Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα -ποιδήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα -ποιδήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2007

εγκαύματα 13, 3


Κερκίνη


.Λίγα μαύρα γελάδια
.δίπλα σε μιά λίμνη
.σ' ένα μικρό λιβάδι

.Σκαρήσαν πιο κεί ένα τσούρμο
μικράκια· .. βόδια της σειράς
........ βουβάλια *
.... βετούλια παιχνιδιάρικα
.στους τρόπους θηλυκά
.σε τραβάνε

................... 'Αλλο παρ' έκει
.κοπάδι από ισχνά μοσχάρια
.λιάζεται στις όχθες του Στρυμώνα
.πάλλευκα, χρυσά

.Βυρώνεια 19:28
.Θεσ/νίκη 21:20
.με καθυστέρηση δύο ωρών






* σχόλιον· «κι αυτό το βουβάλι του μακεδονίτικου κάμπου τόσο υπομονετικό
τόσο αβίαστο, σα να τό ξέρει πως δεν φτάνει κανείς πουθενά»

ΣΕΦΕΡΗΣ, Ωραίο φθινοπωρινό πρωΐ· 1937



Κυριακή 16 Ιουλίου 2006

έ ϊτς Μέμορη



Columbarium ή, έστω Αντέρως, καίριον


σ' εκείνους τους/τες ενοίκους που εις έτι διψούν
τούτο το καλοκαιράκι
μα πρώτα απ' όλους για σένα




Είπες: - Ακολούθα με!

- Τραβώ γι' αλλού, είπα.

Βγήκα με τα καράβια στη θάλασσα
να γυρέψω τη δροσιά στα πέλαγα
τα γαληνιόντα. Κι έπαψαν να μάς χωρίζουν.
Μάς ενώνουν.

Γύρεψα
Να φύγω από τον τόπο μου
Να φύγω από την πετρώδη γή μου μακρυά.
Να φύγω από σένα.

'Οχι πια Οδυσσέας. 'Οχι. Δεν με περιμένουν
εκπλήξεις πιά. 'Ο,τι ήτανε να 'ρθεί, ήρθε.
'Ο,τι ήταν να γινεί, γίνηκε.
Το αφήσαμε στον κλήρο.
'Ο,τι λάχει. Κορώνα - γράμματα.
Γίναμε εμπόροι κι εμπορευόμαστε τη σάρκα μας.
'Ολα πουλιούνται και αγοράζονται. 'Ολα ανα-
λώσιμα είναι, λαμπαδιάζουν, φλέγονται
Σαν τα φλεγραία πεδία.

Πήρα κι έστησα τις πέτρες
τη μιά πάνω στην άλλη.
Ετούτη πως
κάπως παράταιρα εξέχει. Την άφησα ως έχει.
Εις μνήμην.

Βάλθηκα έπειτα καταμεσής του θέρους
τις πλάκες να σηκώνω.
Τη μιά μετά την άλλη.
Κόκκαλα σαλεύουν και κρανία
ομιλούντα βλέπω.

Στέκω χωλός, κουτσός να σέρνομαι
πάνω σ' ένα πατίνι καθιστός χαμαί
με τα χέρια κωπηλατώ
στα χέρια τ' άρβυλα φορώντας.

Και στον εσπερινό
μόλις το δείλι έρθει
-πώς γνωρίζουν-
τα χελιδόνια όλα
λάμνουν
θρασύτατα
αλήτικα
σχίζουν μία πάνω
μιά κάτω τα στενά σοκάκια.
Πάνε έρχονται στριγγά.
Τις αρχαίες συνοικίες
κατοικώντας
αφυπνούν
ό τι περί λύχνων αφάς.

Τον ρυθμό της ταραντέλλας
τα λιόδεντρα συντρέχουν
με πλοκάμους πεταχτούς
γεροδεμένα οπλισμένα
καλοκλαδεμένα φοινικιές
κάνουν το βλέμμα να κοχλάζει
στα βλέφαρα έκνομο
να πλαταγίζει.

Ce mila, mila dodeca
citonia decatria


::::::::::::::::::::

Ο θεός φιδοσέρνεται στον έρημο ναό του.
Τι η Σίβυλλα απομίλησε.
Περιστέρα τα ενδότερα
φυλάσσει. Στα ενδότερα ενοικεί.
Με περιμένει.

- Εδώ να 'ρθείς, στη Ρώμη,
τον Χριστό φαντάρο για να δείς... Re.


Κατόπιν
Διεπέτασα προς σέ
τας χείρας μου
.

Κι ενώ εσύ κοιτούσες τον θείο Αντωνίνο Πίο
εγώ κοιτούσα εσένα.

'Οτι
η ψυχή μου ως γη άνυδρός σοι*...





____________
* το «σοί» θέλει να πεί «για σένα».




[Πάνω σε μιά πρόταση του Μισέλ Φάις. Δημοσιεύτηκε στο Hotel memory, συνοδευόμενο από ένα εικαστικό της Μαριλ. Ζαμπούρα.]

Κυριακή 4 Ιουνίου 2006

Tαλiθά


στην τόση θερμότητα του προσώπου σου



Ξυπνώ - κυριακάτικο πρωϊνό
κι οσφραίνομαι των μπράτσων
έντονη μυρωδιά.

Ξάφνου
εγείρεται μέσα μου η επιθυμία
τού να σ' αγγίξω.
Επιθυμία
να φθάσω –σίσυφος εγώ-
Κι ονειρεύομαι
Απ' την λευκότητα και την απαλότητά σου
Να πιώ.

Νά 'ναι τάχα αυτή η ευτυχία μου;

Νά! Κυλιέμαι στα μάγουλά σου γύρω
Βυθίζομαι μέσα σου
Αναδύομαι από τα στήθη σου...

Ταλιθά, ταλιθά *...
Αυτήν σου την ντροπαλότητα εξυμνώ
Και σιγουρεύομαι
[...]





-----------------
* λέξις αραμαϊκή (αρχ. συριακή). σημαίνει την κόρη. νεάνιδα.


ΥΓ.1: Εντός των αγκυλών πρόστυχα λόγια του τύπου:
«Οι άντρες που δουλεύουνε
γαμάνε γυναίκες βυζαρούδες
γυναίκες με μεγάλα βυζιά
».

ΥΓ.2: Δεν ευθύνομαι εγώ για τούτες τις δροσιές.


Παρασκευή 17 Μαρτίου 2006

ooievaar


(εκεί που όλοι στιχώνουν, είπα να στιχώσω κι εγώ...)


Στα ψέμματα είχαν φτιάξει
μιά φωλιά στον πελαργό.
Από κάτω τοποθέτησε στη
σειρά τα βιβλία του.
Κι απ’ ανάμεσα έστησε και το
κρεβάτι του. Στ’ αληθινά. Ναί!

Εκεί την έβγαζε ο αθεόφοβος
πελαργός, βιβλία, το στρώμα του
κρύο, παγωνιά το χειμώνα
φυσάει αέρας πολύς.
Οι πίνακες στους τοίχους κι αυτός
στο γραφείο του κάτω απ’
τη φωλιά του πελαργού.-





---------------
ooievaar, ίσως η πιο ωραία λέξη στα ολλανδικά. Ο διαδοχικός διπλασιασμός των φωνηέντων ανθίζει την διάθεση... σημαίνει τον πελαργό.


P.S. δες όλα τα links. Είναι αυτά που χρωματίζουν τις λέξεις πράσινες. Κάνε κλικ στο πρώτο και άκου το πουλί πώς κάνει, δές τις φωτογραφίες και το βίντεο, στο δεύτερο. Περιηγήσου δεξιά κι αριστερά στο ελληνικό (το τρίτο) link, αυτό με την συλλογή γραμματοσήμων απ' όλο τον κόσμο. Στο link της κεφαλίδας το λήμμα της ολλανδικής βικυπαίδειας. Κι άντε σου, Καλό ξημέρωμα.


Τετάρτη 1 Μαρτίου 2006

μaρτηs


μεσουρανεί πια ο Ωρίωνας στον νυχτερινό ουρανό
ξημερώνει πιό νωρίς κι οι λεύκες ένα γύρω ζωηρεύουν.
φουσκώνουν στα κλαδιά οι νέοι οφθαλμοί,

και τα
κοτσύφια *
χαμηλά. παίζουνε
τις
αμάδες.



* ascolta il canto


Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2006

miσο longi


ιδού ο τόπος ού έστηκεν οικία

Λόρδου Βύρωνος. παρέκει ελαστικό μηδενικό

χρησιμοποιημένο, πια φθαρμένο

και μαύρη ψόφια γάτα ζέχνει.

[Κι] όμως, εγώ, με τις μελικοκκιές
.



Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2005

sxήμα ιδιόμελο


(ρυτόν *)


Πάντοτε πίστευα πως
η συντροφιά
δεν είναι στεγνή και
δεν είναι μονάχη.
Βρίσκω πως η λέξη αυτή
υποδέχεται μιάν δροσερή
ερμηνεία.
Η συντροφιά
δεν ξέρω το πώς
μα είναι υγρή.

Είναι
η πρώτη μας φύση
εντός της θαλάσσης
ως ψάρια, ή
στο βάθος της μήτρας
μιάς μάνας, όπου
παίζαμε
γεννημένοι στα
κύματα, αφρό...
...δύτες όλοι μας
στα πρώτα μας μνήματα
κλωτσώντας και
πλατσουρίζοντας.
-




* ρυτός. ο ρέων, τρέχων, ρευστός, υγρός. Σε ουδέτερο: είδος ποτηρίου, καταλήγοντος εις οξύ κάτω, πλατέως δε άνω, εν είδει κέρατος. εις το οξύ κάτω άκρον υπήρχεν οπή, δια της οποίας ο οίνος έρρεεν εις το στόμα του πίνοντος. (από λεξικό). Ιδές και τα πολύχρυσα κύπελα των μυκηναϊκών τάφων. (από μένα). losTrome, σε ευχαριστώ που έσπευσες να με διορθώσεις. Τώρα γίνεται πιο κατανοητό, νομίζω.


Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2005

Anat0λu


Είπες: - θα ξενιτευθώ.

'Αδειασα και ξαναγέμισα τον ταξιδιωτικό μου σάκο.
«Μόνον τ’ απαραίτητα» είπα.*


Την πύλη του Αδριανού θα πά' να ιδώ.
Κινάω.
Εκεί από κάτου θα γείρω ν' αποκοιμηθώ
μές στα χαλάσματα της πολυμάστου
της βυζάχτρας
κι αγρίμι πού 'ναι
Παρθένος. όπου
λέοντες, ταύροι, γρύπες,
πάνθηρες, αλάφια και βόδια
προσκυνούν σε

αναζητάω
τα χνάρια κάτω ανάγλυφα στο πλακόστρωτο πως
την μαρμάρινη οδό λοξεύουνε
για τα πορνεία. οττω τις εραται...**

'Αδειασα και ξαναγέμισα τον ταξιδιωτικό μου σάκο.
«Μόνον τ’ απαραίτητα» είπα.*


---------------
* Γράφοντας κάπου, ο Ελύτης, για του καθενός τσ’ αγάπες
** πριν απ’ όλους της Ψάπφας


Σάββατο 27 Αυγούστου 2005

ειλητός ...φίλω



Ειλειθυiας Ωδή

Αναλογίζουμαι πώς γεννά ο ωκεανός
τα ψάρια.

Θαυμάζω πώς γίνουνται από γυνή
τ’ αγόρια, φύονται
και θάλασσες.

Μεστώνει σε γυναίκα
κορίτσι και βότρυες
σταφυλών
κρέμουν μαστοί
άρτι μανούλας.-



(Σ’ ένα φίλο που γεννάει τα τελευταία εικοσιτετράωρα. Ξέρει αυτός. Με την ευχή της.)


Κυριακή 7 Αυγούστου 2005

εφ' ηβαίον


Τούτες οι στάλες της
βροχής

καυτές, υγρές
πάνω στο σώμα μας

όταν γδυτοί, λιγδιάρηδες,
μαλλοί,

παραδέρνουμε

στις αμμουδιές
των κοριτσιών.



Παρασκευή 5 Αυγούστου 2005

Σοφία Ορθοί




Κόρην ηϋκομον κορακάταν

Σοφίας γενέθλιον ήμαρ
τη πέμπτη τ’ αυγούστου μήνα
Στην ξένη εσύ και μέλπω
υγρός

Μέλαις δ’ οφθαλμοίς
σαν τη Σαπφώ στις κορασίδες
Era digitalis απ’ τη μιά
Μολπήν από την άλλη

Laevigata, λέω το κορακόχορτο
πού ‘ναι αβρό σαν το ζαλίσεις
λίγο, μες στα δυό σου χέρια

Ζεστή σοκολάτα μου εσύ
Τονωτικό της μπλόγκας

Νυκτός άωρος (=άϋπνος)
Σοφή μου Σοφί
Τρυγάω

Με το δάχτυλο στο στόμα
Τούτο το ρώτημα:

- το νυχτολούλουδο
μυρίζει στην ινγκλητέρα,
όπως εδώ, τα βράδια;


Αθήνησι, μέλπω και άλλες άνοστες λέξεις.



Τρίτη 2 Αυγούστου 2005

Εγκώμιον


Μικρό της καύλας ένα εγκώμιο, παρακαλώ.

Καυλός εκ του αυλός απαντάμε σε δύσχρηστα λεξικά.

Ναί, βέβαια. Αλλά με του πάθους τη συναλλαγή

η καύλα λιγώνει και γίνεται γκάβλα παχιά-παχιά

και με πολλά τα νύ.


Παρασκευή 29 Ιουλίου 2005

διάγραμμα

....................ύστερα

....................ζήτησα

....................να περάσω

....................τις συμπληγάδες

....................ξανά

....................και ξανά


(από τα κατάλοιπα Οδυσσέως Πελαργού)


σχόλιον: "ου γάρ πω πάντων επί πείρατ' αέθλων / ήλθομεν. αλλ' έτ' όπισθεν αμέτρητος πόνος έσται, / πολλός καί χαλεπός, τόν εμέ χρή πάντα τελέσσαι."

(οι λέξεις του αυθέντου Δυσσέα εκ του ομηρικού ψ 248-250).


Τετάρτη 27 Ιουλίου 2005

Μα, απορία τό 'χω...

...σαν σηκώσεις τον σάλιαγκα και τον κοιτάξεις από κάτω, πές μου, τί είναι αυτό που λαχταράς και βλέπεις, αν όχι ένα σπαρταριστό, να σού γελά, να σε καλεί, μουνάκι.




P.S. Εικονογραφημένο πιά, εν έτει 2007, από τη Νεραϊδόνα, εδωδά, κατόπιν σχετικής διαδικτυακής συζήτησης, εδώ κι εδώ.


Παρασκευή 22 Ιουλίου 2005

Μια καληνύχτα του Ιούνη...

Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει και μού στέλνει μιάν καληνύχτα απ΄ τα παλιά... Καληνύχτα που ευωδιάζει μες στο θρό και τον υγρό Ιούνη...

Και πάλι καληνύχτα του Ιούνη με το θυμάρι ανθισμένο στο χωράφι πλάι πλάι με τους τσαλαπετεινούς και άλλα ακαταλαβίστικα πολλά.




(Ναί αλλά τώρα είν' ο θείος καυτός Ιούλης...)


Τετάρτη 20 Ιουλίου 2005

ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΚΥΠΡΙΟΝ ΑΔΩΝΙ ΚΥΠΡΙΔΟΣ, τό 1998 μ.Χ.


(επί τη επετείω της αθλίας εισβολής...)


Γράφει ο Νέστωρ Πανσές.



Στόν αγρό
θηρεύω τά βάτα
κύπριδος ερασμίας
εραστών
κι οι παπαρούνες
ανεμίζουν άλικες
μόνες στήν πλάση
τριγύρω θλιμμένες
επιτύμβιον άδουσες
πλάϊ στ’ αγκάθια
ευαίσθητες
-μυροφόροι οπιούχοι παρθένοι-
κλαίουσες ήρωα ήδη καί θεόν
εκ του Άδου κάτω
όλως εγηγερμένον·
νάτη! βλαστάνει συκιά
ήμερος
.




Σχόλιον· «Τούτο δ’ εννοείθ’ , όταν
πορθήτε γαίαν, ευσεβείν τά πρός θεούς·
ός τάλλα πάντα δεύτερ’ ηγείται πατήρ
Ζεύς· ου γάρ ευσέβεια συνθνήσκει βροτοίς·
κάν ζώσι κάν θάνωσιν, ουκ απόλλυται

(Σοφοκλ. Φιλοκτήτης, στ. 1440-4).