακριτικός Πνευματικός, ένας άριστος ιατρός ψυχών. Μαζί με τον ομόψυχο και φίλο του Γέροντα Ιερώνυμο Σιμωνοπετρίτη (†1957). στο μετόχι της Αναλήψεως. αποτελούσαν τους πνευματικούς στυλοβάτες κατανόηση. ανεκτικότητα, συγκατάβαση και συγχωρητικότητα. Τα λόγια του άγγιζαν τις καρδιές των ανθρώπων: «Τέκνον. διατί έπραξες έτσι; Μη, τέκνον μου, μη λυπήσεις ξανά τον Κύριόν μας. Τέκνον, έχεις έλλειψιν εις τα πνευματικά; Έλα, τέκνον μου, να κάμωμεν μαζί προσευχήν διά το πρόβλημά σου. Τέκνον, διατί θυμώνεις; Μήπως έχεις εγωϊσμόν; Τέκνον, μη βιάζεσαι στην ανάγνωσιν. Καλλιέργησε την ευλάβειαν. Σε ακούει ο Κύριος. Προσπάθησε, τέκνον μου, περισσότερον. Θα σου κάνω και εγώ προσευχήν».
Πολλές μοναχές μιλούσαν για το προορατικό του χάρισμα. Όταν κάποτε μία μοναχή σκεπτόταν μόνη της να φύγει κρυφά από το μοναστήρι για πάντα, την κάλεσε, για να της πει: «’Ήθελα κι εγώ να επιστρέφω στο Άγιον Όρος και είχα λογισμούς. Μπήκα στην εκκλησία να λειτουργήσω και βλέπω μπροστά μου τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο να μου λέει: “Άφες τέκνον, Μην έχεις φροντίδα. Εγώ που σε έφερα εδώ, έχω και την μέριμνάν σου!”». Η αδελφή κατενύγη κι έμεινε στη διακονία της. Έξι μήνες προ της εκδημίας του πληροφόρησε τις μοναχές για τη μόνιμη αναχώρησή του. Αγιορείτες πατέρες φρόντισαν το λείψανό του και τα της ταφής του. Μία μοναχή έγραψε στον τάφο του:
Δωρόθεος Τσιρώνης
Ιερομόναχος, ετών 93
Εκοιμήθη εν Κυρίω 16.7.1966
Έφηβος ζηλώσας οσιότητα,
ευθύς, ταπεινός, άκακος
και πράος ως ασώματος
βιώσας, εν βαθυτάτω γήρει.
Εξεδήμησας προς Κύριον,
ίνα λάβης τον στέφανον
της αθανάτου ζωής.
Τα πνευματικά σας τέκνα.
Πηγές-Βιβλιογραφία:
Δημητρίου Καββαδία ιερομ.. Μοναζουσών σύναξις, Αθήναι 2005. σσ. 125-131.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α’ – 1956-1983, σελ. 483, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.


Φωτογραφίες:
Αριστερά:Ο αγιασμός έξω του Κυριάκου της σκήτης Κουτλουμουσίου κατά την πανήγυρη της 27.7.1940
Μέσον: Ο Γέροντας Δωρόθεος (δεξιά) με τον Γέροντα Ιερώνυμο Σιμωνοπετρίτη
Δεξιά: Ιερομόναχος Αντώνιος, υποτακτικός του Γέροντος Δωροθέου