Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα .Σταυροβουνιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα .Σταυροβουνιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

Διονύσιος ιεροδιάκονος Σταυροβουνιώτης (1830 - 1902)

Από τη Λευκωσία μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου διετέλεσε διάκονος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά και της μητροπόλεως Κιτίου. 
Διψώντας τη φίλη κάθε φιλόθεης ψυχής ησυχία έφθασε στην αγιορειτική, ησυχαστική, ασκητική κι ερημική σκήτη των Καυσοκαλυβίων, για να δρέψει το μέλι της αρετής στην Καλύβη του Αγίου Ιερομάρτυρος Χαραλάμπους. 
Εκεί κείρεται μεγαλόσχημος μοναχός και μαθαίνει την ωραία τέχνη της αγιογραφίας, στην οποία αρίστευσε, όπως και της βυζαντινής μουσικής.
Περί το 1875 επιστρέφει στην πατρίδα του και κατευθύνεται στην ερημωμένη μονή Σταυροβουνίου. Γίνεται διακριτικός πατέρας οσίων μοναχών. 
Η μεγάλη στέρηση τον αναγκάζει να επανακάμψει στο αγαπητό του Άγιον Όρος με την τετραμελή φιλόθεη συνοδεία του, όπου παρέμεινε επί μία τετραετία και πλέον.
Το 1882 συναντάται σ’ ένα ησυχαστικό Κελλί παρά τη μονή της Τροοδίτισσας. Η ησυχία τον θέλγει, τον συναρπάζει και τον κατανύσσει. Συνάμα εργάζεται την αγιογραφία. Μετά τη μεγάλη πυρκαϊά του 1888, της μονής Σταυροβουνίου, προσκαλείται και αναλαμβάνει ηγούμενός της το 1889. Αρχίζει εράνους για την ανασυγκρότηση της μονής. Σύν­τομα έρχονται στην υπακοή του ενάρετοι Κύπριοι πατέρες, πρώην Αγιορείτες, ο Βαρνάβας και οι αυτάδελφοι Γρηγόριος και Καλλίνικος. Ως ηγούμενος ο Διονύσιος στερέωσε το κοινοβιακό σύστημα, τηρώντας απαρασάλευτα τους αρχαίους μοναχικούς θεσμούς του ισάγγελου πολι­τεύματος. Ο πόθος της ησυχίας τον έφλεγε ακατάπαυστα. Έτσι όλη την εβδομάδα παρέμενε σ’ ένα φτωχοκάλυβο έξω της μονής, ασκούμενος, προσευχόμενος, αγιογραφώντας, και μόνο τα Σαββατοκύριακα ανέβαινε στη μονή, για να λειτουργήσει και να νουθετήσει τους δέκα μοναχούς του, ως ένας ησυχαστής.
Τ’ όνομά του, όπως όλων των φυγόδοξων μοναχών, δεν έγινε ευρύτερα γνωστό και δεν πέρασε στα λεξικά του κόσμου.
Μια ρήση του, που φύλαξε ένας υποτακτικός του, αφήνει να διαφανεί ο πλούτος του εσωτερικού του μεγαλείου και ο πόνος των οσίων, που δεν βρίσκουν κάποιον να εκμυστηρευθούν την πολυτιμότητα της περιουσίας τους εντός της «ένδοξης αδοξίας» τους και της «θέας του Θεού». «Θέλω», έλεγε, «να μιλήσω και δεν βρίσκω άνθρωπον κατάλ­ληλον, και πλησιάζει το τέλος μου, και δεν θα βρεθεί κανείς να του πω για την πνευματική αυτή εργασία που τόσον εκοπίασα».
Το τέλος του ήταν οσιακό. Ενώ ένας υποτακτικός του απήγγειλε τους Χαιρετισμούς του Τιμίου Σταυρού, είδε ο ετοιμοθάνατος μακάριος Γέροντας τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου να λάμπει και άκουσε υπέροχη αγγελική υμνωδία. Είπε τρεις φορές το «Θεοτόκε Παρθένε» και τη Δοξολογία. Με το «Αμήν» της Δοξολογίας, παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Πλάστη του. Ήταν 24.2.1902. Η προσωπική του περιου­σία ήταν λίγα βιβλία και λίγες εικόνες. Στις νεκρολογίες αναφέρεται η ασκητικότητά του, η σεμνοπρέπειά του και η αγαθότητά του. Κατά τη μετά τρία έτη ανακομιδή του τα οστά του βρέθηκαν «να αποπνέουν λεπτήν ευωδίαν».
Πηγές – Βιβλιογραφία
Αθανασίου Σταυροβουνιώτου αρχιμ., Ο Γέροντας Διονύσιος Καυσοκαλυβίτης (1816- 1901), Πρωτάτον 17/1989, σσ. 104-106. Ιωσήφ Βατοπαιδινού μοναχού, Οσίων μορφών αναμνήσεις, Άγιον Όρος 2003, σσ. 15-19. Κωστή Κοκκινόφτα, Ο Διονύσιος Χρηστίδης και η επανίδρυση της Μονής Σταυροβουνίου το 1889, Λευκωσία Κύπρου 2008.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Β΄, εκδ. Μυγδονία σ. 35-37

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

Κυπριανός ιερομόναχος Σταυροβουνιώτης (1878 - 1955)

Γεννήθηκε στο χωριό Δάλι της Κύπρου το 1878. Τελείωσε το Σχολαρχείο της Λευκωσίας. Νέος μόνασε στη μονή Σταυροβουνίου, όπου και χειροτονήθηκε ιερεύς. Φιλοξενήθηκε σε κελλιά του Αγίου Όρους επί χίλιες περίπου ημέρες. Έλαβε πλούσια πνευματικά εφόδια. Σταθμούς για τη ζωή του, στην ιερή χερσόνησο, αποτέλεσαν γνωστοί τόποι αρετής. Ένα έτος στο αγιασμένο κοινόβιο της Σιμωνόπετρας το διήλθε στην άσκηση, τη μελέτη και την προσευχή. Ο τετράωρος καθη­μερινός του ύπνος του φαινόταν πολύς. Το βορεινό, φτωχικό του κελλί δίχως θέρμανση και δεύτερα σκεπάσματα. Ως λειτουργός είχε αποστηθίσει τη θεία Λειτουργία, την οποία τελούσε με μεγάλη κατάνυξη, κλειστά μάτια, που τ’ άνοιγε μόνο όποτε ήταν ανάγκη. Όλες τις ιερές ακολουθίες τις είχε αποστηθίσει. Τον συνόδευε ισχυρή μνήμη, ευφυΐα, γνώση, εγκράτεια, σιωπή και θέληση. Εφτάχρονος μελετούσε κι εξηγούσε στους γύρω του το βιβλίο Αμαρτωλών Σωτηρία.
Κατόπιν μετέβη στα Κατουνάκια, στην Καλύβη του Αγίου Γερασίμου, κοντά στον Γέροντα Καλλίνικο τον Ησυχαστή (†1930). Η εκεί παρα­μονή του ενέτεινε την αυταπάρνηση και τη φιλοπονία του. Αγωνιζόταν υπεύθυνα, υπομονετικά κι επίμονα να μιμηθεί τους νηπτικούς Πατέ­ρες. Η σιωπή του και η ταπεινοφροσύνη του έκρυβαν επιμελημένα την αρετή του. Περιήλθε και άλλα μέρη του Αγίου Όρους συλλέγοντας ως η μέλισσα το νέκταρ ευωδέστατων ανθέων. Με τη συνδρομή της Θεοτό­κου επέστρεψε στην πατρίδα του.
Ανήλθε στο αγέρωχο Σταυροβούνι και το κατέστησε υποδειγματικό κοινόβιο. Ο ίδιος ήταν φωτεινό παράδειγμα με τη συνεχή φιλοπονία του, ασκητικότητα, ακτημοσύνη, διάκριση και κυρίως την καθαρή του ταπείνωση. Ήταν πάντοτε σκληρός στον εαυτό του και ανεκτικός στους άλλους. Παρά την ολοήμερη εργασία του δεν παραμελούσε τις αγρυπνίες και την ορθοστασία στις καθημερινές ιερές ακολουθίες. Ήταν ένας στύλος κόπου και αγάπης στο ναό, που έλεγχε τους αδύναμους και οκνηρούς. Έγερνε από τον κόπο. αλλά ποτέ δεν έπεφτε. Μ’ ένα ζευγάρι μόνο παντόφλες πέρασε μία ολόκληρη ζωή. Πενήντα χρόνια δεν έπλυνε το σώμα του. Πέντε χρόνια εργαζόμενος στο μετόχι της μονής του δεν είδε το πρόσωπο της γυναίκας του αρχιμάστορα. Η ασθένεια τον έκανε αγιότερο. Ο πόνος δεν του διέκοψε ποτέ τις προσευχές. Σαν έχασε τη φωνή του, σήκωνε τα χέρια του ψηλά δεόμενος εκτενώς, μέχρι που έπεφταν μόνα από την κούραση. Προσευχόμενο τον παρέλα­βε ο Κύριος στον ουρανό την 1.2.1955, αφήνοντα μνήμη ασκητικού κι ενάρετου Γέροντος.
Ο ιερομόναχος Γαβριήλ Κυκκώτης λέει περί αυτού: «Ο παπα-Κυπριανός ήταν ένας πραγματικά θεόπνευστος, ασκητικότατος άνθρωπος. Μόλις τον αντίκρυζες, έβλεπες την ακτινοβολία της χάριτος του Θεού. Έβλεπες ένα ασκητικό πρόσωπο να ακτινοβολεί. Ήταν απλός, με ένα παλιό ράσο, και περπατούσε με πεπαλαιωμένα σάνδαλα. Είχε μέσα του πλατειά αγάπη, ικανή ν’ αγκαλιάσει τον κάθε άνθρωπο. Στην εξομολόγηση ήτανε πολύ σοφός … Λυγούσαν τα πόδια του και όμως συνέχιζε. Ήταν πολύ ασκητικός πατέρας, πολύ κουρασμένος από την άσκηση…Όταν λειτουργούσε, δάκρυζε συνέχεια. Ήταν πολύ κατανυκτικός στη λειτουργία του …».
Ο Γέροντας Ιωσήφ Βατοπεδινός γράφει περί αυτού: «Εδοκιμάσθη εις την ζωήν του από τους αρχαίκακους και πονηρούς δαίμονας. Όταν έκλειναν για πάντα οι οφθαλμοί του, με σώας τας αισθήσεις ανύψωσε τας χείρας εν είδει αναφοράς και προσηύχετο όσον ημπορούσε. Ούτως ετελειώθη ο καλός αγωνιστής και τέλειος ομολογητής της καλής ομο­λογίας. Όντως, κατά τον Απόστολον, “τον δρόμον τετέλεκε, την πίστιν τετήρηκε, και δικαίως απόκειται αυτώ ο της δικαιοσύνης στέφανος”».
Πηγές – Βιβλιογραφία
Ιωσήφ Βατοπεδινού μοναχού, Όσιων Μορφών Αναμνήσεις, Θεσσαλονίκη 1995, σσ. 51- 66. Κλείτου Ιωαννίδη, 10 Κύπριοι Άγιοι Γέροντες του εικοστού αιώνα, Λευκωσία 1997, σσ. 37-51. Κωστή Κοκκινόφτα, Ο Διονύσιος Χρηστίδης και η επανίδρυση της μονής Σταυροβουνίου το 1889, Λευκωσία Κύπρου 2008, σσ. 93-100.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Α΄, εκδ. Μυγδονία σ.525-528