Αποφθέγματα

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Β. Χαραλάμπους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Β. Χαραλάμπους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

ΛΑΜΠΡΟΤΡΙΤΗ ΣΤΟΝ ΑΓΡΟ ΤΗΣ ΠΙΤΣΙΛΙΑΣ Του Βασίλη Χαραλάμπους




Το πιο κάτω κείμενο δείχνει πώς στην Πιτσιλιά (ορεινή περιοχή της Κύπρου) συνεχίζονται από αρχαιοτάτων χρόνων εκκλησιαστικά έθιμα την Τρίτη του Πάσχα που είναι παρόμοια με Αγιορείτικα έθιμα που τελούνται στις Καρυές.


ΛΑΜΠΡΟΤΡΙΤΗ ΣΤΟΝ ΑΓΡΟ ΤΗΣ ΠΙΤΣΙΛΙΑΣ

Του Βασίλη Χαραλάμπους
================

Λαμπροτρίτη στο χωριό Αγρός της επαρχίας Πιτσιλιάς. Καθαρός αέρας, φιλοξενία, Παράδοση. Η ομορφιά του Ορθοδόξου λαού της Κυπριακής υπαίθρου. Όλοι οι χωριανοί βρίσκονται πριν τις 4 το πρωί στη μεγάλη εκκλησία της Παναγίας. Αρχίζει η λιτανεία στις 4 το πρωί όπου θα γυρίσουν όλο το χωριό, μια διαδρομή 10 χιλιομέτρων. Δύσκολη διαδρομή και για τον όποιο δισταγμό η συμβουλή από κάποιο αγνό άνθρωπο του χωριού «Τζιαί να μεν θέλεις, κουντά σε η Παναγία». Μια χρονιά μας διηγήθηκε, εκείνος ο αγνός άνθρωπος από τον Αγρό, θέλησαν ν΄αλλάξουν δρόμο κι η εικόνα έγινε ασήκωτη ώσπου πήγαν και πάλι από τον ίδιο δρόμο κι η εικόνα απέκτησε και πάλι το βάρος της. Από τότε ακολουθούν την ίδια διαδρομή.
ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΡΟ
_________

Μπροστά πηγαίνει το σήμαντρο. Δύο άνδρες κρατάνε ένα μεγάλο σήμαντρο σιδερένιο στους ώμους και ένας τρίτος άνδρας με ένα σφυρί κτυπά το σήμαντρο. Ακολουθούν τα εξαπτέρυγα, οι εικόνες, οι ιερείς, οι ψάλτες και ο λαός. Όλο το χωριό στη μεγάλη λιτανεία, η οποία θα φτάσει στα γύρω του χωριού περιβόλια, τις εκκλησίες καθώς και σε κάθε γειτονιά. Η πομπή σταματά σε κάθε γειτονιά για να μνημονεύσουν οι ιερείς, ζώντες και κεκοιμημένους. Στους ιερείς δίνουν μόνο τα ονόματα των κεκοιμημένων, γιατί τους ζώντες τους γνωρίζουν. Στην κάθε γειτονιά καθώς και στις εκκλησίες θα γίνει δέηση αφού προηγουμένως προσφερθεί στον ιερέα καπνιστήρι, ελιά και μερρέχα με ροδόσταγμα. Σε κάποια σπίτια δεν λείπουν και τα κεράσματα από αυγά κόκκινα, φλαούνες και ζιβανία.
Θα επιστρέψουν στη μεγάλη εκκλησία της Παναγίας όπου θα συνεχιστεί η ακολουθία της Θείας Λειτουργίας. Όλη η κοινότητα «επί το αυτό», γύρω «από το έν ούτινος έστι χρεία».

Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΗΣ "ΦΟΒΕΡΑΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ" ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ
________________

Αυτό μου θύμισε τη λιτανεία της Εικόνας της Φοβεράς Προστασίας στο Άγιο Όρος. Η Εικόνα αυτή βρίσκεται στο τέμπλο του παρεκκλησίου της Μονής Κουτλουμουσίου. Η λιτανεία γίνεται τη Λαμπροτρίτη. Η λιτάνευση αρχίζει από τη Μονή Κουτλουμουσίου προπορευομένης της Εικόνας της “Φοβεράς Προστασίας”, ακολουθούν τα εξαπτέρυγα, οι ιερείς και πλήθος μοναχών και προσκυνητών. Σε κάθε κελί της περιοχής των Καρυών γίνεται δέηση και προσφέρονται κεράσματα, κρασί, αυγά και τυρί. Η λιτανεία θα καταλήξει στο ναό του Πρωτάτου πριν την επιστροφή της στη Μονή Κουτλουμουσίου σε ανταπόδοση της επίσκεψης της Εικόνας του Άξιον Εστί την προηγούμενη, δηλαδή τη Δευτέρα του Πάσχα, από το ναό του Πρωτάτου.

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

ΠΛΑΤΥΣΚΙΩΤΗ ΑΓΑΠΗ Του Βασίλη Χαραλάμπους




ΠΛΑΤΥΣΚΙΩΤΗ ΑΓΑΠΗ

                                                                           Του Βασίλη Χαραλάμπους
===========

Σχεδόν στου βράχου την ακωχή
τ’ απέριττο καλύβι του
αψηλά στα Καρούλια.

Κάτω η θάλασσα
με το καθημερινό ημέρωμα των βράχων
στα Καρουλιώτικα ακροβράχια.

Και παρεμπρός τ’ ατρύγητο κλήμα,
πλάϊ στην απλωταριά,
περίσσια να ισκιώνει
ίσαμε όλοι μέσα να χωράμε
για του ήλιου το καύμα
κι ο γέροντας στη μέση
πράος, γαλήνιος, ειρηνικός.

Θα ήταν η πρώτη φορά
που κατάλαβα για την άλλη ειρήνη
που δεν είναι του κόσμου τούτου
και για κείνη τη πλατύσκιωτη αγάπη
που περίσσια να ισκιώνει
ίσαμε όλοι μέσα να χωράμε.


(Από την ποιητική συλλογή “Αθωνικό διάβα”)

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

ΩΧΡΙΝΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ




ΩΧΡΙΝΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
                                                     Του Βασίλη Χαραλάμπους
 _____

Ανασαίνει ακόμα ο βοριάς
στην απαλάμη του Πενταδάκτυλου
κι οι μάνες απ’ αντίκρυ
πούχουν για μοιράδι
από κείνο τον μαύρο Γιούλη
την ωχρινή φωτογραφία στην αμασχάλη.




Από την ποιητική Συλλογή  ΄΄  Ακαμαντίς  ΄΄

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

ΜΕ ΚΕΙΝΟ Τ’ ΑΛΛΟ ΑΝΤΑΜΩΜΑ




ΜΕ ΚΕΙΝΟ Τ’ ΑΛΛΟ ΑΝΤΑΜΩΜΑ

                           Του Βασίλη Χαραλάμπους

____________
Στης ερήμου τα κατάβαθα
η Σκήτη του Αγίου Βασιλείου
καλύβες απέριττες μικρές
της ικεσίας ξερολιθιές
ωσάν των αητών  φωλιάσματα
και μ΄ όλο το ημερίσιο φως
και του ήλιου το καύμα
στο μισοσκότεινο
έγκλειστοι της ερήμου οικιστές
με κείνο τ΄ άλλο αντάμωμα
από την Κερασιά
τα Κατουνάκια
το Καρμήλιο Όρος
ακατάπαυστα ικετεύουν
τον Κύριο του ελέους.


Από την ποιητική Συλλογή  « Τ’ Άθωνα απλωταριά »

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011

Ο μισταρκός τ’ Αυξέντη


  Ο μισταρκός τ’ Αυξέντη
                                                                                     
 Του Βασίλη Χαραλάμπους
                                                                  __________

Το Βασιλούϊν της Τζιυρκακούς έμεινεν που μιτσίν πεντάρφανον τζιαι που τότες ,έζιεν με την γιαγιάν του την Φωτούν.  Η φτωσιή η Φωτού, με μάλια είσιεν με ριάλλια.  Τωρά που εγέρασεν εν τα κατάφερνεν με να ξενοδουλεύκει.  Τζιαι τωρά που μιάλωσεν κάπως τζιαι το Βασιλούϊν, επήεν μισταρκός στον Αυξέντην που ήταν μακρινός συγγενής του. 

Ο Αυξέντης ήτουν καλός άδρωπος τζιαι μαλαχτός, μα η γεναίκα του η Αντριανού ήτουν περίτου τζιαι που μητρυιάν, για το φτωχόν το Βασιλούϊν.  Η Αντριανού είσιεν τόσον αρρωστημένην αγάπην για τα παιθκιά της, τον Γιαννήν, τον Στασήν, την Μαρουλλούν που έκαμνεν σε  να διερωτάσαι.  Τωρά εν τα μωρά της π’αγαπά, όξα τον εαυτόν της περίτου.  Τζ’ όταν πρόπερσι ήρτεν ο αρφός της ο Ηλίας που την Αμερικήν τζι’ έφερεν μαζί του μιαν αρπαχτικήν τζι’ έφκαλεν τους τζιαι φωτογραφίες, έφκαλεν τζιαι μιαν το Βασιλούϊν όπως εδούλευκεν ποτζιεί στα κτηνά.  Ούλλες έβαλεν τες ποτζιεί τζιαι ποδά, μα τζιείνην με  το Βασιλούϊν έχωσεν την που κάτω στο κρεββάτιν της.  Μάταια ο Αυξέντης  επέμενεν να την βάλουν τζιαι τζιείνην, να δώκουν λλίην χαράν στο ορφανόν, μα που η Ανδριανού έτσι πράμαν.  Ήτουν ψιλά γράμματα για λλόου της. 

Τα γυιούθκια της τζι’Μαρουλλού της ήταν ούλλος ο κόσμος.  Έναν κουτσιίν αγάπην αρκοντιτζιήν τούτες τες ημέρες των γιορτών, έν έμεινεν τζιαι για τούτον τ’αρφανόν.  Λλίην όϊ πολλά πράματα.  Μα ούτε τούτον το λλίον τζι’ας ήταν Πρωτοχρονιά σήμερα.  Έτσι ανήμερα της Πρωτοχρονιάς, ενώ το Βασιλούϊν, μιαν τζιαι ήταν γιορτάρης, έθελεν να ήταν με την γιαγιάν του.  Μα πριχού να φκάλει κουβένταν η Αντριανού έκοψεν του το που μέρες.

-          Άκου να σου πω Βασίλη, Πρωτοχρονιάν μεν μου σαστείς να πάεις στην γιαγιάν σου γιατί εν νάρτει η ανηψιά μου η Φροσού που την χώραν τζιαι θέλω σε δαμαί να τανάς.
-          Μα θκειά Αντριανού, είμαι τζιαι γιορτάρης, εξάλλου έσιεις την Μαρουλλούν τζιαι…
Εγύρισεν τζι’είδεν τον μόνον η Αντριανού ή μάλλον αγριοείδεν τον τζι’έμεινεν ως τζιαμαί.
-          Καλά έν να μείνω θκειά Αντριανού.

Ως τζιαι την νύχταν της παραμονής, που βάλαν πάνω στο τραπέζιν το τσεστούϊν με το σιτάριν, την  πίτταν Άη Βασίλη με τον ζυμαρένον σταυρόν, με το ποτήριν το κρασίν δίπλα τζιαι τα τσεντούθκια τα όφκερα, όπως ήτουν το έθιμον του χωρκού, επήεν τζιαι το Βαιλούϊν.  Πουντζίν ο καημένος έν είσιεν τζι΄έβαλεν το μαντηλούϊν του διπλωμένον δίπλα που τα τσεντούθκια των παιθκιών της Αντριανούς.  Είντα τά’θελεν.  Επήρεν του τον καμόν η Αντριανού.

-          Έν εν πράμαν το μαντηλούϊν Βασίλη.  Εν τσεντούθκια που βάλλουν.
-          Μα θκειά Αντριανού εν έχω έτσι πράμαν. 

Χωρίς να μιλήσει εσυνέχισεν την δουλειάν ώσπου τζι’εφυεν η Αντριανού που τζιαμαί τζι’έβαλεν το μαντηλούϊν του που κάτω που το τραπέζιν.  Που τες αφκάες της Πρωτοχρονιάς εμάσιετουν ο καημένος τζι’ετάναν της Αντριανούς ως το μεσομέριν. Με εκκλησιάν τον άηκεν να πάει, με τίποτε.
«Έλα Βασίλη καθάρισε τες πατάτες να κάμουμεν τον καουρμάν»
«Βάλε το ρίφιν να το τηανίσεις»
«Όϊ πολλά.  Ο νους σου που ένι»
«Τες πατάτες τωρά»
«Την πάσταν»
«Έγλεπε να καστηθούν να πάω να φέρω το τζιαινούρκον το τραπεζομάντηλον»
Ούλλην την ώραν επέλλανεν τον που το μουρμουρκόν.

-          Α  τζιαι τζιείνον που σε θέλω στο τραπέζιν μεν κοντοσυναχτείς γιατί το φαίν εν λλίον.  Τα Χριστούγεννα έφαες κρέας, τα Φώτα πιόν.  Το κρέας του καουρμά εν λλίον.  Αν μείνει στο τέλος να φάεις.  Προς το παρόν θα φάεις πατάτες πό’βαλα περίτου τζιαι για σένα.
-          Καλόν θκειά Αντριανού.
-          Μανά, επολοήθην η Μαρουλλού, να του δώκω που το δικόν μου.
-          Με τον Βασίλην εξηγηθήκαμεν. Τούτα έν κανονίσματα δικά μας.

Να μεν τα πολλολοούμεν, ευτυχώς που εν ήρτεν η Φροσού τζι’ έμεινεν φαΐν τζιαι για το Βασιλούϊν.  Να πούμεν ότι το εχάρηκεν; Τούτον έ τζι’εν σίουρον, γιατί τζιείν το δείν της τ’άρκον, έν τζι’έφυεν που πάνω που το Βασιλούϊν.  Λαλείς τζιαι το Βασιλούϊν ήτουν η αιτία που εν ήρτεν η Φροσού.

Τα χρόνια επεράσασιν, εγέρασεν τζι’η Αντριανού, τα παιθκιά της εξενοπαντρευτήκασιν σ’άλλα χωρκά τζι’η Αντριανού έμεινεν μόνη κατάμονη.  Ο μόνος πό’ρκετουν τζι’έφερνεν της τζιαι λλίον φαΐν ήτουν το Βασιλούϊν, για τούτον μέσ’την κρεβατοκάμαρην της έβαλεν την φωτογραφίαν του που ήτουν μιτσής.  Ευγνωμοσύνη στο Βασιλούϊν, μα τζιαι συγγνώμη σε τούτον το παιδίν που της εστάθηκεν περίτου τζιαι που γυιός.

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

ΣΤΟ ΧΙΛΑΝΔΑΡΙΝΟΝ ΚΕΛΛΙΟΝ



ΣΤΟ ΧΙΛΑΝΔΑΡΙΝΟΝ ΚΕΛΛΙΟΝ
                             
                                                            Του Βασίλη Χαραλάμπους
============

Το ημέρωμα κείνου του δειλινού
στη Μολυβοκκλησιά των Καρυών
καταμεσής στη βαθυπράσινη ρεματιά
στον εσπερινό της του Χριστού Γεννήσεως.
Μήτε ρέμβη, μήτε στοχασμός
μοναχά το θώρι προς ανατολάς
στο εσσωράχιο του τόξου
όπου εζωγραφισμένη περίτεχνα
η τοιχογραφία της του Χριστού Γεννήσεως.
Στη Βηθλεέμ η βουνίσια πλατωσιά
μ’ ώχρα σκουρόχρωμη
και εις το μέσον το σπήλαιον
η οικία της σωτηρίας μας
με κατάκορφα βράχια.
Υπό το σπήλαιον
η απειρόγαμος Μήτηρ
με μαφόρι βαθυκόκκινο
και κατάμπροστα ο εν σαρκί φανείς Θεός.
Κι ο γέρων στο στασίδι ανεγίνωσκεν
«ανατελεί άστρον εξ Ιακώβ»
και έγινεν στο Χιλαδαρινό Κελλίον
ο ναΐσκος εκείνος πόλις Δαυίδ.
Παρέκει ο Ιωσήφ ο Δίκαιος
εζωγραφισμένος μετά γέροντος ποιμένος
και εις τον ουρανόν άγγελοι
διαλαλώντας έως εσχάτου της γης
ότι Χριστός γεννάται.
«Ακούσατε δη οίκος Δαυίδ
ότι από του νυν μεγαλυνθησόμεθα
έως άκρων της γης».
Παραύστερα ο παπακαλόγερος
συνέχισε θυμιατίζοντας
κι έγινεν ο ναΐσκος εκείνος
του Εφραθά οίκος.






Από την ποιητική Συλλογή  « Αγιονορείτικο διαβατικό »

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ


                                             Ο ζητιάνος
                                                                                                             
                                                                                                                      Του Βασίλη Χαραλάμπους
                                                                                               
_______

Χριστούγεννα σήμερα , κι΄ ένας ζητιάνος στριμώχθηκε στον τοίχο της εκκλησίας του χωριού.  Εδώ είναι ζεστά σκέφθηκε κι΄ η εκκλησία μικρή.  Τόσο καιρό στεκόταν  απ΄ έξω , σήμερα όμως μπήκε μέσα.
   
          Σαν μικρό παιδί στριφογύριζε το κεφάλι του κοιτώντας τις αρχαίες εκείνες τοιχογραφίες.   Με τα λίγα γράμματα πούμαθε άρχισε να ψελλίζει τα ονόματα των Αγίων.

- Άγ…γι…ος    Αν…τώ…νιος.
     
          Ο διπλανός, του ένας καλοντυμένος μεσήλικας τον σκουντά να σωπάσει.  Γύρισε ο ζητιάνος τον είδε περίεργα κι΄ύστερα σταύρωσε τα χέρια του σαν μικρό παιδί που το μάλλωσε η μάνα του.  Έμεινε για λίγο να κοιτάζει τον παπά πούλεγε τα “Ειρηνικά’’ κι ύστερα γύρναγε γύρω γύρω ώσπου η ματιά του καρφώθηκε στο θόλο  που ήταν ζωγραφισμένος ο Παντοκράτορας  Χριστός.  Δυό κυρίες κοιτάχτηκαν μ΄ εκείνο το κατηγοριάρικο ύφος.

-          Πάντων ημών…είπε ο παπα-Νικόλας με τη βροντερή φωνή του.
    
Γυρίζουν τ΄ Άγια και δυό γιαγιάδες αγγίζουν του παπά τ’ άμφια για ευλογία, συνήθεια και τούτη παλαιά.  Νάτος κι ο ζητιάνος πετάγεται βιαστικά από το δικό του το στασίδι να πάρει κι αυτός από τον παπά ευλογία.  Κάθε τόσο τρίβει τα χέρια του από χαρά κάνοντας τον σταυρό του και κοιτάζοντας αψηλά στον τρούλο τον Παντοκράτορα.
   
Το “Πάτερ ημών ’’ τόξερε απ’έξω, το μόνο πούμαθε από μικρό παιδί.  Τό’λεγε φωναχτά τώρα.  Εξάλλου το είπε κι ο  παπά –Νικόλας για να το πουν όλοι μαζί κι έτσι δεν μπορεί να πει τίποτα κιόλας ο καλοντυμένος κύριος που κάθεται δίπλα του.  Ο ζητιάνος κοινώνησε τελευταίος κι  όταν κατόπιν ο παπάς έδινε το αντίδωρο έμεινε μ’ανοιχτές τις χούφτες.

-          Ακόμα ένα παπά μου.
    
Το είπε τόσο ικετευτικά και ο παπά –Νικόλας του γέμισε τις χούφτες αντίδωρα.

-          Αθανάση του είπε ο παπάς,το μεσημέρι ναρθείς σπίτι μας.  Η παπαδιά θάχει γαλοπούλα σήμερα.
   
 Ήταν να τον χαίρεσαι στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι με το μεγάλο μαντήλι στο λαιμό.  Τούτη η γιορτινή μέρα των Χριστουγέννων είναι για τα κάθε λογής παιδιά και τους ζητιάνους.

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

Χριστουγεννιάτικο διήγημα. Η μικρή σκούνα.






ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ 

Η   μικρή   σκούνα          
                                                                                                                                                                           Του Βασίλη Χαραλάμπους

Σηκώθηκε αργά –αργά , μέρες τώρα στο κρεββάτι , μια σούπα να κάνει. Τι να γίνει που την άλλη φορά που ο γυιός της ο Γιάννης δοκίμασε τη σούπα να φτιάξει στην άρρωστη μάνα κι΄ακόμα θυμάται κείνη τη γκριμάτσα που έκανε η μάνα του στην πρώτη κουταλιά.  Δεν τα πολυκατάφερνε σε κάτι τέτοια  πράγματα ο Γιάννης.  Η μητέρα του στην κουζίνα κι΄ ο Γιάννης πηγαινοερχόταν σκεφτικός στο δωμάτιο του.

Μια στιγμή κοντοστάθηκε για λίγο, το πρόσωπό του είχε άλλη όψη , σαν χαρούμενο έδειχνε.  Κάτι ψυθίρισε και παραύστερα άρχισε να ψάχνει στα συρτάρια  Έψαχνε ,έψαχνε μέχρι που βρήκε μια παλιά σχισμένη άσπρη φανέλλα .  Τι να την κάνει άραγε τούτη τη σχισμένη φανέλλα;  Την κοίταξε για λίγο κι΄ ύστερα βγήκε έξω βιαστικός κατ’ αντίκρυ στον κυπαρισσώνα .  Σε λίγο νάσου μπαίνει μέσα κρατώντας κλαράκια διάφορα.  Κάθησε πλάϊ στη θράκα  κι΄ άρχισε  να φτιάχνει ένα καραβάκι, μια μικρή σκούνα για των Χριστουγέννων τα κάλαντα.  Κι’ έγινε τούτη η σκισμένη φανέλλα άρμενο για τη μικρή σκούνα.  Έμεινε ώρα πολλή εκεί πλάϊ στη θράκα να τεχνουργεί το δικάταρτο.  Κάθε τόσο διέκοπτε και σιγοτραγουδούσε ένα κομάτι από τα κάλαντα.  Παραύστερα  ανασηκώθηκε χαρούμενος κρατώντας τη μικρή σκούνα στα χέρια του.

Ο Κωστής ο μικρότερος αδελφός του μόλις μπήκε έμεινε να κοιτά έκπληκτος τη μικρή σκούνα.

-Τι ωραίο που είναι!  Θα το βάλουμε στο αυλάκι με το νερό να κολυμπήσει;
-Όχι Κωστή ,είναι το καραβάκι που θα κρατάμε στα κάλαντα .
-Όταν  περάσουν τα Χριστούγεννα  θα το βάλουμε στο αυλάκι να κολυμπήσει;   Επέμενε ο Κωστής.
-Καλά τότε να το βάλουμε .  Άντε τώρα να πάρεις τη φλογέρα σου και να πείς και στο Γιώργο να πάρει το τρίγωνό του για να πούμε τα κάλαντα στις απάνω γειτονιές.

Η  μητέρα στην κουζίνα και κατόπιν στο δωμάτιο της δεν κατάλαβε τίποτε.  Σε λίγο κίνησαν και οι τρείς τους για τις απάνω γειτονιές.  Ο Γιάννης μπροστά με τη μικρή σκούνα και λίγο πιο πίσω ο Γιώργος με το τρίγωνό του κι’ ο Κωστής με τη φλογέρα να φυσάει κατά βούληση.

Κείνο τ΄απόγευμα φυσούσε  οστριογαρμπής.  Ανασήκωσαν λίγο τα γιακαδάκια τους και προχώρησαν για τις απάνω γειτονιές.  Ο αγέρας κρύος και δεν έλεγε να κοπάσει.  Αρχίνισαν λοιπόν να τραγουδούν τα κάλαντα.  Ο μικρότερος , ο Κωστής τραγουδούσε μ΄όλη τη δύναμη της ψυχής του, άσε που ξεχνούσε κιόλας τα λόγια κάθε τόσο.  Άλλοι τους καλοδέχονταν κι΄ άλλοι τους διώχναν με ευγένεια .  Κι’ όμως υπήρχαν και κάποιοι που σχεδόν τους κλείναν κατάμουτρα την πόρτα.Αυτούς έτσι κι’ αλλιώς ο Γιάννης τους ήξερε κι΄από πέρυσι και δεν πολυστεναχωρήθηκε.

Γυρνούσαν  ώρα πολλή ίσαμε το γέρμα .  Τ΄ αγέρι συνέχισε  να φλυαρεί καταμεσής στα στενορύμια κι΄ο Γιάννης με τ΄ αδέλφια του συνέχισαν να τραγουδούν τα κάλαντα.  Πέρασαν κι΄ από την εκκλησιά τ΄ Άη Μηνά.  Ο  Γιάννης κοντοστάθηκε λίγο ,κάτι ψυθίρισε, έκανε το σταυρό του κι΄ ύστερα συνέχισε.  Πήραν το δρόμο της επιστροφής .  Άρχισε να βραδιάζει .  Το φεγγάρι ολόγιομο, φεγγαροβραδιά σίγουρα και τούτην τη νύχτα.
Στο δρόμο για το σπίτι συνάντησαν τον Αλέξη του φούρναρη  ο οποίος γυρνούσε με το ποδήλατο του τις γειτονιές.  Πέρασε με ταχύτητα από πλάϊ τους κι΄ άρπαξε το κουτί με τα χρήματα .  Μάταια  φώναζε ο Γιάννης με τ΄αδέλφια του.  Έτρεξαν για λίγο ξωπίσω του μα που να τον προλάβουν.  Χάθηκε σαν σίφουνας στις απάνω γειτονιές .

-Τώρα τι κάνουμε Γιάννη ;
-Τίποτα Κωστή.
-Κρίμα , συμπλήρωσε ο Γιώργος.
-Λοιπόν τσιμουδιά στη μητέρα μας, είπε  στενοχωρημένος ο Γιάννης.
-Κι΄αν μας ρωτήσει;
-Καλά θα δούμε Γιώργο.  Πάντως εσείς τσιμουδιά.
Περνούσαν σιωπηλά  τα δρομάκια στις απάνω γειτονιές.  Σε λίγο φτάσαν στο φτωχικό τους.  Προσεχτικά άνοιξαν την ξώθυρα κι΄ αγάλι –αγάλι μπήκαν μέσα.  Προς έκπληξή τους όμως βρέθηκαν κατ΄αντίκρυ στη μάνα τους που τους περίμενε πλάϊ στη θράκα.

-Μπα τι βλέπω;  Τρίγωνο,φλογέρα, καραβάκι…
-Εμείς το φτιάξαμε, διάκοψε ο Κωστής.
-Εσείς το φτιάξατε;  Είναι πολύ ωραίο.

Κάθησαν λοιπόν περιτρίγυρα στη μάνα τους, πλάϊ  στη θράκα.  Ο Κωστής άφησε ένα μειδίαμα όλο ερωτηματικά.  Ο  Γιώργος ο πιο λησμονιάρης απ΄όλα τ΄αδέλφια του άρχισε να  ψάχνει τις τσέπες του.Μάταια ο Γιάννης προσπαθούσε να κάνει νεύμα στο Γιώργο να σταματήσει.  Ευτυχώς όμως που η μητέρα τους ανασηκώθηκε να τους βάλει σούπα .

-Καθίστε στο τραπέζι να σας βάλω λίγη σούπα να  ζεσταθείτε.

Κάθισαν λοιπόν περιτρίγυρα στο τραπέζι σιωπηλοί  κι΄ η μητέρα έβαλε στις γαβάθες τη σούπα.  Πριν καλά καλά αρχίσουν να τρώνε κτυπά επίμονα η πόρτα .
-Ποιος  νάναι τέτοια ώρα;  Ψυθίρισε η κυρά Διαμάντω και πήγε προς την πόρτα.

Ανοίγει την πόρτα και τι να δει;  Ο   Αλέξης του φούρναρη έχοντας σφιχτά στην αγκαλιά του το κουτί με τα χρήματα.
-Καλώς τον Αλέξη.
-Καλησπέρα και περαστικά κυρά Διαμάντω.
-Έλα να σου βάλω να φάεις σούπα να ζεσταθείς.

Ο Γιάννης και τ’ αδέλφια του έμειναν να κοιτούν απορημένοι.  Η κυρά Διαμάντω πήγε να βάλει σούπα κι΄ο Γάννης έβαλε τον Αλέξη να καθήσει πλάϊ του.  Περίτεχνα ο Αλέξης άφησε το κουτί στο χέρι του Γιάννη.  Μόλις που πρόλαβε γιατί ήρθε η κυρά Διαμάντω με τη σούπα.
-Πως από δω Αλέξη;
-Να για να πούμε τα κάλαντα αύριο, είπε δισταχτικά ο Αλέξης.
-Να τα πείτε παιδιά μου , να τα πείτε.  Έλα φάτε τη σούπα σας και θα σας φέρω κι΄άλλη.
Άραγε να μη κατάλαβε η κυρά Διαμάντω;  Σε λίγο έκανε να φύγει ο Αλέξης.
-Στάσου Αλέξη,του φωναξε ο Γιάννης.
           Πήρε τη μικρή σκούνα και την έδωσε στον Αλέξη.

-Τι είναι αυτό Γιάννη;
-Το καραβάκι που θα κρατάς αύριο στα κάλαντα.  Δικό σου.
-Σ’ ευχαριστώ Γιάννη ,σ’ ευχαριστώ.

Κάποιο μορφασμό πήγε να κάνει ο Κωστής μα τον διάκοψε το αυστηρό βλέμμα του Γιώργου και συνέχισε να ρουφάει τη σούπα του.  Το χαμόγελο της κυρά Διαμάντως μαρτυρούσε πόσο καλά κατάλαβε τούτη η πονεμένη γυναίκα που ήξερε καλά να κρύβει σαν κλεψίμι στην καρδιά του Γιάννη της την τόση  αρχοντιά.




Από την συλλογή «ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ  ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ» Έκδοση 2010