Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοθήκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοθήκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

τί αντιπροσώπευαν οι αρχαίοι κίονες


Είναι γνωστό ότι για τους αρχαίους Έλληνες ο δωρικός και ο ιωνικός κίονας αντιπροσώπευαν αντίστοιχα το άρρεν και το θήλυ.

Ο μεν δωρικός κίονας, που ονομάστηκε έτσι επειδή πρωτοεμφανίστηκε σε πόλεις των Δωριέων, έδινε, κατά τον Βιτρούβιο, «στους ναούς τις αναλογίες, τη στιβαρότητα και την ομορφιά τού ανδρικού σώματος».

Ο δε ιωνικός κίονας, που ονομάστηκε έτσι επειδή τον χρησιμοποίησαν πρώτοι οι Ίωνες, όντας πιο ραδινός στην όψη από τον δωρικό, έχει πιο γυναικεία χάρη. Πάντα κατά τον Βιτρούβιο, «στη βάση του κίονα τοποθέτησαν, σαν υπόδημα, μία σπείρα, και δεξιά και αριστερά από το κιονόκρανο δύο έλικες, που κρέμονται σαν βόστρυχοι γυναικείας κόμης· τα μέτωπα τα διακόσμησαν με κυμάτια και έγκαρπα στη θέση καλοχτενισμένων μαλλιών· [έκαναν τέλος] τις ραβδώσεις του κορμού του κίονα να κατεβαίνουν σαν πτυχές εσθήτας».

Έτσι οι αρχαίοι επινόησαν αρχικά δύο κίονες: «τον έναν ανδρικό, γυμνό, χωρίς διάκοσμο, και τον άλλο με γυναικεία κομψότητα και στολίδια και με γυναικείες αναλογίες».

Και ο κορινθιακός κίονας, ο μεταγενέστερος από τους τρείς ρυθμούς της αρχαιοελληνικής αρχιτεκτονικής και θεωρούμενος η εξέλιξη του ιωνικού ρυθμού; Ο Βιτρούβιος αναφέρει ότι «ο τρίτος ρυθμός, που ονομάζεται 'κορινθιακός', μιμείται την παρθενική λεπτότητα, καθώς οι παρθένες, τρυφερές στα χρόνια, έχουν λεπτότερα μέλη και τα στολίδια τους έχουν μεγαλύτερη χάρη».

Μετά την αντιστοίχιση του δωρικού κίονα με το άρρεν και του ιωνικού με το θήλυ, διερωτώμαι μήπως ο κορινθιακός αντιστοιχεί στο άφυλο όν, σε εκείνο που υπερβαίνει τα χαρακτηριστικά των δύο φύλων.

Και εν πάση περιπτώσει, τί γύρευε ένας κορινθιακός κίονας στο βάθος του ναού του Επικουρίου Απόλλωνος,

ο οποίος προσαγορευόταν επίσης Αλεξίκακος, όπως και από τους Αθηναίους, δηλαδή αυτό ςπου διώχνει το κακό, επειδή απέτρεψε απ' αυτούς την αρρώστια, Αποτρόπαιος, Παιήν, ως ιατρός των θεών, Καθάρσιος, Νουσολύτης (ο από νόσου απαλλάττων) και Σωτήρ;

[...] δεν στερείται σημασίας η αντιστοιχία την οποία βλέπει για τους τρείς ρυθμούς ο ελευθεροτεκτονισμός, αυτό το χωνευτήρι αρχαίων παραδόσεων. Σύμφωνα λοιπόν με την τεκτονική παράδοση, ο δωρικός κίονας συμβολίζει την ισχύ, ο ιωνικός τη σοφία και ο κορινθιακός το κάλλος.

*

Ο κίονας χρησίμευε αρχιτεκτονικά ως στήριγμα στέγης. Συμβολικά υποστηρίζει τα άνω και τα συνδέει με τα κάτω. Στην ελληνορωμαϊκή τέχνη δεν περιοριζόταν όμως σ' έναν καθαρά αρχιτεκτονικό ρόλο, αλλά χρησίμευε και ως αναθηματικό μνημείο. [...]

Λόγω της καθετότητάς του, ο κίονας είναι ανοδικό σύμβολο. Αντιστοιχεί στη σπονδυλική στήλη του ανθρώπινου σώματος, τον αξονικό δηλαδή σκελετό του κορμιού, ο οποίος, όπως και στον κίονα, αποτελείται από τους σπονδύλους που συνδέονται με τους μεσοσπονδύλιους δίσκους, υποστηρίζει την κεφαλή και συνδέει με τον κορμό τα άνω και κάτω άκρα μέσω της ωμικής και της πυελικής ζώνης και εγκλείει και προστατεύει τον νωτιαίο μυελό.

Εφόσον λοιπόν δεχτούμε ότι ο κίονας συμβολίζει τον άνθρωπο σε μία καθετότητα και εναρμόνιση ολόκληρου τού είναι του με την «ευθεία αίσθηση», τότε λογικά το κιονόκρανο που επιστέφει τον κίονα ισοδυναμεί με το ανθρώπινο κεφάλι.

[σημ. 30: Ως προς την «ευθεία αίσθηση» έχω να επισημάνω ότι κατερχόμενη ως ακτίνα φωτός που ενώνει τα άνω με τα κάτω, διασπά τον ΦΟ!ΒΟ, αποκαλύπτοντας, φανερώνοντας τον ΦΟΙΒΟ. Και όντως, μόνο το φώς εκμηδενίζει το σκότος, το φώς έξω βάλλει το φόβο].

Όσον αφορά τον άνθρωπο ο οποίος συμβολιζόταν μυστικά από τον μοναδικό κορινθιακό κίονα που υπήρχε στο ναό του Επικουρίου Απόλλωνος, και δη στο σηκό, αντί κατά πάσα πιθανότητα του λατρευτικού αγάλματος του θεού, βλέπουμε ότι το κεφάλι του, εν προκειμένω το κιονόκρανο, ήταν ζωσμένο από φύλλα ακανθών. Ποιός όμως θα μπορούσε να ήταν ο εξέχων άνθρωπος, αυτό το Όν, ώστε να τιμηθεί με τόσο υψηλό τρόπο; Και ποιά η σχέση του με τον Απόλλωνα;

Μήπως κάποιοι έλληνες μύστες είχαν φροντίσει να προεικονιστεί, τέσσερις αιώνες νωρίτερα, σε τούτο το τέμενος του Απόλλωνος Σωτήρος, που προσωποποίησε στην αρχαιότητα τον Έλληνα Θείο Λόγο, το μαρτύριο του νέου Σωτήρος, του Ιησού, ιστορικής ενσάρκωσης του Θείου Λόγου στην εξελληνισμένη γή της Παλαιστίνης [...];

Φοίβος Πιομπίνος, Απόλλων Σωτήρ ο έλλην λόγος (έκδ. Εκδόσεις του Φοίνικα, Αθήνα 2018, σσ. 31-33, 33, 33-34, 34-35 και σημ. 30, σ. 51).

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

φώς από την ανατολική είσοδο του αδύτου, τα Επιφάνια


Θα το πιστέψετε λοιπόν, Νικολαΐδη;
Πνίγεται στα ρηχά η ψυχή και στα βαθιά βαθαίνει.
Μ’ ένα πανάκι στην καρδιά
κι ήλιο πλατύ στην ασημιά
ελιά τού αρχιπελάγου.*

Το φώς που έμπαινε από την ανατολική είσοδο του αδύτου [ενν. του Ναού του Επικουρίου Απόλλωνος στις Βάσσες της Φιγάλειας] καθώς διοχετευόταν από τις δύο νοτιότερες και στραμμένες προς τον κυρίως ναό παραστάδες, θα πρέπει, ορισμένες ώρες, να έλουζε από πίσω τον κορινθιακό κίονα και να θάμπωνε τον πιστό που τον κοιτούσε κατενώπιον, έτσι που ο κίονας να χάνει τις λεπτομέρειες του γλυπτικού του διάκοσμου και να φαντάζει κι αυτός σαν παρουσία που απαγόρευε κάθε πρόσβαση στο άδυτο.

Ο κορινθιακός κίονας από την άλλη, στραμμένος προς τη βορεινή είσοδο του σηκού, θα πρέπει να αντίκριζε, κατά την εαρινή ισημερία, την επιστροφή του υπερβόρειου Απόλλωνος Ηλίου, ο οποίος κάθε χρόνο, κατά την φθινοπωρινή ισημερία, αποδημούσε στη χώρα των Υπερβορείων -λαό ευσεβή, ειρηνικό και δίκαιο όπως αναφέρεται από τον Ηρόδοτο αλλά και από τον Ησίοδο και τον Πίνδαρο-, όπου παρέμενε όλο το χειμώνα μέχρι και την άνοιξη οπότε επανερχόταν στη Δήλο επιβαίνοντας σε άρμα που το έσερναν διά μέσου του αιθέρα ζευγμένοι σε αυτό ακούραστοι κύκνοι ή γρύπες ή φερόμενος πάνω σε ένα από τα πτηνά ή τα μυθολογικά τούτα ζώα.

Το γεγονός τούτο γιορταζόταν στους Δελφούς με εκατόμβες και παρουσίαση του αγάλματος του Απόλλωνος στον λαό, την ημέρα της εαρινής ισημερίας, ως Θεοφάνια ή Επιφάνια.

*

σημ. 27: Υπερβόρειους ονόμαζαν οι αρχαίοι Έλληνες, από τα χρόνια του Ησιόδου και του Πινδάρου, τους κατοίκους του απώτατου βορρά, γύρω από τους οποίους κυκλοφορούσαν πολλοί παράδοξοι θρύλοι εξαιτίας ίσως του γεγονότος ότι στη χώρα τους οι μέρες ήταν πολύωρες και οι νύχτες διαρκούσαν πολύ λίγο καθότι αυτή φωτιζόταν από αιώνιο φώς.

Άγνωστοι στον Όμηρο, ο Ηρόδοτος τούς θεωρούσε ως πραγματικό λαό. Κατά τον Στράβωνα (C 507), Υπερβορείους καλούσαν οι αρχαίοι Έλληνες τους λαούς που κατοικούσαν βόρεια του Εύξεινου Πόντου, του Ίστρου (σημ. Δούναβη) και του Αδριατικού πελάγους.

*

σημ. 29: Στο μνημειώδες έργο του Ελλάδος περιήγησις, ο Παυσανίας δεν μνημονεύει κανένα ναό που να είναι αφιερωμένος στον Απόλλωνα Σωτήρα. Σε γνώση μας έχει περιέλθει μόνο ένας στην αρχαία Αμβρακία (σημ. Άρτα), του οποίου η οικοδόμηση χρονολογείται στους ύστερους αρχαϊκούς χρόνους, γύρω στο 500 π.Χ. Ήταν δωρικού ρυθμού περίπτερος με πρόναο και επιμήκη σηκό, χωρίς οπισθόδομο, προσανατολισμένος από ανατολάς προς δυσμάς. Ο ναός αυτός ήταν αφιερωμένος στον Απόλλωνα Πύθιο και Σωτήρα.

Η Αμβρακία ήταν αποικία της Κορίνθου και γι' αυτό ήρθαν Κορίνθιοι να βοηθήσουν τους κατοίκους της στον πόλεμό της με τους Ηπειρώτες. Ταυτόχρονα ο Απόλλων ξεσήκωσε τον λαό της Αμβρακίας σε επανάσταση εναντίον του τυράννου Φάλαικου και επανέφερε την τάξη, την ισότητα και τη δικαιοσύνη στην πόλη. Γι' αυτό οι Αμβρακιώτες τον τιμούσαν από τότε ως Σωτήρα με γιορτές και συμπόσια.

Φοίβος Πιομπίνος, Απόλλων Σωτήρ ο έλλην λόγος (έκδ. Εκδόσεις του Φοίνικα, Αθήνα 2018, σσ. 30-31, 50-51, 51).

-----

* Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Αμμόχωστος Βασιλεύουσα (έκδ. Άγρα, Αθήνα 1997, σ. 48) στίχοι εκ του ποιήματος με τίτλο «Κοίλο τού καραβιού» και όλον πάλι τον καημό του! Αυτού κι οι στίχοι:

Και το πουλάρι χάλκινο
κι η γή βαθιά στο χώμα.


Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

πηγή έμπνευσης για το κορινθιακό κιονόκρανο


Από τα είκοσι περίπου γνωστά είδη άκανθας, οι μεν έλληνες αρχιτέκτονες μιμήθηκαν κυρίως την άγρια άκανθα που φύεται σε αφθονία στην Ελλάδα, οι δε ρωμαίοι την απαλή ή μαλακή που περιέβαλλε συνήθως τους οπωροφόρους κήπους της αρχαίας Ρώμης και που αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης για το κορινθιακό κιονόκρανο.

Ο σχεδόν σύγχρονος του Χριστού ρωμαίος αρχιτέκτονας και μηχανικός Μάρκος-Πωλλίων Βιτρούβιος απέδιδε τη σύλληψη του κορινθιακού κιονόκρανου στον αγνώστου πατρίδος και πατρός Καλλίμαχο, περίφημο πλάστη και τορευτή των τελευταίων δεκαετιών του Ε΄ π.Χ. αιώνα.

Ο Καλλίμαχος εργάστηκε κυρίως στις Πλαταιές, την Αθήνα και την Κόρινθο. Περίφημο έργο του ήταν, μεταξύ άλλων, ένας χρυσός λύχνος που, όπως αναφέρει ο Παυσανίας, έκαιγε μπρος από το άγαλμα της θεάς Αθηνάς στο Ερέχθειο. Λεγόταν μάλιστα ότι μόνο μία φορά το χρόνο γέμιζαν αυτόν τον λύχνο με λάδι, επειδή η χωρητικότητά του ήταν τέτοια που αρκούσε για να μείνει διαρκώς αναμμένος μέχρι την ίδια ακριβώς μέρα του επόμενου χρόνου.

Ο Βιτρούβιος διέσωσε λοιπόν, στο τέταρτο βιβλίο (κεφ. 1ο) του δεκάτομου Περί αρχιτεκτονικής (De arhitectura) συγγράμματός του, που συνέταξε μεταξύ των ετών 31 και 32 π.Χ., την εξής ωραία και ευφάνταστη παράδοση σχετικά με το πώς ο Καλλίμαχος εμπνεύστηκε αρχικά και κατόπιν επινόησε το κορινθιακό κιονόκρανο:

«Μια Κορίνθια παρθένος κόρη, σε ηλικία γάμου, αρρώστησε και πέθανε. Μετά την ταφή, η τροφός της μάζεψε τα πράγματα που αγαπούσε η κόρη, όταν ζούσε, τα έβαλε μέσα σ' ένα καλάθι και -για να διατηρηθούν για μεγαλύτερο χρόνο στο ύπαιθρο- τα σκέπασε μα μία κέραμο· το καλάθι το τοποθέτησε στο μνήμα, τυχαία πάνω στη ρίζα μιας άκανθας.

Την άνοιξη η ρίζα, παρότι πιεζόταν από το βάρος, έβγαλε φύλλα και μίσχους μέσα στο καλάθι. Οι μίσχοι αναρριχήθηκαν στις πλευρές του καλαθιού, βγήκαν προς τα έξω και περιελίχθηκαν αναγκαστικά -λόγω του βάρους των άκρων της κεράμου- σε έλικες.

Ο Καλλίμαχος, τον οποίο οι Αθηναίοι αποκαλούσαν 'κατατηξίτεχνο' [σημ.: Στα ελληνικά μέσα στο λατινικό κείμενο.] (δηλαδή λίαν έντεχνο), επειδή δούλευε το μάρμαρο με λεπτή και ωραία τέχνη, περνώντας τυχαία από το μνήμα, παρατήρησε το καλάθι με τα τρυφερά φύλλα που μεγάλωναν γύρω του. Γοητευμένος από το καινοφανές της μορφής αυτής, έφτιαξε, χρησιμοποιώντας την ως πρότυπο, κίονες για τους Κορινθίους (1.9)» [σημ.: Σε μετάφραση Παύλου Λέφα.]

Δεν μπορούμε να ξέρουμε από πού άντλησε ο Βιτρούβιος, τέσσερις αιώνες αργότερα, αυτή την πληροφορία. Πάντως, ακόμα κι αν δεν ανταποκρίνεται σε αληθινό γεγονός, αλλά αποτελεί καθαρή μυθοπλασία του συγγραφέα -πράγμα που μού φαίνεται απίθανο-, δεν παύει να είναι άκρως γοητευτική. [...]

Φοίβος Πιομπίνος, Απόλλων Σωτήρ ο έλλην λόγος (έκδ. Εκδόσεις του Φοίνικα, Αθήνα 2018, σσ. 18-20).

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

ad Deum datum


Πώς να καλέσεις
Αδεοδάτο τον Θεόδωρο
και την Πολύτιμη Διοτίμα.
Σαν νάταν οι ανάδοχοι
τελώνια και παγανικά.*

ΑΙΓΕΥΣ

[...]

Αλάργα στης απρόσβατης χώρας το δρυμό
ανακλαδίζεται το νησί
ακουμπώντας στους ώμους της βεβαιότητας
σα κηλίδα στον ήλιο.

Κι ομπρός το γκαστρωμένο πέλαγος
με τους ψυχοπομπούς της καταιγίδας
θα ξεβράσει νεκρό το γουρούνι του φόβου
και της συντελεσμένης νίκης το οικόσημο.

Σαν ανδρικού κορμού το τρίτο πόδι
τόσον αβόλετη εστάθη
η εντολή
να μην αμελή-
σουν
, αν πρέπει
ν' αλλάξουν τα μαύρα ιστία
.

*

ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ

Ένα μεστωμένο πόθον είδε
στα φτερά ν' αρμοδένει του χελιδονιού.
Ύστερα ένα δράγμα από ακτίνες
διαλύθηκε στην παρυφή του ασφοδελώνα.
Απίθωσε την κεφαλή στα χέρια του
ο πρώτος άνθρωπος και ρώτησε
γιατί
.

*

ΙΩΝΙΑ

Στα 1922 χρόνια η Ιωνία χάθηκε
για πάντα.
Η Ιωνία, μια πηγή και μια μάνα.
Στοχάσου τις αθόρυβες πράξεις,
που μάς παραστέκουνται
στη συνειδητοποίηση του μεγάλου πόνου.
Έτσι σχηματίζονται αγάλια-αγάλια
τα έργα του ανθρώπου και τα βουνά
.
[...]
Εμπροστά στη φθορά,
που ορμάει κι απλώνεται
σα τη κρυαδερή και γανιασμένη
ριπή του χειμώνα,
ξεθωριάζει και του γραικού η λαχτάρα
και του τούρκου η έπαρση.
[...]
Στην Ιωνία πάσκισε ο άνθρωπος
να πλάσει το πρόσωπο του θεού
.
Κι έπλασε τέλος
το δικό του συλλογισμένο πρόσωπο
.

Παράμερα σκουριάζουνε λυπητερά
τα σάνδαλα του Εμπεδοκλή.**



Δημ. Λιαντίνης, Οι ώρες των άστρων (έκδ. Δ. Λιαντίνη, Αθήνα 2006, σσ. 81-82, 96, 88-89). -Το motto εκ του ποιήματος ΒΑΦΤΙΣΤΙΚΑ (ό.π., σ. 97), ένθα και η σημείωση της συζύγου του, Νικ. Λιαντίνη: «Πρόκειται για εξελληνισμένη απόδοση του λατινικού «Ad Deum datum», που παραπέμπει στο όνομα του πατέρα του Λιαντίνη Θεόδωρος». Κι η κατακλείδα στίχοι του ιδίου από το ποίημα «ΚΡΑΤΗΡ» (ό.π., σ. 80). Ποιήματα όλα απ' την ενότητα «Η όγδοη μέρα».

Τρίτη 14 Απριλίου 2026

της βρυαρής άνοιξης αποθεώνοντας τα σφυρά


Ο δημιουργός νικάει το θάνατο με το έργο του.*

άστρων κάτοιδα νυκτέρων ομήγυριν,
και τους φέροντας χείμα και θέρος βροτοίς
λαμπρούς δυνάστας
...**

ΔΙΔΥΜΟΙ

Στους καλαμιώνες σέρνονται σαύρες
και ανατριχίλες
στης λυγερής την άρνηση,
που για πολύ παρθένα δε θα είναι.
Κύκνος έγινε
του θεού ο φαλλός
κι ο λυγμός.

*

ΠΑΡΘΕΝΟΣ

Η ανάσα των βυθών
εθόλωσε την ευδία
στις αλκυονίδες ακτές.
Στο φεγγερό κέλυφος του μυδιού
ασπαίρει η παντοδυναμία
του αμίλητου χρόνου.
Η αμήχανη μνήμη
που την έκρυψαν οι λαγκαδιές του μέλλοντος
σκορπίζεται σα φέγγος σπασμένου φεγγαριού.
Ζαρκάδι ριγηλό δρομάει στο ζαλισμένο δάσος
γυρεύοντας πόρο
.

*

ΠΕΡΣΕΥΣ

Από κοντά να ιδώ τον σαματά των κήπων
και τον νότο λαμπερούς σταλαγμίτες να σκορπίζει
της βρυαρής άνοιξης αποθεώνοντας τα σφυρά.
Και να ιδώ τον ήλιο στα ψηλάλωνα
βουκολικά ειδύλλια σισυρίζοντας
πώς κυβερνά την κιβωτό της ήβης
.
Νάναι το φώς καλό
και στις πηγές τα παρθένια τιτυβίσματα
.
Και νάναι τ' Αηγιωργού
ανήμερα που τ' αποκαλυπτήρια θα τελέσω
του δίκαιου Πηγαιμού.
Ιχνευτής του ατλαντικού πελάγους
και έμπιστος του δυνατού ασβέστη
θα λαμπροφορέσω το μέλλον με θυρεούς.

*

ΗΡΙΔΑΝΟΣ

Ποτάμι στον ουρανό σε τύλιξε και σε μαστιγώνει.
Τί να γίνεται τάχατες στο Αιγαίο!
Αστράφτει ακόμα η γύμνια της θάλασσας;

[...]

Στη Νάξο, πέρα κεί [...]
Περπατάς στα βήματα της παλιάς Αριάδνης
με την αναμονή που όλο και πιο βαθειά σε κυριεύει.
Συντροφιασμένη την απουσία του αναμενόμενου θεού.
Εκείνου του κισσοστεφανωμένου αλήτη
που έφτασε κάποτε να σ' ανεβάσει στ' αστέρι.

[...]

Νυχτοφυλακίες, του σπουργίτη σύνεση, ρεσάλτα των ανέμων.
Τριγυρίζεις δίπλα μου με σκισμένο το γέλιο σου
με το ρούχο σου πάνω απ' τα γόνατα,
καθώς οι αρχαίες νύφες, που σκηνώναν στις πηγές των νερών
και τραγουδούσαν.
Έτσι συντελείς το θάμα της μεταμόρφωσης.
Και γίνεται ο άλικος πόθος κίνηση στα μακρυά σου δάχτυλα.
Φωνή στο μουσικό σου ξύλο. Καθισμένη σε βλέπω να παίζεις,
να μερεύεις τ' αγρίμια και να ξαναγριεύεις τα ζώδια.
Ύστερα αποκοιμίζεις τον Ύπνο στις ανοιχτές σου παλάμες.
Ώρα που οι καταρράχτες της νύχτας
γίνονται σιωπηλοί γαλαξίες
.

Των αγρών όλοι οι μίσχοι λάγνοι
σαλεύουνε και λούζονται
στην κολυμπήθρα των σπασμών.***

Κι έρχοντας
μίλησες για τη γαλήνη του θεού
που βυζαίνει τη θηλή ενός άστρου.

Δημ. Λιαντίνης, Οι ώρες των άστρων (έκδ. Δ. Λιαντίνη, Αθήνα 2006, σσ. 28, 52, 54, 32, 32, 33). -Το motto της συζύγου του, Νικ. Λιαντίνη από το «Προλόγισμα» της συλλογής (ό.π., σ. 12). Το δεύτερο motto εκ του Αισχύλου και motto όλης της συλλογής (ό.π., σ. 15). Και η πρώτη κατακλείδα εκ του ιδίου (ό.π., σ. 39) και δη απ' το ποίημα «Κένταυρος», ειν' οι τελευταίοι στίχοι. Ομοίως τελευταίοι κι οι στίχοι απ' το ποίημα «Ηνίοχος», εκ του ιδίου (ό.π., σ. 30).

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

επαναστατικό υλικό


Ο Ρήγας με τη Χάρτα εφάρμοσε πριν διακόσια χρόνια μια μοντέρνα (με τα σημερινά δεδομένα) 'επικοινωνιακή πολιτική'. Χρησιμοποίησε γι' αυτό, έναν χάρτη για τη μεταφορά μεγάλου πλήθους πληροφοριών με πολλαπλά 'μέσα' (εκτός από τα κλασικά γεωγραφικά) όπως θεματικούς κώδικες, σύμβολα, κείμενα, εικόνες, γραφήματα, μηνύματα και παραστάσεις. Και όλο αυτό το πλήθος των πληροφοριών, σε συμπύκνωση και περιληπτική οπτικοποιημένη μορφή, προκειμένου να επιτύχει την αμεσότητα και ταχύτητα μετάδοσης και διάδοσης όσων ήθελε να πεί.

Το επικοινωνιακό αυτό πολυμέσο, που είναι η Χάρτα, δίκαια ο Αυστριακός ανακριτής χαρακτήρισε με συστηματική επιμονή στο ανακριτικό υλικό του, ως επαναστατικό.

Η Χάρτα, μαζί με τον Πίνακα του Αναξίμανδρου και την Γεωγραφία του Πτολεμαίου είναι οι τρεις μέγιστοι σταθμοί της Ελληνικής Χαρτογραφίας σε διάστημα 25 αιώνων, από τους Ίωνες χαρτογράφους μέχρι τον Ρήγα.

Για πρώτη φορά στην Ιστορία έκαναν έναν Χάρτη, Γεωστρατηγική ο Αναξίμανδρος, Επιστήμη ο Πτολεμαίος, και Επανάσταση ο Ρήγας!

*

Στη Βιέννη αυτήν την εποχή, στα 1797, βρίσκονταν και ο εκ Κοζάνης καταγόμενος, Γεώργιος Σακελλάριος, ο οποίος σπούδαζε ιατρική και ήταν μαθητής του διάσημου καθηγητού, ιατρού Πέτρου Φραγκ, διευθυντή του περίφημου νοσοκομείου της Βιέννης. [...]

Ο Γεώργιος Σακελλάριος (1765-1838) είχε αρχίσει να μεταφράζει από τα γαλλικά το βιβλίο του Βαρθελεμή «Το ταξείδι του Νέου Ανάχαρση στην Ελλάδα» (Voyage de jeune Anacharsis en Gréce), που είχε πρωτοεκδοθεί στο Παρίσι, λιγα χρόνια πρωτύτερα, στα 1788. Έκτοτε, εκδόθηκε πολλές φορές και μάλιστα είχε μεταφραστεί και στις άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες.

Ο Βαρθελεμή (J.-J. Barthelemy, 1716-1795) ήταν αρχαιολόγος και λογοτέχνης, ο οποίος έγραψε αυτήν τη μυθιστορηματική περιήγηση στα μέσα του 4ου αιώνος π.Χ. στην Ελλάδα, γραμμένη με επιστημονική ακρίβεια, με πολλές παραπομπές και κείμενα από τους αρχαίους συγγραφείς. Ο Βαρθελεμή ζωντάνευε το αρχαίο μεγαλείο της Ελλάδος.

Οι Έλληνες αγάπησαν το βιβλίο και το διάβαζαν στο γαλλικό πρωτότυπο ή σε ιταλικές ή γερμανικές μεταφράσεις. Χαρακτηριστικά, ο Γεώργιος Σακελλάριος γράφει στον πρόλογο του πρώτου τόμου του βιβλίου «Περιήγησις του Νέου Αναχάρσιδος εις την Ελλάδα» (Βιέννη 1797) ότι οι Έλληνες «εδρόσιζον το βιβλίο με δάκρυα, βλέποντες εν αυτώ ζωηροτάτως εκτεθειμένας τας πράξεις και την εικόνα των λαμπρών προγόνων μας. [...]».

Δημήτριος Καραμπερόπουλος, «Μηνύματα του Ρήγα Βελεστινλή μέσα από τη δωδεκάφυλλη Χάρτα του» εν 200 Χρόνια της Χάρτας του Ρήγα 1797-1997. Πρακτικά Επιστ. Ημερίδας. Κοζάνη, 18 Οκτωβρίου 1997 (έκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1998, σσ. 83, 20, 21).

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα της Χάρτας


Σχετικά με τα στοιχεία της εσωτερικής αναγνώρισης, από τα τρία βασικά, την ακρίβεια, την γενίκευση και την επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα, ένας 'χάρτης Κοινού' δεν μπορεί παρά να εντοπίζει το ενδιαφέρον του στο τρίτο στοιχείο, την 'επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα'.

Και εδώ η επίδοση του Ρήγα είναι εντυπωσιακή. Η σχεδιαστική απόδοση ικανοποιεί τους βασικούς κανόνες της οπτικής πρόσληψης (οπτικονοηματική αντίληψη) ακόμα και του απλού χρήστη του χάρτη. Έχει δώσει ιδιαίτερη προσοχή στη διαστασιακή, μορφική και κυρίως χρωματική σχέση του γενικού υπόβαθρου του χάρτη με τα επιμέρους στοιχεία του, όπως είναι τα σύμβολα, τα γράμματα, τα γραφήματα, οι εικόνες, οι επιμέρους πινακίδες και τα διακοσμητικά στοιχεία.

Είναι χαρακτηριστική η οπτική σαφήνεια των γραμμικών στοιχείων του χάρτη, οι χρωματικές συσχετίσεις και ο διαστασιακός διαφορισμός των αλφαριθμητικών στοιχείων, καθώς και η γενικότερη αισθητική και η από απόσταση αναγνώριση επιμέρους στοιχείων των οποίων επιζητείται η ανάγνωση, ιδίως όταν πρόκειται για 'χάρτες ανάρτησης' και 'μαζικής επικοινωνίας', όπως προόριζε ο Ρήγας να είναι η Χάρτα και όπως άλλωστε λειτούργησε στη πραγματικότητα, κατά τη μαρτυρία του Dumon (1867).

*

Και μόνο από την λεπτομερή απεικόνιση των εκατoνεξηνταδύο νομισμάτων, ως θεματικών συμβόλων, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ο ορισμός του ως τυπικού 'θεματικού χάρτη'. Η επιμονή του Ρήγα στο 'νομισματικό θέμα' του χάρτη ίσως να είναι μια από τις αποδείξεις της επικοινωνιακής αποτελεσματικότητας που επεδίωκε να τού δώσει.

Εκτός από την 'κατεστημένη' ερμηνεία της νομισματικής θεματικής της Χάρτας, ως στοιχείου τόνωσης της εθνικής περηφάνιας για το ένδοξο παρελθόν, ίσως να υπάρχει και μία 'αιρετική', γνωρίζοντας την πληθωρικότητα, τον ρεαλισμό, την ευφυΐα και την λαϊκή διορατικότητα του Ρήγα· να προκαλέσει δηλαδή το ενδιαφέρον να σκύψουν στην Χάρτα και εκείνοι από τους Ρωμαίους 'που γούσταραν τα γρόσια'!

*

Λόγω της γνωστής, στη Χαρτογραφία, υπόθεσης 'περί του γεωγραφικού μήκους', τα μήκη στη Χάρτα ακολουθούν τη γαλλική πρακτική της εποχής, που χρησιμοποιούσε ως αρχή των μηκών τα Κανάρια Νησιά, περίπου 15 μοίρες δυτικά του Greenwich. Έτσι τα μήκη της Χάρτας είναι κατά περίπου 15 μοίρες μεγαλύτερα των σημερινών, ενώ τα πλάτη είναι της ίδιας τάξης μεγέθους με τα σημερινά, όπως άλλωστε θα περίμενε κανείς λόγω του ακριβέστερου προσδιορισμού του πλάτους που ήταν εφικτό ήδη από τους αρχαίους χρόνους.

*

Η κλίμακα της Χάρτας εκτιμάται ότι κυμαίνεται γύρω από το λόγο 1:600.000, όπως προκύπτει και από το γεωγραφικό της πλαίσιο αλλά και από την χρονική κλίμακα που σχεδιάζει ο Ρήγας στο υπόμνημα· είναι η οριζόντια απόσταση, που αντιστοιχεί σε 24 ώρες πεζοπορίας και ισοδυναμεί εντυπωσιακά με το αποδεκτό και σήμερα μέτρο, όπου τα περίπου «τέσσερα χιλιόμετρα διανύονται σε μια ώρα κανονικής πεζοπορίας».

Δημήτριος Καραμπερόπουλος, «Μηνύματα του Ρήγα Βελεστινλή μέσα από τη δωδεκάφυλλη Χάρτα του» εν 200 Χρόνια της Χάρτας του Ρήγα 1797-1997. Πρακτικά Επιστ. Ημερίδας. Κοζάνη, 18 Οκτωβρίου 1997 (έκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1998, σσ. 82-83, 82, 74, 75).

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

να διδάξει τους υπόδουλους Έλληνες και τον Ελληνισμό


Η κυριαρχούσα άποψη είναι ότι, ο Ρήγας εξέδωσε τη Χάρτα για να καταδείξει 'εικονογραφικά' και να διδάξει τους υπόδουλους Έλληνες και τον Ελληνισμό γενικότερα «τί έχασε, τί έχει, τί τού πρέπει». Να δείξει από πού κατάγεται και τί μέλλον τού αξίζει. Γι' αυτό πάνω στο γεωγραφικό υπόβαθρο της Χάρτας χαράχτηκε η Ιστορία και η δόξα των Ελλήνων,

αναγράφονται τα μεγάλα γεγονότα της ιστορικής τους πορείας, οι νίκες τους, η πολιτική οργάνωση των αρχαίων προγόνων, καταγράφονται οι ήρωες και σημειώνονται χρονολογίες σταθμοί. Και όλα αυτά ανάμεσα σε πλήθος αρχαίων νομισμάτων, που αποτελούν ένα από τα κύρια θέματα της Χάρτας.

Απεικονίζονται και στις δύο όψεις τους, εκατόν εξήντα δύο νομίσματα της αρχαιοελληνικής, ρωμαϊκής και βυζαντινής περιόδου, συχνότερα δώδεκα ανά φύλλο· [...] Μόνο το ένα τρίτο των νομισμάτων έχει γεωγραφική συνάφεια με τις περιοχές που απεικονίζονται στα φύλλα. Τα νομίσματα αυτά [...] έχουν όλα εντοπισθεί από την ιστορική νομισματική έρευνα.

*

Η Χάρτα φέρει «ρόδο ανέμων» ιταλικού τύπου, με τριανταδύο διευθύνσεις, αλλά γαλλικό συμβολισμό για το Βορρά (το κρίνο) και το Νότο. Επίσης υπόμνημα με δεκαεννέα επεξηγήσεις συμβόλων, ενώ τα πολυπληθή τοπωνύμια καταγράφονται και στην αρχαία και στην νέα εκφορά τους.

*

Το τοπογραφικό των Φερών μαζί με εκείνο της Αθήνας και Πειραιά έχουν τοποθετηθεί στο «μνημειακό» φύλλο του Τίτλου, μαζί με το μεγαλύτερο πλήθος των νομισμάτων, μία επιλογή που εκτός της προφανούς τιμής στη γενέθλια πόλη, ίσως να υπονοεί ή να υποδεικνύει το ρόλο της Αθήνας ως μελλοντικής άρχουσας πόλης της Νέας Ελλάδας.

Η διαφορετικότητα του τοπογραφήματος των Φερών, όπως και της Κωνσταντινούπολης οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι έργα του Ρήγα, ίσως αρκετά πριν από τα επτά τοπογραφήματα του Barbie du Bocage, που περιλαμβάνει η Χάρτα.

*

[...] δεν μπορεί να διαφύγει, ακόμη και από τον απρόσεκτο παρατηρητή της Χάρτας, η σαφής γεωγραφική αναφορά της στη Γ΄, Δ΄, Ε΄ και ΣΤ΄ Διοίκηση της Ρωμαϊκής (ή Ρωμανικής) Αυτοκρατορίας όπως αναδιατάχθηκε από τον Διοκλητιανό σε δυτική και ανατολική Αυτοκρατορία (Γ΄, Asiana -δυτικό τμήμα [ενν. Μικράς Ασίας]· Δ΄, Thraciae· Ε΄, Moesiarum· ΣΤ΄, Pannoniarum).

Οι Διοικήσεις αυτές είναι σαφέστατα τμήματα της Ανατολικής Αυτοκρατορίας. Έτσι εξηγείται και η απουσία της Μεγάλης Ελλάδας (νότια Ιταλία και ανατολική Σικελία) από τη Χάρτα, ενώ υπάρχει άφθονος χώρος, στο γεωγραφικό παράθυρο του Ρήγα, για την απεικόνιση της περιοχής αυτής του αρχαίου Ελληνισμού. Η απουσία ερμηνεύεται από το ότι η περιοχή αυτή ανήκει στην Ζ΄Διοίκηση (italiciana) του Μαξιμιανού, δηλαδή στο δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στο μέρος εκείνο ο Ρήγας τοποθετεί το αυτοτελές φύλλο της Κωνσταντινούπολης και το φύλλο του 'μνημειακού' Τίτλου της Χάρτας!

Δημήτριος Καραμπερόπουλος, «Μηνύματα του Ρήγα Βελεστινλή μέσα από τη δωδεκάφυλλη Χάρτα του» εν 200 Χρόνια της Χάρτας του Ρήγα 1797-1997. Πρακτικά Επιστ. Ημερίδας. Κοζάνη, 18 Οκτωβρίου 1997 (έκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1998, σσ. 71-72, 72, 73, 73).

Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

υπέρ της λαϊκής και φιλελεύθερης αντίληψης


η πλέον ευχάριστη απασχόλησή του ήταν η συγκριτική γεωγραφία *

Η προετοιμασία των έργων [ενν. του Ρήγα] στο Βουκουρέστι και οι στενές επαφές του εκεί με τον γαλλικό παράγοντα, τον χαρακτήρισαν ύποπτο για τα Αυστριακά συμφέροντα, που έβλεπαν ως απειλή την Ναπολεόντια πολιτική επιρροή στην υπό διαμόρφωση νέα Ευρώπη της μετα-οθωμανικής περιόδου.

Στη Βιέννη, με το έτοιμο έργο του από τη Βλαχία, αρχίζει η εκδοτική του δράση, το 1797, τυπώνοντας πρώτα για καθαρά εμπορικούς σκοπούς, στο τυπογραφείο του Ιάκωβου Νίτς και με χαράκτη τον Φρανσουά Μήλλερ, τους δύο χάρτες της Μολδοβλαχίας, τη Νέαν χάρταν της Βλαχίας και τη Γενικήν χάρταν της Μολδαβίας. Τούς είχε προετοιμάσει στο Βουκουρέστι αποδίδοντας στα ελληνικά, τα αυστριακά πρωτότυπα της εποχής.

Ο Ρήγας πίστευε αυτό που στην πραγματικότητα αποτελούσε στοιχείο της ιδεολογίας του γαλλικού Διαφωτισμού ότι δηλαδή η Ιστορία είναι αλληλένδετη με την Γεωγραφία· στοιχείο απολύτως κυρίαρχο και αδιαπραγμάτευτο μέχρι και σήμερα, στο γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα. Έτσι, η ενασχόλησή του με την Χαρτογραφία ήταν το φυσικό επακόλουθο της πίστης του αυτής.

Από την άλλη μεριά φαίνεται ότι είχε κατανοήσει την εποπτική αποτελεσματικότητα που έχει ο χάρτης ως συνοπτικός, εντυπωσιακός και άμεσος φορέας μετάδοσης πληροφοριών [...]

*

[...] το κυρίαρχο εθνικό στοιχείο στην περιοχή [ενν. τη Βαλκανική] ήταν το «νεογραικικό» πάνω στο οποίο θα έπρεπε να στηριχθεί στην αρχή οποιαδήποτε προσπάθεια ανατροπής της οθωμανικής κυριαρχίας· αλλά ίσως και της φαναριώτικης εξουσίας αργότερα, την οποία ο Ρήγας είχε γνωρίσει καλά στην Μολδοβλαχία.

Η ανατροπή αυτή θα έπρεπε να γίνει υπέρ της λαϊκής και φιλελεύθερης αντίληψης που εκφράζανε οι οικονομικά ακμαίοι Έλληνες της κεντροευρωπαϊκής Διασποράς, που ήδη είχαν αναπτύξει σπουδαία πρότυπα συλλογικής δράσης και αλληλεγγύης στην επιχειρηματική και κοινοτική τους ζωή.

*

Η Χάρτα είναι από τα μέγιστα έργα του Ρήγα· θεωρείται συμπλήρωμα του «Θούριου» και το κύριο μέσο για την ευρύτερη και δημοτικότερη διάδοση των αρχών του.

*

Σύμφωνα με το πρακτικό των καταθέσεων του Ρήγα και των συντρόφων του, μετά τη σύλληψή τους από την αυστριακή αστυνομία, προκύπτει ότι η Χάρτα τυπώθηκε σε 1220 αντίτυπα. Από αυτά τα 624 τα έστειλε στην Σμύρνη, μέσω Τεργέστης, 300 αντίτυπα στο Βουκουρέστι και τα υπόλοιπα 296 πουλήθηκαν κυρίως σε Έλληνες της Βιέννης.

Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί εδώ ότι, όπως προκύπτει από τη διατύπωση των πρακτικών κάθε μιας από τις καταθέσεις, η Χάρτα θα αποτελέσει το πρώτο και κύριο τεκμήριο της επαναστατικής ανατρεπτικής δράσης του Ρήγα, που καταγράφει επίμονα ο Αυστριακός ανακριτής (καταθέσεις των Αργέντη, Νικολίδη, Εμμανουήλ, Τουρούντζια).

Η Χάρτα ολοκληρώθηκε και διατέθηκε στο εμπόριο στις αρχές του Μαΐου του 1797, προς 36 γρόσια τα 12 φύλλα της (3 γρόσια το ένα)· τομή που ισοδυναμούσε με περίπου εκείνης ενός καλού βιβλίου στη Βιέννη της εποχής.

Δημήτριος Καραμπερόπουλος, «Μηνύματα του Ρήγα Βελεστινλή μέσα από τη δωδεκάφυλλη Χάρτα του» εν 200 Χρόνια της Χάρτας του Ρήγα 1797-1997. Πρακτικά Επιστ. Ημερίδας. Κοζάνη, 18 Οκτωβρίου 1997 (έκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1998, σσ. 69-70, 70, 70-71, 71). -Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 70).

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

είχε πάρει τις αποφάσεις του


Επταλόφου οράων, πολίων κλέος, ούδας Ανάσσης *

Ο Ρήγας, ήδη στα 1796, είχε πάρει τις αποφάσεις του για την εφαρμογή του επαναστατικού του σχεδίου με σκοπό την αποτίναξη της πολύχρονης τυραννίας, την απόκτηση της ελευθερίας και την εγκαθίδρυση της «Ελληνικής Δημοκρατίας». Για την υλοποίηση του επαναστατικού του σχεδίου μεταχειρίσθηκε ορισμένα προπαρασκευαστικά μέσα.

Ως πραγματικός ηγέτης, ο Ρήγας Βελεστινλής, θέλησε πρώτα να ανυψώσει το ηθικό των Ελλήνων, γιατί πίστευε πως δεν είναι δυνατόν να επαναστατήσει ένας λαός χωρίς να έχει υψηλό ηθικό. Και για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησε ό,τι θα έδειχνε την μεγάλη ελληνική κληρονομιά, βιβλία, χάρτες, εικόνες, τραγούδια.

Έτσι, έχοντας τακτοποιήσει στη Βλαχία τις διάφορες υποθέσεις του, φεύγει για τη Βιέννη, την 1η Αυγούστου 1796, παίρνοντας μαζί του τα χειρόγραφα με τα επαναστατικά του έργα και τους χάρτες του. Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι ο Ρήγας, ήδη, από το Βουκουρέστι, είχε αρχίσει να ετοιμάζει τους Χάρτες του. Σχετικά, ο Αυστριακός πρόξενος του Βουκουρεστίου Merkelius ειδοποιεί, στις 4 Αυγούστου 1796, τον υπουργό των Εσωτερικών και της Αστυνομίας Pergen:

«Στις αρχές αυτής της εβδομάδας ένας κάποιος γραμματικός Ρήγας ξεκίνησε από εδώ για τη Βιέννη, όπου σκοπεύει να τυπώσει έναν ελληνικό γεωγραφικό χάρτη».

[...] Επίσης, στα έγγραφα του Κων. Αμάντου [σημ.5: Κων. Αμάντου, Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα Βελεστινλή, Εν Αθήναις 1930] καταχωρίζεται η πληροφορία πως ο Αυστριακός υπουργός της Αστυνομίας Πέργκεν έγραφε στον αυτοκράτορά του: «Ο Ρήγας Βελεστινλής... θέλει να ελευθερώση τον Μορέαν διά της βίας από την Τουρκικήν εξουσίαν, προς τούτο δε απεφάσισε να στείλη επαρκή αριθμόν χαρτών εις τον Μορέαν και την Ανατολήν, επίσης δε να μεταφράση και τον Ανάχαρσιν, δια να γνωρίση εις τους εκεί κατοίκους την θέσιν της χώρας των και τας αρχάς της ελευθερίας».

*

Επίσης, σε άλλο έγγραφο αναγράφεται πως «Ομολογεί ο Ρήγας, ότι συνέταξεν ελληνικούς χάρτας, ών έκαστος πλήρης σύγκειται εκ δώδεκα τεμαχίων, τον τέταρτον τόμον Νέος Ανάχαρσις, ...ταύτα πάντα έπραξεν εξ ασπόνδου μίσους προς το τουρκικόν έθνος και επί σκοπώ να διαφωτίση το ίδιον αυτού έθνους περί της παρούσης θλιβεράς αυτού καταστάσεως».

*

[...] μετά την άφιξή του στην Βιέννη, Αύγουστος του 1796, τυπώνει το πρώτο φύλλο της Χάρτας του, την επιπεδογραφία της Κωνσταντινουπόλεως, που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στους κύκλους των Ελλήνων και των Ευρωπαίων, οι οποίοι κατέτασσαν, πλέον, τον Ρήγα στους χαρτογράφους. Στη συνέχεια, από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Μάιο του 1797, τύπωνε τα υπόλοιπα ένδεκα φύλλα της Χάρτας της Ελλάδος. Γράφει σχετικά η «Εφημερίς» των αδελφών Πούλιου, [...] στις 20 Μαΐου 1797: «Είδησις. Ετελείωσεν ήδη και η Ελληνική της Ελλάδος δωδεκάφυλλος Χάρτα του κυρ Ρήγα και πωλείται δημοσίως,τόσον εδώ εις Βιένναν όσον και εις άλλας πόλεις όπου ο ίδιος εφρόντισε να στείλη».

Η Χάρτα αποτελείται από δώδεκα φύλλα, -το καθένα 50Χ70 εκατοστά περίπου, που αν τεθούν το ένα δίπλα στο άλλο στην αρμόζουσα θέση τότε δημιουργείται ένας χάρτης περίπου 2,10 μ. Χ 2,10 μ. Ο Ρήγας για να εμπλουτίσει τη 'Χάρτα της Ελλάδος' με ιστορικά στοιχεία και «προς κατάληψιν των παρά του Νέου Αναχάρσιδος ιστορουμένων» πήρε τις επιπεδογραφίες από το συνοδευτικό βιβλίο του Νέου Αναχάρσιδος, το βιβλίο του Barbie du Bucage.

Το βιβλίο αυτό περιέχει γενικό χάρτη της Ελλάδος, χάρτες των επί μέρους περιοχών της Ελλάδος, τις επιπεδογραφίες Αθηνών, Σπάρτης, Ολυμπίας, Δελφών, Θερμοπυλών, καθώς και τις επιπεδογραφίες της μάχης της Σαλαμίνος, της μάχης των Πλαταιών και το Αρχαίο Θέατρο. Το βιβλίο όμως [...] περιέχει και εικόνα του Παρθενώνα των Αθηνών. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ο Ρήγας δεν καταχώρησε τον Παρθενώνα στη Χάρτα της Ελλάδος. Δεν γνωρίζουμε για ποιο λόγο δεν την χρησιμοποίησε, μια και η εικόνα του Παρθενώνος ήταν γνωστή.

Δημήτριος Καραμπερόπουλος, «Μηνύματα του Ρήγα Βελεστινλή μέσα από τη δωδεκάφυλλη Χάρτα του» εν 200 Χρόνια της Χάρτας του Ρήγα 1797-1997. Πρακτικά Επιστ. Ημερίδας. Κοζάνη, 18 Οκτωβρίου 1997 (έκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1998, σσ. 18, 19, 19, 22, 22-23, 23, 69-70). -Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 23) το επίγραμμα «στεναγμός του Γένους», τυπωμένο κάτω από την επιπεδογραφία της Κωνσταντινουπόλεως στη Χάρτα του Ρήγα.

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

η ελευθερία πληρώνεται ακριβά και όχι μόνο


Βάλετε έναν κρητικό χωριάτικο γάμο δίπλα στη συνηθισμένη γαμήλια τελετή της Αθήνας. Νομίζεις πως όλα γίνονται εκεί βιαστικά, όταν στην Κρήτη ένας γάμος είναι «μίμησις πολέμου» που κρατάει μερικά μερόνυχτα. Η φάρα του γαμπρού και η δικολογιά της νύφης δεν κάνουν οικονομία στο μπαρούτι. Δε λείπει από το παιγνίδι τους ούτε η «τζόγια», το στεφάνι της νίκης! Ο τόνος της ζωής στην Κρήτη οδηγεί άσφαλτα στην εποποιΐα.

*

Κατά τη συγγραφή του «Χρονικού», προσαρμόζοντας το λόγο μου στην κατάλληλη μορφή, περιορίστηκα να κοιτάξω μ' επιμονή τα πράγματα και να τα ονομάσω με ακρίβεια.

Όπου η ροή του χρόνου είναι σιγανή, ο άνθρωπος δεν περισπάται από πολλά. Αυτό τού επιτρέπει να εισχωρεί στην ουσία των αψύχων, όπως έκαμε λ.χ. ο Βαν Γκογκ όταν ζωγράφισε τη γνωστή ψάθινη καρέκλα του, που σε κάνει ν' ανατριχιάζεις με την ενάργειά της.

Ο φωτογραφικός φακός δεν μπορεί να συλλάβει την πλησμονή που δείχνουν κάποτε τα πράγματα, επειδή η ψυχική τους φόρτιση οφείλεται στον άνθρωπο που τα κοιτάζει.

Είτε επικός είναι ο συγγραφέας είτε χρονικογράφος, ο τόνος της ζωής μπορεί να υψώσει στον υπερθετικό βαθμό τα ονόματα των πραγμάτων.

*

[...] ο συγγραφέας δεν παρέλειψε να υποδείξει τα χρονικά όρια της αφήγησής του.

Η πιο απομακρυσμένη χρονολογία του είναι το 1898, η χρονιά που ο Πρίγκιπας Γεώργιος κατέβηκε στο νησί ως Αρμοστής των «Προστατίδων Δυνάμεων», κομίζοντας μιαν ελευθερία υπό όρους: η Κρήτη δεν είχε πάψει να βρίσκεται υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου.

Η άλλη περιοριστική χρονολογία μες στο «Χρονικό» είναι το 1924, το έτος που έγινε η ανταλλαγή των πληθυσμών.

Ανάμεσα στις δύο χρονολογίες παρεμβάλλεται μια γενεά ανθρώπων, μια «φύλλων γενεή» καθ' Όμηρον. Τότε ακριβώς παρατηρείται η οικονομική παρακμή του τόπου. Ο καθένας μπορεί ν' αναρωτηθεί: παρακμή, την ώρα που η Κρήτη ανακτά την ελευθερία της;

Μάλιστα, η ελευθερία πληρώνεται ακριβά. Όσο παρέμενε υπόδουλη στον Τούρκο, η Κρήτη χρησίμευε ως διαμετακομιστικός σταθμός ανάμεσα σε δυό Αυτοκρατορίες, την Αυστροουγγρική και την Οθωμανική.

Από το Τριέστι έως τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη, οι ξένοι είχαν τις παραθαλάσσιες πόλεις μας ως κέντρα ανεφοδιασμού των πλοίων τους και ως βολικά εμπορεία. Όταν η θαλάσσια αυτή επικοινωνία κόπηκε, επειδή το Κρητικό Πέλαγο έγινε ελληνικό, οι ανταλλαγές με τη φτωχή Ελλάδα δεν έφτασαν ν' αναπληρώσουν το παλιό εμπορικό και ναυτιλιακό κύκλωμα.

Από την άλλη μεριά, η αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων και ναυτικών αγημάτων στέρησε το νησί από το χρυσάφι των παρεπίδημων καταναλωτών, και συνάμα έκαμε να διαλυθεί ένα εύπορο κοινωνικό στρώμα από διοικητικούς υπαλλήλους, προμηθευτές, μεσάζοντες και κερδοσκόπους.

Από τη μια μέρα στην άλλη, η οικονομία της Κρήτης συμπιέστηκε στα ασφυκτικά όρια μιάς γεωργικής κοινωνίας χωρίς διεξόδους.

Παντελής Πρεβελάκης, Το Ρέθεμνος ως ύφος ζωής (έκδ. Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1977, σσ. 21-22, 22, 23-24).

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

δεινὰ πέλωρα θεῶν


Ιλιάς Β 278-393 ένθα και ούριος άνεμος εφύσηξε στην Αυλίδα

Ὣς φάσαν ἡ πληθύς· ἀνὰ δ᾽ ὁ πτολίπορθος Ὀδυσσεὺς 278
ἔστη σκῆπτρον ἔχων· παρὰ δὲ γλαυκῶπις Ἀθήνη
εἰδομένη κήρυκι σιωπᾶν λαὸν ἀνώγει, 280
ὡς ἅμα θ᾽ οἱ πρῶτοί τε καὶ ὕστατοι υἷες Ἀχαιῶν
μῦθον ἀκούσειαν καὶ ἐπιφρασσαίατο βουλήν·
ὅ σφιν ἐϋφρονέων ἀγορήσατο καὶ μετέειπεν·
«Ἀτρεΐδη, νῦν δή σε, ἄναξ, ἐθέλουσιν Ἀχαιοὶ
πᾶσιν ἐλέγχιστον θέμεναι μερόπεσσι βροτοῖσιν, 285
οὐδέ τοι ἐκτελέουσιν ὑπόσχεσιν ἥν περ ὑπέσταν
ἐνθάδ᾽ ἔτι στείχοντες ἀπ᾽ Ἄργεος ἱπποβότοιο,
Ἴλιον ἐκπέρσαντ᾽ εὐτείχεον ἀπονέεσθαι.
ὥς τε γὰρ ἢ παῖδες νεαροὶ χῆραί τε γυναῖκες
ἀλλήλοισιν ὀδύρονται οἶκόνδε νέεσθαι. 290
ἦ μὴν καὶ πόνος ἐστὶν ἀνιηθέντα νέεσθαι·
καὶ γάρ τίς θ᾽ ἕνα μῆνα μένων ἀπὸ ἧς ἀλόχοιο
ἀσχαλάᾳ σὺν νηῒ πολυζύγῳ, ὅν περ ἄελλαι
χειμέριαι εἰλέωσιν ὀρινομένη τε θάλασσα·
ἡμῖν δ᾽ εἴνατός ἐστι περιτροπέων ἐνιαυτὸς 295
ἐνθάδε μιμνόντεσσι· τῶ οὐ νεμεσίζομ᾽ Ἀχαιοὺς
ἀσχαλάαν παρὰ νηυσὶ κορωνίσιν· ἀλλὰ καὶ ἔμπης
αἰσχρόν τοι δηρόν τε μένειν κενεόν τε νέεσθαι.
τλῆτε, φίλοι, καὶ μείνατ᾽ ἐπὶ χρόνον, ὄφρα δαῶμεν
ἢ ἐτεὸν Κάλχας μαντεύεται, ἦε καὶ οὐκί. 300
εὖ γὰρ δὴ τόδε ἴδμεν ἐνὶ φρεσίν, ἐστὲ δὲ πάντες
μάρτυροι, οὓς μὴ κῆρες ἔβαν θανάτοιο φέρουσαι·
χθιζά τε καὶ πρωΐζ᾽, ὅτ᾽ ἐς Αὐλίδα νῆες Ἀχαιῶν
ἠγερέθοντο κακὰ Πριάμῳ καὶ Τρωσὶ φέρουσαι,
ἡμεῖς δ᾽ ἀμφὶ περὶ κρήνην ἱεροὺς κατὰ βωμοὺς 305
ἕρδομεν ἀθανάτοισι τεληέσσας ἑκατόμβας,
καλῇ ὑπὸ πλατανίστῳ, ὅθεν ῥέεν ἀγλαὸν ὕδωρ·
ἔνθ᾽ ἐφάνη μέγα σῆμα· δράκων ἐπὶ νῶτα δαφοινός,
σμερδαλέος, τόν ῥ᾽ αὐτὸς Ὀλύμπιος ἧκε φόωσδε,
βωμοῦ ὑπαΐξας πρός ῥα πλατάνιστον ὄρουσεν. 310
ἔνθα δ᾽ ἔσαν στρουθοῖο νεοσσοί, νήπια τέκνα,
ὄζῳ ἐπ᾽ ἀκροτάτῳ, πετάλοις ὑποπεπτηῶτες,
ὀκτώ, ἀτὰρ μήτηρ ἐνάτη ἦν, ἣ τέκε τέκνα.
ἔνθ᾽ ὅ γε τοὺς ἐλεεινὰ κατήσθιε τετριγῶτας·
μήτηρ δ᾽ ἀμφιποτᾶτο ὀδυρομένη φίλα τέκνα· 315
τὴν δ᾽ ἐλελιξάμενος πτέρυγος λάβεν ἀμφιαχυῖαν.
αὐτὰρ ἐπεὶ κατὰ τέκνα φάγε στρουθοῖο καὶ αὐτήν,
τὸν μὲν ἀρίζηλον θῆκεν θεός, ὅς περ ἔφηνε·
λᾶαν γάρ μιν ἔθηκε Κρόνου πάϊς ἀγκυλομήτεω·
ἡμεῖς δ᾽ ἑσταότες θαυμάζομεν οἷον ἐτύχθη. 320
ὡς οὖν δεινὰ πέλωρα θεῶν εἰσῆλθ᾽ ἑκατόμβας,
Κάλχας δ᾽ αὐτίκ᾽ ἔπειτα θεοπροπέων ἀγόρευε·
“τίπτ᾽ ἄνεῳ ἐγένεσθε, κάρη κομόωντες Ἀχαιοί;
ἡμῖν μὲν τόδ᾽ ἔφηνε τέρας μέγα μητίετα Ζεύς,
ὄψιμον, ὀψιτέλεστον, ὅου κλέος οὔ ποτ᾽ ὀλεῖται. 325
ὡς οὗτος κατὰ τέκνα φάγε στρουθοῖο καὶ αὐτήν,
ὀκτώ, ἀτὰρ μήτηρ ἐνάτη ἦν, ἣ τέκε τέκνα,
ὣς ἡμεῖς τοσσαῦτ᾽ ἔτεα πτολεμίξομεν αὖθι,
τῷ δεκάτῳ δὲ πόλιν αἱρήσομεν εὐρυάγυιαν.”
κεῖνος τὼς ἀγόρευε· τὰ δὴ νῦν πάντα τελεῖται. 330
ἀλλ᾽ ἄγε, μίμνετε πάντες, ἐϋκνήμιδες Ἀχαιοί,
αὐτοῦ, εἰς ὅ κεν ἄστυ μέγα Πριάμοιο ἕλωμεν
Ὣς ἔφατ᾽, Ἀργεῖοι δὲ μέγ᾽ ἴαχον, ἀμφὶ δὲ νῆες
σμερδαλέον κονάβησαν ἀϋσάντων ὑπ᾽ Ἀχαιῶν,
μῦθον ἐπαινήσαντες Ὀδυσσῆος θείοιο· 335
τοῖσι δὲ καὶ μετέειπε Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ·
«ὦ πόποι, ἦ δὴ παισὶν ἐοικότες ἀγοράασθε
νηπιάχοις, οἷς οὔ τι μέλει πολεμήϊα ἔργα.
πῇ δὴ συνθεσίαι τε καὶ ὅρκια βήσεται ἥμιν;
ἐν πυρὶ δὴ βουλαί τε γενοίατο μήδεά τ᾽ ἀνδρῶν, 340
σπονδαί τ᾽ ἄκρητοι καὶ δεξιαί, ᾗς ἐπέπιθμεν·
αὔτως γὰρ ἐπέεσσ᾽ ἐριδαίνομεν, οὐδέ τι μῆχος
εὑρέμεναι δυνάμεσθα, πολὺν χρόνον ἐνθάδ᾽ ἐόντες.
Ἀτρεΐδη, σὺ δ᾽ ἔθ᾽ ὡς πρὶν ἔχων ἀστεμφέα βουλὴν
ἄρχευ᾽ Ἀργείοισι κατὰ κρατερὰς ὑσμίνας, 345
τούσδε δ᾽ ἔα φθινύθειν, ἕνα καὶ δύο, τοί κεν Ἀχαιῶν
νόσφιν βουλεύωσ᾽ —ἄνυσις δ᾽ οὐκ ἔσσεται αὐτῶν—
πρὶν Ἄργοσδ᾽ ἰέναι, πρὶν καὶ Διὸς αἰγιόχοιο
γνώμεναι εἴ τε ψεῦδος ὑπόσχεσις, εἴ τε καὶ οὐκί.
φημὶ γὰρ οὖν κατανεῦσαι ὑπερμενέα Κρονίωνα 350
ἤματι τῷ, ὅτε νηυσὶν ἐν ὠκυπόροισιν ἔβαινον
Ἀργεῖοι Τρώεσσι φόνον καὶ κῆρα φέροντες·
ἀστράπτων ἐπιδέξι᾽, ἐναίσιμα σήματα φαίνων.
τῶ μή τις πρὶν ἐπειγέσθω οἶκόνδε νέεσθαι,
πρίν τινα πὰρ Τρώων ἀλόχῳ κατακοιμηθῆναι, 355
τείσασθαι δ᾽ Ἑλένης ὁρμήματά τε στοναχάς τε.
εἰ δέ τις ἐκπάγλως ἐθέλει οἶκόνδε νέεσθαι,
ἁπτέσθω ἧς νηὸς ἐϋσσέλμοιο μελαίνης,
ὄφρα πρόσθ᾽ ἄλλων θάνατον καὶ πότμον ἐπίσπῃ.
ἀλλά, ἄναξ, αὐτός τ᾽ εὖ μήδεο πείθεό τ᾽ ἄλλῳ· 360
οὔ τοι ἀπόβλητον ἔπος ἔσσεται, ὅττι κεν εἴπω·
κρῖν᾽ ἄνδρας κατὰ φῦλα, κατὰ φρήτρας, Ἀγάμεμνον,
ὡς φρήτρη φρήτρηφιν ἀρήγῃ, φῦλα δὲ φύλοις.
εἰ δέ κεν ὣς ἕρξῃς καί τοι πείθωνται Ἀχαιοί,
γνώσῃ ἔπειθ᾽ ὅς θ᾽ ἡγεμόνων κακὸς ὅς τέ νυ λαῶν 365
ἠδ᾽ ὅς κ᾽ ἐσθλὸς ἔῃσι· κατὰ σφέας γὰρ μαχέονται·
γνώσεαι δ᾽ εἰ καὶ θεσπεσίῃ πόλιν οὐκ ἀλαπάξεις,
ἦ ἀνδρῶν κακότητι καὶ ἀφραδίῃ πολέμοιο.»
Τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη κρείων Ἀγαμέμνων·
«ἦ μὰν αὖτ᾽ ἀγορῇ νικᾷς, γέρον, υἷας Ἀχαιῶν. 370
αἲ γὰρ Ζεῦ τε πάτερ καὶ Ἀθηναίη καὶ Ἄπολλον
τοιοῦτοι δέκα μοι συμφράδμονες εἶεν Ἀχαιῶν·
τῶ κε τάχ᾽ ἠμύσειε πόλις Πριάμοιο ἄνακτος
χερσὶν ὑφ᾽ ἡμετέρῃσιν ἁλοῦσά τε περθομένη τε.
ἀλλά μοι αἰγίοχος Κρονίδης Ζεὺς ἄλγε᾽ ἔδωκεν, 375
ὅς με μετ᾽ ἀπρήκτους ἔριδας καὶ νείκεα βάλλει.
καὶ γὰρ ἐγὼν Ἀχιλεύς τε μαχεσσάμεθ᾽ εἵνεκα κούρης
ἀντιβίοις ἐπέεσσιν, ἐγὼ δ᾽ ἦρχον χαλεπαίνων·
εἰ δέ ποτ᾽ ἔς γε μίαν βουλεύσομεν, οὐκέτ᾽ ἔπειτα
Τρωσὶν ἀνάβλησις κακοῦ ἔσσεται, οὐδ᾽ ἠβαιόν. 380
νῦν δ᾽ ἔρχεσθ᾽ ἐπὶ δεῖπνον, ἵνα ξυνάγωμεν Ἄρηα.
εὖ μέν τις δόρυ θηξάσθω, εὖ δ᾽ ἀσπίδα θέσθω,
εὖ δέ τις ἵπποισιν δεῖπνον δότω ὠκυπόδεσσιν,
εὖ δέ τις ἅρματος ἀμφὶς ἰδὼν πολέμοιο μεδέσθω,
ὥς κε πανημέριοι στυγερῷ κρινώμεθ᾽ Ἄρηϊ. 385
οὐ γὰρ παυσωλή γε μετέσσεται, οὐδ᾽ ἠβαιόν,
εἰ μὴ νὺξ ἐλθοῦσα διακρινέει μένος ἀνδρῶν.
ἱδρώσει μέν τευ τελαμὼν ἀμφὶ στήθεσφιν
ἀσπίδος ἀμφιβρότης, περὶ δ᾽ ἔγχεϊ χεῖρα καμεῖται·
ἱδρώσει δέ τευ ἵππος ἐΰξοον ἅρμα τιταίνων. 390
ὃν δέ κ᾽ ἐγὼν ἀπάνευθε μάχης ἐθέλοντα νοήσω
μιμνάζειν παρὰ νηυσὶ κορωνίσιν, οὔ οἱ ἔπειτα
ἄρκιον ἐσσεῖται φυγέειν κύνας ἠδ᾽ οἰωνούς.» 393
Ὣς ἔφατ᾽, Ἀργεῖοι δὲ μέγ᾽ ἴαχον, ὡς ὅτε κῦμα
ἀκτῇ ἐφ᾽ ὑψηλῇ, ὅτε κινήσῃ Νότος ἐλθών, 395
προβλῆτι σκοπέλῳ· τὸν δ᾽ οὔ ποτε κύματα λείπει
παντοίων ἀνέμων, ὅτ᾽ ἂν ἔνθ᾽ ἢ ἔνθα γένωνται.
ἀνστάντες δ᾽ ὀρέοντο κεδασθέντες κατὰ νῆας,
κάπνισσάν τε κατὰ κλισίας, καὶ δεῖπνον ἕλοντο.
ἄλλος δ᾽ ἄλλῳ ἔρεζε θεῶν αἰειγενετάων, 400
εὐχόμενος θάνατόν τε φυγεῖν καὶ μῶλον Ἄρηος.
αὐτὰρ ὁ βοῦν ἱέρευσεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων
πίονα πενταέτηρον ὑπερμενέϊ Κρονίωνι,
κίκλησκεν δὲ γέροντας ἀριστῆας Παναχαιῶν,
Νέστορα μὲν πρώτιστα καὶ Ἰδομενῆα ἄνακτα, 405
αὐτὰρ ἔπειτ᾽ Αἴαντε δύω καὶ Τυδέος υἱόν,
ἕκτον δ᾽ αὖτ᾽ Ὀδυσῆα, Διὶ μῆτιν ἀτάλαντον.
αὐτόματος δέ οἱ ἦλθε βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος·
ᾔδεε γὰρ κατὰ θυμὸν ἀδελφεὸν ὡς ἐπονεῖτο.
βοῦν δὲ περιστήσαντο καὶ οὐλοχύτας ἀνέλοντο· 410
τοῖσιν δ᾽ εὐχόμενος μετέφη κρείων Ἀγαμέμνων·
Ζεῦ κύδιστε μέγιστε, κελαινεφές, αἰθέρι ναίων,
μὴ πρὶν ἐπ᾽ ἠέλιον δῦναι καὶ ἐπὶ κνέφας ἐλθεῖν,
πρίν με κατὰ πρηνὲς βαλέειν Πριάμοιο μέλαθρον
αἰθαλόεν, πρῆσαι δὲ πυρὸς δηΐοιο θύρετρα, 415
Ἑκτόρεον δὲ χιτῶνα περὶ στήθεσσι δαΐξαι
χαλκῷ ῥωγαλέον· πολέες δ᾽ ἀμφ᾽ αὐτὸν ἑταῖροι
πρηνέες ἐν κονίῃσιν ὀδὰξ λαζοίατο γαῖαν.»
Ὣς ἔφατ᾽, οὐδ᾽ ἄρα πώ οἱ ἐπεκραίαινε Κρονίων,
ἀλλ᾽ ὅ γε δέκτο μὲν ἱρά, πόνον δ᾽ ἀμέγαρτον ὄφελλεν. 420
αὐτὰρ ἐπεί ῥ᾽ εὔξαντο καὶ οὐλοχύτας προβάλοντο,
αὐέρυσαν μὲν πρῶτα καὶ ἔσφαξαν καὶ ἔδειραν,
μηρούς τ᾽ ἐξέταμον κατά τε κνίσῃ ἐκάλυψαν
δίπτυχα ποιήσαντες, ἐπ᾽ αὐτῶν δ᾽ ὠμοθέτησαν.
καὶ τὰ μὲν ἂρ σχίζῃσιν ἀφύλλοισιν κατέκαιον, 425
σπλάγχνα δ᾽ ἄρ᾽ ἀμπείραντες ὑπείρεχον Ἡφαίστοιο.
αὐτὰρ ἐπεὶ κατὰ μῆρ᾽ ἐκάη καὶ σπλάγχνα πάσαντο,
μίστυλλόν τ᾽ ἄρα τἆλλα καὶ ἀμφ᾽ ὀβελοῖσιν ἔπειραν,
ὤπτησάν τε περιφραδέως, ἐρύσαντό τε πάντα.
αὐτὰρ ἐπεὶ παύσαντο πόνου τετύκοντό τε δαῖτα, 430
δαίνυντ᾽, οὐδέ τι θυμὸς ἐδεύετο δαιτὸς ἐΐσης.
αὐτὰρ ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο,
τοῖς ἄρα μύθων ἦρχε Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ·
«Ἀτρεΐδη κύδιστε, ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγάμεμνον,
μηκέτι νῦν δήθ᾽ αὖθι λεγώμεθα, μηδ᾽ ἔτι δηρὸν 435
ἀμβαλλώμεθα ἔργον, ὃ δὴ θεὸς ἐγγυαλίζει.
ἀλλ᾽ ἄγε, κήρυκες μὲν Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων
λαὸν κηρύσσοντες ἀγειρόντων κατὰ νῆας,
ἡμεῖς δ᾽ ἀθρόοι ὧδε κατὰ στρατὸν εὐρὺν Ἀχαιῶν
ἴομεν, ὄφρα κε θᾶσσον ἐγείρομεν ὀξὺν Ἄρηα.» 440
Ὣς ἔφατ᾽, οὐδ᾽ ἀπίθησεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων.
αὐτίκα κηρύκεσσι λιγυφθόγγοισι κέλευσε
κηρύσσειν πόλεμόνδε κάρη κομόωντας Ἀχαιούς·
οἱ μὲν ἐκήρυσσον, τοὶ δ᾽ ἠγείροντο μάλ᾽ ὦκα.
οἱ δ᾽ ἀμφ᾽ Ἀτρεΐωνα διοτρεφέες βασιλῆες 445
θῦνον κρίνοντες, μετὰ δὲ γλαυκῶπις Ἀθήνη,
αἰγίδ᾽ ἔχουσ᾽ ἐρίτιμον ἀγήρων ἀθανάτην τε,
τῆς ἑκατὸν θύσανοι παγχρύσεοι ἠερέθονται,
πάντες ἐϋπλεκέες, ἑκατόμβοιος δὲ ἕκαστος·
σὺν τῇ παιφάσσουσα διέσσυτο λαὸν Ἀχαιῶν 450
ὀτρύνουσ᾽ ἰέναι· ἐν δὲ σθένος ὦρσεν ἑκάστῳ
καρδίῃ ἄλληκτον πολεμίζειν ἠδὲ μάχεσθαι.
τοῖσι δ᾽ ἄφαρ πόλεμος γλυκίων γένετ᾽ ἠὲ νέεσθαι
ἐν νηυσὶ γλαφυρῇσι φίλην
ἐς πατρίδα γαῖν. 454


ο Ι. Πολυλάς αποδίδει:

Ορθός ωστόσ᾽ ο πορθητής κρατούσεν Οδυσσέας 278
το σκήπτρο, και στο πλάγι του με κήρυκος την όψιν,
η Αθηνά παράγγελνε τα πλήθη να σωπάσουν, 280
ώστε τον λόγον οι Αχαιοί απ᾽ άκρην σ᾽ άκρην όλοι
ν᾽ ακούσουν και την συμβουλήν να πάρουν εις τον νουν τους·
και αυτός με γνώμην αγαθήν ομίλησε στα πλήθη·
«Σήμερα θέλουν οι Αχαιοί, Ατρείδη βασιλέα,
εσέ να κάμουν άτιμον εμπρός στον κόσμον όλον· 285
και ιδού τον λόγον αθετούν που απ᾽ αρχής σου δώσαν,
όταν στην Τροίαν έρχονταν απ᾽ το ιπποτρόφον Άργος,
οπώς θα γύρεις πορθητής των πύργων του Πριάμου.
Και τώρα ωσάν μικρά παιδιά και απόχηρες γυναίκες
τους πήρε το παράπονο να ιδούν τα γονικά τους
· 290
και πώς να μη το επιθυμούν με τόσα που υποφέρουν;
Ο άνθρωπος αδημονεί κι ένα φεγγάρι αν μείνει,
μακράν απ᾽ την γυναίκα του
, στο πλοίον αν τον κλείσαν
χειμώνος άνεμοι κακοί και θάλασσ᾽ αγριωμένη.
Κι εμάς ο χρόνος ένατος στον κύκλον του μας ήβρε 295
ακόμη εδώ να μένομεν· για τούτο εγώ δεν ψέγω
τους Αχαιούς που αδημονούν, αλλ᾽ όμως είν᾽ αισχύνη
πολύν να έμεινες καιρόν και άδειος να γυρίσεις.
Λάβετε, ω φίλ᾽, υπομονήν και καρτερείτε ολίγο
να ιδούμ᾽ εάν του Κάλχαντος τα ρήματ᾽ αληθεύσουν
. 300
Είναι στον νουν μας ζωντανά και μάρτυρες είσθ᾽ όλοι
όσους δεν πήρε ο θάνατος, οπόταν στην Αυλίδα
χθες ή προχθές μου φαίνεταισυνάζονταν τα πλοία
των Αχαιών
καταστροφήν να φέρουν εις τους Τρώας·
κι εμείς στους ιερούς βωμούς, όπου μια βρύση εκύλα 305
κάτω απ᾽ ωραίον πλάτανον τα όμορφα νερά της,
των αθανάτων καίαμεν εξαίσιες εκατόμβες·
μέγα σημάδι εφάνη εκεί, μαύρος σαν αίμα δράκος,
τέρας που έβγαλε στο φως ο ίδιος ο Κρονίδης,
από το βάθος του βωμού στον πλάτανον εχύθη. 310
Εκεί φωλιάζαν σπούργιτες, αφτέρωτα πουλάκια
εις το υψηλότατο κλαδί κρυμμένα μες στα φύλλα
οκτώ
, κι ενάτ᾽ η μάνα τους που τα ᾽χε γεννημένα.
Τα ᾽τρωγε αυτός που έτριζαν ελεεινά και γύρω
πετούσε η μάνα κλαίοντας τα τέκνα της κι ο δράκος 315
᾽στράφη, ετινάχθη κι έπιασεν απ᾽ το φτερό κι εκείνην·
και αφού τα τέκνα όλά ᾽φαγε και ακόμη την μητέρα,
θαύμα τον έστησε ο θεός οπού τον είχε δείξει·
εκεί τον πέτρωσ᾽ ο υιός του κρυπτοβούλου Κρόνου·
κι εμείς όλοι απορούσαμε σ᾽ αυτό που εγίνη εμπρός μας· 320
κι ως ήλθαν ξάφνου ανάμεσα στες θείες εκατόμβες
τέρατα τόσα φοβερά, τον λόγον πήρε ο Κάλχας:
«Πώς όλοι στέκεσθ᾽ άφωνοι; Το μέγ᾽ αυτό σημείον
ο Ζευς μας το ᾽δειξε ο σοφός
, κι ό,τι δηλοί θα γίνει
με τους καιρούς, αλλ᾽ ένδοξο θα μείνει στον αιώνα· 325
καθώς τα τέκνα όλά ᾽φαγε και την μητέρα εκείνος,
οκτώ, κι ενάτη ήταν αυτή που τα ᾽χε γεννημένα,
κι εμείς θα πολεμήσομεν αυτού χρόνους εννέα,
και η πόλις η πλατύδρομη στον δέκατον θα πέσει».
Αυτά μας έλεγε και ιδού που τώρα γίνοντ᾽ όλα. 330
Και, ω μεγαλόψυχοι Αχαιοί, να μείνετε σας λέγω,
ωσότου να πατήσομε τους πύργους του Πριάμου».
Είπε και όλοι εφώναξαν και τρομερά τα πλοία
απ᾽ την βοήν των Αχαιών ως πέρα ηχολογήσαν,
τόσον εις όλους άρεσαν οι λόγοι του Οδυσσέως. 335
Τότ᾽ είπεν ο Γερήνιος ο Νέστωρ ιππηλάτης:
«Ωιμέ, να συναθροίζεσθε και να δημηγορείτε,
ως θα ᾽καναν ανήλικα και απόλεμα παιδία!
Λοιπόν οι συμφωνίες μας κι οι όρκοι τι θα γίνουν;
Θε να καούν οι συμβουλές κι οι γνώμες των ηρώων, 340
οι αγνές σπονδές και των χεριών που εδώκαμεν η πίστις;
Λογομαχούμεν μάταια και τρόπον να σωθούμε,
τόσους καιρούς που ᾽μεθα εδώ δεν έχομ᾽ έβρει ακόμη·
και συ Ατρείδη πάλι ως πριν ασάλευτος στην γνώμην,
συ των Αργείων αρχηγός να είσαι εις τους αγώνες, 345
κι άφησ᾽ εκείνοι να χαθούν, ένας ή δύο που χώρια
βουλεύονται απ᾽ τους Αχαιούς, και του κακού κοπιάζουν,
στο Άργος να γυρίσομεν πριν μάθομ᾽ αν αλήθεια
ή ψέμα θα ᾽ν᾽ η υπόσχεση του αιγιδοφόρου Δία.
Ναι, λέγ᾽ ότι την έδωκεν ο υπέρτατος Κρονίδης 350
αστράφτοντας στα δεξιά με φανερά σημεία
την ώραν όπου ανέβαιναν στα γρήγορα καράβια
οι Αργείοι μαύρον θάνατον να φέρουν εις τους Τρώας.
Όθεν κανείς ας μη βιασθεί να γύρει στην πατρίδα,
πριν λάβει στες αγκάλες του γυναίκ᾽ ανδρός της Τροίας, 355
και δικαιωθούν οι στεναγμοί κι οι πόνοι της Ελένης·
και αν κάποιος θέλει φοβερά να γύρει στην πατρίδα
το χέρι στο κακόστρωτο κρεβάτι του ας απλώσει,
και πριν των άλλων γρήγορα θα κακοθανατίσει.
Αλλά και ατός σου, κύριε, σκέψου καλά και σ᾽ άλλον 360
πείθου και λόγον που θα ειπώ μη τον καταφρονέσεις·
κατά φυλές να χωρισθούν και κατά γέν᾽ οι άνδρες,
ώστε φυλή να βοηθεί φυλήν και γένος γένος.
Και αν τούτο κάμεις κι οι Αχαιοί στον λόγον σου υπακούσουν,
των αρχηγών και των λαών θα ιδείς ποιος είναι ανδρείος 365
και ποιος δειλός, ως χωριστά θα πολεμά καθένας·
θα ιδείς αν είναι από θεού την πόλιν να μη πάρεις
ή από δειλίαν των ανδρών και αμάθειαν του πολέμου».
Τότε σ᾽ αυτόν απάντησεν ο κραταιός Ατρείδης:
«Στες συμβουλές πόσο νικάς τους Αχαιούς, ω γέρε! 370
πατέρα Δία και Αθηνά και Απόλλων, ω θεοί μου,
αν είχα δέκα ωσάν εσέ συμβούλους στο πλευρό μου·
στην δύναμίν μας γρήγορα η πόλις του Πριάμου
θα έσκυφτε, και χαλασμός κι ερμιά θα την πλακώναν.
Αλλά μ᾽ εταλαιπώρησεν ο υπέρτατος Κρονίδης, 375
που σ᾽ έχθρες αδιόρθωτες και σ᾽ έριδες μ᾽ εμπλέκει·
ότι ελογομαχήσαμεν εγώ και ο Πηλείδης
χάριν της κόρης και βαρύς εδείχθηκα εγώ πρώτος·
αλλ᾽ αν ομογνωμήσομε και παλ᾽ εμείς οι δύο,
δε θε ν᾽ αργήσει ουδέ στιγμήν ο όλεθρος των Τρώων. 380
Τώρα θα γευματίσετε, κατόπι αρματωθείτε·
σιάσετε τες ασπίδες σας τροχίσετε τες λόγχες·
άφθονην δώσετε τροφήν στα γρήγορα πουλάρια,
τ᾽ αμάξια θεωρήσετε, με τούτο στην καρδιά σας,
που θα κρατούμε ολήμερα τον φονικόν αγώνα 385
και δεν θα έχει ο πόλεμος ξανάσασμα κανένα
ως να ᾽λθ᾽ η νύκτα την ορμήν να κόψει των ανδρείων·
στα στήθη σας και το λουρί της κυκλωτής ασπίδος
θα ιδρώσει και το χέρι σας στην λόγχην θ᾽ αποκάμει,
και θα ιδρώσουν τ᾽ άλογα στ᾽ αμάξι τανυσμένα. 390
Κι αν απ᾽ τον πόλεμον μακράν εις τα κυρτά καράβια
μείνει κανείς και τον ιδώ, να μην ελπίσει εκείνος
που δεν θα γίνει σπάραγμα των όρνεων και των σκύλων». 393
Είπε και όλοι εβόησαν, καθώς βοά το κύμα
από του Νότου την ορμήν επάνω σ᾽ ακρωτήρι, 395
που βγαίνει εμπρός στην θάλασσαν και πάντοτε το δέρνουν
τα κύματ᾽ όπως έρχονται απ᾽ όλους τους ανέμους.
Τα πλήθη τότ᾽ εσκόρπισαν τριγύρω στα καράβια,
φωτιά στες σκηνές άναψαν κι εκάθισαν να φάγουν·
κι εις έναν από τους θεούς θυσίαζε ο καθένας 400
κι εύχονταν νά ᾽βγει ζωντανός απ᾽ τον φρικτόν αγώνα·
αλλά βόδι πεντάχρονον ο μέγας Αγαμέμνων
παχύτατο εθυσίασε του φοβερού Κρονίδη
,
και των Παναχαιών εκεί τους γέροντας καλούσε
και πρώτιστα τον Νέστορα και τον Ιδομενέα, 405
τους δυο κατόπιν Αίαντες, και τον Τυδείδην, κι έκτον
τον Οδυσσέα, πόμοιαζε στην γνώση με τον Δία,
και μόνος αυτοκάλεστος του ήλθεν ο γενναίος
Μενέλαος που εγνώριζε πόσες φροντίδες είχε·
και αφού στο βόδι ολόγυρα επήραν τα κριθάρια, 410
άρχισ᾽ ο Ατρείδης την ευχήν: «Υπέρτατε Κρονίδη,
ένδοξε, μαυρονέφελε, εγκάτοικε του αιθέρος,
δώσε πριν πέσει ο ήλιος και το σκοτάδι φθάσει
χάμω στην γην το μέγαρον να ρίξω
του Πριάμου

ασβολωτό και στη φωτιά τες πύλες του να λιώσω, 415
και τον Εκτόρειον θώρακα με το σπαθί να σχίσω
στα αιματωμένα στήθη του, κι επίστομα στην σκόνη
γύρω του σύντροφοι πολλοί το χώμα να δαγκάσουν».
Είπε, αλλ᾽ ο Δίας την ευχήν δεν έστεργε, κι εδέχθη
την προσφοράν και δυνατόν του ετοίμαζεν αγώνα· 420
και αφού τες ευχές έκαμαν κι ερίξαν τα κριθάρια,
τον τράχηλον του εσήκωσαν, το σφάξαν και το γδάραν,
και αφού χωρίσαν τα μεριά με διπλωτό κνισάρι
τα σκέπασαν κι επάνω των ωμά κομμάτια θέσαν·
και αυτά με σχίζες άφυλλες εκαίαν, και τα σπλάχνα 425
εσούβλισαν και στην φωτιάν επάνω τα κρατούσαν·
και αφού καήκαν τα μεριά κ εγεύθηκαν τα σπλάχνα
ελιάνισαν τα επίλοιπα
, τα επέρασαν στες σούβλες,
και αφού με τέχνην τα ᾽ψησαν απ᾽ την φωτιά τα πήραν.
Κι άμ᾽ απ᾽ τον κόπον έπαυσαν, κι ετοίμασαν το γεύμα, 430
έτρωγαν κι όλ᾽ ισόμοιρα χαρήκαν το τραπέζι,
και άμα εφάγαν κι έπϊαν όσ᾽ ήθελε η ψυχή τους,
ο Νέστωρ είπε προς αυτούς: «Ατρείδη βασιλέα,
με ομιλίες τον καιρό μη τρίβομ᾽ εδώ πέρα,
και ανάγκη είναι ν᾽ αρχίσομε χωρίς αργοπορίαν 435
το έργον τούτο, που ο θεός μας έδωκε στο χέρι·
και οι κήρυκες των Αχαιών τα χαλκοφόρα πλήθη
ας κράξουν να συναθροισθούν απ᾽ όλα τα καράβια,
κι εμείς ας πάμε όλοι μαζί στο στράτευμα τριγύρω
στα στήθη των ν᾽ ανάψομεν την λύσσαν του πολέμου». 440
Αυτά είπεν ο γέροντας, και ο μέγας Αγαμέμνων
τους ψηλοφώνους κήρυκες παράγγειλε να κράξουν
στον πόλεμον των Αχαιών τ᾽ αντρειωμένα πλήθη

και γρήγορα στο κήρυγμα συναθροιζόνταν όλοι.
Τους διαχωρίζαν με σπουδήν οι βασιλείς οι θείοι 445
με τον Ατρείδη κι η Αθηνά στην μέσ᾽ η γλαυκομάτα
με ατίμητην, αγέραστην, αθάνατην αιγίδα·
που εκατόν κρόσες γύρω της ολόχρυσες κρεμόνταν,
καλοπλεγμένες κι εκατόν αξίζει βόδια η μία·
με αυτήν περνούσε ως αστραπή των Αχαιών τα πλήθη 450
και τ᾽ άναφτε κι εγέμιζε τα στήθη τους ανδρείαν
να μάχονται να πολεμούν και παύσιν να μη θέλουν
.
Και αγάπησαν τον πόλεμον καλύτερα ή να γύρουν
με τα βαθιά καράβια τους, στην ποθητήν πατρίδα. 454



Νέα επίκληση Μουσών για τον Κατάλογο των Νηών

Ἔσπετε νῦν μοι Μοῦσαι Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχουσαι—
ὑμεῖς γὰρ θεαί ἐστε, πάρεστέ τε, ἴστέ τε πάντα, 485
ἡμεῖς δὲ κλέος οἶον ἀκούομεν οὐδέ τι ἴδμεν—
οἵ τινες ἡγεμόνες Δαναῶν καὶ κοίρανοι ἦσαν·
πληθὺν δ᾽ οὐκ ἂν ἐγὼ μυθήσομαι οὐδ᾽ ὀνομήνω,
οὐδ᾽ εἴ μοι δέκα μὲν γλῶσσαι, δέκα δὲ στόματ᾽ εἶεν,
φωνὴ δ᾽ ἄρρηκτος, χάλκεον δέ μοι ἦτορ ἐνείη, 490
εἰ μὴ Ὀλυμπιάδες Μοῦσαι, Διὸς αἰγιόχοιο
θυγατέρες, μνησαίαθ᾽ ὅσοι ὑπὸ Ἴλιον ἦλθον·
ἀρχοὺς αὖ νηῶν ἐρέω νῆάς τε προπάσας. 494

ο Ι. Πολυλάς και πάλι αποδίδει:

Μούσες, του Ολύμπου κάτοικες, διδάξετέ με τώρα
είσθε θεές και βρίσκεσθε παντού και ηξεύρετ᾽ όλα, 485
τίποτ᾽ εμείς δεν ξεύρομεν, την φήμην μόνο ακούμε,—
των Δαναών οι βασιλείς και οι άρχοι τίνες ήσαν·
του πλήθους τα ονόματα να ειπώ δεν θα ημπορούσα
εγώ κι αν δέκα στόματα κι αν δέκα γλώσσες είχα,
κι αν είχ᾽ ασύντριφτην φωνήν και χάλκινα τα στήθη· 490
μόνον οι κόρες του Διός αιγιδοφόρου, οι Μούσες
Ολυμπιάδες θα ᾽λεγαν πόσοι στην Τροίαν ήλθαν·
αλλά θα ειπώ τους αρχηγούς και όλα τα καράβια. 494

Σχόλια του J. La Roche στο αρχαίο κείμενο:

298 δηρόν: δηρός -ή -όν = μακρός, μακροχρόνιος. Συχνά το ουδ. κείται ως επίρρημα.
303 Αυλίς λιμήν Βοιωτίας προς την Χαλκίδα, νυν λέγεται Βαθύ. Αυτού συνηθροίσθησαν οι Έλληνες πριν εκπλεύσωσιν εις Τροίαν. Αυτόθεν και ο Αγησίλαος επισήμως ήθελε θύσας να εκπλεύση εις Ασίαν, αλλ' εκωλύθη υπό των Βοιωταρχών. Ξεν.Ελλ. ΙΙΙ,4.3.
307 υπό πλατανίστω: επί Παυσανίου εν τω εν Αυλίδι ναώ της Αρτέμιδος εφυλάττετο τεμάχιόν τι της πλατάνου ταύτης, εδεικνύετο δε και η πηγή, πλησίον της οποίας ήτο η πλάτανος. Παυσ. ΙΧ 19,7.
308 σήμα: σημείον δράκων: εκ του δέρκομαι, όπως όφις εκ της ρίζης οπ. Ούτω λέγεται ο όφις διά το διαπεραστικόν αυτού βλέμμα.
321 πέλωρ, πέλωρον = τέρας, τεράστιον πράγμα. Εντεύθεν τα επίθ. πέλωρος και πελώριος.
336 Γερήνιος: Ότε ο Ηρακλής κατέστρεψε την Πύλον ο Νέστωρ παις ών κατέφυγεν εις την Γερηνίαν ή τα Γέρηνα, πόλιν του Μεσσηνιακού κόλπου και εκεί ανετράφη. Εντεύθεν το επίθετον αυτού Γερήνιος.
355 τινα: κάποιος, τ.έ. έκαστος. Αι γυναίκες πόλεως κυριευομένης απήγοντο ως δούλαι (Ζ 455, Ι 594), όθεν η άγροικος και σύμφωνος προς τας ορμάς κοινού στρατιωτου έκφρασις του Νέστορος σημαίνει απλώς: πριν κυριεύσητε την Ίλιον.
356 ορμήματα: δεν σημαίνει κόπους, αλλά σκέψεις, συλλογαίς (πρβλ. ορμαίνω = διαλογίζομαι), της Ελένης περί της παρούσης καταστάσεώς της, τύψεις δηλ. της συνειδήσεως, ότε ανελογίζετο τον φοβερόν πόλεμον και το πιθανόν αυτού αποτέλεσμα.
371: Είναι συχνός τύπος ευχής, καθ' όν τρεις θεούς επικαλούνται συνήθως επί ανεκπληρώτων πραγμάτων. Δ 288, Η 132, Π 97.
381 άριστον: παρ' Ομήρω είναι το πρωινόν φαγητόν γινόμενον μικρόν μετά την ανατολήν, δείπνον δ' είναι το κύριον γεύμα το περί την μεσημβρίαν, ή και ενωρίτερον ή βραδύτερον, αν ήτο τις ανάγκη, όπως ενταύθα η μάχη. τέλος δόρπον είναι το εσπερινόν φαγητόν.
409 αδελφεός: ο Όμηρος έχει αδελφεός (όχι αδελφός), κασιγνήτη (όχι αδελφή), επίσης δένδρεον (όχι δένδρον).
414 μέλαθρον: είναι η μεγάλη δοκός η βαστάζουσα την στέγην, έπειτα δε σημαίνει την στέγην και την όλην οικίαν. Παράγεται εκ του μελαίνομαι. Ήτο δε όντως καπνισμένη η στέγη.
415 αιθαλόεν: υπό καπνού μαυρισμένον, υπό του πυρός, το οποίον εντός είδους τινός πυραύνου ανήπτετο προς φωτισμόν και θέρμανσιν (τ 64).
417 ρωγαλέος = κατασχισμένος. εκ του ρωξ - ρωγός (= σχισμάδα) ό εκ του ρήγνυμι.
426 αμπείραντες: αφού επέρασαν αυτά εις τους οβελούς.
Ηφαίστοιο = πυρός. Πρβλ. Ι 468, Ρ 88, Ψ 33, κείται δηλ. ο θεός αντί του στοιχείου αυτού, όπως Αμφιτρίτη μ 97 = θάλασσα. Άρης = πόλεμος. Αφροδίτη χ 444 = έρως. Αχελώος = ύδωρ Ευρ. Βακχ. 675.
484: Επί μεγάλων απαριθμήσεων, όπου απαιτείται ακρίβεια, και επί διηγήσεως σπουδαίων συμβάντων ο ποιητής επικαλείται τας Μούσας, ίνα βοηθήσωσι την μνήμην του, Λ 218, Ξ 508, Π 112.

Τα σχόλια από την έκδοση Παπαδήμα: Ομήρου Ιλιάς Α. Καραπαναγιώτου (1893).

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

το σχέδιο Διομήδη και Οδυσσέα


ἤ τινα συλήσων νεκύων κατατεθνηώτων;
Μη δια να γδύσεις σώματα νεκρών εβγήκες τώρα;

Κ 387 *
Ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἄρα πάντες ἀκὴν ἐγένοντο σιωπῇ.
τοῖσι δὲ καὶ μετέειπε βοὴν ἀγαθὸς Διομήδης·
«Νέστορ, ἔμ᾽ ὀτρύνει κραδίη καὶ θυμὸς ἀγήνωρ 220
ἀνδρῶν δυσμενέων
δῦναι στρατὸν ἐγγὺς ἐόντων,
Τρώων· ἀλλ᾽ εἴ τίς μοι ἀνὴρ ἅμ᾽ ἕποιτο καὶ ἄλλος,
μᾶλλον θαλπωρὴ καὶ θαρσαλεώτερον ἔσται.
σύν τε δύ᾽ ἐρχομένω, καί τε πρὸ ὃ τοῦ ἐνόησεν
ὅππως κέρδος ἔῃ· μοῦνος δ᾽ εἴ πέρ τε νοήσῃ, 225
ἀλλά τέ οἱ βράσσων τε νόος, λεπτὴ δέ τε μῆτις.»
Ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἔθελον Διομήδεϊ πολλοὶ ἕπεσθαι.
ἠθελέτην Αἴαντε δύω, θεράποντες Ἄρηος,
ἤθελε Μηριόνης, μάλα δ᾽ ἤθελε Νέστορος υἱός,
ἤθελε δ᾽ Ἀτρεΐδης δουρικλειτὸς Μενέλαος, 230
ἤθελε δ᾽ ὁ τλήμων Ὀδυσεὺς καταδῦναι ὅμιλον
Τρώων· αἰεὶ γάρ οἱ ἐνὶ φρεσὶ θυμὸς ἐτόλμα.
τοῖσι δὲ καὶ μετέειπεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων·
«Τυδεΐδη Διόμηδες, ἐμῷ κεχαρισμένε θυμῷ,
τὸν μὲν δὴ ἕταρόν γ᾽ αἱρήσεαι, ὅν κ᾽ ἐθέλῃσθα, 235
φαινομένων τὸν ἄριστον, ἐπεὶ μεμάασί γε πολλοί.
μηδὲ σύ γ᾽ αἰδόμενος σῇσι φρεσὶ τὸν μὲν ἀρείω
καλλείπειν, σὺ δὲ χείρον᾽ ὀπάσσεαι αἰδοῖ εἴκων,
ἐς γενεὴν ὁρόων, μηδ᾽ εἰ βασιλεύτερός ἐστιν.»
Ὣς ἔφατ᾽, ἔδεισεν δὲ περὶ ξανθῷ Μενελάῳ. 240
τοῖς δ᾽ αὖτις μετέειπε βοὴν ἀγαθὸς Διομήδης·
«εἰ μὲν δὴ ἕταρόν γε κελεύετέ μ᾽ αὐτὸν ἑλέσθαι,
πῶς ἂν ἔπειτ᾽ Ὀδυσῆος ἐγὼ θείοιο λαθοίμην,
οὗ πέρι μὲν πρόφρων κραδίη καὶ θυμὸς ἀγήνωρ
ἐν πάντεσσι πόνοισι, φιλεῖ δέ ἑ Παλλὰς Ἀθήνη
. 245
τούτου γ᾽ ἑσπομένοιο καὶ ἐκ πυρὸς αἰθομένοιο
ἄμφω νοστήσαιμεν, ἐπεὶ περίοιδε νοῆσαι.»
Τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπε πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς·
«Τυδεΐδη, μήτ᾽ ἄρ με μάλ᾽ αἴνεε μήτε τι νείκει·
εἰδόσι γάρ τοι ταῦτα μετ᾽ Ἀργείοις ἀγορεύεις. 250
ἀλλ᾽ ἴομεν· μάλα γὰρ νὺξ ἄνεται, ἐγγύθι δ᾽ ἠώς,
ἄστρα δὲ δὴ προβέβηκε, παροίχωκεν δὲ πλέων νὺξ
τῶν δύο μοιράων, τριτάτη δ᾽ ἔτι μοῖρα λέλειπται.»
Ὣς εἰπόνθ᾽ ὅπλοισιν ἔνι δεινοῖσιν ἐδύτην.
Τυδεΐδῃ μὲν δῶκε μενεπτόλεμος Θρασυμήδης 255
φάσγανον ἄμφηκες —τὸ δ᾽ ἑὸν παρὰ νηῒ λέλειπτο—
καὶ σάκος· ἀμφὶ δέ οἱ κυνέην κεφαλῆφιν ἔθηκε
ταυρείην, ἄφαλόν τε καὶ ἄλλοφον, ἥ τε καταῖτυξ
κέκληται, ῥύεται δὲ κάρη θαλερῶν αἰζηῶν. 259

[...]
τοῖσι δὲ δεξιὸν ἧκεν ἐρωδιὸν ἐγγὺς ὁδοῖο
Παλλὰς Ἀθηναίη
· τοὶ δ᾽ οὐκ ἴδον ὀφθαλμοῖσι 275
νύκτα δι᾽ ὀρφναίην, ἀλλὰ κλάγξαντος ἄκουσαν.
χαῖρε δὲ τῷ ὄρνιθ᾽ Ὀδυσεύς, ἠρᾶτο δ᾽ Ἀθήνῃ· 277

Ιλιάς Κ 218-259 κλπ

ο Ι. Πολυλάς μεταφέρει:

Είπε, και όλοι εσίγησαν, άφωνοι εμείναν όλοι·
όσο που λόγον άρχισεν ο δυνατός Τυδείδης:
«Με σπρώχνει, Νέστωρ, η καρδιά κι η ανδρική ψυχή μου 220
να μπω στο εχθρικό στράτευμα που ᾽ναι σιμά των Τρώων.
Αλλά θάρρος θερμότερον θα έπαιρνα και τόλμην,
αν είχα και άλλον σύντροφον· όταν πηγαίνουν δύο,
του ενός συμβαίν᾽ η νόησις να έβρει πριν του άλλου
ό,τι συμφέρει
· αλλ᾽ αν το εβρεί και άλλον σιμά δεν έχει, 225
η σκέψις του είναι ισχνότερη και αργότερος ο νους του».
Αυτά ᾽πε, κι ήθελαν πολλοί να τον ακολουθήσουν·
θέλαν οι Αίαντες οι δυο, του Άρη δορυφόροι,
ο Νεστορίδης το ᾽θελε σφοδρώς και ο Μηριόνης,
ήθελεν ο Μενέλαος και ο θείος Οδυσσέας· 230
να εισέλθει και αυτός ήθελε μες στον στρατόν των Τρώων,
ότ᾽ είχε τόλμην πάντοτε η αδάμαστη ψυχή του.
Και προς αυτούς ομίλησεν ο μέγας Αγαμέμνων:
«Τυδείδη πολυαγάπητε, συ διάλεξ᾽ όποιον θέλεις
σύντροφον, τον καλύτερον, και πρόθυμ᾽ είναι τόσοι 235
κι εμπρός μας φανερώθηκαν· πρόσεξε μη το σέβας
σε κάμει τον καλύτερον ν᾽ αφήσεις, και να πάρεις
σύντροφον τον κατώτερον· το γένος μη κοιτάζεις
μηδ᾽ αν βασιλικότερος είναι εις αυτούς κανένας».
Είπε και δια τον αδελφόν Μενέλαον εφοβείτο. 240
Και πάλιν τούς ομίλησεν ο ανδρείος Διομήδης:
«Εάν αφήνετε σ᾽ εμέ να εκλέξω σύντροφόν μου
και πώς θα ελησμονούσα εγώ τον θείον Οδυσσέα,
που τρέχει προθυμότατα η ανδράγαθη καρδιά του
εις κάθε αγώνα, κι η Αθηνά τον έχει αγαπητόν της; 245
Και από τες φλόγες άβλαβοι θα εβγαίναμε και οι δύο,
αν αυτός έλθει, που έχει νουν όσον κανείς δεν έχει».
«Τυδείδη, δεν χρειάζεται», του απάντησ᾽ ο Οδυσσέας,
«μήτε πολύ να μ᾽ επαινείς και μήτε να με ψέγεις,
ότι ομιλείς των Αχαιών, που όλα αυτά γνωρίζουν. 250
Ας πάμε, η νύκτα σώνεται και η χαραυγή σιμώνει,
τ᾽ άστρα επροχώρησαν πολύ, και της νυκτός τα δύο
μέρη επεράσαν
κι έμεινε μόλις το τρίτο ακόμη».
Είπαν κι ευθύς εζώσθηκαν όπλα φρικτά κι οι δύο.
Του Διομήδη, π᾽ άφησεν εις την σκηνήν το ξίφος, 255
έδωκεν άλλο δίστομον ο ανδρείος Θρασυμήδης
και ασπίδα· και τον σκέπασε με κράνος χωρίς κώνον
και χωρίς χαίτην, ταύρινον· καταίτυγα το λέγουν·
τα καλ᾽ αγόρια το φορούν της κεφαλής των σκέπην. 259

[...]
Δεξιά του δρόμου ερωδιόν τούς έστειλε σιμά τους
η Αθηνά, και το πουλί τα μάτια τους δεν είδαν 275
εις το σκοτάδι, αλλ᾽ άκουσαν τον ήχον της φωνής του.
Ο Οδυσσεύς εχάρηκε δια το πουλί κι ευχήθη: 277

-----

* Στο motto ο Οδυσσέας, μόλις που έχει τσακώσει ο Διομήδης τον τρωαδίτη Δόλωνα, κατάσκοπο μέσ' στην νυχτιά. Λίγο ο Δόλων θα προλάβει να ψελλίσει:
[...] ὁ δ᾽ ἄρ᾽ ἔστη τάρβησέν τε
βαμβαίνων —ἄραβος δὲ διὰ στόμα γίγνετ᾽ ὀδόντων— 375
χλωρὸς ὑπαὶ δείους· τὼ δ᾽ ἀσθμαίνοντε κιχήτην,
χειρῶν δ᾽ ἁψάσθην· ὁ δὲ δακρύσας ἔπος ηὔδα·
«ζωγρεῖτ᾽, αὐτὰρ ἐγὼν ἐμὲ λύσομαι· ἔστι γὰρ ἔνδον
χαλκός τε χρυσός τε πολύκμητός τε σίδηρος,
τῶν κ᾽ ὔμμιν χαρίσαιτο πατὴρ ἀπερείσι᾽ ἄποινα, 380
εἴ κεν ἐμὲ ζωὸν πεπύθοιτ᾽ ἐπὶ νηυσὶν Ἀχαιῶν.»

ο Ι. Πολυλάς μεταφέρει:

κι εκείνος εσταμάτησε κι εψέλλιζ᾽ από τρόμον
χλωμός και μες στο στόμα του τα δόντι᾽ αντικτυπιόνταν. 375
Λεχάζοντας τον πρόφθασαν εκείνοι και τον πιάσαν.
«Αχ! πάρετέ με ζωντανόν», δακρύζοντας τους είπε·
«κι εξαγοράν θα λάβετε· ότι απ᾽ τους θησαυρούς μου,
χάλκινα σκεύη και χρυσά και σίδερο εργασμένο,
τα λύτρα ο πατέρας μου περίσσια θα σας δώσει 380
αν μάθει ότ᾽ είμαι ζωντανός στων Αχαιών τα πλοία».

[...]

Ἦ, καὶ ὁ μέν μιν ἔμελλε γενείου χειρὶ παχείῃ
ἁψάμενος
λίσσεσθαι, ὁ δ᾽ αὐχένα μέσσον ἔλασσε 455
φασγάνῳ ἀΐξας
, ἀπὸ δ᾽ ἄμφω κέρσε τένοντε·
φθεγγομένου δ᾽ ἄρα τοῦ γε κάρη κονίῃσιν ἐμίχθη.
τοῦ δ᾽ ἀπὸ μὲν κτιδέην κυνέην κεφαλῆφιν ἕλοντο
καὶ λυκέην καὶ τόξα παλίντονα καὶ δόρυ μακρόν·
καὶ τά γ᾽ Ἀθηναίῃ ληΐτιδι δῖος Ὀδυσσεὺς 460
ὑψόσ᾽ ἀνέσχεθε χειρὶ καὶ εὐχόμενος ἔπος ηὔδα·
«χαῖρε, θεά, τοῖσδεσσι· σὲ γὰρ πρώτην ἐν Ὀλύμπῳ
πάντων ἀθανάτων ἐπιδωσόμεθ᾽· ἀλλὰ καὶ αὖτις
πέμψον ἐπὶ Θρῃκῶν ἀνδρῶν ἵππους τε καὶ εὐνάς.» 464

ο Ι. Πολυλάς μεταφέρει:

Και ως άπλωνε το χέρι
ο Δόλων στο πηγούνι του να τον εξιλεώσει
,
όρμησε με την μάχαιραν επάνω του ο Τυδείδης, 455
του εχώρισε τον λάρυγγα κι εκόπηκαν τα νεύρα,
κι ενώ μιλούσ᾽ εκύλησε στο χώμα η κεφαλή του.
Και αυτοί το λυκοτόμαρο του επήραν και το κράνος,
το τόξ᾽ οπισθοτέντωτο και το μακρύ κοντάρι·
προς την νικήτραν Αθηνά τα σήκωσ᾽ ο Οδυσσέας 460
ψηλά στο χέρι κι έκαμεν ευχήν: «Με τούτα χαίρου,
θεά, τα λάφυρα, και σε των αθανάτων πρώτην
με δώρα θα τιμήσομεν· και τώρα οδήγησέ μας
στους ίππους και στο στράτευμα των μαχητών της 464
Θράκης».

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

η κορύφωση τού υπάρχειν


Κεφ. ΚΑ' [...] Οι τελώναι και αι πόρναι, που παραμένουν σφηνωμένοι στη γή αυτή -με το χρήμα και την σάρκα- μπορούν να νιώσουν, μέσα στον μυχό της ύπαρξής τους, πνιγηρά το αδιέξοδο τού βίου τους. Ετούτο ακριβώς το αδιέξοδο τού παραλόγου τούς ωθεί ενστικτωδώς προς τον Θεό. Είναι η μόνη ανάσα που μπορούν να πάρουν μέσα στον πνιγηρό «κατακλυσμό της αμαρτίας».

Όλοι οι άλλοι -«Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί», αμέριμνοι και εγκόσμιοι-, έχουν την ψευδαίσθηση μιας σχέσης τους με τον Θεό που όμως δεν είναι οργανική. Δεν νιώθουν πως η σχέση αυτή έχει συντριβεί με την συνειδησιακή τους τύφλωση.

Το μέγα, κρίσιμο υπαρκτικό άθλημα τού σημερινού ανθρώπου -αν όχι, τού ανθρώπου κάθε εποχής: να μην αφήσει ώστε ο κόσμος να τυφλώσει την συνείδησή του. Γιατί η συνείδηση, ως μύχια φωνή τής ψυχής, σε ειδοποιεί πως πίσω από την γοητεία ή την δραματικότητα τού βίου αυτού, υψώνεται η μετά θάνατον πραγματικότητα, η συνάντηση τού Ανθρώπου με τον Θεό -κορύφωση τού υπάρχειν.

*

Κεφ. ΚΒ' Ο λόγος περί των ολίγων που συγκροτούν την μερίδα των εκλεκτών, αυτών που θα εισέλθουν στην βασιλεία του Θεού, αντηχεί βαρύς, καταθλιπτικός, σχεδόν απάνθρωπος.

Βέβαια, όσοι κλητοί δεν ανταποκρίνονται στην θεϊκή πρόσκληση, είναι σωστό να μην συμμετάσχουν στους θεϊκούς γάμους αλλά ένας δυσερμήνευτος πόνος τούς περιβάλλει, ο τυφλός, σχεδόν ενστικτώδης πόνος τού τετελεσμένου. Πρόκειται για τον σπαραγμό τού ανθρώπου καθώς νιώθει να εκπίπτει από την τροχιά που τού χάραξε ο Δημιουργός του.

Πέρα από τα όρια τού κόσμου αυτού δεν υπάρχει μετάνοια -ίσως επειδή έχει εξαντληθεί ο ανθρώπινος χρόνος. Αυτό το πάγωμα, η αδράνεια τής Δημιουργίας όλης συγκλονίζει. Εξάντληση τής Ιστορίας. Άπνοια. Μη - Χρόνος.

Η προετοιμασία των γάμων Θεού και Ανθρώπου είναι η επίγεια ζωή, η επικράτεια του Χρόνου. Η άλλη ζωή, η άχρονη πλέον, είναι η επικράτεια του θεού.

Είμαστε σκιές μέσα στον χρόνο, σκιές βιαστικές, φευγαλέες, καμιά χαρά δεν μπορεί ν' αντέξει τέτοιον σπαραγμό τού όντος που κατευθύνεται στον θάνατό του, στον προθάλαμο τής άλλης ζωής, εκείνης που προγεύονται μονάχα όσοι, έχοντας κατανικήσει το φάσμα τού κόσμου ετούτου, πιστεύουν στην υπέρβαση της θνητότητάς τους, τής χρονικότητας, τής φθοράς τους.

Το γήρας ακριβώς προειδοποιεί για όλα, οξύνοντας την οδύνη τής εγκοσμιότητας, τής μετάβασης προς μια «περιοχή» που επιβλέπει μόνο η πίστη, ποτέ η γνώση.

Ανάγκη, λοιπόν, τραγική να κατανικηθεί η εξουσία της λογικής, να εισέλθει ο άνθρωπος σε κατάσταση μετα-λογική, να ζήσει πλέον ως όν μετα-λογικό, για να κατορθώσει, διά τής πίστης, να επιζήσει μετά θάνατον.

Πάλιν και πολλάκις, ενώπιον τού μυστηρίου τού θανάτου, υπάρχουμε. Και ο χρόνος καταντά μια βίωση οδυνηρή, πικρή και αφόρητη. Ο θάνατος αποκαλύπτεται ως γεγονός «λογικό». Το γήρας όμως, όχι. Είναι η κατάχρηση τού χρόνου.

Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, Ανάγνωση του Κατά Ματθαίον Ιερού Ευαγγελίου (έκδ. Ο μικρός Αστρολάβος/14, Αθήνα 2007, σσ. 64-65, 66-68).

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

περί της μοναδικότητας


Καθώς τα πάντα ανεξαιρέτως στη Φύση είναι μοναδικά, οι άνθρωποι είναι επίσης διαφορετικοί μεταξύ τους, αφού ο καθένας εκφράζει ένα βαθμό μιας τουλάχιστον αρετής ή συνδυασμού αρετών διαφορετικό από εκείνον οποιουδήποτε άλλου συνανθρώπου του.

Η μοναδικότητα κάνει, λοιπόν, και στο ανθρώπινο όν την εμφάνισή της μέσω των ιδιαζόντων, των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών του κατά το πνεύμα (όπως π.χ. η ευρηματικότητα, η παρατηρητικότητα, η ευστροφία κ.ά.), την ψυχή (όπως π.χ. η ευαισθησία, η φιλαυτία κ.ά.) και το σώμα (όπως π.χ. το ύψος, το χρώμα των μαλλιών κ.ά.)·

τούτα δεν είναι άλλα από τις σφραγίδες μιας θείας ακτίνας πάνω στις τρεις υποστάσεις του -την πνευματική, την ψυχική και την υλική-, ακτίνας της οποίας αποτελεί την απόληξη στον κόσμο τούτο.

Έτσι, κάθε ανθρώπινο όν, ως αποτύπωμα της προβολής μίας θείας Ιδέας στον κόσμο της Ύλης, όντας κατά μία θεώρηση τρισυπόστατο, φέρει τη σφραγίδα της Ιδέας αυτής στην όλη του συγκρότηση, δηλαδή στο πνεύμα, στην ψυχή και στο σώμα του, και διαφέρει ως προς την ποικιλία και τη χροιά των ιδιοτήτων που εμφανίζει κατά έναν ορισμένο συνδυασμό και τρόπο, με άλλα λόγια διαφέρει ως προς τη φυσική του προσωπικότητα.

Συνεπώς, η μοναδικότητα αφορά και τις τρεις υποστάσεις του ανθρώπινου όντος.

*

Η Μοναδικότητα είναι τελικά εκείνη που επιτρέπει στην καλώς εννοούμενη αμοιβαιότητα, θεμέλιο κάθε κοινωνικής ζωής, να χρωματίζει τις μεταξύ των ατόμων σχέσεις μέσα σε μια ομάδα.

*

Στην ερωτική διάσταση ειδικότερα, το ότι νιώθουμε έλξη για κάποιο άτομο οφείλεται όχι τόσο στο πλάσμα αυτό καθαυτό που έχουμε απέναντί μας ή στο πλάι μας, αλλά στο τί κόσμους αυτό αφυπνίζει μέσα μας και τούς φέρνει στην επιφάνεια -και τούτο μάλλον ερήμην του-, στο τί ιδέες και συναισθήματα υποκινεί, ανακινεί, ενεργοποιεί εντός μας, στο τί συναισθήματα μάς κάνει να προβάλλουμε πάνω του και κυρίως στο ποιές ψυχολογικές, συναισθηματικές ελλείψεις μας έρχεται να καλύψει.

Φοίβος Πιομπίνος, Περί των μορφών τινά (έκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 2022, σσ. 74-75, 75, 93).

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

λόγω της ανάπτυξης του νευρικού μας συστήματος


έχει βρεθεί πως αρκετά μέταλλα (π.χ. ο σίδηρος, ο χαλκός κ.ά.)
προέρχονται από περιοχές εκτός του ηλιακού μας συστήματος.*

Εκείνο που χαρακτηρίζει και συγχρόνως διαφοροποιεί δομικά, κατασκευαστικά, τον άνθρωπο από όλα τα υπόλοιπα φυσικά όντα της Γής είναι η ποιότητα και η ανάπτυξη του νευρικού του συστήματος, έτσι που η εμφάνιση του ανθρώπου να αποτελεί την κορυφαία πράξη της βιολογικής εξέλιξης στον πλανήτη μας.

Καθώς η εξέλιξη προχωρεί, το νευρικό του σύστημα διαρκώς αναπτύσσεται ποσοτικά και ποιοτικά, και γίνεται πλέον ευαίσθητος δέκτης της πνοής του Θείου Πνεύματος.

Αυτή η ανάπτυξη του νευρικού συστήματος και του εγκεφάλου, που χαρακτηρίζει το ανθρώπινο όν, επέφερε βαθύτατη αλλαγή στην όλη πορεία της εξέλιξης. Έτσι, στο ανθρώπινο όν δεν κληρονομούνται μόνο οι γενετικές ιδιότητες αλλά και οι εμπειρίες που, μέσω του λόγου και της μνήμης, μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά.

Ο άνθρωπος έρχεται στον κόσμο προικισμένος με το δύνασθαι, την κρίση και το αυτεξούσιον, τρία ανεκτίμητα προικιά που τού επιτρέπουν να κάνει, ανά πάσαν στιγμήν του βίου του, ωφέλιμες ή επιζήμιες επιλογές και, ανάλογα, να ελέγχει ή όχι τα ορμέμφυτα, τα οποία διέπουν τη συμπεριφορά όλων των λοιπών έμβιων όντων.

Και τούτο επειδή ο άνθρωπος είναι μορφή Ζωής συνειδητή, ενώ τα ζώα είναι μορφές Ζωής ενστικτώδεις. Άρα μόνο το ανθρώπινο όν είναι συνειδησιακά εξελίξιμο, έχει δηλαδή φύσει τη δυνατότητα, τελειούμενο, να προάγεται συνειδησιακά και να χωρεί στο θείο Υπερσυνείδητο.

*

Η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου είναι απόλυτα σεβαστή και απαραβίαστη από το Θείον. Μέσα σε αυτό το πνεύμα βλέπουμε στα Ευαγγέλια τον ίδιο τον Κύριο να απευθύνει εκείνο το ανεπανάληπτο «συ πιστεύεις εις τον υιόν του Θεού;» (Ιω. θ΄, 35) στους ασθενείς και στους παράλυτους που Τον πλησιάζουν, προκειμένου να τούς θεραπεύσει, αφού η θετική τοποθέτησή τους απέναντί Του είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να μην παραβιαστεί το αυτεξούσιον του ανθρώπου.

Ο Χριστός όμως δεν απαιτεί το ίδιο από τους δαιμονισμένους, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να απαντήσουν, λόγω της κατάληψής τους από τα δαιμόνια και της παρεπόμενης δεινής ψυχοσωματικής τους κατάστασης (Ματθ. θ΄, 27-32).

*

Όλες οι φυσικές μορφές στον κόσμο τούτο της Ύλης είναι μεν εκ του Θεού, είναι μεν εκφράσεις θείων Ιδεών, πλην όμως, καθώς δημιουργήθηκαν για ορισμένο σκοπό, τελούν υπό την επίδραση των πεπερασμένων ορίων του χώρου και του χρόνου, και είναι επομένως προσωρινές, παροδικές, υποκείμενες στην αναπόφευκτη φθορά.

*

Εντούτοις αυτός [ο άνθρωπος], και μόνον αυτός από όλες τις μορφές της Δημιουργίας και ειδικότερα από όλα τα έμβια όντα, εκδηλώνει ευγλωττότερα τη ροή του Πνεύματος μέσα στην Ύλη και έχει, φύσει, τη δυνατότητα, μέσω της ηθικής τελείωσης, δηλαδή της αγνοποίησής του, να εξελιχθεί συνειδησιακά, να περάσει στην αιωνιότητα και, ταυτιζόμενος με τη Ζωή, να ζήσει.

*

'Ολες οι έμβιες μορφές απλώς «υπάρχουν», υφίστανται· μόνον ο άνθρωπος διαθέτει το προνόμιο να έχει συνείδηση της ύπαρξής του, αυτοσυνειδησία, προνόμιο τραγικό όταν πρόκειται για τον ίδιο του τον θάνατο. Έτσι, δεν αρκείται, όπως τα υπόλοιπα έμβια όντα, να «υπάρχει», αλλά αγωνιά για την «ύπαρξή» του και διαλογίζεται, στοχάζεται, φιλοσοφεί, ματαιοπονώντας, γύρω απ' αυτήν.

Η εμπειρική και λογική, αλλά όχι διαισθητική όπως ενδεχομένως για τους άλλους ζώντες οργανισμούς, βεβαιότητα της επερχόμενης, αργά ή γρήγορα, λήξης του βίου του αποτελεί τον πυρήνα της υπαρξιακής του τραγικότητας.

Έτσι κι αλλιώς ο θάνατος δεν υπάρχει ή, ορθότερα, δεν αφορά τον άνθρωπο,
αφού ούτε ο νεκρός αλλά ούτε και ο ζών πεθαίνει.
Επομένως, ο άνθρωπος δεν «πεθαίνει» ποτέ, παρά, μετά την αναχώρησή του
από τούτο τον κόσμο της πλάνης, είτε παραμένει νεκρός,
είτε χωρεί στη Ζωή.**

Φοίβος Πιομπίνος, Περί των μορφών τινά (έκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 2022, σσ. 56-57, 60, 67-68, 68-69, 70). -Το αμφιβόλου βεβαιότητος motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 55). Κι η κατακλείδα εκ του ιδίου (ό.π., σ. 69).