Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μηχανήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μηχανήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

πηγή έμπνευσης για το κορινθιακό κιονόκρανο


Από τα είκοσι περίπου γνωστά είδη άκανθας, οι μεν έλληνες αρχιτέκτονες μιμήθηκαν κυρίως την άγρια άκανθα που φύεται σε αφθονία στην Ελλάδα, οι δε ρωμαίοι την απαλή ή μαλακή που περιέβαλλε συνήθως τους οπωροφόρους κήπους της αρχαίας Ρώμης και που αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης για το κορινθιακό κιονόκρανο.

Ο σχεδόν σύγχρονος του Χριστού ρωμαίος αρχιτέκτονας και μηχανικός Μάρκος-Πωλλίων Βιτρούβιος απέδιδε τη σύλληψη του κορινθιακού κιονόκρανου στον αγνώστου πατρίδος και πατρός Καλλίμαχο, περίφημο πλάστη και τορευτή των τελευταίων δεκαετιών του Ε΄ π.Χ. αιώνα.

Ο Καλλίμαχος εργάστηκε κυρίως στις Πλαταιές, την Αθήνα και την Κόρινθο. Περίφημο έργο του ήταν, μεταξύ άλλων, ένας χρυσός λύχνος που, όπως αναφέρει ο Παυσανίας, έκαιγε μπρος από το άγαλμα της θεάς Αθηνάς στο Ερέχθειο. Λεγόταν μάλιστα ότι μόνο μία φορά το χρόνο γέμιζαν αυτόν τον λύχνο με λάδι, επειδή η χωρητικότητά του ήταν τέτοια που αρκούσε για να μείνει διαρκώς αναμμένος μέχρι την ίδια ακριβώς μέρα του επόμενου χρόνου.

Ο Βιτρούβιος διέσωσε λοιπόν, στο τέταρτο βιβλίο (κεφ. 1ο) του δεκάτομου Περί αρχιτεκτονικής (De arhitectura) συγγράμματός του, που συνέταξε μεταξύ των ετών 31 και 32 π.Χ., την εξής ωραία και ευφάνταστη παράδοση σχετικά με το πώς ο Καλλίμαχος εμπνεύστηκε αρχικά και κατόπιν επινόησε το κορινθιακό κιονόκρανο:

«Μια Κορίνθια παρθένος κόρη, σε ηλικία γάμου, αρρώστησε και πέθανε. Μετά την ταφή, η τροφός της μάζεψε τα πράγματα που αγαπούσε η κόρη, όταν ζούσε, τα έβαλε μέσα σ' ένα καλάθι και -για να διατηρηθούν για μεγαλύτερο χρόνο στο ύπαιθρο- τα σκέπασε μα μία κέραμο· το καλάθι το τοποθέτησε στο μνήμα, τυχαία πάνω στη ρίζα μιας άκανθας.

Την άνοιξη η ρίζα, παρότι πιεζόταν από το βάρος, έβγαλε φύλλα και μίσχους μέσα στο καλάθι. Οι μίσχοι αναρριχήθηκαν στις πλευρές του καλαθιού, βγήκαν προς τα έξω και περιελίχθηκαν αναγκαστικά -λόγω του βάρους των άκρων της κεράμου- σε έλικες.

Ο Καλλίμαχος, τον οποίο οι Αθηναίοι αποκαλούσαν 'κατατηξίτεχνο' [σημ.: Στα ελληνικά μέσα στο λατινικό κείμενο.] (δηλαδή λίαν έντεχνο), επειδή δούλευε το μάρμαρο με λεπτή και ωραία τέχνη, περνώντας τυχαία από το μνήμα, παρατήρησε το καλάθι με τα τρυφερά φύλλα που μεγάλωναν γύρω του. Γοητευμένος από το καινοφανές της μορφής αυτής, έφτιαξε, χρησιμοποιώντας την ως πρότυπο, κίονες για τους Κορινθίους (1.9)» [σημ.: Σε μετάφραση Παύλου Λέφα.]

Δεν μπορούμε να ξέρουμε από πού άντλησε ο Βιτρούβιος, τέσσερις αιώνες αργότερα, αυτή την πληροφορία. Πάντως, ακόμα κι αν δεν ανταποκρίνεται σε αληθινό γεγονός, αλλά αποτελεί καθαρή μυθοπλασία του συγγραφέα -πράγμα που μού φαίνεται απίθανο-, δεν παύει να είναι άκρως γοητευτική. [...]

Φοίβος Πιομπίνος, Απόλλων Σωτήρ ο έλλην λόγος (έκδ. Εκδόσεις του Φοίνικα, Αθήνα 2018, σσ. 18-20).

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026

διαβατήριες τελετές ενηλικίωσης


[…] οι νέοι, παίρνοντας μέρος σε διαβατήριες τελετές ενηλικίωσης, είναι πιθανό ότι χρησιμοποιούσαν προσωπεία ταύρου, επιδιώκοντας τη μέθεξη με τις ιδιότητες του ταύρου, τη δύναμη και τη γονιμότητα, στην οποία το υγρό στοιχείο παίζει ιδιαίτερο ρόλο μέσα από την επίδειξη και την απόδειξη του ανδρισμού του και της φυσικής του δύναμης.

σημ. 37: Η κατανίκηση ενός θηρίου με υπερφυσικές δυνάμεις ή δαιμόνων είναι κάτι συνηθισμένο για έναν ήρωα ή για ένα βασιλιά σε όλες τις μυθολογίες. Η κατανίκηση προϋποθέτει ταξίδι σε μακρινές περιοχές, ακόμη και καθόδους στον Άδη.

Στην ελληνική μυθολογία χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις του Ηρακλή και του Θησέα, του Κάδμου αλλά και του Απόλλωνα. Ο βασιλιάς ή ο ήρωας κυριαρχεί στην περιοχή του τέρατος ή στην εποχή του έτους που το ζώο κυβερνά. Τις περισσότερες φορές αντίπαλός τους είναι ένας ταύρος ή κάποιος μεταμφιεσμένος σε ταύρο, οπότε η κατανίκησή του σηματοδοτεί τη, θεωρητική έστω, κυριαρχία του νικητή στις εποχές, μια και ο ταύρος από παλιά είχε νοηματοδοτηθεί ως στοιχείο του ουρανού.

*

[…] στο Καβείριο των Θηβών λατρεύονταν δύο Κάβειροι, ένας μεγαλύτερος κι ένας νεότερος […].

σημ. 40: Στη διαδικασία ενηλικίωσης, ένας ενήλικος, ο εραστής, αναλαμβάνει την εκπαίδευση του νέου, που αποκαλείται ερωμένος. Η εκπαίδευση κλείνει συνήθως με την παραχώρηση τριών δώρων στον ερωμένο: ενός κύπελλου, μιας στρατιωτικής στολής και ενός ζώου, συνήθως ταύρου, για θυσία.

Με το πρώτο ο νέος μπορεί πια να συμμετέχει στα συμπόσια, πράξη ιδιαίτερα πολιτική, με τη δεύτερη να παίρνει μέρος στους πολέμους, ενώ η θυσία του ζώου, που μπορεί να γίνει και σε επίπεδο συμβολικό με την προσφορά ενός ομοιώματος, σηματοδοτεί την είσοδό του στη θρησκευτική ζωή της κοινότητας.

Αυτή η σχέση περιγράφεται εξαιρετικά στο Συμπόσιο του Πλάτωνα, κυρίως στον λόγο του Παυσανία, 180c-185b.

Δήμητρα Μήττα, Όψεις του προσωπείου (έκδ. University Studio Press, Θεσ/νίκη 2004, σσ. 54 και σημ. 37, 55 σημ. 40).

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

κυκλική και ευθύγραμμη αντίληψη του χρόνου


Ηλύσιον πεδίον […]
Χωρία ηλύσια και ενηλύσια ήταν
τόποι που είχαν προσβληθεί από κεραυνό
και γι’ αυτό αφιερωμένοι σε κάποιον θεό.*

Στα τελετουργικά δρώμενα της αρχαιότητας, αγροτικού χαρακτήρα, φαίνεται καθαρά ότι η λαϊκή αντίληψη του χρόνου ήταν κυκλική, γιατί η φύση διαγράφει κύκλους: θάνατος της φύσης – αναγέννηση, χειμώνας – καλοκαίρι, σπορά – θερισμός.

Αντίθετα, η επίσημη θρησκεία του δωδεκαθέου, θρησκεία του άστεως, συμπεριλάμβανε μιαν ευθύγραμμη αντίληψη του χρόνου. Οι θεοί γεννιούνται αλλά δεν πεθαίνουν. Από μια στιγμή και μετά, ο άνθρωπος λογιάζει τον θάνατο για ανθρώπινο χαρακτηριστικό και τοποθετεί στο παρελθόν και στο όνειρο την εποχή που οι άνθρωποι κέρδιζαν την αθανασία και οι θεοί πέθαιναν.

Η αθανασία γίνεται κύριο γνώρισμα των θεών και ο θάνατος των ανθρώπων, ενώ θεοί και θέαινες ξεπέφτουν σε ήρωες και ηρωίδες, ακριβώς γιατί είναι θνήσκουσες θεότητες.

*

Εικασίες μεταφυσικού περιεχομένου που προϋποθέτουν ότι ο νεκρός με μιαν έννοια παραμένει ζωντανός, ενώ στη νεότερη και σύγχρονη τέχνη εντοπίζουμε τη μάσκα στη συνάντηση του ανθρώπου με τον θάνατο. Εκείνο που με βεβαιότητα γνωρίζουμε είναι ότι η αναζήτηση της αθανασίας με τη νεκρική προσωπίδα έχει καταργηθεί ιστορικά από τις μεταβολές που επήλθαν στις ιδεολογίες. Η δοξασία που ήθελε την επαναφορά της ζωής -έντονη στους Αιγυπτίους και παρούσα στη χριστιανική «ανάσταση νεκρών»- μεταμορφώθηκε σε πίστεις που έχουν να κάνουν με την «άλλη ζωή» σε πνευματικό επίπεδο, τη μετάσταση, δηλαδή την ανάληψη του σώματος στους ουρανούς.

*

Στα Υδροφόρια (η μέρα της Πανσελήνου στα Ανθεστήρια) ρίχνονταν άφθονα υγρά για να πιαστούν από αυτά οι νεκροί και να ανέβουν επάνω κρατώντας το νερό σαν σχοινί.

*

Στους θεούς που συνέχονται με το προσωπείο θα πρέπει μάλλον να προσθέσουμε και τη Δήμητρα. Όταν η θεά θέλησε να ξεφύγει από την ερωτική καταδίωξη του Ποσειδώνα, μεταμορφώθηκε σε φοράδα. Τότε ο θεός πήρε τη μορφή αλόγου και ενώθηκε μαζί της. Οι Πελασγοί της Αρκαδίας τιμούσαν τη Δήμητρα στο όνομα μιας θεάς με αλογίσιο πρόσωπο.

ληνός είναι το πατητήρι
αλλά και το φέρετρο.**


Δήμητρα Μήττα, Όψεις του προσωπείου (έκδ. University Studio Press, Θεσ/νίκη 2004, σσ. 24-25, 34-37, 42, 46). -Το motto και η κατακλείδα εκ της ιδίας (ό.π., σ. 26 και σημ. 15).

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

μασχαρά


«Η κουβέντα του απόλαυσις, η συντροφιά του θελκτική·
τσιγάρα να καπνίζετε, τσάι να πίνετε, έξω να βρέχει
και Ροΐδη ν’ ακούτε».*

Για την προέλευση της λέξης μάσκα, ο Χλωρός στο Λεξικό του αναφέρει τη λέξη μασχαρά που θεωρείται αραβική και σημαίνει τον περίγελο αλλά και τον γελωτοποιό με βάση του τριγράμματο σ(ά)χ(ι)ρ(α) που σημαίνει κοροϊδεύω. Στο Λεξικό του Bloomsbery αναφέρεται ότι τον 16ο αιώνα πήραν τη λέξη οι Ιταλοί με τη μορφή maschera, οι Γάλλοι ως masque και οι Άγγλοι ως mask.

Μασχαρά, λοιπόν, ίσον περίγελως, γελωτοποιός, αυτός δηλαδή που δεν τον παίρνει κανείς στα σοβαρά αλλά και αυτός που με όργανο το γέλιο και το πείραγμα τολμά να πεί στον βασιλιά αυτό που κανένας άλλος δεν τολμά να τού πεί: την αλήθεια. Κι αν ο βασιλιάς θυμώσει, ο γελωτοποιός επικαλείται την ανοησία και το αστείο.

*

Το προσωπείο δηλαδή είναι συνυφασμένο με αυτό που βλέπουμε, με αυτό που φαίνεται, με ένα φαινόμενο που μπορεί να αντίκειται στο Είναι, την πραγματικότητα, την αλήθεια, οπότε και βρισκόμαστε στον χωρισμό που χαρακτήρισε τη διαδρομή της φιλοσοφίας ήδη από τον Παρμενίδη σε Είναι και Φαίνεσθαι με όλη την σημειολογία των όρων.

Με βάση αυτόν τον χωρισμό το φαινόμενο συνυφαίνεται με το ψεύδος, την απάτη ή, τουλάχιστον, τη μη αλήθεια. Όμως, από τα τέλη του 19ου αιώνα αρχίσαμε να μαθαίνουμε ότι το φαινόμενο μπορεί να είναι μαι πτυχή τού Είναι, μια δίοδος προς αυτό και την αλήθεια.

Στη μία περίπτωση λοιπόν το προσωπείο συνυφαίνεται με τη μη αλήθεια· στην άλλη περίπτωση με την αλήθεια.

*

Με το θέατρο Νο χάνεται η θρησκευτική σημασία της μάσκας και γίνεται εξωτερίκευση των ανθρώπινων παθών που ο επιδέξιος ηθοποιός τα αναδεικνύει παίζοντας με το φώς, όπως η Σφίγγα στην Αίγυπτο.

*

Στη Βενετία, η απόκρυψη των χαρακτηριστικών με τη μάσκα, σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς, «επέτρεπε» το απαγορευμένο, δηλαδή τον τζόγο, τη μοιχεία, την παρακολούθηση μιας θεατρικής παράστασης, κάτι ιδιαίτερα επιλήψιμο για τις κυρίες του καλού κόσμου.

*

Η μάσκα επιτρέπει την υπέρβαση όλων των μορφών και όλων των προσδιορισμών υιοθετώντας όλες τις όψεις αλλά δίχως να κλείνεται σε καμιά. Παίζει με τις φαινομενικότητες, απαλείφει τα όρια ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό, καταργεί τις διακεκριμένες κατηγορίες, ξεθωριάζει και συγχέει τις ξεκάθαρες αντιθέσεις που δίνουν στον κόσμο τη λογική και τη συνοχή του, συγχέει τα φύλα και τις ηλικίες, το άγριο και το πολιτισμένο, το μακρινό και το κοντινό, εισάγει το υπερφυσικό στον φυσικό κόσμο, ελαχιστοποιεί την απόσταση που χωρίζει τον άνθρωπο από το ζώο καθώς και τα όρια μεταξύ τους, καταπίνουν την τροφή και πίνουν κρασί, είτε πρόκειται για τον μασκαρά είτε για τον νεκρό που πάνω του θα χύσουμε κρασί.

Δήμητρα Μήττα, Όψεις του προσωπείου (έκδ. University Studio Press, Θεσ/νίκη 2004, σσ. 14, 13, 65-66, 86, 90).


-----
* Το motto εκ του Γρηγορίου Ξενόπουλου, «30 χρόνια φιλολογικής ζωής. Αναμνήσεις από τον Ροΐδη», εφ. Εσπέρα 16.11.1925, εν Κλειώ Λούμου-Μαρκάκη, Μικρές αναφορές σε μεγάλες μορφές τού πνεύματος, έκδ. Δρόμων, Αθήνα 2023, σ. 204).

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

τρεις γενεαίς βλασφημίαις


Ξαγρύπνησα
να φιλώ
στο στόμα
τον ουρανό.
[Πανσέληνος 24.6.2021]*

Ο Μελέτιος [Πηγάς] θέτει διά στόματος του Ξένου ερωτήματα, τα οποία απασχολούν την Ορθόδοξη θεολογία αναφορικά με τη Δυτική Εκκλησία, άρα και τον Ρωμαιοκαθολικισμό και με τον νεοπαγή Προτεσταντισμό.

Ωστόσο, στο ερώτημα του Ξένου αν ο Νέος πιστεύει «εις ένα Θεόν», η απάντηση είναι θετική: «Ναίσκε, εις ένα Θεόν πιστεύω. Διότις μίαν αρχήν χωρίς αρχήν, αΐδιον και πανταίτιον, ομολογούμεν και κηρύττομεν, μίαν ουσίαν, μία φύσιν, άναρχον, αΐδιον, ατελεύτητον· και ούτω φεύγομεν τρία κακά, τρεις γενεαίς βλασφημίαις» (149, 343-346).

Το πρώτο μέγα κακό είναι η βλασφημία «του άφρονος και τρελ[λ]ού, όπου έβαλεν εις την καρδίαν του την άθεον εκείνην ασέβειαν ότι τάχατες δεν είναι[δεν υπάρχει] Θεός» (149, 346-348). [...]

Το «δεύτερον και ίσον κακόν [είναι] του δυσσεβούς Μανιχαίου, όπου εφαντάστηκεν πως να είναι δύο αρχαίς, ήγουν δύο βασιλείαις, μιά του καλού, και άλλη του κακού, ισοδύναμαις και συναΐδιαις, και δεν γνωρίζοντας ο τρισκατάρατος πως... δεν είναι εμπορετόν να είναι ισοδύναμον το κακόν του καλού» (149, 349-356). [...]

«Το τρίτον κακόν..., είναι η πολύθεος πλάνη των Ελλήνων [=των ειδωλολατρών], οι οποίοι εκαταστένασι πολλούς χορούς θεών, θεοποιούντες την κτίσιν και τα κτίσματα, και αυτά τα έργα των χειρών τους, ..., δεν έχοντας επίγνωσιν του αληθινού Θεού» (150, 363-368).

Η πίεση την οποία ασκεί ο Ξένος, προκειμένου να λάβει απάντηση για την ορθοδοξία του Νέου, δεν τελειώνει εδώ με τη διαβεβαίωσή του ότι αποφεύγει: α) την αθεΐα των αφρόνων, β) τη Μανιχαϊκή δυαρχία και γ) την πολυθεΐα των Ελλήνων.

Γι' αυτό και τον προκαλεί λέγοντάς του ότι συμπίπτει «με τους Εβραίους, οι οποίοι και εκείνοι ένα Θεόν πιστεύουσι και ομολογούσιν» (150, 373-374).

Και πάλι, όμως, η απάντηση του Νέου είναι σαφέστατη: «Ώσκε, δεν ομοφωνώ με τους Εβραίους» (150, 375). Ομολογούν, βεβαίως, οι Εβραίοι ένα Θεόν, αγνοούν όμως το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, το τρισυπόστατο του Χριστιανικού Θεού. Το παράδοξο, βεβαίως, για τον Νέο είναι ότι «διαβάζουσιν και οι Εβραίοι (την Αγία Γραφή), αμέ δε την γνωρίζουσι» (150, 390). Ο Νέος στηρίζει την άποψή του στο γεγονός ότι ήδη στην Π.Δ. γίνεται λόγος για τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. [...]

Ενώ λοιπόν, υπάρχει καθαρά προτύπωση του τρισυποστάτου του Θεού ήδη στην Π.Δ., οι Εβραίοι δεν «γνωρίζουσι το μυστήριον της αγίας Τριάδος του ενός Θεού, αλλά μηδέ παραδέχουνταί το ποσώς, τόσον είναι δα τετυφλωμένοι, οι πεπωρωμένοι και απερίτμητοι τη καρδία ... και δεν γινώσκουσιν ά αναγινώσκουσιν» (151, 401-404).

Πρότι τα διαλεγόμενα πρόσωπα έδειξαν ικανοποίηση για την πίστη των Ορθοδόξων στον «τρισυπόστατον ένα Θεόν», ο Ξένος δεν σταματά τις ερωτήσεις περί του Τριαδικού δόγματος, για να τονίσει ο Νέος: «πλην δεν δύναται τινάς και μέγας νους, και καθάριος να εννοήση τόσον μυστήριον, και διά τούτο δεν δύνεται (sic) και γλώσσα να το λαλήση διότι ανέκφραστα είναι τα ακατάληπτα» (151, 420-422).

*

[...] κείμενο του Διαλόγου - Κατήχησης ενός ρέκτη, δυστυχώς βραχύβιου πατριάρχη (κοιμήθηκε το 1601 σε ηλικία 52 ετών), του Μελετίου Πηγά. Κατέλιπε, ωστόσο, πλούσιο συγγραφικό έργο, προϊόν της λιπαράς θεολογικής του παιδείας και της πολυσχιδούς και πάντοτε προς το συμφέρον της αγωνιζόμενης Ορθόδοξης Εκκλησίας δράσεώς του εν μέσω της Οθωμανοκρατίας, αντεπεξερχόμενος, επίσης, επιτυχώς έναντι των προσηλυτιστικών ενεργειών τόσο του Ρωμαιοκαθολικισμού (περίπτωση της Ουνίας), όσο και του νεοπαγούς Προτεσταντισμού (περίπτωση π.χ. μεταξύ άλλων και του όρου Μετουσίωσις του άρτου και του οίνου σε σώμα και αίμα Χριστού στο μυστήριο της θ. Ευχαριστίας.

Έρχεται Άνοιξη που και τα δέντρα θ’ αναστηθούνε.**

Νικόλαος Εμμ. Τζιράκης, Μελετίου [Πηγά], Διάλογος Ωνομασμένος Χριστιανός (ανάτυπον στην Μνήμη π. Γεωργίου Μεταλληνού, Αθήνα 2021, σσ. 202, 202, 204, 204-205, 190).

-----
* Το motto του π. Γ. Λέκκα, ετέθη ως motto στην νέα του συλλογή 33 ποιήματα για την Ελένη (έκδ. Εν πλώ, Αθήνα 2025, σ. 7). Απ’ την ίδια συλλογή κι ο στίχος της κατακλείδας (ό.π., σ. 56).

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

τα τέσσερα ριζώματα του Εμπεδοκλέους


Τα τέσσερα ριζώματα του Εμπεδοκλέους, τα συστατικά στοιχεία του κόσμου δηλαδή, είναι το πύρ (θεωρεί το πύρ ως Δία), η γή (θεωρεί την γή ως τον Αϊδωνέα), το ύδωρ (θεωρεί το ύδωρ ως Νήστιν) και ο αέρας (θεωρεί τον αέρα ως Ήρα). Η Νήστις είναι πάντα το ύδωρ, ενώ για τις άλλες θεότητες οι απόψεις δεν ομονοούν.

Αυτά τα στοιχεία συνεχώς μεταβάλλονται και ποτέ δεν παύει η μεταβολή τους. Τα ορίζουν δύο μεγάλες κοσμικές δυνάμεις: η Φιλότης (φιλία) και το Νείκος (έχθρα).

Με την δύναμη της Φιλότητος ενώνονται όλα σε ένα, ενώ με την δύναμη του Νείκους χωρίζονται στα επί μέρους. Αυτά τα στοιχεία βρίσκονται εναλλάξ σε αδιάκοπη κίνηση· άλλοτε συνενώνονται με την δύναμη της Φιλότητος, κι άλλοτε χωρίζουν με την δύναμη του Νείκους.

Η Φιλότης συνενώνει τα πάντα σε ένα και καταστρέφει τον κόσμο του Νείκους, κι από αυτόν δημιουργεί τον Σφαίρο, ενώ το Νείκος διαχωρίζει ξανά τα στοιχεία και κάνει αυτόν τον γνωστό μας κόσμο.

Ο Εμπεδοκλής λέγει ότι η Φιλότης και το Νείκος επικρατούν διαδοχικώς τόσο στους ανθρώπους, όπως και στα ψάρια, τα πουλιά και τα ζώα. Όταν επικρατεί η Φιλότης εμφανίζεται ο Σφαίρος.

Αναφέρεται πως ο Εμπεδοκλής πήρε την εικόνα την σφαίρας από τον Παρμενίδη, για να την μετατρέψει στον θεό Σφαίρο. Η λέξη Σφαίρος είναι ασυνήθιστη, είναι μία αναγωγή σε νόηση και πνεύμα, ενώ η λέξη σφαίρα παραπέμπει σε κάτι απτό και ορατό.

Όταν επικρατεί η Φιλότης, υπάρχει η ακινησία σε ολόκληρη την Σφαίρα, όλα τα στοιχεία είναι ενωμένα. Ο κυκλοτερής Σφαίρος στηρίζεται πολύ καλά στον κόρφο της Αρμονίας απολαμβάνοντας την τέλεια ηρεμία της.

*

Αυτός ο Σφαίρος [...] Είναι μόνος στο σύμπαν, ακίνητος, και ευφραίνεται με την ευδαιμονιστική του μοναξιά (μονία περιηγηθής). Όπως όλα τα διπλά στο κοσμογονικό σύστημα του φιλοσόφου, η μοναξιά είναι διττή: από την μία η χαρούμενη, ευδαιμονιστική μοναξιά κι από την άλλη η μονόχνωτη, μίζερη και φθονερή. Ο καλλιτέχνης δημιουργεί μόνον στην ευδαιμονιστική του μοναξιά.

Όμως η θητεία του Σφαίρου δεν κρατάει πολύ, γιατί παραμονεύει το Νείκος. Τότε επικρατεί κίνηση στον Σφαίρο κι αρχίζουν να κλονίζονται [...]

*

[...] Όποιος δεν σεβασθεί τον όρκο και μιανθεί με φονικό, θα περιπλανιέται τριάντα χιλιάδες χρόνια μακριά από τους μακάριους, ενσαρκωμένος όλον αυτόν τον καιρό σε όλες τις μορφές - από την παραβίαση του όρκου προκύπτουν οι μεταμορφώσεις: άλλοτε ήμουν αγόρι και κορίτσι, θάμνος, πουλί και ευκίνητος ιχθύς. Κι αυτόν τον μιασμένο θα τον διώχνει η δύναμη του αιθέρα στην θάλασσα, η θάλασσα στην στεριά, η στεριά στον καυτό ήλιο κι εκείνος στην δίνη του αιθέρα. Ένα τρομερό κοσμογονικό παιχνίδι κυκλώνει αυτόν τον μιασμένο με φονικό. Ένας από αυτούς, λέγει στο ποίημα ο Εμπεδοκλής, είμαι τώρα κι εγώ, φυγάς θεόθεν και αλήτης.

Είχαμε γράψει σε άλλο δοκίμιο για την Δύναμη που βρίσκεται έξω από τα προσωκρατικά συστήματα, όπως είναι η μοίρα, η ανάγκη, το κατά το χρεών και η τύχη. Τώρα ο Εμπεδοκλής πλάι στην ανάγκη, αναφέρει και τον όρκο ως κοσμογονική δύναμη, διότι μυθολογικές μορφές ή έννοιες της καθημερινής εμπειρίας, σύμφυτες με το ανθρώπινο γένος, μετατρέπονται στην σκέψη των προσωκρατικών σε κοσμικές δυνάμεις.

Ελένη Λαδιά, «Η ευδαιμονιστική μοναξιά του Σφαίρου», εν περιοδ. Το Κοράλλι (τ. 33-34, Απρ. 2022-Σεπτ. 2022, σσ. 154, 155, 155-156).

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

ο άνθρωπος και περί αφθαρσίας της ύλης


Είδα κι άλλα πολλά που δε θα ομολογήσω
παρά μονάχα στην έσχατη κρίση.
Εκεί ο βρυγμός των οδόντων,
το καλύτερο θέαμα για τους αργόσχολους.*

[...] ολόκληρο το γήινο περιβάλλον δημιουργήθηκε ως υποδομή προκειμένου να ακουμπήσει πάνω του το Πνεύμα του Θεού υπό την μορφή του Ανθρώπου-Αδάμ· και τούτο προκειμένου να υπηρετηθεί στο Έργο του ο Άνθρωπος, ο οποίος είναι η αρχή όλης της κλίμακας στην υλική ετούτη Δημιουργία και άρα ιερός.

*

Για να γίνει οποιοδήποτε δημιούργημα χρειάζεται η ύπαρξη μιας Ιδέας καθώς και η πρώτη ύλη, με το ένδυμα της οποίας θα εμφανιστεί η Ιδέα αυτή. Εκείνο που προκύπτει στον κόσμο ετούτο είναι η μορφή. [...] Το ανθρώπινο πνεύμα όμως δεν γεννά Ιδέες· ο άνθρωπος δεν εκφαίνει δικές του πρωτότυπες ιδέες, ούτε μπορεί από το μη υπάρχειν, εκ του μηδενός, να δημιουργήσει κάτι, αλλά μόνο να συλλαμβάνει, με πληρέστερο ή ελλειπέστερο τρόπο, προϋπάρχουσες Ιδέες. Το συλληφθέν από τον ανθρώπινο νού είναι τελικά ο απώτερος απόηχός τους.

[...] Κατά συνέπεια, ο άνθρωπος δεν δημιουργεί, αφού δημιούργημα θεωρούμε μόνον ό,τι φέρει τη σφραγίδα της Ζωής, ό,τι είναι στοιχείο Ζωής. Ο άνθρωπος απλώς παράγει, κατασκευάζει παντός είδους προϊόντα ή καλλιτεχνήματα.

*

Τίποτα λοιπόν από ό,τι αφορά την Αρχή Ύλη δεν μπορεί να δημιουργήσει ο άνθρωπος ούτε άλλωστε και να το καταστρέψει, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να αναιρέσει την Ύλη, να την αφανίσει, να την εξαλείψει, αφού η ποσότητά της στον κόσμο είναι σταθερή.

Σύμφωνα με το αξίωμα της αφθαρσίας της Ύλης του Λαβουαζιέ ([...] 1743-1794), πριν και μετά από κάθε χημική μεταβολή, η μάζα των αντιδρώντων σωμάτων μένει αναλλοίωτη. Το αξίωμα τούτο είχε ήδη διατυπωθεί ως φιλοσοφικό αξίωμα από τους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους Εμπεδοκλή (περ. 491 - περ. 433 π.Χ.) και Αναξαγόρα (αρχές Ε΄ π.Χ. αι. - 428/427 π.Χ.), και αργότερα από τον Δημόκριτο (470/460 - περ.370 π.Χ.) ως εξής: «Μηδέν εκ του μη όντος γίγνεσθαι μηδέ εις το όν φθείρεσθαι».

Επομένως, η Ύλη δεν εκμηδενίζεται ούτε φθείρεται, μολονότι μπορεί να μεταβάλλει μορφή μέχρι ορισμένου βαθμού.

*

Ο άνθρωπος, δημιούργημα «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν» του θείου Πατρός, υπερεκτιμώντας τις -δοτές σε αυτόν- δυνατότητές του, ξιππάστηκε και πίστεψε πως θα μπορούσε να Τον μιμηθεί ή ακόμα και να Τον υποκαταστήσει ως δημιουργός.

Ο άνθρωπος όμως είναι «κατά χάριν» θεός, γιατί βρίσκεται ακόμη σε «Πτώση», δηλαδή η συνείδησή του είναι αποκομμένη από το Όλον, άρα και οι αληθινές δημιουργικές του δυνάμεις είναι εγκλωβισμένες στα όρια της περιορισμένης του αντίληψης.

Φοίβος Πιομπίνος, Περί των μορφών τινά (έκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 2022, σσ. 82-83, 116, 117, 124, 125).


-----
* Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Αμμόχωστος Βασιλεύουσα (έκδ. Άγρα, Αθήνα 1997, σ. 25) στίχοι εκ του ποιήματος με τίτλο «Λέβητας» και όλον τον καημό του!

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

το Καλό πάντοτε επικρατεί


Όπως δεν υπάρχουν τελειότερες ή ατελέστερες μορφές από κάποιες άλλες κατά τη γένεσή τους, αφού δεν υπάρχουν καλύτερες ή χειρότερες όψεις του Θείου, κατά την ίδια έννοια δεν υπάρχουν, από ηθικής απόψεως, καλές ή κακές μορφές.

Υπάρχουν απλώς μορφές στις οποίες η πρόσκρουση του εναντιωματικού παράγοντα, του Κακού, έχει συντελεστεί σε υψηλότερο ή χαμηλότερο βαθμό.

Μορφή στην οποία να έχει πλήρως κυριαρχήσει το Κακό δεν υπάρχει, γιατί στην περίπτωση αυτή θα εκμηδενιζόταν η συγκεκριμένη μορφή λόγω του ότι το Κακό είναι καταστρεπτικό και όχι δημιουργικό.

Άρα καμία μορφή δεν είναι δυνατόν ποτέ να καταληφθεί εντελώς από το Κακό. Η δομή της και μόνο, η συγκρότησή της και μόνο ως μορφής μάς υποδηλώνει ότι το Καλό υπερέχει σε αυτήν, αφού το Καλό είναι που συνέχει και συντηρεί το Παν, παρέχει τη Ζωή στο Παν, γεγονός που υποδηλώνει ότι το Καλό πάντοτε επικρατεί.

*

Οι τερατώδεις μορφές μέσα στη Δημιουργία μπορεί βέβαια να μην είναι συνήθεις και να αποτελούν εξαίρεση, δεν παύουν ωστόσο να είναι φυσικές. [...]

Καθώς τα πάντα μες στη Δημιουργία υπόκεινται στην καταναγκαστική, θα λέγαμε αφελώς, δράση των θείων Νόμων, οι οποίοι καθορίζουν το πλαίσιο λειτουργίας ολόκληρης της Φύσης, με συνέπεια να μην μπορεί αυτή να αυθαιρετεί, ούτε η τερατογονία ή τερατογενεσία θα πρέπει να είναι αυθαίρετη· [...]

[...] βλέπουμε ότι η τερατομορφία δεν αναπαράγεται ποτέ, δηλαδή δεν κληροδοτείται από τους γονείς στα τέκνα [...].

[...] Εφόσον, λοιπόν, το τερατώδες κατορθώσει τελικά να επιβιώσει, εφόσον η Ζωή δεν το απορρίψει αλλά το διαιωνίσει, παύει κάποτε, μες στη ροή του χρόνου, να θεωρείται τερατώδες.

*

Προκειμένου δε για τα ορυκτά, αυτά εμφανίζονται μεν υπό καθορισμένη μορφική κατασκευή που οδηγεί σε εμφάνιση κρυστάλλων, πλην όμως δεν παρουσιάζουν συγκεκριμένα μορφικά χαρακτηριστικά παρά μάλλον υλικές ιδιότητες.

Γι' αυτό δεν μπορεί ο άνθρωπος να βρεί σε αυτά κανένα κοινό στοιχείο, κανένα δηλαδή στοιχείο που να προσιδιάζει στη δική του μορφή, ώστε να υπάρξει έστω κι ένα σημείο ταύτισης μαζί τους.

Εκείνο που θαυμάζουμε στην περίπτωσή τους είναι το σχήμα και η δημιουργούμενη μορφή τους, όπου κι αν τη συναντήσουμε, όσο αλλόκοτη κι αν μάς φαίνεται, καθώς και τα εκπληκτικά, πολλές φορές, χρώματά τους.

Άλλωστε, αφού το δομικό στοιχείο των ορυκτών, ο μικροκρύσταλλος, έχει πάντοτε την ίδια συγκεκριμένη μορφή, τα ορυκτά δεν μπορούν να ξεφύγουν από την προτύπωσή τους, και επομένως είναι αδύνατον να χαρακτηριστούν δύσμορφα.

Φοίβος Πιομπίνος, Περί των μορφών τινά (έκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 2022, σσ. 38-39, 99, 101, 102, 103).

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

ύλη, μορφές, ιδέες, σύμβολα


Οι μορφές δεν είναι παρά η πολλαπλή διαφοροποίηση, η πολλαπλότητα της Μονάδας, τα προσωπεία που έλαβε ο Θεός στον κόσμο μας.

Κατά συνέπεια, αυτό που ονομάζουμε Ύλη με την τόσο ποικιλότροπη μορφοποίησή της είναι μια συγκεκριμενοποίηση του Πνεύματος, μέσω των μορφών, σε χαμηλότερα και πυκνότερα επίπεδα, η οποία οδηγεί τις αισθήσεις μας σε ψευδαίσθηση ως προς την αληθινή υπόσταση του κόσμου τούτου.

Η εκπόρευση της κάθε Ιδέας που ως ακτίνα διασχίζει τους κόσμους του Παντός, προσκρούοντας στην αντίσταση που τής προβάλλει η Ύλη, διαθλάται έτσι που μοιραία το τελικό αποτέλεσμα που προκύπτει, με άλλα λόγια η μορφή, να μην ανταποκρίνεται επαρκώς στις προδιαγραφές της θείας Ιδέας.

Αυτή η διάθλαση της κάθε ακτίνας της πρωταρχικής Ιδέας είναι άλλωστε που δημιουργεί τέτοια ποικιλία και εναλλαγή φυσικών μορφών μες στην υλική Δημιουργία, ώστε αυτή εντέλει να αποτελεί αμυδρή εικόνα της προτύπωσής της.

Οι ένυλες μορφές, όντας εκφράσεις θείων Ιδεών, αποτελούν σύμβολα αυτών των Ιδεών. [...]

*

Οι άπειρες και αιώνιες θείες Ιδέες που φέρονται από τις μορφές συνιστούν την αντικειμενική Αλήθεια, το όντως Όν, ενώ το σύνολο των μορφών συγκροτεί την εκπεφρασμένη αντικειμενικότητα, δηλαδή την πραγματικότητα ή τον κόσμο του πραγματικού.

Κάθε εμφάνιση του Θείου στον κόσμο της Ύλης επενδύεται μία μορφή. Ως εκ τούτου οι μορφές είναι για τον άνθρωπο η παρουσία του Θείου στον κόσμο της Ύλης, η σφραγίδα του Θείου πάνω στην ύλη, το μέσον γνωριμίας του με Αυτό. Είναι ο τρόπος ομιλίας του Θείου προς αυτόν, η απόληξη της σκέψης Του, τα ίχνη Του που τα αποζητά μέσα στη Δημιουργία αλλά και το «είδωλό» Του, και μάλιστα πολλές φορές αλλοιωμένο. Είναι όψεις με τις οποίες το Θείον εμφανίζεται σε τούτο τον κόσμο, έναν κόσμο με αρχή και τέλος και άρα πεπερασμένο.

Επομένως οι μορφές δεν είναι παρά ένας κόσμος απατηλός, μια φαινάκη, μια ψευδαίσθηση ως προς την αληθινή τους ύπαρξη.

Τα πάντα αποτελούν εκδήλωση της εμφάνισης του Θείου στον κόσμο μας, τα πάντα είναι δηλαδή μια θεοφάνεια, η οποία επιτρέπει σε όποιον Τό αναζητά να Τό βιώσει.

*

Αμορφοποίητη Ύλη δεν υπάρχει. Το άμορφο είναι ανυπόστατο στη Δημιουργία. Η Ύλη κατακλύζεται από μορφές· συνεπώς οι μορφές συναντώνται σε όλα τα πεδία του εκδηλωμένου σύμπαντος. Κάθε μέρος «αμορφοποίητης», ακατέργαστης Ύλης αποτελεί κι αυτή μορφή, αν και ασχηματοποίητη μορφή.

Επομένως, τα δομικά, συστατικά στοιχεία κάθε μορφής, καθώς επίσης και τα διακριτικά γνωρίσματά της, είναι και αυτά επί μέρους μορφές, όπως μορφές της Ύλης είναι και οι διάφορες μορφές ενέργειας.

[...] Κάθε υλική μορφή, καθετί δηλαδή που υφίσταται στον κόσμο μας, πληροί τέσσερις πρωταρχικές «συνθήκες ύπαρξης»: α) ενέργεια, β) μάζα, γ) χώρο και δ) χρόνο. Με άλλα λόγια, κάθε μορφή, για να «υπάρξει», πρέπει: α) να έχει συγκεκριμένο ενεργειακό δυναμικό, β) να διαθέτει μετρήσιμη μάζα, γ) να καταλαμβάνει κάποιο χώρο και δ) να υφίσταται μέσα στον χρόνο, δηλαδή να έχει κάποια χρονική διάρκεια (αρχή, μέση και τέλος).

Φοίβος Πιομπίνος, Περί των μορφών τινά (έκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 2022, σσ. 19-20, 21, 24, 26-27).

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2025

ονειρικές εικόνες και ονειρική αφήγηση


Η αφετηρία της προσέγγισής μου [ενν. ο Χρυσανθόπουλος] είναι λοιπόν θεωρητική και συνίσταται στην εκ παραλλήλου ανάγνωση δύο χρονικά απομακρυσμένων αλλά διαλεγμένων κειμένων: πρόκειται για τα Ονειροκριτικά του Αρτεμίδωρου του Δαλδιανού, που ανήκουν στον 2ο αιώνα μ.Χ., και το Die Traumdeutung - στα ελληνικά Η ερμηνεία των ονείρων, που δημοσιεύθηκε το 1900.

Η συνανάγνωση αυτή αναζητεί τα κοινά σημεία των δύο θεωρήσεων και προσπαθεί να συγκρίνει τα μεθοδολογικά τους εργαλεία. Κινείται με βάση τρεις έννοιες:

πρώτον, την ψυχαναλυτική έννοια της απώλειας σε συνδυασμό με την ψυχαναλυτική έννοια του αντικειμένου,

δεύτερον, την έννοια του χρόνου· και

τρίτον, την έννοια της αναλογίας μεταξύ της αφήγησης του ονείρου και της αφήγησης της εν εγρηγόρσει ζωής, αλλά και την αναλογική σχέση που χαρακτηρίζει τις ονειρικές εικόνες και την ονειρική αφήγηση.

Εξετάζει, παράλληλα, τον τρόπο με τον οποίο τα δύο κείμενα δομούν σημειωτικά συστήματα για την αναγωγή της αφήγησης του ονείρου στην αφήγηση της εν εγρηγόρσει ζωής και σχολιάζει τη διαδικασία ένταξής τους στην ερμηνευτική και τη σημειωτική παράδοση.

*

Δεν ασπάζομαι απόψεις που υιοθετούν σταθερές αντιστοιχίες μεταξύ ονειρικών εικόνων και καθημερινής ζωής, γιατί πιστεύω ότι ένα σύμβολο σημαίνει μόνο εντός ενός συστήματος, σε συνδυασμό με τα συμφραζόμενα, και απαιτεί την εφευρετική συμμετοχή του δέκτη για να λειτουργήσει ως σύμβολο.

Ταυτόχρονα, και σε αυτό διαφοροποιούμαι από την κυρίαρχη ψυχαναλυτική άποψη, πιστεύω ότι ο ψυχαναλυτικός λόγος είναι ιστορικά προσδιορισμένος και εκφράζει την ιουδαϊκή και χριστιανική παράδοση της Δύσης· δεν έχει δηλαδή καθολική ισχύ.

Στην προσπάθεια της παράλληλης ανάγνωσης των κειμένων του Αρτεμίδωρου και του Φρόυντ θα κινηθώ με βάση τρεις έννοιες: πρώτον, την ψυχαναλυτική έννοια της απώλειας και το πώς συνδέεται με την ψυχαναλυτική έννοια του αντικειμένου, μέσω της οποίας μπορούμε να οδηγηθούμε στη διάκριση εξωτερικής και εσωτερικής πραγματικότητας·

δεύτερον, την έννοια του χρόνου, διότι και οι δύο θεωρίες θεματοποιούν τη χρονική διαφορά ανάμεσα στην εμπειρία του εικονικού περιεχομένου του ονείρου και την αφήγησή του και προβάλλουν το όνειρο σε διαφορετικές χρονικότητες, ο Φρόυντ στο παρελθόν και ο Αρτεμίδωρος στο μέλλον· και

τρίτον, την έννοια της αναλογίας μεταξύ του ονειρικού κόσμου, προϊόντος του ύπνου (απραξία), και του κόσμου της εν εγρηγόρσει ζωής (πράξη) και, κατά συνέπεια, την αναλογική σχέση που χαρακτηρίζει τις ονειρικές εικόνες και την ονειρική αφήγηση.

Και με τις τρεις αυτές έννοιες πετυχαίνουμε εξάλλου τη σύνδεση του ονειρικού με το λογοτεχνικό, σύνδεση με ιδιαίτερη σημασία και στην ψυχαναλυτική θεωρία και στη θεωρία και κριτική της λογοτεχνίας.

*

[...] θέσεις του Φρόυντ:
• προειδοποίησή του προς τους ψυχαναλυτές να μη δείχνουν υπερβολικό σεβασμό προς το «μυστηριώδες ασυνείδητο»·
• θέση του ότι «τόσο καιρό το όνειρο ταυτιζόταν με το έκδηλο περιεχόμενό του· τώρα πρέπει αντίστοιχα να προσέξουμε ώστε να μην το συγχέουμε με το λανθάνον περιεχόμενό του»·
• [...]
• άποψή του ότι «η εργασία τού ονείρου δεν είναι δημιουργική, δεν αναπτύσσει κανενός είδους φαντασία, δεν εκφέρει κρίσεις, δεν βγάζει συμπεράσματα· το μόνο που κάνει είναι να συμπυκνώνει, να μεταθέτει και να διασκευάζει το υλικό της, ώστε να είναι παραστατικό».

*

[...] Dodds το 1951, στο [...] Οι Έλληνες και το παράλογο [...] υιοθετεί μια κριτική μεν, αλλά θετική προς την ψυχανάλυση, στάση στη σύντομη και εντυπωσιακά περιεκτική παρουσίαση τού περί ονείρου λόγου στην αρχαιότητα, από τον Όμηρο έως τον Αρτεμίδωρο.

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 9-10, 25-27, 168-169, 169, 162).

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2025

αντικείμενα πόθου


Ο τίτλος του έργου, Kitab mufakharati al-jawari wa al-ghilman (Έπαινοι των σκλάβων-εταίρων και των εφήβων), είναι ενδεικτικός του ερωτικού περιεχομένου. Η λέξη mufakharati («έπαινοι») μαρτυρεί την εκτίμηση, τον σεβασμό και την καλήν εντύπωση για τις εταίρες και τους εφήβους που ζούσαν στο περιβάλλον του παλατιού.

Όσον αφορά τους τελευταίους, αναφέρονται με την ονομασία ghilman (πληθυντικός της λέξης ghulam), που σημαίνει «αγοράκι», «νεαρός», «έφηβος». Ορισμένοι συγγραφείς τον ταυτίζουν με τον ευνούχο, που προκαλεί ανομολόγητα πάθη.

Στα χρόνια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, με τον όρο ghulam χαρακτήριζαν τους νεαρούς στρατιώτες, οι οποίοι αποκαλούνταν και με άλλες ονομασίες (όπως oghlan, djuwan ή cheleb). Σε κάθε περίπτωση, όμως, πάντα ταυτίζονταν με το ghulam και συγκεκριμένα με το ghulam amrad («άτριχο αγόρι»), που συνειρμικά παρέπεμπε στο ερωτικό πάθος.

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ετυμολογικά προέρχεται από τη λέξη ghalima, που αποδίδει την ενστικτώδη σεξουαλική επιθυμία. Αναπόφευκτα λοιπόν δημιουργείται η εικόνα του ghulam, μέσα στο σεράι ή στην αυλή των χαλίφηδων, να υπηρετεί τον αφέντη του και να ικανοποιεί κάθε ερωτική του επιθυμία.

Αυτός ο ίδιος όρος απαντάται συχνά στη βακχική ποίηση του Abu Nuwas, όπου γίνεται λόγος για τους νεαρούς άνδρες που παρασυρμένοι από τα πάθη τους διάγουν έκλυτη ζωή και περνούν τις νύχτες τους πίνοντας και γλεντώντας με τις σκλάβες του σεραγιού.

Λαμβάνοντας υπόψη τη συγκεκριμένη περιγραφή, ο al-Jahiz χρησιμοποιεί τη λέξη ghilman, εννοώντας προφανώς τους εφήβους που ζούν στην αυλή των χαλίφηδων όχι ως απλοί υπηρέτες, αλλά ως αντικείμενα πόθου του αφέντη τους.

Ομοίως, ο al-Jahiz χρησιμοποιεί και τη λέξη jawari («σκλάβες», «παλλακίδες»· πληθυντικός της λέξης jariya), με την οποία γινόταν αναφορά στο γυναικείο υπηρετικό προσωπικό του παλατιού και πιο συγκεκριμένα στις γυναίκες που ζούσαν στο χαρέμι.

Και αυτή η λέξη παραπέμπει σε σκηνές απόλυτα αισθησιακές και ερωτικές από τη ζωή του χαρεμιού. Εσκεμμένα ο al-Jahiz αποφεύγει να χρησιμοποιήσει κάποιες άλλες λέξεις, όπως wassifa («σκλάβα»), qayina («σκλάβα-τραγουδίστρια»), baghiya («πόρνη»), θέλοντας να είναι απόλυτα ακριβής και συγκεκριμένος.

Αλ. Φωτοπούλου, «Ο al-Jahiz, ή Ο πλούτος της αραβικής ερωτολογίας», πρόλογος στο al-Jahiz, Έφηβοι και εταίρες (μτφρ. Αλ. Φωτοπούλου, έκδ. Ηρόδοτος, Αθήνα 2009, σσ. 25-27).
Τα λίγα αποσπάσματα αφήνουν την εντύπωση μιας μάλλον εν πολλοίς αδόκιμης μτφρ. παρά την περί του αντιθέτου διαβεβαίωση.

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2025

ο τελικός (της Ελένης) κύκλος


Ι

[...]
κι εγώ, παρακαλώντας σιγανόφωνα, το ποίημα στα παράπλευρα
δρομάκια με αποθυμιά θ' αναζητώ
,
απ' τον υπερσυντέλικο αρχίζοντας και φτάνοντας μέχρι τον άκρο
μέλλοντα
πού 'ναι ο καθοριστικά τετελεσμένος.

[...]
Αφήγησες που πλέξαν άνθρωποι κακόψυχοι (καλού γούστου, ένε-
κα, δήθεν),
τολμούν να ισχυρίζονται ότι σε κάποιο κωλονήσι, την Λευκή,
η Ελένη, η δικιά μου Ελένη, ξενογαμιόταν με τον Αχιλλέα.
Ψέματα, ψέματα, ψέματα. Εγώ είμαι ο άντρας που στ' αληθεια
αγάπησε.

[...]

Κυρά, [...]
τα μάτια σου να με θωρούν
με την δορά του ζώου
·
κι ευθύς ν' αποξεχνιέμαι στο υπερούσιο.
Ξέρω πως είσαι η ζωγραφιά
πέρα και πάνω απ' το δικό μου βλέμμα - τότε λέω
(στ' αληθινά) Ελένη των ποιημάτων δεν υπάρχει,
υπάρχει η φεγγόβολη, η υπεράνω αυτών, η μοναδική μου. [...]


ΙV

[...]

Γιατί δεν μπόρεσα να εννοήσω πώς η αρκτική δασεία σου
είναι παρένθεση
που ξανοίγει σε τοπίο εξόχως μαγικό, μυρτιά πα-
ράκλησης,

στον ροδώνα της μη αιτιότητας, στην άτυπη σύναξη των προλέ-
ξεων,
εκεί ο Ήσκιος ο Αφαιρών μεταμορφώνεται στο πιο σγουρό
καλάμι,
που καμαρώνεσαι υπέρθετη κι ανάλλαγη
[...]

Γιατί δεν ώρμησα παράφορος, ξυπόλητος, γυμνός, στης πολιτείας
τους δρόμους,
με τ' όνομά σου τρόμο κι απειλή, με τ' όνομά σου χερουβείμ και
νάρδο,
γιατί δεν είπα, Ελένη! ν' ανατιναχτή κάθε κεκυρωμένη σύνταξη,
ν' ανθίσουν άστρα του βυθού και κήποι από φεγγάρι,
για να στηθή περήφανος σαν το μουνί σου ο κόσμος
[...]


Χ

Και πάντα να ψυχορραγής
τέσσερις το πρωί, σκληρά χαράματα
κοντά,
σε μιαν ολάδεια σάλα ψυχιατρείου·

μ' έναν φραπέ σε πλαστικό ποτήρι σύντροφό σου και παρηγοριά,
με φώτα πετρωμένα ηλεκτρονικά να σε ρυθμίζουν·

με την ρωγμή στο πρόσωπο και βουρκωμένα μάτια·

και μήτε κάποιας το κορμί, και μήτε κάποιας τ' όνομα·

μόνον τα ηλίθια παράθυρα, άψυχα κι απαθή, να σε παρατηρούνε,
χωρίς κουβέντα και φιλία, με δίχως καν εχθρότητα·

ξάφνω, σώμα φωτός δειλή σκιά κρυφοπερνώντας,
χάραξε το αμετάβατο σκοτάδι - πια καταδικό μου
.

Ηλίας Λάγιος, Φεβρουάριος 2001 (έκδ. Ερατώ, Αθήνα 2002, σκόρπιοι στίχοι, σσ. 13-14, 14, 15-16, 21, 22, 31). Στίχοι από την ίδια εκτενή σύνθεση κι εδωδά.

Πέμπτη 22 Μαΐου 2025

ο διαχωρισμός των φύλων... η απαρχή τού θανάτου


Ο θάνατος γενικά είναι η παρακμή τής ύπαρξης, η πτώση των συστατικών που την συναπαρτίζουν.

Ο διαχωρισμός των φύλων -ο οποίος δεν αναιρείται από την εξωτερική και εφήμερη ένωσή τους στην γενετήσια πράξη- είναι διαχωρισμός ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό στοιχείο τής ανθρώπινης ύπαρξης, και είναι από μόνος του μια κατάσταση αποσύνθεσης και η απαρχή τού θανάτου.

Το να βρίσκεται κανείς σε κατάσταση διαχωρισμού των φύλων, σημαίνει ότι βρίσκεται στο δρόμο τού θανάτου, ενώ όποιος δεν θέλει ή δεν μπορεί να βγεί από τον δρόμο αυτό, σημαίνει ότι πρέπει να τον βαδίσει μέχρι το τέλος.

Εκείνος που υποστηρίζει την ρίζα τού θανάτου, εκείνος μοιραία θα γευτεί και τους καρπούς της.

Αθάνατος μπορεί να είναι μόνο ο ολοκληρωμένος άνθρωπος και, αν η φυσική ένωση δεν μπορεί όντως να αποκαταστήσει την πληρότητα τής ανθρώπινης ύπαρξης, τότε αυτό σημαίνει ότι η ψευδής αυτή ένωση θα πρέπει να αντικατασταθεί από μια αληθινή ένωση, και όχι από την εγκράτεια από κάθε ένωση,

δηλαδή όχι από την επιθυμία να διατηρηθεί το status quo τής διασπασμένης, παρακμιακής και, επομένως, θνητής ανθρώπινης φύσης.

Βλαδίμηρος Σολοβιόφ, Το νόημα του έρωτα (μτφρ. Δημ. Β. Τριανταφυλλίδης, έκδ. Αρμός, Αθήνα 2018 (2008), σ. 94).

Παρασκευή 16 Μαΐου 2025

έρωτας, η ζώσα δύναμη


Η αλήθεια, ως ζώσα δύναμη, καταλαμβάνοντας την έσω ύπαρξη του ανθρώπου και συνεπώς οδηγώντας τον έξω από την ψευδή αυτοεπιβεβαίωση, ονομάζεται έρωτας. Ο έρωτας ως πραγματική κατάργηση του εγωισμού είναι η πραγματική δικαίωση και σωτηρία της ατομικότητας.

Ο έρωτας είναι κάτι περισσότερο από την λογική συνείδηση· δεν μπορεί όμως δίχως αυτή να δράσει ως εσωτερική σωτήρια δύναμη, εξυψώνοντας και όχι εκμηδενίζοντας την ατομικότητα. Μόνο χάρη στη λογική συνείδηση (ή, πράγμα που είναι ένα και το αυτό, τη συνείδηση της αλήθειας) ο άνθρωπος μπορεί να διακρίνει τον εαυτό του, δηλαδή την αληθινή του ατομικότητα, από τον εγωισμό του, γι' αυτό και θυσιάζοντας τον εγωισμό αυτό, παραδιδόμενος στον έρωτα, βρίσκει σε αυτόν όχι μόνο τη ζώσα αλλά και τη ζωοποιό δύναμη και δεν χάνει μαζί με τον εγωισμό του και την ατομική του ύπαρξη, αλλά, απεναντίας, την διαιωνίζει.

Στον ζωικό κόσμο ως αποτέλεσμα της απουσίας λογικής συνείδησης η αλήθεια, η οποία πραγματώνεται στον έρωτα, δεν βρίσκει στα ζώα εσωτερικό σημείο στήριξης για την δράση της, μπορεί να λειτουργήσει μόνο άμεσα, ως εξωτερική και μοιραία δύναμη, η οποία κυριαρχεί πάνω τους και τα μετατρέπει σε τυφλά εργαλεία για τους παγκόσμιους στόχους, που όμως είναι ξένοι γι' αυτά. Εδώ ο έρωτας είναι ένας μονομερής θρίαμβος του όλου, του γένους, επί του ατομικού, στο βαθμό που στα ζώα η ατομικότητά τους συμπίπτει με τον εγωισμό στο άμεσο, μερικό είναι, γι' αυτό και χάνεται μαζί μ' αυτό.

Βλαδίμηρος Σολοβιόφ, Το νόημα του έρωτα (μτφρ. Δημ. Β. Τριανταφυλλίδης, έκδ. Αρμός, Αθήνα 2018 (2008), σσ. 53-54).

Σάββατο 10 Μαΐου 2025

η απόλυτη αξία του ανθρώπου


Η πεποίθηση στην απόλυτη αξία του ανθρώπου εδράζεται όχι στην αμφιβολία, ούτε μάλιστα στο εμπειρικό γεγονός ότι δεν γνωρίζουμε άλλο, πιο τέλειο πλάσμα στην φύση. Η απόλυτη αξία του ανθρώπου έγκειται στην αναμφίβολα προσήκουσα σε αυτόν απόλυτη μορφή του έλλογου πλάσματος.

Συνειδητοποιώντας, όπως και το ζώο, τα βιώματα και τις εμπειρίες που ζή, εξετάζοντας την μία ή την άλλη σχέση που τα συνδέει και στην βάση της σχέσης αυτής προβλέποντας με το μυαλό του το μέλλον, ο άνθρωπος, πέρα από αυτό, έχει την ικανότητα να εκτιμά τις καταστάσεις και τις πράξεις και οποιοδήποτε γεγονός όχι μόνο σε σχέση με άλλα μεμονωμένα γεγονότα, αλλά ως προς τις γενικές ιδεατές αρχές· η συνείδησή του καθορίζεται, πέρα από τα φαινόμενα, και από την λογική της αλήθειας.

Αντιλαμβανόμενος τις πράξεις του με αυτή την ύψιστη συνείδηση, ο άνθρωπος μπορεί ατελεύτητα να τελειοποιεί την ζωή του και την φύση, δίχως να βγαίνει έξω από τα όρια της ανθρώπινης μορφής. Γι' αυτό και είναι το ανώτερο πλάσμα του φυσικού κόσμου και το πραγματικό τέλος της διαδικασίας οικοδόμησης του κόσμου.

Γιατί παράλληλα με την Ύπαρξη, η οποία είναι η αιώνια και απόλυτη αλήθεια μεταξύ όλων των άλλων, εκείνο το όν το οποίο είναι σε θέση να γνωρίσει και να εκπληρώσει την αλήθεια, είναι ανώτερο - και όχι σχετικό, αλλά με απόλυτη σημασία.

[...] η ουσιαστική διαφορά μεταξύ της κοσμογονικής και ιστορικής διαδικασίας. Η πρώτη δημιουργεί (πριν από την εμφάνιση του ανθρώπου) ολοένα και νέα γένη πλασμάτων, και μάλιστα τα προηγούμενα εν μέρει εξοντώνονται, ως αποτυχημένες απόπειρες, εν μέρει συνυπάρχουν μαζί με τα νέα, δίχως να σχηματίζουν οποιαδήποτε πραγματική ενότητα, ως αποτέλεσμα της απουσίας κοινής συνείδησης, η οποία θα τα συνέδεε μεταξύ τους αλλά και με το κοσμικό παρελθόν.

Βλαδίμηρος Σολοβιόφ, Το νόημα του έρωτα (μτφρ. Δημ. Β. Τριανταφυλλίδης, έκδ. Αρμός, Αθήνα 2018 (2008), σσ. 46-47, 47).

Τετάρτη 7 Μαΐου 2025

και η πραγμάτωση του έρωτα


How can those terrified vague fingers push
The feathered glory from her loosening thighs? *

Ακόμη και η λογική συνείδηση, πριν γίνει γεγονός για τον άνθρωπο, ήταν απλά μια θολή και αποτυχημένη επιθυμία στον κόσμο των ζώων. Πόσες γεωλογικές και βιολογικές εποχές πέρασαν μέσα σε αποτυχημένες προσπάθειες δημιουργίας του εγκεφάλου, του ικανού να γίνει όργανο για την ενσάρκωση της λογικής σκέψης;

Ο έρωτας για τον άνθρωπο είναι προς το παρόν ό,τι ήταν η λογική για τον κόσμο των ζώων: υπάρχει εν σπέρματι ή δυνάμει, αλλά όχι ακόμη στην πραγματικότητα. Κι αν οι τεράστιες αυτές ιστορικές περίοδοι -μάρτυρες της μη πραγματοποιημένης λογικής- δεν την εμπόδισαν τελικά να πραγματωθεί, τότε πολύ περισσότερο η μη πραγμάτωση του έρωτα κατά την διάρκεια μερικών μόνο χιλιετιών που μετράει η ζωή τής ιστορικής ανθρωπότητας, δεν μάς παρέχει κανένα δικαίωμα να συμπεράνουμε οτιδήποτε σχετικά με την μελλοντική του πραγμάτωση.

Θα πρέπει, συνεπώς, να θυμόμαστε ότι, εάν η πραγματικότητα της λογικής συνείδησης εμφανίστηκε στον άνθρωπο, και όχι μέσω τού ανθρώπου, τότε η πραγμάτωση του έρωτα, ως ύψιστο επίπεδο της ζωής τής ίδιας ανθρωπότητας, θα πρέπει να συμβεί όχι μόνο σ' αυτή αλλά και μέσω αυτής.

Καθήκον τού έρωτα είναι να δικαιώσει εν τη πράξει εκείνο το νόημα του έρωτα το οποίο ενυπάρχει εξαρχής στο αίσθημα αυτό. Απαιτείται τέτοιος συνδυασμός των δύο δεδομένων οργανικών υπάρξεων, ο οποίος θα δημιουργούσε από αυτές μόνο μία απόλυτη ιδεατή πραγματικότητα.

*

Ο αληθινός άνθρωπος όμως, στην πληρότητα της ιδεατής του προσωπικότητας, προφανώς, δεν μπορεί να είναι μόνο άντρας ή μόνο γυναίκα, αλλά θα πρέπει να είναι η ύψιστη ενότητα και των δύο.

Η πραγμάτωση της ενότητας αυτής ή η δημιουργία του αληθινού ανθρώπου, ως ελεύθερη ενότητα της αρσενικής και θηλυκής αρχής, οι οποίες διατηρούν την τυπική τους ιδιαιτερότητα, αλλά υπερβαίνουν την ουσιαστική τους διαφορά και διαίρεση, είναι το βασικό καθήκον του έρωτα.

[...] η μη εκπλήρωση των προϋποθέσεων αυτών οδηγεί τον έρωτα στην μόνιμη κατάλυσή του και μάς υποχρεώνει να αποδεχτούμε την ψευδαίσθησή του.

Βλαδίμηρος Σολοβιόφ, Το νόημα του έρωτα (μτφρ. Δημ. Β. Τριανταφυλλίδης, έκδ. Αρμός, Αθήνα 2018 (2008), σσ. 71-72, 72).


-----
* W.B. Yeats, «Leda and the Swan», εν W.B. Yeats, Για ό,τι έχει παρέλθει ή διαβαίνει ή έρχεται. Είκοσι ποιήματα (μτφρ. Νώντας Τσίγκας, έκδ. Χρονικό, Αθήνα 2024, σσ. 30-31): Πώς μπορούν αυτά τα έντρομα κι αδέξια δάχτυλα ν' αποδιώξουν / Τούτη τη φτερωτή δόξα από τους νικημένους μηρούς;

Κυριακή 4 Μαΐου 2025

η πλειονότητα των παθιασμένα ερωτευμένων εραστών


That girls at puberty may find
The first Adam in their thought *

Ο ιδιαίτερα δυνατός έρωτας στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι άτυχος, και ο άτυχος έρωτας πολύ συχνά οδηγεί στην αυτοκτονία με την μία ή την άλλη μορφή· και κάθε μια από τις πολυάριθμες αυτές αυτοκτονίες λόγω του άτυχου έρωτα προφανώς απορρίπτει την θεωρία εκείνη, σύμφωνα με την οποία ο δυνατός έρωτας προκαλείται μόνο και μόνο για την παραγωγή των αναγκαίων απογόνων, η σημασία των οποίων σηματοδοτείται από την δύναμη αυτού του έρωτα· στην πραγματικότητα, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η δύναμη τού έρωτα αποκλείει ειδικά την ίδια την δυνατότητα όχι μόνο κάποιων σημαντικών αλλά γενικά οποιωνδήποτε απογόνων.

Οι περιπτώσεις τού δίχως ανταπόκριση έρωτα είναι πολύ συνηθισμένες για τις αντιμετωπίσουμε ως εξαιρέσεις, στις οποίες μπορούμε να μην δώσουμε σημασία. Αλλά ακόμη κι αν έτσι είχαν τα πράγματα, αυτό δεν θα μάς βοηθούσε καθόλου, αφού και σε εκείνες τις περιπτώσεις, όπου ο έρωτας εκδηλώνεται με ιδιαίτερη ένταση από όλες τις πλευρές, δεν οδηγεί στο αποτέλεσμα που υπαγορεύει η θεωρία αυτή.

Σύμφωνα με την θεωρία ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα θα έπρεπε, με βάση το μεγάλο τους πάθος, να γεννήσουν κάποιον ένδοξο άνθρωπο, τουλάχιστον ένας Σαίξπηρ.

Στην πραγματικότητα, όπως έγινε γνωστό, έγινε το αντίθετο: όχι μόνο δεν γέννησαν έναν Σαίξπηρ, όπως θα έπρεπε σύμφωνα με την θεωρία, αλλά ο Σαίξπηρ τούς γέννησε και μάλιστα δίχως κανένα πάθος, μέσω τής δίχως σαρκική επαφή δημιουργίας.

Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα, όπως και η πλειονότητα των παθιασμένα ερωτευμένων εραστών, πέθαναν δίχως να γεννήσουν κανέναν, ενώ ο Σαίξπηρ που τούς γέννησε, όπως και άλλοι μεγάλοι άνθρωποι, γεννήθηκε όχι από ένα παράφρονα ερωτευμένο ζευγάρι, αλλά από ένα συνηθισμένο γάμο (και ο ίδιος παρόλο που δοκίμασε το έντονο ερωτικό πάθος, όπως φαίνεται μεταξύ των άλλων από τα σονέτα του, δεν άφησε πίσω του κάποιους αξιοπρόσεκτους απογόνους).

Βλαδίμηρος Σολοβιόφ, Το νόημα του έρωτα (μτφρ. Δημ. Β. Τριανταφυλλίδης, έκδ. Αρμός, Αθήνα 2018 (2008), σσ. 36-37).


-----
* W.B. Yeats, «Long-Legged Fly», εν W.B. Yeats, Για ό,τι έχει παρέλθει ή διαβαίνει ή έρχεται. Είκοσι ποιήματα (μτφρ. Νώντας Τσίγκας, έκδ. Χρονικό, Αθήνα 2024, από το ποίημα «Μακρυπόδαρη μύγα», σσ. 32-33): Για να μπορέσουν τα ένηβα κορίτσια / ν' ανταμώσουν τον πρωτόπλαστο Αδάμ στη σκέψη τους [...].

Κυριακή 27 Απριλίου 2025

η ψυχική γεωμετρία του ανθρώπου


Μού αρέσει να ζωγραφίζω γυμνά, γιατί έτσι μπορεί να κατανοήσει κανείς την ψυχική γεωμετρία του ανθρώπου. Μετά φόβου θεού, πίστεως και αγάπης.

Πρέπει να αντιμετωπίζει κανείς το σώμα σαν έργο του αγαθού πατρός θεού, και όχι του σατανά όπως επίστευαν οι επάρατοι εχθροί της εκκλησίας, μονοφυσίτες.

Για να υπάρχει νυμφίος πρέπει να υπάρχει και γάμος και πρέπει να μάθουμε ποιός παντρεύεται ποιόν. Μην πλανάσθε, Ιουδαίοι. Το σώμα το φθαρτό παντρεύεται με την αθάνατη ψυχή και γιαυτό έχει κοσμηθεί ο νυμφώνας της εκκλησίας. Όσα είπα είπα, δεν είμαι όμως θεολόγος. [..]

Στα πρώτα ζεϊμπέκικα που εζωγράφισα, τις φιγούρες τίς έντυσα με στρατιωτικά ή ναυτικά ρούχα γιατί απ' αυτούς είδα να χορευέται ο χορός αυτός.

Όταν άρχισα να ζωγραφίζω γυμνούς χορευτές με πείραζε κάπως και, για να κάνω πιθανά τα οράματά μου, επινόησα με τη φαντασία μου παραλιακά καφενεδάκια στα οποία αναδυόμενοι κολυμβητές, υπό τους ήχους ενός βραχνού φωνόγραφου ή ενός τζουκ μποξ έρχονταν στο τσακίρ κέφι και χόρευαν ζεϊμπέκικο ή τσάμικο, αλλά

προς τί οι δικαιολογίες μου όταν ο Ανδρέας Εμπειρίκος το είπε μια για πάντα για μένα, ότι οι φιγούρες μου είναι πάντα γυμνές, ακόμη κι όταν είναι ντυμένες.

Τσαρούχης, Ζεϊμπέκικα και μερικά άλλα (κατάλογος ομώνυμης Έκθεσης στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη, Αθήνα Μάιος 1982, σ. 14).

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

εκίνησε η Κουκουναριά μ' όλα τα κουκουνάρια


Αετοβουναίοι. Είναι πάρα πολλοί
και πολύ διάσημοι
οι κλεφτοκαπεταναίοι από τον Αετό
και τα γύρω χωριά του *

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΑΙΟΙ
Σεργκίνηδες - Τσεργκίνηδες - θρυλικοί Κολοκοτρωναίοι


[...] οι Κολοκοτρωναίοι είναι γνήσιοι Ντρέδες αγωνιστές, κατάγονται από τα Σουλιμοχώρια, διατήρησαν πάντοτε στενό δεσμό με αυτά και παρ' όλο ότι αναγκάσθηκαν από τη δράση τους να εκπατριστούν γύρω στα 1700 και εγκαταστάθηκαν στο Λιμποβίτσι της Γορτυνίας, στις δύσκολες όμως στιγμές τους θυμούνται τα Σουλιμοχώρια, το χωριό τους το Ραμοβούνι, μισή ώρα από το Δώριο. Όταν καταδιωκόταν σαν κλεφταρματωλός, ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, θυμήθηκε την πατρίδα τού παππού του και εκεί στα Σουλιμοχώρια έστειλε τη γυναίκα του που ήταν έγκυος στον τελευταίο μήνα της και γύρισε αυτή στο Ραμοβούνι, απέναντι από το χωριό Βασιλικό του Δωρίου, όπου και γεννήθηκε ο κατόπιν αρχιστράτηγος του Αγώνα Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, κάτω από μια βελανιδιά, όπως ο ίδιος όλα αυτά τ' αναφέρει στ' απομνημονεύματά του.

[...] Η ιστορία των Κολοκοτρωναίων αρχίζει στα 1620. Ο Κωνσταντής Σεργκίνης ήταν γιός του Άλτυ Κεφάλα, καταγόταν από το Βυδίσοβα, χωριό δίπλα στον Αετό, και υπηρετούσε ως υπαξ/κός στους Ενετούς, «σεργένης». Επειδή βοήθησε το γυιό του Κόλια, Αντώνη, άρχοντα τής Κοπρινίτσας, ο άρχοντας αυτός τον πάντρεψε με την κόρη του και τού έδωσε προίκα την περιοχή πάνω από την Κόκλα.

Εκεί, σ' ένα λόφο, έκτισαν οι Σεργκίνηδες ένα χωριό που λεγόταν Ρουπάκι και αργότερα καταστράφηκε από τους Τούρκους. Ο προπάππος του Θ. Κολοκοτρώνη, διότι κινδύνευε από τους Τούρκους, πούλησε τα κτήματά του και εγκαταστάθηκε στο Λιμποβίτσι.

Εκεί συνέχισαν την κλέφτικη δράση τους και έδωσαν δεκάδες κλεφτοκαπεταναίους και εκατοντάδες αγωνιστές που μόνο στον Πλάτανο της Τριπολιτσάς κρεμάσθηκαν πάνω από 70, όπως αναφέρει ο γέρος του Μωρηά στα απομνημονεύματά του.

Είχαν πάντοτε στενό δεσμό με όλους τους Ντρέδες κλεφτοκαπεταναίους στους οποίους είχε απόλυτη εμπιστοσύνη ο Θ. Κολοκοτρώνης και τούς χρησιμοποιούσε στις πιο επικίνδυνες θέσεις και αποστολές.

*

Η ΚΟΥΚΟΥΝΑΡΙΑ

Εκίνησε η Κουκουναριά μ' όλα τα κουκουνάρια
και στο ντερβένι ροβολάν όλοι οι καβαλλαρέοι

στου Μπούγα ξεπεζέψανε στου Τζαμαλά το χάνι
κανένας δεν ομίλησε από τα παλληκάρια
ένας γαμπρός του Τζαμαλά του Μπέη πάει και λέει:
Άδικα μπέημ άδικα, από τους Σουλιμαίους,
γυναίκες δεν ορίζουμε, κορίτσια και νυφάδες.
Πού πάει δρόμος για το Σουλιμά, τ' αρβανιτοχώρι;
Στην Κόκλα που θα φτάσετε δεξιά μεριά θα πάτε.
Στου Σουλιμά ξεπέζεψαν στου Γκάζντα το κονάκι,
βουτύρια αρνιά εφέρανε του Μπέη για να φάει,
δεν ήρθε ο Μπέης για φαΐ, αρνιά, τυρί να φάει,
θέλει τα δυό Γκαζντόπουλα, κι' αυτόν τον Μήτρο Γκιώνη
τα φέσια για να πάρουνε να γίνουν φαλαγγίτες.

Παναγ. Λαμπρόπουλος, Οι Ντρέδες τα παλληκάρια του Μωρηά (Αθήνα 1980, σσ. 196, 196-197, 208). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 196).

Τρίτη 18 Μαρτίου 2025

των αρνιών η στρούγκα και ο στάλος


Η ΣΤΡΟΥΓΚΑ

Γύρω εκεί απ' τη Λαμπρή
που χορτάριαζε κι η γή
έδιναν κατσίκια αρνιά και
τ' απόκοβαν μικρά

Να μην τρώνε πια το γάλα
να το πήζουνε τυριά

ή να το κοπανάν στη βούρτσα
για βουτύρατα παχιά.

Στο μαντρί εκεί κοντά
ή στου στάλου τη μεριά
στρούγκα έστηναν
ξανά
για ν' αρμέγουν ζωντανά.

Μια ή δυο στρουγκαλιθιές
είχανε οι στρούγκες αυτές
για ν' αρμέγουν δυο μαζί
να τελειώνουν το πρωί.

Για τα πρόβατα η στρούγκα
ήτανε λιθαροστρούγκα
για τα γίδια τα ζαβά
με παλιούρια και κλαριά

Όταν στρούγκιαζαν τα ζώα
σαλαγόντας τα σιγά

έκλειναν την πίσω ρούγα
να μη φύγουνε αυτά.

Με την γκλίτσα ένα παιδί
ή μικρό ένα κλαδί
σαλαγούσε τα ζωντανά
να περάσουν με σειρά.

Τα πολλά με υπομονή
φθάναν ώς τον αρμεχτή
Ήταν όμως μερικά
που πηδούσαν τα φραχτά.

Άρχιζαν κυνηγητά
να τ' αρμέξουνε κι αυτά
μη στερέψουν από γάλα
και το κάνουνε και άλλα.

                      *

Ο ΣΤΑΛΟΣ

Απ' τα μέσα του Μαϊού
ώς τα γύρω του Σταυρού
γίδια, πρόβατα, παιδιά τους
θέλουν νά 'χουν την ισκιά τους.

Απ' της δέκα κάθε μέρα
μόλις είναι αρμεγμένα
τρέχουνε για το σταλό

που τούς έχει τ' αφεντικό.

Ριζοσπηλιές, πλατάνια
άλλα δέντρα με κλαδιά
και κοντά λίγο νερό
κάνουν τον καλό σταλό
.

Με ρυθμό αναμασούν
ό,τι φάγαν να τραφούν

και κοιμούνται ελαφρά
μεσ' τη δροσερή ισκιά...

Γύρω γύρω τα σκυλιά
ξεκουράζονται κι αυτά
και πιο πέρα ο βοσκός
κοιμισμένος ξαπλωτός
.

Αν τ' απόσκια ρθούν στο στάλο
ξεσταλίζουν από δώ
και πηγαίνουν για βοσκή
ώς την άλλη την αυγή
.

Βασίλης Αποστολόπουλος, Οι μνήμες ξαναχτίζουν το χωριό μου (αυτοέκδοση, Αγία Παρασκευή 2017, 2021(β΄), σσ. 57-58, 59).