Η αστική αντεπανάσταση
Πρόλογος των μεταφραστών
Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την εισαγωγή στην συλλογή κειμένων του Jean-Pierre Garnier που έχει τίτλο Une violence éminemment contemporaine. Essais sur la ville, la petite bourgeoisie intellectuelle et l’effacement des classes populaires (Μία κατεξοχήν σύγχρονη μορφή βίας. Δοκίμια πάνω στην πόλη, τους μικροαστούς διανοούμενους και την εξαφάνιση των λαϊκών τάξεων, Εκδόσεις Agone, Μασσαλία, 2010).
Είναι αλήθεια ότι το κείμενο αναφέρεται σε, περιγράφει και αναλύει την κοινωνία μιας μητρόπολης σε συνθήκες προχωρημένου (μεταβιομηχανικού) καπιταλισμού, όπως είναι αυτή της γαλλικής πρωτεύουσας. Συνθήκες οι οποίες απέχουν (προς το παρόν) από αυτές των ελληνικών μεγαλουπόλεων. Λογικό είναι λοιπόν να αναρωτηθεί κανείς ποια η χρησιμότητα της συγκεκριμένης μετάφρασης.
Η πρώτη και αυτονόητη απάντηση είναι ότι δίνει μια εικόνα αυτού που πρόκειται να έρθει. Είναι σαφές ότι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού είναι η ομοιομορφία, συνθήκη εγγενής σε οποιοδήποτε σύστημα έχει ως άξονα ανάπτυξης την λειτουργικότητα και την οικονομία (με την διπλή έννοια της λέξης, και σαν ιδεολογία-σύστημα, και σαν προσδιορισμό, π.χ. οικονομία χώρου, χρόνου κτλ.). Έτσι, κάποια βασικά χαρακτηριστικά των δυτικών μεγαλουπόλεων είναι αναμενόμενο να αναπαραχθούν και στις αντίστοιχες ελληνικές, και κυρίως εκδίωξη των φτωχότερων πληθυσμών προς την περιφέρεια των πόλεων μέσω της διαδικασίας την οποία αναλύει ο συγγραφέας στο κείμενό του, του «gentrification» («εξευγενισμός» ελληνιστί). Άλλωστε η διαδικασία αυτή εντάσσεται στα πλαίσια μιας από τις βασικές διαδικασίες πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου, αυτής των περιφράξεων. Μέσω του gentrification ο δημόσιος χώρος της πόλης, και σε ένα γενικότερο πλαίσιο ολόκληρη η πόλη, ιδιωτικοποιείται και γίνεται κτήμα του κεφαλαίου και πεδίο εμπορευματικής και οικονομικής εκμετάλλευσης. Οι φτωχότεροι πληθυσμοί στην πλειοψηφία τους εκδιώκονται από αυτόν, και όσοι παραμένουν χάνουν κάθε δυνατότητα παρέμβασης σ’ αυτόν και οικειοποίησής του.
Πέραν αυτού όμως, υπάρχουν αναφορές στο κείμενο που αγγίζουν το εδώ και το τώρα της ελληνικής, και πιο συγκεκριμένα της αθηναϊκής, πραγματικότητας. Όσον αφορά στην ελληνική πραγματικότητα, χωρίς να μπορούμε να επεκταθούμε στο συγκεκριμένο ζήτημα στα πλαίσια ενός εισαγωγικού κειμένου, θεωρούμε ότι σαν σύνολο, η ελληνική επικράτεια παρουσιάζει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με αυτό που ο J. Gottmann χαρακτήριζε ως megalopolis το 1961 στο ομώνυμο βιβλίο του. Ότι δηλαδή, η υπερσυσσώρευση δραστηριοτήτων σε δύο βασικούς πόλους της ηπειρωτικής Ελλάδος, την Αθήνα και την Θεσσαλονίκη, τείνει να μετατρέψει την υπόλοιπη επικράτεια σε προάστιο των δύο αυτών πόλεων, με χαρακτηριστικά αντίστοιχα των δυτικοευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων και των προαστίων τους. Μια πολύ σαφή εικόνα αυτού είχαμε με την εξαγγελία της δυνατότητας περεταίρω επέκτασης της Αθήνας και στέγασης της Αττικής μέχρι και 8 εκατομμυρίων κατοίκων με το ρυθμιστικό σχέδιο που παρουσιάστηκε το 2009. Άλλο ένα παράδειγμα είναι η επέκταση του προαστιακού μέχρι και την Κόρινθο, που επιτρέπει με μεγάλη άνεση το καθημερινό πηγαινέλα και καθιστά την πελοποννησιακή πόλη πολύ πιο άμεσα εξαρτώμενη από την πρωτεύουσα, ενσωματώνοντάς την σε μεγάλο βαθμό σε αυτήν. Αλλά και σε πιο απομακρυσμένες επαρχίες, η έλλειψη οικονομικής και πολιτισμικής ανεξαρτησίας και η ερήμωση των περιοχών αυτών που αυτή συνεπάγεται τις μετατρέπει ουσιαστικά σε δορυφόρους των δύο μεγάλων αστικών κέντρων. Έτσι παρατηρούμε καθαρά αστικά φαινόμενα, και δη φαινόμενα αστικών προαστίων, όπως είναι η έλλειψη κοινοτικής ζωής και ανεξάρτητης πολιτισμικής δραστηριότητας να επαναλαμβάνονται σε επαρχιακές περιοχές της χώρας.
Όσον αφορά στην Αθήνα, η ίδια η διαδικασία του gentrification έχει εφαρμοστεί σε αρκετές περιοχές του κέντρου, με πρώτη και κύρια την περιοχή του Ψυρρή, και τελευταία και με τρόπο πολύ πιο μαζικό την περιοχή γύρω από το Γκάζι και το Ρουφ, ενώ έχει αρχίσει να επεκτείνεται και σε περιοχές όπως το Μεταξουργείο ή τα Πετράλωνα (με ξεχωριστά χαρακτηριστικά και αντιστάσεις σε κάθε μια από τις περιοχές, για την ανάλυση των οποίων θα χρειαζόταν ένα ξεχωριστό κείμενο). Η διαδικασία αυτή βέβαια ανακόπηκε, αρχικά με την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008, που έβγαλε στο προσκήνιο όλους αυτούς τους καταπιεσμένους και τις καταπιεσμένες που γίνονται και θα γίνονται στόχος μέσω του gentrification, αλλά κυρίως με την κρίση που ξέσπασε λίγους μήνες αργότερα, και έκανε οποιαδήποτε επένδυση και σχέδιο «ανάπτυξης» να μοιάζουν εκτός τόπου και χρόνου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η διαδικασία αυτή δεν θα επανέλθει, και μάλιστα με πολύ πιο κεντρομόλα μορφή, αφού άμεση συνέπεια της κρίσης που επιβλήθηκε είναι η ακόμα μεγαλύτερη και ταχύτερη συσσώρευση πλούτου και κεφαλαίου, που τείνει να εξαφανίσει την μικρή και ατομική επενδυτική πρωτοβουλία.
Έτσι, ένας πρώτος στόχος αυτού του κειμένου είναι να προσπαθήσει να εκβιάσει ένα ψήγμα κοινωνικής συνείδησης στην χαζοχαρούμενη και δήθεν αθώα βλακεία όλων αυτών των «εναλλακτικών» που έχουν αποικίσει τις λαϊκές συνοικίες του κέντρου της Αθήνας. Να φανερώσει κάποιες πραγματικές πτυχές του κοινωνικού πολέμου που συνεπάγεται το gentrification ως διαδικασία, όσο ωραία περιτυλιγμένο κι αν είναι με την αθωότητα της τέχνης και της εναλλακτικής hype διασκέδασης, κι όσο κι αν κρύβεται πίσω από ευφάνταστες λέξεις όπως «ανάπλαση», «αναδιαμόρφωση» κτλ. Και ταυτόχρονα βέβαια να δώσει κάποια επιχειρήματα με βάση κάποια ιστορικά παραδείγματα σε όσους από τους κατοίκους των περιοχών αυτών επιθυμούν να αντισταθούν.
Δεύτερος επιθυμητός (και μόνιμος) στόχος είναι η απεύθυνση προς τον κόσμο αυτού που ονομάζουμε «Τέχνη», ή σε ένα γενικότερο πλαίσιο «δημιουργία». Γιατί πιστεύουμε ότι είναι άμεση και επιτακτική ανάγκη ο χώρος αυτός να επανακτήσει ταξική συνείδηση. Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι θα θέλαμε η τέχνη να γίνει προπαγανδιστικό όργανο μιας ιδεολογίας, ή ακόμα και ενός τρόπου οργάνωσης της κοινωνίας, με βάση αξίες τις οποίες ασπαζόμαστε, όπως η αυτοοργάνωση και η αντιιεραρχία. Αυτό που εννοούμε είναι ότι θα πρέπει η τέχνη να αποκτήσει συνείδηση της θέσης της μέσα στα πλαίσια της κοινωνικής-ταξικής διαμάχης, να ξέρει κάθε φορά ποιανού τα συμφέροντα υπηρετεί. Και πρώτα και κύρια αυτό θα σήμαινε να αποκαλυφθεί αυτό το δήθεν αθώο περιτύλιγμα κοινωνικής ευαισθησίας που έχει γίνει της μόδας τελευταία και διαχέεται μέσα από τους κυρίαρχους ή και τους «εναλλακτικούς» θεσμούς της τέχνης, που το μόνο που κάνουν είναι να αναπαράγουν τις κυρίαρχες λογικές και άρα και τις γενεσιουργές αιτίες των κοινωνικών αδικιών τις οποίες υποτίθεται ότι καταδεικνύουν.
Τέλος, θέλουμε να πιστεύουμε ότι η μετάφραση αυτή έχει και μια αξία για το εσωτερικό του κινήματος αντίστασης στην κυριαρχία που (ανα)γεννιέται στην Ελλάδα, καθώς δίνει μια εικόνα για τον κίνδυνο που ενέχουν οι μερικοί αγώνες. Αυτοί δηλαδή που, όσο κι αν επικεντρώνονται σε κάποιο επιμέρους ζήτημα, δεν έχουν σαν τελικό στόχο την συνολική ανατροπή του κυρίαρχου συστήματος. Είναι πολλά τα παραδείγματα των αγώνων, όπως αναφέρει και ο συγγραφέας, που αν και ξεκίνησαν σαν μια ριζοσπαστική αντιπαράθεση με την κυριαρχία, εφορμούμενη από ένα επιμέρους ζήτημα (εργασιακό, οικολογικό, δικαιώματος στην πόλη, έμφυλης κυριαρχίας κτλ.) κατέληξαν να χάσουν τον ριζοσπαστικό τους χαρακτήρα και να γίνουν εύκολα αφομοιώσιμοι από το σύστημα, ακριβώς επειδή σε κάποιο σημείο του αγώνα τους έχασαν το πλάνο της συνολικής αντιπαράθεσης (ή δεν το απέκτησαν ποτέ). Καθώς λοιπόν στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα έχουν αρχίσει να γεννιούνται πολλές επιμέρους εστίες αντίστασης στην ακραία επιβολή που επελαύνει με το πρόσχημα της κρίσης, θεωρούμε πολύ ουσιαστική την παραπάνω επισήμανση. Σκοπός μας βέβαια δεν είναι η επισήμανση αυτή να λειτουργήσει διαχωριστικά μέσα στα πλαίσια του κινήματος, δημιουργώντας διακρίσεις ανάμεσα σε ριζοσπάστες/ριες και μη, αλλά περισσότερο συνθετικά, εμφυσώντας ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά σε όσο το δυνατόν περισσότερους κοινωνικούς αγώνες.
Ως προς τα παραπάνω, θεωρούμε απαραίτητο να διαχωρίσουμε σε ένα σημείο την θέση μας από αυτή του συγγραφέα. Ο Garnier στο κείμενο του αναφέρεται σχεδόν αποκλειστικά στο προλεταριάτο ως εν δυνάμει επαναστατικό υποκείμενο, και σαν κυρίαρχη μορφή καταπίεσης την ταξική. Εμείς από την πλευρά μας θεωρούμε ότι υπάρχουν πολλές περισσότερες και εξίσου σημαντικές μορφές καταπίεσης (όπως π.χ. η έμφυλη, ή αυτή που στρέφεται ενάντια στην φύση και σε αυτόχθονες πληθυσμούς), και συνεπώς βλέπουμε όλους τους καταπιεσμένους και τις καταπιεσμένες σαν εν δυνάμει επαναστατικά υποκείμενα . Όπως είπαμε και πιο πάνω, η κρίσιμη διαφοροποίηση για μας βρίσκεται ανάμεσα σε ένα ριζοσπαστικό (οικολογικό για παράδειγμα) κίνημα και σε ένα ρεφορμιστικό, και όχι στο αν όλα τα υπόλοιπα κινήματα θα αναζητήσουν a priori μία σύνδεση με τους προλετάριους ή όχι, όπως φαίνεται να επιθυμεί ο συγγραφέας.
Τέλος (πραγματικά αυτή τη φορά) μια επισήμανση ως προς την μετάφραση. Επειδή στα ελληνικά η λέξη «αστικός» έχει διπλή έννοια (αυτή της κοινωνικής τάξης και αυτή που αναφέρεται στο άστυ, στην πόλη), και το κείμενο αναφέρεται ταυτόχρονα και στις δύο έννοιες, βρεθήκαμε σε μια κάποια αμηχανία. Έτσι, από την χρήση της λέξης «αστεακός», που χρησιμοποιείται σε πολλές μεταφράσεις, αλλά ηχεί πολύ βάρβαρα και άκομψα στα καλομαθημένα μας αυτάκια, προτιμήσαμε την ανορθόγραφη λέξη αστυκός, για αναφερθούμε στα ζητήματα που αναφέρονται στην πόλη.
Καλή ανάγνωση
MissInformation
Αθήνα, Μάιος 2011
Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο: http://ratnet-blog2.blogspot.com/2011/06/blog-post_30.html
Το κείμενο του Jean-PierreGarnier «La contre-revolution urbaine!» μεταφράστηκε από τα γαλλικά από την MissInformation στον καναπέ του Παράδεισου, με την βοήθεια του Τζ. Κυκλοφορεί σε μπροσούρα που στήθηκε από την Μ. και την Χ., και μοιράζεται χωρίς αντίτιμο. Η μπροσούρα τυπώθηκε από την κολλεκτίβα Rotta, τον Μάιο 2011 στην Αθήνα σε 1000 αντίτυπα.
Σαρωνόμενο τοπίο (Scanscape)
Του Mike DavisΔεν μπορείς να διαπράξεις εγκλήματα, αν ξέρεις ότι σε παρακολουθεί ο Μεγάλος Αδελφός.
Ιδιοκτήτης ακινήτου στο Hollywood (1994)
Υπάρχει μήπως ανάγκη να εξηγήσω γιατί ο φόβος τρώει την ψυχή του Λος Άντζελες; Μονάχα ο τρόμος της μεσαίας τάξης για ένα προοδευτικό φορολογικό καθεστώς ξεπερνά τη σύγχρονη ψύχωση για προσωπική ασφάλεια και κοινωνική απομόνωση. Ενόψει ενός κατακλυσμιαίου κύματος ανέργων και αστέγων και παρά την εξάπλωση της πόλης, μία από τις μεγαλύτερες στην αμερικανική επιχειρηματική ιστορία, μια διακομματική συναίνεση επιμένει ότι κάθε προϋπολογισμός πρέπει να είναι ισοζυγισμένος και ότι οι παροχές πρέπει να μειωθούν. Χωρίς την ελπίδα περισσότερων δημόσιων επενδύσεων για την αποκατάσταση των στοιχειωδών κοινωνικών συνθηκών, είμαστε αναγκασμένοι αντιθέτως να αυξάνουμε τις δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις για τη φυσική μας ασφάλεια. Η ρητορική της αστικής μεταρρύθμισης παραμένει, αλλά η ουσία εξανεμίζεται. Η πρόταση «να ξαναχτίσουμε το Λος Άντζελες» σημαίνει απλώς να κουκουλώσουμε το πρόβλημα.
Όσο η ζωή στην πόλη γίνεται αγριότερη, τα διάφορα κοινωνικά περιβάλλοντα υιοθετούν στρατηγικές και τεχνολογίες ασφάλειας σύμφωνα με τα μέσα που διαθέτουν. […] Στο μέτρο που αυτά τα μέτρα ασφαλείας είναι αντιδράσεις προς τους κλυδωνισμούς της πόλης, μπορεί να μιλήσει κανείς για μια «τεκτονική των ταραχών», που μέσα από αλλεπάλληλα επεισόδια διαστρέφει και ανασχηματίζει τον αστικό χώρο. Μετά την εξέγερση στο Watts, για παράδειγμα, οι κορυφαίοι μεγαλοϊδιοκτήτες γης του Λος Άντζελες οργάνωσαν μια μυστικοπαθή «Επιτροπή των 25», για να αντιμετωπίσουν όσες απειλές των προσπαθειών ανασυγκρότησης θα έπεφταν στην αντίληψή τους. Μετά την προειδοποίηση από το LAPD [Los Angeles Police Department, η Αστυνομική Διεύθυνση του Λος Άντζελες] ότι επίκειται μια μαύρη «πλημμύρα» να ξεχειλίσει από το κέντρο της πόλης, η Επιτροπή εγκατέλειψε τις προσπάθειες αναζωογόνησης του γερασμένου χρηματοοικονομικού και εμπορικού τομέα. Αντιθέτως, έπεισε τη Δημαρχία να επιδοτήσει τη μεταστέγαση των τραπεζών και των κεντρικών γραφείων διαφόρων επιχειρήσεων σ’ έναν καινούργιο χρηματοοικονομικό τομέα στην κορυφή του Bunker Hill, μερικά τετράγωνα προς τα δυτικά. Ο δημοτικός φορέας ανασυγκρότησης, λειτουργώντας ουσιαστικά ως έμμισθο όργανο, κατέβαλε τις εγγυήσεις για τις απώλειες των επενδύσεων της Επιτροπής στην παλιά επιχειρηματική ζώνη, προσφέροντας εκπτώσεις πολύ κάτω από την εμπορική αξία των αστικών γηπέδων μέσα στον καινούργιο πυρήνα.
Κλειδί για την επιτυχία της στρατηγικής αυτής, που χαιρετίστηκε ως «αναγέννηση» του Downtown, ήταν ο φυσικός διαχωρισμός του νέου τομέα και των αξιών της γης σε αυτόν, πίσω από έναν προμαχώνα από βαθμιδωτές περιφράξεις, τσιμεντοκολώνες και τείχη από αυτοκινητοδρόμους. Οι παραδοσιακές πεζοδιαβάσεις μεταξύ του Bunker Hill και του παλιού οικονομικού πυρήνα της πόλης ξηλώθηκαν, και η κυκλοφορία των πεζών ανυψώθηκε πάνω από το επίπεδο του δρόμου, με τη μορφή εναέριων διαβάσεων, η πρόσβαση στις οποίες είναι ελεγχόμενη από τα συστήματα ασφαλείας κάθε ουρανοξύστη. Αυτή η ριζική ιδιωτικοποίηση του δημόσιου χώρου του Downtown –με τις δυσοίωνες φυλετικές της νύξεις– πραγματοποιήθηκε χωρίς σημαντικό δημόσιο αντίλογο.
Οι ταραχές του 1992 δικαίωσαν την προνοητικότητα των σχεδιαστών του Οχυρού Downtown. Ενώ ολόκληρη η παλιά επιχειρηματική ζώνη γινόταν γυαλιά-καρφιά, το Bunker Hill στάθηκε στο ύψος του ονόματός του. Με το πάτημα ενός κουμπιού στα χειριστήριά τους, τα προσωπικά ασφάλειας των ουρανοξυστών των μεγάλων τραπεζών ήταν σε θέση να αποκόψουν κάθε πρόσβαση προς τα πολύτιμα ακίνητά τους. Αλεξίσφαιρα ατσάλινα ρολά ξεδιπλώνονταν για να καλύψουν τις ισόγειες εισόδους, οι κυλιόμενες κλίμακες ακινητοποιούνταν ακαριαία και οι ηλεκτρονικές κλειδαριές σφράγιζαν τις πεζοδιαβάσεις. Όπως σημείωνε η Los Angeles Business Journal, η επιτυχία των αμυντικών μέτρων της επιχειρηματικής έδρας του Downtown που δοκιμάστηκαν σε πραγματικές ταραχές, τόνωσε τη ζήτηση για νεότερα και πιο εξελιγμένα μέτρα φυσικής ασφάλειας.
Μία από τις συνέπειες αυτής της ζήτησης ήταν ότι τα όρια μεταξύ αρχιτεκτονικής και επιβολής της δημόσιας τάξης έγιναν ακόμα πιο συγκεχυμένα. Το LAPD έγινε κεντρικός παράγοντας στη διαδικασία ανασχεδιασμού του Downtown. Κανένα μείζον πρόγραμμα δεν προχωρούσε πια χωρίς τη συμμετοχή του. Εκπρόσωποι της αστυνομίας άσκησαν με επιτυχία πιέσεις ενάντια στην πρόβλεψη δημόσιων αποχωρητηρίων («σκηνές εγκλημάτων», κατά τη γνώμη τους) και την ανοχή της παρουσίας πλανόδιων μικροπωλητών («τσιλιαδόροι για εμπόρους ναρκωτικών»). Οι ταραχές προσέφεραν, εξάλλου, στα αστυνομικά τμήματα των προαστίων το πρόσχημα να διευρύνουν τη συμμετοχή τους σε ζητήματα πολεοδομικά και χωροταξικά. Στο εύπορο Thousand Oaks, για παράδειγμα, ο σύνδεσμος του Σερίφη στην πολεοδομική επιτροπή έπεισε τον δήμο να θέσει εκτός νόμου τους παράδρομους ως «προτεραιότητα πρόληψης της εγκληματικότητας».
Η βιντεοσκόπηση των ανασυγκροτούμενων περιοχών του Downtown επεκτάθηκε, στο μεταξύ, στους χώρους στάθμευσης, τους ιδιωτικούς πεζόδρομους και τις πλατείες. Η σφαιρική αυτή επιτήρηση συνιστά ουσιαστικά ένα σαρωνόμενο τοπίο (scanscape) – έναν χώρο προστατευτικής ορατότητας, που καθορίζει όλο και περισσότερο πού αισθάνονται ασφαλείς στο Downtown οι εργαζόμενοι των γραφείων και οι τουρίστες μεσαίου εισοδήματος. […]
Αναπόφευκτα, η επιτήρηση κλειστού κυκλώματος αργά ή γρήγορα θα ενσωματωθεί σε οικιακά συστήματα ασφαλείας, για να προκύψει μια φαινομενικά αδιάσπαστη συνέχεια επιτήρησης ολόκληρης της καθημερινής ρουτίνας. Πράγματι, το πολυτελές λάιφ στάιλ σύντομα θα καθορίζεται από την ικανότητα να συντηρούνται «ηλεκτρονικοί φύλακες άγγελοι» που θα προσέχουν τον ιδιοκτήτη και σημαντικά άλλα πρόσωπα στην προσωπική τους ζωή. Ένας ειδικός σε θέματα ασφαλείας στο Beverly Hills, που εμπορεύεται κρυφά συστήματα βιντεοσκόπησης που επιτρέπουν σε εύπορους εργαζόμενους γονείς να επιτηρούν τις χαμηλά αμειβόμενες νταντάδες και υπηρέτριες, συνέκρινε την έκρηξη των πωλήσεων που ακολούθησε τη δίκη της Louise Woodward το 1997 (της βρετανίδας νταντάς που κατηγορήθηκε ότι δολοφόνησε ένα νήπιο στη περιοχή της Βοστώνης), με το σπρωξίδι της μεσαίας τάξης στα τοπικά καταστήματα όπλων μετά τις ταραχές του 1992. Τα επιστημονικά και τεχνολογικά περιοδικά, από τη μεριά τους, καλωσόρισαν πρόσφατα την έλευση της «ψηφιακής υπερ-επιτήρησης», που βασίζεται σε γκάτζετ όπως ραντάρ τσέπης, βιντεοκάμερες με μήκος κύματος χιλιοστών, συσκευές υπερύθρων αυτόματου εντοπισμού, κλειδιά φωνής, συσκευές διακτυλοσκόπησης καθώς και θερμικής απεικόνισης προσώπου. Ο «Γενναίος Νέος Κόσμος», σύμφωνα με το New Scientist, τώρα είναι και πάλι επίκαιρος:
Πρόκειται για έναν κόσμο όπου δε θα μπορεί κανείς πουθενά να κρυφτεί ούτε και να κρύψει κάτι. Αναπτύσσονται ήδη συσκευές που θα βλέπουν μέσα από τοίχους και θα κάνουν σωματικό έλεγχο σε υπόπτους εξ αποστάσεως, διαπερνώντας τα ρούχα τους, μέχρι και μέσα στα σώματά τους. Τα άτομα θα ταυτοποιούνται από τη χαρακτηριστική τους οσμή και θα εντοπίζονται ή θα «αναγνωρίζονται» ηλεκτρονικά, ακόμη και προτού να προλάβουν να φέρουν σε πέρας μια εγκληματική πράξη. Και χάρη σε φτηνές ψηφιακές κάμερες και πανίσχυρους καινούργιους αλγορίθμους αναζήτησης, τα άτομα θα εντοπίζονται από υπολογιστές. Δεν θα υπάρχει ανωνυμία ακόμη και μέσα στο άλλοτε καταδεκτικό πλήθος. [«Technopsy: Nowhere to Hide», New Scientist, 4 Νοεμβρίου 1995, σ. 4.]
Μια πρώτης τάξεως πλατφόρμα για την καινούργια αυτή τεχνολογία επιτήρησης έμελλε να είναι ένας αναχρονισμός του 19ου αιώνα: ο ουρανοξύστης. Τα ψηλά κτήρια γίνονται όλο και πιο «ευαίσθητα» και εφοδιάζονται με θανατηφόρα ισχύ πυρός. Ο ουρανοξύστης με τον κεντρικό ηλεκτρονικό εγκέφαλο στην κινηματογραφική ταινία Die Hard I (ουσιαστικά, ο Πύργος Fox-Pereira του F. Scott Johnson στην Century City) προοιωνίζει μια καινούργια γενιά αρχιτεκτονικών αντιηρώων, καθώς τα έξυπνα κτήρια είτε μάχονται το κακό είτε γίνονται πιόνια του. Το αισθητηριακό σύστημα πολλών από τους νεόκτιστους πύργους γραφείων στο Λος Άντζελες ήδη διαθέτει πανοπτική θέαση, όσφρηση, ευαισθησία στη θερμότητα, την υγρασία και την κίνηση και, σε μερικές περιπτώσεις, την ακοή. Ορισμένοι αρχιτέκτονες σήμερα προβλέπουν ότι μια μέρα οι υπολογιστές τεχνητής νοημοσύνης ενός κτηρίου θα μπορούν αυτόματα να ανιχνεύουν και να ελέγχουν το σύνολο του ανθρώπινου πληθυσμού του, ίσως ακόμη και να ανταποκρίνονται στις συναισθηματικές διακυμάνσεις του, ιδίως τον φόβο ή τον πανικό. Χωρίς αυτό να καθιστά περιττό το προσωπικό ασφαλείας, το ίδιο το κτήριο θα είναι ικανό να χειρίζεται μόνο του τις κρίσεις, μικρές (π.χ. να διατάσσει στους περαστικούς να εξέλθουν από το κτήριο ή να τους απαγορεύει να χρησιμοποιούν τα αποχωρητήρια) αλλά και μεγαλύτερες (π.χ. να παγιδεύει τους διαρρήκτες μέσα σε κάποιον ανελκυστήρα).
Απόσπασμα από το βιβλίο του Mike Davis Πέρα από το Blade Runner. Αστικός έλεγχος – Η οικολογία του φόβου, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις futura σε μετάφραση Νίκου Ηλιάδη. [ISBN 978-960-6654-53-4 / 280 σελ. / 18,80 ευρώ]
Ο Mike Davis (γεν. 1946) είναι αμερικανός κοινωνικός σχολιαστής, θεωρητικός του άστεως, ιστορικός, και πολιτικός ακτιβιστής. Είναι περισσότερο γνωστός για τις έρευνες του για τις κοινωνικές τάξεις στη γενέτειρά του τη Νότια Καλιφόρνια. Ο Davis εργάστηκε ως τεμαχιστής κρέατος, οδηγός φορτηγού, και έδρασε ως ακτιβιστής στις γραμμές του Φοιτητικού κινήματος για μια Δημοκρατική Κοινωνία (SDS). Σπούδασε στο Reed College στα μέσα της δεκαετίας του 1960, αλλά δεν ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του καριέρα πραγματικά μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν πήρε τα πτυχία ΒΑ και ΜΑ. Δεν ολοκλήρωσε ποτέ το Διδακτορικό του στην Ιστορία που είχε ξεκινήσει στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια. Το 1998 έλαβε το MacArthur Fellowship Award, και υπήρξε υπότροφος στο Ινστιτούτο Getty. Το 2007 κέρδισε το Βραβείο Λογοτεχνίας Lannan στην κατηγορία των μη λογοτεχνικών βιβλίων. Τώρα είναι καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, Irvine, καθώς και συνεκδότης της επιθεώρησης New Left Review. Αρθρογραφεί επίσης στη βρετανική μηνιαία Σοσιαλιστική Επιθεώρηση, το όργανο του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Μεγάλης Βρετανίας. Ως δημοσιογράφος και δοκιμιογράφος, ο Ντέιβις μεταξύ άλλων, αρθρογραφεί συχνά για το αμερικανικό περιοδικό The Nation καθώς και για το βρετανικό περιοδικό New Statesmen. Αυτοπροσδιορίζεται ως διεθνής σοσιαλιστής και μαρξιστής-περιβαλλοντολόγος. Τα σημαντικότερα βιβλία του είναι τα ακόλουθα: Beyond Blade Runner: Urban Control The Ecology of Fear (1992)· Prisoners of the American Dream: Politics and Economy in the History of the U.S. Working Class (1986, 1999)· City of Quartz: Excavating the Future in Los Angeles (1990, 2006)· Ecology of Fear: Los Angeles and the Imagination of Disaster (2000)· Magical Urbanism: Latinos Reinvent the US City (2000)· Dead Cities, And Other Tales (2003)· Planet of Slums (2006)· Buda's Wagon: A Brief History of the Car Bomb (2007)· In Praise of Barbarians: Essays against Empire (2007)· Evil Paradises: Dreamworlds of Neoliberalism, συνεπιμέλεια με τον Daniel Bertrand Monk (2007).
Η απαλλοτρίωση της φύσης και οι ευθύνες της αρχιτεκτονικής
Του Φώτη Τερζάκη
Έχει τεθεί λοιπόν το πρόβλημα της αναπαράστασης. Η «αναπαράσταση» όμως δεν είναι μόνο αισθητική έννοια, είναι και επιστημολογική. Η διερεύνηση αυτής της άλλης όψης της αναπαράστασης –της επιστημολογικής– θα μας επιτρέψει να συμπληρώσουμε την ανάλυση του Simmel μ’ εκείνο το οποίο η ίδια δεν περιέλαβε: το πνεύμα της νέας επιστήμης που αναπτύσσεται παράλληλα με τις εικαστικές καινοτομίες της αναγεννησιακής και μετα-αναγεννησιακής τέχνης. Και η διερεύνηση των επιστημολογικών όψεων της αναπαράστασης μας φέρνει ακριβώς στην καρδιά της φιλοσοφίας του Καρτέσιου.
Ο Καρτέσιος (Rene Descartes), έζησε ανάμεσα στα 1596-1650, την εποχή ακριβώς που κατακτάει την πρώτη της κορύφωση η τέχνη της αστικής τοπιογραφίας. Όπως είναι γνωστό, το όλο θεωρητικό του εγχείρημα προσανατολίζεται στο αίτημα να παρασχεθεί ένα στέρεο υπόβαθρο βεβαιότητας επί του οποίου να βασιστεί η ραγδαία αναπτυσσόμενη επιστήμη της εποχής του. Ο βηματισμός της καρτεσιανής επιχειρηματολογίας θα οδηγήσει εντέλει στη θεμελίωση ενός νέου μεταφυσικού διπόλου, που έχει την όψη από τη μία πλευρά τής Res cogitans (σκεπτόμενο πράγμα ή ουσία), δηλαδή του κυρίαρχου και ηγεμονικού Υποκειμένου της γνώσης, και από την άλλη πλευρά τής Res extensa (εκτατόν πράγμα ή ουσία), του υποταγμένου και παθητικού Αντικειμένου της γνώσης, που είναι εν γένει ό,τι καλούμε «φύση».2 Ο ορισμός της φύσης ως εκτατού πράγματος είναι εκείνο που μας ενδιαφέρει πρωτίστως εδώ. Η ιδέα ενός άπειρου, ενιαίου και ομοιότροπου χώρου (ό,τι δηλαδή εννοεί ο όρος «έκταση») είναι μια εξόχως αφηρημένη σύλληψη και προέρχεται ακριβώς από την Ευκλείδεια γεωμετρία. «Εκτατόν πράγμα» σε τελευταία ανάλυση σημαίνει, ανακατασκευάσιμο με όρους ευκλείδειας γεωμετρίας. Σε ό,τι αφορά την αναγωγή του φυσικού χώρου στον ευκλείδειο χώρο είχε προηγηθεί βέβαια ο Γαλιλαίος, που δήλωνε ότι «τα μαθηματικά είναι η γλώσσα στην οποία είναι γραμμένο το βιβλίο τής φύσης». Είναι η προδρομική ενόραση όλης της νέας επιστήμης.
Η εμβληματική έκφραση που ορίζει τη νέα σύλληψη της νοούσας υποκειμενικότητας από τον Καρτέσιο είναι Cogito ergo sum («Σκέπτομαι άρα υπάρχω»), όπου Cogito σημαίνει κάτι περισσότερο απ’ όσα συνήθως μεταφράζει ο όρος «σκέπτομαι»: πρωτίστως, μία βούληση γνώσης που μορφοποιείται ως βούληση αναπαράστασης. Από την άλλη πλευρά του ζεύγματος ο Καρτέσιος δεν μας έδωσε μιαν ανάλογη διατύπωση του υπαρκτικού καθεστώτος τού Αντικειμένου, αν όμως έπρεπε να αρθρώσουμε εμείς εκείνο που διαρκώς υποβάλλεται στην πραγμάτευσή του, αυτή αναμφίβολα θα ήταν: ό,τι υπάρχει αναπαρίσταται (και μόνον ό,τι αναπαρίσταται υπάρχει), όπου «αναπαρίσταται» σημαίνει, ακριβώς, ανακατασκευάζεται γεωμετρικά. Σύμφωνα με αυτό πνεύμα, άλλωστε, μόνον οι μετρικές ιδιότητες των πραγμάτων είναι ουσιώδεις, οι αισθητές ιδιότητες είναι δευτερεύουσες και περιστασιακές (όπως μπορεί να δει κανείς, λόγου χάριν, στη γνωσιοθεωρία του John Lock, του λεγόμενου «άγγλου Καρτέσιου»).
Με άλλα λόγια: στην κρίσιμη καμπή του δέκατου έβδομου αιώνα, εάν όχι νωρίτερα, Τέχνη και Επιστήμη δίνουν τα χέρια στο νέο εγχείρημα της οριστικής κυριάρχησης πάνω στη φύση, όπου το επιζητούμενο αποτέλεσμα εγγράφεται προγραμματικά στον ορισμό του αντικειμένου: μια φύση εξουδετερωμένη, απόλυτα παθητικοποιημένη και πρόσφορη στους ανθρώπινους χειρισμούς, ήδη νεκρή (εξ ου και η δημοτικότητα του νέου εικονογραφικού μοτίβου που εξαπλώνεται αυτή ακριβώς την εποχή, της «νεκρής φύσης»).
Καθώς το προμηθεϊκό πρόγραμμα της νέας επιστήμης εκδιπλώνεται ανεμπόδιστα τους επόμενους αιώνες, επεκτείνεται και εντατικοποιείται επίσης η νεωτερική φιλοσοφία του Υποκειμένου, με κορυφαία απόληξη τον Γερμανικό Ιδεαλισμό. Υπήρξε βεβαίως μια ενδιαφέρουσα μεσολαβητική στιγμή με τον Καντ, ο οποίος μας προειδοποίησε ότι η γνώση είναι μεν μια ανακατασκευή εκ μέρους του Υποκειμένου, ποτέ όμως αυτή δεν μπορεί να εξαντλήσει το Αντικείμενο, ή τον κόσμο – κάθε γνωστικό μας εγχείρημα αφήνει ένα μη αναγώγιμο υπόλοιπο, το οποίο εσήμανε με τον αινιγματικό όρο τού Ding an sich («Πράγμα καθεαυτό»)… Οι καντιανοί διασταγμοί όμως θα παρακαμφτούν μία στιγμή μετά από την ανανεωμένη ορμή τού Γερμανικού Ιδεαλισμού, που κορυφώνεται στο τιτάνειο εγχείρημα του Χέγκελ.
Ο Χέγκελ (Georg Wilhelm Friedrich Hegel) έζησε ανάμεσα στα 1770-1831, τη στιγμή ακριβώς της πρώτης και θριαμβεύουσας βιομηχανικής επανάστασης. Γι’ αυτόν, η φύση προορίζεται όχι απλώς να κυριαρχηθεί, όπως μέσα στην πρώιμη αστική γνωσιοθεωρία που αντιστοιχούσε ακόμα σ’ ένα μεταποιητικό στάδιο παραγωγής, αλλά να αναλωθεί ολοσχερώς μέσα στην δεσποτική προέλαση του Πνεύματος, το οποίο δηλώνει ακριβώς τον ανθρώπινο πολιτισμό και την ανθρώπινη ιστορία. Την συλλαμβάνει εξαρχής αρνητικά: στην Εγκυκλοπαίδεια3 (γραμμένη μεταξύ 1816-19, στη Χαϊδελβέργη) η Φύση τίθεται ως το ετέρως-είναι της Ιδέας, η οποία έχει απόλυτη οντολογική προτεραιότητα. Αυτό το ετέρως-είναι εισάγεται σαν μια κίνηση αναστροφής, αποξένωση ή αλλοτρίωση, η οποία αφού εξαντλήσει την εγγενή της δυναμική προορίζεται να αναστραφεί εκ νέου: η αποξένωση της αποξένωσης είναι ακριβώς η επαναφορά της Ιδέας στον εαυτό της, και αυτό επιτυγχάνεται με τη δράση του Πνεύματος (= άνθρωπος). Σκοπός τού Πνεύματος είναι λοιπόν η τελική εκπνευμάτωση της Φύσης, δηλαδή η απαλλοτρίωσή της από το Πνεύμα, και μέσον με το οποίο το Πνεύμα δρα γι’ αυτό τον σκοπό είναι η έννοια και το εργαλείο (η γνώση και η εργασία): η έννοια, σαν να λέμε, κατατρώει λίγο λίγο την υλική αντίσταση του πράγματος οδηγώντας το στην πλήρη νοητική διαφάνεια – πράγμα που εξωτερικώς αντιστοιχεί στη μετασχηματιστική δύναμη που ασκεί η εργασία πάνω στη φύση.
Πώς θα ήταν ένας κόσμος που έχει γίνει εξ ολοκλήρου «Πνεύμα»; Όπως και αν τον φαντάστηκε ο Χέγκελ, φαίνεται ότι η τεχνοκεφαλαιοκρατική κοινωνία του ύστερου δέκατου ένατου αιώνα και κυρίως του εικοστού πήρε κατά γράμμα το αίτημά του, και ο εφιάλτης της σημερινής οικολογικής κατάρρευσης μοιάζει να είναι η σαρδόνια υλοποίηση του εγελιανού προγράμματος για μια ολική απαλλοτρίωση της φύσης.
Και η αρχιτεκτονική είναι ένα από αυτά.
Συμβολικά σχεδόν, ο αρχιτεκτονικός μοντερνισμός γεννήθηκε μέσ’ από μια θεαματική καταστροφή, τη μεγάλη πυρκαγιά του Σικάγο το 1871, και σε διάρκεια λιγότερο από ενός αιώνα είχε αλλάξει την όψη της οικουμένης (με την κυριολεκτική σημασία του όρου οικουμένη). Θα μπορούσε κάποιος να πει, φέρει την καταστροφή εγγεγραμμένη στον γενετικό του κώδικα, και αν δεν την είχε βρει έτοιμη θα έπρεπε ο ίδιος να την υλοποιήσει (μια άλλη εκτεταμένη καταστροφή, άλλωστε, η ερείπωση της Ευρώπης και ακόμη περισσότερο της Ιαπωνίας από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, του έδωσε ανανεωμένη ώθηση και του άνοιξε νέα λαμπρά πεδία δόξης).
Στο συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορίας τους, οι ανθρώπινοι οικισμοί φύτρωναν σαν αποικίες ζωντανών οργανισμών μέσα στο ίδιο το περιβάλλον, από τα υλικά αυτού του περιβάλλοντος και με μια διάθεση να «κρυφτούν» μέσα στο φυσικό τους οικοσύστημα. Το αξίωμα αυτό το διατήρησε από διάφορες πλευρές ακόμα και η μείζων μνημειακή αρχιτεκτονική των αρχαίων αυτοκρατοριών, και ούτε η ραγδαία αστυακή ανάπτυξη της Ευρώπης από τον δέκατο έβδομο αιώνα μέχρι το πρώτο μισό τού δέκατου ένατου τόλμησε να το αγνοήσει παντελώς: ήταν ακόμα «προ-μοντέρνα», όπως θα λέγαμε, αν με τον «μοντερνισμό» εννοούμε το πρόγραμμα απεριόριστης εργαλειοτεχνικής κυριαρχίας του φυσικού κόσμου την οποία εξήγγειλαν, στις δύο διαδοχικές στιγμές που επισημάναμε, ο Καρτέσιος και ο Χέγκελ.
Τη ρήξη αυτή έκανε ο αρχιτεκτονικός μοντερνισμός επιβάλλοντας βίαια, τεχνητά υλικά –σίδερο, γυαλί, οπλισμένο σκυρόδεμα–, περιφρονώντας τις πρακτικές σοφίες της λαϊκής οικοδομικής (η οποία άλλωστε αντιστάθηκε μέχρι περίπου τη δεκαετία τού 1960) και, κυρίως, διαβάζοντας ολόκληρο τον γεωμορφολογικό χάρτη σαν σχέδιο τεχνικής ανάπλασης που θα επεξέτεινε καρκινικά το οικισμένο εις βάρος του άγριου, το κτισμένο εις βάρος του άκτιστου.
Είμαστε κληρονόμοι των αποτελεσμάτων αυτής της στρατηγικής: η καταστροφή του κλίματος που αυξάνει σαν χιονοστιβάδα είναι συνάρτηση όχι μόνο των βιομηχανικών ρύπων ή της πυρηνικής ακτινοβολίας αλλά και της ραγδαίας εξαφάνισης των ζωνών αγριότητας του πλανήτη· η εξαπλούμενη αθλιότητα που περιζώνει τα τερατώδη αστικά κέντρα της γης σήμερα –το Ρίο ντε Τζανέιρο, το Ναϊρόμπι, τη Τζακάρτα– είναι η ανεστραμμένη αντανάκλαση του φουτουριστικού τους κέντρου. Η τεχνολογικοποίηση της κατοικίας την καθιστά ακριβό εμπόρευμα απρόσιτο στους φτωχούς, και η ανάλωση των περιβαλλοντικών πόρων που απαιτεί ρίχνει όλο και μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού, τα οποία ζούσαν ικανοποιητικά από την αυτοπαραγωγή, στη φτώχεια…
Είμαστε οι κληρονόμοι αυτής της καταστροφής – και όμως εξακολουθούμε να χτίζουμε· συνεχίζουμε ν’ απαλλοτριώνουμε και να αναπλάθουμε.
Αυτή όμως είναι η φύση της αρχιτεκτονικής, θα μου πείτε· όπως ακριβώς είναι η φύση του σκορπιού, στο γνωστό ανέκδοτο με τον βάτραχο ο οποίος τον κουβαλάει στην πλάτη του για να περάσουν το ρέμα…
Φυσικά, η ευθύνη δεν βαραίνει εξ ολοκλήρου –ίσως ούτε καν κυρίως– τους αρχιτέκτονες. Στο κάτω κάτω είναι κι αυτοί επαγγελματίες εξαρτημένοι από τη ζήτηση των υπηρεσιών τους στην αγορά, όταν δεν είναι ήδη δημόσιοι υπάλληλοι που έχουν να υλοποιήσουν αποφάσεις την κύρια ευθύνη για τη λήψη των οποίων έχουν άλλοι…
Δεν παύει ωστόσο να μ’ εντυπωσιάζει η ευκολία με την οποία οι αρχιτέκτονες όχι μόνο συναινούν, αλλά και υπερβολικά πρόθυμα προσυπογράφουν, και αισθητικοποιούν, το ρεύμα των ωμών αναγκαιοτήτων που τους επιβάλλει έναν ασφυκτικά προδιαγεγραμμένο ρόλο στο πρόγραμμα της τεχνολογικής εξουθένωσης του περιβάλλοντος και της συνακόλουθης μεταποίησής του σε εμπόρευμα· η ευκολία με την οποία υπερθεματίζουν σε ζήλο, σύμφωνα με το αξίωμα που μοιάζει να τους καθοδηγεί: ό,τι υπάρχει αναπλάθεται, κι ό,τι αναπλάθεται αξιοποιείται. Δεν είδα ακόμη κανένα πρωτοποριακό αρχιτεκτονικό κίνημα να κηρύσσει τη «μη αρχιτεκτονική» – την οποία ίσως χρειαζόμαστε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο τούτη τη στιγμή, εμείς και το περιβάλλον…
Βεβαίως και οι αρχιτέκτονες είναι επαγγελματίες και, όπως ο καθένας που έχει ζήσει στην αγορά και από την αγορά γνωρίζει, ένας ελεύθερος επαγγελματίας για να επιβιώσει πρέπει όχι μόνο να βρίσκει δουλειές ή να αναλαμβάνει δουλειές αλλά και να επινοεί δουλειές. Αν αυτό είναι το πρόβλημα, όμως, υπάρχει μια λύση: οι αρχιτέκτονες να ανασκουμπωθούν και να γκρεμίσουν το 70% όσων έχτισε ένας και πλέον αιώνας αρχιτεκτονικού μοντερνισμού, και να το ξαναχτίσουν με παραδοσιακό τρόπο. Αξίζει τον κόπο!
Η ευθύνη όμως για την περιφρούρηση των ζωνών αγριότητας ενάντια στην αρπακτικότητα των κεφαλαιοκρατικών συμφερόντων, και η μετωπική εναντίωση σε αυτά συμφέροντα με ό,τι μέσο κάθε φορά προσφέρεται, θα έπρεπε να βαρύνει όλους εμάς τους υπόλοιπους – τους λεγόμενους «επαγρυπνούντες πολίτες».
Σας ευχαριστώ
1. Τα κείμενα του Ernst H. Gombrich, «Η αναγεννησιακή θεωρία της τέχνης και η ανάδυση του τοπίου» και του Georg Simmel, «Φιλοσοφία του τοπίου» –μαζί με το κείμενο του Joachim Ritter, «Το τοπίο. Η λειτουργία του αισθητικού στη νεωτερική κοινωνία»– ο έλληνας αναγνώστης μπορεί να τα βρει στον συλλογικό τόμο Simmel-Ritter-Gombrich, Το τοπίο, επιμ. Διονύσης Καββαθάς, μετ. Γ. Σαγκριώτης, Λ. Αναγνώστου και Ν. Δασκαλοθανάσης, επίμετρο: Νίκος Δασκαλοθανάσης (Ποταμός: Αθήνα 2004).
2. Βλ. κυρίως Rene Descartes, Στοχασμοί περί της Πρώτης Φιλοσοφίας, μετ.-σημ.-σχόλια: Ευάγγελος Βανταράκης (Εκκρεμές: Αθήνα 2003).
3. Περ. στο Sämtliche Werke του φιλοσόφου, επιμ. G. Lasson και J. Hoffmeister (Felix Meiner: Λειψία 1928). Στα αγγλικά, βλ. G.W.F. Hegel, Encyclopedia of Philosophical Sciences, μετ. W. Wallace (Oxford University Press, 1892). Στα ελληνικά, οι μόνες έγκυρες μεταφράσεις από την Εγκυκλοπαίδεια είναι σήμερα προσιτές από τις εκδ. «Δωδώνη», σε εισαγωγή-μετάφραση Γιάννη Τζαβάρα: Η Επιστήμη της Λογικής (Αθήνα 1991) και Η Φιλοσοφία του Πνεύματος, Ι (Αθήνα 1993). (Ο τόμος ΙΙ αναμένεται.)
Εισήγηση του Φ.Τ. στο συνέδριο που διοργάνωσε το Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, «Η διεκδίκηση της υπαίθρου. Νοηματοδότηση και κατοίκηση της φύσης στη σύγχρονη Ελλάδα», Βόλος, 28-30 Μαρτίου 2008.