Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βουλγαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βουλγαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025

Ο κηπουρός και ο θάνατος - Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ

«Ο πατέρας μου ήταν κηπουρός. Τώρα είναι κήπος».

Με τα λόγια αυτά, σύντομα, ακριβή και περιεκτικά, ο Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ υποδέχεται τον αναγνώστη στο κατώφλι αυτής της ιστορίας απώλειας με έναν ρεαλιστικό συναισθηματισμό που παγώνει το βλέμμα, το οριστικό του θανάτου.

Είναι απλό, γενικόλογο και ασφαλές επίσης, να ισχυρίζεται κανείς πως επιθυμεί να αποφεύγει τα έργα εκείνα που διέπονται από συναισθηματικό εκβιασμό, που τον τοποθετούν απέναντί τους και του φωνάζουν: κλάψε· αλλιώς, τι σόι άνθρωπος είσαι εσύ; Είναι επίσης απλό να ισχυρίζεται κανείς πως το θέμα γιος συγγραφέας γράφει για τη σχέση με τον πατέρα του, συνήθως πια νεκρό, είναι ένα ζήτημα που έχει εξαντληθεί, πως όλα τα σχετικά έχουν ειπωθεί. Αν όμως ταυτόχρονα ισχυριζόμαστε κάποιοι πως η λογοτεχνία είναι ένα μονοπάτι πέρα και έξω από τις στενωπούς του μονοσήμαντου κόσμου, τότε ίσως οι παραπάνω ισχυρισμοί να είναι τελικά πιο ανοιχτοί σε εξαιρέσεις, και ίσως, οι εξαιρέσεις αυτές να διέπονται από την αρχή: δεν έχει σημασία ποια ιστορία θα επιλέξει κάποιος να αφηγηθεί, σημασία έχει ο τρόπος· σημασία έχει επίσης το πότε και το πώς της ανάγνωσης.

Η σχέση μου με τα βιβλία του Γκοσποντίνοφ ξεκίνησε πολλά υποσχόμενη (Περί φυσικής της μελαγχολίας) στη συνέχεια ξεθύμανε (Φυσικό μυθιστόρημα) και εν τέλει ατόνησε εντελώς (Χρονοκαταφύγιο), ο τρόπος του ήταν γοητευτικός, το περιεχόμενο κάπως χλιαρό. Η ανάμνηση του τρόπου του και το θέμα του, ο θάνατος του πατέρα του, στο Ο κηπουρός και ο θάνατος, με έκαναν να το πιάσω στα χέρια μου με την κυκλοφορία του στα ελληνικά. Ήμουν προετοιμασμένος, έτσι ένιωθα τουλάχιστον, για αυτή τη μεταβατική, από το υποκείμενο της γραφής στο υποκείμενο της ανάγνωσης, συνθήκη διαχείρισης πένθους. Ενήλικας κι εγώ με μπαμπά ηλικιωμένο.

Σε κάποιο σημείο του βιβλίου ο Γκοσποντίνοφ ισχυρίζεται πως όταν ξεκίνησε να κρατάει σημειώσεις, ενώ η υγεία του πατέρα του είχε περιέλθει σε μια οριστική κατωφέρεια, δεν ήξερε πως αυτές θα αποτελέσουν ένα πρώτο συστατικό που θα μετατρεπόταν σε βιβλίο το οποίο και θα κυκλοφορούσε. Οι άνθρωποι της γραφής καταφεύγουν σε αυτή ώστε να αναμετρηθούν με τον κόσμο, την ύπαρξη, την αϋπνία, την ανάγκη για επικοινωνία,  μεταξύ άλλων, πώς όχι και με τον επικείμενο θάνατο του πατέρα, στην προκειμένη περίπτωση. Θα ήταν μάλλον εξαίρεση να μη συμβεί έτσι. Μην κοιτάτε που η κακία που βασιλεύει θα ωθήσει κάποιους απάνθρωπα κακεντρεχείς να ισχυριστούν πως ο Χ δημιουργός εκμεταλλεύτηκε ένα προσωπικό του θέμα, την απώλεια για παράδειγμα, η επικράτεια του victim blaming κατοικείται από πολυμελείς κοινότητες, εντάσσω την περίπτωση του θανάτου ενός γεννήτορα στην παραπάνω επικράτεια επειδή τα πραγματικά θύματα του θανάτου είναι όσα μένουν πίσω, ο νεκρός έχει περάσει στην ανυπαρξία, για εκείνον δεν υπάρχει θάνατος, για τους ζωντανούς ναι, η μνήμη και η φθορά της, επίσης.

Και αν, ίσως όχι τόσο προφανές αλλά τέλος πάντων, δεν αμφισβητείται το δικαίωμα κανενός να αφηγηθεί την ιστορία που επιθυμεί, δεν συμβαίνει το ίδιο με τον τρόπο που το κάνει, τον τρόπο εκείνο που θα καταστήσει την προσωπική ιστορία λογοτεχνία ή όχι. Αυτή είναι μια διάκριση που μπορεί να γίνει χωρίς να αποτελεί πράξη ύβρις. Τέτοιες ιστορίες, αληθινές όπως λέμε, ο θάνατος του πατέρα τού Γκοσποντίνοφ στην περίπτωσή μας, έχουν ανελαστικές ιδιότητες, μπορούν να έρθουν στα μέτρα της αφήγησης μέχρι ενός σημείου, πέραν εκείνου παύουν να ανήκουν στην επικράτεια της πραγματικότητας και περνούν στο ανεκτικό βασίλειο της μυθοπλασίας, πρόσθετα συμβαίνει και αυτό που δήλωσε ο ίδιος ο συγγραφέας, η αρχική γραφή δεν εκκινά υπό τον στόχο ενός βιβλίου στο τέλος της.

Σε μια άκρως υποκειμενική συνθήκη, παρά την όποια απόπειρα κανονικοποίησης, όπως είναι η ανάγνωση, η συγκεκριμένη ανάγνωση επιτείνει εκείνο το κλισέ που λέει πως ο καθένας διαβάζει με τον τρόπο του, έχοντας υπό μάλης τις αποσκευές του, η ανάγνωσή του επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τη συγκυρία στην οποία το αναγνωστικό υποκείμενο βρίσκεται, μεταξύ άλλων. Συμβαίνει αυτό γιατί είναι άγνωστο από πριν και διόλου ασφαλές να υπολογιστεί με ακρίβεια για τον κάθε αναγνώστη το εμβαδόν στο οποίο θα συγκατοικήσει με τον συγγραφέα, το κοινό εκείνο έδαφος που είναι πιθανόν να υπάρξει μεταξύ τους, το έδαφος της απώλειας ή της επικείμενης άφιξής της. Επιπρόσθετα, η πρότερη γνώση πως εδώ υπάρχει ο κίνδυνος του συναισθηματικού εκβιασμού καθιστά τον αναγνώστη υποψιασμένο, γεγονός που δυσκολεύει αρχικά την ανάπτυξη κοινού τόπου. Σε μένα αυτός ο τόπος υπήρξε, απλωνόταν σελίδα τη σελίδα, κυρίως εκεί όπου ο συγγραφέας αναφερόταν στη σχέση με τον πατέρα του εν ζωή, τα τελευταία μέτρα που διένυσαν παρέα, που τον φρόντιζε και τον αποχαιρετούσε μέρα μέρα, που το πρωί σηκωνόταν και η πρώτη του πράξη ήταν να δει αν αναπνέει, αν είναι ζωντανός, αλλά και τα μικρά επεισόδια, τις ιστορίες που αφηγείτο, τη συναισθηματική λειψυδρία ενός Βαλκάνιου άντρα, μόνο μια διόρθωση Γκεόργκι, αν μου επιτρέπεις, δεν υπήρξε συνέπεια μόνο του σοσιαλισμού, και ο καπιταλισμός μια χαρά τα καταφέρνει.

Αδυνατώ να κατανοήσω ή και να φανταστώ πώς θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι δύναται να αντιμετωπίσει βιβλία όπως αυτά με τρόπο ακραιφνώς αντικειμενικό, από απόσταση ασφαλείας, χωρίς να αντιμετωπίσει δικούς του δαίμονες. Αφηγήσεις, όπως αυτή, μάλλον ανήκουν σε ένα από τα ελάχιστα αυστηρά δίπολα, μηδέν ένα, όταν αναφερόμαστε στη συναισθηματική σύνδεση. Η μη σύνδεση δεν είναι αντικειμενικότητα, είναι επίσης υποκειμενικότητα. Δεν υπάρχει σωστό ή λάθος στο πένθος, δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Χωρίς καμία φιλοδοξία αντικειμενικής πρόσληψης του βιβλίου να με βαραίνει, θα μπορούσα να γράψω ένα μετακείμενο προσωπικής ανάγνωσης, να μιλήσω για τον πατέρα μου, να μην αναφερθώ στο βιβλίο του Γκοσποντίνοφ παρά μόνο ως μια αφορμή για να αγγίξω τα όρια μιας καταχωνιασμένης περιοχής εντός μου, το αναπόφευκτο της απώλειας. Αν θέλω να είμαι ειλικρινής απέναντί μου, όσο και αν αυτό ίσως είναι ένα βαρύ πλήγμα στη γαματοσύνη μου, πρέπει να ομολογήσω πως δεν συναισθάνθηκα τον πόνο της απώλειας του συγγραφέα, σε κάθε γωνιά, ακόμα και της πλέον προσωπικής αναφοράς, κάτι δικό μου αντίστοιχο εντόπιζα, κάτι μέσα μου κινιόταν, σάλευε, κόμποι αναδύονταν, δικά μου ήταν και τα δάκρυα εδώ και εκεί. Όλα αυτά, αν είχα υποδεχτεί το βιβλίο αυτό με ένα: και τι με νοιάζει εμένα που πέθανε ο μπαμπάς του και έκατσε και έγραψε γι' αυτό· δεν θα τα είχα νιώσει. Αν γενικότερα σκεφτόμουν με αυτόν τον τρόπο, μάλλον, δεν θα διάβαζα λογοτεχνία.

Και ίσως επειδή δικός μου ήταν ο πόνος, έστω και ο ενδεχόμενος πόνος, ίσως κάποια στιγμή προς το τέλος να ένιωσα μια ενόχληση από διάφορες μικροεπαναλήψεις, η σκέψη πως προσπαθούσε κάπως να μεγαλώσει το κείμενο, να φτάσει έναν συμβολικό αριθμό κεφαλαίων, με έκαναν να νιώσω μια ενοχή, όσο γράφει, με μάλωνα, παραμένει στην επικράτεια του πένθους και το έχει ανάγκη αυτό, και, όπως και να έχει, δεν είναι δουλειά σου να το κρίνεις. Δεν είναι ένα δοκίμιο αυτό, δεν περιλαμβάνει οδηγίες χρήσεως απώλειας, όχι με τρόπο ευθύ, όχι άμεσα, αλλά υπόκειται στην υποκειμενική ανάγνωση, τα είπα και παραπάνω, μια τέτοια ανάγνωση, μια τέτοια έμμεση εμπειρία.

υγ. Για το Περι φυσικής της μελαγχολίας περισσότερα θα βρείτε εδώ, το πλέον αγαπημένο μου βιβλίο για την απώλεια του πατέρα το έχει γράψει ο Θανάσης Σταμούλης και είναι αυτό.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αλεξάνδρα Ιωαννίδου
Εκδόσεις Ίκαρος

Δευτέρα 28 Μαΐου 2018

Περί φυσικής της μελαγχολίας - Georgi Gospodinov




Γράφω σε πρώτο πρόσωπο για να είμαι σίγουρος πως ζω ακόμα. Γράφω σε τρίτο πρόσωπο για να είμαι σίγουρος πως δεν είμαι απλή προβολή του δικού μου εγώ, πως είμαι τρισδιάστατος και έχω σώμα. Μερικές φορές πετάω κάτω ένα ποτήρι και διαπιστώνω με ικανοποίηση πως πέφτει και σπάει. Αυτό σημαίνει πως υπάρχω και πως η ύπαρξή μου έχει συνέπειες.
Αν κανείς δεν με παρατηρεί, θα χρειαστεί να παρατηρήσω ο ίδιος τον εαυτό μου, για να μη μετατραπώ σε κβαντική σούπα.

Ήδη από την αναγγελία της επικείμενης έκδοσης του μυθιστορήματος αυτού, το ένστικτό μου σήμανε συναγερμό. Πρόκειται για σπουδαίο βιβλίο, σπεύσε, έλεγε με επιμονή. Υπάκουσα σχεδόν τυφλά. Ταυτόχρονα σχεδόν με την κυκλοφορία του ξεκίνησα να το διαβάζω. Και -τουλάχιστον αυτή τη φορά- είχε δίκιο.

Ο Μινώταυρος, σώμα ανθρώπου με κεφάλι ταύρου, γνωστός και ως Αστερίων, ήταν η τιμωρία του Ποσειδώνα στον Μίνωα, που παράκουσε και δεν έσφαξε τον λευκό ταύρο, και ο Ποσειδώνας, στο σώμα του ταύρου, άφησε έγκυο την Πασιφάη. Ο Μίνωας ζήτησε από τον Δαίδαλο να κατασκευάσει έναν λαβύρινθο ώστε να κρύψει το νόθο τέρας. Ο Μινώταυρος, ο αθώος Μινώταυρος, θύμα των διαφορών θεών και ανθρώπων, έμεινε στην ιστορία ως ένα αιμοσταγές τέρας και ο δολοφόνος του, ο Θησέας, ως ήρωας, κανείς δεν βρέθηκε να μιλήσει για το φοβισμένο πλάσμα στα σκοτάδια του λαβύρινθου.

Ο αφηγητής, από πολύ μικρός, διέθετε την ικανότητα να μπαίνει στο σώμα του πρωταγωνιστή κάθε ιστορίας που άκουγε, και στη συνέχεια να τη βιώνει από την αρχή και να παρασύρεται σε διαφορετικά μονοπάτια από εκείνα της πρωτότυπης. Κάποια στιγμή, μεγαλώνοντας, απόλεσε την ικανότητα αυτή.

Στους λαβύρινθους αυτούς μεγάλωσε ο αφηγητής, εκεί γνώρισε και συμπάθησε τον Μινώταυρο, χάθηκε και βρέθηκε να περνάει ξανά και ξανά από τα ίδια σημεία, γνώρισε όμως και νέες γωνιές, και η απόπειρά του να διηγηθεί τη ζωή του, και μέσω αυτής τη ζωή πολλών ακόμα, δεν θα μπορούσε παρά να ακολουθεί μία διαρκώς ανακοπτόμενη και επαναπροσδιοριζόμενη πορεία. Μία σύνθεση δεκάδων μικροιστοριών, το Περί φυσικής της μελαγχολίας του Βούλγαρου συγγραφέα Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ μοιάζει να γράφτηκε αποσπασματικά, με μία διαδικασία που θυμίζει κατασκευή κολάζ, ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα διαθέτει συνοχή και λογική στην κατασκευή του, αλλά διαθέτει και αίσθημα που απαιτεί την ανάγνωση για να κατανοηθεί, να βιωθεί και εν τέλει να αποθεωθεί από τον εκστασιασμένο αναγνώστη.

Δεν περίμενα πως κάποιος άλλος συγγραφέας θα μου δημιουργούσε συναισθήματα παρόμοια με εκείνα του σπουδαίου Ενρίκε Βίλα-Μάτας, και μάλιστα χωρίς να έχει, την πάντοτε γοητευτική, βιβλιοφιλική διάσταση. Και αυτό, για μένα, είναι ένα σπουδαίο προτέρημα.  

Μετάφραση Αλεξάνδρα Ιωαννίδου
Εκδόσεις Ίκαρος   




Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2016

Ανατολικά της δύσης - Μίροσλαβ Πένκοφ





Δεν ξέρω γιατί μου έκανε τόση εντύπωση, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο του συνομήλικού μου Πένκοφ μόλις το έπιασα στα χέρια μου, αρκετό καιρό πριν τελικά το διαβάσω, το γεγονός πως πήγε για σπουδές στην Αμερική, για σπουδές ψυχολογίας και δημιουργικής γραφής, και τελικά εξέδωσε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων στα αγγλικά, όμως μου έκανε, και ήταν μια σκέψη που έτρεχε παράλληλα με την ανάγνωση, συνδιαμορφώνοντας τελικά την ίδια την ανάγνωση.

Λίγο καιρό νωρίτερα είχα διαβάσει τη συλλογή διηγημάτων του Εμίρ Κοστουρίτσα, Ξένος μες στον γάμο. Και οι δύο αυτές συλλογές μου άρεσαν με τον ίδιο τρόπο, ίσως και για τον ίδιο λόγο, ίσως εξαιτίας της ικανότητας των συγγραφέων να εντάσσουν την Ιστορία σε κάθε μία από τις ιστορίες των διηγημάτων τους. Η μεγάλη εικόνα στο βάθος του κάδρου, δεδομένη και γνωστή, την ώρα που στο μπροστινό μέρος της σκηνής εκτυλίσσεται η ιστορία των ηρώων, η ζωή που συνεχίζεται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Ο Πένκοφ, παρότι στην Αμερική, κουβαλάει μαζί του την ιστορία του τόπου του, μέσα από διηγήσεις και διαβάσματα, έχει την ανάγκη να μιλήσει και γι' αυτό, ίσως ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη εξαιτίας της απόστασης από τον τόπο του, ενώ αυτή η απόσταση του επιτρέπει να σταθεί πιο ψύχραιμος και αποστασιοποιημένος, να διαχειριστεί με μεγαλύτερη άνεση το βάρος του συλλογικού παρελθόντος. Γεννημένος το 1982 μόνο κάποιες αμυδρές αναμνήσεις θα έχει από το παρελθόν της Βουλγαρίας του υπαρκτού σοσιαλισμού, αναμνήσεις πιθανότατα επίκτητες μέσα από διηγήσεις. Δεν αρκείται όμως μόνο στο άμεσο παρελθόν, τον ενδιαφέρουν και τα προηγούμενα, η τουρκοκρατία, οι βαλκανικοί πόλεμοι, το όραμα της Μεγάλης Βουλγαρίας, ο βουλγαρικός εικοστός αιώνας στο σύνολό του αλλά και το άγχος για το μέλλον.
Αφήνω στην άκρη το μικρό βιβλίο και σβήνω τη λάμπα. Σκοτάδι. Κοιμούνται, ήσυχα, ήρεμα.  Είναι λάθος να ζηλεύεις τον ίδιο σου τον εγγονό. Κι όμως τον ζηλεύω. Ζηλεύω και τη Νόρα. Κανείς δεν έχει γράψει σε μένα με αυτόν τον τρόπο. Δεν ζηλεύω όμως πια αυτόν τον άλλο άντρα. Επειδή, όπως κι εγώ, αποδείχθηκε δειλός και, παρότι ξέρω πως είναι λάθος, αυτό με ηρεμεί.
Υπάρχει ένα τεχνικό σημείο στον τρόπο που δομεί τα διηγήματά του ο Πένκοφ, που μου φάνηκε λειτουργικός και έξυπνος, και αυτός είναι πώς ξεκινάει την ιστορία του από μια δεδομένη μεταγενέστερη στιγμή, ξαφνικά και με ορμή, φανερώνοντας τις απαρχές και τις λεπτομέρειες της ιστορίας του παρά μόνο αργότερα, στην εξέλιξη της πλοκής. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνει να καταπνίξει οποιοδήποτε κίνδυνο αμηχανίας, αφήνει στην άκρη τις σκηνές γνωριμίας μεταξύ αναγνώστη και ηρώων, προσδίδοντας δυναμική και νεύρο στις ιστορίες παρά τη μικρή φόρμα τους.

Η οικογένεια, η πολιτική αστάθεια, οι θρησκευτικές διαφορές, τα σύνορα, η ζωή στην ύπαιθρο και την πόλη, ο έρωτας, η απομάγευση, η εμμονή με το παρελθόν, η αναζήτηση ενός καλύτερου μέλλοντος κάπου στη Δύση είναι κάποια από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα των διηγημάτων διαμορφωμένα ανάλογα με την ιστορική περίοδο. Ομολογώ πως ένιωσα μεγαλύτερη αναγνωστική έλξη για τρία διηγήματα της συλλογής ( Αγοράζοντας τον Λένιν, Φωτογραφία με τη Γιούκι, Ντεσβιρμέ), στα οποία ο ήρωας έχει μεταναστεύσει στην Αμερική αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον, με την αναμενόμενη κατάρρευση (μέρους) του ορίζοντα προσδοκιών. Ίσως σ' αυτό το μοτίβο ο Πένκοφ να νιώθει μια οικειότητα. Και είναι αυτή η οικειότητα που αντανακλάται στις ιστορίες αυτές, σε συνδυασμό με το σύγχρονο χρονικό πλαίσιο, τα δύο στοιχεία εκείνα που τελικά κάνουν ξεχωριστά σε μένα τα διηγήματα αυτά.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Άκης Παπαντώνης
Εκδόσεις Αντίποδες