Αποφθέγματα

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΖΩΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΖΩΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

«Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης». Ἡ τάξη τῆς Θείας Κοινωνίας στὸν Ναό μας



«Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης»
Ἡ τάξη τῆς Θείας Κοινωνίας στὸν Ναό μας



1. Ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι ἡ ζωή μας.

Ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι ἡ ζωή μας. Μᾶς ἑνώνει μὲ τὸ Χριστό καὶ ἐν Χριστῷ μὲ τὸ Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους μας. Χωρὶς τὴ Θεία Κοινωνία μένουμε μόνοι μας, ἀκοινώνητοι, νεκροί, φαινομενικά μόνο ζωντανοί, κινούμενα πτώματα, βρομᾶμε τὴν ὁσμὴ τοῦ θανάτου, τὴ σήψη τῶν παθῶν, τὴ γάγγραινα τῆς ὑπαρξιακῆς μοναξιᾶς μας.

Ἐρχόμαστε στὴν ἐκκλησία γιὰ νὰ κοινωνήσουμε, νὰ γίνουμε Σῶμα Χριστοῦ, νὰ συγκροτήσουμε τὴν Ἐκκλησία Του, ἕνα Σῶμα, μὲ κεφαλὴ τὸν Χριστὸ καὶ μέλη ὅλους ἐμᾶς. Νὰ μᾶς θρέψει τὸ Σῶμα Του. Νὰ ρέει στὶς φλέβες μας τὸ Αἷμα Του, τὸ ἀληθινὸ ἀντίδοτο τοῦ θανάτου. Νὰ ρέει στὶς φλέβες μας τὸ Αἷμα Του καὶ νὰ ξυπνήσει κάποτε αἰσθήσεις ποὺ βρίσκονται σὲ λήθαργο, γιὰ νὰ συνέλθουμε ἀπὸ τὸ κῶμα, τὴν ἀναισθησία, τὴν παράλυση. Νὰ αἰσθανθοῦμε ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἕνας ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. Νὰ ἀνακαλύψουμε ὅτι ἡ ζωή εἶναι δῶρο ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. Νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ζοῦμε ἀληθινὰ μόνο ὅταν εὐχαριστοῦμε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. Σὲ Αὐτὸν ἀνήκει κάθε δόξα, τιμή καὶ προσκύνηση μαζὶ μὲ τὸν Ἄναρχό Του Πατέρα καὶ τὸ Πανάγιο καὶ Ζωοποιό Του Πνεῦμα, τώρα καὶ παντοτινὰ καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων.



2. Ἡ Θεία Κοινωνία δὲν ἐνεργεῖ μαγικά.

Δὲν ἐνεργεῖ μαγικὰ ἢ ἀναγκαστικά ἀλλὰ προϋποθέτει τὸ ναί τῆς ἐλευθερίας μας, δηλαδὴ τὸν εἰλικρινὴ ἀγῶνα μας νὰ ζοῦμε τὴ ζωὴ ποὺ μᾶς φανέρωσε ὁ Ἰησοῦς Χριστός μὲ τὶς ἐντολές Του. Καλούμαστε νὰ προσερχόμαστε στὴ Θεία Κοινωνία μὲ φόβο Θεοῦ, μὲ πίστη καὶ μὲ ἀγάπη: 


α) Μὲ φόβο Θεοῦ. Μὲ τὸ δέος ποὺ γεννιέται ἀπὸ τὴ συναίσθηση ὅτι προσερχόμαστε γιὰ νὰ λάβουμε μέσα μας τὸν ζῶντα Χριστό καὶ ὅτι εἴμαστε ἀπόλυτα ἀνάξιοι γι’ αὐτό. 


β) Μὲ πίστη. Μὲ πίστη ὅτι ὁ Ἄρτος καὶ ὁ Οἶνος τῆς Εὐχαριστίας εἶναι ἀληθινὰ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μὲ πίστη στὸ ἔλεος Του. Μὲ τὴν πίστη τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων, τῶν Πατέρων, τῶν Μαρτύρων, τῶν Ὁσίων, καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων, τὴν πίστη τῶν Ὀρθοδόξων, στὴν καρδιά καὶ στὴν καθημερινή ζωή. 


γ) Μὲ ἀγάπη. Ἀγαπώντας καὶ ποθώντας τὸν Χριστό καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Ζητώντας συγχώρεση ἀπὸ ὅλους καὶ συγχωρώντας ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ πρωτίστως τοὺς ἐχθρούς καὶ τοὺς διπλανούς, τοὺς ἐνοχλητικούς, ποὺ με θλίβουν, μὲ ἐκνευρίζουν, μὲ κουράζουν, μὲ πικραίνουν. Συμφιλιωμένος μέσα ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς Μετανοίας μὲ τὸ Θεὸ, μὲ τὸν ἑαυτό μου καὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Ἔχοντας λάβει συγχώρεση καὶ εὐλογία ἀπὸ τὸν Πνευματικό, ποὺ εἶναι ἡ ζωντανὴ εἰκόνα τοῦ Καλοῦ Ποιμένος Χριστοῦ.



3. Εὐταξία.

Ἡ εὐταξία φανερώνει τὴν ἁρμονία καὶ τὴν ὑγεία τοῦ σώματος τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας κοινότητας. Ἡ ἀταξία ἀποτελεῖ σύμπτωμα τῆς δυσαρμονίας μας καὶ τῆς σοβαρῆς ἀρρώστιας μας. Ἡ προσωπικὴ μου εὐταξία καὶ εὐπρέπεια βοηθεῖ τὸν συνάνθρωπό μου νὰ ζήσει βαθύτερα καὶ οὐσιαστικότερα τὴ θεία λειτουργία, ἐνῷ ἡ προσωπική μου ἀταξία καὶ ἀμέλεια ἐμποδίζει τὴν ἁρμονικὴ λειτουργία τοῦ Σώματος. Δὲν εἶναι ἡ συμμετοχή μου στὴ θεία λειτουργία ἀτομική μου ὑπόθεση, ὅπως ἡ λειτουργία τοῦ νεφροῦ, τοῦ συκωτιοῦ, τοῦ χεριοῦ κτλ δὲν εἶναι ὑπόθεση ἑνός μέλους μόνο ἀλλὰ ὁλοκλήρου τοῦ σώματος.

4. Πρακτικὲς συμβουλές.

· Προσερχόμαστε στὴ Θεία Κοινωνία μόνο ἀπὸ τὸν κεντρικὸ διάδρομο τοῦ κεντρικοῦ κλίτους καὶ ἐπιστρέφουμε ἀπὸ τὰ πλάγια.
·  Σχηματίζουμε σειρά, ὁ ἕνας πίσω ἀπὸ τὸν ἄλλον. Ἄν ἔχει ἤδη δημιουργηθεῖ μακρὰ σειρά, περιμένουμε στὴ θέση μας μέχρι νὰ δημιουργηθεῖ χῶρος, γιὰ νὰ προστεθοῦμε καὶ ἐμεῖς.
· Δίνουμε ἀπόλυτη προτεραιότητα στὰ βρέφη καὶ στὰ μικρὰ παιδιά, γιατὶ κουράζονται εὔκολα καὶ δὲν ἔχουν ἀρκετὴ ὑπομονή.
·  Οἱ ἡλικιωμένοι καὶ ὅσοι δυσκολεύονται μὲ τὴν ὀρθοστασία καὶ τὴν μετακίνηση, παραμένουν στὴ θέση τους, ἀκόμα καὶ καθιστοί, καὶ προσέρχονται τελευταῖοι ἢ, ἂν εἶναι ἀναγκαῖο, ζητοῦν νὰ ἔλθει ὁ ἱερέας κοντά τους.
· Δὲν βιαζόμαστε, δὲν συμπεριφερόμαστε νευρικά, δὲν ξεφυσοῦμε, δὲν γκρινιάζουμε, δὲν σχολιάζουμε, δὲν μιλᾶμε καθόλου, ὅσην ὥρα μεταδίδεται ἡ Θεία Κοινωνία, παρὰ μόνο προσευχόμαστε ἀπὸ μέσα μας λέγοντας καρδιακὰ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, τὸν ἁμαρτωλόν».
· Ὅταν ἔλθει ἡ σειρά μας νὰ κοινωνήσουμε, στεκόμαστε κατὰ τὸ δυνατὸν στὸ ὕψος ποὺ κρατᾶ τὸ ἅγιο ποτήριο ὁ ἱερέας. Μόνο ἂν εἴμαστε πιὸ ψηλοί, σκύβουμε καὶ παραμένουμε σταθεροί, γιὰ νὰ διευκολύνουμε τὸν ἱερέα, διαφορετικὰ μένουμε σταθερὰ εὐθυτενεῖς, στὸ φυσικό μας ὕψος.
·  Φροντίζουμε κάτω ἀπὸ τὸ πηγούνι μας νὰ βρίσκεται τὸ μάκτρο (τὸ κόκκινο ὕφασμα) ποὺ κρατοῦν ἐπαρκῶς ἀνοιγμένο οἱ δύο βοηθοί τοῦ ἱερέα. Δὲν πιάνουμε ἐμεῖς τὸ μάκτρο κατὰ τρόπο ποὺ νὰ μπαίνει μπροστὰ στὸ στόμα μας καὶ νὰ ἐμποδίζει τὸν ἱερέα νὰ μας κοινωνήσει.
·  Ἀνοίγουμε πολὺ καλά τὸ στόμα μας καὶ περιμένουμε. Δὲν εἶναι ντροπή. Ἔτσι κάνουν ἄλλωστε καὶ οἱ νεοσσοί ποὺ λαχταροῦν νὰ τραφοῦν. Πρῶτα ἀνοίγουμε ἐμεῖς τὸ στόμα μας καὶ μένουμε ἀκίνητοι καὶ μετὰ ὁ ἱερέας θὰ κινηθεῖ νὰ μᾶς δώσει τὴ Θεία Κοινωνία. Ἄν δὲν ἔχουμε ἀνοίξει καλά τὸ στόμα μας εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνο νὰ κρατᾶ ὁ ἱερέας αἰωρούμενη τὴ Θεία Κοινωνία περιμένοντας πότε θὰ τὸ ἀνοίξουμε ἐπαρκῶς.
·  Μόλις ὁ ἱερέας βάλει τὴν Ἁγία Λαβίδα μέσα στὸ στόμα μας, τὸ κλείνουμε φυσικὰ καὶ ἀνεπιτήδευτα, χωρὶς βεβιασμένες κινήσεις, χωρὶς νὰ σφίγγουμε ὑπερβολικὰ τὴ Λαβίδα ἀλλὰ καὶ χωρὶς διστακτικότητα καὶ ὑπερβολικὴ χαλαρότητα.
· Καταπίνουμε τὴ Θεία Κοινωνία καὶ σπογγίζουμε τὰ χείλη μας στὸ μάκτρο. Σπογγίζουμε, δὲν τρίβουμε τὸ μάκτρο στὰ χείλη μας. Μετὰ ἀφήνουμε τὸ μάκτρο. Ἀποχωροῦμε μὲ ἤρεμες καὶ προσεκτικὲς κινήσεις. Παίρνουμε ἀντίδωρο καὶ τὸ τρῶμε προσεκτικά.
· Δὲν μιλᾶμε ἀμέσως μετὰ τὴ Θεία Κοινωνία. Δὲν λέμε «γειά σας», «εὐχαριστῶ», «χρόνια πολλά», «καλὸ πάσχα» κτλ. Δὲν λέμε τίποτα. Μόνο προσεύχομαστε ἀπὸ μέσα μας. Φυσικὰ οὔτε καὶ πρὶν τὴ Θεία Κοινωνία χαιρετοῦμε τὸν ἱερέα ἢ τοὺς βοηθοὺς ἢ κάποιον ἄλλον ποὺ τυχὸν προσέξουμε ἐκεῖ κοντά.
· Δὲν φιλᾶμε τὸ χέρι τοῦ ἱερέα, οὔτε ἀσπαζόμαστε τὶς ἱερὲς εἰκόνες ἀμέσως μετὰ τὴ Θεία Κοινωνία. Σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν φτύνουμε.
· Οἱ γυναῖκες δὲν προσέρχονται στὴ Θεία Κοινωνία μὲ βαμμένα τὰ χείλη μὲ κοκκινάδι (κραγιόν), διότι μένει πάνω στὴν Ἁγία Λαβίδα σημάδι. Ἄν τυχὸν ἀπὸ ἁπλότητα κάποια κυρία ξεχασθεῖ καὶ προσέλθει μὲ τὸ κοκκινάδι, ἀποσύρεται, τὸ ἀφαιρεῖ καλὰ μὲ ἕνα χαρτομάντηλο καὶ ἐπανέρχεται. Εἶναι πρὸς τιμήν της. Φανερώνει ταπείνωση. Εἶναι ἀδιανόητο νὰ ἀποπειραθεῖ νὰ κοινωνήσει προσπαθώντας νὰ μὴν ἀκουμπήσει τὴ Λαβίδα. Ἐπίσης εἶναι προτιμώτερο νὰ τὸ κάνει ἀπὸ μόνη της παρὰ νὰ φέρει τὸν ἱερέα στὴ δύσκολη θέση νὰ τῆς το ζητήσει.
· Φροντίζουμε πρωτίστως γιὰ τὴν καθαρότητα τῆς καρδίας μας ἀλλὰ δὲν λησμονοῦμε καὶ τὴ σωματικὴ καθαρότητα. Ἔχουμε πλύνει καλά τὰ δόντια μας, τὸ στόμα μας καὶ τὰ χείλη μας πρίν έλθουμε στην εκκλησία. 

  • Φροντίζουμε ἐπίσης, ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμᾶς,  γιὰ τὴν πνευματικὴ καὶ σωματικὴ προετοιμασία, ὅσων ἐμεῖς ἔχουμε τὴ φροντίδα τους, ὑπερηλίκων καὶ μικρῶν παιδιῶν. 
· Τὰ πολὺ μικρὰ μωρὰ τὰ κρατοῦν οἱ γονεῖς τους ξαπλωμένα στὴ δεξιὰ ἀγκαλιά τους, διότι διευκολύνουν ἔτσι τὸν ἱερέα ποὺ εἶναι δεξιόχειρας. Δεν βάζουμε ἀμέσως μετά τη θεία κοινωνία τοῦ μωροῦ πιπίλα.
· Ἄν γιὰ ὁποιοδήποτε λόγο τὰ πολὺ μικρὰ παιδάκια εἶναι ὑπερβολικὰ ταραγμένα καὶ δὲν θέλουν νὰ κοινωνήσουν, ἴσως εἶναι καλύτερο νὰ ἀναβάλουμε τὴν κοινωνία τους. Ἐπαφίεται στοὺς γονεῖς. Ἀν οἱ γονεῖς ἀποφασίσουν νὰ τὰ κοινωνήσουν, συνεργάζονται μὲ τὸν ἱερέα καὶ τοὺς βοηθούς, γιὰ νὰ γίνει αὐτὸ μὲ ἀσφάλεια. Συνήθως χρειάζεται νὰ τὰ κρατοῦν στὴ δεξιὰ ἀγκαλιά τους, κρατώντας σταθερὰ ἐπάνω τους τὰ χεράκια καὶ τὰ ποδαράκια τους. 

  • Στα μεγάλα παιδάκια δεν δίνουμε αντίδωρο  πριν να κοινωνήσουν. Αν όμως κρίνουμε ότι για κάποιο λόγο εἶναι προτιμότερο να δώσουμε αντίδωρο, τότε προσπαθοῦμε, ἄν εἶναι δυνατόν, ὅταν φθάσει μπροστὰ στὸν ἱερέα γιὰ νὰ κοινωνήσει νὰ ἔχει καταπιεῖ καὶ τὸ στοματάκι του νὰ εἶναι ἄδειο. 

· Ἂν τὰ παιδιὰ εἶναι σὲ ἡλικία ποὺ καταλαβαίνουν, εἶναι ἀδιανόητο νὰ ἐξαναγκάζονται στὴ θεία κοινωνία. Ἄν δὲν θέλουν νὰ κοινωνήσουν, ὀφείλουν οἱ γονεῖς νὰ τὸ σεβαστοῦν. Τὸ ὀρθότερο εἶναι, ἀκόμα καὶ ἂν τὰ συνοδεύουν κατὰ τὴν προσέλευση τους, νὰ τὰ ἀφήσουν νὰ βηματίσουν καὶ νὰ πλησιάσουν ἀπὸ μόνα τους τὸν ἱερέα, ἐκφράζοντας ἔτσι τὴν ἐλεύθερη ἐπιθυμία τους νὰ κοινωνήσουν.
· Δὲν φέρνουμε νὰ κοινωνήσουν παιδάκια ποὺ δὲν ἔχουν βαπτισθεῖ.
· Δὲν μποροῦν νὰ κοινωνήσουν ὅσοι δὲν εἶναι ὀρθόδοξοι χριστιανοί.
· Γιὰ νὰ κοινωνήσουμε, ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε ἀπόλυτα νηστικοί τὴν ἡμέρα ἐκείνη. Δηλαδὴ, νὰ μὴ ἔχουμε φάει, οὔτε πιεῖ ἀπολύτως τίποτα ἀπὸ τὸ μεσονύκτιο ποὺ προηγήθηκε μέχρι την στιγμὴ ποὺ θὰ κοινωνήσουμε.
· Γιὰ τὸ πόσο συχνὰ θὰ κοινωνοῦμε καὶ πῶς θὰ προετοιμαζόμαστε καλύτερα γιὰ τὴ Θεία Κοινωνία, ρωτοῦμε τον πνευματικό μας πατέρα.
π. Ἠλίας Κουτραφούρης

Σάββατο 20 Αυγούστου 2011

"Aliluiya" into the language of gestures



Svetlana Argunova
In the temple, in which I walk, my friends translate the liturgy into the language of gestures.
This is a video where they sing songs with gestures. I like the song "Aliluiya" (starts in the second minute)

There are these words

Sea and land. body and soul
Lord, take thee.
Light and darkness
Bitterness and sweetness,
Grief and joy
Lord, take for yourself.
Aliluiya!
Ups and downs
Death and birth
I give you.
Aliluiya!

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010

Ανορθόδοξα στοιχεία στη λειτουργική μας πράξη. (Χρήστος Γιανναράς- π. Κων/νος Στρατηγόπουλος)


Συνομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου με τον Χρήστο Γιανναρά σχετικά με τα ανορθόδοξα στοιχεία που αλλοιώνουν τη λειτουργική μας ζωή.

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2009


«Ἀκολουθίας ἐτυμολογία ἢ περὶ συγκροτημένου σώματος»

Προσμοναρίου τοῦ ἀναξίου

Ἡ λέξη «ἀκολουθία», ἡ τόσο οἰκεία, κρύβει στὴ δομή της μιὰ ὑπέροχη θεολογία, ἡ «μάχαιρα» τῆς ὁποίας φθάνει «ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς τε καὶ πνεύματος, ἁρμῶν τε καὶ μυελῶν»[1] καὶ γίνεται κριτικὴ «ἐννοιῶν καὶ ἐνθυμήσεων καρδίας», ὅλων ἡμῶν ποὺ ἔχουμε βέβαια τὴν ἐξωτερικὴ «μόρφωσιν εὐσεβείας» ἀλλὰ, σὲ μικρὸ ἢ μεγαλύτερο βαθμό, ἀρνούμαστε τὴ δύναμή της στὴν οὐσία[2].

Ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ διασαφήσει εὐθὺς ἀμέσως τῆς λέξεως ἡ ἐτυμολογία. Ἡ λέξη «ἀκολουθία» κρύβει στὰ σπλάχνα της τὸ ἀρθροιστικὸ «ἀ» (=μαζί, ὅλοι μαζί) καὶ τὴ λέξη «κέλευθος» ποὺ σημαίνει ὁδός. Ἔτσι «ἀκόλουθος» εἶναι αὐτὸς ποὺ βαδίζει μαζὶ τὸν ἴδιο δρόμο, ὁ συν-οδός, ὁ συν-οδοιπόρος καὶ ἡ λέξη «ἀκολουθία» ἔχει τὴν πρωταρχικὴ σημασία τῆς «συνοδοιπορίας».

Οἱ ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες εἶναι λοιπὸν ἐκκλησιαστικὲς συνοδοιπορίες. Εἶναι συνοδοιπορίες, διότι κατ’ αὐτὲς οἱ πιστοὶ πορεύονται προσευχητικὰ ὅλοι μαζί πρὸς στὸν Χριστὸ καὶ τὴν Αὐτοῦ Βασιλεία. Εἶναι ἐκκλησιαστικές, διότι αὐτοὶ ποὺ πορεύονται προσευχητικὰ ὅλοι μαζὶ δὲν πορεύονται ὡς ἄτομα, οὔτε κἄν ὡς ἕνα ἄρθροισμα ἀτόμων π.χ. ὡς σύλλογος ἢ ὡς ὁμάδα ἀλλὰ ὡς σῶμα, ὡς Σῶμα Χριστοῦ, ὡς Ἐκκλησία.

Ἡ τέλεση τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν τῆς Ἐκκλησίας προϋποθέτει τὴ σύναξη τῶν πιστῶν στὸ ναό, ὁ ὁποῖος, ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἶναι ὁ τόπος ὅπου πραγματοποιεῖται ἡ συγκρότηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καὶ ἡ φανέρωση τῆς Ἐκκλησίας, ὀνομάζεται εὐστόχως «ἐκκλησία». Ἡ σύναξη αὐτὴ «ἐπὶ τὸ αὐτὸ» εἶναι κάτι πολὺ σημαντικό, τόσο ποὺ νὰ καθαιρεῖ τὴν δύναμιν τοῦ ἀρχεκάκου ἐχθροῦ, κατὰ τὸν τῆς Ἀντιοχείας Ἰγνάτιο, τὸν καλούμενον καὶ ὄντα θεοφόρο[3].

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν τόπο ἡ τέλεση τῶν ἀκολουθιῶν προϋποθέτει συγκεκριμένο τρόπο, ὁ ὁποῖος ἀποτελώντας καταστάλαγμα μακραίωνης ἀγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τῶν ὁσίων καὶ θεοφόρων πατέρων ἡμῶν καθορίζεται ἐπακριβῶς ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ τυπικό, πρὸς σωτηρίαν πάντων ἡμῶν ἐκ τοῦ κινδύνου τῶν αὐθαιρεσιῶν καὶ ὑποκειμενισμῶν.

Ὁ κίνδυνος δὲ αὐτὸς συνίσταται κυρίως στὸ «καμουφλάρισμα» οὕτως εἰπεῖν τοῦ ἀτίθασου ἐγωκεντρισμοῦ καὶ τοῦ ναρκισσισμοῦ ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν σὲ ἔκδηλώσεις ἀτομικῆς εὐσεβείας, ποὺ μᾶς ἀπομονώνουν ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα καὶ μᾶς ἀποπροσανατολίζουν μὲ μία αἴσθηση θρησκευτικῆς συναισθηματικῆς εὐφορίας, ψευδαίσθηση πνευματικῆς ἐμπειρίας.

Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο βιώνουμε τὴν ἑξῆς τραγωδία: συνερχόμαστε στὴν ἐκκλησία

γιὰ νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὴν Ἐκκλησία ἐνεργοποιώντας τὸν ἐκ τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος ἐγκεντρισμό στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα,

γιὰ νὰ ἀποκαταστήσουμε ἐν Χριστῷ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν τὴν ἀπωλεσθεῖσα ἐν Ἀδάμ τῷ προπάτορι ἡμῶν ἐνότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης, τῆς πλασθείσης κατ’ εἰκόνα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τοῦ ἐν τρισὶ προσώποις, ἐν μιᾷ δὲ οὐσία καὶ ἐνεργείᾳ

γιὰ νὰ μεταμορφωθοῦμε ἀπὸ ἄτομα διαλογιζόμενα ὡς μοναχικὲς μονάδες σὲ πρόσωπα προσευχόμενα «ὡς εἷς ἄνθρωπος κατὰ τὴν περὶ τοῦ προπάτορος Ἀδὰμ προαιώνιον βουλὴν»[4] τοῦ Δημιουργοῦ μας

καὶ σκοτιζομένου τοῦ λογιστικοῦ μας, πλανώμενοι ὑπὸ τοῦ πολεμίου, αἰχμαλωτιζόμενοι ὑπὸ τῆς φαντασίας, παραμένουμε ἐγκλωβισμένοι στὸ κλουβί τῆς ἀτομικῆς μας εὐσεβείας, τὴν ψυχολογικοῦ τύπου «κατάνυξη», τὴν ἐκ τῆς ἐπιτελέσεως τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων αὐτοδικαίωση.

Συμπτώματα τῆς νόσου αὐτῆς τῆς αὐτοάνοσης ἔχουν ἐπιβεβαιωθεῖ μεταξὺ ἄλλων τὰ ἑξῆς: ἄκαιρες γονυκλισίες, κατὰ παράβασιν τῆς διακονικῆς προτροπῆς γιὰ ὀρθία στάση («Στῶμεν καλῶς...») καὶ κατὰ περιφρόνησιν διατάξεως τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς, μὴ ἀνταπόκριση στὶς παρακελεύσεις (π.χ. γιὰ κλίση κεφαλῆς «τὰς κεφαλὰς ἡμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν»), πληθωρικὰ σταυροκοπήματα, ἀναπετάσεις χειρῶν, κλαυθμηρισμοί, ἀναστεναγμοί, οὐχί αὐθόρμητοι, φυσικοὶ καὶ εἰλικρινεῖς ἀλλ’ ἐπιτηδευμένοι, ἐπιδεικτικοὶ καὶ ἑνίοτε ὑποκριτικοί, μουρμουρισμοὶ αὐτοσχεδίων ἢ ἄλλων ἀσχέτων προσευχῶν καὶ μάλιστα κατὰ τὶς πιὸ «ἱερὲς στιγμὲς» τῆς θείας λατρείας πρὸς ἐκπλήρωσιν ἰδίων αἰτημάτων, πνευματικῶν, ὑλικῶν ἢ προληπτικῶν, οὐχί συμψαλμωδία ἀλλὰ «προ-ψαλμωδία», μὴ συντονισμὸς μὲ τὸ ρυθμὸ τῆς κοινῆς ἀπαγγελίας (π.χ. «Πιστεύω», «Πάτερ ἡμῶν», άνάγνωση σὲ ὕφος θεατρικό, ἐξεζητημένο, συναισθηματικὸ καὶ ὄχι σὲ παραδοσιακὰ λογαοιδικό, δήθεν πρὸς ἀπόδοση τῶν νοημάτων καὶ τῶν συναισθημάτων, «προ-εκφωνήσεις» τῶν ἱερατικῶν ἐκφωνήσεων ἢ καὶ τῶν ἱερατικῶν εὐχῶν, ἀν-ιεροπρεπεῖς, ἀδιάκριτες ἀκαλαίσθητες καὶ ἐπίμονες ὑποδείξεις «τοῦ ἴσου» καὶ τῆς μελωδίας κάποτε καὶ τοῦ τυπικοῦ ἐκ μέρους τῶν ψαλτῶν πρὸς τοὺς ἱερεῖς ἤ ἐκ μέρους τοῦ δεξιοῦ χοροῦ πρὸς τὸν ἀριστερὸν καὶ ἀντιστρόφως, περιφρόνηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τυπικοῦ, εἰσαγωγὴ ψαλμωδημάτων κατὰ τὸ δοκοῦν, παραβίαση τῆς δομῆς τῆς θείας λειτουργίας, μὲ μετάθεση ἢ καὶ ἀποσιώπηση εὐχῶν, «κατακρεούργηση» τοῦ «Κοινωνικοῦ», τοῦ τόσο οὐσιαστικοῦ τμήματος τῆς θείας λειτουργίας, μὲ τὴν πραγματοποίηση κατ’ αὐτὸ τοῦ κηρύγματος χάριν συντομίας, ἢ τὴν ἀνάγνωση ἐγκυκλίων, συναξαρίων, εὐχῶν εὐλαβείας, ἀνακοινώσεων ἢ καὶ τοῦ προγράμματος τοῦ ναοῦ, μετάθεση τῆς μετάδοσης τῆς θείας κοινωνίας στὸ τέλος τῆς λειτουργίας, στὰ παραπόρτια -φεῦ! ὁ Βασιλεύς τῶν ὅλων Χριστός- ἐν μέσω ὀχλαγωγίας, ἢ μετάδοση κατὰ τὴν Ἀπόλυση καὶ τὴν τέλεση τῶν μνημοσύνων, παντὸς τοῦ λαοῦ ἀκροωμένου μετὰ προσοχῆς, τοῦ καταλόγου τῶν ὀνομάτων καὶ συχνὰ τῶν ὑποκοριστικῶν τῶν τεθνεώτων καὶ μακαριτῶν πρὸς ἐπισήμανση παραλείψεων καὶ λαθῶν καὶ τὴν ἄμεση ἔκφραση πικρόχολων γογγυσμῶν...

Βεβαίως γιὰ νὰ «ἐκκλησιασθοῦμε», γιὰ νὰ συγκροτηθοῦμε πραγματικὰ σὲ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα, γιὰ νὰ γίνουμε Ἐκκλησία, δὲν ἀρκεῖ μιὰ ἐξωτερικὴ τοπικὴ γειτνίαση καὶ τροπικὴ συμμόρφωση.

Ὁ οὐσιαστικὸς ἐκκλησιασμός μας προϋποθέτει μία ἀδιάλειπτη νηπτικὴ καὶ ἡσυχαστικὴ προεργασία. Ἡ σύναξη μας στὸ ναὸ ἐν ἐκκλησίᾳ εἶναι ἀλληλένδετη μὲ τὴ σύναξη τοῦ διασκορπισμένου μας νοὸς ἐν τῇ καρδίᾳ. Ἡ μονολόγιστη εὐχὴ, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», ὅταν λέγεται ἐκ καρδίας κάθε στιγμή, ἑνοποιεῖ τὶς δυνάμεις τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, καθαίρει τὸν ὅλον ἄνθρωπο ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας. αἰτίας δηλονότι κάθε διασπάσεως, διαιρέσεως καὶ διχογνωμίας, καὶ ἐτοιμάζει αὐτὸν πρὸς προσευχητική, δοξολογικὴ καὶ εὐχαριστιακὴ «συνοδοιπορία», ἐν ἐνὶ στόματὶ καὶ μιᾷ καρδίᾳ, «σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις» ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.


[1] Ἑβρ. δ΄, 12.

[2] Β΄ Τιμ. γ΄, 5.

[3] «Σπουδάζετε οὖν πυκνότερον συνέρχεσθαι εἰς εὐχαριστίαν Θεοῦ καὶ εἰς δόξαν. Ὅταν γὰρ πυκνῶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ γίνεσθε, καθαιροῦνται αἱ δυνάμεις τοῦ σατανᾶ, καὶ λύετε ὁ ὄλεθρος αὐτοῦ ἐν τῇ ὁμονοίᾳ τῆς πίστεως». Ἰγνάτιος Πρὸς Ἐφεσίους XIII, 1. «Ὁ οὖν μὴ ἐρχόμενος ἐπὶ τὸ αὐτό, οὗτος ἤδη ὑπερηφανεῖ καὶ ἑαυτὸν διέκρινεν» Ἰγνάτιος Πρὸς Ἐφεσίους V, 3. Νὰ σημειώσουμε ὅτι ἡ φράση «ἐπὶ τὸ αὐτὸ» εἶναι ταυτόσημη μὲ τὴ θεία λειτουργία. Τοσαύτη γὰρ τῆς ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνάξεως ἡ σημασία.

[4] Ἡ φράση ἀπὸ τὴν Προσευχὴ περὶ ἑνότητος τοῦ Γέροντος Σωφρονίου τοῦ Ἔσσεξ. Ἀρχ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Περὶ Προσευχῆς, ἐκδ. Ἱ. Μ. Τιμ. Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας, 1994, σ. 282.

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2009

«Κατενώπιον Θεοῦ»




Ἐπειδὴ καὶ ἡ σκιὰ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ἐνεργοῦσε ὡς σημεῖο συνάντησης τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν πανσθενουργό Χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ[1], δὲν θὰ ἦταν καθόλου ὑπερβολὴ νὰ ἰσχυρισθοῦμε ὅτι καὶ τὰ λόγια τῶν Ἀποστόλων καὶ ὅλων τῶν θεοφόρων ἀνδρῶν καὶ θεοπτῶν, μποροῦν νὰ ἐνεργήσουν μὲ ἀντίστοιχο τρόπο. Ὄχι διότι οἱ λέξεις (ὅπως καὶ οὔτε οἱ σκιές) ἔχουν ἀπὸ τὴ φύση τους ἰδιότητες μαγικὲς -ἄπαγε τῆς παγανιστικῆς πλάνης, ἀδελφέ!- ἀλλὰ διότι σὰν ὄχημα μᾶς μεταφέρουν ἕνα ἁγιασμένο βίωμα ἀποτυπωμένο σὲ ἁγιασμένο νόημα, ποὺ μπορεῖ νὰ ἀγγίξει τὸν νοῦ, νὰ φθάσει στὴ βαθεία καρδία καὶ νὰ τῆς μεταδώσει τὴν αἴσθηση τῆς Χάριτος.
Μὲ ἄλλα λόγια, τὸ ἁγιασμένο βίωμα γίνεται ἁγιασμένο νόημα καὶ ἐπιβαίνοντας στὸ κατάλληλο λεκτικὸ ὄχημα φθανει στὸ νοῦ καὶ στὴν καρδιά, ὅπου θὰ ἀποβιβασθεῖ, γιὰ νὰ βιωθεῖ ξανά, κατ’ ἀναλογίαν τῆς προσωπικῆς ἑκάστου προαιρέσεως καὶ φιλοπονίας.

Γιὰ τοῦτο λοιπὸν καὶ ἡ τόση ἐπιμονὴ τῶν ἐπιτελούντων ἁγιοσύνην στὴ συνεχὴ μελέτη καὶ ἀκρόαση τῶν θείων καὶ ἱερῶν λογίων!

Γιὰ τοῦτο ἐπίσης καὶ τὸ φαινόμενο τῆς ἐπανάλειψης καθιερωμένων φράσεων στὰ κείμενα τῶν ἱερῶν συγγραφέων γιὰ τὴν περιγραφὴ τῶν κοινῶν βιωμάτων!

Στὶς σκέψεις αὐτές μὲ ὁδήγησαν προχθές οἱ περίεργοι καὶ περιπολεύοντες συνειρμοί μου. Ὅλα ξεκίνησαν ἀπο μιὰ «φράση-κλειδί», χαρακτηριστικὰ ἁγιογραφική, ποὺ ἐπιπολάζει στὰ ἁγιοπατερικά, ἐξόχως στὰ νηπτικά, συγγράματα περί προσευχῆς[2] και κυριαρχεῖ περίβλεπτα στὰ κείμενα της θείας λατρείας[3].

«Κατενώπιον Θεοῦ». «Ἐνώπιον Θεοῦ». «Κατενώπιον τῆς ἁγίας δόξης Αὐτοῦ». «Κατενώπιον τῆς δόξης τοῦ ἁγίου θυσιαστήρίου Αὐτοῦ».

Ἐκφράσεις ἐκφραστικὲς τῆς προσωπικῆς συνάντησης τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ Θεοῦ. Μεταδοτικὲς τῆς αἴσθησης τῆς παρουσίας, τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ὡραιότητος Αὐτοῦ. Πλήρεις δέους καὶ γλυκασμοῦ.

Ἡ προσευχητική προφορά, ἀκρόαση, ἢ ἀνάγνωση τῶν ἱερῶν αὐτῶν λογίων, σὲ συνδυασμό μάλιστα μὲ τὴν προσευχητικὴ στάση τοῦ σώματος πρὸ τοῦ θυσιαστηρίου κατὰ τὸν καιρὸ τῆς θείας λατρείας, μποροῦν νὰ ἀνακαινίσουν καθολικὰ τὴν ἀνθώπινη ὕπαρξη διανοίγοντας τὸν πυρήνα της στὴν ἄκτιστη ἐνέργεια τῆς θείας Χάριτος[4].

Αὐθαίρετη ὑπόθεση ἀλλὰ εὐλαβής: Ἀπὸ τότε ποὺ οἱ Ἑβδομήκοντα, μεταφραστὲς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἐκ τοῦ ἑβραϊκοῦ πρωτοτύπου στὴν κοινὴ ἑλληνική, χρησιμοποίησαν τὴν λέξη «ἐνώπιον», γιὰ νὰ ἀποδώσουν σὲ λεκτικὸ σχῆμα τὴν ἐμπειρία τῆς προσωπικῆς συνάντησης τοῦ «ὄντως ὄντος» Θεοῦ μὲ τὸν θεόπτη Μωϋσῆ[5], κάτι ξεχωριστὸ συμβαίνει μὲ τὴ λέξη αὐτή.

Βεβαίως ἡ ἐτυμολογία της δὲν εἶναι τυχαία. Ἐτυμολογία ἑλληνικὰ ἀριστοτεχνική: παράγεται ἀπὸ τὴν πρόθεση «ἐν» καὶ τὴ λέξη «ὤψ» ποὺ σημαίνει τὰ μάτια, τὴν ὄψη, τὸ πρόσωπο. Ἡ μυστική της θεολογική δύναμη νομίζω εἶναι ἀκριβῶς αὐτή, τὸ ὅτι μπορεῖ νὰ βαστάσει στὴ δομή της τὸ βάρος τῆς ἔννοιας τοῦ «προσώπου»[6], τῆς τόσο θεμελιώδους γιὰ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία, λατρεία καὶ ζωή.

Πάντως καὶ μόνη ἡ συγκλονιστική, ὁλιγόλογη, λιτή περιγραφὴ τῆς θεοπτίας τοῦ Μωϋσῆ θὰ ἀρκοῦσε γιὰ νὰ καθιερωθοῦν οἱ ὡς ἄνω ἐκφράσεις ὡς δηλωτικές τῆς αὐτῆς ἀνὰ τοὺς αἰώνας ἐμπειρίας, Προφητῶν καὶ Δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, Ἀποστόλων καὶ θεοφόρων Πατέρων τῆς Καινῆς καὶ «τῶν ἑπομένων αὐτοῖς»: τῆς πρόσωπο μὲ πρόσωπο («ἐνώπιος ἐνωπίῳ») μετὰ τοῦ Θεοῦ κοινωνίας.

Στὸ Ψαλτήρι, στὸ διαχρονικό αὐτὸ προσευχητάρι καὶ τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἀλφαβητάρι, συλλαβίζουμε τὴν προσευχὴ ὡς «ἔκχυση τῆς δεήσεως ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπαγγελία τῆς θλίψεως ἐνώπιον Αὐτοῦ»[7], καὶ ψελλίζουμε τὸ «προορώμην τὸν Κύριον ἐνώπιον μου διαπαντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μου ἐστίν, ἵνα μὴ σαλευθῶ»[8] ὡς θεμελιώδη ἀρχή τῆς κατὰ Θεόν ζωῆς.

Στὰ ἀποφθέγματα πάλι των Νηπτικῶν καὶ Ἀσκητῶν διδασκόμαστε ὅτι τὸ «ἐνώπιον» στὴν προσευχή εἶναι τὸ «πᾶν», εἶναι ἡ οὐσία τῆς προσευχῆς, ποὺ κάνει προσευχὴ καὶ τὴ σιωπή καὶ τὴν προφέρει ἀδιάλειπτα ἀκόμα καὶ ὅταν ὁ λόγος δὲν μπορεῖ νὰ εἰπωθεῖ ἢ νὰ νοηθεῖ[9]. Ἐπιπλέον τὸ «ρίπτειν ἑαυτὸν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ», σύμφωνα πάντα μὲ τοὺς Νηπτικούς, εἶναι αὐτὸ ποὺ σώζει ἀπὸ τοὺς νοητοὺς ἐχθροὺς καὶ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὴν ὑπαρξιακὴ ἀστοχία καὶ τραγωδία[10].

Κατὰ τρόπο φυσικὸ λοιπόν, κατακλείεται τὸ ἀρθρίδιο τοῦτο τὸ πενιχρό μὲ ψαλμῲδηση στίχων τῆς τοῦ Ζαχαρίου ῳδῆς:

«Εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεός τοῦ Ἰσραήλ» ποὺ μᾶς ἀξιώνει «ἀφόβως ἐκ χειρός τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν ῥυσθέντας , λατρεύειν αὐτῷ ἐν ὁσιότητι καὶ δικαιοσύνῃ ἐνώπιον αὐτοῦ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς ἡμῶν»[11].
Ἀμήν.

π. Ἠ. Κ.


[1] Πράξ. ε΄, 15
[2] «Εἰ οὖν θέλεις κατάνυξιν, ἄφες τὸ ἄσμα. Καὶ ὅτε ἵστασαι τὰς εὐχάς σου ποιῶν, ἐρευνάτω ὁ νοῦς σου τοῦ στίχου τὴν δύναμιν καὶ λογίζου ὅτι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ παρίστασαι τοῦ ἐτάζοντος καρδίας καὶ νεφρούς» (Ἀββὰς Σιλουανός). «... καὶ οὕτω πίπτει ἐπὶ πρόσωπον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μετὰ φρίκης ἀμυθήτου καὶ προσεύχεται» (ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός).
[3] «Ὁ Θεὸς ὁ ἅγιος... ὁ κατηξιώσας ἡμᾶς τοὺς ταπεινούς καὶ ἀναξίους δούλους σου καὶ ἐν τῇ ὥρα ταύτῃ στῆναι κατενώπιον τῆς δόξης τοῦ ἁγίου σου θυσιαστηρίου» (Εὐχὴ τοῦ τρισαγίου). «Καὶ καταξίωσον ἡμᾶς εὐρεῖν χάριν ἐνώπιόν σου...» (Εὐχὴ τῆς προσκομιδῆς Ιωάννου Χρυσοστόμου). «... ἵνα ἀκατακρίτως στάντες ἐνώπιον τῆς ἁγίας δόξης σου, προσάγωμεν σοι θυσίαν αἰνέσεως» (Εὐχὴ πιστῶν α΄, Μ. Βασιλείου). «Ὁ Θεὸς... ὁ στήσας ἡμᾶς τοὺς ταπεινοὺς καὶ ἁμαρτωλοὺς καὶ ἀναξίους δούλους σου κατενώπιον τῆς ἁγίας δόξης σου λειτουργεῖν τῷ ἁγίῳ σου θυσιαστηρίῳ» (Εὐχὴ πιστῶν β΄, Μ. Βασιλείου).
[4] «Ζῶν γὰρ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνεργὴς καὶ τομώτερος ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον καὶ διϊκνούμενος ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς τε καὶ πνεύματος, ἁρμῶν τε καὶ μυελῶν, καὶ κριτικὸς ἐνθυμήσεων καὶ ἐννοιῶν καρδίας» (Πρὸς Ἑβραίους, δ΄ 12).
[5]«Καὶ ἐλάλησεν Κύριος πρὸς Μωϋσῆν ἐνώπιος ἐνωπίῳ, ὡς εἴ τις λαλήσει πρὸς τὸν ἑαυτοῦ φίλον...» (Ἔξοδος λγ΄, 11).
[6] Ἄλλωστε καὶ ἡ ἴδια ἡ λέξη πρόσωπο ἐτυμολογεῖται παραπλησίως ἀπὸ τὴν πρόθεση «πρὸς» καὶ τὸ οὐσιαστικὸ «ὤψ».
[7] Ψαλμ. 141, 3.
[8] Ψαλμ. 15, 8.
[9] «Ὅτε δὲ πλέον ἐβαρήθη (εἰς τοιαύτην γὰρ ἀσθένειαν ἦλθεν, ὥστε ἐν σινδόνι βαστάζεσθαι), λέγει αὐτῷ: Πῶς ἡ εὐχή, Δοσίθεε; Τότε λέγει: Συγχώρησον, κῦρι, οὐκ ἔτι ἰσχύω κρατῆσαι αὐτήν. Λέγει αὐτῷ: Οὐκοῦν ἄφες τὴν εὐχήν. Μόνον δὲ μνημόνευε τοῦ Θεοῦ καὶ κατανόει αὐτὸν ὡς ὄντα ἐνώπιόν σου» (Ἀββᾶ Δωροθέου, Περὶ τοῦ Ἀββᾶ Δοσιθέου).
[10] «Ὅστις δὲ γρηγορεῖ περὶ τοῦ μὴ αἰχμαλωτισθῆναι ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας, ἀγαπᾶ τὸ παραρίπτειν ἑαυτὸν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἀεί» (Ἀββᾶς Ἠσαΐας). «Ἀδελφός ἠρώτησε τὸν ἀββᾶν Ἀγάθωνα περὶ τῆς πορνείας. Καὶ λέγει αὐτῷ: Ὕπαγε, ρίψον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τὴν ἀδυναμίαν σου καὶ ἕξεις ἀνάπαυσιν» (Ἀββᾶς Ἀγάθων). «Ἀδελφὸς ἠρώτησε τὸν ἀββᾶν Ποιμένα διὰ τὰς τῶν λογισμῶν ἐπηρείας. Καὶ λέγει αὐτῷ ὁ γέρων: Τοῦτο τὸ πρᾶγμα ἕοικεν ἀνδρὶ ἔχοντι πῦρ ἐξ εὐωνύμων καὶ κρατῆρα ὕδατος ἐκ δεξιῶν. Ἑὰν οὗν ἀφθῆ τὸ πῦρ, λάβῃ ἐκ τοῦ κρατῆρος τὸ ὕδωρ καὶ σβέσῃ αὐτό. Τὸ πῦρ ἐστιν ὁ σπόρος τοῦ ἐχθροῦ, τὸ δὲ ὕδωρ τὸ ρίψαι ἑαυτόν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ» (Ἀββᾶς Ποιμήν).
[11] Λουκ. α΄, 73-75.

«Τὸ μέγα καὶ πλούσιον ἔλεος»



Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι μέγα καὶ πλούσιο. Ὁ «περιεστὼς» γύρω ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο λαός πάντοτε αὐτὸ «ἀπεκδέχεται» καὶ ὁ προεστὼς πρεσβύτερος ὑπὲρ αὐτοῦ ἐκτενῶς εὔχεται[1]. Οἱ πλεῖστοι πάλι τῶν ὕμνων καταλήγοντας τὸ προσφωνοῦν εὐχαριστιακά καὶ εὐγνωμόνως. Ἡ θεία λατρεία εἶναι τοῦ θείου ἐλέους, τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου, ἡ προσδοκία καὶ ἐμπειρία.


Ἡ γεύση τοῦ θείου ἐλέους ἡ ἔστω μικρὴ καὶ τρόπον τινὰ δειγματολειπτικὴ εἶναι ἐκείνη ποὺ ξυπνᾶ στὸν ἄνθρωπο τὶς πνευματικὲς αἰσθήσεις, τὶς ἀτονοῦσες ἕνεκα παρατεταμένης ἀκηδείας, πνευματικῆς δηλαδὴ ραθυμίας καὶ ἀμελείας. Ἐξάγει τὴ βαθεία καρδία ἀπὸ τὸ πνευματικὸ κῶμα τῆς λήθης τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν πνευματικὴ ἀφασία διανοίγοντας τὸ πνευματικὸ «ὄμμα» στὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Αὐτοῦ εὐεργεσίας.


Τὸ ξύπνημα αὐτὸ τοῦ ἔσω ἀνθρώπου χάρη στὴ γεύση τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου ἐλέους τοῦ Θεοῦ προμηνύει τὴν παρέλευση τῆς νυκτὸς τῶν παθῶν τῆς ἀγνωσίας καὶ τὸ γλυκοχάραγμα τοῦ πρωινοῦ φωτὸς τῆς ἀνεσπέρου Βασιλείας. Ἔτσι, θὰ μποροῦσε νὰ ἑρμηνευθεῖ μυστικῶς καὶ ἀναγωγικῶς καὶ τὸ ψαλμικὸ λόγιο «ἐνέπλήσθημεν τὸ πρωὶ τοῦ ἐλέους σου Κύριε, καὶ ἠγαλλιασάμεθα...»[2].


Ἡ γεύση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ χαρίζει πνευματικὴ ἀγαλλίαση καὶ ἡδονὴ πλήρη εἰρήνης καὶ χάριτος, ἡ ὁποία μεταμορφώνει τὸν ἄνθρωπο σὲ «ὑπερόπτη τῶν κάτω καὶ παρεπίδημο», σὲ «ἐραστὴ τὸν ἄνω καὶ οὐρανοπολίτη»[3]. Ἀλλάζει ὁ τρόπος ἀξιολόγησης τῆς ζωῆς, τῶν πραγμάτων καὶ τῶν νοημάτων. Τὰ πρὶν περιζήτητα καὶ ἡδονικὰ τώρα ἀποκαλύπτονται εὐτελῆ καὶ ὀδυνηρά, τὰ πρίν σημαντικὰ τώρα ἀνούσια, καὶ ὄντως «σκύβαλα»[4].


Ἡ ἐκπληξη τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου ἐλέους εἶναι στὴν οὐσία της ἔκπληξη εὐγνωμοσύνης καὶ εὐχαριστίας γιὰ τὴ δωρεὰ τῆς Χάριτος, γιὰ τὸ κεκρυμμένο δῶρο ποὺ ἀνακαλύφθηκε ἢ μᾶλλον ἀποκαλύφθηκε ἀπρόσμενα.


Ὁ γευσάμενος τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου ἐλέους νοιώθει ὅτι τοῦ χαρίστηκαν πολλά, τόσα ποὺ δὲν τοῦ ἄξιζαν σὲ καμία περίπτωση. Ἐπειδὴ συναισθάνεται ὅτι τοῦ χαρίστηκαν πολλά, ἀγαπάει πολύ. Ξεχειλίζει ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριό του καὶ τοὺ συνδούλους του. Ἀγαπήθηκε πολὺ καὶ μπορεῖ νὰ ἀγαπήσει, συγχωρέθηκε μεγαλόψυχα καὶ μπορεῖ νὰ συγχωρήσει[5].


Ἡ γεύση τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου ἐλέους τοῦ Θεοῦ ἄλλωστε χάριζεται κυρίως καὶ κατεξοχὴν στὴ λατρεία, μάλιστα στὴ θεία λειτουργία, πάντοτε ἐν κοινωνία μὲ τὴν Ἐκκλησία. Κανεὶς δὲν γεύεται τὸ μέγα καὶ πλούσιον ἔλεος μόνος του ἀλλὰ πάντοτε καλεσμένος σὲ δεῖπνο, στὸ τραπέζι τῆς Βασιλείας[6] «σῦν πᾶσι τοῖς ἁγίοις»[7].


Ἡ γεύση τοῦ ἐλέους, τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου, κατ’ ἀκρίβειαν εἶναι πρόγευση. Πρόγευση ὅσων ἐτοίμασε ὁ Θεὸς γι’ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀγαποῦν, «ἅ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη»[8] Γιὰ τὴ συντριπτικὴ πλειοψηφία τῶν χριστιανῶν ἡ πρόγευση εἶναι πολὺ μικρή, σὲ διάρκεια καὶ σὲ ἔνταση. Συνήθως διαρκεῖ λίγα δευτερόλεπτα. Καὶ σὲ αὐτὴν πάντως τὴν περίπτωση ἀρκεῖ γιὰ νὰ σαγηνεύσει τὴν ψυχὴ καὶ νὰ τὴν ἐλκύσει σὲ νηφάλιο μέθη, ὅπως μιὰ σταγόνα γευστικὸ κρασί παρασύρει σὲ μεθύσι, κατάπως ἔλεγε ἀσκητής τις, γέρων ἐρημίτης.


Αὐτὴ λοιπὸν ἡ γεύση ἡ μικρή τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου ἐλέους, δὲν πρέπει οὐδόλως νὰ ὑποτιμᾶται. Ὁμοιάζει μὲ τὴ ζύμη «ἣν λαβοῦσα γυνὴ ἐνέκρυψε εἰς ἀλεύρου σάτα τρία, ἑὼς οὗ ἐζυμώθη ὅλον»[9]. Ἡ ἀνακαίνιση τοῦ ὅλου ἀνθρώπου γίνεται ἀφανῶς καὶ ἡσύχως μὲ ὑπομονὴ πολλὴ καὶ ἡ γεύση τοῦ θείου ἐλέους ἀποτελεῖ τὴν σωτηριώδη ἀρχή.


Ἡ γεύση τοῦ θείου ἐλέους ὡς μεγάλου καὶ πλουσίου προκαλεῖ στὴ φιλότιμη καὶ καλοπροαίρετη ψυχὴ συγκλονισμὸ μετανοίας, καθὼς θεᾶται πλέον καθαρὰ μέσα στὸ φῶς τῆς Χάριτος τὴν ἄβυσσο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ μιὰ καὶ τὴν ἄβυσσο τῆς προσωπικῆς καὶ πανανθρώπινης πτώσης ἀπὸ τὴν ἄλλη. «Ἄβυσσος ἄβυσσον ἐπικαλεῖται»[10] Ἡ ἄβυσσος τῆς πτώσης τὴν ἄβυσσο τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ ἐλέους. Τὸ μέγεθος τῆς ἀντίθεσης γεννᾶ τὸ χαροποιὸν πένθος, τὴν ἄσκηση τῆς μετανοίας, τὴ σύντονο προσευχή, τὴν προσμονὴ ἐν τῇ θείᾳ λατρείᾳ.


Ὁ γευσάμενος τοῦ μεγάλου καὶ πλουσίου ἐλέους εἶναι πλήρης ἐν Χριστῷ ἀλλὰ συναισθανόμενος τὴν καθεαυτὸν κενότητα. Εἶναι χορτάτος καὶ ξεδιψασμένος καὶ συγχρόνως πεινῶν καὶ διψῶν. «Ὅν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, οὕτως ἐπιποθεῖ ἡ ψυχή» του πρὸς τὸν Θεό. Διψᾶ ἡ ψυχή του τὸν Θεό τὸν ζῶντα[11] καὶ συγχρόνως πίνοντας τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν δὲν διψᾶ εἰς τὸν αἰῶνα[12].


Μεθεόρτων ἀτάκτων λογισμῶν τε καὶ στοχασμῶν πέρας.
Τῷ δὲ Θεῷ ἡμῶν τῷ παρέχοντι τὸ μέγα καὶ πλούσιον ἔλεος
δόξα, τιμὴ καὶ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.


π. Ἠ.Κ.


[1] Βλ. Εὐχὴ τῆς Ἐκτενοῦς.
[2] Ψάλμ. 89,14.
[3] Βλ. Στιχηρὸ τῶν αἴνων Ὄρθρου ε΄ Δεκεμβρίου, Ὁσίου Σάββα τοῦ ἡγιασμένου.
[4] Πρβλ. Φίλ. 3,8.
[5] Πρβλ. Λουκ. 7, 41-50.
[6] Πρβλ. Λουκ. 14, 16-24. Λουκ. 22, 29-30.
[7] Ἐφεσ. 3, 18.
[8] Α΄ Κορ., 2,9.
[9] Ματθ. 13, 33.
[10] Ψαλμ. 41, 8.
[11] Ψαλμ. 41, 2-3.
[12] Ἰω., 4,14.