Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία Κατεύθυνσης 2011. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία Κατεύθυνσης 2011. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

Παυλόπουλος στις επαναληπτικές



ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΕΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ
Γ΄ ΤΑΞΗΣ ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΑ 6 ΙΟΥΝΙΟΥ 2011
ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ

ΚΕΙΜΕΝΟ
Γιώργης Παυλόπουλος
Τά ντικλείδια
Ποίηση εναι μιά πόρτα νοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς νά βλέπουν
τίποτα καί προσπερνονε. μως μερικοί
κάτι βλέπουν, τό μάτι τους ρπάζει κάτι
καί μαγεμένοι πηγαίνουνε νά μπον.
πόρτα τότε κλείνει. Χτυπνε μά κανείς
δέν τούς νοίγει. Ψάχνουνε γιά τό κλειδί.
Κανείς δέν ξέρει ποιός τό χει. κόμη
καί τή ζωή τους κάποτε χαλνε μάταια
γυρεύοντας τό μυστικό νά τήν νοίξουν.
Φτιάχνουν ντικλείδια. Προσπαθον.
πόρτα δέν νοίγει πιά. Δέν νοιξε ποτέ
γιά σους μπόρεσαν νά δον στό βάθος.
σως τά ποιήματα πού γράφτηκαν
πό τότε πού πάρχει κόσμος
εναι μιά τέλειωτη ρμαθιά ντικλείδια
γιά ν’ νοίξουμε τήν πόρτα τς Ποίησης.
Μά Ποίηση εναι μιά πόρτα νοιχτή.
(Τά ντικλείδια, 1988)

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Α1. Κύρια γνωρίσματα της ποίησης του Γιώργη Παυλόπουλου είναι η χρήση καθημερινού λεξιλογίου, ο παρατακτικός λόγος και η συμβολιστική γραφή. Για καθένα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά να γράψετε ένα αντίστοιχο παράδειγμα από το ποίημα
που σας δόθηκε.
                                                                                                 Μονάδες 15
Β1. Σύμφωνα με την Τασούλα Καραγεωργίου: «Tο ποίημα του Παυλόπουλου τελειώνει όπως άρχισε. Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοικτή˙ η πρόσκληση ανανεώνεται˙ η
περιπέτεια δεν έχει τέλος». Σε ποιο σχήμα λόγου αναφέρεται η Τ. Καραγεωργίου; 
                                                                                                (μονάδες 5)
Να σχολιάσετε τη συγκεκριμένη επιλογή του σχήματος αυτού από τον ποιητή. (μονάδες 15)
                                                                                                Μονάδες 20
Β2.α) Γιατί, κατά τη γνώμη σας, ο ποιητής χρησιμοποιεί στα «ντικλείδια» το α΄ και γ΄ πληθυντικό πρόσωπο για την εξιστόρηση και ερμηνεία του ποιητικού του μύθου; 
                                                                                               (μονάδες 10)
β) Να περιγράψετε δύο εικόνες με τις οποίες ο ποιητής δημιουργεί μια ατμόσφαιρα μυστηριακή. (μονάδες 10)
                                                                                           Μονάδες 20
Γ1. Να σχολιάσετε τους παρακάτω στίχους:
α) Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς νά βλέπουν
τίποτα καί προσπερνονε.
(σε μία παράγραφο περίπου 60-80 λέξεων)               (μονάδες 10)
β) κόμη
καί τή ζωή τους κάποτε χαλνε μάταια
γυρεύοντας τό μυστικό νά τήν νοίξουν.
Φτιάχνουν ντικλείδια.
(σε μία παράγραφο περίπου 80-100 λέξεων)   (μονάδες 15)
                                                                                           Μονάδες 25
Δ1. Να συγκρίνετε ως προς το περιεχόμενο το ποίημα του Γ. Παυλόπουλου «Τά ντικλείδια» με το ποίημα του Γ. Στογιαννίδη « ποίηση».
                                                                                          Μονάδες 20

ποίηση
ποίηση εναι σκληρ
δν τν κερδίζεις μ ψέματα,
δν τν λλάζεις ξεκοιλιάζοντας τράπουλες
θυμιατίζοντας τν ξω ποδ.
Φωτι
πο βαστάει π’ τν κόλαση
κα πο μελτέμια Αγουστιάτικα
λουτρ αματικ
πο ο δυστυχισμένοι νειρεύονται.
ποίηση σο φαιρε τν πραγματικότητα
φήνοντάς σε στς προσβάσεις το πνου
ν μηρυκάζεις λέξεις.
Κάποτε γγελος Κυρίου ρχεται
ν σο λλάξει τ μουσκεμένο προσκέφαλο.
ποίηση εναι πι σκληρ μοναξιά.
(Από τη συλλογή του Γιώργου Στογιαννίδη, Στίς
προσβάσεις το πνου, 1976)__

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Ο Κρητικός "έπεσε" επιτέλους στη Λογοτεχνία Θεωρητικής Κατεύθυνσης

                                                                                           Ιεράπετρα Κρήτης
ΚΕΙΜΕΝΟ
Διονύσιος Σολωμός
Ὁ Κρητικός
1 [18.]
....................................................................................
....................................................................................
Ἐκοίταα, κι ἤτανε μακριά ἀκόμη τ’ ἀκρογιάλι·
«Ἀστροπελέκι μου καλό, γιά ξαναφέξε πάλι!»
Τρία ἀστροπελέκια ἐπέσανε, ἕνα ξοπίσω στ’ ἄλλο
Πολύ κοντά στήν κορασιά μέ βρόντημα μεγάλο·
5 Τά πέλαγα στήν ἀστραπή κι ὁ οὐρανός ἀντήχαν,1
Οἱ ἀκρογιαλιές καί τά βουνά μ’ ὅσες φωνές κι ἄν εἶχαν.
2 [19.]
Πιστέψετε π’ ὅ,τι θά πῶ εἶν’ ἀκριβή ἀλήθεια,
Μά τές πολλές λαβωματιές πού μὄφαγαν τά στήθια,
Μά τούς συντρόφους πὄπεσαν στήν Κρήτη πολεμώντας,
Μά τήν ψυχή πού μ’ ἔκαψε τόν κόσμο ἀπαρατώντας.
5 (Λάλησε, Σάλπιγγα! κι ἐγώ τό σάβανο τινάζω,
Καί σχίζω δρόμο καί τς ἀχνούς ἀναστημένους2 κράζω:
«Μήν εἴδετε τήν ὀμορφιά πού τήν Κοιλάδα ἁγιάζει;
Πέστε, νά ἰδεῖτε τό καλό ἐσεῖς κι ὅ,τι σᾶς μοιάζει.
Καπνός δέ μένει ἀπό τή γῆ· νιός οὐρανός ἐγίνη·
10 Σάν πρῶτα ἐγώ τήν ἀγαπῶ καί θά κριθῶ μ’ αὐτήνη.
− Ψηλά τήν εἴδαμε πρωί· τῆς τρέμαν τά λουλούδια
Στή θύρα τῆς Παράδεισος πού ἐβγῆκε μέ τραγούδια·
Ἔψαλλε τήν Ἀνάσταση χαροποιά ἡ φωνή της,
1 αντήχαν = αντηχούσαν.
2 ἀχνός = αμυδρή φιγούρα, έτοιμη να σβήσει.
3 τώρα ομπρός = μόλις, πριν από λίγο.
4 σκίρτησε = «σκιρτούσε»: αναταρασσόταν, χοχλός =κοχλασμός, βράσιμο.
5 πάστρα =καθαρότητα, διαύγεια.
6 ἐστένεψε = επιβλήθηκε (στην φύση), την ανάγκασε.
Κι ἔδειχνεν ἀνυπομονιά γιά νά ’μπει στό κορμί της·
Ὁ οὐρανός ὁλόκληρος ἀγρίκαε σαστισμένος,
Τό κάψιμο ἀργοπόρουνε ὁ κόσμος ὁ ἀναμμένος·
Καί τώρα ὀμπρός3 τήν εἴδαμε· ὀγλήγορα σαλεύει·
Ὅμως κοιτάζει ἐδῶ κι ἐκεῖ καί κάποιονε γυρεύει»).
3 [20.]
Ἀκόμη ἐβάστουνε ἡ βροντή.....................................
Κι ἡ θάλασσα, πού σκίρτησε σάν τό χοχλό πού βράζει,4
Ἡσύχασε καί ἔγινε ὅλο ἡσυχία καί πάστρα,5
Σάν περιβόλι εὐώδησε κι ἐδέχτηκε ὅλα τ’ἄστρα·
5 Κάτι κρυφό μυστήριο ἐστένεψε6 τή φύση
Κάθε ὀμορφιά νά στολιστεῖ καί τό θυμό ν’ ἀφήσει.
Δέν εἶν’ πνοή στόν οὐρανό, στή θάλασσα, φυσώντας
Οὔτε ὅσο κάνει στόν ἀνθό ἡ μέλισσα περνώντας,
Ὅμως κοντά στήν κορασιά, πού μ’ ἔσφιξε κι ἐχάρη,
10 Ἐσειότουν τ’ ὁλοστρόγγυλο καί λαγαρό φεγγάρι·
Καί ξετυλίζει ὀγλήγορα κάτι πού ἐκεῖθε βγαίνει,
Κι ὀμπρός μου ἰδού πού βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Ἔτρεμε τό δροσάτο φῶς στή θεϊκιά θωριά της,
Στά μάτια της τά ὁλόμαυρα καί στά χρυσά μαλλιά της. 
                                                Η εικόνα είναι δημιουργία του μαθητή του 5ου ΓΕΛ Βύρωνα Γιάννη Κωστόπουλου

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Α1. Να αναφέρετε ονομαστικά τρία από τα κύρια θέματα της Επτανησιακής Σχολής και για το καθένα να γράψετε ένα παράδειγμα από το ποιητικό κείμενο του Διονυσίου Σολωμού που σας δόθηκε.
Μονάδες 15
Β1. Σύμφωνα με την Ελένη Τσαντσάνογλου, ένα από τα γνωρίσματα του σολωμικού έργου είναι ότι ο ποιητής συνθέτει τη φυσική και τη μεταφυσική πραγματικότητα.
α) Να εντοπίσετε και να σχολιάσετε δύο εικόνες του κειμένου που να επιβεβαιώνουν την παραπάνω άποψη. (μονάδες 10)
β) Γιατί, κατά τη γνώμη σας, ο ποιητής επιλέγει να αναγάγει στο απόσπασμα 2 [19.] τη λυρική του αφήγηση σε επίπεδο μεταφυσικό; (μονάδες 10)
Μονάδες 20
Β2. Στο απόσπασμα 3 [20.] ο Σολωμός αναπτύσσει το μοτίβο της σιγής του κόσμου πριν από τη θεία επιφάνεια. Να βρείτε δύο εκφραστικά μέσα με τα οποία αποδίδεται το μοτίβο αυτό στο συγκεκριμένο απόσπασμα (μονάδες 10) και να τα αναλύσετε (μονάδες 10).
Μονάδες 20
Γ1. Να σχολιάσετε τους παρακάτω στίχους:
α) «Ἀστροπελέκι μου καλό, γιά ξαναφέξε πάλι!»
Τρία ἀστροπελέκια ἐπέσανε, ἕνα ξοπίσω στ’ ἄλλο
Πολύ κοντά στήν κορασιά μέ βρόντημα μεγάλο·
(σε μία παράγραφο 80 – 100 λέξεων) (μονάδες 15)
β) Ἔψαλλε τήν Ἀνάσταση χαροποιά ἡ φωνή της,
Κι ἔδειχνεν ἀνυπομονιά γιά νά ’μπει στό κορμί της· (σε μία παράγραφο 60 – 80 λέξεων)
(μονάδες 10)
Μονάδες 25
Δ1. Στο παρακάτω απόσπασμα από το ποίημα του Γεράσιμου Μαρκορά «Ο Όρκος» ο Μάνθος (ήρωας της Κρητικής επανάστασης των ετών 1866-1869, που έχει σκοτωθεί στο ολοκαύτωμα του Αρκαδίου) απευθύνεται στην ετοιμοθάνατη αγαπημένη του. Να συγκρίνετε ως προς το περιεχόμενο το απόσπασμα αυτό του Μαρκορά με το κείμενο του «Κρητικού» που σας δόθηκε.
Μονάδες 20
Ἄκου, Εὐδοκιά!1 Σὰν ἔπαψαν στὸ οὐράνιο περιγιάλι
Τοῦ φτάσιμού μας ᾑ χαραίς2 ὠιμέ! τὰ μύρια κάλλη,
Ποῦ3 μ’ ἕνα βλέμμα ἐξάνοιξα4 τριγύρου σκορπισμένα,
Χλωμὰ καὶ κρύα μοῦ φάνηκαν, θυμούμενος ἐσένα.
Ἐπῆρα δρόμο μακρυνό. Σὰν πότε θὰ σὲ φέρῃ
Στὴν ἀγκαλιά μου ὁ Θάνατος ρωτοῦσα κάθε ἀστέρι,
Καὶ ὀμπρὸς ἀπέρναα5 κ’ ἔκανα σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση
Τὸ ἀγαπητό σου τ’ ὄνομα γλυκὰ νὰ ἠχολογήσῃ.
Σὲ πλάγι οὐράνιο, ποῦ ψυχὴ δὲν ἤτανε κἀμμία,
Θλιμμένος χάμου ἐκάθισα. Στὴ μοναξιὰ τὴ θεία
Τὰ πρῶτα τῆς ἀγάπης μας εὐτυχισμένα χρόνια
Μοῦ φτερουγιάζανε ὀμπροστά, σὰν τόσα χελιδόνια.
Στὰ μέρη, ποὖχαν μᾶς ἰδῇ6 τόσαις φοραὶς ἀντάμα,
Ὁ νοῦς μου ξαναγύριζε κ’ ἰδὲς θαυμάσιο πρᾶμα!
Ὅ,τι θωροῦσε ὁ λογισμὸς ἔπαιρνε σῶμα ὀμπρός μου,
Ὁποῦ7 δὲν εἶναι πρόσκαιρο, σὰν τ’ ἄλλα ἐδῶ τοῦ κόσμου.
..................................................................................................
Ὤ! πᾶμε, ἀγάπη μου γλυκειά! πᾶμε, ὁ καιρὸς μᾶς βιάζει!
Δὲν εἶναι χόρτο ἢ λούλουδο ποῦ ἐκεῖ νὰ μὴ σὲ κράζῃ·
Ἐκεῖ ἀπὸ χρόνια ἡ μάννα σου καὶ ὁ δοξαστός σου κύρης
Τὴ θεία φτεροῦγα τῆς ψυχῆς ἀκαρτεροῦν νὰ γύρῃς.
Πᾶμε! ὁ καλὸς Ἡγούμενος8, οἱ Κρητικοί μας ὅλοι
Θὰ ἰδῇς ποῦ θἄρχωνται συχνὰ στ’ὡραῖο σου περιβόλι,
Καὶ θ’ἀγροικήσῃς ἀπ’ αὐτούς, ποῦ γύρω μαζωμένοι
Στὴ χλωρασιὰ9 θὰ κάθωνται, τί μάχαις ἔχουν γένῃ,
Καὶ πόσα ἐβάψαν αἵματα κάθε βουνὸ τῆς Κρήτης,
Πρὶν σκύψῃ πάλε στὸ ζυγὸ τὴν ἔρμη κεφαλή της. 

Π.Δ. Μαστροδημήτρης, Ο Όρκος του Μαρκορά, Εκδόσεις Κανάκη, σσ. 140-141. 

1. Εὐδοκιά: το όνομα της αγαπημένης του Μάνθου
2. ᾑ χαραίς: οι χαρές
3. ποῦ: που
4. ἐξάνοιξα: είδα, διέκρινα
5. ἀπέρναα: περνούσα
6. ποὖχαν μᾶς ἰδῇ: που μας είχαν δει
7. Ὁποῦ: που
8. Ἡγούμενος: ο ηγούμενος του Αρκαδίου
9. χλωρασιά: βλάστηση, πρασινάδα