Αναρχία και λαϊκή εξουσία
[Αναδημοσίευση από το a-infos.gr. Μετάφραση: «Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης», Μάρτης 2009]
"Παρόλα αυτά, στα μήκη και στα πλάτη της χώρας ακούγεται μία και μόνη φωνή που ηχεί στα εργοστάσια, τα κτήματα, στα χωριά και στα λύκεια, στις λαϊκές συνοικίες: το κάλεσμα στη δημιουργία, την ενδυνάμωση και αύξηση της λαϊκής εξουσίας." Miguel Enríquez
"Το να οργανωθούν οι δυνάμεις του λαού για να πραγματοποιηθεί η επανάσταση είναι ο μοναδικός σκοπός εκείνων που ειλικρινά επιθυμούν την ελευθερία." Μιχαήλ Μπακούνιν
"Ενισχύοντας τις λαϊκές οργανώσεις κάθε είδους, είναι η λογική συνέπεια των βασικών μας ιδεών και γι’ αυτό, θα έπρεπε να αποτελεί ολοκληρωτικό σημείο του προγράμματός μας." Ερίκο Μαλατέστα
Αρχικά, το να συνδυάζεις την αναρχία με την εξουσία, να έχεις την αναίδεια να τα συμπεριλαμβάνεις στον ίδιο τίτλο, μοιάζει σαν μια απόλυτη αντίθεση ή ένα κακόγουστο αστείο ενάντια σε κάθε αγωνιστή και αγωνίστρια της ελευθερίας. Κι αυτό, γιατί η εξουσία είναι συνήθως συνώνυμο της κυριαρχίας και η αναρχία η οποία υπερασπίζεται μια κοινωνία χωρίς κυβέρνηση, αρνείται κάθε μορφή εξουσίας, κάθε επιβολή της ατομικής βούλησης πάνω στους άλλους. Ωστόσο, πρέπει η εξουσία να γίνεται αντιληπτή μόνο σαν μια αυταρχική επιβολή, σαν μια "δύναμη επάνω σε"; Δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή η δύναμη με άλλη μορφή, δηλαδή σαν τη "δύναμη του να πράττεις συλλογικά", σαν τη "δύναμη του να φτιάχνεις από κοινού";
Είναι οι από πάνω εκείνοι που διατάζουν, εκείνοι που μας έκαναν να πιστεύουμε πως η εξουσία είναι ένα "αντικείμενο" το οποίοι εκείνοι κατέχουν, ένα πράγμα(;) αποσπασμένο από τις κοινωνικές σχέσεις, ένα διαχρονικό σύστημα διαδοχής. Όμως αντίθετα, όλοι και όλες εμείς οι από κάτω, αντιλαμβανόμαστε την "εξουσία" με διαφορετική μορφή: όχι σαν ένα "πράγμα" αλλά σαν μια "σχέση", σαν μια κοινωνική δύναμη εναλλακτική και απελευθερωτική. Έτσι, η δική μας δύναμη είναι πρωταρχικά μια συλλογική ικανότητα να φαντάζεσαι και να δημιουργείς με αυτήν εδώ και τώρα μια νέα κοινωνία.
Τώρα, για να είναι λαϊκή αυτή η δύναμη του συλλογικού, το υποκείμενο δεν μπορεί να είναι άλλο από τον λαό, αυτό το πληθωρικό υποκείμενο που καθορίζεται από την ένωση των τάξεων των υποτελών, των περιθωριοποιημένων, των φτωχών, των αποκλεισμένων. Αυτός ο λαός δεν είναι ένα, είναι πολύμορφος, είναι η ποικιλία εμπνεύσεων μορφών και σχεδίων της ζωής, των αγώνων και των αντιστάσεων. Επιπλέον, αυτός ο λαός δεν καθορίζεται προκαταβολικά, δεν είναι το ακριβές αποτέλεσμα μιας οικονομικής φόρμουλας, αλλά βρίσκεται πάντα σε μια διαδικασία σχηματισμού και που αναγνωρίζεται μόνο σαν την τάξη των υποτελών στο πέρασμα της δικής της διαδικασίας χειραφέτησης.
Είναι αυτός ο πληθωρικός λαός, δημιουργημένος στον ίδιο αγώνα, που φτιάχνει εκείνη τη συλλογική δύναμη όπου εγκαθιδρύει νέες κοινωνικές σχέσεις, που θεσμοθετεί διαφορετικά ήθη και έθιμα, που αποκαθιστά διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης.
Έτσι, η λαϊκή δύναμη βάζει μπρος ένα νέο ήθος, ένα νέο περιβάλλον, έναν εναλλακτικό σχηματισμό αισθήσεων, νοημάτων, γλωσσών, αξιών, κανόνων και μοιραζόμενων δομών. Με λίγα λόγια, αυτή η συλλογική δύναμη φτιάχνει έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο διαφορετικό που αντιτίθεται σε αυτόν που ήδη γνωρίζουμε, στον κόσμο της αγοράς και της κυριαρχίας που γεννά μιζέρια, αποκλεισμό, προνόμια, διακρίσεις, θάνατο.
Γι’ αυτό η λαϊκή δύναμη είναι μια πράξη που με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο μεταμορφώνει τους τόπους της ζωής των ανθρώπων δημιουργεί παράλληλα ένα μπλοκ ενάντια στην ομογενοποίηση, ένα μπλοκ που μπαίνει σε άμεση αντιπαράθεση με την τάξη της κυριαρχίας. Σαν διαδικασία, η λαϊκή δύναμη γνωρίζει πως ο δρόμος είναι μακρύς, αλλά έχει την τύχη να δημιουργεί ταυτόχρονα μια νέα κοινωνία με κάθε κατάκτηση του λαού.
Η λαϊκή εξουσία είναι πάνω από όλα ικανότητα, γιατί αντιτίθεται στον μελλοντικό κόσμο, γιατί αποκαλύπτει στον σημερινό κόσμο αυτό που πρόκειται να έρθει. Με αυτό τον τρόπο δημιουργεί μέρα με τη μέρα τόπους ελευθερίας, αλληλεγγύης, ισότητας και οριζόντιας δομής. Αυτό το τελευταίο είναι πολύ σημαντικό μιας και δεν εξυπηρετεί σε τίποτε να δημιουργείς μια ελεύθερη κοινωνία χρησιμοποιώντας καταπιεστικούς, ιεραρχικούς και τρόπους που διευκολύνουν τις διακρίσεις. Η νέα κοινωνία πρέπει να φτιαχτεί μέσα από δομές οριζόντιες, συμμετοχικές που θα περιλαμβάνουν τους πάντες. Αναγνωρίζοντας όμως ταυτόχρονα τις διαφορετικότητες, λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε άνθρωπος υψώνει τη φωνή του κάτω από τη δική του προσωπική προοπτική.
Έτσι λοιπόν, αν η λαϊκή εξουσία δεν είναι συνώνυμο της κυριαρχίας, αλλά της δημιουργίας μιας άλλης διαφορετικής κοινωνίας, οριζόντιας και ελεύθερης, δεν δίνουν τα χέρια η αναρχία και η λαϊκή εξουσία; Δεν είναι μέσα στους στόχους της αναρχίας η δημιουργία ενός νέου ήθους μέσα από το οποίο θα γίνει πράξη η κατάργηση κάθε προνομίου, οικονομικού, πολιτικού, κοινωνικού; Δεν οραματίζεται η αναρχία μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας που φτιάχνεται εδώ και τώρα;
Στην πραγματικότητα, η αναρχία που ζητάει να κοινωνικοποιηθούν τα μέσα παραγωγής, θέλει επίσης να κοινωνικοποιηθεί η "εξουσία", και να αποκλείσει τη δυνατότητα να μετατρέπεται αυτή σε προνόμιο για τους λίγους. Γι’ αυτό το λόγο επίσης το αναρχικό κίνημα δημιουργεί μια συλλογική δύναμη που αναδύεται από τις ελεύθερες κοινωνικές σχέσεις που γίνονται αντιληπτές μόνο από τις οριζόντιες δομές και την διαφορετικότητα. Επιπλέον, όπως δεν κουράζονταν να επαναλαμβάνουν οι Μαλατέστα και Μπακούνιν, η αναρχία πρέπει να έχει τα αυτιά της ανοικτά στον λαό, η αναρχία πρέπει να αναδυθεί από τους καταπιεσμένους, από τους αποκλεισμένους, από τους ξεχασμένους.
Αν είναι έτσι, και για να έχουμε μια τέτοια αναρχία, αυτή πρέπει να εκδηλωθεί από τη βάση. Είναι από τα κάτω που φτιάχνεται η νέα κοινωνία, αποφεύγοντας τον συγκεντρωτισμό, τις εντολές, τη γραφειοκρατία. Γι’ αυτό η αναρχία κτίζεται μέσα από τις οριζόντιες δομές, μέσα από τις συνελεύσεις, μέσα από την άμεση δράση. Αυτό το κίνημα προσχεδιάζει στο παρόν την άλλη κοινωνία και είναι γι’ αυτό το λόγο που η ελευθεριακή αυτοδιαχείριση δεν είναι τίποτε παραπάνω από την αντικαπιταλιστική και αντιιεραρχική οργάνωση της συγκεκριμένης κοινότητας. Είναι ο σχεδιασμός και η άμεση διαχείριση του λαού στην οικονομία, στην πολιτική, στον πολιτισμό γενικά στην ζωή του από κοινού.
Με άλλα λόγια, η αναρχική αυτοδιαχείριση δημιουργεί τη λαϊκή δύναμη, φτιάχνοντας εναλλακτικά μέρη συλλογικής ζωής, σημεία υλικά και εικονικά που ξεφεύγουν από τον έλεγχο του καπιταλισμού και της εξουσίας. Κάτω από αυτή την οπτική, το να συνδυάζεις τη λαϊκή εξουσία με την αναρχία δεν αποτελεί καμιά αντίθεση, ούτε κανένα κακόγουστο αστείο, αλλά είναι μια επαναστατική πρόκληση, ένα κάλεσμα σε δράση.
[Σ.τ.Μ: 1. Ο πρωτότυπος τίτλος του κειμένου είναι «Anarquismo y Poder Popular». Η λέξη poder σαν ουσιαστικό στα ισπανικά έχει διάφορες σημασίες. Μερικές από αυτές είναι "ισχύ, δύναμη, εξουσία, δυνατότητα". Στη γλώσσα της πολιτικής όμως έχει αποκλειστικά τη σημασία της "εξουσίας". Οι συγγραφείς, όπως το αντιλήφθηκα προσωπικά, με μια σειρά συλλογισμών κάνουν ένα λογοπαίγνιο μεταξύ της δύναμης και εξουσίας. Ανάλογα με το πώς χρησιμοποιούν τη λέξη έκανα την αντίστοιχη μετάφραση, άλλοτε σαν δύναμη άλλοτε σαν εξουσία ή "εξουσία" όταν προσωπικά αποστασιοποιούμαι από τον όρο. Αν υπάρχουν κενά ή σημεία δυσνόητα, οι γνωρίζοντες καλύτερα ισπανικά από μένα ας διορθώσουν.
2. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τις πολιτικές συνθήκες κάτω από τις οποίες προήλθαν αυτές οι σκέψεις, τις βρήκα όμως σχεδόν διαχρονικές όσον αφορά το θέμα και γι’ αυτό μετέφρασα το παραπάνω για να το μοιραστώ εδώ μέσα.
** Ο Miguel Enríquez Espinosa, ήταν ηγέτης του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος της Χιλής Movimiento de Izquierda Revoloucionaria. Για περισσότερες πληροφορίες γράφω ολόκληρο το όνομά του και ας κάνει ο καθένας το δικό του ψάξιμο αν χρειάζεται.]
Διάλογος με έναν Σύρο αναρχικό για τη Γάζα, τη Μέση Ανατολή και τους ελευθεριακούς
H παρακάτω συνέντευξη για το ζήτημα του μακελειού στη Γάζα, την επίδρασή του στην ευρύτερη περιοχή και το ρόλο των αναρχικών στο συνεχιζόμενο αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό και καπιταλισμό, πάρθηκε από τον Mazen Kamalmaz, Σύρο αναρχικό και εκδότη της αραβικής ιστοσελίδας ανάλυσης και γνώμης http://www.ahewar.org/m.asp?i=1385
Ως αναρχικός από τη Μέση Ανατολή, ποια είναι η άποψή σου για την πρόσφατη σύγκρουση στη Γάζα και την εύθραυστη ανακωχή που επιτεύχθηκε με την εκλογή του Ομπάμα ως προέδρου των ΗΠΑ;
Η πρόσφατη ισραηλινή επίθεση στη Γάζα ήταν εξαιρετικά αιματηρή, αλλά δεν ήταν η πρώτη στο είδος της. Ο πόλεμος αυτός ήταν η συνέχεια αυτού του καλοκαιριού του 2006 με την ισραηλινή επίθεση στο Λίβανο. Τότε, η υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ περιέγραψε την επίθεση αυτή ως την αρχή μιας νέας Μέσης Ανατολής, που υποτίθεται ότι θα ταιριάζει απόλυτα στη θέληση των σούπερ-ιμπεριαλιστών των ΗΠΑ. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρξε κάποια ανακωχή στο τέλος η οποία αποτελεί ένα στοπ μέχρι που οι συνθήκες γίνουν πιο κατάλληλες γι’ αυτούς. Οι εχθροπραξίες και το μακελειό σταμάτησαν μόνο επειδή ο Ομπάμα διέταξε την ισραηλινή ηγεσία να πάψει το πυρ λόγω της ορκωμοσίας του στο Λευκό Οίκο. Το χειρότερο, και για τον πόλεμο και την αναπόφευκτη ανακωχή, είναι ότι οι μάζες, ο λαός, είναι εκείνοι που υποφέρουν πιο πολύ και η θέληση και τα ενδιαφέροντα των οποίων αγνοούνται πλήρως από τις ανερχόμενες ελίτ.
Ποια νομίζεις ότι είναι τα κύρια κίνητρα των Ισραηλινών για την τελευταία αυτή επίθεση;
Να επιβάλλει την ισραηλινή και, ταυτόχρονα, την αμερικανική θέληση σε βάρος των παλαιστινιακών και αραβικών μαζών.
Ποια ήταν η αντίδραση του αραβικού κόσμου στη νέα ισραηλινή επίθεση;
Υπήρξε αρκετός θυμός στους αραβικούς δρόμους. Οι πρώην σταλινικοί και πρώην εθνικιστές διανοούμενοι καθώς και οι πολιτικές ελίτ, ήσαν διαχωρισμένες στο ζήτημα: μερικοί υποστηρίζουν τα φιλοαμερικανικά αραβικά καθεστώτα που χαρακτηρίζονται ως “σύγχρονα” και “μετριοπαθή” επειδή καταστέλλουν τους ισλαμιστές φονταμεταλιστές… Αυτό είναι το νέο “μέτρο” προόδου στη Μέση Ανατολή, σε πλήρη συμφωνία με τον Πόλεμο Ενάντια στην Τρομοκρατία. Άλλοι τάχθηκαν με την πλευρά της Χαμάς, χαρακτηρίζοντας τον αγώνα της ως αντι-ισραηλινό αγώνα και εθνική αντίσταση. Τα φιλοαμερικανικά και φιλο-ισραηλινά ΜΜΕ δεν μπόρεσαν να ανακτήσουν κάτι από τη χαμένη τους δημοφιλία, κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, ανάμεσα στις αραβικές μάζες κι έτσι οι μάζες αυτές αφέθηκαν κυρίως στην επιρροή των φονταμενταλιστών.
Υπήρξε ή υπάρχει κάποια αναρχική δραστηριότητα υποστήριξης και αλληλεγγύης με το λαό της Γάζας στις αραβικές χώρες;
Η απάντηση στην ερώτηση αυτή πρέπει να αντανακλά την παρούσα κατάσταση του αραβικού αναρχισμού. Ακόμα αποτελούμαστε από πολύ μικρές ομάδες που δεν έχουν καμία πραγματική επίδραση στον κόσμο. Αν και οι ιδέες μας είναι σεβαστές από κύκλους της διανόησης δεν είναι αυτό το πραγματικό αντικείμενό μας. Ο στόχος μας είναι να δημιουργήσουμε ένα δυναμικό κίνημα της βάσης με ρίζες στις αξίες της ελευθερίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης. Στην πραγματικότητα, σε μερικά μέρη δεν είμαστε τίποτε άλλο παρά μια πολύ μικρή μειονότητα στις διαδηλώσεις που γίνονται στους δρόμους ενάντια στον πόλεμο. Παντού αντιμετωπίζουμε κατασταλτικά μέτρα και δημόσια προκατάληψη. Αλλά το βάθος της γενικής κρίσης σημαίνει ότι οι μάζες χρειάζονται τις ιδέες μας ως βάση για έναν πραγματικά δημοκρατικό αγώνα ενάντια στις καταπιεστικές και εκμεταλλεύτριες ελίτ.
Τι πιστεύεις για την επίδραση των αποτελεσμάτων των πρόσφατων ισραηλινών εκλογών στο παλαιστινιακό ζήτημα;
Οι ισραηλινές εκλογές δεν έχουν τόση μεγάλη επίδραση - εάν έχουν κάποια - στη μοίρα της σύγκρουσης. Ο ισραηλινός λαός, διαποτισμένος από τη σιωνιστική προπαγάνδα, εξακολουθεί να εμπιστεύεται την άρχουσα ελίτ του. Αυτό είναι ένα ακόμα παράδειγμα ότι η πραγματική αλλαγή δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω τέτοιων εκλογικών αναμετρήσεων. Η υπόθεση μεταξύ Ισραηλινών - Εβραίων αποτελεί ένα τρομερό παράδειγμα της ιμπεριαλιστικής και αποικιοκρατικής πολιτικής του καπιταλισμού. Αφού χρησιμοποίησαν τους Εβραίους επί αιώνες ως αποδοπομπιαίους τράγους στις εσωτερικές τους διαμάχες, και μετά το μακελειό σε βάρος εκατομμυρίων από αυτούς, τους χρησιμοποιούν εκ νέου για να βοηθήσουν στην επιβολή των συμφερόντων τους. Έτσι οι Εβραίοι πολεμούν τώρα και σκοτώνουν Παλαιστίνιους για χάρη των δυτικών καπιταλιστών, που υπήρξαν οι ιστορικοί τους καταπιεστές, και για την κυριαρχία των δεύτερων στην πετρελαιοπαραγωγική αυτή περιοχή.
Πώς νομίζεις ότι το παλαιστινικακό ζήτημα έχει επιπτώσεις σε όλη την περιοχή της Μέσης Ανατολής;
Η παλαιστινιακή υπόθεση είχε και ακόμα θα έχει τεράστια επίδραση στην περιοχή. Μετά το 1948, αυτό που τώρα ονομάζεται Al-Nakba στην παλαιστινιακή ιστορία (καταστροφή), η περιοχή γνώρισε περιόδους αναταραχής και δυσαρέσκειας, με αποτέλεσμα την άνοδο των “εθνικιστικών” κινημάτων στο Κάιρο, τη Βαγδάτη και τη Δαμασκό. Αυτές οι στρατιωτικές και καταπιεστικές δικτατορίες χρησιμοποίησαν τη σύγκρουση ενάντια στην ισραηλινή επιθετικότητα ως δικαιολογία για την κυριαρχία τους, ως “ναρκωτικό για τα έθνη μας”. Τώρα είναι η σειρά των ισλαμιστών φονταμενταλιστών που προσπαθούν να τη χρησιμοποιήσουν για να “αποδείξουν” την αντιδυτική φύση της σύγκρουσης και, κατά συνέπεια, ως βάση για τη δική τους κυριαρχία πάνω στις μάζες. Ως αποτέλεσμα της αποικιοκρατικής φύσης του καπιταλισμού, η παλαιστινιακή υπόθεση εμπεριέχει πάντα δυσαρέσκεια και θυμό ενάντια στο άδικο εκμεταλλευτικό σύστημα.
Πώς νομίζεις ότι το αναρχικό κίνημα μπορεί να υποστηρίξει τον παλαιστινικό λαό; Υπάρχουν καλέσματα για μποϊκοτάζ κατά του Ισραήλ, νομίζεις ότι είναι αυτή η σωστή τακτική;
Η αλληλεγγύη του διεθνούς αναρχικού κινήματος χρειάζεται τόσο πολύ και είναι πολύ σημαντική. Και, ναι, τα καλέσματα για μποϊκοτάζ είναι, επίσης, σημαντικά. Σύμφωνα με την εμπειρία του αγώνα κατά του απαρτχάιντ τέτοιες δραστηριότητες αποδείχτηκαν αρκετά αποτελεσματικές ώστε να προειδοποιήσουν τον επιτιθέμενο και να συνδέσουν τους διεθνείς υποστηρικτές. Εμείς, σε αντίθεση με τους εθνικιστές και τους ισλαμιστές, δεν βλέπουμε τη σύγκρουση ως τοπικό και μόνο γεγονός. Στην πραγματικότητα, είναι μέρος του αγώνα της ανθρωπότητας ενάντια στο άδικο διεθνές σύστημα στο οποίο κυριαρχούν οι πολυεθνικές και οι μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις. Για τις αραβικές μάζες η φωνή της αλληλεγγύης που έρχεται από τη Δύση, ακόμα και από το εσωτερικό του Ισραήλ, είναι μια ξεκάθαρη απόδειξη ότι η σύγκρουση δεν είναι μόνο μια διαμάχη μεταξύ θρησκειών και πολιτισμών.
Επικρατεί μια εκτεταμένη αίσθηση ανάμεσα στους Παλαιστίνιους ότι έχουν ξεχαστεί από τον υπόλοιπο κόσμο… Νομίζεις ότι τώρα είναι η καλύτερη στιγμή να αναγεννηθεί το διεθνές κίνημα αλληλεγγύης; Πώς θα ήταν αυτό το κίνημα;
Συμφωνώ από καρδιάς με αυτό. Ο αντίκτυπος των δραστηριοτήτων των “Αναρχικών Ενάντια στο Τείχος” ενάντια στο ρατσιστικό διαχωριστικό τείχος, είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα. Το κύριο πρόβλημα εδώ είναι οι μικρής κλίμακας δραστηριότητες που εκτυλίσσονται μόνο σε συγκεκριμένες τοποθεσίες, κυρίως στη Δυτική Όχθη. Νομίζω ότι η Γάζα πρέπει να γίνει ένας σημαντικός στόχος των δραστηριοτήτων αλληλεγγύης. Τα βάσανα του κόσμου εκεί είναι τρομερά, και γι’ αυτό οι μάζες που έχουν ανάγκη από οτιδήποτε για να επιζήσουν πρέπει να διαλέξουν ανάμεσα στη Χαμάς ή τη Φατάχ οι οποίες προμηθεύουν αυτά τα αγαθά με έναν όρο: να τους ακολουθήσουν οι μάζες και να υποστηρίξουν το στόχο τους να ελέγξουν τη Γάζα.
Πώς πιστεύεις ότι μπορεί να επιτευχθεί μια βιώσιμη ειρήνη στην πολεμοκρατούμενη Παλαιστίνη;
Έχουμε πει ότι δεν πρόκειται να υπάρξει βιώσιμη ειρήνη στο πρόβλημα αυτό. Οι τοπικές ελίτ ή οι διεθνείς αντίστοιχες, δεν μπορούν να επιλύσουν τη σύγκρουση. Αντίθετα, όλοι επωφελούνται από αυτήν. Μόνο οι ελεύθερες μάζες μπορούν να το κάνουν. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αποκτήσουμε δεσμούς με τους Ισραηλινούς αναρχικούς, τους αναρχικούς όλων των χωρών της περιοχής και όχι μόνο σχέσεις ανάμεσα σε αναρχικούς και ακτιβιστές, αλλά ακόμα ανάμεσα στους λαούς. Μόνο με αυτόν το συνδυασμένο τρόπο μπορούμε να κατανοήσουμε την αληθινή φύση της σύγκρουσης και να αγωνιστούμε ενάντια σε όλους αυτούς που τη χρησιμοποιούν για να διατηρούν την κυριαρχία τους πάνω μας.
* Η συνέντευξη αυτή πάρθηκε από το http://www.anarkismo.net όπου και δημοσιεύτηκε. Ελληνική μετάφραση “Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης”, 1 Μάρτη 2009.
Κοινωνικός αναρχισμός. Παράδοση θεωρίας και πράξης
Μόνο αν οι άνθρωποι αναπτύξουν θεσμούς και αξίες βασισμένες στην αμοιβαία βοήθεια στο επίπεδο των μικρών ομάδων και κοινοτήτων είναι δυνατόν να πραγματώσουν - μέσω της σύνδεσής τους - την πρακτική αυτή και σε οποιοδήποτε άλλο επίπεδο οργάνωσης των κινήσεων αντίστασης και της κοινωνικής ζωής. Αυτή είναι η ουσία του κοινωνικού αναρχισμού.
Ο αναρχισμός αποτελεί μια παράδοση θεωρίας και πράξης η οποία αναπτύχθηκε και εξελίχθηκε μέσα σ’ ένα ενεργό ιστορικά κίνημα. Αν και η ιδιαίτερη άνθησή του τοποθετείται στο δεύτερο μισό του 19ου και το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να επιβιώνει σε μια κατάσταση που ποικίλλει στον τόπο και στον χρόνο και η οποία καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την εκάστοτε κοινωνική-ιστορική συγκυρία.
Ασφαλώς υπάρχουν πολλά είδη σκέψης και δράσης που χαρακτηρίζονται αναρχικά, θα ήταν δύσκολο όμως να μην παραδεχθεί κανείς (αν και η παραδοχή αυτή συνιστά ταυτόχρονα μια επιλογή πολιτικής σημασίας) ότι το αναρχικό κίνημα είχε και έχει ως κατευθυντήριες αρχές την απόρριψη όλων των μορφών κυριαρχίας και την πρόταξη μορφών ανθρώπινης συμβίωσης και κοινωνικής οργάνωσης βασισμένων στην εθελούσια συνένωση και συνεργασία, την ατομική και συλλογική αυτονομία και το σεβασμό του ατόμου και της φύσης. Στην πράξη, αυτές οι αρχές οδήγησαν τους αναρχικούς να προτείνουν και να επεξεργαστούν πολιτικές όπως:
• η αντικατάσταση των εθνικών κρατών από ομοσπονδίες κοινοτικών και εργατικών ενώσεων,
• η αντικατάσταση του κεφαλαιοκρατικού - επιχειρηματικού καπιταλισμού και της κρατικής ιδιοκτησίας από τη διεύθυνση της παραγωγής και της κατανομής του προϊόντος από τους ίδιους τους παραγωγούς,
• η αντικατάσταση της πατριαρχικής οικογένειας από την ελεύθερη οικογένεια και μια διαφορετική διάρθρωση του νοικοκυριού,
• η αντικατάσταση της μεγαλούπολης και της συγκεντρωτικής κατανομής του πληθυσμού από αποκεντρωμένα, οικολογικά ισορροπημένα πληθυσμιακά και οικιστικά σχέδια και
• η αντικατάσταση της συγκεντροποιημένης υψηλής τεχνολογίας από εναλλακτικές τεχνολογίες προσανατολισμένες στον άνθρωπο και τις ανάγκες του, οι οποίες συνάδουν με την αμεσοδημοκρατική και αποκεντρωμένη λήψη αποφάσεων και δεν καταστρέφουν το κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον.
Οι αρχές αυτές αναπτύχθηκαν σημαντικά από την κυρίαρχη τάση της αναρχικής θεωρίας και πρακτικής, με αφετηρία στο έργο του Μπακούνιν και του Κροπότκιν. Συνεχίστηκαν από το ιστορικό αναρχικό κίνημα στις επικρατούσες μορφές του, αυτές του αναρχοσυνδικαλισμού και του αναρχοκομμουνισμού. Εξακολουθούν να εκφράζονται και σήμερα τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο.
Με βάση τις προαναφερθείσες αρχές, η πολιτική μας ταυτότητα ως αναρχικοί, αλλά και η καθημερινή μας δράση, έχει ως βασική αφετηρία και κατευθυντήρια αρχή το όραμα μιας κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση και κυριαρχία, τον αγώνα για την πραγμάτωση μιας ζωής λιγότερο ελεγχόμενης (από τον κρατικό μηχανισμό) και εμπορεύσιμης (από την οικονομία της αγοράς). Είναι φανερό ότι οι στόχοι της δράσης τοποθετούνται στο πεδίο του κοινωνικού γίγνεσθαι επιδιώκοντας τη ριζική μεταμόρφωσή του. Το γεγονός αυτό καθορίζει τις μορφές της δράσης, οι οποίες δεν μπορούν παρά να είναι κοινωνικές• δηλαδή να λαμβάνουν χώρα εντός της κοινωνίας, να αναδεικνύουν την κοινωνική διάσταση του φορέα τους (αναρχικοί), να αφορούν τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι και να στοχεύουν ξεκάθαρα στον πραγματικό εχθρό (κράτος και κεφάλαιο).
Για μας, λοιπόν, η αναρχική δράση δεν οριοθετείται στα πλαίσια ευκαιριακών συγκεντρώσεων ατόμων κάθε φορά που συλλαμβάνεται κάποιος σύντροφος, ούτε ταυτίζεται με τις περιστασιακές εκδηλώσεις «αδιάλλακτης εξεγερτικής δράσης» μια φορά στο τόσο, όταν κοινωνικά γεγονότα που δημιουργούνται από άλλους προσφέρουν αυτή την ευκαιρία. Για μας ο αναρχισμός πρέπει να πάψει να αποτελεί απλώς ένα στάδιο της προσωπικής ζωής κάποιων «οργισμένων» εφήβων, μια φαντασιοπληξία για τους μεσήλικες μέντορές τους ή ένας δρόμος για την «αυτοπραγμάτωση» και το ψευδοριζοσπαστικό ισοδύναμο της ομαδικής ψυχοθεραπείας. Ο αναρχισμός δεν είναι η γοητεία της καταστροφής, δεν είναι τσαμπουκάς, δεν είναι μαγκιά, δεν είναι τρόπος ζωής σύμφωνα με κριτήρια ιδεολογικής καθαρότητας. Αντίθετα, είναι μια αντίληψη για την οργάνωση της ζωής και τη συγκρότηση του κόσμου που αναζητά - διαρκώς μετασχηματιζόμενη - την πρακτική της εφαρμογή.
Στα πλαίσια αυτά, κεντρικό ζητούμενο είναι η διάχυση της αναρχικής δράσης στους τόπους του κοινωνικού γίγνεσθαι, εκεί όπου διαδραματίζεται η ζωή, εκεί όπου κυκλοφορούν και δρουν οι πραγματικοί άνθρωποι με τα προβλήματα και τις αντιφάσεις τους στις αντιλήψεις και τις συμπεριφορές τους. Πρωταρχικός στόχος είναι η δημιουργία ανταγωνιστικών προς το υπάρχον θεσμών/κοινοτήτων όπου πραγματώνεται η πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία• οι αδιαμεσολάβητες και άμεσες σχέσεις και η καθημερινή πολιτική - με την αυθεντική σημασία του όρου - τριβή. Η οικοδόμηση του κοινοτικού ιστού αναδεικνύεται ως η πλέον ενδεδειγμένη απάντηση αντίστασης σης επιταγές του καπιταλισμού. Ταυτόχρονα, αποτελεί και την καταλληλότερη αφετηρία για την ανατροπή του στο βαθμό που αντιμετωπίζει την ουσία του (καταστροφή της κοινότητας) με την ακριβώς αντίστροφη επιθετική κίνηση (καταστροφή ατομικισμού - ανάδειξη της κοινότητας).
Κριτήριο της δράσης των αναρχικών δεν μπορεί να είναι, όπως συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις σήμερα, η αγωνιώδης προσπάθεια να επιβεβαιωθεί η διαφορετικότητα και να εμπεδωθεί η ιδεολογική καθαρότητα, προσπάθεια που οδηγεί στον αυτοεγκλωβισμό σε αδιέξοδες πρακτικές, στη συνεχή ομφαλοσκόπηση και τον αέναο βαυκαλισμό με την πλατωνική ιδέα της αναρχίας. Αντίθετα, η πρακτική και η δυναμικότητά τους οφείλει να προσανατολιστεί στην κοινωνική δράση, δηλαδή στη δημιουργία κινήσεων αντίστασης στους τόπους κατοικίας (γειτονιές, προάστια, μικρές πόλεις) και εργασίας-εκπαίδευσης. Αυτή η τοπική δράση δεν μπορεί να αρθρώνεται στη βάση μιας αυστηρά συνεκτικής ιδεολογικοπολιτικής πλατφόρμας καθώς στο τοπικό επίπεδο κυρίαρχο ρόλο παίζει η κοινωνική παράμετρος, δηλαδή η εκ των πραγμάτων ένταξη του ατόμου στους τόπους του κοινωνικού γίγνεσθαι. Η απουσία καθαρότητας όμως δεν έχει να κάνει με τη φιλελεύθερη αντίληψη για την αρμονική συνύπαρξη των διαφορετικοτήτων. Αντίθετα, υπηρετεί τη σκοπιμότητα της ζύμωσης και της επικοινωνίας μεταξύ όσων αντιστέκονται.
Σε ένα διαφορετικό επίπεδο οι διευρυνόμενες ιδεολογικές - πολιτικές συμφωνίες, αν πρόκειται να οδηγήσουν σε έναν συγκροτημένο και πειστικό αντίλογο, θα πρέπει να συγκροτούνται στη βάση ίων κοινών αντιλήψεων γύρω από ζητήματα πολιτικής και τακτικής. Και όχι, όπως συμβαίνει σήμερα, γύρω από επιμέρους περιπτώσεις και ad hoc πρωτοβουλίες που τις περισσότερες φορές αφορούν την υπεράσπιση φυλακισμένων συντρόφων. Η κεντρική συνάντηση και οργάνωση των αναρχικών είναι αναγκαία. Δεν είναι δυνατόν όμως να επιδιώκεται στη βάση της αλληλεγγύης προς τους πολιτικούς κρατούμενους και να εξαντλείται εκεί. Όπως δεν είναι δυνατόν να οδηγεί στην απαξίωση της τοπικής δράσης, με τα χαρακτηριστικά που της αποδόθηκαν πιο πριν.
Επιστρέφουμε λοιπόν σε αυτή την πρωταρχική έννοια-κλειδί. Η προώθηση της συγκεκριμένης αυτής μορφής τακτικής δεν οφείλεται σε ιδεολογικές εμμονές ή στην αναγκαιότητα της διαφοροποίησης και του διαχωρισμού. Αντίθετα, προκύπτει από τις προτάσεις των αναρχικών για την αυτοοργάνωση των κινήσεων αντίστασης και την αυτοδιεύθυνση της κοινωνικής ζωής. Για μας, η επανάσταση αποτελεί μια υπόθεση που είτε υπάρχει στο ΕΔΩ και στο ΤΩΡΑ, είτε παύει να υπάρχει. Η επανάσταση είναι μια λέξη κενή νοήματος, όταν δεν έχει να προσδώσει τίποτα στο ΕΔΩ και στο ΤΩΡΑ. Και για μας έχει να προσδώσει• ασφαλώς, όχι μια ονείρωξη, αλλά την προσπάθεια των ανθρώπων καθημερινά να πάρουν βήμα-βήμα τη ζωή τους στα χέρια τους. Την προσπάθεια να δημιουργούνται συλλογικότητες, χώροι και γεγονότα που να βασίζονται και να προτάσσουν ξεκάθαρα την αυτονομία, αντιπαραθέτοντας έτσι στους κυρίαρχους θεσμούς μία ζωντανή πολεμική που αναπτύσσεται μέσα από την ανασύνθεση του διαλυμένου κοινωνικού ιστού και το στέριωμα σε αυτόν.
Ουσιαστικά, πρόκειται για την προσπάθεια δημιουργίας ενός διαφορετικού πολιτισμού, την προσπάθεια ανασύστασης της κοινωνίας όχι στη βάση της εξουσίας μεταξύ των ανθρώπων, αλλά σε μία βάση διαμετρικά αντίθετη, εκείνη της αναρχίας.
Η διεκδίκηση αυτή της αυτονομίας, από μέρους ορισμένων κοινωνικών ομάδων, και η διαρκής σύγκρουση τους με την εμπορευματική οικονομία αποτελεί μια υπόθεση καθημερινή. Τον καθημερινό αυτό αγώνα - τόσο σε επίπεδο σύγκρουσης με το κυρίαρχο, όσο και σε επίπεδο δημιουργίας αυτόνομων κοινωνικών θεσμών - είναι που θέλησε να εκφράσει και ο Ερίκο Μαλατέστα, γράφοντας την περίφημη φράση: «Στην αναρχία δεν θα φτάσουμε ούτε σήμερα ούτε αύριο ούτε ποτέ. Στην αναρχία θα πορευόμαστε σήμερα, αύριο και για πάντα».
Μόνο αν οι άνθρωποι αναπτύξουν θεσμούς και αξίες βασισμένες στην αμοιβαία βοήθεια στο επίπεδο των μικρών ομάδων και κοινοτήτων είναι δυνατόν να πραγματώσουν - μέσω της σύνδεσής τους - την πρακτική αυτή και σε οποιοδήποτε άλλο επίπεδο οργάνωσης των κινήσεων αντίστασης και της κοινωνικής ζωής. Αυτή είναι η ουσία του κοινωνικού αναρχισμού.
Για μια ελευθεριακή ηθική. Σκέψεις και προτάσεις
Για μας η πραγμάτωση της ανθρωπιάς από το άτομο και ο εξανθρωπισμός των κοινωνικών σχέσεων, αυτές οι δυο όψεις της επαναστατικής διαδικασίας, γίνονται δυνατές στο μέτρο που ο καθένας μας ενστερνίζεται και βιώνει μια ουσιαστικά ελευθεριακή ηθική.
Στην ιεραρχική κοινωνία μας οι διαπροσωπικές σχέσεις καθορίζονται παραδοσιακά με όρους κυριαρχίας-υποταγής. Κάθε άνθρωπος δεν νοείται ως ένα πρόσωπο ανάμεσα σε αλλά ισότιμα πρόσωπα, αλλά ως άτομο που ο σκοπός της ύπαρξής του είναι να κυριαρχήσει πάνω σε άλλα άτομα ή να υποταχτεί στη θέληση άλλων, μέσα σ’ έναν ανελέητο πόλεμο του καθενός εναντίον όλων. Το Διαφορετικό, είτε πρόκειται για άνθρωπο, είτε για σχέση, ή για πράγμα, γίνεται αντιληπτό ως ανταγωνιστικό, και σαν τέτοιο επιβάλλεται να τοποθετηθεί σε μια ιεραρχική κλίμακα. Ο καταναγκασμός, η χειραγώγηση, η βία, είναι θεμελιώδεις πρακτικές της κοινωνίας που βρίσκεται σε μόνιμη εμπόλεμη κατάσταση με τον εαυτό της και με τη φύση, και οι ουσιαστικά ανθρώπινες σχέσεις είναι μάλλον περιθωριακό φαινόμενο.
Τα θετικά και τα αρνητικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, η κοινωνική υπευθυνότητα και οι αντικοινωνικές τάσεις, δεν καθορίζονται βιολογικά. Είναι δημιουργήματα τόσο του ιδιαίτερου τρόπου κοινωνικοποίησης στην οποία υποβάλλεται το άτομο, όσο και των συνειδητών επιλογών του ίδιου του ατόμου. Ο αυταρχικός χαρακτήρας του ανθρώπου, οι σαδιστικές-κυριαρχικές και οι μαζοχιστικές-δουλοπρεπείς τάσεις του, είναι σε μεγάλο βαθμό δημιούργημα και διαιωνιζόμενο αποτέλεσμα του φαύλου κύκλου της αυταρχικής κοινωνικοποίησης, της θεμελιωμένης πάνω στο φόβο.[Θεμελιωμένης κυρίως πάνω στο μύθο και την απατή θα έλεγα.] Για μας, η πραγμάτωση της ανθρωπιάς από το άτομο και ο εξανθρωπισμός των κοινωνικών σχέσεων, αυτές οι δυο όψεις της επαναστατικής διαδικασίας, γίνονται δυνατές στο μέτρο που ο καθένας μας ενστερνίζεται και βιώνει μια ουσιαστικά ελευθεριακή ηθική.
Η λέξη «ηθική» σημαίνει παραδοσιακά έναν κώδικα αξιών, προτύπων και κανόνων συμπεριφοράς, κώδικα που επιβάλλεται στους ανθρώπους από κοσμικές ή υπερκόσμιες αυθεντίες («φωτισμένους ηγέτες», «προγόνους», «θεούς», «πνεύματα», κ.τ.λ.) Αυτό που προτείνουμε δεν έχει καμία σχέση με την κατεστημένη-συμβατική έννοια της «ηθικής».
Η ελευθεριακή ηθική είναι ένα σύνολο αξιών και αυτοδεσμεύσεων εθελοντικά αποδεκτών. (Ελευθεριακή ηθική επιβεβλημένη με βία, καταναγκασμό ή χειραγώγηση, είναι μακάβρια φάρσα.) Πηγή της είναι οι αυτόνομοι και ισότιμοι άνθρωποι που την διατυπώνουν υπεύθυνα και συνειδητά. (Όχι κάποια αυθεντία, όχι κάποιοι «νόμοι της ιστορίας», όχι κάποιο κέντρο αποφάσεων στεγανοποιημένο και ανεξέλεγκτο από την κοινωνία). Κορυφαίες αξίες της, που αποτελούν αυτοσκοπούς, είναι η ευτυχία του ατόμου και της κοινωνίας, η εναρμόνισή τους, και η υπόθαλψη του κόσμου των έμβιων. Αυτές οι αξίες, και οι αυτοδεσμεύσεις που συνεπάγονται, αποτελούν ένα οργανικό σύνολο. Η οργανική σύνδεση και η αλληλεπίδρασή τους συνιστούν την ελευθεριακή ουσία τους. Αν διαχωριστούν και κατακερματιστούν, παύουν να υφίστανται ως ελευθεριακή ηθική, μετατρέπονται σε ιδεολογία, ψευδή συνείδηση.
1. Οι άνθρωποι είναι μεταξύ τους ίσοι από κάθε άποψη. Οι ανάγκες και οι επιθυμίες όλων είναι ίσης σημασίας, συνεπώς όλοι έχουν εξίσου το δικαίωμα στην ικανοποίησή τους. Απορρίπτονται κατηγορηματικά η ιεραρχία, θεσμοποιημένη ή άτυπη, η ανισότητα, τα προνομία κάθε είδους, οι διακρίσεις σε βάρος ατόμων ή ομάδων.
2. Η ζωή, η αυθόρμητη ανάπτυξη των έμβιων και η βιοποικιλότητα αποτελούν αυτοσκοπούς. Η χυδαία αντίληψη της φύσης ως αθροίσματος αψύχων πραγμάτων, πρώτων υλών προορισμένων για εκμετάλλευση και χειραγώγηση, είναι καταδικαστέα. Η ιεραρχική-ανταγωνιστική νοοτροπία που γεννά τέτοιες κυριαρχικές και εκμεταλλευτικές αντιλήψεις και σχέσεις, είναι εξίσου καταδικαστέα.
3. Κυρίαρχη αντίληψη αυτής της κοινωνίας είναι ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Για μας, τα μέσα και οι σκοποί αλληλοκαθορίζονται: ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα, αλλά τα μέσα προεικονίζουν τους σκοπούς στο βαθμό που τους εμπεριέχουν.
4. Η βία, η χειραγώγηση, ο καταναγκασμός, είναι καταδικαστέα. Ορισμένοι άνθρωποι που δηλώνουν επαναστάτες ή αναρχικοί, ανάγουν τη σύγκρουση σε αυτοσκοπό. Έτσι, είτε αυτοεπιβεβαιώνονται, είτε εκλογικεύουν την τυφλή εκτόνωση του μίσους τους για την καταπίεση που έχουν υποστεί. Εθελοτυφλούν μπροστά στο γεγονός ότι ακόμα κι αν ανατρέψουμε σήμερα το κράτος, αύριο κιόλας ο αυταρχικός χαρακτήρας των ανθρώπων θα δημιουργήσει νέους καταπιεστικούς θεσμούς. Το ζητούμενο είναι να εξαλείψουμε τον αυταρχικό χαρακτήρα μας και τον φαύλο κύκλο βίας και καταπίεσης που γεννάει.
Δεν είμαστε απαραίτητα ούτε «ειρηνιστές», ούτε «μη βίαιοι», ούτε, βεβαίως, «βίαιοι». Διατηρούμε το δικαίωμα κι έχουμε την κριτική ικανότητα να επιλέξουμε τα μέσα άμυνάς μας ανάλογα με τις εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες.
5. Η διαφορά, η ιδιαιτερότητα του ατόμου, είναι δικαίωμα. Επιθυμούμε την εναρμόνιση των ιδιαιτεροτήτων.
6. Στην καπιταλιστική κοινωνία, το κίνητρο της ανταλλαγής είναι το κέρδος: «να δώσω λίγα για να πάρω πολλά». Θέλουμε την εξάλειψη αυτής της σχέσης, επιδιώκουμε την καθιέρωση της χαριστικότητας, της οποίας κίνητρο είναι η χαρά της ικανοποίησης μιας ανάγκης ή επιθυμίας του Άλλου.
[Θα προσέθετα: Θέλουμε τη χαριστικότητα: Να πάρουμε στα χεριά μας ως ίσοι τα μέσα παραγωγής, για να παράγουμε αγαθά για τις ανάγκες μας και όχι εμπορεύματα για το κέρδος. Να καταργήσουμε το χρήμα, το κέρδος και τα αφεντικά. Να μοιραζόμαστε όλοι. επί ίσοις όροις και δωρεάν, τα αγαθά που όλοι θα παράγουμε.]
7. Θέλουμε κι επιδιώκουμε οτιδήποτε προάγει την αυτονομία όλων των ανθρώπων, την αλληλεγγύη, τη συντροφικότητα, την ειλικρίνεια και διαφάνεια στις σχέσεις, την αλληλοβοήθεια, τη συνεργασία και τη χαριστικότητα, την ανεκτικότητα, την αυθόρμητη έκφραση του αισθησιασμού και του έρωτα, το σεβασμό της φύσης.
Θέλουμε να προωθήσουμε τη συνειδητοποίηση από μέρους των ανθρώπων του γεγονότος ότι οι ίδιοι προσωπικά είναι οι αρμόδιοι, οι υπεύθυνοι και οι κατάλληλοι για τη διεύθυνση των κοινωνικών υποθέσεων, με την ενεργοποίηση διαδικασιών άμεσης δημοκρατίας. Όλοι μας, με ενεργό συμμετοχή και επί ίσοις όροις, έχουμε το δικαίωμα και το καθήκον να δημιουργούμε τους κανόνες και τους θεσμούς της κοινωνίας• όχι οι κλίκες των επαγγελματιών πολιτικών, των καπιταλιστών, των γραφειοκρατών και των «ειδικών».
8. Αποστρεφόμαστε και πολεμάμε αδιάλλακτα την κυριαρχία, την εκμετάλλευση, την ιεραρχία, τη στερητική ιδιοποίηση, την εμπορευματοποίηση των ανθρώπων και των αγαθών, την αρπακτικότητα, τη λεηλασία και μόλυνση της φύσης, την υποβολή ζωντανών πλασμάτων στην οδύνη. Απορρίπτουμε τη μεταφυσική, τη μυθοποίηση, τις αυθεντίες κάθε είδους, τη θυσία για χάρη μύθων και απολύτων- αφαιρέσεων όπως «θεός», «πατρίδα», «φυλή», «κράτος», «κόμμα», «ανάπτυξη», «νόμοι της ιστορίας», κ.τ.λ.
Οι παραπάνω αυτοδεσμεύσεις έχουν νόημα στο βαθμό που διαμορφώνουν τη συμπεριφορά μας. Σε αντίθετη περίπτωση μετατρέπονται είτε σε ιδεολόγημα (ένα προσωπείο με το οποίο κρύβει κάποιος τον πραγματικό του εαυτό) είτε σε ψευδή συνείδηση, λανθασμένη αντίληψη της σχέσης του με τον κόσμο.
Οι μελλοντικές κοινωνίες δεν μπορούν παρά να είναι Αναρχικές και πλήρως συμφιλιωμένες με τη Φύση (Δεύτερο μέρος)
Με δεδομένες τις υλικοτεχνικές συνθήκες της εποχής μας και το πλαίσιο της «παγκοσμιοποίησης» που επιβάλλεται από τον κυρίαρχο τρόπο παραγωγής, τον καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας και την αγορά, αλλά ακόμα και από την εξίσου «παγκοσμιοποιημένη» σθεναρή αντίσταση που εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως, η συνάφεια των προβλημάτων που εγείρονται σε διαφορετικές «χωροχρονικές ζώνες» του πλανήτη τείνουν να ομογενοποιηθούν ως προς συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τους, όπως είναι η οργάνωση της παραγωγής και της κατανάλωσης, ο βαθμός δυνατότητας παρέμβασης του κράτους, η κίνηση του κεφαλαίου, η ρυθμιστική παρέμβαση των διεθνικών πολιτικοοικονομικών οργανισμών και των ΜΚΟ, και φυσικά η «μηντιόσφαιρα». Ποτέ άλλοτε η ολοκληρωτική μορφή δεν είχε τόσο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά όσο σήμερα, στην εποχή που το διαδίκτυο, οι τηλεπικοινωνίες, η μαζική κουλτούρα σε κάθε της έκφανση, τα μεταφορικά μέσα και οι πολυεθνικές επιχειρήσεις αποτελούν τις καίριες εκείνες συνιστώσες που επηρεάζουν και διαμορφώνουν τόσο την παραγωγική βάση όσο και το πολιτιστικό εποικοδόμημα των κοινωνιών, εξυφαίνοντας ένα ιστό ολοένα και πιο πυκνό, που τείνει να αγκαλιάσει τα πάντα. Από την άλλη, ο κόσμος γίνεται εμφανώς όλο και πιο πολύπλοκος και είναι κάτι παραπάνω από κοινή συνείδηση πλέον ότι υπάρχουν πολλές διαφορετικές «κοσμοαντιλήψεις» και «οπτικές γωνίες» (όπως υπάρχουν πολλά και διαφορετικά γούστα, απόψεις, επιθυμίες, προσδοκίες, τρόποι ζωής, κ.λπ. κ.λπ.), που όσο κι αν δεν μας αρέσουν ή τις θεωρούμε απατηλές και επικίνδυνες ή ακόμα και αν προκαλούν το μένος μας, διεκδικούν εξίσου επίμονα μ’ εμάς μερίδιο στην «Αλήθεια» που υποχρεωτικά γίνεται, υπ’ αυτό το πρίσμα, σχετική: «η αλήθεια μας», «η αλήθεια τους» κ.λπ. Αυτός ο αναπόφευκτος λόγω των εξελισσόμενων συνθηκών επιμερισμός των αντιλήψεων, που μετατρέπονται πολύ εύκολα σε ιδεολογία κάθε είδους, επιφέρει αφενός την ένταση του ανταγωνισμού με τους «άλλους» αφετέρου την απομάκρυνση από τους «άλλους» και την εσωστρέφεια σε κοινωνικό αλλά και σε ατομικό επίπεδο. Διαπλάθονται έτσι παράλληλα σύμπαντα που ενώ γενεαλογικά και γενετικά κατάγονται ως επί το πλείστον από την ίδια χωροχρονική στιγμή και την πρωταρχική ύλη της Μεγάλης Έκρηξης του cogito, του νεωτερικού υποκειμένου, απέχουν έτη φωτός μεταξύ τους και συνεχώς απομακρύνονται. Οι αυτόνομες συνομαδόσεις ή τα μεμονωμένα άτομα τείνουν να αποδίδουν μεγαλύτερη σημασία στο άμεσο κοινωνικοπνευματικό περιβάλλον τους που τους προσδίδει την ταυτότητά τους και να παραβλέπουν την συνάρτηση και την αλληλεπίδραση των παραγόντων και των διαδικασιών εκείνων που επηρεάζουν ριζικά τόσο τη δική τους θέση μέσα στο γενικότερο πλαίσιο όσο και την ίδια την αντίληψή τους περί της θέσης αυτής.
Αν εισάγουμε τώρα σε αυτή τη σχέση και τον παράγοντα του κεφαλαίου, δηλαδή του δρώντα παράγοντα ο οποίος συναρθρώνει το πλαίσιο και τους όρους ύπαρξης της κοινωνικής πραγματικότητας που δημιουργεί και αναπαράγει στην κίνησή του και στην αντίσταση που συναντά στην τάση του για απόλυτη κυριαρχία, θα αρχίσουμε να σχηματίζουμε ένα πιο σαφές περίγραμμα της προβληματικής μας. Το κεφάλαιο εμπεριέχει μια ριζική αντίφαση που εκφράζεται στην ίδια τη ροπή του και αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση της ανάπτυξής του: ενώ τείνει να δημιουργεί, να συμπεριλαμβάνει και να ομογενοποιεί ολοένα και ευρύτερα πεδία του κοινωνικού πεδίου ταυτοχρόνως καταστρέφει, απονεκρώνει, αποκλείει και διαχωρίζει. Το κυρίαρχο σύστημα, ο καπιταλισμός, επιβάλει καταναγκαστικά τη συνάφεια του τρόπου, διαχωρίζει ωστόσο κάθε ανθρώπινο πράττειν από την αντικειμενική παραγωγική διαδικασία, πραγμοποιεί τις ανθρώπινες σχέσεις και αποδίδει στην αξία (αφηρημένη μορφή) και στο εμπόρευμα (φετιχοποιημένη μορφή) την πρωτοκαθεδρία του ορισμού της πραγματικότητας και της διαμεσολάβησης με την ύπαρξη και τον κόσμο. Αποξενώνει τους πάντες από τα πάντα καταλύοντας κάθε πραγματική σχέση ενώ οικειοποιείται πάσα πτυχή και έκφανση της βούλησης για δράση ανάγοντας καθετί στην υπερβατική γλώσσα του «ατομικού συμφέροντος», της αξίας και του κέρδους. Διακρίνουμε σε αυτήν την αφαίρεση τον πυρήνα της ιδεολογίας μιας «υπερβατολογικής» ολοποιητικής αρχής, αυτού δηλαδή του συστήματος που επιβάλλεται ως ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής και των συνακόλουθων κοινωνικών σχέσεων που προσιδιάζουν στην τάση του για ολοκληρωτική κυριαρχία και στην αναπαραγωγική του ορμή.
Οι πολιτικές ιδεολογίες και θεωρίες αντιμάχονται σφοδρά, υπερασπίζοντας την ορθότητα του δικού τους προτάγματος, της δικιάς τους άποψης για την πολιτική και τον προσανατολισμό της κοινωνίας. Φυσικά, εδώ δεν υπονοούμε μόνο ότι όλες οι πολιτικές ιδεολογίες είναι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ουτοπικές, αλλά και ότι είναι, εκ συκροτήσεως εξουσιαστικές. Κύρια επιδίωξη και βλέψη τους είναι η επιβολή του δόγματός τους και της κοσμοθεωρίας τους και η αναμόρφωση των κοινωνικών δομών και των συμβολικών συστημάτων σύμφωνα με αυτά. Χρησιμοποιούν την εξουσία ως μέσον για να επιβάλουν τον σκοπό τους, δηλαδή την ηγεμονία τους. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί ο αναρχισμός, που αρνείται ριζικά την κυριαρχία, ενώ αποδέχεται μόνον τις απαραίτητες για τις κοινωνικές λειτουργίες μορφές εξουσίας, φιλτραρισμένες από ένα πυκνό πλέγμα κοινωνικού ελέγχου με αμεσοδημοκρατική δομή. Η εξουσία σε μια αναρχική κοινωνία δεν θεσμοποιείται με «ουσιοκρατικά» κριτήρια. Δεν παγιώνεται, δεν αποκτά «ουσία» που να ριζώνει σε κοινωνικές δομές και να αποτελεί προνόμιο μιας (ταξικής, δια-ταξικής ή υπέρ-ταξικής λίγο ενδιαφέρει) ελίτ που με κάθε τρόπο και μέσο θα επιδιώξει να τη διατηρήσει, να την αναπαράγει και να τη διευρύνει. Η βούληση για δύναμη του αναρχικού υποκειμένου δεν το ωθεί να καλλιεργεί βλέψεις εξουσίας επί των άλλων, εκλαμβάνεται ως μη μεταβιβάσιμη ατομική βούληση για τη διατήρηση της ίδιας της ατομικής ελευθερίας του υποκειμένου ως αυτονομίας. Αν αυτή η βούληση ελευθερίας αναγνωριστεί στον καθένα, όλοι βρίσκονται σε μια κατάσταση απόλυτης ισότητας απέναντι στους υπόλοιπους και ο καθένας απέναντι στον άλλον, αφού κανείς δεν αναγνωρίζει σε κανέναν άλλον (άτομο ή ομάδα) το δικαίωμα να επικαλεστεί αυθαίρετα την εξουσία του για να επιβάλει την θέληση ή την άποψή του πάνω του.
Το ασυμβίβαστο του αναρχισμού με την εξουσία δεν τον απαλλάσσει από την ανάγκη θεμελίωσης των αρχών του σε μια νεωτερική αντίληψη του υποκειμένου, ένα συγκροτημένο σημείο «συνείδησης» που αντιπαρατίθεται σε έναν περιβάλλοντα κόσμο και ανασυγκροτείται συνεχώς σε αλληλεπίδραση με αυτό το περιβάλλον σε μια σχέση αλληλοδιαμόρφωσης, ενώ παραμένει σε μια ιδιότυπη κατάσταση αυτοκαθορισμού που του επιτρέπει να αποφασίζει ελεύθερα, να ασκεί τη βούλησή του. Το ζήτημα πάντα είναι κατά πόσο ο ετεροκαθορισμός ή η αυτονομία είναι σε θέση να κάνουν την πλάστιγγα να φαίνεται πως έχει γείρει προς τη μεριά τους. Όμως όλες οι ενδείξεις μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα πράγματα δεν είναι και τόσο απλά. Και ότι η ατομική βούληση δεν είναι μια άχρονη κατηγορία αλλά διαμορφώνεται ιστορικά, το περιεχόμενο της εκδήλωσή της δεν είναι αυταπόδεικτα η εκφορά της «βαθύτερης» προσωπικής επιθυμίας αλλά πιθανώς είναι εκδήλωση μιας κοινωνικά κατασκευασμένης επιθυμίας. Το κατά πόσο μπορούμε να διαυγάσουμε τα σκοτεινά σημεία της βουλητικής παρόρμησης ως ψυχικού μηχανισμού και να ορθολογικοποιηθούν συγκροτούμενα ως «γνωστικό πεδίο» είναι παντελώς αδιάφορο, καθώς η ίδια η βουλητική παρόρμηση παραμένει εν πολλοίς ασταθής και απρόβλεπτη, και μόνο όταν εκδηλωθεί εμπράγματα μας αποκαλύπτει, εκ των υστέρων πάντοτε, τα πιθανά κίνητρά της. Το να γνωρίζουμε τους μηχανισμούς λειτουργίας της βουλητικής παρόρμησης, σε καμιά περίπτωση δεν μας εξασφαλίζει τη δυνατότητα πρόβλεψης των μορφών και των τρόπων εκδήλωσής της.
Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην αρχή του συλλογισμού μας, προκειμένου να επανασυνδέσουμε το σπασμένο νήμα της πρώτης μας σκέψης και να δούμε πού μπορεί να μας οδηγήσει η απόπειρα περαιτέρω διερεύνησής της, σε σχέση πάντα με τον σκοπό μας, ο οποίος, δεν πρέπει να ξεχνάμε, είναι η ριζική αλλαγή της κοινωνίας. Και η ανάλυσή μας, μια ακόμη προσπάθεια να επεξεργαστούμε τις προϋποθέσεις, τις δυνατότητες και τους όρους που θα καταστήσουν εφικτό το ξεπέρασμα του καπιταλισμού, αποδιαρθρώνοντας και απενεργοποιώντας τις διαδικασίες ανάπτυξης και αναπαραγωγής του με κάθε τρόπο, είτε θετικό είτε αρνητικό, σε συνάφεια ωστόσο πάντα με τον σκοπό, εκτρέποντας τη δυναμική του προς όφελος ενός ανοίκειου για τον ίδιο στόχου: την ολοσχερή καταστροφή του.
Σε κάθε ανάλογη συζήτηση ανακύπτει το ζήτημα της μετάβασης, αλλά και του τι είδους κοινωνία μπορεί να προκύψει στη θέση της σημερινής, και κατά πόσο κάτι τέτοιο είναι εφικτό να γίνει από τη μια στιγμή στην άλλη, ως ρήξη σε μια συνεχή αν και τεθλασμένη πορεία, δηλαδή ως επανάσταση που θα εκτρέψει προς άλλη κατεύθυνση τον ρου της ιστορίας.
Η νομοτελειακή μετάβαση σε μια κοινωνία μετασπάνης μέσω της επιστημονικής και της τεχνολογικής εξέλιξης που θα έλυνε αν όχι όλα τουλάχιστον τα περισσότερα υλικά ζητήματα όταν ο έλεγχος των μέσων παραγωγής θα περνούσε στα χέρια των εργατών, καλλιέργησε φρούδες ελπίδες σε γενιές μαρξιστών σοσιαλιστών. (Οι αναρχικοί, από την άλλη, πέρα από την κατηγορηματική απόρριψη κάθε μορφή κράτους, δεν ενέδωσαν ποτέ σε τέτοιου είδους «επιστημονικές» αντιλήψεις για την αναπότρεπτη, νομοτελειακή έλευση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, ειδικότερα μέσα από εκείνη την εξελικτική σκοπιά που θεωρούσε την αστική επανάσταση και τον βιομηχανικό καπιταλισμό πρώιμα στάδια στην πορεία προς τον σοσιαλισμό, αν και για άλλους λόγους υποστήριξαν την «επιστημονικότητα» της εξελικτικής θεωρίας, και ενέδιδαν μέχρι και πρόσφατα σε ορισμένες περιπτώσεις μερικώς σε αυτή την αντίληψη – τόσο ο Μπακούνιν όσο και ο Κροπότκιν, για να αναφερθούμε μόνο σε δύο εμβληματικούς θεωρητικούς του αναρχισμού, υποστήριξαν, ο καθένας με τον τρόπο του, τη διαδεδομένη στην εποχή τους εξελικτική θεωρία αλλά και την πίστη τους στην πρόοδο μέσω της επιστήμης.)
Αυτή η προσέγγιση των μαρξιστών, παραβλέπει την αρνητική εξέλιξη της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, που μας οδήγησε στη σημερινή οικολογική κρίση. Δεν έχει σημασία αν η ανάπτυξη που προκαλεί την κρίση είναι «σοσιαλιστική» ή καπιταλιστική, σημασία έχει ότι η εκμετάλλευση του πλανήτη έχει συγκεκριμένα όρια. Κατανοούμε τώρα, με οδυνηρό μάλλον τρόπο, ότι προκειμένου να αποφύγουμε τα χειρότερα, που ήδη ορθώνονται απειλητικά μπροστά μας, οι επιλογές που διαθέτουμε είναι περιορισμένες και, μάλλον, αμφιβόλου αποτελεσματικότητας. Οι επιλογές αυτές (που εμφανίζονται ως εναλλακτικές λύσεις ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι παρά διαφορετικοί τρόποι για να πειστούμε ότι πρέπει να ακολουθήσουμε έναν και τον αυτό μονόδρομο) βασίζονται στην προσδοκία ότι η τεχνοεπιστήμη θα επιφέρει μια σημαντική ποιοτική μεταλλαγή στις υλικές συνθήκες της ανάπτυξης, με νέες τεχνολογίες και μεθόδους παραγωγής που δεν θα επιβαρύνουν το περιβάλλον, και θα μας καταστήσουν ικανούς για μια πιο λογική διαχείριση και χρήση των φυσικών πόρων (οικοκαπιταλισμός). Είναι όμως προφανές ότι οι επιλογές αυτές μας κατευθύνουν ολοταχώς στην εκ νέου υποταγή σε μια επισφαλή εξάρτηση από την τεχνοεπιστήμη, η οποία υποτίθεται θα ισοσκελίσει το ισοζύγιο αρνητικών-θετικών επιδράσεων της ανεξέλεγκτης παραγωγικής και καταναλωτικής δραστηριότητας αν βαφτεί «πράσινη», κι αν αυτό αφορά σε μια ελεύθερη, σε μια σχεδιασμένη ή σε μια μεικτή οικονομία δεν έχει ιδιαίτερη σημασία.
Προφανώς, οι επιλογές αυτές υπαγορεύονται από ιδεολογήματα που συγκαλύπτουν τον ψευδή χαρακτήρα των διακηρύξεών τους, αφού οι διαφορετικές φάσεις ανάπτυξης των χωρών και η ανισότητα στην οικονομική ισχύ μεταξύ των κρατών δεν επιτρέπουν την ελεύθερη κατανομή της τεχνολογικής γνώσης, μιας γνώσης που και η ίδια αποτελεί σημαντική μορφή αξίας και υπόκειται από κάθε άποψη στους κανόνες της αγοράς ως εμπόρευμα στο πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού.
Αυτή η προσέγγιση θέλει να μας φέρνει αντιμέτωπους με το ψευτοδίλημμα «ανάπτυξη ή οπισθοδρόμηση», που ασκεί εκφοβιστικό ρόλο επισείοντας την απειλή της βαρβαρότητας, της γενικευμένης ένδειας και της σπάνης για να μας σύρει πίσω από το τεχνοεπιστημονικό άρμα της «προόδου», που δήθεν θα μας οδηγήσει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στη λύση, στην αποτροπή της επικείμενης καταστροφής. Οι υποστηρικτές της «τεχνοεπιστημονικής λύσης» αποφεύγουν να μας πουν, ωστόσο, ότι η τεχνοεπιστήμη είναι πλήρως υποταγμένη στο κεφάλαιο, αποτελεί συστατικό στοιχείο στην αναπαραγωγή του, και ότι ένα νέο, «φιλικό προς το περιβάλλον» αναπτυξιακό μοντέλο δεν μπορεί να προκύψει ως αποτέλεσμα των δεδομένων παραγωγικών σχέσεων που επιβάλουν τον οικονομικό ανταγωνισμό σε κάθε επίπεδο, άρα με τους ίδιους τούς όρους του προβλήματος. Ακόμα κι αν η επιστήμη έφτανε (κι αυτό θα πρέπει να γίνει πολύ σύντομα!) σε εφικτές και οικονομικά αποδοτικές τεχνολογικές λύσεις στον ενεργειακό τομέα, με την πλήρη αξιοποίηση ενός φθηνού και «καθαρού» ενεργειακού πόρου (π.χ. ηλιακή ενέργεια), η ανάγκη του καπιταλιστικού συστήματος για ανάπτυξη θα συνεχίσει να καταναλώνει ολοένα και περισσότερους άλλους φυσικούς πόρους για να διευρύνει την παραγωγή και την κατανάλωση που είναι απαραίτητες προκειμένου να παραχθεί κέρδος για το κεφάλαιο. Η αδυναμία της τεχνοεπιστήμης να μας βγάλει από την πολλαπλή κρίση είναι προφανής και γι’ αυτό κάθε υπόσχεσή της περί του αντιθέτου είναι εκ προοιμίου ψευδής.
Υπάρχει, όμως, και μια άλλη επιλογή, μια πρόταση που μας παροτρύνει να εγκαταλείψουμε τελείως αυτό το προοδευτικό μοντέλο συνεχούς ανάπτυξης, τόσο στην καπιταλιστική όσο και στη «σοσιαλιστική» εκδοχή του. Να διαμορφώσουμε μια πιο άμεση σχέση με την παραγωγή και τη συλλογική αυτοδιεύθυνση της εργασίας, σε ένα είδος αποκεντρωμένης συνεργατικής παραγωγικής και καταναλωτικής σχετικής αυτονομίας, που εναρμονίζεται με το περιβάλλον και τις πραγματικές (διαφορετικές ανά περίπτωση) ανάγκες των τοπικών κοινοτήτων. Να μειώσουμε το ρυθμό της συνολικής παραγωγής, κοινωνικοποιώντας πλήρως τα μέσα της και τους σκοπούς της. Να επανακτήσουμε τον έλεγχο, να αποαποικιοποιήσουμε την καθημερινότητα, να επαναφέρουμε δηλαδή το ανθρώπινο μέτρο στους ρυθμούς της ζωής μας. Να αναστυλώσουμε, σε ένα ανώτερο επίπεδο, την πολύμορφη κοινωνία των ελεύθερων ανθρώπων.
Όπως είναι αυτονόητο, συντασσόμαστε με αυτήν την απολύτως εφικτή δυνατότητα• με την αποκέντρωση και την αυτονομία, με τον ελευθεριακό σοσιαλισμό και τη συμφιλιωμένη με τη φύση κοινωνία, με τους ανθρώπους και όχι με τα εμπορεύματα. Ο άλλος δρόμος, της συνεχούς ανάπτυξης, που είναι υποτίθεται εξελικτικά αναπόδραστη και φέρνει την πρόοδο μαζί με την οικονομική ευημερία, είναι, από κάθε άποψη, καταστροφικός, όπως αποδεικνύεται με πολλαπλούς τρόπους σήμερα από την οικολογική, την ενεργειακή και την κοινωνική κρίση που απειλεί τον πλανήτη.
Στις δεδομένες συνθήκες επιβάλλεται να στραφούμε σε ένα μοντέλο από-ανάπτυξης, που δεν είναι καθόλου ένα εξελικτικό μοντέλο, αντιθέτως, θα έλεγε κανείς, μας παροτρύνει να «επιστρέψουμε» σε μια κατά πολύ πιο συνετή οικονομική διαχείριση των διαθέσιμων πόρων, στην απελευθέρωση από την εντατική εργασία και στην αλλαγή του κυρίαρχου μοντέλου «πλούτος = συσσώρευση», που όταν εξατομικεύεται, μετατρεπόμενο σε (υπονοείται «φυσικό») «ανθρώπινο δικαίωμα» της ελευθερίας στην ιδιοκτησία, αποτελεί θεμελιώδες αίτιο για την κοινωνική ανισότητα. Όμως, το ότι η από-ανάπτυξη δεν είναι ένα εξελικτικό μοντέλο δεν σημαίνει ότι είναι ένα συντηρητικό μοντέλο ή ότι φανερώνει απλώς μια ρομαντική νοσταλγία για ένα ειδυλλιακό παρελθόν, μια απελπισμένη έκφραση «νεοπρωτογονισμού». Αν θεωρούμε ότι η ριζική κοινωνική αλλαγή είναι αναγκαία για την επίτευξη ενός ποικιλόμορφου, καλύτερου και ευτυχέστερου τρόπου ζωής για όλους, τότε η από-ανάπτυξη είναι επαναστατική και όχι συντηρητική, καθώς μπορεί να μας οδηγήσει σταδιακά σε μια συμφιλίωση με τη φύση και άρα, ως μια εκ θεμελίων αλλαγή των επιλογών μας και του τρόπου παραγωγής και κατανάλωσης που θα υιοθετήσουμε, σε μια ριζική μεταβολή της στάσης μας απέναντι στον κόσμο και, κατά συνέπεια, στο άτομο και στην κοινωνία.
Ο τρόπος μετάβασης σε έναν νέο κοινωνικό τρόπο οργάνωσης παραμένει εν προκειμένω απροσδιόριστος – και, στο κείμενο ετούτο, θα τον αφήσουμε αναπόφευκτα έτσι. Παρόλα αυτά, νομίζω ότι μια κοινωνία απαλλαγμένη από το χρήμα και από το προϊόν-εμπόρευμα, μια κοινωνία που θα ελέγχει συλλογικά τα παραγωγικά μέσα, την τεχνολογία και τους σκοπούς της, δεν έχει σημασία αν θα είναι κοινωνία της «αφθονίας και της ανάπτυξης» ή κοινωνία «ολιγαρκής και αντι-αναπτυξιακή» –γιατί εξαρτάται πώς θα ορίσουμε αυτές τις έννοιες, κάτι που παραμένει εν προκειμένω ρευστό και πρέπει να τεθεί υπό συζήτηση–, θα πρέπει όμως να είναι οπωσδήποτε μια κοινωνία που θα μπορεί να εγγυάται την πραγματική ατομική ανάπτυξη όλων, αφού θα εξασφαλίζει σε όλους τουλάχιστον τα απαραίτητα μέσα διαβίωσής τους, και θα εξασφαλίζει επίσης την εξάλειψη κάθε μορφής εκμετάλλευσης και διαχωρισμών, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει στο οργανωμένο κράτος ως εγγυητή της ασφάλειας, των οικονομικών συναλλαγών και των «ατομικών δικαιωμάτων» (βλ. ατομική ιδιοκτησία = ατομική ελευθερία) ή ως οργανωτή της παραγωγικής διαδικασίας και διαχειριστή του συλλογικού προϊόντος και της συλλογικής γνώσης προκειμένου να συντηρηθεί και να διασφαλίσει την επιβίωση και αναπαραγωγή της κοινωνίας. Μέσα από έναν ριζικά διαφορετικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής, της διανομής και της κατανάλωσης που θα βασίζεται στην αρμονία μέσων και σκοπών, στην αποκέντρωση και στην ισότητα, όχι ως συγκριτικό «μέτρο» που εξισώνει συλλήβδην τις ανάγκες και τις επιθυμίες των ξεχωριστών ατόμων και των κοινοτήτων τους, απαιτώντας την πλήρη στοίχισή τους σε μια νόρμα η οποία δεν λαμβάνει υπόψη τις διαφορές τους, αλλά ως διασφάλιση της ελευθερίας για αυτοανάπτυξη μέσα από την ελεύθερη δράση που ερείδεται στο κοινό δικαίωμα όλων στη διαφορά, οι άνθρωποι θα πάρουν στα χέρια τους τον έλεγχο της ζωής τους, θα καταστούν αυτόνομοι και θα ανασυγκροτήσουν τις σχέσεις τους μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο που θα αποφασίζουν κάθε φορά οι ίδιοι. Θα πρέπει να είναι η βούληση και οι επιθυμίες των ανθρώπων, στις δικές τους τοπικές κοινωνίες, αστικές ή όχι, που θα τους κάνουν να διαχειρίζονται με συλλογικές διαδικασίες, συμμετοχικά, τις πάσης φύσεως ανάγκες τους, τι είναι εκείνα που χρειάζονται πραγματικά ανά περίσταση, και να φροντίζουν για την παραγωγή τους ή την εξασφάλισή τους μέσω ανταλλαγής με άλλες κοινότητες, την επάρκειά τους και τη δίκαιη κατανομή τους με την απαρέγκλιτη εφαρμογή της αρχής: «από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του». Αυτή είναι η πραγματική κοινωνική ισότητα που λαμβάνει υπόψη της τις φυσικές διαφορές των ανθρώπων και σέβεται τις διαφορετικές επιθυμίες και ανάγκες τους. Που συνδέει την ατομική απελευθέρωση με την κοινωνική ολοκλήρωση.
Οι ευσεβείς πόθοι, ωστόσο, όσο κι αν μπορεί να μας δίνουν προσωπικό κίνητρο και ώθηση για προσανατολισμένη προς την απελευθέρωση δράση, δεν αρκούν σε καμία περίπτωση από μόνοι τους για να μετατρέψουν, με οποιονδήποτε τρόπο, την σημερινή καπιταλιστική κοινωνία σε αυτόνομες και πραγματικά ελεύθερες σοσιαλιστικές κοινωνίες. Κάθε δράση που στοχεύει στην ανατροπή των κυρίαρχων συνθηκών είναι θεμιτή και αναγκαία, αρκεί να συνάδει με τους σκοπούς• δεν πρέπει να ξεχνάμε, ωστόσο, ότι είναι απαραίτητες επίσης οι αντικειμενικές εκείνες προϋποθέσεις που θα καταστήσουν επιβεβλημένες κατά κάποιο τρόπο τις όποιες εναλλακτικές λύσεις και θα οδηγήσουν στην εκ θεμελίων αλλαγή της κοινωνίας από τη βάση, μέσα από την ανατρεπτική δυναμική ενός μαζικού, αν και όχι απαραιτήτως μονοδιάστατα οργανωμένου, κινήματος.
Θα πρέπει να ερμηνεύσουμε τις εξελίξεις υπό το πρίσμα της δυνατότητας ανασυγκρότησης ενός πολυδιάστατου «συλλογικού υποκειμένου», ενός υποκειμένου που θα πάρει τη θέση του μονοδιάστατου «προλεταριάτου» που πρωταγωνιστεί στην παραδοσιακή μαρξιστική ανάλυση. Αν και ο κατακερματισμένος από τον ύστερο καπιταλισμό χωροχρόνος και η σχεδόν πλήρης αποικιοποίηση (εμπορευματοποίηση) της καθημερινής ζωής δεν ευνοεί την ανασυγκρότηση μιας «μετα-αφήγησης» που θα συνέδεε ένα συλλογικό πρόταγμα απελευθέρωσης με ένα κοινωνικό συλλογικό «υποκείμενο», με μια κοινωνική τάξη, τίποτα δεν μπορεί να εμποδίσει την αναπαραγωγή και την κορύφωση της σύγκρουσης που προδιαγράφεται από τον χωρίς καμιά έγκυρη νομιμοποίηση, πέρα από τη βία, διαχωρισμό των ανθρώπων σε «κυρίους» και «δούλους», με κάθε μορφή που μπορεί να πάρει αυτή η σχέση (εξουσιαστής-εξουσιαζόμενος, κυρίαρχος-κυριαρχούμενος, εκμεταλλευτής-εκμεταλλευόμενος, καταπιεστής-καταπιεζόμενος, διευθυντής-διευθυνόμενος, πνευματική εργασία-χειρωνακτική εργασία, κ.λπ), και όχι μόνο στο οικονομικό επίπεδο. Η πόλωση και η κοινωνική ένταση είναι οι διαφαινόμενες συνέπειες των εξελίξεων, και δεν θα ήταν παράτολμο να υποθέσουμε ότι η κορύφωσή τους θα προκαλέσει έκρηξη.
Γίνεται έτσι ξεκάθαρο από πολλές απόψεις ότι όσοι από εμάς θέλουμε να συμμετέχουμε στη συγκρότηση ενός συλλογικού επαναστατικού σχεδίου ριζικής κοινωνικής ανατροπής πρέπει, και οφείλουμε, να γνωρίζουμε τις συνιστάμενες του προβλήματος και να προσπαθήσουμε να τις απαλείψουμε ολοκληρωτικά από κάθε πρόταγμα ριζικής αλλαγής με το οποίο δεσμευόμαστε οι ίδιοι. Δεν μπορούμε να χτίσουμε έναν νέο κόσμο με τα φθαρμένα υλικά του παλιού• σε άλλη περίπτωση θα τον αναπαράγουμε ως κακέκτυπο. Όμως χρειαζόμαστε τα υλικά για να χτίσουμε. Θα πρέπει να ξεδιαλέξουμε με υπομονή και προσοχή τα γερά εκείνα κομμάτια του τωρινού, του παλιού (ακόμα και του παλαιότερου ή του αρχαίου κ.λπ.) που μπορούν να αποτελέσουν ένα γερό θεμέλιο για να χτιστεί σε στέρεες βάσεις το νέο. Όλα τα υπόλοιπα θα πρέπει, χωρίς ενδοιασμούς, να απορριφθούν και να πεταχτούν. Δεν χρειαζόμαστε τον θεό, την ατομική ιδιοκτησία, την καταναγκαστική εργασία, το χρήμα, το κράτος, το έθνος, την εξ-ουσία κι ένα σωρό άλλα σαθρά υπολείμματα ενός γκρεμισμένου κόσμου.
Αυτό που είναι επιτακτικά απαραίτητο εάν θέλουμε να ευδοκιμήσει οποιαδήποτε απόπειρα ανατροπής, είναι να δημιουργήσουμε οργανώσεις-"κοινωνικά κύτταρα" με σκοπό να διαμορφώσουμε έναν πολύπλοκο κοινωνικό ιστό, που θα αποδειχτεί το πλέον κατάλληλο έδαφος για να καρποφορήσει το νέο.
Ετούτη η επίκληση για το «νέο» δεν είναι μια «μοντερνιστική» αναλαμπή που προκαλεί η λατρεία του νέου αυτού καθαυτού σαν σύμβολο της προοδευτικής κυριαρχίας του ανθρώπου επί της φύσης, των ρυθμών της και της υλικής της υπόστασης ως πολύμορφου γίγνεσθαι χωρίς εγγενή αιτιότητα και σκοπό. Είναι η έκφραση της επιτακτικής λόγω των περιστάσεων ανάγκης, αλλά και η επιθυμία λύτρωσης από την ιστορική επιταγή που βαραίνει στους ώμους μας, να συμβάλλουμε με όλες μας τις δυνάμεις καθεμία και καθένας προσωπικά, μέσα από συλλογικές απαραίτητα προσπάθειες, στην απελευθέρωση όλων και στο ξεπέρασμα κάθε είδους σχέσεων ανισότητας και κυριαρχίας. Να ζήσουμε τη ζωή μας όπως θέλουμε να τη ζήσουμε: σαν πραγματικά ελεύθεροι άνθρωποι, συμφιλιωμένοι με τον εαυτό μας, τον άλλο και τη φύση. Όχι στο μέλλον, αλλά εδώ και τώρα.
Οι μελλοντικές κοινωνίες δεν μπορούν παρά να είναι Αναρχικές και πλήρως συμφιλιωμένες με τη Φύση (Πρώτο μέρος)
Η άρνησή μας να συνεχίσουμε να στηρίζουμε το απάνθρωπο, άδικο και οικολογικά καταστροφικό καπιταλιστικό σύστημα είναι δεδομένη και απαρέγκλιτα δεσμευτική. Εξίσου δεσμευτική και η απόφασή μας να εργαστούμε ώστε να δώσουμε συγκεκριμένη (όχι πάγια) μορφή στον κόσμο που οραματιζόμαστε. Επιθυμία μας είναι να διασώσουμε τη φύση και να ξεπεράσουμε τις συνθήκες και τις λογικές της ανισότητας, της κυριαρχίας, του διαχωρισμού και της εκμετάλλευσης, να δημιουργήσουμε πολύμορφες, αυτόνομες και ελεύθερες κοινωνίες, πέρα από τα φύλα, τις φυλές, τα έθνη, τα γένη και τις τάξεις – το «βασίλειο της ελευθερίας» που δεν γνωρίζει αντινομίες (αν και ως ανθρώπινο δημιούργημα κάθε κοινωνία θα γνωρίζει αναπόφευκτα διαφωνίες, αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις).
Σε αυτή την αναζήτηση των μονοπατιών της υπέρβασης, της επαναστατικής κοινωνικής αλλαγής ένα από τα ερωτήματα που τίθενται επιτακτικά και επιζητούν τη συνδρομή μας στην απάντησή του είναι το εάν αυτές οι κοινωνίες θα είναι συγκεντρωτικές, κάθετα δομημένες κοινωνίες του ετεροπροσδιορισμού ή αν θα είναι αποκεντρωμένες, οριζόντια δομημένες κοινωνίες του αυτοπροσδιορισμού. Με άλλα λόγια, αν θα επιμείνουμε να θεωρούμε μοναδική επιλογή την με κάθε κόστος συνεχή οικονομική ανάπτυξη μέσα από την πρόοδο που υπόσχεται ότι διασφαλίζει το κράτος και η εξέλιξη της τεχνοεπιστήμης ή αν θα πρέπει να σκεφτούμε διαφορετικά, πιθανώς με όρους μιας δυνατότητας απο-ανάπτυξης της οικονομίας και πραγματικής ανάπτυξης της κοινωνίας χωρίς κράτος. Η όποια απάντηση επιλέξουμε να δώσουμε στο παραπάνω ερώτημα θα προσανατολίσειι, χωρίς άλλο, τη θεωρητική κατεύθυνση, τις πολιτικές πρακτικές και τον τρόπο δράσης μας τώρα αλλά και για όσο θα χρειαστεί στο άμεσο μέλλον.
Το συγκεκριμένο ερώτημα καθαυτό μας οδηγεί στο μάλλον ήδη προφανές συμπέρασμα ότι τόσο η παραγωγική διαδικασία όσο και η διανομή και η κατανάλωση των πάσης φύσεως αγαθών, υλικών ή άυλων, που χρειάζεται και απαιτεί μια κοινωνία ανθρώπων για την επιβίωση, την αναπαραγωγή και την ανάπτυξή της, είναι πρωτίστως κοινωνικό ζήτημα και όχι απλώς ένα ζήτημα πολιτικής οικονομίας. Αφορά τη συγκρότηση της κοινωνίας και τις παραγωγικές της δυνατότητες, τις συνεπαγόμενες κοινωνικές και παραγωγικές σχέσεις των ατόμων μέσα σε αυτήν. Αφορά δηλαδή στην κατανομή της εξουσίας, στη νομή των πόρων, στον καταμερισμό και την εκμετάλλευση της εργασίας, στην ιδιοποίηση των παραγωγικών μέσων και της γνώσης από συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις, κ.ο.κ. Σε καμία περίπτωση πάντως δεν πρόκειται για ένα τεχνοκρατικό πρόβλημα «ορθής διαχείρισης» των «κοινών», που η «οικονομική επιστήμη» θα επιλύσει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, οπωσδήποτε με «αντικειμενικά» κριτήρια και με «ρεαλισμό», και που η «πολιτική», μέσω του κράτους, θα εγγυηθεί ότι, βαδίζοντας στο στέρεο έδαφος της «επιστημονικής αλήθειας», θα υλοποιήσει στην πράξη ως το μοναδικά εφικτό πρόγραμμα «ορθής οργάνωσης» της κοινωνίας, επικαλούμενη αφηρημένα το «γενικό συμφέρον» και την «ανθρώπινη πρόοδο».
Μπορεί υπό τις παρούσες συνθήκες να μοιάζει φυσικό, όμως η σχεδόν ολοκληρωτική καθυπόταξη της κοινωνίας στην οικονομία απηχεί την υποκινούμενη από την εγγενή λογική του καπιταλιστικού συστήματος υπερτροφία του ατομικού συμφέροντος έναντι του γενικού, αλλά καταδεικνύει συνάμα πώς οι άνθρωποι, όταν αναγνωρίζουν (συγγνωστά ή όχι) την πρωτοκαθεδρία του ατομικού συμφέροντος έναντι του κοινωνικού και πράττουν αναλόγως, δημιουργούν κοινωνικές σχέσεις που τους εγκλωβίζουν και τους δεσμεύουν αντί να τους απελευθερώνουν και να τους επιτρέπουν να αναπτυχθούν σύμφωνα με τις ιδιαίτερες δυνατότητές τους. Η εξατομίκευση και η αλλοτρίωση των ανθρώπων στο πλαίσιο της επέκτασης των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων και του αστικού πολιτισμού προκάλεσε σταδιακά την αποσάθρωση των θεμελίων της συνοχής των κοινωνιών, και ευνόησε την υπερτροφία του αστικού κράτους, που αναπτύχθηκε εξ αρχής ως απαραίτητος διαμεσολαβητικός θεσμός για την εύρυθμη λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς.
Παρά όμως τις όποιες ποικίλες συζητήσεις που προφανώς εγείρει ένα τέτοιο ζήτημα, πιστεύω ότι θα πρέπει να επιμείνουμε στο αρχικό μας ερώτημα. Στις συνδηλώσεις του ερωτήματος αυτού, και συνεπώς και στα συνεπαγόμενα της όποιας απάντησης πιθανώς θα δοθεί, διακυβεύονται πολλά. Πρωτίστως, η δυνατότητα διαμόρφωσης μιας εφικτής εναλλακτικής λύσης, που θα μπορούσε να αποτελέσει ένα «μοντέλο» κοινωνικής οργάνωσης το οποίο θα ήταν μια πειστική αντιπρόταση στα πολύπλοκα ζητήματα που αφορούν τις κοινωνίες στην ιστορική φάση που βρισκόμαστε σήμερα.
Κάθε ανάλογη πρόταση δεν πιστεύουμε ότι πρέπει να διατυπωθεί ως πρόγραμμα ενός πολιτικού κόμματος (που ως πολιτικός σχηματισμός δεν μπορεί παρά να είναι κατάλοιπο του παλαιού που πρέπει να ξεπεραστεί), αλλά μέσα από ένα μαζικό κοινωνικό κίνημα των κινημάτων με ελευθεριακό προσανατολισμό, που θα οικοδομήσει μέσα από την ίδια την ανάπτυξή του διαφορετικές, μη καπιταλιστικές, μη εξουσιαστικές, αυτόνομες και ελεύθερες σοσιαλιστικές κοινωνίες, όχι καταλαμβάνοντας την εξουσία, αλλά εξαλείφοντάς την στην πράξη, εκριζώνοντας ταυτοχρόνως τις προϋποθέσεις ύπαρξης και αναπαραγωγής της σε ολόκληρο το φάσμα των κοινωνικών σχέσεων και ελέγχοντας αποτελεσματικά τις απαραίτητες να διατηρηθούν μορφές της.
Δεν φτάνει, όμως, μόνον αυτό: ένα τέτοιο κίνημα πρέπει να αναλάβει επίσης την ευθύνη να απελευθερώσει τη φύση από το «αντικείμενο φύση» το οποίο, ακριβώς ως αντικείμενο, υποτάσσεται σε μια διπλή κυρίευση στον αστικό πολιτισμό, οδηγούμενη με βήμα ταχύ στον πλήρη αφανισμό. Η κυριαρχία αυτή επί της φύσης επιβάλλεται, αφενός, ως εννοιοποίηση, δηλαδή ως «επιστημονική γνώση», αναπαράσταση της ολότητας ή της μερικής όψης του έκαστου είναι ή του εκάστοτε γίγνεσθαι, με αιτιώδη συνάφεια και σύμφωνα με έλλογα σχηματισμένες γενεαλογικές αλυσίδες, ταξινόμηση σε κατηγορίες, είδη και γένη, που την καθιστούν ελέγξιμη και χειραγωγήσιμη, και, αφετέρου, ως κυριολεκτική υπόταξη της ίδιας της υλικότητας της φύσης, την οποία εκμεταλλεύεται με κάθε τρόπο η τεχνολογία και η τεχνική στο ρυθμό που υπαγορεύουν πρωτίστως όχι οι ανθρώπινες ανάγκες, οι επιθυμίες και τα ενδιαφέροντα, αλλά σύμφωνα με την αδηφάγο, καταστρεπτική λογική του κεφαλαίου και του κέρδους.
Η ανάπτυξη της γνώσης, της επιστήμης και της τεχνολογίας, στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, στρέφεται, παρά τις όποιες διακηρυγμένες προθέσεις της, στον εργαλειακό ορθολογισμό των μέσων• επιδιώκοντας την αποτελεσματικότητα, τη λειτουργικότητα και την αποδοτικότητα, εξυπηρετώντας δηλαδή το κεφάλαιο, εγκαταλείπει στη λήθη της αοριστίας τους σκοπούς. Πραγματιστική και θετικιστική, μακριά δήθεν από απατηλά και υποκειμενικά ηθικά κριτήρια, άσπιλη τάχατες από ιδεολογίες, η απατηλά ουδέτερη δραστηριότητα της τεχνοεπιστήμης αποκτά έναν αυτόνομο γνωσιολογικό προσδιορισμό που δεν λαμβάνει ουσιαστικά υπόψη του καμία άλλη αρχή πέρα από την ίδια την εξέλιξή της, μακριά από κάθε κοινωνικό έλεγχο και ηθική δέσμευση. Ήδη από τα πρώιμα στάδιά τους στις απαρχές της νεωτερικής εποχής, τεχνοεπιστήμη, κεφάλαιο και κράτος είναι άρρηκτα συνδεδεμένα, σε μια συμβιωτική σχέση που αλληλοτροφοδοτεί την ανάπτυξή τους σε βάρος, όπως αποδεικνύεται εν τέλει, της φύσης και της κοινωνίας. Παρά τις όποιες, και είναι σίγουρα πολλές, ορατές βελτιώσεις στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για το θετικό ισοζύγιο της υλικής ανάπτυξης αν δεν προσμετρήσουμε τις σοβαρές απώλειες κυρίως σε αυτό που αποκαλούμε «περιβάλλον», στον ίδιο δηλαδή τον κόσμο μας. Μια υπ’ αυτούς τους όρους ανασκόπηση των δεδομένων προκαλεί αναμφίβολα βαθύ σκεπτικισμό.
Αν κάθε επιστημονική και τεχνολογική ανακάλυψη είναι «πρόοδος», μια ακόμα «κατάκτηση του πνεύματος», είναι, ταυτοχρόνως, και μια κοινωνική επιταγή με ισχυρότατη δύναμη αναπροσδιορισμού των οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών σχέσεων: αυξάνοντας την πολυπλοκότητα της διαχείρισης και τη διαμεσολάβηση ολοένα και πιο αδιαφανών στρωμάτων εξειδικευμένης γνώσης, αποξενώνονται όλο και περισσότερο οι άνθρωποι από τον εαυτό τους, την εργασία τους, τα αντικείμενα, την κοινωνία και τον κόσμο γύρω τους.
Πολιτισμός σήμαινε ανέκαθεν υποταγή της φύσης. Οι άνθρωποι δεν έχουν άλλον τρόπο να συντηρήσουν και να αναπαράγουν την ύπαρξή τους παρά μόνο μεταβολίζοντας τη φύση με την εργασία τους, αποσπώντας από αυτήν αξίες χρήσεις με την οποία παράγουν τη ζωή τους, επινοούν και αναπτύσσουν τις δυνατότητές τους. Η ποιοτική αλλαγή σε αυτή τη σχέση που επέφερε η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων των ανθρώπων (αιτία και αποτέλεσμα ταυτοχρόνως ποικίλων παραγόντων και συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών), και η οποία έλαβε τη μορφή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, κυρίως από τη δεύτερη, τη βιομηχανική φάση και ύστερα, οδήγησε στην εντατική υπερεκμετάλλευση κάθε δυνατότητας που μπορεί να αποφέρει κέρδος. Η ραγδαία εξάπλωση των καπιταλιστικών σχέσεων διατάραξε μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα την ισορροπία που διατηρούσε σχεδόν αμετάβλητες τις περιβαλλοντικές συνθήκες επί πολλούς αιώνες, πιθανώς κατά ανεπανόρθωτο τρόπο.
Είναι νομίζω πρόδηλο ότι η κριτική ανάλυση είναι απαραίτητη προκειμένου να κατανοήσουμε σαφέστερα τις ενδεχόμενες δυνατότητες που παρουσιάζονται στην παρούσα φάση, και τους πιθανούς όρους ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος, με στόχο την απελευθέρωση της φύσης, της κοινωνίας και των ανθρώπων. Μια τέτοια ανάλυση έχει νόημα φυσικά μόνο σε σχέση με αυτόν τον επαναστατικό σκοπό, όταν γίνεται δηλαδή από μια ενσυνείδητη θέση για την εκ θεμελίων αλλαγή της κοινωνίας, ειδάλλως εκπίπτει σε ακόμη μία θετικιστική επιστημονική εποπτεία, δηλαδή σε γνώση που μπορεί να συσσωρεύεται και να αναπαράγεται όπως το οικονομικό κεφάλαιο, έτοιμη ανά πάσα στιγμή προς χρήση αναλόγως το ζητούμενο, ιδεολογικοποιημένη αλλά χωρίς ηθική στάση, ο ιδιότυπος φετιχισμός μιας εξουσιαστικής «αλήθειας» που εύκολα μετατρέπεται σε εμπόρευμα. Αυτή η «γνώση» είναι προφανές ότι δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να φωτίσει το δρόμο μας για τον αυτοπροσδιορισμό και την αυτοπραγμάτωση, να οδηγήσει δηλαδή στην επινόηση των δυνατοτήτων μας ως μορφών ανάπτυξης της ύπαρξής μας, των ατόμων και της κοινωνίας, καθώς πραγμοποιεί τον ζωντανό κόσμο, επιβάλλοντας την εργαλειακή ορθολογικότητα του ωφελιμισμού και του πραγματισμού και μας βαστάει δέσμιους στο κάτεργο της ανάγκης, στη φυλακή του κεφαλαίου και της ανταλλακτικής αξίας, σ’ έναν κόσμο-βασίλειο του εμπορεύματος.
Ο φετιχισμός του εμπορεύματος παγιώνει τη διαδικασία (τη ζωντανή εργασία και τις κοινωνικές σχέσεις που τη μετατρέπουν σε νεκρή εργασία, σε συσσωρευμένο κεφάλαιο) σε μορφή που εξωτερικεύεται και αποκτά υπόσταση ως ανταλλακτική αξία, γίνεται δηλαδή εμπόρευμα που δεν είναι πλέον απλώς προϊόν με χρηστική αξία. Εμπόρευμα που συνάπτει αξιακές «σχέσεις» με άλλα εμπορεύματα-υποστάσεις, δημιουργώντας έναν μεταφυσικό κόσμο των εμπορευμάτων και των ανταλλακτικών αξιών. Όμως, ο φετιχισμός αυτός δεν είναι μόνο συνεπακόλουθο της ιδεολογίας που συγκαλύπτει τις πραγματικές κοινωνικές σχέσεις που παράγουν την αξία, τις σχέσεις εκμετάλλευσης που αποσπούν την υπεραξία της εργατικής δύναμης (της παραγωγικής ικανότητας των ατόμων, είτε αυτή είναι χειρωνακτική είτε διανοητική) που εκμισθώνεται για την παραγωγή κάθε λογής εμπορευμάτων, υλικών ή άυλων, όντας εμπόρευμα η ίδια• είναι η αντανάκλαση στο συμβολικό επίπεδο των ίδιων αυτών των σχέσεων υπεξαίρεσης της υπεραξίας, δηλαδή των σχέσεων ανισότητας ως προς την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και της ίσης πρόσβασης σε αυτά, της εκμετάλλευσης αλλά και της γενικότερης άνισης κατανομής της εξουσίας σε κάθε επίπεδο της κοινωνίας.
Η ανταλλακτική αξία, εκφρασμένη ως «τιμή» (που είναι κυμαινόμενη συγκριτικά, και όχι σταθερή και άπαξ), εμπλέκει τα άτομα σε ένα «αντικειμενικό» σύστημα συγκρίσιμων αξιών, που το ίδιο γίνεται μέτρο για ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο, όπως γίνεται και για το κάθε άτομο, που μπορεί πια να προσαρμόζει την «ανορθολογική» βιωματική εμπειρία του σε ένα «ορθολογικό», εξωτερικό και «αντικειμενικό», σύστημα τιμών. Σε έναν τέτοιο κόσμο, όπου το «κάθε πράγμα έχει την τιμή του», όπου κάθε τι είναι «εμπόρευμα», η κατοχή του μέσου-χρήματος που μπορεί να ανταλλαχτεί με κάθε εμπόρευμα ως αφηρημένο γενικό ισοδύναμο, ο «πλούτος» με άλλα λόγια, γίνεται δυνάμει σκοπός για τον καθένα: το κλειδί για έναν υλικό παράδεισο, που δεν κείται στο επέκεινα, αλλά είναι εδώ, και ασκεί μια ακατανίκητη γοητεία σε όλους. Αν και δεν έχουν περάσει όλοι τις πύλες του, είναι πολλοί εκείνοι που το έχουν κάνει και ακόμα περισσότεροι εκείνοι που έχουν κρυφοκοιτάξει πίσω απ’ αυτές, αποδεικνύοντας ότι πρόκειται για απτή πραγματικότητα και όχι απλώς για χίμαιρα. Όλοι μπορεί να βρουν τη θέση τους εκεί ή, τουλάχιστον, έτσι ελπίζουν... Και είναι αναμφίβολα πολλοί εκείνοι που θα υπερασπίζονταν ακόμα και με τη ζωή τους το δικαίωμά τους στην ελπίδα αυτή.
Πώς, λοιπόν, μπορεί να οργανωθεί και να πραγματοποιηθεί η συνολική ρήξη (η ανατροπή του καπιταλισμού δηλαδή) στο πλαίσιο ενός τέτοιου συστήματος, που υπόσχεται τον επί γης παράδεισο και που, αν και σε αρκετά περιορισμένο βαθμό προς το παρόν, καταφέρνει να υλοποιήσει αυτήν την υπόσχεση έστω για κάποιους, ενώ παράλληλα καλλιεργεί επιμελώς την προσδοκία ότι θα έρθει κάποτε η ώρα που αυτή η ευημερία θα μας αφορά πραγματικά όλους; Πώς πείθεις τους ανθρώπους να καταπνίξουν την επιθυμία τους για εκείνο που είναι απτό, που αν και απόμακρο μοιάζει να είναι εφικτό, προς χάρη της περιπέτειας στο αχαρτογράφητο άγνωστο, στο μη εμπειρικά βιωμένο; Πώς νομιμοποιείται ένα συλλογικό πρόταγμα ριζικής κοινωνικής αλλαγής, όταν στις μέρες μας φαντάζει, αν μη τι άλλο, τουλάχιστον ανέφικτο, μη συναφές με τις τάσεις εξέλιξης της κατακερματισμένης πραγματικότητας που βιώνουμε σχεδόν όλοι στις κοινωνίες που ζούμε;
Όσο οι άνθρωποι καταφέρνουν, έστω και δύσκολα, να «φέρνουν βόλτα» τα ζητήματα της καθημερινής επιβίωσης και των (διαφορετικών κατά περίσταση), άμεσων κυρίως, αναγκών τους, οι σχέσεις τους αναπαράγονται λίγο πολύ εντός των ορίων της σχετικής «συναίνεσης», εντός της ιδεολογίας του συστήματος. Βαρυγκωμούν, αντιδρούν σποραδικά, αλλά σε γενικές γραμμές εντάσσονται και υποτάσσονται στην ανάγκη, στη συνήθεια και στις συνθήκες. Δεν αναζητούν, σε πρώτο λόγο, παρά τη βελτίωση εκείνων των δυνατοτήτων που θεωρούν απαραίτητες για τη ζωή και την ευημερία τους, προβάλλοντας τις επιθυμίες τους μέσα στην κοινωνία της αφθονίας που τους περιβάλλει ολοκληρωτικά σχεδόν, στιλπνή εικόνα που υπόσχεται ευμάρεια και πλέρια ευτυχία. Αυτή η εικόνα είναι αυθύπαρκτη, μια αυτοτελής «πραγματικότητα», καίρια διαμεσολάβηση μεταξύ γίγνεσθαι και είναι, μεταξύ ζωντανής και νεκρής εργασίας. Η αλήθεια ωστόσο είναι ότι η εικόνα αυτή έχει αμαυρωθεί ανεξίτηλα και δεν ανταποκρίνεται πια στον ιδεολογικό της ρόλο, δεν αντανακλά καθαρά πια την «συλλογική επιθυμία». Το χαριστικό δε πλήγμα στην λάμψη της το έδωσε η τρέχουσα «οικονομική κρίση», που, κατά τα φαινόμενα, σύντομα θα μεταβληθεί σε κοινωνική, φέρνοντας στην επιφάνεια την από καιρό σοβούσα δυσαρέσκεια που προκαλεί σε όλο και περισσότερους ανθρώπους το χάσμα προσδοκιών, υποσχέσεων και πραγματικότητας. Ο ταξικός πόλεμος αναπόφευκτα θα κορυφωθεί, αφού τα αδιέξοδα πολλαπλασιάζονται όσο το κοινωνικό χάσμα διευρύνεται. Όμως, στα ρήγματα που προκαλούν οι συγκρούσεις είναι που φυτρώνει ο σπόρος της ελπίδας για τη ριζική κοινωνική αλλαγή.
Για να καρποφορήσει, ωστόσο, η όποια ελπίδα μιας τόσο μεγάλης αλλαγής πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να εδραιωθεί η συνείδηση του γεγονότος ότι οι άνθρωποι είναι δημιουργοί της ιστορίας τους, και ότι καμία άλλη εξωτερική, μεταφυσική ή ό,τι άλλο δύναμη, πέρα από τις ίδιες τις υλικές προϋποθέσεις ύπαρξής τους, που αποτελούν σε κάθε περίπτωση το όριο, δεν παρεμβαίνει για να τους επιβάλει τη θέλησή της και να τους υποδείξει τις επιλογές τους. Ότι μπορούν, υποκείμενοι πάντοτε σε περιορισμούς, να αλλάξουν τις συνθήκες της κοινωνίας τους με τη δράση τους και να διαμορφώσουν οι ίδιοι τη ζωή τους.
Μήπως, λοιπόν, η επανάσταση δεν είναι πλέον εφικτή γιατί δεν τη θεωρούμε εμείς εφικτή ή, εν τέλει, είναι οι αντικειμενικές συνθήκες εκείνες που πραγματικά προδιαγράφουν όχι μόνο το ανέφικτο αλλά και την αποτυχία της; Αντίστροφα, δεν οφείλουμε κατά λογική συνέπεια να παραδεχτούμε ότι μπορούμε να αναθεωρήσουμε τις αντιλήψεις μας για το εφικτό ή όχι της επανάστασης, και ότι, αν υπάρχουν πράγματι αντικειμενικές αντεπαναστατικές συνθήκες, υπάρχουν και αντικειμενικές επαναστατικές συνθήκες;
Στον αντίποδα αυτής της επαναστατικής ρητορικής, που στα μάτια των σκεπτικιστών αντιπάλων της εμφανίζεται να καλύπτει κάτω από τον μανδύα της απελευθέρωσης τις πληγές του ολοκληρωτισμού, της ανελευθερίας και της καταπίεσης του ατόμου, αφού μια επανάσταση δεν μπορεί ποτέ να γίνει εξ ονόματος όλων ούτε να ικανοποιεί τις ετερόκλητες επιθυμίες τους ή τα συγκρουόμενα ατομικά συμφέροντά τους, η άποψη που προκρίνει τη σταδιακή μετάβαση σ’ έναν καλύτερο κόσμο, με ήπια μέσα και όσο το δυνατόν πιο «ορθολογικές» (με άλλα λόγια «ασφαλείς» και «σίγουρες») επιλογές μέσα στα όρια του «εφικτού», πείθει πιο εύκολα, επικαλούμενη την «κοινή λογική» και εκμεταλλευόμενη τον κομφορμισμό, την ανασφάλεια και τους βαθιά ριζωμένους φόβους των ανθρώπων. Το κύριο επιχείρημα αυτής της θέσης είναι ότι αλλάζοντας σιγά-σιγά τα πράγματα, με διορθωτικές παρεμβάσεις και επί μέρους μεταρρυθμίσεις, μπορούμε να δημιουργήσουμε καλύτερες συνθήκες ζωής, και να χτίσουμε σταδιακά μια πιο δίκαιη κοινωνία στο μέλλον. Εν τω μεταξύ, αυτή η παραδοχή υπονοεί ότι το υπάρχον είναι ό,τι καλύτερο δυνατόν στις δεδομένες συνθήκες, αφού κάθε φάση της εξέλιξης είναι αναβαθμός που μας φέρνει ολοένα και πιο κοντά στην «αγαθή κοινωνία».
Αν στην πρώτη προσέγγιση ο κίνδυνος που εγκυμονεί η σωτηριολογική-λυτρωτική παρέμβαση μοιάζει να προεξοφλεί ότι κάθε απόπειρα επαναστατικής αλλαγής θα καταλήξει, νομοτελειακά σχεδόν, στην αποτυχία και πιθανότατα σε μια ολοκληρωτική κοινωνία, που θα δημιουργήσει πολύ περισσότερα και κρισιμότερα προβλήματα απ’ όσα ενδεχομένως θα καταφέρει να επιλύσει, στη δεύτερη, ο κίνδυνος παίρνει τη μορφή μιας μάλλον τραγελαφικής αέναης σκιαμαχίας με τα χιλιάδες επί μέρους προβλήματα που ανακύπτουν συνεχώς από την εγγενή δυναμική του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, και τα οποία, όσο και αν είναι αλληλένδετα, αποσπώνται και αποκτούν τη δική τους οντότητα, μέσα από την αντίφαση και τη συνεχή τριβή του «ιδιωτικού» με το «δημόσιο», ζητώντας επιτακτικά την αδύνατη να επιτευχθεί υπό τις παρούσες συνθήκες οριστική λύση τους, βυθίζοντας έτσι το σύστημα σε παρατεταμένη πολύμορφη κρίση (κοινωνική, οικονομική, περιβαλλοντική) και τους ανθρώπους στη «σχιζοφρένεια».
[Τέλος πρώτου μέρους] [Δεύτερο μέρος]
Το νόημα της πραγματικής ελευθερίας
Murray
Η ελευθερία, αντιλαμβανόμενη ως εγγενής ανθρώπινη ιδιότητα, ως αυτό-παραγόμενος «χώρος» που μπορεί να κατακτηθεί βουλητικά «εδώ και τώρα» από το υποκείμενο, ανά πάσα στιγμή και υπό οιεσδήποτε οικονομικοκοινωνικές και πολιτικές συνθήκες επικρατούν ιστορικά, εννοούμενη ως «ελευθερία από» (αρνητική ελευθερία) την εξουσία τού (κάθε μορφής) κράτους και των κοινωνικών θεσμών και σχέσεων που επιβάλει το καπιταλιστικό σύστημα και κάθε σύστημα, δεν είναι παρά το χλωμό απείκασμα της πραγματικής ελευθερίας, της ελευθερίας δηλαδή που μπορεί να εννοηθεί μόνον ως συνολική απελευθέρωση των δυνατοτήτων και των πάσης φύσεως πόρων ανάπτυξης και αυτό-πραγμάτωσης, ως «ελευθερία να» (θετική ελευθερία).
Ενώ η «ελευθερία από» είναι αρνητική και αποβλέπει στη διαφυγή από ένα περιοριστικό πλαίσιο, η «ελευθερία να» αναφέρεται πάντοτε σε ένα περιεχόμενο και προϋποθέτει την αυτόνομη συλλογική θέσμιση του πλαισίου που θα μπορεί να εγγυηθεί την απρόσκοπτη και αδιαμεσολάβητη έκφραση αυτού του περιεχομένου. Ενώ η «ελευθερία από» είναι συνδεδεμένη με το θυμικό και την άρνηση, η «ελευθερία να» είναι στενά συνδεδεμένη με τη φαντασία, την επιθυμία και το αδιαμεσολάβητο πράττειν, δηλαδή τη δημιουργία. Πρέπει ωστόσο να κάνουμε ένα απαραίτητο διαλεκτικό βήμα για να αποσαφηνίσουμε ότι οι δύο αυτές προσεγγίσεις για την ελευθερία μπορούν αναμφίβολα να συνυπάρχουν σε μια τρίτη, που κατά κάποιο τρόπο τις συμπεριλαμβάνει, αυτή την ελευθερία που θα αποκαλούσαμε «ελευθερία από, προκειμένου να».[2]
Αυτού του είδους η ελευθερία όμως δεν μπορεί να επιτευχθεί ούτε και να διασφαλιστεί απλώς με ηθικές προσταγές ούτε, από την άλλη, να έχει ως μοναδικό έναυσμα ατομικές βουλητικές ενορμήσεις. Δεν αρκεί δηλαδή απλώς να επαναλάβει κανείς λόγια όπως αυτά που είχε πει στις αρχές του 20ού αιώνα ο αναρχικός Γκουστάβ Λαντάουερ: «έτσι αποσύρω κι εγώ απ’ αυτό που ονομάζω κράτος την αγάπη, τη λογική, την υπακοή και τη βούλησή μου. Τούτο μπορώ να το κάμω μόλις το θελήσω»[3], προκειμένου να απελευθερωθεί, και αυτό για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, διότι οι δομές εξουσίας θα συνεχίσουν να υπάρχουν ακόμη και αν τις αρνηθούμε στο επίπεδο της ατομικής συνείδησης και μόνον – είναι σαν επειδή κλείνουμε τα μάτια μας μέρα μεσημέρι να πιστεύουμε ότι έχει νυχτώσει· και δεύτερον, διότι η έννοια της «ατομικής απελευθέρωσης»[4] στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα φτηνό ιδεολόγημα του φιλελευθερισμού (αλλά και του «περσοναλιστικού» αναρχισμού) το οποίο αναμασά αφειδώς η σύγχρονη πολιτική ρητορεία όπως άλλωστε και η βιομηχανία της διαφήμισης. Είναι μια εικόνα που προβάλλει την ηρωική διάσταση της προσωπικότητας, το «ελεύθερο άτομο» (ένας ελεύθερος και μόνος καουμπόη) ενάντια σε κάθε περιορισμό που μπορεί να θέτει η κοινωνία. [5] Αν και ορισμένοι, επικαλούμενοι αόριστα την «καλή φύση» των ανθρώπων, διατείνονται το αντίθετο, εγώ θεωρώ ότι η μαξιμαλιστική κατάληξη αυτής της συλλογιστικής δεν μπορεί παρά να απορρέει στον καθαρό σολιψισμό και στον «πόλεμο όλων εναντίον όλων», και να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η κοινωνική συγκρότηση μέσω της αυτοθέσμισης είναι αδύνατη και άρα η επίλυση των συγκρούσεων και των διαφωνιών που συνεχώς ανακύπτουν από την αντιπαρατιθέμενη επιθυμία και βούληση των διαφορετικών ατόμων, που είναι ωστόσο «καταδικασμένα» να ζουν μαζί, παραχωρείται υποχρεωτικά σε μια εξ-ουσία, σε μια εξωτερική δύναμη επιβολής του πλαισίου και των κανόνων συμβίωσης: στην οργανωμένη εκείνη ολότητα που είναι ο μοναδικός και απόλυτος φορέας και εκφραστής του νόμου, δηλαδή το κράτος. Αρνούμενοι την κοινωνική αυτονομία που είναι πάντοτε μια συλλογική διαδικασία και απαιτεί τον μετριασμό του ατομικού συμφέροντος, την έλλογη συγκατάθεση στη λήψη κοινών αποφάσεων προς το κοινό συμφέρον και την ευημερία όλων, καταφεύγουμε στην ετερονομία του κράτους των «ελεύθερων πολιτών» και των «ατομικών δικαιωμάτων», στην ανισότητα των προνομίων, και στη δικαίωση της κυριαρχίας που επιβάλει η ιεραρχική δομή.[6] Στην πραγματικότητα, προσφεύγοντας στην αγκαλιά του κράτους, αποποιούμαστε την ατομική ηθική ευθύνη που αποτελεί συστατικό στοιχείο της αληθινής ελευθερίας αφού μόνο η ατομική ηθική ευθύνη διασφαλίζει τους όρους ανάπτυξής της αληθινής ελευθερίας όλων σε συνθήκες που διασφαλίζουν την ισότητα. Παραμένουμε σε μια συνθήκη ανωριμότητας ως άτομα όταν αναθέτουμε τη διευθέτηση των υποθέσεων και των σχέσεων μας στους «αντιπροσώπους» των ειδικών συμφερόντων ή/και της ιδεολογίας μας και αποδεχόμενοι την κυριαρχία του κράτους. Η διαφορά είναι ξεκάθαρη: στη μια περίπτωση, εκεί όπου η ατομική ηθική ευθύνη εκφράζεται έλλογα στο πλαίσιο της κοινότητας μέσα από την πραγματική συμμετοχή όλων στη λήψη των αποφάσεων, αναφερόμαστε στην άμεση δημοκρατία που καθιστά τον θεσμό του κράτους περιττό, ενώ στην άλλη περίπτωση, εκεί όπου η ευθύνη μετατίθεται στους επαγγελματίες πολιτικούς, αναφερόμαστε στην αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» που θεωρεί απαραίτητο τον θεσμό του κράτους ως αναγκαίο εργαλείο για τη διαχείρισης της εξουσίας.
ΙΙ.
Κάθε προσπάθεια πραγματικής απελευθέρωσης απαιτεί την αναμέτρηση με την συστημική ολότητα η οποία πρέπει οπωσδήποτε να υπερβαθεί. Αναμφίβολα, κάθε άρνηση είναι πρωταρχικά άρνηση του άμεσα βιωμένου· αυτό που επιφέρει η εμπράγματη και εν πολλοίς αυθόρμητη αντίδραση σε μια κατάσταση ανυπόφορης πλέον δυσαρέσκειας μπορεί να γίνει ο πυροκροτητής της αγανάκτησης και μιας απρόβλεπτων διαστάσεων και συνεπειών κοινωνικής έκρηξης. Η επανάσταση ως ενδεχόμενο είναι σαφώς εγγεγραμμένη στον γενετικό κώδικα του κυρίαρχου συστήματος. Όμως η κάθε «αυθόρμητη» αντίδραση στην καταπίεση, η όποια πράξη εξέγερσης, δεν αποτελεί από μόνη της προάγγελο μιας ριζικής αλλαγής, μια επανάστασης που θα ανατρέψει εκ βάθρων τις κυρίαρχες σχέσεις και θα οικοδομήσει μια ελευθεριακή κοινωνία.
Αν λοιπόν αυτό που παρακινεί τους επιμέρους αγώνες μας δεν προβληθεί πάνω στο φόντο της ολότητας –το κυρίαρχο σύστημα του καπιταλισμού και της κρατικής εξουσίας– και δεν αναμετρηθεί μαζί της, το ζητούμενο δεν θα μπορεί να είναι παρά μονάχα ρεφορμιστικές παρεμβάσεις περιορισμένου βεληνεκούς και μετριασμένης απήχησης στην κατά τα λοιπά απρόσκοπτη συνέχιση της αναπαραγωγής και της λειτουργίας του συστήματος. Όσο δεν θίγονται πραγματικά καίρια ζητήματα όπως η αξία, ο φετιχισμός του εμπορεύματος, τα θεμέλια του νόμου και της ιδιοκτησίας, η κυριαρχική σχέση επί της φύσης (ο ουσιαστικός διαχωρισμός υποκειμένου-αντικειμένου δηλαδή) τόσο οι όποιες αντιστάσεις εγείρονται θα εκπίπτουν στην ανώδυνη διαμαρτυρία ή, στην καλύτερη περίπτωση, θα αποτελούν μια αιτία προσωρινής δυσλειτουργίας του συστήματος που εξαλείφεται δια της απλή μεθόδου της «διόρθωσης»/ενσωμάτωσης. Ας μην ξεχνάμε ότι οι επιμέρους αντιστάσεις λειτουργούν πολλές (αν όχι τις περισσότερες) φορές σαν αντισώματα που ενισχύουν την άμυνα του συστήματος, αποτρέποντας την εξάπλωση της «ασθένειας» που μπορεί να αποβεί μοιραία για το ίδιο, ήτοι θανάσιμη. Δεν είμαι βέβαιος ότι μπορούμε να συμμεριστούμε άκριτα την αισιοδοξία εκείνων που διαβλέπουν στην ανάπτυξη των αποκαλούμενων «κινημάτων πόλης» την όψιμη στη χώρα μας ανάδυση της «κοινωνίας των πολιτών», χαιρετίζουν δηλαδή την καθυστερημένη πραγμάτωση μιας παραδοσιακά φιλελεύθερης ουτοπίας που διατρανώνει πως η ελευθερία απαιτεί την εμβάθυνση της δημοκρατίας με τη συμμετοχή των ατόμων στην «πολιτική». Χωρίς να προσδιορίζονται επακριβώς οι συνισταμένες και οι όροι αυτής της συμμετοχής σε αυτήν την υποτιθέμενη «δημοκρατική» διαδικασία διεύρυνσης του δημόσιου χώρου, αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ανισότητας στη συμμετοχή που απορρέουν από ποικίλους αντικειμενικούς προσδιοριστικούς παράγοντες που μεταφράζονται σε προνόμια ισχύος και εξουσίας έναντι της υποτιθέμενης «ισότητας» που διασφαλίζει καταστατικά η ιδιότητα του «πολίτη» στο πλαίσιο της φιλελεύθερης «δημοκρατίας». Από την άλλη, οι συνήθως ωφελιμιστικού χαρακτήρα στόχοι που τίθενται από αυτού του είδους τα «κινήματα» δεν ασκούν σχεδόν ποτέ συνολική συστημική κριτική ούτε προσβλέπουν στη ριζική ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων με αποτέλεσμα να καταδικάζουν και να αποτρέπουν κάθε ενέργεια αντίδρασης που ξεφεύγει από τα όρια του «ενδεδειγμένου» τρόπου διαμαρτυρίας ή και του (αστικού) νόμου. Αποθαρρύνοντας την ολομέτωπη σύγκρουση οι προσεγγίσεις αυτές πλειοδοτούν προς όφελος μιας σχετικά ανώδυνης ακτιβιστικής δράσης στο πλαίσιο του «εφικτού». Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν είναι συνήθως συμβολικές πράξεις αντίδρασης και διαμαρτυρίας καθώς και προσφυγή στα ένδικα μέσα που προσφέρει ως τρόπους αυτοελέγχου τής «καλής λειτουργίας» της η ίδια η Δημοκρατία. Οι ρεφορμιστικές αυτές πολιτικές δεν μπορούν να υπερβούν το σύστημα, ούτε καν να διανοίξουν μια χαραμάδα αισιοδοξίας στο στεγανό πλαίσιο του. Ακόμα και όταν επιτυγχάνουν τον επιμέρους στόχο τους παραμένουν «νίκες» χωρίς ευρύτερο πρόταγμα κοινωνικής αλλαγής, άρα είναι πολιτικά αδρανείς. Σε αντίθεση με το επαναστατικό πρόταγμα που παροτρύνει την άμεση δράση πάντοτε ως μέσο για έναν σκοπό, την ανατροπή του συστήματος και τη θεμελίωση της ελεύθερης κοινωνίας, τα ρεφορμιστικά κινήματα επιδιώκουν τη βελτίωση της λειτουργίας του συστήματος, επιδεικνύοντας μια υστερική έμφαση στο να επισημαίνουν τις δυσλειτουργίες του και να αγωνίζονται προκειμένου αυτές να εξαλειφτούν. [7]
ΙΙΙ.
Υπάρχει, με τα παραπάνω δεδομένα υπόψη, ένας πιο σαφής προσανατολισμός που μπορεί να δοθεί στην κατεύθυνση της επαναστατικής δράσης. Αν θεωρήσουμε την «ελευθερία από, προκειμένου να» ως την ύψιστη μορφή ελευθερίας, που ενσωματώνει, αφενός, την άρνηση της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης καθώς και το αίτημα να ξεπεραστούν αυτού του είδους οι σχέσεις και, αφετέρου, την έλλογη οικοδόμηση μιας κοινωνίας που θα διασφαλίζει την ελεύθερη ανάπτυξη των δυνατοτήτων όλων, τότε διαφαίνεται ξεκάθαρα ποιος πρέπει να είναι ο στόχος μας.
Ακόμα και αν δεχτούμε ότι ο μοναδικός δρόμος για να επιτύχουμε τους στόχους μας, η επανάσταση δηλαδή, είναι μακρινός και δύσβατος, εμείς πρέπει να συνεχίσουμε την πορεία μας προς την πραγματικά ελεύθερη κοινωνία, προς τον ελευθεριακό σοσιαλισμό. Τα όπλα μας θα συνεχίσουν να είναι η καθημερινή αντίσταση και εναντίωση σε συγκεκριμένες πρακτικές του κεφαλαίου, του κράτους και της πατριαρχίας, η οργάνωση και η επεξεργασία μιας θεωρίας και ενός προγράμματος για τη μελλοντική ελεύθερη κοινωνία, η αλληλεγγύη και η θέληση. Η δημιουργία θυλάκων συγκέντρωσης και ελεύθερης διακίνησης ιδεών και πρακτικών, η δημιουργία αντι-θεσμών (π.χ. στην ενημέρωση, στην εκπαίδευση, στην αλληλοβοήθεια), η προπαγάνδα και η επαναστατική διαπαιδαγώγηση, είναι οι ενδεδειγμένοι και ήδη μερικώς πραγματοποιημένοι στόχοι εδώ και πολύ καιρό. Οι κοινωνικοί αγώνες έχουν μακρά παράδοση, και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Υπάρχει αναμφίβολα ένα πυκνό «δίκτυο» που απλώνεται διεθνώς και συμπεριλαμβάνει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων οι οποίοι αγωνίζονται καθημερινά, υπό αντίξοες και επικίνδυνες αρκετές φορές συνθήκες, και ανθρώπων που προσπαθούν να προσδώσουν μια πιο συνολική διάσταση στον αγώνα εναντίωσης, υπερβαίνοντας την απλή άρνηση και δημιουργώντας «καταστάσεις» που απηχούν την επιθυμία και την ανάγκη για την απελευθερωμένη κοινωνία την οποία μπορούμε να οικοδομήσουμε μέσω της έλλογης δράσης μας, να επιδιώξουμε δηλαδή την πλήρη απάλειψη των αλλοτριωτικών συνθηκών κυριαρχίας, εκμετάλλευσης, ετερονομίας που μας εγκλωβίζουν και καταστρέφουν τον πλανήτη.
Το αίτημά μας είναι ριζικό και αδιαπραγμάτευτο. Θέλουμε να ζήσουμε σε μια κοινωνία που να αναταποκρίνεται στις δυνατότητες, τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας. Να εξερευνήσουμε τη φύση (μας) αναπτύσσοντας τις ικανότητές μας. Δεν θέλουμε να ανασυστήσουμε κανέναν μύθο κάποιου «ιδανικού» παρελθόντος, δεν αντιλαμβανόμαστε την Ιστορία ως μια τροχιά πτώσης, ούτε όμως και σαν απώλεια· δεν μας παρακινεί κανένα (ψευδο)ρομαντικό συναίσθημα για την τραγικότητα της «ανθρώπινης μοίρας», ούτε, από την άλλη, εμφορούμαστε από την ηρωική εποποιία του «αυτόνομου Υπερανθρώπου» που η μοναδική του βούληση είναι αρκετή για να σπάσει τα δεσμά κάθε σύμβασης και κάθε περιορισμού, κοινωνικού και φυσικού. Δεν θέλουμε να «αναμαγεύσουμε» τον κόσμο για να τον παραχωρήσουμε ξανά στη μεταφυσική και στον δυισμό που βρίσκεται στη ρίζα κάθε έννοιας κυριαρχίας.[8] Ίσα-ίσα, θέλουμε όλους τους μύθους της κυριαρχίας να τους καταστρέψουμε ξανά, αποτελεσματικά αυτή τη φορά, να ξεκαθαρίσουμε μαζί τους μια για πάντα, να αποκαλύψουμε μέσα από τα συντρίμμια της κυριαρχίας τον πραγματικό ορίζοντα των δυνατοτήτων μας. Η τελική υπέρβαση των κοινωνικών συνθηκών παραγωγής των μύθων της κυριαρχίας και των σχέσεων που αυτές υπαγορεύουν θα καταστήσει αίφνης αυτούς τους μύθους άκαιρους και κυριολεκτικά άχρηστους. Όπως το διατυπώνει ο Bookchin, «οφείλουμε να δημιουργήσουμε τον κόσμο μας συνειδητά, όχι σύμφωνα με δαιμονικές ονειροπολήσεις, αστόχαστα έθιμα και καταστροφικές προκαταλήψεις, αλλά με βάση τα κριτήρια του λόγου, του στοχασμού και του διαλόγου, τα οποία ανήκουν αποκλειστικά στο είδος μας».[9]
Όσες και όσοι οραματίζονται την πραγματική ελευθερία πρέπει να αγωνίζονται με κάθε τρόπο να υπερβούν τις υποκειμενικές και προσωπικές βλέψεις της ατομικής «ελευθερίας» που πουλάει με το κιλό η φιλελεύθερη «δημοκρατία» και να μετέχουν έλλογα σε μια συλλογική θεμελίωση των κοινωνικοοικονομικών, πνευματικών και συναισθηματικών όρων της πραγματικής ελευθερίας για όλους, που θα αποτελέσει και το θεμέλιο για την πραγματική ατομική ελευθερία.[10] Γι’ αυτό και αγωνίζονται για να δημιουργήσουν ένα μαζικό επαναστατικό κίνημα. Ο αγώνας για την οικοδόμηση της ελευθεριακής κοινωνίας δεν έχει ανάγκη ούτε από μύθους, ούτε από ήρωες και μάγους, έχει ανάγκη από όραμα, ορθολογικές επαναστατικές πρακτικές, συγκροτημένες θεωρητικές επεξεργασίες και αναλύσεις, αντιαυταρχική οργάνωση, ισότιμη συνεργασία και συλλογική δράση σε όσο το δυνατόν ευρύτερη βάση. Μόνον όταν καταφέρουμε συλλογικά να αναδιοργανώσουμε την κοινωνία σύμφωνα με τις αρχές του ελευθεριακού σοσιαλισμού ο κόσμος που οραματιζόμαστε θα μπορέσει να γίνει επιτέλους πραγματικός.
[1] Murray Bookchin, Το πρόταγμα του Κομμουναλισμού, «Σημείωμα του συγγραφέα για την ελληνική έκδοση», εισ.-μτφρ.-σημ. Αλέανδρος Γκεζερλής, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006 , σ. 9.
[2] Θα πρέπει να επισημάνω ότι αυτού του είδους την ελευθερία απολαμβάνουν με έναν άλλο τρόπο οι ελίτ της εξουσίας και του πλούτου υπό την έννοια ότι, από τη μια, δεν δεσμεύονται να τηρούν τους κανόνες που οι ίδιοι θεσπίζουν και, από την άλλη, ικανοποιούν σε υψηλό βαθμό τις επιθυμίες και τις ανάγκες τους. Ειδικότερα η ελίτ του πλούτου επιδιώκει να ξεπεράσει τη διαλεκτική «αφέντη-δούλου», να απελευθερωθεί πλήρως από τον ετεροκαθορισμό, να αυτο-ορίσει την κυριαρχία της, αντικαθιστώντας τους δούλους με τις μηχανές. Ο δούλος είναι πλέον «πλεόνασμα» και όχι «εργαλείο» γι’ αυτό και η υπαναχώρηση του κεφαλαίου από τη στήριξη του κράτους πρόνοιας. Υπό μια άλλη οπτική βεβαίως, και σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζουμε εδώ, η αλληλεπίδραση των κινήσεων στον αγώνα για την κυριαρχία και η πολύπλευρη αντίδραση σε αυτήν καθορίζει εν πολλοίς το εύρος του πεδίου όπου μπορεί να ασκηθεί η ελευθερία και κυρίως τις συνθήκες υπό τις οποίες μπορεί να εκφραστεί. Δεν ξέρω κατά πόσο π.χ. το να ζεις με τη συνεχή επιτήρηση σωματοφυλάκων συνιστά το ιδανικό όραμα για την ελευθερία, από όποια σκοπιά και αν το δει κανείς.
[3] Αναφ. στο Καρλ Μανχάιμ, (1929), Ιδεολογία και ουτοπία, μτφρ. Γιώργος Ανδρουλιδάκης, εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1997, σ. 308.
[4] Αναφέρομαι στην «ατομική απελευθέρωση» ως ιδεολόγημα που υποστηρίζει τη δυνατότητα του ατόμου να «απελευθερωθεί» από μόνο του, με τη δύναμη της ατομικής βούλησης και να διατηρήσει αυτή την «αυτονομία» του σε πείσμα κάθε κοινωνικότητας, σε αντιπαράθεση με την «ατομική ελευθερία» η οποία είναι ταυτοχρόνως σκοπός και μέσο της επαναστατικής κοινωνικής αναδιάρθρωσης. Όπως έλεγε ο Καντ: «η ελευθερία είναι η αναγκαία συνθήκη για να φτάσουμε στην ωριμότητα που απαιτείται για την άσκηση της ίδιας της ελευθερίας, κι όχι ένα δώρο που παραχωρείται όταν έχει επιτευχθεί αυτή η ωριμότητα» (αναφ. στο Noam Chomsky, Σημειώσεις για τον Αναρχισμό, μτφρ. Μαρλέν Λογοέτη, Παναγιώτης Καλαμαράς, Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα 2000, σ. 16.
[5] O Marray Bookchin γράφει για τους περσοναλιστικούς αναρχισμούς: «Η ιδεολογική τους γενεαλογία είναι βασικά φιλελεύθερη, θεμελιωμένη πάνω στο μύθο ενός απόλυτα αυτόνομου ατόμου του οποίου τα αιτήματα για αυτοκαθορισμό κυρώνονται από “φυσικά δικαιώματα”, μια “εγγενή αξία” ή σε ένα πιο εκλεπτυσμένο επίπεδο, από ένα διαισθητικό καντιανό ιδεαλιστικό εγώ που παράγει όλη την πραγματικότητα που είναι δυνατόν να γνωρίζουμε». (Κοινωνικός ή life style αναρχισμός. Ένα αγεφύρωτο χάσμα, μτφρ. Αχιλλέας Φωτάκης, εκδόσεις Ισνάφι, Ιωάννινα 2005, σ. 17.)
[6] Ο Πιέρ Κλαστρ υπενθυμίζει ότι «το κράτος, ως διαίρεση θεσμισμένη από την κοινωνία μ’ ένα πάνω και ένα κάτω, είναι αποτελεσματική αφετηρία σ’ ένα παιχνίδι σχέσεων εξουσίας. Η κατοχή της εξουσίας σημαίνει την άσκησή της: μια εξουσία που δεν ασκείται, δεν είναι παρά μια φαινομενολογία». Το ζήτημα της διαίρεσης της κοινωνίας σε κυρίαρχους και κυριαρχούμενους, εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους αντικατοπτρίζεται, σύμφωνα με τον Κλαστρ, με τον πλέον συναφή τρόπο στην κρατική εξουσία. Συγκεκριμένα ο Κλαστρ γράφει: «η σχέση εξουσίας υλοποιεί μια απόλυτη ικανότητα διαίρεσης στην κοινωνία. Είναι αυτή, μ’ αυτόν τον τίτλο, η ίδια η ουσία της κρατικής θέσμισης, η ελάχιστη εμφάνιση του Κράτους. Κατ’ αναλογίαν, το Κράτος δεν είναι παρά η επέκταση των σχέσεων εξουσίας, η πιο χαρακτηριστική τομή της ανισότητας ανάμεσα σ’ εκείνους που διατάζουν και σ’ εκείνους που υπακούουν.» (Πιέρ Κλαστρ, «Ελευθερία, δυστυχία, ακατονόμαστο», Επίμετρο στο Ετιέν ντε Λα Μποεσί, Πραγματεία περί Εθελοδουλείας, μτφρ. Παναγιώτης Καλαμαράς, β΄εκδ. Πανοπτικόν, Κοζάνη 2002, σ. 55.)
[7] Θα διαφωνήσω πλήρως με τον Tomas Ibanez, ο οποίος θεωρεί «απόλυτα απλοϊκή»την αντιπαράθεση ρεφορμισμού-ριζοσπαστισμού, και προσπαθεί να διασώσει τις ρεφορμιστικές πολιτικές ακυρώνοντας τη δυναμική της ριζοσπαστικής επαναστατικής δράσης.: «Είναι ξεκάθαρο», γράφει, «ότι μόνο η ριζοσπαστική δράση μπορεί να προκαλέσει την “ανάδυση” ασυμβίβαστων καταστάσεων εν σχέσει με την εγκαθιδρυμένη κοινωνική τάξη. Πρέπει να σημειώσουμε ωστόσο, ότι η ριζοσπαστική δράση είναι αντιφατική, γιατί έχοντας σαν δεδομένο ότι η κοινωνία είναι ένα ανοιχτό σύστημα που αυτοοργανώνεται, οι δυσλειτουργίες που εισάγει η ριζοσπαστική δράση, επιτρέπουν τη μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα του εγκαθιδρυμένου συστήματος» («Για μια ελευθεριακή πολιτική εξουσία. Επιστημολογικές και στρατηγικές εκτιμήσεις γύρω από την έννοια» (1984), Ελευθεριακή Κουλτούρα, μπροσούρα χ.χ.ε.). Εδώ ο Ibanez προφανώς συγχέει την επαναστατική δράση ενός οργανωμένου λαϊκού κινήματος και την ανάπτυξη του κοινωνικού ανταγωνισμού με το γεγονός ότι η μορφή της κυριαρχίας αλλάζει ως αντίδραση σε αυτήν ακριβώς τη δράση. Δεν μπορούμε όμως να πούμε το ίδιο και για τις ρεφορμιστικές πολιτικές που προάγουν συνήθως τα «κινήματα πόλης» και οι διάφορες «κινήσεις πολιτών» και τα οποία αποδέχονται ως ευρύτερο πλαίσιο δράσης τους το νομικό σύστημα της αστικο(νέο)φιλελεύθερης δημοκρατίας και συνεπακόλουθα το κράτος.
[8] Βλ. σημ. 6.
[9] Murray Bookchin, Το πρόταγμα του Κομμουναλισμού, όπ.π., σ. 44.
[10] «Ο Μπακούνιν ορίζει την ελευθερία ως το αποτέλεσμα της ανθρώπινης συνένωσης. Η ελευθερία είναι μια κοινωνικο-ιστορική δημιουργία, μια θετική αξία, έργο όλων μαζί και καθενός ξεχωριστά. Η μεγάλη ποικιλία δυνατοτήτων, ενεργειών, παθών, που εκδηλώνουν τα ανθρώπινα όντα όταν δρουν από κοινού, είναι ο πλούτος της κοινωνίας. Χάρις σ’ αυτή την ποικιλία, “η ανθρωπότητα είναι συλλογικό σύνολο, στο οποίο ο καθένας συμπληρώνει και έχει ανάγκη τους άλλους· αυτή η ατελείωτη ποικιλία των ανθρώπινων όντων είναι η αιτία, η θεμελιώδης βάση της αλληλεγγύης τους, ένα παντοδύναμο επιχείρημα υπέρ της ισότητας”. Κάθε ανθρώπινη ελευθερία που δεν συνιστά ένα προνόμιο απαιτεί, χρειάζεται την ισότητα.» (Eduardo Colombo, Είμαι αναρχικός!, μτφρ. Παναγιώτης Καλαμαράς, Ελευθεριακή Κουλτούρα - Το Μοναστήρι του Θελήματος 17, Αθήνα 2003, σ. 13.