Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Μαΐου 2016

Τρίτη 8 Απριλίου 2014

ΕΝΝΕΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΗ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ

Τη Δευτέρα 7 Απρίλη κλείνουν εννέα χρόνια που έφυγε από τη ζωή η «Φωνή της Ρωμιοσύνης», ο μεγάλος, ο ανεπανάληπτος συνθέτης και ερμηνευτής, Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Έτσι, ενώ άλλα είχα στο νου μου να δημοσιεύσω, δράττομαι της ευκαιρίας(;) (μεγάλος του φαν γαρ), να του κάνω ένα μικρό αφιέρωμα.                             
                                
Σύντομο βιογραφικό

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης γεννήθηκε στις11 Δεκεμβρίου 1922 στο Περιστέρι (Οδός Μυκηνών, νυν οδός Γρηγόρη Μπιθικώτση) και αποχαιρέτησε τούτο τον κόσμο στις 7 Απριλίου 2005 (82 ετών) ώρα 19:22 στο «Υγεία».
Από φτωχή οικογένεια, εργάστηκε ως υδραυλικός για να επιζήσει και παράλληλα έπαιζε κιθάρα. Ήταν το μικρότερο παιδί της οκταμελούς οικογένειας. Έκανε δύο γάμους και απέκτησε 3 παιδιά, δυο κόρες και ένα γιο, τον Γρηγόρη που είναι επίσης τραγουδιστής.

Μπήκε στην δισκογραφία το 1947 σε ηλικία 25 ετών ως συνθέτης με το τραγούδι «Το καντήλι τρεμοσβήνει» σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη ή Τσάντα και ερμηνευτές τη Σούλα Καλφοπούλου και τον Μάρκο Βαμβακάρη..

Πρώτη φορά ως τραγουδιστής ερμήνευσε το «Τρελλοκόριτσο» το 1952.
(Για την ιστορία, τους στίχους του τραγουδιού έγραψε ο, συνεργάτης του Γρηγόρη, Γιάννης Παπαδόπουλος, για χατίρι μάλιστα της ... Πόλυ Πάνου !
Στα πρώτα του χρόνια ως τραγουδιστής ερμήνευσε όλους σχεδόν τους συνθέτες του ρεμπέτικου, από τον Βαμβακάρη, τον Τσιτσάνη και τον Παπαιωάννου, έως τον Χιώτη, τον Χατζηχρήστο, τον Μπαγιαντέρα κ. α.
Λέει επίσης μερικά από τα πρώτα τραγούδια του Χατζιδάκι στο ξεκίνημα του κορυφαίου συνθέτη στο λαϊκό τραγούδι (π.χ. «Είμαι αϊτός χωρίς φτερά, «Γαρύφαλλο στ’ αυτί» κ. α).
Ως συνθέτης άφησε στη δισκογραφία περισσότερα από 200 τραγούδια, πολλά από τα οποία έγιναν μεγάλες επιτυχίες, όπως τα «Του Βοτανικού ο μάγκας», «Τρελοκόριτσο», «Σε τούτο το στενό», «Επίσημη αγαπημένη», «Στου Μπελαμή το ουζερί», «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα», «Ρίξε μια ζαριά καλή», και πλήθος άλλων.
Τα πρώτα του τραγούδια τραγούδησαν ο Τσαουσάκης, ο Καζαντζίδης, ο Αγγελόπουλος, η Πόλυ Πάνου, η Βίκυ Μοσχολιού κ.α.
Ήταν αυτός που ανέδειξε την Πόλυ Πάνου (την έφερε από την Πάτρα έφηβη και της έδωσε το πρώτο της τραγούδι, το «Πήρα τη στράτα την κακιά»), τη Βίκυ Μοσχολιού, το Λευτέρη Μυτιληναίο κ. α.

Η μεγάλη τομή στη σταδιοδρομία του συμβαίνει το 1959. Ο Μπιθικώτσης συναντιέται με τον Μίκη Θεοδωράκη και μαζί με τον κορυφαίο Μ. Χιώτη στο μπουζούκι ηχογραφούν τον ανυπέρβλητο «Επιτάφιο» σε ποίηση του Γιάννη Ρίτσου:

Το ηχόχρωμα της φωνής και η τραγικότητα της ερμηνείας του Μπιθικώτση έγινε ένα με το σπαραγμό της Μάνας που πενθεί το γιό της. Και είναι καταπληκτικό να σκεφτεί κάποιος ότι από τις τρεις διαφορετικές ερμηνείες του «Επιτάφιου», αυτών της Νάνας Μούσχουρη και της Μαίρης Λίντα (δυο γυναικών και μεγάλων τραγουδιστριών) επικράτησε η ερμηνεία του Μπιθικώτση!

Μετά τον Επιτάφιο ακολουθούν και άλλα έργα – σταθμοί του Θεοδωράκη: «Το τραγούδι του Νεκρού Αδερφού», «Άξιον Εστί», «Ρωμιοσύνη», «Πολιτεία Α΄ και Β΄», «Θαλασσινά Φεγγάρια» και άλλα πολλά. Παράλληλα ο Μπιθικώτσης τραγουδάει όλους σχεδόν τους σπουδαίους συνθέτες που ξεχύθηκαν από αυτήν την πολιτιστική άνοιξη: Ξαρχάκο, Σπανό, Μούτση, Κουγιουμτζή και άλλους, λέγοντας πάντα τα καλύτερα τραγούδια τους σε ποίηση και στίχους των Ν. Γκάτσου, Ευτυχίας Παπαγιανοπούλου, Δ. Χριστοδούλου, Τ. Λειβαδίτη, Λ. Παπαδόπουλου, Μ. Ελευθερίου κ.α.



Ο άντρας

Ο Μπιθικώτσης ήταν μια προσωπικότητα της Τέχνης που όχι μόνο πρωταγωνίστησε σε μια μουσική επανάσταση στην Ελλάδα, αλλά και αποτέλεσε τη φωνή που εξέφρασε τα πιο προοδευτικά και ριζοσπαστικά σκιρτήματα της ελληνικής εργατικής τάξης και της νεολαίας τις δεκαετίες κυρίως του 1960 και 1970.

Το ανάστημα, η αρχοντιά και η αγέρωχη εμφάνιση του, δεν καθρέφτιζαν μόνο το χαρακτήρα του αλλά και αυτό ακριβώς που εκπροσώπησε στο ελληνικό τραγούδι επί 55 χρόνια. Η «ξύλινη» φωνή του, «δωρική» την είπαν άλλοι, έφερε τα πάνω κάτω στο τραγούδι, δημιούργησε σχολή, κυρίως όμως έδωσε την αμεσότητα του λαϊκού στον ήχο του έντεχνου. Μια φωνή που, χωρίς εύκολα τεχνάσματα και επιδεικτικές τσαλκάντζες, πάντρεψε τη μελοποιημένη ποίηση με τη λαϊκή δύναμη, που έφτασε από τα αλώνια μέχρι τα σαλόνια.
Ήταν ο καταλληλότερος ερμηνευτής των ποιητών, γιατί η φωνή του είχε μέτρο, χροιά, λαϊκότητα, δύναμη και κρυμμένο αυστηρό λυγμό. Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι ερμηνείες του δεν ξεπεράστηκαν από κανέναν άλλο έως σήμερα.
Η φωνή του ταυτίστηκε με τα κοινωνικοπολιτικά σκαμπανεβάσματα της Ελλάδας που τα τραγούδησε με αρχοντικό αίσθημα. Εκπροσώπησε την άλλη πλευρά της χώρας, μια εποχή που το κοινό διχαζόταν ανάμεσα στο παράπονο του Καζαντζίδη και την περήφανη συγκίνηση του Μπιθικώτση.
 

ΓΝΩΜΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ  ΓΡΗΓΟΡΗ
Χωρίς αμφιβολία η φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση έχει σφραγίσει μια ολόκληρη εποχή. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ακμή του ελληνικού Τραγουδιού στο διάστημα μιας 25ετίας και αυτό δείχνει πόσο μοναδική εστάθηκε στην ερμηνεία και στην απόδοση του Νεοελληνικού Ψυχισμού. Προσωπικά, εστάθηκα, πιστεύω, τυχερός που βρέθηκε ο Μπιθικώτσης σε μια απ τις καλύτερες στιγμές του όταν έγινε ο δίσκος του «Αξιον Εστί». Ταυτίστηκε μαζί του. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί, παραδείγματος χάριν, το τραγούδι «Της δικαιοσύνης Ηλιε νοητέ» τραγουδισμένο από άλλη φωνή. Χαίρομαι λοιπόν που μπορώ να βεβαιώσω πως ο Μπιθικώτσης είναι μια στιγμή που ξεπέρασε το χρόνο και θα αντηχεί πάντα στα αυτιά μας και στην καρδιά μας.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
Οκτώβρης 1983
                                         

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης είναι ένας μεγάλος τραγουδιστής, ένας έξοχος, γνήσιος λαϊκός τραγουδιστής. Η φωνή του διαθέτει ένα καταπληκτικό, ένα εξαίσιο τίμπο, μια μεγάλη εκφραστική κλίμακα. Διαθέτει δύναμη και διαύγεια.
Η φωνή του Μπιθικώτση έλαμψε στα τραγούδια του Θεοδωράκη αλλά και η μουσική του Θεοδωράκη έλαμψε με τη φωνή του Μπιθικώτση.
Η φωνή του Μπιθικώτση δεν διαθέτει μονάχα τα τεράστια μουσικά προσόντα, αλλά διαθέτει και μια άρθρωση μοναδική που δεν διαθέτουν μεγάλοι ηθοποιοί. Ποτέ δεν χάνεται, δεν σβήνει, δεν θαμπώνει ούτε μια συλλαβή, ούτε ένα φωνήεν, ούτε ένα σύμφωνο. Ακόμα και το τελικό «σίγμα» στο τέλος μιας μουσικής φράσης που εξαφανίζεται πλήρως στους περισσότερους τραγουδιστές, στον Μπιθικώτση ακούγεται με απόλυτη καθαρότητα. Έτσι ο μεγάλος ποιητικός λόγος με τη μουσική του Θεοδωράκη και τη φωνή του Μπιθικώτση, βρίσκει μπορώ να πω τη μεγαλύτερη και εκφραστικότερη δικαίωση. Ο Μπιθικώτσης έχει στο ενεργητικό του τεράστιες επιτυχίες τραγουδώντας ποίηση μεγάλων ποιητών, του Σεφέρη, του Ελύτη, του Λειβαδίτη και άλλων ακόμα αλλά μέσα σ αυτές τις μεγάλες επιτυχίες νομίζω πως η κορυφαία του επιτυχία ήταν η «Ρωμιοσύνη», μια ερμηνεία μοναδική, ασύγκριτη, ανεπανάληπτη…
Μέσα στη φωνή του, όλος ο καημός του Ελληνικού Λαού, όλο του το μεράκι και όλη του η λεβεντιά φαίνεται σ όλο τους το μεγαλείο!
Θυμάμαι ότι σε μεγάλα γεγονότα της Νεοελληνικής μας Ιστορίας εδώ και 15 χρόνια, σε κρίσιμες αγωνιστικές στιγμές του Ελληνικού Λαού η φωνή του Μπιθικώτση βρισκόταν πάντοτε κοντά τραγουδώντας τη «Ρωμιοσύνη». Ακόμα και τον τελευταίο καιρό στο Πολυτεχνείο πριν από 10 χρόνια, ο παράνομος σταθμός των σπουδαστών άρχιζε τις εκπομπές του με τη «Ρωμιοσύνη» του Θεοδωράκη με τη φωνή του Μπιθικώτση και έκλεινε τις εκπομπές του με τη «Ρωμιοσύνη».
Θάθελα να ευχαριστήσω τον Γρηγόρη Μπιθικώτση που με την λαμπρότητα της φωνής του έφερε την Ελληνική Ποίηση κοντά στον Ελληνικό Λαό, απ όπου και προήλθε.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
Νοέμβριος 1983
                                        

Ήθελα νάμουν όμορφος
νάμουν και παλικάρι
και να τραγούδαγα καλά
δεν ήθελα άλλη χάρη…


Ο Λαός μας όταν δίνει αυτό το τρίπτυχο σ αυτό το ποίημα, ουσιαστικά καθορίζει τα όρια της ομορφιάς, της ζωής, της αξιοσύνης. Ο Μπιθικώτσης είχε και τα τρία, αλλά πάνω από όλα τραγούδαγε με χάρη. Και τραγούδησε με χάρη πράγματα πάρα πολύ σκληρά!
Θάλεγε κανείς ότι αυτό το έθνος έχει κάποιες στιγμές όπου ενώ όλα φαίνονται ότι έχουν χαθεί και έχουν γίνει – χωρίς να θέλω να το προσβάλω «ταγκό» - βγαίνει μια φωνή και ειδοποιεί για τη μοίρα μας. Σκέπτομαι πως ο Μπιθικώτσης και ο Ελληνικός Λαός είχε μια τόσο μεγάλη τύχη. Με τις χάρες του να συναντηθεί με αυτό το Λαό και να τον εκφράσει.
Καμιά φορά συλλογίζομαι πως αυτό το έθνος, μέσα στα χρόνια της σκλαβιάς, πόσα χρωστάει – όχι μόνο στα εκκλησιαστικά κείμενα που διατήρησαν τη γλώσσα του – αλλά και στο μεγαλείο των ψαλτών του. Κι όχι μόνο των ψαλτάδων, των λαϊκών που λέμε, αλλά και των ιερωμένων. Έτσι λοιπόν, κι αυτή η «ξύλινη» φωνή, όπως αποκάλεσαν οι κριτικοί τη φωνή του Μπιθικώτση, που είναι τόσο βυζαντινή, τόσο άμεση, τόσο ελληνική, που έχει μέσα και τη Μικρά Ασία, που έχει μέσα και τον αγώνα στην Αλβανία, που έχει μέσα και τον πόνο της Αντίστασης, που έχει αυτή την ξύλινη υφή που θυμίζει καμιά φορά τα ξύλινα καμπαναριά του Αγίου Όρους.
Αυτή η περίεργη μοίρα να λέμε τα πράγματα χωρίς καλλιέπειες, κι αυτό πέρασε μέσα από τον Μεγάλο Μπιθικώτση. Νομίζω πως είναι μια στιγμή που ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης θα πρέπει να αντιμετωπιστεί πια σαν συνέχεια των Μεγάλων Ψαλμωδών του Έθνους…

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
Οκτώβριος 1983



Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης είναι σίγουρα από τους πιο μεγάλους τραγουδιστές που έβγαλε αυτός ο τόπος. Και δεν μιλάω μόνο για τη φωνή του, μιλάω για ένα ήθος που εξέπεμπε αυτή η φωνή, για μιαν ελληνικότητα, για ένα δωρικό χαρακτήρα που ενέπνεε. Επανειλημμένα μου έχει πει ο Μίκης Θεοδωράκης ότι πάρα πολλά από τα τραγούδια του τα έχει γράψει εμπνεόμενος από τη φωνή του Μπιθικώτση, την οποία θεωρεί απαράμιλλη, κι επίσης θυμάμαι ότι ο συγχωρεμένος ο Μάνος Λοίζος μου έλεγε – επειδή αυτός ανήκε σε μια άλλη εταιρία κι ο Μπιθικώτσης σε άλλη – ότι, «για σκέψου τι δράμα είναι αυτό το δικό μου να μη γράψω ποτέ ένα τραγούδι με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση…».
Η προσωπική μου εμπειρία από τη συνεργασία μου με τον Γρηγόρη είναι ότι πραγματικά αυτός ο τραγουδιστής με ενέπνεε, τον σκεφτόμουν δηλαδή και πάντοτε, ότι έγραφα εκείνη την περίοδο, ήταν βασισμένο επάνω στη φωνή του Mπιθικώτση όπως η «Άπονη Ζωή» η «Φτωχολογιά» με κατάληξη το «Σαββατόβραδο στην Καισαριανή» που πρέπει να πω ότι αυτό ειδικά το τραγούδι ενώ απαιτούσε τέτοιες δυνατότητες και τέτοια αγάπη για κάποια πράγματα, ο Γρηγόρης μπήκε μέσα στο studio και το είπε μέσα σε ένα πεντάλεπτο. Μια κι έξω!
Νομίζω ότι η απουσία του Μπιθικώτση από το σημερινό τραγούδι είναι μια από τις αιτίες που το τραγούδι μας δεν βρίσκεται στην ακμή που βρισκότανε στη δεκαετία του ’60, διότι ενώ, όλοι οι τραγουδιστές είναι συνήθως το τέλος του τραγουδιού, ο Μπιθικώτσης κατά κανόνα ήταν η Αφετηρία.

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Δεκέμβριος 1983
                                        

Για ποιόν να γράψω το σημείωμα αυτό; Για τον φίλο; Τον ανεπανάληπτο ερμηνευτή; Τον μεγάλο λαϊκό συνθέτη και κάπου κάπου στιχουργό; ή για τον αριστοτέχνη εκτελεστή; Μα… για όλους αυτούς.
Το γράφω για τον Γρηγόρη Μπιθικώτση! Τρελοκόριτσο, του Βοτανικού ο μάγκας, Ρωμιοσύνη, Αξιον Εστί, Άπονη Ζωή, Είμαι αητός χωρίς φτερά, στου Μπελαμί το ουζερί, ένα αμάξι με δυο άλογα, Ο κυρ Θάνος, Εγνατίας 406…
Ο Γρηγόρης μόνος του καλύπτει την Ιστορία του μάγκικου, του ρεμπέτικου, του λαϊκού και του έντεχνου τραγουδιού μας. Απλός και απέριττος και στη φωνή και στους τρόπους, αγαπημένος και σαν ερμηνευτής και σαν άνθρωπος, χιουμορίστας και θυμόσοφος!
- Εγώ είμαι ο αρχηγός της αστυνομίας, ο Καζαντζίδης της Χωροφυλακής.
- Ποιος είναι ο καλύτερος τραγουδιστής Γρηγόρη;
- Έχεις μπροστά σου τον Ιησού Χριστό και ρωτάς για τους μαθητές του;
Ποτέ δεν τραγουδούσε αβασάνιστα κάτι. Ακόμα και στην πρώτη ακρόαση του «Επιτάφιου» που τότε με κόπο έβγαζε το μεροκάματο, όταν άκουσε πρωτόγνωρα πράγματα φοβήθηκε και δεν δίστασε να πει του Χιώτη:
- Μανώλη πάμε να φύγουμε γιατί θα γίνουμε ρεζίλι.
Δεν έγινε βέβαια ρεζίλι αλλά γνώρισε την παγκόσμια καταξίωση κοντά στο άλλο ιερό τέρας: τον Μίκη Θεοδωράκη. Δεν έπαψε όμως να ερμηνεύει και να γράφει τα λαϊκά του. Το «ψωμί» του όπως τα λέει.
Έγραψα μαζί του γύρω στα 200 τραγούδια και είμαι περήφανος γι αυτό. Γιατί ο Μπιθικώτσης είναι ο ένας, ο μοναδικός. Για πάρα πολλά χρόνια θα τραγουδιέται, και πολλά, πάρα πολλά χρόνια θα περάσουν για να βγει ένας νέος Γρηγόρης αν βγει. Όπως το ευλογημένο κρασί ευφραίνει την καρδιά κάθε ανθρώπου, έτσι και το ευλογημένο τραγούδι του Μπιθικώτση αγκαλιάζει τις καρδιές μας.
Όταν είμαι στεναχωρημένος ή χαρούμενος, ή σε ώρες πλήξης, Μπιθικώτση ακούω. Μπιθικώτση σιγοψιθυρίζω. Είναι ο Τραγουδιστής που συντροφεύει ολόκληρο το μερόνυχτό μας! Ολόκληρη τη ζωή μας! Γεια σου αθάνατε Γρηγόρη.

Με αγάπη
ΚΩΣΤΑΣ ΒΙΡΒΟΣ
Ιανουάριος 1988



… όμως η αλήθεια να λέγεται. Τον εβοήθησε ο Θεοδωράκης αλλά ο Γρηγόρης είναι μεγάλη, πολύ μεγάλη φωνή. Σπάνιο λαρύγγι…

Γιώργος Ροβερτάκης Ρεμπέτης

Μπιθικώτσης ίσον ρεμπέτης, έτσι τραγουδάνε τα ρεμπέτικα, όπως τα λέει αυτός. Είναι μάγκας αυτός, μόρτης, αλλά τη βγαίνει άσχημα και διαβάζω ότι ζητάει άγαλμα. Ήμουν έτοιμος να του τη βγω, αλλά έμαθα ότι τη βγαίνει επίτηδες για κάτι άλλους που κάνουν τον μάγκα, κάτι τραγουδιστές που είναι όλο κουνήματα. Καλά κάνει!!

Νίκος Μάθεσης Στιχουργός του ρεμπέτικου



Η πρώτη εντύπωση από τον Μπιθικώτση είναι πως ενώ επρόκειτο για ένα άντρα αναστήματος 1,75 πάνω στη σκηνή μου φαινόταν 2 και 3 μέτρα.

Αντώνης Καλογιάννης

Θυμάμαι μια βραδιά από τις συγκινητικότερες της ζωής μου – δεν είναι και πολλές. Ο γέρο – Μάρκος έλιωνε, δεν έβλεπε ο φουκαράς, σαράβαλο είχε γίνει. Με φώναξε κοντά του και μου είπε: «Παιδί μου, ο Μπιθικώτσης είναι ο μόνος που είπε ωραία τα τραγούδια μου».

Γιώργος Νταλάρας

Δεν τον επέβαλαν οι εταιρείες. Επιβλήθηκε με το σπαθί του και τον καταξίωσε ο Μίκης και άλλοι σπουδαίοι συνθέτες

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης αγκαλιάστηκε από όλες τις κοινωνικές τάξεις, από το λαό και από το Κολωνάκι. Επί χούντας, έφτασε να γίνει ο «σερ Μπιθί», αλλά ο λαός τον συγχώρησε γιατί η προσφορά του ήταν πολύ μεγαλύτερη από τις πολιτικές και καλλιτεχνικές υποχωρήσεις του στα χρόνια της δικτατορίας.


Για λίγα πράγματα μπορούμε πια σήμερα να χρησιμοποιήσουμε την κτητική αντωνυμία «μας» αντί για το «τους»: Ο Καλατράβα «τους», οι Ολυμπιακοί Αγώνες «τους», τα γιαούρτια «τους», τα κανάλια «τους», ο πόλεμός «τους». Όταν όμως φτάνουμε στα τραγούδια του Γρηγόρη Μπιθικώτση, το «μας» ανεβαίνει αυθόρμητα στα χείλη. Πώς να μη τα νιώθουμε δικά «μας»;
Ο Μπιθικώτσης είναι ένας από τους καλλιτέχνες που τον αγκάλιασαν όλες οι τάξεις, και η εργατική και η μικροαστική, και ο λαός και το Κολωνάκι, χωρίς όμως να είναι γεφυροποιός, χωρίς να προσπαθεί να συμφιλιώσει το λαϊκό τραγούδι με το ελαφρό, τη ρεμπέτικη παράδοση με το «πιάνο και τα γαλλικά».

Ενώ ο Στράτος Διονυσίου, μια σπουδαία λαϊκή φωνή, συμβόλιζε τον οικοδόμο που έγινε εργολάβος με Μπε Εμ Βε, ο Μπιθικώτσης σε όλη του τη ζωή είχε το σουλούπι του μετακατοχικού Έλληνα που ζωγράφιζε ο Μποστ, ανέπνεε λαϊκή χάρη και ελαφράδα.
Ένας τυχερός άνθρωπος, ένας τυχερός καλλιτέχνης. Πώς αλλιώς να χαρακτηρίσουμε έναν 25χρονο νέο που το 1947, στη Μακρόνησο, αντάμωσε τον Μίκη Θεοδωράκη που μαγεύτηκε από τη φωνή του; Πώς αλλιώς να χαρακτηρίσουμε έναν άντρα που στα 40 του τραγούδησε στίχους του Ρίτσου, του Σεφέρη, του Ελύτη, του Χριστοδούλου, του Λειβαδίτη και που τα τραγούδια του γίνονταν κτήμα όλου του λαού; Και κυρίως, που τα τραγούδια αυτά ήταν το σήμα κατατεθέν ενός άλλου πολιτισμού ή, έστω, μιας ρωμαλέας απόπειρας για έναν άλλον πολιτισμό;
Τον Μπιθικώτση δεν τον επέβαλαν οι δισκογραφικές εταιρείες, όπως συχνά συμβαίνει σήμερα με διάφορα αστέρια του καψουρο-έντεχνου ή λαϊκο-ποπ τραγουδιού. Επιβλήθηκε με το σπαθί του. Τον καταξίωσαν (ας μην πούμε την άχαρη λέξη «επέβαλαν») ο Μίκης Θεοδωράκης και άλλοι σπουδαίοι συνθέτες. Εξάλλου, ήταν η εποχή που οι άνθρωποι έλεγαν ο «Καημός» του Θεοδωράκη ή το «Χάρτινο το φεγγαράκι» του Χατζιδάκι – και όχι ο «Καημός» του Ρέμου.
Κάποιοι επισημαίνουν ότι ο Γρ. Μπιθικώτσης ήταν ένα λαϊκό παιδί που δεν ήξερε πολλά γράμματα και «δεν καταλάβαινε» το τι τραγουδούσε, αν και κανένας άλλος τραγουδιστής, όσα γράμματα και αν ήξερε, όσα ωδεία και αν είχε τελειώσει, δεν θα μπορούσε να ερμηνεύσει τα ίδια τραγούδια τόσο όμορφα όσο εκείνος. Μήπως όλοι όσοι άκουγαν με λατρεία και με περίσκεψη εκείνα τα μεγάλα έργα ήταν προφέσορες; Ο Μπιθικώτσης διέθετε και ευφυΐα και ευαισθησία και επιπλέον είχε πλάι του μεγάλους δασκάλους. Η αυτοβιογραφία του (Εγώ, ο Σερ, εκδ. Κοχλίας), που την επιμελήθηκε ο Πάνος Γεραμάνης, δείχνει ότι το «μεγαλείο του ανδρός», κάθε ανδρός, δεν είναι ανεξάρτητο από το ήθος της εποχής του.
Στην εποχή της δικτατορίας, όταν τα τραγούδια του Θεοδωράκη βρίσκονταν υπό διωγμό, η καριέρα του Μπιθικώτση συνεχίστηκε. Πολλοί δίσκοι του, ανάμεσά τους και δικές του συνθέσεις, γνώρισαν μεγάλη εμπορική επιτυχία. Για μια επταετία, ο «τραγουδιστής της Ρωμιοσύνης» επισήμως ξεχάστηκε και έμεινε μόνο ο «Σερ Μπιθί». Ο λαός όμως και τον συγχώρεσε και δεν έπαψε να τον αγαπά, αφού αυτό που είχε προσφέρει ο Μπιθικώτσης στο ελληνικό τραγούδι βαραίνει πολύ περισσότερο από την όποια καλλιτεχνική ή πολιτική του υποχώρηση στα χρόνια της δικτατορίας.
Ο Μπιθικώτσης θα συμβολίζει για πάντα μια ευτυχισμένη περίοδο του λαϊκού τραγουδιού, γι’ αυτό κι εμείς, όπως όλος ο λαός, τον αποχαιρετάμε με αγάπη, με την ελπίδα ότι θα βρεθούν οι δημιουργοί και οι καινούργιοι Μπιθικώτσηδες που θα τραγουδήσουν τα περιγιάλια, τους ξανθούς Απρίληδες και τα περβόλια της δικής μας εποχής.
ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΤΖΙΑΝΤΖΗ










 

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

Ο ΜΠΑΓΛΑΜΑΣ





Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Γιάννης Σπανός
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Άκου πως κλαίει ο μπαγλαμάς
κλαίει κορίτσι μου για μας
δάκρυ τα τέλια στάζουνε
οι δρόμοι μας αλλάζουνε

Αναστενάζει ο μπαγλαμάς
δεν ήταν η χαρά για μας
πώς να ταιριάξω μ' άλληνε
ψεύτικε κόσμε γυάλινε

ΠΑΕΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ




Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Πάει ο καιρός, πάει ο καιρός
που ήταν ο κόσμος δροσερός
και κάθε αυγή ξεκινούσε μια πηγή
για να ποτίσει όλη τη γη

Ήρθανε νύχτες και βροχές
και χειμωνιάσαν οι ψυχές
και στο βαθύ το σκοτάδι έχει σταθεί
ένα παιδί να ζεσταθεί

Τώρα το δάκρυ κυλάει στο χώμα,
και πέρα απ' το βοριά
ένα καράβι ρωτάει ακόμα
πού θα βρει στεριά

Πάει ο καιρός...

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2009

ΜΗ ΜΕ ΡΩΤΑΣ ΑΝ Σ ΑΓΑΠΩ




Στίχοι: Θοδωρής Γραμμένος
Μουσική: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Μη με ρωτάς αν σ’ αγαπώ,
δεν έχω λόγια να σου πω,
δεν έχω λόγια.
Μιλούν τα μάτια κι η καρδιά,
το λόγο έχουν τα φιλιά,
δεν έχω λόγια.

Κι έχω τα λόγια μου χαμένα,
απόψε νιώθω σαν παιδί.
Μη με ρωτάς τ’ είσαι για μένα,
ρώτα τη νύχτα να σου πει.

Μη με ρωτάς αν σ’ αγαπώ,
δεν έχω λόγια να σου πω,
τα χείλη δως μου.
Και η αγάπη μας αυτή
μες στο βιβλίο θα γραφτεί
αυτού του κόσμου.

Έχω τα λόγια μου χαμένα,
απόψε νιώθω σαν παιδί.
Μη με ρωτάς τ’ είσαι για μένα,
ρώτα τη νύχτα να σου πει.

Μη με ρωτάς αν σ’ αγαπώ,
δεν έχω λόγια να σου πω,
δεν έχω λόγια.
Μιλούν τα μάτια κι η καρδιά,
το λόγο έχουν τα φιλιά,
δεν έχω λόγια.

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

ΣΤΑ ΠΕΡΒΟΛΙΑ




Στίχοι: Μίκης Θεοδωράκης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Στα περβόλια, μες στους ανθισμένους κήπους
σαν άλλοτε θα στήσουμε χορό
και τον Χάρο θα καλέσουμε
να πιούμε αντάμα και να τραγουδήσουμε μαζί

Κράτα το κλαρίνο και το ζουρνά
κι εγώ θα 'ρθω με τον μικρό μου τον μπαγλαμά
Αχ, κι εγώ θα 'ρθω...
μες στης μάχης τη φωτιά με πήρες, Χάρε
πάμε στα περβόλια για χορό

Στα περβόλια, μες στους ανθισμένους κήπους
αν σε πάρω, Χάρε, στο κρασί
αν σε πάρω στον χορό και στο τραγούδι
τότες χάρισέ μου μιας νυχτιάς ζωή

Κράτα την καρδιά σου, μάνα γλυκιά
κι εγώ είμ'ο γιος που γύρισε για μια σου ματιά
Αχ, για μια ματιά..

Για το μέτωπο σαν έφυγα, μανούλα
εσύ δεν ήρθες να με δεις
Ξενοδούλευες και πήρα μόνος μου το τρένο
που με πήγε πέρ' απ'τη ζωή...

ΒΡΑΔΥΑΖΕΙ




Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Άλλες ερμηνείες: Γιάννης Πουλόπουλος || Γιάννης Πάριος

Ξημέρωμα σε γύρεψα
το δειλινό σε βρήκα
με την καρδιά σου μίλησα
στη μαύρη μοίρα μπήκα

Βοριάς χτυπά την πόρτα μου
και στην ψυχή μου αγιάζι
και στα πικρά τα μάτια μου
στιγμή-στιγμή βραδιάζει

Τα μάτια σου εγύρεψα
στο φως να περπατήσω
να γίνω όνειρο γλυκό
καημούς παλιούς ν’ αφήσω

ΕΝΑ ΔΕΙΛΙΝΟ





Στίχοι: Μίκης Θεοδωράκης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Ένα δειλινό, ένα δειλινό
ένα δειλινό σε δέσαν στο σταυρό
Σου κάρφωσαν τα χέρια σου, μου κάρφωσαν τα σπλάχνα
Σου δέσανε τα μάτια σου, ω, ω, μου δέσαν την ψυχή μου

Ένα δειλινό, ένα δειλινό
ένα δειλινό με τσάκισαν στα δυο
Μου κλέψανε την όραση, μου πήραν την αφή μου
Μόν' μου 'μεινε η ακοή, ω, ω, να σ' αγρικώ, παιδί μου

Ένα δειλινό, ένα δειλινό
ένα δειλινό σαν τον σταυραετό
Χίμηξε, πα στις θάλασσες, χίμηξε, πα στους κάμπους
Κάνε ν' ανθίσουν τα βουνά, ω, ω, και να χαρούν οι ανθρώποι

Δευτέρα 13 Απριλίου 2009

ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΗ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ

Σήμερα που γράφω τούτες τις γραμμές κλείνουν τέσσερα χρόνια που έφυγε από τη ζωή η «Φωνή της Ρωμιοσύνης», ο μεγάλος, α ανεπανάληπτος συνθέτης και ερμηνευτής, Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Έτσι, ενώ άλλα είχα στο νου μου να δημοσιεύσω, δράττομαι της ευκαιρίας(;) (μεγάλος του φαν γαρ), να του κάνω ένα μικρό αφιέρωμα.

Σύντομο βιογραφικό

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης γεννήθηκε στις11 Δεκεμβρίου 1922 στο Περιστέρι (Οδός Μυκηνών, νυν οδός Γρηγόρη Μπιθικώτση) και αποχαιρέτησε τούτο τον κόσμο στις 7 Απριλίου 2005 (82 ετών) ώρα 19:22 στο «Υγεία».
Από φτωχή οικογένεια, εργάστηκε ως υδραυλικός για να επιζήσει και παράλληλα έπαιζε κιθάρα. Ήταν το μικρότερο παιδί της οκταμελούς οικογένειας. Έκανε δύο γάμους και απέκτησε 3 παιδιά, δυο κόρες και ένα γιο, τον Γρηγόρη που είναι επίσης τραγουδιστής.

Μπήκε στην δισκογραφία το 1947 σε ηλικία 25 ετών ως συνθέτης με το τραγούδι «Το καντήλι τρεμοσβήνει» σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη ή Τσάντα και ερμηνευτές τη Σούλα Καλφοπούλου και τον Μάρκο Βαμβακάρη..

Πρώτη φορά ως τραγουδιστής ερμήνευσε το «Τρελλοκόριτσο» το 1952.
(Για την ιστορία, τους στίχους του τραγουδιού έγραψε ο, συνεργάτης του Γρηγόρη, Γιάννης Παπαδόπουλος, για χατήρι μάλιστα της ... Πόλυς Πάνου !
Στα πρώτα του χρόνια ως τραγουδιστής ερμήνευσε όλους σχεδόν τους συνθέτες του ρεμπέτικου, από τον Βαμβακάρη, τον Τσιτσάνη και τον Παπαιωάννου, έως τον Χιώτη, τον Χατζηχρήστο, τον Μπαγιαντέρα κ. α.
Λέει επίσης μερικά από τα πρώτα τραγούδια του Χατζιδάκι στο ξεκίνημα του κορυφαίου συνθέτη στο λαϊκό τραγούδι (π.χ. «Είμαι αϊτός χωρίς φτερά, «Γαρύφαλλο στ’ αυτί» κ. α).
Ως συνθέτης άφησε στη δισκογραφία περισσότερα από 200 τραγούδια, πολλά από τα οποία έγιναν μεγάλες επιτυχίες, όπως τα «Του Βοτανικού ο μάγκας», «Τρελοκόριτσο», «Σε τούτο το στενό», «Επίσημη αγαπημένη», «Στου Μπελαμή το ουζερί», «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα», «Ρίξε μια ζαριά καλή», και πλήθος άλλων.
Τα πρώτα του τραγούδια τραγούδησαν ο Τσαουσάκης, ο Καζαντζίδης, ο Αγγελόπουλος, η Πόλυ Πάνου, η Βίκυ Μοσχολιού κ.α.
Ήταν αυτός που ανέδειξε την Πόλυ Πάνου (την έφερε από την Πάτρα έφηβη και της έδωσε το πρώτο της τραγούδι, το «Πήρα τη στράτα την κακιά»), τη Βίκυ Μοσχολιού, το Λευτέρη Μυτιληναίο κ. α.

Η μεγάλη τομή στη σταδιοδρομία του συμβαίνει το 1959. Ο Μπιθικώτσης συναντιέται με τον Μίκη Θεοδωράκη και μαζί με τον κορυφαίο Μ. Χιώτη στο μπουζούκι ηχογραφούν τον ανυπέρβλητο «Επιτάφιο» σε ποίηση του Γιάννη Ρίτσου:

Το ηχόχρωμα της φωνής και η τραγικότητα της ερμηνείας του Μπιθικώτση έγινε ένα με το σπαραγμό της Μάνας που πενθεί το γιό της. Και είναι καταπληκτικό να σκεφτεί κάποιος ότι από τις τρεις διαφορετικές ερμηνείες του «Επιτάφιου», αυτών της Νάνας Μούσχουρη και της Μαίρης Λίντα (δυο γυναικών και μεγάλων τραγουδιστριών) επικράτησε η ερμηνεία του Μπιθικώτση!

Μετά τον Επιτάφιο ακολουθούν και άλλα έργα – σταθμοί του Θεοδωράκη: «Το τραγούδι του Νεκρού Αδερφού», «Άξιον Εστί», «Ρωμιοσύνη», «Πολιτεία Α΄ και Β΄», «Θαλασσινά Φεγγάρια» και άλλα πολλά. Παράλληλα ο Μπιθικώτσης τραγουδάει όλους σχεδόν τους σπουδαίους συνθέτες που ξεχύθηκαν από αυτήν την πολιτιστική άνοιξη: Ξαρχάκο, Σπανό, Μούτση, Κουγιουμτζή και άλλους, λέγοντας πάντα τα καλύτερα τραγούδια τους σε ποίηση και στίχους των Ν. Γκάτσου, Ευτυχίας Παπαγιανοπούλου, Δ. Χριστοδούλου, Τ. Λειβαδίτη, Λ. Παπαδόπουλου, Μ. Ελευθερίου κ.α.

Ο άντρας




Ο Γρηγόρης με τη μεγάλη στιχουργό Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου



Ο Μπιθικώτσης ήταν μια προσωπικότητα της Τέχνης που όχι μόνο πρωταγωνίστησε σε μια μουσική επανάσταση στην Ελλάδα, αλλά και αποτέλεσε τη φωνή που εξέφρασε τα πιο προοδευτικά και ριζοσπαστικά σκιρτήματα της ελληνικής εργατικής τάξης και της νεολαίας τις δεκαετίες κυρίως του 1960 και 1970.

Το ανάστημα, η αρχοντιά και η αγέρωχη εμφάνιση του, δεν καθρέφτιζαν μόνο το χαρακτήρα του αλλά και αυτό ακριβώς που εκπροσώπησε στο ελληνικό τραγούδι επί 55 χρόνια. Η «ξύλινη» φωνή του, «δωρική» την είπαν άλλοι, έφερε τα πάνω κάτω στο τραγούδι, δημιούργησε σχολή, κυρίως όμως έδωσε την αμεσότητα του λαϊκού στον ήχο του έντεχνου. Μια φωνή που, χωρίς εύκολα τεχνάσματα και επιδεικτικές τσαλκάντζες, πάντρεψε τη μελοποιημένη ποίηση με τη λαϊκή δύναμη, που έφτασε από τα αλώνια μέχρι τα σαλόνια.
Ήταν ο καταλληλότερος ερμηνευτής των ποιητών, γιατί η φωνή του είχε μέτρο, χροιά, λαϊκότητα, δύναμη και κρυμμένο αυστηρό λυγμό. Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι ερμηνείες του δεν ξεπεράστηκαν από κανέναν άλλο έως σήμερα.
Η φωνή του ταυτίστηκε με τα κοινωνικοπολιτικά σκαμπανεβάσματα της Ελλάδας που τα τραγούδησε με αρχοντικό αίσθημα. Εκπροσώπησε την άλλη πλευρά της χώρας, μια εποχή που το κοινό διχαζόταν ανάμεσα στο παράπονο του Καζαντζίδη και την περήφανη συγκίνηση του Μπιθικώτση.

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009

ΑΠΕΛΠΙΣΤΗΚΑ

Γρηγόρης Μπιθικώτσης συνέντευξη

ΘΑΝΑΣΗΣ ΛΑΛΑΣ | Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2002


«Ο κόσμος πάει από το κακό στο χειρότερο... Μας τέλειωσαν όλα τα αποθέματα πόνου που είχαμε. Ένας νέος πόλεμος θα βοηθήσει να κάνουμε μια νέα εισαγωγή πόνου...»
Τάδε έφη ο σερ του ελληνικού τραγουδιού Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Ήθελα πάντα να τον γνωρίσω. Είχα κλείσει αρκετές φορές ραντεβού μαζί του, κάτι συνέβαινε όμως την τελευταία στιγμή (μια μικρή αδιαθεσία, ένα πρόβλημα υγείας που απαιτούσε άμεση αντιμετώπιση) και το αναβάλλαμε. Αυτή τη φορά ήμουν τυχερός. Έφθασα στο σπίτι του ευτυχισμένος που θα τον συναντούσα, αλλά και με μια μικρή αγωνία: θα συζητούσα άραγε με έναν άνθρωπο τόσο μεγάλο όσο φαίνεται μέσα από τα τραγούδια του; Με υποδέχθηκε με τη γυναίκα του και τον γιο του στο πλευρό του. Πολύ ευγενικός. Και πράγματι τόσο μεγάλος όσο τον φανταζόμουν, όσο τον ήθελα.

- Τώρα που έχουν περάσει τα χρόνια σκέφτεστε πώς έγινε και βρεθήκατε να ασχολείστε με το τραγούδι; Θα μπορούσε να είχε συμβεί κάτι και να μην είχατε γίνει τραγουδιστής;
«Ναι, ήμουν υδραυλικός, και μάλιστα καλός τεχνίτης. Από το σπίτι βέβαια θέλαν να με μορφώσουν... τ' αδέρφια μου, ο πατέρας μου, η μάνα μου... επειδή εγώ ήμουν ο τελευταίος».
- Πού μεγαλώσατε;
«Στο Περιστέρι. Από τ' αδέρφια μου κανένας δεν πέρασε στα γράμματα, πήγαν όλοι σε τέχνες, και θέλαν εμένα να με κάνουν να μάθω γράμματα, να πάω παραπέρα απ' το δημοτικό. Εγώ εν τω μεταξύ από μικρός, από εφτά-οχτώ χρονών, παίζω κιθάρα κι έχω μέσα μου κάτι».
- Πώς βρέθηκε η κιθάρα στα χέρια σας;
«Του αδερφού μου του μεγάλου ήτανε. Είχε πάει και μάθαινε νότες στο ωδείο. Την είχε μέσα σε μια μαξιλαροθήκη κρεμασμένη από ένα καρφί πάνω απ' το κρεβάτι. Η μητέρα μου, για να μη βγαίνω έξω και παίζω και κρυώνω κι όλ' αυτά, μ' άφηνε και γρατζούναγα. Θέλω να πω ότι γεννιόνται όλα στη ζωή. Την κοίταγα εγώ, την κοίταγα... πολύ καιρό την κοίταγα την κιθάρα. Η μητέρα μου εκείνη την εποχή σήκωνε τα πάκια. Εγώ για να φεύγει από το σπίτι πήγαινα και της έλεγα: "Πέρασε η πατριώτισσά σου η κυρά - Βαγγέλαινα και είπε να πας από ' κεί για να της σηκώσεις τα πάκια" - ψέματα έλεγα... Για να πάει εκεί ήθελε μία ώρα μόνο να φτάσει και μία να γυρίσει δύο και καμιά ώρα που θα κουβέντιαζε τρεις. Κατέβαζα εγώ την κιθάρα από τη μαξιλάρα και έπαιζα. Μέχρι που μια μέρα της λέω της μάνας μου: "Να κατεβάσω την κιθάρα από τη μαξιλαροθήκη;". " Όχι", μου λέει, "θα μας σκοτώσει ο μεγάλος". Ήταν ένα τραγούδι τότε που έλεγε: "Θα 'θελα να σε ξεχάσω, όμως στην καρδιά μου πονώ". Η μητέρα μου δεν ήξερε πολύ απ' αυτά τα τραγούδια, ήξερε από την πατρίδα της την Κάρυστο. Μόλις λοιπόν άκουσε τον ήχο, ότι εγώ κάτι κάνω, "βρε", μου λέει, "δώσ' του...". Μου 'πε βέβαια "μου 'πες ψέματα, που μ' έστειλες κτλ. κτλ. " και της είπα "γι' αυτό σου 'πα ψέματα, μαμά, την κιθάρα σκάλιζα...", αλλά δε μ' άφηνε. Μια μέρα που έβρεχε μπήκε και ο αδερφός μου μέσα χωρίς να τον καταλάβουμε, άκουσε που έπαιζα και μου λέει: "Εσύ έπαιζες;". Λέω: "Ναι". Μου λέει: "Πάρ' τη για δικιά σου"».
- Εσείς εκείνη την εποχή ήσασταν καλός μαθητής;
«Όχι, είχα έναν που μ' έσπρωχνε πολύ κι εγώ τον εμάθαινα κιθάρα, τον Θανάση τον Αναγνωστόπουλο. Εκείνος έγινε πλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού. Τελείωσα λοιπόν το δημοτικό και, όπως είπα, θέλαν να με μορφώσουνε. Με βάλανε οδός Μέντορος - το θυμάμαι σαν τώρα -, Κολοκυνθούς και Πειραιώς ήταν το Γυμνάσιο... Α' Γυμνασίου. Πήγα κάνα - δυο μήνες, δεν καταλάβαινα τι λέγανε... Δεν τα 'θελα τα γράμματα. Μέσα μου κοιμόταν ένα θηρίο. Έτσι ένιωθα εγώ, ότι μέσα μου ήθελα κάτι άλλο. Εν πάση περιπτώσει έφυγα, πήγα κι έκλαιγα στο σπίτι, με δείρανε κτλ. η μάνα μου, ο πατέρας μου, τ' αδέρφια μου... Μόνο ο αδερφός μου ο μεγάλος πετάχτηκε και είπε: "Ε, με το ζόρι δεν μπορεί να γίνει αυτό". Με βάλαν λοιπόν σ' ένα κατάστημα υδραυλικών στην πλατεία Βάθης, Μάρνη και Βίκτωρος Ουγκώ. Στο σχολείο, στην πρώτη τάξη, πήγα το '29, επτά χρονών - είμαι το '22 γεννηθείς. Τελείωσα το '35 και μέχρι το '40 - μέσα σε πέντε χρόνια - είχα γίνει μάστορας. Έπαιζα βέβαια και την κιθάρα. Έχω ακούσει και το Μάρκο το Βαμβακάρη, το "Σωκράτη" της ελληνικής μουσικής, του λαϊκού μας τραγουδιού...».

- Σε κουτούκια πηγαίνατε και τον ακούγατε;

«Όχι, είχε έρθει στο Περιστέρι κι έπαιξε μαζί με το Χιώτη το '36-'37... Κι έφαγα και ξύλο εκεί πέρα, γιατί άργησα τρία βράδια που έκατσα και τον άκουσα. Κι ενώ μέχρι τότε ήμουνα στα μοντέρνα, με το που τον ακούω, αλλάζω αμέσως στο λαϊκό. Μέσα μου χτύπησε πολύ ωραιότερα το λαϊκό τραγούδι».
- Ως τότε δηλαδή ακούγατε μοντέρνα;
«Ναι, ναι... βέβαια, Πολυμέρη και τέτοια. Ήμουνα πολύ γνωστός και με το Γιώργο τον Κεφαλά...».
- Γιατί όταν ακούσατε τον Βαμβακάρη τρελαθήκατε;
«Δεν ξέρω, κάτι χτύπησε μέσα μου, μια άλλη νότα, μια άλλη μελωδία... ένα πράγμα άλλο. Μόλις άκουσα το Βαμβακάρη αλλάξαν όλα μέσα μου».
- Τον γνωρίσατε ποτέ τον Βαμβακάρη από κοντά;

«Πώς... αμέ. Όταν πήγαινα στα πάρτι, είχα λερωμένα τα χέρια μου από υδραυλικός. Τα 'πλενα, τα 'πλενα, πάλι μουντζουρωμένα ήτανε. Λέω: "Τι θα γίνει τώρα;". Εν πάση περιπτώσει, ήρθε η Κατοχή και μπήκα μέσα σ' ένα μαγαζί μ' ένα φίλο μου, το Μήτσο το Ρεπάνη, τον αδερφό του Αντώνη του τραγουδιστή - στον "Παβλιάβα" στο Περιστέρι. Εκείνος έπαιζε σαντούρι, εγώ έπαιζα μπουζούκι, ο Χρήστος κιθάρα κι έτσι κάναμε συγκρότημα.. Εκεί μέσα δούλεψα στην Κατοχή. Μετά ήρθε το '45, το '46, φύγαν οι Γερμανοί, το '47 πήγα στη Μακρόνησο. "Τι δουλειά κάνεις; " μου 'πε ένας αξιωματικός που ήταν εκεί για να μας βάζει στην ουρά. Λέω: "Είμαι μουσικός". Μου λέει: "Κάνε στην άκρη... τι παίζεις;". Εκείνος έπαιζε βιολί. Αν με ρωτήσεις, δε θυμάμαι τ' όνομά του. Τον είχαμε βγάλει Βουνοτρυπίδη, επειδή είχε πει: "Θα τρυπήσουμε από 'δώ το βουνό για να κάνουμε το θέατρο". "Ο Βουνοτρυπίδης" λέγαμε. (γέλια) Έψαξα εκεί, βρήκα ένα ακορντεόν, βρήκα ένα κιθαρίστα, τον Αβραμίδη το Γιώργο - του παπά γιος απ' τη Θεσσαλονίκη -, ο Λημναίος ο Χρήστος κιθάρα, ένας ντράμερ... Ο ακορντεονίστας ήταν φερμένος από τη Μέση Ανατολή. Έκανα λοιπόν το συγκρότημα και παίζαμε στη Λέσχη Αξιωματικών, όπου είχε κι ένα χωνί απ' έξω κι αφού παίζαμε τη νύχτα μέσα για τους αξιωματικούς - τον υποδιοικητή κι αυτά όλα - απ' έξω ακούγανε και οι δέκα-δεκαπέντε χιλιάδες... ένα τάγμα. Εκεί γνώρισα και το Θεοδωράκη, από 'κεί πέρασε όλη η Αθήνα, όλη η αφρόκρεμα του μυαλού».
- Εσείς πώς βρεθήκατε στη Μακρόνησο;
«Δεν ήμουνα σε πολλά, αλλά εν πάση περιπτώσει Κατοχή ήτανε, μια κιθαρίτσα έπαιζα, κάποιος έβαφε στο ντουβάρι, κάπου με είχανε γράψει... Δεν είχα κάνει και πολλά».
- Δεν ήσασταν δηλαδή αριστερός με τη λογική αυτή.

«Οχι με τη λογική αυτή. Ήμουνα έτσι... με τη μουσική τρεχάλα, επάνω στη μουσική είχα κάτσει».

- Το ρωτάω επειδή σήμερα έχουν βγει όλοι αριστεροί. (γέλια)

«Μάλιστα, έχουν βγει όλοι αριστεροί. Αριστεροί ήταν αυτοί που κατεβήκαν απ' τα βουνά, ήρθαν στις πόλεις κι έγινε η μάχη το '44, τα Δεκεμβριανά που λένε. Εγώ τότε είχε ανοίξει ο γαμπρός μου ένα πηγάδι τρία μέτρα για να μην πιάσει νερό και κάτω κάτω είχε μπούκες για τις βόμβες που ρίχνανε Σκόμπι από τον Πειραιά. Αυτή είναι η ζωή μας... Με το που απολύθηκα από τη Μακρόνησο, έγινα συνθέτης».
- Λέτε, δηλαδή, ότι πολλοί απ' αυτούς που ήταν στη Μακρόνησο βρεθήκαν εκεί χωρίς να είναι πραγματικά αριστεροί.

«Σήμερα ό,τι δηλώσεις είσαι, ενώ τότε ήσουν ό,τι θέλαν εκείνοι. Το κατάλαβες τι είπα; Και σου λέγανε ότι θα υπογράψεις για να μας αποδείξεις ότι δεν είσαι. Εγώ δεν έχω υπογράψει ποτέ. Το ξεπέρασα με το όργανο. Δε μου 'πανε ποτέ τίποτα, κανένας. Ενώ πηγαίνανε στην ουρά στα στρατηγεία - εκεί που είπαμε - να υπογράψουν, εγώ κοιμόμουν γιατί ξενύχταγα στη Λέσχη Αξιωματικών και μου 'λεγε ο λοχαγός: "Να πηγαίνεις κι εσύ στην ουρά και να πηγαίνεις όλο και πιο πίσω, να περνάει η μέρα"».

- Υπάρχει κάτι που ανακαλύψατε στη Μακρόνησο; Πέρα δηλαδή απ' όλα τα υπόλοιπα, σας βοήθησε σε κάτι στη ζωή σας;

«Ένιωσα τη σκληράδα της ζωής, ένιωσα τον άνθρωπο. Οι άνθρωποι που ήταν εκεί για να βασανίζουν μ' αγαπούσαν πολύ εμένανε. Δε μου μίλαγε κανένας. Και γλίτωσα πολλούς ανθρώπους χάρη στο ότι εγώ έπαιζα το μπουζούκι και τους ψυχαγωγούσα, και τους βασανιστές ακόμα, και πήγαινα μετά και τους ζητούσα χάρες για να τη γλιτώνουν τα φιλαράκια... όποιον έβλεπα τέλος πάντων και είχε ανάγκη από βοήθεια». -

Έχετε καταλάβει τι κάνει έναν άνθρωπο να φτάνει στο σημείο να βασανίζει κάποιον άλλον;
«Το 'χει μέσα του. Τέτοιοι άνθρωποι υπάρχει ένα 4%-5%. Είναι νόμος, υπάρχουν και σήμερα αυτοί».
- Πώς σας ήρθε να γράψετε τραγούδια;
«Ήτανε μέσα μου. Όπως ήθελα την κιθάρα κι έμαθα, κι όπως έμαθα το μπουζούκι, έτσι ήτανε κι αυτό παρέα. Μέσα στο μουσικό υπάρχουν αυτά τα πράγματα και του κάνουνε παρέα. Υπάρχει μουσικός που μόνο παίζει και δεν έχει παρέα τη σύνθεση. Είναι κάτι άλλο αυτό, ένα άλλο δεδομένο».

- Τον Βαμβακάρη γιατί τον λέτε «Σωκράτη»;

«Τον λέω γιατί όλοι αυτόν ακούσαμε, είναι ο δάσκαλός μας. Κάπως έτσι πιστεύω ότι θα 'τανε κι ο Σωκράτης τότε. Μετά παρουσιάστηκε και ο Πλάτων, που μας είπανε ότι ήταν καλός μαθητής. Μπορεί και να 'ναι εσφαλμένα πολλά απ' αυτά που μας λένε, γιατί βλέπω ότι και για τη δική μου τη ζωή άλλοι μου τα λένε αλλιώς, άλλοι αλλιώς... Ένα 70% τα λέει και όπως είναι πραγματικά ο Γρηγόρης. Υπάρχει όμως κι ένα 30% που τα λέει περίπου. Κι έρχομαι κι εγώ να πω ότι απόγονο του Σωκράτη στον αιώνα που πέρασε έχουμε το Μάρκο Βαμβακάρη. Μα όχι μόνο εγώ. Όλοι όσους ρώτησα συμφωνούσαν μ' αυτό. Και ο Κίτσος, ο αδερφός του Τσιτσάνη, στα Τρίκαλα που πήγα, μες στο καφενείο τους το Βαμβακάρη ακούγανε. Και ο ίδιος ο Τσιτσάνης, αν και ήταν μικρότερος βέβαια...».
- Τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους - ενώ οι περισσότεροι δε γνωρίζουν από μουσική -, ακούγοντας ένα μεγάλο τραγούδι, όπως είναι για παράδειγμα η «Φραγκοσυριανή», ν' αναγνωρίζουν την αξία του;
«Δεν είναι όλα τα τραγούδια, μερικά τραγούδια είναι αυτά που κάθονται μες στην καρδιά μας και καμιά φορά μας έρχεται κάποιο απ' αυτά εκεί που πλενόμαστε και δε μας φεύγει με τίποτα. Το τραγουδάμε και λέμε: "Ρε γαμώ το, γιατί το λέω όλη την ώρα αυτό;"».
- Για σας ποια είναι τα χαρακτηριστικά ενός μεγάλου τραγουδιού; Εσείς δηλαδή, ακούγοντας ένα τραγούδι, είστε σε θέση να καταλάβετε αν θα γίνει μεγάλο;
«Είναι δύσκολο πολύ, αλλά όταν υπάρχει ο στίχος ο δυνατός... Γιατί εγώ έγραφα πάντοτε επάνω στον στίχο. Ήθελα να δω το στίχο, να μπει μες στην καρδιά μου, και μετά έγραφα τη μουσική. Έχω γράψει "Στου Μπελαμή του Ουζερί" - μεγάλο τραγούδι, Κώστας Βίρβος - έχω γράψει την "Επίσημη αγαπημένη", "Μια γυναίκα φεύγει", το "Τρελοκόριτσο" του Γιάννη του Παπαδόπουλου... Σε όλ' αυτά έβλεπα πρώτα το στίχο, τον διάβαζα και, αφού καθόταν μες στην καρδιά μου, η μελωδία μετά γινόταν μια κι έξω».
- Αυτό είναι που λέμε έμπνευση;
«Έμπνευση, και μάλιστα μεγάλη έμπνευση. Είναι σαν να κάνεις έρωτα με τον εαυτό σου, το "είναι" σου με την καρδιά σου. Το "είναι" για μένα είναι χώρια από την καρδιά, είναι ξεχωριστά πράγματα. Όπως είναι το σώμα μας, η σάρκα και τα οστά μας, είναι η καρδιά μας, που δουλεύει μόνη της συνέχεια, και το "είναι" μας κοιμάται. Και το ξυπνάει η καρδιά».
- Σήμερα πώς τα σκέφτεστε όλα αυτά που ζήσατε στη ζωή σας; Δεν σας πιάνει μια μελαγχολία που χάθηκαν, που τα έχετε αφήσει πίσω;
«Είναι ένα όνειρο, αληθινό όμως, που το πλάθω με το να το σκέπτομαι. Αποφεύγω όμως να το φέρνω στο μυαλό μου αυτό το όνειρο, το ζωντανό, το αληθινό, γιατί με τη σημερινή κατάσταση δεν έχω μία άλλη... Όχι ότι είμαι μεγάλος και ζηλεύω τους νέους... Εγώ νιώθω πολύ πιτσιρίκος».
- Πιστεύετε ότι μεγαλώνει ο άνθρωπος;
«Ε, βέβαια...».
- Τι χάνει όταν μεγαλώνει και τι δεν πρέπει να χάσει;

«Τίποτα... Πολλές φορές όταν θυμάμαι ότι είμαι 80 χρονών λέω τι έγινε, ρε γαμώ το, πότε έγινε αυτό; Πώς, ας πούμε, δε θυμάσαι τι έφαγες χθες; Κάτι τέτοιο είναι κι αυτό... Αλλά τις πιο πολλές φορές - γι' αυτό υπάρχω - δε ζηλεύω επειδή είναι ο άλλος νέος ή να πω "γαμώ τη μάνα του". Οχι τέτοια πράγματα. Είμαι πολύ κύριος, γιατί έχω κάνει μια δουλειά πολύ σοβαρή, έχω μιλήσει με τους ποιητές μας, έχω τραγουδήσει τους ποιητές μας. Από τα συρτάρια που ήτανε τους έχω βγάλει στο δρόμο παρέα με όλους τους μεγάλους συνθέτες. Είχα πάντα μια καρδιά ανοιχτή για τους ανθρώπους που πέσαν στη ζωή. Μια φανταστική λίμνη υπάρχει που πρέπει ο κάθε άνθρωπος που είναι δυνατός - γιατί είναι λίγοι πάντοτε οι δυνατοί - να πετάει μια πέτρα μέσα σ' αυτήν και να αφήνει κάτι, να βγαίνουν λίγα νερά έξω στο δρόμο και να ξεπλένουν τα πράγματα, να μην έχει σκόνη».

- Επομένως σημασία έχει να μην αφήνεις ποτέ τα πράγματα να είναι ήρεμα, να ρίχνει ο καθένας την πέτρα του για να αναστατώνονται κάθε τόσο τα νερά.

«Βεβαίως, νόμος. Εγώ πιστεύω ότι κάθε κράτος δε διοικείται από τον κύριο βασιλιά ή πρόεδρο ή πρωθυπουργό ή από τους υπουργούς. Τα κράτη διοικούνται από τη μόρφωση και από την τέχνη την καλή, από τον ποιητή, από το μουσικό, τον τραγουδιστή, το ζωγράφο... από αυτά όλα... από τους επιστήμονες... Αυτά είναι η βάση μας. Οι άλλοι είναι ένας στρατός μία κι έξω. Μας φέρνουν μαντάτα από τα άλλα κράτη, πολεμάμε - δεν πολεμάμε, τα σύνορα είναι τόσα - δεν είναι τόσα, υπάρχει ένας στρατός που φοράει τη στολή του, που ακούει τα λόγια που λένε οι πολιτικοί, δέχεται εντολές ότι θα κάνουμε εκείνο - δε θα κάνουμε το άλλο κι έτσι προχωράμε. Αλλά όμως το φαγητό, η τροφή μας - όλων αυτών και των πολιτικών και του στρατού - είναι η επιστήμη και οι τέχνες γενικά».
- Αν υποθέσουμε ότι ο Βαμβακάρης ήταν ο «Σωκράτης» του ελληνικού τραγουδιού στον αιώνα που πέρασε, όλοι αυτοί μετά τον Βαμβακάρη - δηλαδή ο Μίκης, ο Μάνος, ο Ξαρχάκος... όλοι αυτοί τι είναι;
«Άκου να σου πω, αν δεν ήταν ο Βαμβακάρης φοβάμαι ότι δε θα ήταν και όλοι αυτοί. Αυτοί είχανε σπουδάσει να κάνουνε μια άλλη δουλειά, κλασική που λέμε... ορατόρια, σονάτες και τέτοια. Η σχέση τους με το λαϊκό ξεκινάει από τη ρίζα αυτή. Εμένανε άκουσε ο Μίκης που έλεγα το "Τρελοκόριτσο" όταν σπούδαζε στο Παρίσι και όταν ήμασταν μαζί στη Μακρόνησο. Εκείνος ήρθε το '59. Και ο Χατζιδάκις άκουσε κάποια άλλα και ο Τσιτσάνης είχε τα δικά του ακούσματα κι όλα μαζί έρχονται από τη "σπηλιά" εκείνη. Διότι αν δεν ήταν αυτό το "σπήλαιο" να βγάζει προς τα έξω όλη αυτή την παραγωγή και να μπούμε εμείς τα "φίδια" μέσα και να μας χωρέσει όλους, θα 'χαμε παγώσει. Εκείνοι θα 'τανε ψευτο - Μπετοβενάκηδες κι εγώ ψιλο - Πολυμέρης. Επίσης και ο Παπαϊωάννου, μεγάλη υπόθεσις. Κι εκείνος μεγάλος, πολύ μεγάλος και πιο κοντά στο Βαμβακάρη».

- Για σας, η γλύκα, η ουσία της ζωής κρύβεται στο σκοτάδι ή στο φως;

«Νομίζω ότι κρύβεται στο σκοτάδι και πρέπει να ψάξεις να τη βρεις. Αυτό το πράγμα δεν κερνιέται, δε σ' το κερνάει δηλαδή κανείς τσάμπα. Θα ψάξεις, θα δουλέψεις για ν' αποκτήσεις και να πάρεις τη χαρά. Και οι μεγάλοι και όλοι».

- Η χαρά πάει αγκαζέ με τον πόνο;

«Είναι ξέχωρο πράγμα, αλλά είναι και τα δύο στο ίδιο σώμα μέσα, στο σώμα της ζωής. Χαίρεται η καρδιά σου, πονάει η καρδιά σου. Μόνη της είναι. Για σκέψου πόσες χιλιάδες εκατομμύρια φορές χτυπάει η καρδιά στον άνθρωπο και αναλόγως πόσο θα ζήσει, με πόσους παλμούς... συνέχεια».
- Εσείς πώς αντιμετωπίζετε τον πόνο;

«Θα το αρχίσω αλλιώς. Εγώ είμαι ένας αγωγιάτης και εσύ με ξυπνάς. Είσαι το αγώι, ήρθες και έφερες πράγματα εδώ πέρα και με ρωτάς - τι είναι αυτό, τι είναι το άλλο... και με ξυπνάς. Το αγώι ξυπνάει τον αγωγιάτη. Εγώ θυμάμαι, ακόμα το μυαλό δουλεύει. Το μόνο που έχω πόνους. Πονάω... εντάξει. Εχω κάνει δύο εγχειρήσεις κοιλιακής αορτής, είναι τα χρόνια περασμένα, είναι οι ρευματισμοί, είναι η μέση, είναι τούτο, είναι το άλλο... Τον πόνο όμως δεν πρέπει να τον ακούς. Γι' αυτό υπάρχω. Και τον πόνο που έχω βρει είναι επειδή καμιά φορά το λέω ότι "πονάω, ρε γαμώ το", και μετά λέω "γιατί το είπα τώρα ότι πονάω; Αει σιχτίρ...". Αλλά πάλι δεν μπορείς και να μην το πεις. Πρέπει όμως να το παραμερίζεις. Γιατί αυτό γουστάρει ο πόνος. Να σε πάρει να φύγετε και να τελειώνεις. Εκεί του λες, φέρ' ειπείν, "Αντε και πηδήξου, ρε...". Δεν τον ακούς».

- Αφού είναι ωραία η ζωή, γιατί να τελειώνει;

«Είναι νόμος, τελειώνει. Εγώ διαβάζω πολύ, πιστεύω ότι λίγοι άνθρωποι διαβάζουν όσο διαβάζω εγώ. Τώρα διαβάζω το ένθετο που έχουν τα "Νέα" για την ιστορία του αιώνα. Και λέει τι τράβηξε το κάθε κράτος, πόσες φορές έγιναν πόλεμοι, πόσοι πέρασαν απ' την Ελλάδα... Εγώ θα σου πω κάτι που δεν το ξέρεις ούτε εσύ ούτε κανείς. Πώς πέθανε ο Καραϊσκάκης; Και γιατί λέμε - θα το γράψεις έτσι όπως θα σ' το πω - γιατί λέμε "στ' αρχίδια μου"; Ο Καραϊσκάκης ήταν στρατηγός στον Περαία και ο Κουντουριώτης ήταν ναύαρχος. Τους άλλαξε λοιπόν ο Καποδίστριας μ' ένα στρατηγό που δε θυμάμαι τώρα τ' όνομά του και στη θέση του Κουντουριώτη έβαλε έναν άλλο ναύαρχο. Ο της ξηράς στρατηγός τού είπε του Καραϊσκάκη ότι μες στον Αγιο Σπυρίδωνα στον Περαία είναι τρακόσιοι αρβανίτες μουσουλμάνοι και θα πας εκεί έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα. Ο Καραϊσκάκης τότε του είπε ότι "αυτό που μου λες το γράφω στ' αρχίδια μου". Ο άλλος τσαντίστηκε επειδή τσαντίστηκε ο Καραϊσκάκης. Σου λέει, στρατηγός είμαι κι εγώ, θα μου πεις πώς να πάω στον Αγιο Σπυρίδωνα στους Αρβανίτες που έχουν κλειστεί εκεί μέσα; Αφού Αρβανίτης ήταν κι ο Καραϊσκάκης. Οπότε ο στρατηγός ο άλλος έβαλε έναν Τούρκο και του 'ριξε μια σφαίρα στο αφτί και πέθανε ο Καραϊσκάκης. Το ξέρεις αυτό;».



- Οχι, δεν το 'ξερα.
«Κι εγώ δεν το 'ξερα και το διάβασα. Γι' αυτό λέμε "στ' αρχίδια μου" - σε παρακαλώ έτσι να το γράψεις. Οτιδήποτε λέμε το 'χει πει κάποιος άλλος. Εμείς δε βγάζουμε τίποτα από μόνοι μας. Εμείς ξέρεις τι κάνουμε σήμερα; Βάζουμε καμιά οξεία στο δέκα. Το δέκα όμως υπήρχε και πριν από μας».
- (γέλια)
«Καλό; (γέλια) Ετσι είναι. Και νομίζουμε ότι κάτι κάνουμε. Το μόνο που έχει γίνει είναι ότι βγήκε οπλισμός καινούργιος. Πήγαμε στον Αρη κτλ. και ψάχνουμε να βρούμε νερό. Εγώ φαντάζομαι, επειδή ο επιμένων νικά - κι αυτό παλιό είναι -, ότι τελικά θα βρουν νερό. Κι όταν βρουν νερό, δε θα πάει ποτέ ο Μπους στο Ιράκ. Θα 'ρθει άλλος Μπους και θα πάει στον Αρη να βρει και νερό και πετρέλαια και τα πάντα. Παρ' όλο που τόσα κράτη, ολόκληρη Ευρωπαϊκή Ενωση δεν έχει πει ακόμα το οκέι, εκείνος ετοιμάζεται να μπει στο Ιράκ. Εκείνος που έχει πει το οκέι είναι μόνο ο Αγγλος - έχουνε, βλέπεις, και την ίδια γλώσσα. Για μένα - θα το πω κι ας μην ξέρω τόσα γράμματα - μόνο αν πει ο Γερμανός το "ναι", μόνο τότε θα είναι "πάμε". Αν δεν το πει ο Γερμανός, δε γίνεται τίποτα.».

- Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό;

«Γιατί είναι ο τρίτος άνθρωπος στην ανθρωπότητα. Σήμερα είναι η Αμερική με τον Αγγλο, ο Γερμανός με την Ευρώπη ολόκληρη, ο Κινέζος με δυο χέρια της Ρωσίας και οι Ιάπωνες. Πάντως όταν γίνει αυτός ο πόλεμος θα είναι ο πιο επικίνδυνος. Μπορεί να 'ναι και ο τρίτος... και ο τελευταίος... και να μην προλάβουμε να πάμε και στον Αρη. (γέλια) Αλλά και να πηγαίναμε, πόσοι θα πήγαιναν; Λένε ότι κοστίζει πολλά το εισιτήριο για να πας. Κι όταν θα πάνε αυτοί που μπορούν και 'κονομήσουνε πολλά χρήματα, αυτή θα είναι η Κιβωτός του Νώε. Αυτή θα είναι μια αληθινή κιβωτός και θα ρίξουν και τις υπόλοιπες πόρτες, γιατί θα πρέπει να φύγουνε και θα βγει μέσα από την κιβωτό νέα ζωή. Και θα ξαναδημιουργηθούν πάλι θάλασσες εκεί που ήτανε ξηρά και από το Φάληρο ως τη Θεσσαλονίκη θα πηγαίνεις και με το καράβι, όχι συνέχεια με το αεροπλάνο... (γέλια)».

- Λέτε δηλαδή ότι ο Θεός, πιθανόν ένας νέος Θεός, θα φτιάξει ξανά τον κόσμο από την αρχή;

«Ε βέβαια. Μα δεν υπάρχει Θεός. Θεός είναι το είναι όλων μαζί των ανθρώπων. Η μόνη διαφορά είναι ότι έχει ο καθένας τη θρησκεία του. Αλλού πιστεύουν οι Τούρκοι, αλλού οι Γάλλοι. Ο καθένας πιστεύει και σε κάτι. Πάντως το είναι όλων των ανθρώπων μαζί είναι ο Θεός. Το είναι μας είναι ο Θεός. Και το είναι μας δεν είναι τίποτα, είναι μια ουσία που υπάρχει μέσα στον άνθρωπο. Μέσα, μέσα μας υπάρχει μια ουσία. Το είναι είναι το επίθετο και τα ιδανικά είναι το όνομα. Και αυτό το είναι υπάρχει σε όλη την ανθρωπότητα, μόνο που αλλάζει η γλώσσα. Πιστεύω γιατί είναι ένα χαρμόσυνο γεγονός το θέμα Θεός. Διότι από κάπου πιανόμαστε».

- Για ποιον λόγο δεν συνεχίζουν σήμερα οι νέοι άνθρωποι την ιστορία του Βαμβακάρη;

«Βλέπουμε γύρω στα διάφορα κράτη να πολεμούν, ακούμε ένα μπαμ μπουμ, λυπόμαστε γι' αυτά όλα... Οταν δε συναντήσεις όμως έναν πόλεμο - είναι νόμος αυτός -, δε βολεύει τον ρου της ζωής... Μόνο έτσι θα αλλάξουν τα πράγματα, μόνο αν μπουν καινούργιος πόνος και καινούργιοι καημοί... Δε θα μείνετε με τους καημούς τους κλασικούς του αιώνα που πέρασε. Θέλει καινούργιους καημούς ο κόσμος. Μόνο αυτό είναι. Είναι κακό αυτό που σου λέω, αλλά είναι νόμος».

- Εσείς έχετε ακούσει ποτέ Μπαχ, Μπετόβεν, τέτοιου είδους μουσικές;

«Πώς...».

- Καταλαβαίνετε για ποιον λόγο αυτοί οι άνθρωποι θεωρούνται μεγάλοι;

«Εγώ καταλαβαίνω. Αυτοί που μιλούν για Μπαχ και Μπετόβεν δεν καταλαβαίνουν. Διότι εγώ έζησα με "Μπετόβεν" δίπλα μου: με το Θεοδωράκη και με το Χατζιδάκι. Είναι σπουδαίοι αυτοί οι δύο, είναι οι "Μπετόβεν" της ελληνικής μουσικής. Μπορεί να πήραν από το Βαμβακάρη, αλλά όμως είχανε βάσεις».

- Υπάρχουν πολλά είδη μουσικής; Ας πούμε, αυτό που ονομάζουμε κλασική μουσική διαφέρει από τα υπόλοιπα είδη;

«Οχι, είναι ατελείωτη η μουσική».

- Αλλά όμως τελικά είναι μία;

«Είναι μία και είναι ατελείωτη. Είναι ένας σωρός, όπως είναι ένα βουνό και δεν έχει δέντρα, έχει μόνο πέτρα, κομμάτια πέτρας - τι κρητικά, τι τσάμικα, τι ζεϊμπέκικα, τι τσιφτετέλια, τι χασάπικα, τι κλασικά, τι Μότσαρτ, τι τανγκό... Τα πάντα. Χιλιάδες πέτρες. Σκέψου ότι υπάρχουν γύρω στους 130 ρυθμούς! Η γερμανική μουσική... Τι είν' αυτό, ρε παιδί μου; Εχω πάει πολλές φορές στη Γερμανία. Πάρα πολύ μεγάλη μουσική η Γερμανία».

- Για σας ποιος είναι μεγάλος τραγουδιστής; Εντάξει, μεγάλος συνθέτης το καταλαβαίνω, αλλά μεγάλος τραγουδιστής;.. Τι είναι τελικά η φωνή;

«Ο μεγάλος τραγουδιστής είναι πάνω απ' τον συνθέτη».

- Γιατί;

«Γιατί μπορεί ο συνθέτης να σου 'χει δώσει το δέκα και αυτός που θα το πει να το πει για οχτώ. Αμα είναι ωραίο το τραγούδι, το ακούει ο κόσμος. Αμα όμως αξίζει για εφτά και το πει ένας μεγάλος τραγουδιστής, δέκα με οξεία θα σ'το κάνει».

- Εσείς, όντας ένας άνθρωπος λαϊκός που βγάλατε το δημοτικό, πώς νιώσατε την πρώτη φορά που ήρθατε σε επαφή με αυτά τα μεγαθήρια, τους ποιητές μας και τα κείμενά τους; Φαντάζομαι ότι είναι άλλο πράγμα να λέει κάποιος, ας πούμε...

«Θα σ'το πω, κατάλαβα... Μη μιλάς. Κάποια στιγμή ο Θεοδωράκης, ενώ έχουμε πει τον "Καημό", το "Γωνιά γωνιά σε καρτερώ" κτλ., μου λέει: "Θα πούμε τον Επιτάφιο του Γιάννη του Ρίτσου"».

- Εσείς στη Μακρόνησο τον είχατε γνωρίσει τον Ρίτσο;

«Οχι, τον είχα ακουστά. Ο μόνος έλληνας ποιητής που είχα ακούσει ήταν ο Ρίτσος ο Γιάννης, τίποτ' άλλο. Είχα ακούσει και Βάρναλη, αλλά από τους μεταγενέστερους είχα κοντά μου το Γιάννη το Ρίτσο. Εντάξει, με τον Επιτάφιο κάπου είναι δίπλα τα πράγματα. Αλλά όταν μου 'φερε τη Ρωμιοσύνη, που λέει "τραβήξανε ψηλά, πολύ ψηλά, δύσκολο πια να χαμηλώσουν, δύσκολο και να δουν το μπόι τους... " ή "αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό, αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτω απ' τα ξένα βήματα", εμένα μου 'ρθαν αμέσως στο μυαλό οι Γερμανοί και η Κατοχή. Αλλά επειδή δεν μπορούσα να μπω και στο νόημα απολύτως, έπιασα το Μίκη, που ήξερε πιο πολλά γράμματα, για να του κάνω συζήτηση και να μπω καλύτερα στο θέμα. Γιατί άμα δεν μπεις μες στο θέμα τι να πεις απ' αυτά τα τραγούδια; Δε μιλάμε για ένα τραγούδι όπως αυτά που λέμε σήμερα. Αυτά είναι το κάτι άλλο, τέτοιου είδους τραγούδια κινούνται γύρω από το Σύμπαν και - αν μη τι άλλο - θα μείνουν στους αιώνες. Είπα του Μίκη: "Εντάξει... Ασε με να μπω πρώτα στο νόημα και θα τα πούμε". Αλλά, γαμώ τη μάνα του, είχαν περάσει τρεις μήνες και δεν είχα κάνει ούτε "α". Και όλο τράβαγα το κουπί. Κάθε βράδυ που σχόλναγα απ' τη δουλειά ξανά και ξανά. Κάτι οι μνήμες απ' την Κατοχή και τους Γερμανούς, κάτι Μακρονήσια, κάτι τα βάσανα και τα λοιπά, συν το ότι έπαιζα όργανο και ήμουν γεννημένος για τραγουδιστής, ήρθε κάποια στιγμή και κόλλησε. Μου φάνηκε όμως πολύ δύσκολο. Μετά είπα το Αξιον Εστί. Για μένα δεν μπορεί να το πει κανένας αυτό το τραγούδι - όχι επειδή δεν το ξέρουν, το ξέρουν, αλλά ντρέπονται να το αγγίξουν. Είναι επιστήμη».

- Σε τι διαφέρουν αυτά τα τραγούδια απ' τα άλλα τραγούδια που λέγατε;

«Πρώτα απ' όλα στο νόημα, που σε αυτά τα τραγούδια είναι πολύ μεγάλο. Επίσης πολύ μεγάλη η μελωδία. Διαφέρουν και στην απαίτηση που έχουν από τον τραγουδιστή. Μπορεί να το πούνε κάποτε και άλλοι, αλλά δε θα 'ναι αυτό».

- Σήμερα εσείς πώς περνάτε την ώρα σας;

«Παίζοντας λίγο μπουζούκι, πηγαίνοντας στον Κάλαμο, περπατώντας...».

- Φαντάζομαι ότι με τον καιρό η φωνή σας κάποια στιγμή θα πάψει να σας κάνει τη χάρη, δεν θα σας υπακούει δηλαδή όπως πριν. Εχοντας βιώσει μεγαλειώδεις στιγμές χάρη στη φωνή σας, σας στενοχωρεί καθόλου αυτή η ιδέα; Θυμώνετε όταν το σκέφτεστε;

«Οχι, εντάξει. Οπως λες και εσύ, τα 'ζησα όλα αυτά. Επί τη ευκαιρία θα 'θελα να ευχαριστήσω τις κυρίες και τους κυρίους συναδέλφους, όλους αυτούς οι οποίοι με τίμησαν στο Ειρήνης και Φιλίας. Επίσης για το ότι έδωσαν τη φωνή τους για να γραφτεί το CD που θα κυκλοφορήσει σε λίγο. Τους έχω ευχαριστήσει ξανά, αλλά θέλω μέσα απ' αυτά τα λόγια που λέμε τώρα οι δυο μας, Θανάση Λάλα, να τους ευχαριστήσω άλλη μία φορά».

- Τον σκέφτεστε ποτέ τον θάνατο και πώς νιώθετε; Φοβάστε;

«Οχι, είναι νόμος. Σήμερα που μιλάμε πιστεύω ότι η ζωή μας είναι σα μαραμένο φύλλο από δέντρο, που το παίρνει ο αέρας και το πάει τσάρκες. Αυτή είναι η τσάρκα της ζωής. Τόσο λίγο κρατάει στο διάστημα των αιώνων και των εκατομμυρίων χρόνων».

- Τότε για ποιον λόγο αξίζει να ζει κάποιος, αφού αυτή η τσάρκα, όπως λέτε, διαρκεί τόσο λίγο;

«Είναι ωραία να βγαίνεις στην πιάτσα και να ψάχνεις. Μήπως μπορούμε να κάνουμε και τίποτ' άλλο; Βγήκαμε να ψάξουμε και θα ψάξουμε. Αυτό είναι η ζωή μας. Είναι ωραία, έχει ήλιους, έχει ποτάμια, έχει θάλασσες. Ενα πράγμα μού κάνει εμένα πολύ μεγάλη εντύπωση και αυτό δεν το λέω τώρα, που δεν κάνει να καπνίσω και να πιω. Ούτε πότης ήμουν ποτέ ούτε στα χασίσια ούτε στο ουίσκι ούτε στο τσιγάρο. Δε θυμάμαι να έχω καπνίσει ποτέ παραπάνω από δέκα τσιγάρα την ημέρα. Ψέματα, έχω καπνίσει και 20 παίζοντας καμιά φορά χαρτιά. Δεν άφησα λοιπόν να με πάρει τίποτα προς τα πίσω. Και αυτόν που βλέπω να επιμένει να πίνει και να καπνίζει πολύ και να κάνει μαλακίες δεν τον πάω, αδερφέ μου. Εγώ τα 'χα με τη Ζωή Φυτούση και κάποτε που είχαμε παρεξηγηθεί δεν έβγαινα απ' το σπίτι καθόλου γιατί, αν έβγαινα, θα πήγαινα και εκεί κάτω στη γειτονιά της. Λέω λοιπόν της μάνας μου: "Θα με δέσεις στο κρεβάτι με σχοινί κι εσύ θα βγεις στην πόρτα και θα καθήσεις στο πεζούλι". Αφού ήμουν καναδυό ώρες δεμένος, μπαίνει μέσα η μάνα μου και μου λέει: "Πέρασε η Ζωή απ' έξω". Της λέω: "Λύσε με". Το κατάλαβες; Είχα δύναμη. Γενικά νιώθω γεμάτος από τη ζωή μου και ευχαριστημένος».

- Εσείς τώρα γράφετε τραγούδια;

«Ε, γράφω και εγώ, αλλά σήμερα εν πάση περιπτώσει θέλει ένα καινούργιο είδος, απ' αυτά τα σημερινά. Για μένα είναι δύσκολο να το κάνω».

- Υπάρχει ένα τραγούδι απ' τα καινούργια που να σας έχει αρέσει;

«Μου είχε αρέσει ένα τραγούδι που είχε πει ο Κότσιρας κάποτε, "Στο τσιγάρο που κρατώ". Αυτό έχει μια μελωδία και ένα νόημα μεγάλο. Το 'χει ντύσει με ωραία μελωδία μια κυρία που είναι μουσικός, έχει ζωγραφίσει τον στίχο και είναι μία η άλλη. Μεγάλο το τραγούδι αυτό. Αυτό άλλωστε ανέβασε και τον Κότσιρα. Από 'κεί και πέρα δεν έχει κανένα μεγάλο τραγούδι ούτε το μισό δεν έχει ακόμα βρεθεί - φαντάσου πόσο ωραίο ήταν...».

- Σας ευχαριστώ πολύ.

«Κι εγώ σ' ευχαριστώ».

Την προσεχή εβδομάδα θα κυκλοφορήσει το CD από τη συναυλία που δόθηκε προς τιμήν του Γρηγόρη Μπιθικώτση στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2009

ΡΙΞΕ ΜΙΑ ΖΑΡΙΑ ΚΑΛΗ



Στίχοι: Κώστας Βίρβος
Μουσική: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Ρίξε μια ζαριά καλή και για μένα βρε ζωή
Φέρε και καμιά εξάρες, φτάνουν πια ντόρτια και δυάρες
Φτάνουν πια τόσοι καημοί
Φέρε και καμιά εξάρες, φτάνουν πια ντόρτια και δυάρες
Φτάνουν πια τόσοι καημοί

Ρίξε μια ζαριά καλή και για μένα βρε ζωή
Και για μένα βρε ζωή ρίξε μια ζαριά καλή

Φίλος και λαβωματιά κι ειν' η αγάπη μου φωτιά
Πού να πω τα βάσανά μου, πού να πω τα μυστικά μου
που μου καίνε την καρδιά

Ρίξε μια ζαριά καλή και για μένα βρε ζωή
Και για μένα βρε ζωή ρίξε μια ζαριά καλή

Δεν είμαι παιδί κακό, γιατί θέλεις να πονώ
Έφτασε η ψυχή στο στόμα, μ' ένα ασσόδυο ακόμα
απ' τον κόσμο θα χαθώ

Ρίξε μια ζαριά καλή και για μένα βρε ζωή
Και για μένα βρε ζωή ρίξε μια ζαριά καλή

ΕΝΑ ΑΜΑΞΙ ΜΕ ΔΥΟ ΑΛΟΓΑ




Στίχοι: Κώστας Βίρβος
Μουσική: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα
να μου φέρετε τα μάτια μου σαν κλείσω
τον ντουνιά με τα στραβά και τα παράλογα
καβαλάρης μια φορά να σεργιανίσω

Το ένα τ' άλογο να είναι άσπρο
όπως τα όνειρα που έκανα παιδί
το άλλο τ' άλογο να είναι μαύρο
σαν την πικρή μου την κατάμαυρη ζωή

Να χτυπώ το καμουτσίκι μου το άπονο
σαν της μοίρας μου τ' αβάσταχτα χαστούκια
και ν' ακούγεται τη νύχτα σαν παράπονο
σαν πενιά λυπητερή από μπουζούκια

Το ένα τ' άλογο να είναι άσπρο
όπως τα όνειρα που έκανα παιδί
το άλλο τ' άλογο να είναι μαύρο
σαν την πικρή μου την κατάμαυρη ζωή

Μ ΕΝΑ ΠΑΡΑΠΟΝΟ



Συνθέτης:Δήμος Μούτσης
Στιχουργός: Νίκος Γκάτσος
Ερμηνευτής: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Ήθελα κάτι να σου 'πώ
και στο τραπέζι σου θα 'ρθώ
μ' ένα παράπονο
μ' ένα παράπονο πικρό
να σε καλησπερίσω Δίς

Έχεις αφήσει μια ψυχή
στην παγωνιά και στη βροχή
μ' ένα παράπονο
μ' ένα παράπονο πικρό
θα στο ξαναθυμίσω Δίς

Άν είσαι άντρας με καρδιά
φέρ' την μαζί σου μια βραδυά
μ' ένα χαμόγελο
μ' ένα χαμόγελο ζεστό
θα σε καλωσορίσω

ΡΟΛΟΙ ΚΟΜΠΟΛΟΙ




Στίχοι: Άκης Πάνου
Μουσική: Άκης Πάνου
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Ένα ρολόι μου 'χες χαρίσει
που το κοιτούσα όταν αργούσες
που το κοιτούσα όταν αργούσες
και το ρωτούσα αν μ'αγαπούσες

Θα το δώσω το ρολόι
και θα πάρω κομπολόι
να μετράω τους καημούς
και τους αναστεναγμούς

Τώρα δεν είσαι στην αγκαλιά μου
και την καρδιά μου η ζήλια τρώει
τι να το κάνω τέτοιο ρολόι
κάθε του χτύπος και μοιρολόι

ΠΛΗΓΩΜΕΝΟ ΠΟΥΛΙ




Στίχοι: Άκης Πάνου
Μουσική: Άκης Πάνου
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Βούλα Γκίκα ( Ντουέτο )

Βρήκα πουλί πληγωμένο βαριά
δίχως θάρρος κι ελπίδα,
με σπασμένα φτερά μες την καταιγίδα.

Ήταν πεταμένο-και το μάζεψα,
ήταν φοβισμένο-και το χάϊδεψα,
περιφρονημένο-και του μίλησα,
ήταν λερωμένο-μα το φίλησα.

Βρήκα πουλί πληγωμένο βαριά
δίχως θάρρος κι ελπίδα,
με σπασμένα φτερά μες στην καταιγίδα.

Ήταν πεινασμένο-και το τάϊσα,
ήταν διψασμένο-και το δρόσισα,
ήταν πληγωμένο-και το γιάτρεψα,
ήταν πεθαμένο-και τ`ανάστησα.

Βρήκα πουλι πληγωμένο βαριά
δίχως θάρρος κι ελπίδα
με σπασμένα φτερά μες στην καταιγίδα.

ΕΙΜΑΙ ΑΗΤΟΣ ΧΩΡΙΣ ΦΤΕΡΑ




Στίχοι: Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πρώτη εκτέλεση: Λάκης Παππάς
Άλλες ερμηνείες: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Σαν τον αετό είχα φτερά
και πέταγα πολύ ψηλά
μα ένα χέρι λατρεμένο
ένα χέρι λατρευτό
μου τα κόβει τα φτερά μου
για να μη ψηλά πετώ

Είμ' αετός χωρίς φτερά
χωρίς αγάπη και χαρά
χωρίς αγάπη και χαρά
είμ' αετός χωρίς φτερά

Το χέρι αυτό το λατρευτό
μες στη ζωή θα τ' αγαπώ
ότι και να μου 'χει κάνει
όλα του τα συγχωρώ
με φτερούγες τσακισμένες
πάντα εγώ θα τ' αγαπώ

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

ΠΑΛΙΩΣΕ ΤΟ ΣΑΚΚΑΚΙ ΜΟΥ



Στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης(Βλάχος)
Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Πρώτη εκτέλεση: Στέλλα Χασκίλ, Σαλονικιά & Βασίλης Τσιτσάνης

Πάλιωσε το σακάκι μου
θα σβήσω απ' το μεράκι μου
και καημό έχω μεγάλο
δεν μπορώ να πάρω άλλο

Τόσα κοστούμια χάρισα
μα τώρα που ρεστάρισα
φίλος δε με πλησιάζει
τα παλιόρουχα κοιτάζει

Ντυμένο σε προσέχουνε
κι από κοντά σου τρέχουνε
σαν παλιώσουν πέρα ως πέρα
δε σου λένε καλημέρα

ΟΙ ΒΕΡΓΟΥΛΕΣ




Στίχοι: Μάρκος Βαμβακάρης, Φράγκος
Μουσική: Μάρκος Βαμβακάρης, Φράγκος
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Πρώτη εκτέλεση: Μάρκος Βαμβακάρης,(Φράγκος)&Απόστολος Χατζηχρήστος(Σμυρνιωτάκι)
Πρώτη φωνογράφηση 1938

Τα δυο σου χέρια πήρανε
βεργούλες και με δείρανε

Με κάψαν τα φρυδάκια σου
και τα γλυκά ματάκια σου

Έλα μαζί μικρούλα μου
να γειάνεις την καρδούλα μου

Παλάτια θα σου χτίσω εγώ
να σ' έχω μέσα Μαριγώ

(Στη δεύτερη εκτέλεση οι στίχοι είναι:

Τα δυο σου χέρια πήρανε
βεργούλες και με δείρανε
και τη χαρά μου πήρανε

Τα χέρια σου με κάψανε
που άλλον αγκαλιάσανε
και δε με λογαριάσανε

ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ ΣΤΑ ΨΗΛΑ



Στίχοι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Μουσική: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Οι δυο μας ξεκινήσαμε
οι δρόμοι μας χωρίσανε
Κι εσύ ’σαι στα ψηλά
κι εγώ στα χαμηλά

Σ’ είχα στο πλάι μου κυρά
και μ’ έριξες σ’ ένα παρά
Κι εσύ ’σαι στα ψηλά
κι εγώ στα χαμηλά

Ό,τι είχα σου το χάρισα
γιατί πολύ σ’ αγάπησα
Κι εσύ ’σαι στα ψηλά
κι εγώ στα χαμηλά



Τους στίχους αυτούς τους έγραψε ο Γρηγόρης ένα ξημέρωμα (μετά τη δυλειά του σε κέντρο στην Πλάκα) στο πεζοδρόμιο της οδού Μητροπόλεως.