Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Ίκαρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Ίκαρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Τα ονόματα της Φελίσας - Juan Gabriel Vásquez

Τα ονόματα της Φελίσας είναι το έβδομο μυθοπλαστικό βιβλίο του Κολομβιανού Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες που κυκλοφορεί στα ελληνικά, πάντα από τις εκδόσεις Ίκαρος και σε μεταφραστική φροντίδα του ακάματου Αχιλλέα Κυριακίδη. Έντεκα χρόνια πριν, Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν, ένα από τα πρώτα βιβλία της νεοσύστατης τότε σειράς μεταφρασμένης λογοτεχνίας, έκανε αρκετή εντύπωση, διαβάστηκε ευρέως και αγαπήθηκε πολύ από το εγχώριο αναγνωστικό κοινό.

Η αφηγηματική άνεση είναι εκείνο που περισσότερο από κάθε τι άλλο χαρακτηρίζει τη γραφή του, κάτι το φαινομενικά απλό και εύκολο, μόνο για κάποιον που δεν έχει επιχειρήσει να το κάνει να φανεί τόσο αβίαστο και ρέον, απαραίτητες αρετές, πέρα του αδιαμφισβήτητου ταλέντου, η επιμονή στη λεπτομέρεια και η υπομονή μέχρι η κάθε λέξη να πάρει τη θέση της στην τελική κατασκευή. Ο Βάσκες συνεχίζει στο ευδιάκριτο λογοτεχνικό μονοπάτι των σημαντικών εκπροσώπων της Λατινικής Αμερικής, κυρίως εκείνου που αποκαλέστηκε Μπουμ, διασχίζοντας τον Ατλαντικό Ωκεανό και κατακτώντας την Ευρώπη τις δεκαετίες του '60 και του '70, με κύριους εκπροσώπους τον Κορτάσαρ από την Αργεντινή, τον Λιόσα από το Περού, τον Φουέντες από το Μεξικό και τον Μάρκες από την Κολομβία.

Κάθε Κολομβιανός συγγραφέας, αναπόφευκτα, φέρει στις πλάτες του το βάρος της κληρονομιάς του Γκάμπο, το ιερό τέρας στο οποίο χρωστάει η τοπική λογοτεχνία το μεγαλύτερο μέρος της εξωστρέφειάς της, αλλά, ταυτόχρονα, παλεύει να βρει τη δική του ανεξάρτητη μη μιμητική φωνή. Ο Βάσκες συνηθίζει να γράφει βιβλία στα οποία η ατομική ιστορία ενός προσώπου, που, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, κυρίευσαν τη φαντασία του κάποια δεδομένη χρονική στιγμή, σε παραλληλία με τη νεότερη ιστορία της Κολομβίας, γεμάτης, όπως κάθε χώρας της Λατινικής Αμερικής, με αιματηρές σελίδες και απουσία οποιασδήποτε μορφής σταθερότητας.

Στις 8 Ιανουαρίου του 1982, η Κολομβιανή γλύπτρια Φελίσα Μπουρστίν πεθαίνει ξαφνικά σ' ένα παρισινό εστιατόριο. Ο Μάρκες ήταν παρών στο τραπέζι εκείνο, η Μερσέντες το είχε κανονίσει κατά τη σύντομη παραμονή τους στη γαλλική πρωτεύουσα, και αργότερα, σ' ένα άρθρο του, θα αναφερθεί σε εκείνο που καμιά νεκροψία δεν θα μπορούσε να συνοψίσει ως αίτιο θανάτου, Πέθανε από θλίψη, θα γράψει και ο Βάσκες, διαβάζοντας αργότερα το κείμενο αυτό, θα καταληφθεί από τη φράση αυτή, φράση απλή, τρεις λέξεις όλες και όλες, μα αινιγματική και καθηλωτική, Πέθανε από θλίψη, και δεν θα σταματήσει να τη σκέφτεται για όλα τα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι που το βιβλίο αυτό γράφτηκε, η έρευνα φώτισε και ανέδειξε, ανασυνθέτοντας την ιστορία της Φελίσας, που αρχικά της δόθηκε άλλο όνομα, εβραϊκό και δύσκολο στην ορθογραφία, αντί αυτού οι γονείς τελικά επέλεξαν το Φελίσια, αργότερα εκείνη το διαμόρφωσε ως Φελίσα.

Είναι μια διαδεδομένη φράση κλισέ εκείνη που χαρακτηρίζει τη ζωή κάποιου ως μυθιστορηματική (κινηματογραφική ή παραμυθένια, επίσης), φράση που παραμερίζει τη σημασία του ενδιάμεσου αφηγητή, που η αφήγησή του είναι εκείνη που δίνει μυθιστορηματική υφή και όψη, καθώς είναι εκείνος που θα τοποθετήσει, αφού πρώτα τα εντοπίσει, τα κομμάτια στη θέση τους, θα ανασκάψει και θα εκτιμήσει, θα προβεί σε απαραίτητες υποθέσεις και συνδέσεις, θα ενδύσει βεβαιότητες και συσχετίσεις που κάποιος όσο ζει αδυνατεί να το κάνει, μην μπορώντας να έχει ξεκάθαρη θέαση του εαυτού και της εποχής, παρά μόνο ίσως όταν αυτές οι δύο γραμμές πλησιάζουν ή και τέμνονται, όταν σημαντικά γεγονότα της ατομικής ιστορίας διαπλέκονται με κρίσιμες στιγμές της αντίστοιχης συλλογικής.

Αυτό συμβαίνει και εδώ. Με βασικό πληροφοριοδότη και συνεργάτη τον τελευταίο σύντροφό της, ο Βάσκες θα επιχειρήσει και θα καταφέρει να μετατρέψει την ιστορία της Φελίσας σε μυθοπλαστική σύνθεση, να καλύψει τα κενά με συγκολλητική ουσία τον στοχασμό πάνω στα περασμένα, τελικώς να παραδώσει ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται με μανία, ακόμα και από εκείνους, όπως εγώ, που δεν γνώριζαν τη Φελίσα ούτε κατ' όνομα, πόσο μάλλον την ταραχώδη ζωή της μέχρι τον θάνατο από θλίψη μια βραδιά που στο Παρίσι έκανε ένα λυσσασμένο κρύο και η πρόσχαρη παρέα έτρεχε να προλάβει ανοιχτή την κουζίνα του ρωσικού εστιατορίου. Ο Βάσκες, όπως υπέροχα το κάνει και ο Ισπανός Θέρκας, εντάσσει στην αφήγηση και τη διαδικασία έρευνας και συγγραφής και με τον τρόπο αυτό δικαιολογείται πλήρως το γιατί επέλεξε να αφηγηθεί την ιστορία αυτή, θέτοντας εις γνώση του αναγνώστη το πάθος από το οποίο καταβλήθηκε απ' όταν πρωτοδιάβασε τη φράση εκείνη.

Τα ονόματα της Φελίσας θα ικανοποιήσουν τους φανατικούς αναγνώστες του Βάσκες, ενώ θα περιμένουν στον χώρο υποδοχής εκείνους που θα δοκιμάσουν να χτυπήσουν από περιέργεια την πόρτα.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Για τα προηγούμενα βιβλία του Βάσκες με αντίστροφη χρονολογική σειρά: Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω (εδώ), Τραγούδια για την πυρκαγιά (εδώ), Οι υπολήψεις (εδώ), Η μορφή των λειψάνων (εδώ), Οι πληροφοριοδότες (εδώ), Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν (εδώ).
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Οι υπάλληλοι - Olga Ravn

Είχα πρωτοακούσει γι' αυτό το βιβλίο και τη συγγραφέα του, τη Δανή Όλγα Ράουν, πριν κάποια χρόνια, όταν Οι υπάλληλοι βρέθηκαν στη βραχεία λίστα για το Διεθνές Βραβείο Booker 2021. Πρόσφατα, κυκλοφόρησαν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ίκαρος σε μεταφραστική φροντίδα τού Σωτήρη Σουλιώτη.

Μια ειδική επιτροπή εξετάζει το σύνολο των εργαζομένων, ανθρώπων και ανθρωποειδών, στο Πλοίο Έξι Χιλιάδες, έτη φωτός μακριά από τη γη, με αφορμή κάποια ανωμαλία ή παρέκκλιση του αρχικού σχεδιασμού. Το υβριδικά αποσπασματικό αυτό μυθιστόρημα αρθρώνεται από μέρη των ανώνυμων, σηματοδοτημένων με απλή αρίθμηση, μαρτυριών του πληρώματος. Ειδολογικά, με ισχυρή βεβαιότητα, θα το κατέτασσε κανείς στη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας, που έχει, πάντοτε είχε, την τάση να λειτουργεί ως ένα εναλλακτικό ρεαλιστικό εργαστήρι, οικείο και ανοίκειο για τον αναγνώστη, ιδιαίτερα τον συσκαιρινό της συγγραφής.

Υπάρχουν ιδέες-ευρήματα που κατά ένα μεγάλο ποσοστό καθορίζουν την πλοκή και τα πρόσωπα, με μια διάθεση μαξιμαλιστική και τη φιλοδοξία να δημιουργήσουν έναν ολόκληρο κόσμο. Υπάρχουν και ιδέες-ευρήματα που λειτουργούν με έναν πιο μινιμαλιστικό τρόπο, μια συνθήκη, μια λεπτή μεμβράνη που περικλείει την πλοκή και τα πρόσωπα, που κυρίως επιτείνουν την ατμοσφαιρικότητα και συντελούν στο ενδοκειμενικό κλίμα. Οι υπάλληλοι ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία, ο σκοπός και η καθημερινότητα του Πλοίου Έξι Χιλιάδες συντίθεται έμμεσα και σταδιακά μέσα από τις απρόσωπες και σχετικά ψυχρές μαρτυρίες. Καθώς τα κομμάτια σιγά σιγά παίρνουν τη θέση τους, ο αναγνώστης αργά και σταθερά εικονοποιεί και κατανοεί τη συνθήκη.

Η Ράουν κάνει ιδανική χρήση της ιδέας-ευρήματος, χωρίς να αυτοεγκλωβίζεται την αξιοποιεί. Πρόσθετο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προμετωπίδα ευχαριστίας στην καλλιτέχνιδα Λέα Γκουλντίτε Έστερλουντ για τις εγκαταστάσεις και τα γλυπτά της, ωδή στο άγνωστο πού και πώς η έμπνευση εμφανίζεται και επενεργεί γονιμοποιητικά. Η λογοτεχνία επιστημονικής λογοτεχνίας είθισται να σημαίνει ένα καμπανάκι κινδύνου, μια προειδοποίηση και όχι προφητεία των επερχόμενων, η καλή λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας με έναν τρόπο διακριτικό, όχι προφανή, υπαινικτικό και όχι υπό το πρίσμα μιας στείρας πολιτικής στράτευσης, επιτρέπει στη φαντασία του αναγνώστη, στο ευρύτερο σύστημα πρόσληψής του, να λειτουργήσει εν μέρει αυτόνομα, να συνάψει τις δύο πραγματικότητες, να διακρίνει τις αναλογίες. Σε καμία περίπτωση δεν είναι μειονέκτημα ο χειρισμός της συγγραφέα, δεν είναι πως δεν έχει τις απαντήσεις για τα ερωτήματα που προκύπτουν, δεν είναι η ιδέα-εύρημα ένας ναός, αλλά μια διαδρομή προσκυνήματος, μια επικράτεια απόκοσμη και ανοίκεια, ταυτόχρονα, παράδοξα, ίσως και όχι, γνώριμη, διαμορφωμένη από ερωτήματα και αγωνίες, χωρίς να προσφέρει αφειδώς ψευδοβεβαιότητες ανακούφισης.

Με την τεχνητή νοημοσύνη σε μια λεωφόρο χωρίς όριο ταχύτητας, αυτό που φανταζόμασταν πριν πέντε χρόνια είναι πια αιώνες μακρινό. Ο αφαιρετικός και υπαινικτικός τρόπος της Ράουν επιτρέπει στο μυθιστόρημα να επιζήσει της επέλασης, ακριβώς γιατί δεν συγκεκριμενοποιεί, επιτείνοντας με την ψυχρότητα των μαρτυριών και το μπέρδεμα ανθρώπινου και τεχνικού υποκειμένου τη ροπή της απομάκρυνσης από τον αναλογικό φυσικό κόσμο σε μια πραγματικότητα ψηφιακής και τεχνολογικής κυριαρχίας. Έτσι, τα ψήγματα και οι υποψίες συναισθήματος, διασκορπισμένα στην επικράτεια των μαρτυριών, απόρροια της μνήμης ή του αλγόριθμου, αναδύονται και με τον τρόπο τους τρομοκρατούν τον αναγνώστη, υπενθυμίζοντάς του με πόση ευκολία η εικονική πραγματικότητα ναρκώνει και μας αφήνει συναισθηματικά απροστάτευτους.

Ωστόσο, το σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μου, που πετυχαίνει η Ράουν και αποδίδεται ικανοποιητικά στη μετάφραση είναι η αφηγηματική ποιητικότητα, μια γλώσσα αλλόκοτη και χωρίς φτιασίδια, μια γλώσσα στέρεη, ακριβής, μια εταιρική διάλεκτος ανάκρισης, με τους ανακριτές στο σκοτάδι, που ξεπερνά την ίδια την αρχική ιδέα-εύρημα, και αποδεικνύεται καθοριστική για τη συνολική λειτουργία της κατασκευής, οριακής και αρχικά δυσνόητης ως προς τη χρησιμότητα και τη λειτουργία της. Ποίηση όπως εκείνη των ορόσημων του είδους της επιστημονικής φαντασίας, ποίηση που συχνά αποτυπώνεται υπέροχα στις κινηματογραφικές της μεταφορές, ποίηση σε μορφή πάγου, που προκαλεί αυτό το μεικτό και αντιθετικό συναίσθημα ηδονής-πόνου στην επαφή με το δέρμα, ποίηση που φιλοδοξεί να ανθίσει σε έναν μη τόπο αποστειρωμένο και πλήρως ελεγχόμενο όπως ένα επανδρωμένο διαστημικό πλοίο με το πλήρωμα να αποτελείται από ανθρώπους και ανθρωποειδή, με τα όρια και τις διαφορές μεταξύ τους ολοένα και να γίνονται δυσδιάκριτα. Ονειρεύονται οι άνθρωποι το ανθρώπινο;

(πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Η ατμόσφαιρα μου θύμισε τις Τροχιές της Σαμάνθα Χάρβεϊ, περισσότερα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ
 
Μετάφραση Σωτήρης Σουλιώτης
Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025

Ο κηπουρός και ο θάνατος - Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ

«Ο πατέρας μου ήταν κηπουρός. Τώρα είναι κήπος».

Με τα λόγια αυτά, σύντομα, ακριβή και περιεκτικά, ο Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ υποδέχεται τον αναγνώστη στο κατώφλι αυτής της ιστορίας απώλειας με έναν ρεαλιστικό συναισθηματισμό που παγώνει το βλέμμα, το οριστικό του θανάτου.

Είναι απλό, γενικόλογο και ασφαλές επίσης, να ισχυρίζεται κανείς πως επιθυμεί να αποφεύγει τα έργα εκείνα που διέπονται από συναισθηματικό εκβιασμό, που τον τοποθετούν απέναντί τους και του φωνάζουν: κλάψε· αλλιώς, τι σόι άνθρωπος είσαι εσύ; Είναι επίσης απλό να ισχυρίζεται κανείς πως το θέμα γιος συγγραφέας γράφει για τη σχέση με τον πατέρα του, συνήθως πια νεκρό, είναι ένα ζήτημα που έχει εξαντληθεί, πως όλα τα σχετικά έχουν ειπωθεί. Αν όμως ταυτόχρονα ισχυριζόμαστε κάποιοι πως η λογοτεχνία είναι ένα μονοπάτι πέρα και έξω από τις στενωπούς του μονοσήμαντου κόσμου, τότε ίσως οι παραπάνω ισχυρισμοί να είναι τελικά πιο ανοιχτοί σε εξαιρέσεις, και ίσως, οι εξαιρέσεις αυτές να διέπονται από την αρχή: δεν έχει σημασία ποια ιστορία θα επιλέξει κάποιος να αφηγηθεί, σημασία έχει ο τρόπος· σημασία έχει επίσης το πότε και το πώς της ανάγνωσης.

Η σχέση μου με τα βιβλία του Γκοσποντίνοφ ξεκίνησε πολλά υποσχόμενη (Περί φυσικής της μελαγχολίας) στη συνέχεια ξεθύμανε (Φυσικό μυθιστόρημα) και εν τέλει ατόνησε εντελώς (Χρονοκαταφύγιο), ο τρόπος του ήταν γοητευτικός, το περιεχόμενο κάπως χλιαρό. Η ανάμνηση του τρόπου του και το θέμα του, ο θάνατος του πατέρα του, στο Ο κηπουρός και ο θάνατος, με έκαναν να το πιάσω στα χέρια μου με την κυκλοφορία του στα ελληνικά. Ήμουν προετοιμασμένος, έτσι ένιωθα τουλάχιστον, για αυτή τη μεταβατική, από το υποκείμενο της γραφής στο υποκείμενο της ανάγνωσης, συνθήκη διαχείρισης πένθους. Ενήλικας κι εγώ με μπαμπά ηλικιωμένο.

Σε κάποιο σημείο του βιβλίου ο Γκοσποντίνοφ ισχυρίζεται πως όταν ξεκίνησε να κρατάει σημειώσεις, ενώ η υγεία του πατέρα του είχε περιέλθει σε μια οριστική κατωφέρεια, δεν ήξερε πως αυτές θα αποτελέσουν ένα πρώτο συστατικό που θα μετατρεπόταν σε βιβλίο το οποίο και θα κυκλοφορούσε. Οι άνθρωποι της γραφής καταφεύγουν σε αυτή ώστε να αναμετρηθούν με τον κόσμο, την ύπαρξη, την αϋπνία, την ανάγκη για επικοινωνία,  μεταξύ άλλων, πώς όχι και με τον επικείμενο θάνατο του πατέρα, στην προκειμένη περίπτωση. Θα ήταν μάλλον εξαίρεση να μη συμβεί έτσι. Μην κοιτάτε που η κακία που βασιλεύει θα ωθήσει κάποιους απάνθρωπα κακεντρεχείς να ισχυριστούν πως ο Χ δημιουργός εκμεταλλεύτηκε ένα προσωπικό του θέμα, την απώλεια για παράδειγμα, η επικράτεια του victim blaming κατοικείται από πολυμελείς κοινότητες, εντάσσω την περίπτωση του θανάτου ενός γεννήτορα στην παραπάνω επικράτεια επειδή τα πραγματικά θύματα του θανάτου είναι όσα μένουν πίσω, ο νεκρός έχει περάσει στην ανυπαρξία, για εκείνον δεν υπάρχει θάνατος, για τους ζωντανούς ναι, η μνήμη και η φθορά της, επίσης.

Και αν, ίσως όχι τόσο προφανές αλλά τέλος πάντων, δεν αμφισβητείται το δικαίωμα κανενός να αφηγηθεί την ιστορία που επιθυμεί, δεν συμβαίνει το ίδιο με τον τρόπο που το κάνει, τον τρόπο εκείνο που θα καταστήσει την προσωπική ιστορία λογοτεχνία ή όχι. Αυτή είναι μια διάκριση που μπορεί να γίνει χωρίς να αποτελεί πράξη ύβρις. Τέτοιες ιστορίες, αληθινές όπως λέμε, ο θάνατος του πατέρα τού Γκοσποντίνοφ στην περίπτωσή μας, έχουν ανελαστικές ιδιότητες, μπορούν να έρθουν στα μέτρα της αφήγησης μέχρι ενός σημείου, πέραν εκείνου παύουν να ανήκουν στην επικράτεια της πραγματικότητας και περνούν στο ανεκτικό βασίλειο της μυθοπλασίας, πρόσθετα συμβαίνει και αυτό που δήλωσε ο ίδιος ο συγγραφέας, η αρχική γραφή δεν εκκινά υπό τον στόχο ενός βιβλίου στο τέλος της.

Σε μια άκρως υποκειμενική συνθήκη, παρά την όποια απόπειρα κανονικοποίησης, όπως είναι η ανάγνωση, η συγκεκριμένη ανάγνωση επιτείνει εκείνο το κλισέ που λέει πως ο καθένας διαβάζει με τον τρόπο του, έχοντας υπό μάλης τις αποσκευές του, η ανάγνωσή του επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τη συγκυρία στην οποία το αναγνωστικό υποκείμενο βρίσκεται, μεταξύ άλλων. Συμβαίνει αυτό γιατί είναι άγνωστο από πριν και διόλου ασφαλές να υπολογιστεί με ακρίβεια για τον κάθε αναγνώστη το εμβαδόν στο οποίο θα συγκατοικήσει με τον συγγραφέα, το κοινό εκείνο έδαφος που είναι πιθανόν να υπάρξει μεταξύ τους, το έδαφος της απώλειας ή της επικείμενης άφιξής της. Επιπρόσθετα, η πρότερη γνώση πως εδώ υπάρχει ο κίνδυνος του συναισθηματικού εκβιασμού καθιστά τον αναγνώστη υποψιασμένο, γεγονός που δυσκολεύει αρχικά την ανάπτυξη κοινού τόπου. Σε μένα αυτός ο τόπος υπήρξε, απλωνόταν σελίδα τη σελίδα, κυρίως εκεί όπου ο συγγραφέας αναφερόταν στη σχέση με τον πατέρα του εν ζωή, τα τελευταία μέτρα που διένυσαν παρέα, που τον φρόντιζε και τον αποχαιρετούσε μέρα μέρα, που το πρωί σηκωνόταν και η πρώτη του πράξη ήταν να δει αν αναπνέει, αν είναι ζωντανός, αλλά και τα μικρά επεισόδια, τις ιστορίες που αφηγείτο, τη συναισθηματική λειψυδρία ενός Βαλκάνιου άντρα, μόνο μια διόρθωση Γκεόργκι, αν μου επιτρέπεις, δεν υπήρξε συνέπεια μόνο του σοσιαλισμού, και ο καπιταλισμός μια χαρά τα καταφέρνει.

Αδυνατώ να κατανοήσω ή και να φανταστώ πώς θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι δύναται να αντιμετωπίσει βιβλία όπως αυτά με τρόπο ακραιφνώς αντικειμενικό, από απόσταση ασφαλείας, χωρίς να αντιμετωπίσει δικούς του δαίμονες. Αφηγήσεις, όπως αυτή, μάλλον ανήκουν σε ένα από τα ελάχιστα αυστηρά δίπολα, μηδέν ένα, όταν αναφερόμαστε στη συναισθηματική σύνδεση. Η μη σύνδεση δεν είναι αντικειμενικότητα, είναι επίσης υποκειμενικότητα. Δεν υπάρχει σωστό ή λάθος στο πένθος, δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Χωρίς καμία φιλοδοξία αντικειμενικής πρόσληψης του βιβλίου να με βαραίνει, θα μπορούσα να γράψω ένα μετακείμενο προσωπικής ανάγνωσης, να μιλήσω για τον πατέρα μου, να μην αναφερθώ στο βιβλίο του Γκοσποντίνοφ παρά μόνο ως μια αφορμή για να αγγίξω τα όρια μιας καταχωνιασμένης περιοχής εντός μου, το αναπόφευκτο της απώλειας. Αν θέλω να είμαι ειλικρινής απέναντί μου, όσο και αν αυτό ίσως είναι ένα βαρύ πλήγμα στη γαματοσύνη μου, πρέπει να ομολογήσω πως δεν συναισθάνθηκα τον πόνο της απώλειας του συγγραφέα, σε κάθε γωνιά, ακόμα και της πλέον προσωπικής αναφοράς, κάτι δικό μου αντίστοιχο εντόπιζα, κάτι μέσα μου κινιόταν, σάλευε, κόμποι αναδύονταν, δικά μου ήταν και τα δάκρυα εδώ και εκεί. Όλα αυτά, αν είχα υποδεχτεί το βιβλίο αυτό με ένα: και τι με νοιάζει εμένα που πέθανε ο μπαμπάς του και έκατσε και έγραψε γι' αυτό· δεν θα τα είχα νιώσει. Αν γενικότερα σκεφτόμουν με αυτόν τον τρόπο, μάλλον, δεν θα διάβαζα λογοτεχνία.

Και ίσως επειδή δικός μου ήταν ο πόνος, έστω και ο ενδεχόμενος πόνος, ίσως κάποια στιγμή προς το τέλος να ένιωσα μια ενόχληση από διάφορες μικροεπαναλήψεις, η σκέψη πως προσπαθούσε κάπως να μεγαλώσει το κείμενο, να φτάσει έναν συμβολικό αριθμό κεφαλαίων, με έκαναν να νιώσω μια ενοχή, όσο γράφει, με μάλωνα, παραμένει στην επικράτεια του πένθους και το έχει ανάγκη αυτό, και, όπως και να έχει, δεν είναι δουλειά σου να το κρίνεις. Δεν είναι ένα δοκίμιο αυτό, δεν περιλαμβάνει οδηγίες χρήσεως απώλειας, όχι με τρόπο ευθύ, όχι άμεσα, αλλά υπόκειται στην υποκειμενική ανάγνωση, τα είπα και παραπάνω, μια τέτοια ανάγνωση, μια τέτοια έμμεση εμπειρία.

υγ. Για το Περι φυσικής της μελαγχολίας περισσότερα θα βρείτε εδώ, το πλέον αγαπημένο μου βιβλίο για την απώλεια του πατέρα το έχει γράψει ο Θανάσης Σταμούλης και είναι αυτό.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αλεξάνδρα Ιωαννίδου
Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025

Κασκαντέρ - Ιορδάνης Παπαδόπουλος

Που δεν τρέμουν τα χέρια σου, τραγουδούσε εκείνος, ήμουν μικρός, δεν ήξερα πως/πώς τα χέρια μπορεί να τρέμουν, κάποτε συνέβη, αναπόφευκτα. Ο στίχος τριγυρνούσε διαρκώς στο μυαλό μου κατά την ανάγνωση του Κασκαντέρ. Σε μια γόνιμη σύμπτωση, πρόσφατα είχα διαβάσει Τα χέρια του Ντάριαν Λίντερ (μτφρ. Χρήστος Πάλλας, εκδόσεις Periplaneta), συμβαίνουν ενίοτε τέτοιες συμπτώσεις/νήματα. Οι συμπτώσεις/νήματα είναι καθοριστικής σημασίας και συμμετοχής στο αποσπασματικό/θραυσματικό αυτό βιβλίο, με χαρισματική ωστόσο αίσθηση συνοχής, τοποθετημένα θραύσματα με περίσκεψη και φροντίδα που ωστόσο δεν καταλύουν την αίσθηση μιας συνειρμικότητας απαραίτητης για τη λειτουργικότητα της κατασκευής, συνειρμικότητα που εδράζεται και πηγάζει στη δεξαμενή των διαβασμάτων και της σκέψης, εκεί που το συναίσθημα κυριαρχεί εις βάρος της παντοδύναμης λογικής, εκεί που ενίοτε νιώθουμε το προνόμιο της αποκλειστικής απεύθυνσης του συγγραφέα.

Ένα ζήτημα ειδολογικής κατάταξης προκύπτει, πού ανήκει το Κασκαντέρ, ποιητικό δοκίμιο θα δοκίμαζα να αχνογράψω υπότιτλο στο εξώφυλλο. Η συνοχή της κατασκευής αποτελεί στόχο, μοιάζει να αποτελεί συγγραφική επιδίωξη, ωστόσο το έδαφος επί του οποίου εκτείνεται παραμένει υπόθεση πιο υποκειμενική, εύπλαστη πρώτη ύλη στα χέρια του αναγνώστη, το ποιητικό φαντάζει έτσι υπαρκτό, το δοκιμιακό δοκιμάζεται, αν θεωρήσει κανείς πως η ποίηση ελευθερώνει και το δοκίμιο κατευθύνει, πως το αφηρημένο συγκρούεται με το συγκεκριμένο, στη σχάση αυτή επιβιώνει ο κασκαντέρ, δοκιμάζει να επιβιώσει για την ακρίβεια, ούτε ο ίδιος ξέρει αν τα καταφέρνει, για να μην αναφερθούμε στο πώς.

Τέτοιες επίφοβες κατασκευές αποκτούν, αν αποκτήσουν, τα θεμέλια τους στην πορεία της ανάγνωσης, αρχικά χάσκουν επικίνδυνα, το έδαφος δεν φαντάζει στέρεο, άλλωστε οι προσδοκίες δεν θα μπορούσαν να επιβεβαιωθούν, ο,τι και αν περίμενες, η ανάγνωση θα το πλήξει, εκτός ίσως από εκείνο το αόριστο συναίσθημα/επιθυμία να διαβάσεις κάτι αποσπασματικό, δεκάδες σωματίδια να περιστρέφονται γύρω από ένα σημείο ισορροπίας αντιθετικών δυνάμεων, στο οριακό μηδέν έλξης/απώθησης, στην αρχή είναι η γλώσσα εκείνη που σε υποδέχεται, εκείνη οφείλει να κάνει καλή εντύπωση στον σαστισμένο επισκέπτη.

Μια κοινότητα στη γλώσσα, μια μη ξενότητα, πριν από την όποια ευαρέσκεια, πριν από την όποια γοητεία, πριν από την όποια χαλάρωση, ακόμα δεν ξέρει αν καλέστηκε όντως ή αν απλά χτύπησε την πόρτα, «Αναρωτιέται: είναι το όνειρό του, το όνειρο που έχει δει περισσότερες φορές στη ζωή του (όσο βέβαια ο ύπνος μπορεί να είναι δικός του), ζωή του ή μήπως πιο πολύ ζωή του; Βλέπει ότι πετάει, χωρίς καμιά τεχνική βοήθεια, χωρίς εξοπλισμό και χωρίς απορία», διαβάζει ο αναγνώστης στην πόρτα, ίσως, εγώ ναι, θυμάται πως κάποτε έβλεπε τέτοια όνειρα, τώρα πια όχι, πως πετάει, η ελαφρότητα ήταν εκείνη που περισσότερο τον κατέκλυζε ως ηδονή, το μη βάρος, η γλώσσα είναι οικεία, συναισθηματικά κατανοητή, ας μην προτρέχει ωστόσο.

Μια κοινότητα στην πλοήγηση εντός του δοθέντος κόσμου, μια μη ξενότητα στη στάση, πριν από την όποια ευαρέσκεια, πριν από την όποια γοητεία, πριν από την όποια χαλάρωση, ακόμα δεν ξέρει αν καλέστηκε όντως ή αν απλά χτύπησε την πόρτα, τα θραύσματα αρχίζουν να περιστρέφονται, εμφανίζονται μπροστά στα μάτια του, στέκουν για μια στιγμή, μέχρι να γυρίσει η σελίδα και να το επόμενο, τα νήματα απλώνονται, το ένα όνομα ακολουθεί το άλλο, χέρια και πτήσεις, η θεωρία της απόπειρας για ύπαρξη, η αγωνία μήπως είμαστε μόνοι μας σε αυτό καταλαγιάζει, η ανάγνωση το κάνει, η κοινή εμπειρία, πολύσημη και σύνθετη, στον ολοένα και πιο ελάχιστο χώρο που η στείρα λογική της επιτρέπει να κινείται, εκεί που ο χώρος κατακλύζεται από την αιτιοκρατία, από το μηδέν-ένα, τα νήματα είναι εκεί, δεν έχει σημασία ποια ακριβώς, αλλά πως υπάρχουν, πως εκτείνονται, πως επιτρέπουν να τα τραβήξεις και να τα ακολουθήσεις, ένα πλήθος από hypertext, είσοδος/έξοδος/είσοδος ξανά, τα νήματα, η ύπαρξή τους, σημαίνουν τον τρόπο, το πώς της διέλευσης, ο τρόπος προσφέρει την οικειότητα, ο τόπος ανάμεσα στην ποίηση και το δοκίμιο αναδύεται, ξεδιπλώνεται, τόπος κοινός, τι και αν το μονοπάτι δεν είναι ποτέ το ίδιο.

Μια κοινότητα στην ελευθερία πλοήγησης εντός του δοθέντος κόσμου, μια μη ξενότητα στην επιλογή, η δυσανεξία στην αυστηρή καθοδήγηση δοκιμάζεται, πριν από την όποια ευαρέσκεια, πριν από την όποια γοητεία, πριν από την όποια χαλάρωση (κυρίως), ακόμα δεν ξέρει αν καλέστηκε όντως ή αν απλά χτύπησε την πόρτα, τώρα πια διακυβεύεται το αν θα παραμείνει ή αν θα ανακρούσει πρύμναν, ο αμυντικός οπλισμός τον βαραίνει, θέλει αλλά διστάζει να τον αφήσει και να τον παραλάβει κατά την έξοδο, έχει μάθει έτσι να περπατά, εκείνος δεν νιώθει κασκαντέρ, φοβάται να είναι κασκαντέρ, στις επικίνδυνες σκηνές ας καλέσουν κάποιον άλλο, το τίμημα βαρύ όσο και ο οπλισμός, ενισχύει τη δύναμη της βαρύτητας πάνω του, εκείνος που ονειρευόταν πως πετάει ελαφρύς, κοιτάζει διαρκώς πίσω από την πλάτη του, έτσι έμαθε, έτσι πιστεύει πως επιβίωσε ως τώρα, φοβάται την τυχαιότητα, όπως πρόστρεξε έτσι θα τον εγκαταλείψει· η χαλαρότητα, λοιπόν.

Αυτό το αργό πέρασμα από την εγρήγορση στη χαλάρωση, από το κράτημα στο άφημα, από τον οπλισμό στο γυμνό, από το βάρος στην ελαφρότητα, συνέβη κάποια στιγμή, υπάρχει αν κάνει κανείς ένα ζουμ βαθύ μια στιγμή στην οποία εντοπίζεται ένα διακριτό πριν και μετά, δεν αποφεύγω τον κόπο, σκέφτομαι, αρνούμαι να διερευνήσω το οπλοστάσιο των τρικ, έγινε και το πώς δεν με νοιάζει, ίσως και να με φοβίζει, όλα πια εξηγούνται, όσα δεν εξηγούνται πετιούνται, τόση τροφή, τόσοι θησαυροί στη χωματερή της απόλυτης κατανόησης, είπαμε, ο χώρος ανάμεσα στην ποίηση και το δοκίμιο είναι ένας μη τόπος, χωρίς διακριτές ιδιότητες, δύσκολος στην περιγραφή, ασύλληπτος στην επιχείρηση της οικειοποίησης, ωστόσο γλυκός, ωστόσο παρηγορητικός, ωστόσο ανακουφιστικός, το μυαλό, όλα μυαλό είναι, μίστερ, ποια καρδιά μου λες και ποια ψυχή, εγκαταλείπει για μια στιγμή το δωμάτιο του πανικού, αναπόφευκτα θα επιστρέψει εκεί, αναπόφευκτα, ναι, αλλά θα ξέρει, θα φυλάξει θησαυρό πολύτιμο την ανάμνηση της εξόδου από εκεί, μαζί με τις υπόλοιπες εμπειρίες ευτυχούς έξωσης, θαρραλέος θα λέει ξέρω πώς, δεν θα ξέρει και θα το ξέρει, θα ελπίζει στο επόμενο νήμα, συνεχίζει.

Η αποσαφήνιση, το κυνήγι του τι θέλει να πει ο ποιητής, νιανιά το κείμενο, βίδες και ελάσματα, ο μηχανισμός στο μικροσκόπιο, ο,τι δεν εξηγείται πετιέται, χωρίς δεύτερη σκέψη, ακατανόητο φωνάζουν, άχρηστο κραυγάζουν, δεν μας νοιάζει, ψιθυρίζουμε κάποιοι, δεν μας νοιάζετε, το δυσερμήνευτο, το δυσεπίγραφο, το δυσδιάκριτο, το δυσθεώρητο, αυτό το άγνωστο μας σώζει ενίοτε, αυτή η μια νευρική σύνδεση μεταξύ εγκέφαλου και άκρου, η απόθεση στο χαρτί, από το τίποτα κάτι αναδύεται, και ας μην υπάρχει το τίποτα, ας μην ορίζεται, όπως δεν ορίζεται δικός μας ο ύπνος, εκεί που ενίοτε πετάμε, και όμως πετάμε, ναι.

Ο κασκαντέρ ξέρει πως κανένας δεν θα τον θυμάται μετά την έξοδο από την αίθουσα, τι και αν εκτέλεσε το πλέον οριακό πλάνο, τι και αν έβαλε τα χέρια του στη φωτιά έναντι της ατσαλάκωτης και απαστράπτουσας φίρμας, πρωτοσέλιδο στον τύπο και αφίσα στα δωμάτια, δεν τον νοιάζει, όσο περνάει ο καιρός όλο και λιγότερο, δεν δέχεται την πρόκληση για τη δόξα, αλλά για την πρόκληση να περάσει από εκεί που οι άλλοι λένε: επικίνδυνο, τρελό. Ο κασκαντέρ είναι ένας ποιητής που σηκώνει το βλέμμα μας από το έδαφος, το πάντα ίδιο, γνώριμα ανώμαλο έδαφος, για λίγο δεν νιώθουμε το βάρος κάτω από τα πόδια μας και αυτό το λίγο είναι πολύ, υπερβολικά πολύ, τον ευχαριστούμε, είναι ένα νήμα ακόμα να πιαστούμε.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2025

Emily St. John Mandel

Πριν από εννέα χρόνια διάβασα ένα βιβλίο που μου άρεσε πολύ, πάρα πολύ για την ακρίβεια, σχετικά με κάτι που έμελλε να το ζήσουμε τέσσερα χρόνια αργότερα, όταν ένας αδιόρατος στο μάτι ιός σκόρπισε τον πανικό και τον φόβο. Ο λόγος για το Σταθμός Έντεκα της Έμιλυ Σεντ Τζον Μάντελ, που αργότερα έγινε και πολύ ωραία τηλεοπτική σειρά. Ήταν ένα από τα βιβλία τα οποία εντός πανδημίας απέκτησαν τον χαρακτηρισμό του προφητικού, κάποιοι έτρεξαν να το διαβάσουν, κάποιοι άλλοι πισωπάτησαν, το ζούσαν ήδη, έλεγαν. Η αλήθεια είναι πως πέριξ της λογοτεχνίας της επιστημονικής φαντασίας, ένα τέτοιο εύρημα δεν βρίθει πρωτοτυπίας, αλλά αυτό συμβαίνει ακόμα και στην πιο κύρια λογοτεχνία, Η πανούκλα του Καμύ, για παράδειγμα. Γενικά η λογοτεχνία της πρωτοτυπίας συνήθως έχει κοντά πόδια, έτσι όπως εγκλωβίζεται στο ίδιο της το εύρημα.

Παρότι το βιβλίο εκείνο μου άρεσε πάρα πολύ, όταν αργότερα κυκλοφόρησαν δύο ακόμα βιβλία της γεννημένης στη Βρετανική Κολομβία του Καναδά συγγραφέας, δεν έσπευσα να τα διαβάσω, ποιος να ξέρει γιατί. Ο καιρός πέρασε και ο καιρός ήρθε και η συγκυρία βοήθησε και αποδείχτηκε καθοριστική για ακόμα μια φορά, όταν το πλαίσιο των επιλογών υπήρξε αρκετά πιο στενό και εγώ αναζητούσα ένα μυθιστόρημα να βυθιστώ μέσα του, τα δύο βιβλία της Μάντελ βρέθηκαν εκεί, μπροστά μου.

Το γυάλινο ξενοδοχείο - Emily St. John Mandel (μτφρ. Βάσια Τζανακάρη, εκδόσεις Ίκαρος)

Μια σπονδυλωτή ιστορία, με αρκετά χρονικά μπρος πίσω, με τη ζωή διαφόρων προσώπων να μπλέκεται στα γρανάζια της κοινής μοίρας, ατομικές ιστορίες που έρχονται και συναντούν γεγονότα μεγαλύτερης εμβέλειας, όπως για παράδειγμα η πρόσφατη οικονομική κρίση με την κατάρρευση τραπεζών και επενδυτικών σχημάτων, τα απόνερα της οποίας ακόμα ταλανίζουν τις αγορές και διαρκώς υπάρχει ο κίνδυνος μιας ακόμα μεγαλύτερης κρίσης, όλα αυτά σε συνδυασμό με τον ψίθυρο της ατομικής ιστορίας, την ανάγκη μας για αγάπη και νόημα, την αναζήτηση μιας πίστης που θα μας κρατήσει σε μια τροχιά περιστροφής.

Σκέφτομαι όλο και πιο έντονα τώρα τελευταία πως μια ποσοτική μέτρηση της αναγνωστικής εμπειρίας θα μπορούσε να είναι η σηματοδότηση κάθε εξόδου από την ανάγνωση του εκάστοτε βιβλίου, ακόμα και αν είναι απλώς για να τσεκάρουμε το κινητό δίπλα μας ή να σηκωθούμε να ανοίξουμε τον θερμοσίφωνα, έτσι, στο τέλος του βιβλίου, θα μπορούσαμε να τσεκάρουμε το συνεχές της ανάγνωσης, αν, ενάντια στους περισπασμούς που λαθροβιούν στα πέριξ, υπάρχει ένα ή περισσότερα κομμάτια συνεχούς ανάγνωσης, τότε αυτό κάτι θα σημαίνει για το βιβλίο και τη σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ μας, σωστά; Και να σκεφτείτε πως ακόμα και σήμερα υπάρχουν εκείνοι που θεωρούν αποκλειστικά αρνητικό τον χαρακτηρισμό πέιτζ τέρνερ για ένα μυθιστόρημα.

Σε τέτοιους ρυθμούς ένιωθα να έχω παραδοθεί διαβάζοντας Το γυάλινο ξενοδοχείο, μια ανάγνωση αχόρταγη που μπορούσε να με κρατήσει μακριά από το αναλογικό και ψηφιακό περίγυρο περισπάσεων. Η ικανότητα της Μάντελ, που ήδη γνώριζα από τον Σταθμό Έντεκα, να συνθέτει ιστορίες και να κατασκευάζει κόσμους στο όριο του ανοίκειου, ήταν και εδώ παρούσα, καθοριστική για την ανάγνωση. Και αν στο προηγούμενο βιβλίο το δόσιμο της δυστοπίας, του περιβάλλοντος εντός του οποίου κάποιοι λίγοι άνθρωποι πάλευαν να επιβιώσουν, ήταν εκείνο που κυρίως χαρακτήριζε το μυθιστόρημα και τελικώς έκρινε την επιτυχία του, εδώ ήταν ένα άλλο στοιχείο στη γραφή, στη σύλληψη και την εκτέλεση, που αποδείχθηκε καθοριστικό. Ενώ το περιβάλλον εντός του οποίου οι ατομικές ιστορίες συνέβαιναν ήταν παρόν, χαοτικό και άπειρο, η Μάντελ κατάφερε να δημιουργήσει κάποιου είδους κάψουλες απομόνωσης για τα πρόσωπα και τις ιστορίες τους, κάψουλες ωστόσο διαφανείς που επέτρεπαν τη θέα στον έξω κόσμο, μια ημιαπομόνωση κατά κάποιο τρόπο, εντός της οποίας υπήρχε έντονη η αίσθηση της ησυχίας και της επιβράδυνσης του χρόνου.

Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό το οποίο πρώτα εντόπισα στον Ντε Λίλλο, ιδιαίτερα στο ύστερο έργο του, όταν είχε πια αφήσει πίσω του τη μεγάλη φόρμα, θυμηθείτε, αν έχετε διαβάσει, το Κοσμόπολις, πώς καταφέρνει ο άτιμος να επιβραδύνει και να απομονώσει την εντός λιμουζίνας συνθήκη από τον έξω κόσμο στο κέντρο της μητρόπολης, και τότε θα έχετε μια ιδέα για όσα περιγράφω πιο πάνω για Το γυάλινο ξενοδοχείο. Αυτή η χρονική αντίστιξη, αυτό το πάγωμα του έξω χρόνου όχι τόσο για να δοθεί χώρος στον στοχασμό, όπως θα συνέβαινε σε ένα μοντερνιστικό καμβα, αλλά για να επιτραπεί να ακουστεί η ελάχιστη φωνή του ατομικού, να διαχωριστεί μια μόνο φωνή από το άπειρο σύνολο, να διακριθεί χωρίς να απομονωθεί η τριγύρω βουή που στιγμή δεν παύει. Μια τεχνική που εκτός από ένα μόντους βιβέντι, που δεν περιορίζεται μόνο εντός του βιβλίου, αποτελεί και ένα μόντους σκριβέντι, χωρίς καταφυγή σε μια περίπλοκη μεταμοντέρνα ή επιστημονικής φαντασίας κατασκευή, αλλά μια ιστορία με όρους ρεαλιστικούς, ενός σύγχρονου ρεαλισμού, μιας υπεραιχμής δύστροπης στην απομόνωσή της. Και αυτή η ησυχία, σχεδόν εκκωφαντική, είναι εκείνο που ως αίσθηση μου έμεινε από την ανάγνωση.  Ήθελα ωστόσο και άλλο, συνέχισα με το:

Η θάλασσα της ηρεμίας - Emily St John Mandel (μτφρ. Βάσια Τζανακάρη, εκδόσεις Ίκαρος)

Λίγες μόλις σελίδες ήταν αρκετές, το οπισθόφυλλο δεν το μαρτυρούσε, για να καταλάβω πως αυτό το μυθιστόρημα αποτελούσε μια (ιδιότυπη) συνέχεια των προηγούμενων και κυρίως, πιο εμφανώς αν και χαλαρά, με Το γυάλινο ξενοδοχείο.

Εδώ η Μάντελ επιλέγει ένα διαφορετικό στήσιμο για την εκ νέου σπονδυλωτή ιστορία της, σκορπίζοντας τα νήματα δράσης σε διαφορετικά χρονολογικά σημεία, ξεκινώντας από το 1912 και φτάνοντας μέχρι το 2401 και επιχειρώντας να τα συνδέσει, ένα σχέδιο αρκετά φιλόδοξο, που ωστόσο δεν είμαι βέβαιος πως πέτυχε στον ιδεατό βαθμό, χωρίς αυτό να σημαίνει πως αποτέλεσε κάποιου είδους εμπόδιο στην ανάγνωση, στην καταβρόχθιση για την ακρίβεια, αλλά να, εκ των υστέρων είναι το πιο αδύναμο των τριών, ίσως γιατί έμοιαζε να είναι και το πλέον φιλόδοξο, ο πήχης τέθηκε ψηλά αλλά η κατασκευή δεν τον υπερκέρασε, όχι με άνεση τουλάχιστον. Υπάρχουν κάποια σημεία σκοτισμένα, αδιάφορο αν αυτό έγινε συνειδητά ή όχι, τα οποία δημιουργούν μια επιπλέον τριβή, όχι γιατί δεν δίνουν μια πλήρη εξήγηση, κάτι τέτοιο ελάχιστα λογοτεχνικό θα ήταν ως αίτημα, αλλά γιατί μοιάζει να μην είναι ξεκάθαρα και αρμονικά μπλεγμένα, αλλά να, η επιτήδευση χτυπά την πόρτα, η βιάση για την ένωση. Έτσι, ενώ ξέχωρα οι ιστορίες λειτουργούν, οι συνδέσεις ανακόπτουν τη ροή, οδηγούν τον αναγνώστη στο δωμάτιο της σκέψης, στην αναζήτηση πιθανών τεχνικών σφαλμάτων και ανακριβειών. Και αν στο προηγούμενο υπήρχε η επιρροή του Ντε Λίλλο, επιρροή γόνιμη, χωνεμένη και σίγουρα λειτουργική, εδώ είναι η εικόνα του Ντέιβιντ Μίτσελ στο βάθος που αχνοφαίνεται, κυρίως το Cloud Atlas, το οποίο και διάβασα σχετικά πρόσφατα, επιρροή για την οποία στέκομαι πιο σκεπτικός.

Εννοείται πως τσέκαρα να δω αν έκτοτε έχει βγάλει κάποιο καινούργιο βιβλίο η Μάντελ, όχι, δεν έχει βγάλει, γιατί παρότι εξέφρασα τους προβληματισμούς μου για το Η θάλασσα της ηρεμίας, εντούτοις θα ήθελα κάποια στιγμή να διαβάσω κάτι ακόμα δικό της, η φιλοδοξία στις κατασκευές της υπόσχεται πολλά, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπως η σημερινή που οι αφηγήσεις γίνονται πιο απλές, πιο χειροπιαστές, πιο κοντά στην ανθρώπινη εμπειρία της καθημερινότητας, χρήσιμες και ενδιαφέρουσες και αυτές, διαφορετικές ωστόσο, συνεισφορά στην απομάγευση που επικρατεί, ενώ ο μύθος τόσο λείπει.

Μια άτυπη τριλογία η οποία θα μπορούσε να αποτυπωθεί ως: ο φόβος μας για το μέλλον - το ζοφερό παρόν - η ανάγκη μας για μύθο.

υγ. Για τον Σταθμό Έντεκα περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Κοσμόπολις εδώ, για το Cloud Atlas εδώ.

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2025

Οι Γερμανοί - Sergio del Molino

Τέσσερα περίπου χρόνια πριν, διάβασα Το δέρμα του γεννημένου το 1979 στη Μαδρίτη Σέρχιο ντελ Μολίνο, ένα βιβλίο που κάπου στις πρώτες πενήντα σελίδες σκέφτηκα σοβαρά, φλέρταρα ίσως ακριβέστερα, να το αφήσω στο πλάι, να το πετάξω ίσως ακριβέστερα, πίσω από τη ράχη του καναπέ, και μόνο η βαρεμάρα του να σηκωθώ και να πιάσω κάποιο άλλο βιβλίο με κράτησε σε αναγνωστικές ράγες. Λίγες σελίδες μετά, όλα τα είχα ξεχάσει, σκεφτόμουν, ένιωθα ίσως ακριβέστερα, πως διάβαζα ένα από τα ευφυέστερα και ιδιαίτερα βιβλία που μπορούσα να ανακαλέσω πρόχειρα. Το σκέφτομαι εκείνο το βιβλίο συχνά, μια δυο φορές έχω σκεφτεί να το εντάξω στην κατηγορία βιβλία που αδικήθηκαν, το παιγνιώδες σκηνικό που έστησε και εντός του οποίου κινήθηκε ο συγγραφέας  και πέτυχε να εντάξει το ατομικό βίωμα της αρρώστιας, ως μια ιδιότυπη κληρονομιά προς τον γιο του, διατηρεί ακόμα μια φρεσκάδα στη μνήμη μου.

Όπως είναι μάλλον εύκολο να υποθέσει κανείς, έχοντας διαβάσει τα παραπάνω, η κυκλοφορία ενός καινούριου βιβλίου του Μολίνο στα ελληνικά έκανε αρκετά καμπανάκια επιθυμίας να ηχήσουν μέσα μου, ικανά να επαναπροσδιορίσουν τις προτεραιότητες με τα βιβλία-προσεχώς. Εκείνο που δεν περίμενα, και υπήρξε ιδιαιτέρως ευχάριστη έκπληξη, ναι, συμβαίνουν και τέτοιες ακόμα και στις μέρες αυτές που ζούμε, ήταν το γεγονός πως το διάβασα σχεδόν μία και έξω, όσο μια τέτοια φράση μπορεί να περιγράψει την ανάγνωση ενός βιβλίου τετρακοσίων σελίδων. Και ήταν έκπληξη γιατί το οπισθόφυλλο ξεκινούσε κατά αυτόν τον τρόπο: Το 1916, μεσούντος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, δύο πλοία με περισσότερους από εξακόσιους Γερμανούς φτάνουν στο λιμάνι του Κάδιθ από το Καμερούν. Και ένα οπισθόφυλλο που ξεκινάει κατά αυτόν τον τρόπο, δίνοντας ένα σχετικά μακρινό παρελθοντικό χωροχρονικό πλαίσιο, δεν μου εξάπτει την αναγνωστική περιέργεια, αντίθετα τη ναρκώνει, τη μετατρέπει σε μια αστήρικτη, ναι, αυθαίρετη, σίγουρα, στερεοτυπική, προφανώς, αδιαφορία. Ήταν όμως το βιβλίο ενός συγγραφέα που τέσσερα περίπου χρόνια πριν, διαβάζοντας Το δέρμα, που παραλίγο να πετάξω πίσω από την πλάτη του καναπέ, με εξέπληξε και βρήκε τη θέση του ανάμεσα στα πλέον ευφυή και ιδιαίτερα βιβλία που έχω διαβάσει. Έτσι ξεκίνησε η ανάγνωση αυτή, με την ανάμνηση μιας τερατώδους έντασης κατάρρευση ενός ορίζοντα προσδοκιών.

Οι Γερμανοί εκείνοι, φτάνοντας στο Κάδιθ, εκδιωγμένοι από τις αποικίες στο Καμερούν, θα εγκατασταθούν στη Θαραγόθα, όπου και θα δημιουργήσουν μια παροικία οικονομικά και κοινωνικά εύρωστη. Μια ιστορία που ελάχιστα γνωστή είναι ακόμα και στους πλέον σκληροπυρηνικούς λάτρεις της ιστορίας. Μια παροικία, όχι ιδιαίτερα μακριά από τη μητέρα πατρίδα, που εξ αποστάσεως θα διαβεί όλα όσα συνέβησαν και κορυφώθηκαν με τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο αφηγηματικός χρόνος είναι παροντικός, μεγάλο μέρος της ιστορίας ωστόσο αποτελεί προϊόν αναλήψεων από τον ταμιευτήρα του παρελθόντος, συνοπτικά θα μπορούσαμε να πούμε πως το μυθιστόρημα έχει να κάνει με τα κρυμμένα μυστικά του παρελθόντος, που όπως το νερό τα πτώματα, τα αφήνει κάποια στιγμή να αναδυθούν στο παρόν και να προκαλέσουν αναπόφευκτες αντιδράσεις.

Η οικογένεια Σούστερ. Ο παππούς του Γκάμπι, του Φέδε και της Εύα, ήταν ανάμεσα σε εκείνους του Γερμανούς που ξέμειναν και ρίζωσαν στη Θαραγόθα, ιδρύοντας και τρέχοντας μια διάσημη αλλαντοβιομηχανία, που με τα χρόνια παράκμασε. Στην κηδεία του Γκάμπι, σχετικά διάσημου τραγουδοποιού, θα συναντηθούν τα εναπομείναντα μέλη της οικογένειας και κάποιοι φίλοι, εκεί, ανάμεσα στα κακοδιατηρημένα μνήματα στο γερμανικό νεκροταφείο, η ιστορία αυτή θα μπει σε ράγες.

Ο Μολίνο εκκινά από μια πραγματική ιστορία, ελάχιστα γνωστή ακόμα και στους Ισπανούς, πάνω στην οποία τυχαία έπεσε και του κέντρισε το ενδιαφέρον, του γονιμοποίησε τη φαντασία, τον έστειλε στην καρέκλα μπροστά στην οθόνη και έτσι έγραψε το μυθιστόρημα αυτό, διευκρινίζοντας πως πέραν της αρχικής άφιξης και εγκαθίδρυσης εκείνων των Γερμανών, όλα τα υπόλοιπα είναι προϊόν μυθοπλασίας. Αφηγηματικά παίρνει την απόφαση να δώσει τον λόγο σε κάποια σημαντικά πρόσωπα της πλοκής και εκείνα σε πρώτο πρόσωπο, καθώς τα κεφάλαια εναλλάσσονται, υπηρετούν, το καθένα από την πλευρά του, την προώθηση της πλοκής, μέχρι τα κομμάτια του παζλ να μπουν στη θέση τους, να συνθέσουν τη μεγάλη εικόνα της ιστορίας που ο Μολίνο θέλησε να πει.

Αντίθετα με το Δέρμα, εδώ το παιγνιώδες ελάχιστο ρόλο διαδραματίζει, με πιο κλασσικότροπες αποφάσεις να λαμβάνονται, άλλωστε, μυθιστορήματα όπως αυτό πια δεν θεωρούνται και τόσο υβριδικά, ούτε ως δομή και φόρμα προκαλούν τον εντυπωσιασμό, το είδος του ιστορικού μυθιστορήματος έχει διανύσει τεράστιες αποστάσεις, έχει γεφυρώσει το χάσμα που αρχικά υπήρξε ανάμεσα στη μη μυθοπλαστική λογοτεχνία συγγραφέων όπως ο Γουόλς ή ο Καπότε και τη λογοτεχνία, οι απαρχές της χάνονται στα βάθη της αφήγησης, που στηρίζεται ή διαπραγματεύεται ιστορικά γεγονότα. Χωρίς να εγκλωβίζομαι στην ισπανόφωνη λογοτεχνία, ένας από τους αγαπημένους μου, ο πλέον αγαπημένος μου συγγραφέας ιστορικών μυθιστορημάτων, είναι ο Χαβιέρ Θέρκας. Οι Γερμανοί θα μπορούσαν να είναι ένα δικό του βιβλίο και αυτό με ουδεμία επιτίμηση δεν το λέω, αλλά ως κομπλιμέντο και μάλιστα γενναιόδωρο, που θέτει τον πήχη ιδιαιτέρως ψηλά για το προσωπικό μου αναγνωστικό γούστο, που έτσι δοσμένο δικαιολογεί, μάλλον, το γεγονός της φρενήρης ανάγνωσης σε αντιδιαστολή με το χωροχρονικό παρελθοντικό πλαίσιο το οποίο διόλου δελεαστικό, είπα ήδη, δεν μου φαίνεται.

Όχι αποκλειστικά λόγω της χρήσης της πρωτοπρόσωπης και ταυτόχρονα πολυπρόσωπης αφήγησης, αλλά και εξαιτίας της όσης δουλειάς ο Μολίνο έκανε, φανερά ή υπόγεια, με τα πρόσωπα της πλοκής, πέτυχε να τα εμπλέξει συναισθηματικά σε αυτό τον λαβύρινθο από μυστικά, τη μικρή ατομική ιστορία στις δαγκάνες της μεγάλης μήτρας. Αυτή η εμπλοκή, που συντηρεί και γιγαντώνει την απαραίτητη σε αυτό το είδος λογοτεχνίας αληθοφάνεια, σε συνδυασμό με την προφανή αφηγηματική άνεση που χαρακτηρίζει την πρόζα του Μολίνο, αλλά και την ικανότητα του να ράβει μικρές λεπτομέρειες στο σώμα της κυρίως πλοκής, είναι τα τρία βασικά χαρακτηριστικά που επιτρέπουν στο μυθιστόρημα να κυλήσει χωρίς τριβές που θα μπορούσαν να το εκτρέψουν της πορείας του, χαρίζοντας μια χορταστική ανάγνωση, πετυχαίνοντας πέρα από την αυτή καθαυτή αφήγηση της ιστορίας να γίνει μια διαρκώς παρούσα διαπραγμάτευση σχετικά και γύρω από τη γειτνίαση με το κακό, το πώς η προσωπική μας ιστορία μπορεί ανά πάσα στιγμή να εξοβελιστεί σε άγνωστες και τερατώδεις επικράτειες, που ποτέ δεν θα μπορούσαμε ούτε καν να φανταστούμε, το πώς οι μικρές αφηγήσεις έχουν τα σκοτεινά σημεία τους, τις παραπλανήσεις και τις σιωπές τους, το πώς ο καθένας μας αφηγείται, ή επιχειρεί να αφηγηθεί, με τον τρόπο του την ιστορία του, να τη φέρει στα μέτρα του και να τη σμιλέψει.

υγ. Για Το δέρμα περισσότερα θα βρείτε εδώ, ένα πρώτο νήμα για τα βιβλία του Θέρκας εδώ.

Μετάφραση Μαρία Παλαιολόγου
Εκδόσεις Ίκαρος

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2024

Grand Hotel Europa - Ilja Leonard Pfeijffer

Μετά πολλών επαίνων κυκλοφόρησε το βιβλίο αυτό, το πρώτο έργο του Ολλανδού Ίλια Λέοναρντ Πφέιφερ που μεταφράζεται στα ελληνικά, δια χειρός Μαργαρίτας Μπονάτσου και σε φροντίδα των εκδόσεων Ίκαρος. Στο οπισθόφυλλο ο αναγνώστης διαβάζει και διαμορφώνει προσδοκίες και επιφυλάξεις: «Ένα χειμαρρώδες, ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα για τις πολλαπλές αντιφάσεις της ευρωπαϊκής ταυτότητας, με επίκεντρο ένα παλιό ξενοδοχείο που πασχίζει να ισορροπήσει ανάμεσα στο σήμερα και το χθες». Εγώ ήθελα ένα πολυσέλιδο, σύγχρονο μυθιστόρημα, μια παράλληλη πραγματικότητα, στην οποία να επιστρέφω κατά βούληση.

Πρωτοπρόσωπος αφηγητής της ιστορίας είναι ο ίδιος ο συγγραφέας. Έφτασε στο πάλαι ποτέ περιζήτητο και γεμάτο λάμψη ξενοδοχείο Grand Hotel Europa, πλέον σε παρακμή και σε μετάβαση καθώς ένας βαθύπλουτος Κινέζος το αγόρασε μόλις πρόσφατα, γυρεύοντας καταφύγιο μετά το άδοξο και θλιμμένο τέλος μιας ερωτικής σχέσης, με σκοπό να αναστοχαστεί και να αναζητήσει θαλπωρή στη γραφή, σε έναν μη τόπο όπως είναι ένα ξενοδοχείο και δη σε μετάβαση. Η ακριβής τοποθεσία του ξενοδοχείου δεν κατονομάζεται, παρά μόνο η αίσθηση πως βρίσκεται κάπου στην καρδιά της Ευρώπης. Η αρχή έθρεψε περαιτέρω τις αναγνωστικές προσδοκίες μου, καθώς τα βιβλία με ήρωα-αφηγητή τον ίδιο τον συγγραφέα και τη διαδικασία της συγγραφής στο επίκεντρο είναι ιδιαιτέρως του γούστου μου, η αναγνωστική ζώνη άνεσης που συχνά έχω ανάγκη.

Η συναισθηματική ένταση της αφήγησης προσφέρει το απαραίτητο καύσιμο για την εκκίνηση. Με διαρκείς χρονικές εναλλαγές, τα όσα προηγήθηκαν στο πρόσφατο παρελθόν και εκείνα που διαδραματίζονται στην καθημερινότητα του συγγραφέα στο ξενοδοχείο, ο Πφέιφερ δημιουργεί ένα ιδανικό περιβάλλον επώασης και ανάπτυξης της ιστορίας, η οποία θα καταλήξει, στο ένα της σκέλος, στο τέλος της σχέσης τού συγγραφέα με την ειδικό στην ιστορία της τέχνης Κλιό, που πίστευε πως είναι ο έρωτας της ζωής του. Είναι στην ουσία ένα ημερολόγιο γραφής, το ξεδίπλωμα ενός πλάνου που καλείται να ικανοποιήσει δύο στοχεύσεις, την επανεξέταση, και ει δυνατόν την επούλωση, της ερωτικής ιστορίας, αλλά και τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος σχετικά με τη ζωή ενός εκπατρισμένου Ολλανδού που τα τελευταία χρόνια ζει στην Ιταλία, πρώτα στη Γένοβα και ύστερα στη Μέκκα του τουρισμού Βενετία, με θέμα την ακραία τουριστικοποίηση των τελευταίων χρόνων, ένα μυθιστόρημα ικανό επιπλέον να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του εκδοτικού οίκου αλλά και του αναγνωστικού κοινού.

Το Grand Hotel Europa δεν είναι ένα μυθιστόρημα, αλλά το προσχέδιο συγγραφής ενός μυθιστορήματος, σελίδες ημερολογίου, σκέψεων και σημειώσεων σχετικά με την επικείμενη συγγραφή. Αυτό είναι το σημείο κλειδί στο βιβλίο, το προτέρημα και το μειονέκτημα, ανάλογα την οπτική γωνία που ο αναγνώστης θα επιλέξει. Δυο ή τρεις φορές, σκέφτηκα να το εγκαταλείψω και μόνο η λοξή σκέψη πως ο συγγραφέας υπονομεύει το ίδιο του το βιβλίο με κράτησε στην ανάγνωση ως το τέλος. Αντιλαμβάνομαι πλήρως πως η σκέψη αυτή δεν μπορεί να καταστήσει ευπώλητο ένα βιβλίο μέσα από μια ευρεία αναγνωστική υποδοχή και αυτό καθιστά ακόμα πιο έντονο του στοιχείο της συνειδητής υπονόμευσης από πλευράς συγγραφέα. Η αναμειγμένη γλώσσα, κομμάτια που δεν θα περιλαμβάνονταν στην τελική εκδοχή, αλλά και άλλα που διακρίνονται για τις λογοτεχνικές τους αρετές, ξενίζει και πετάει διαρκώς έξω τον πιθανά απογοητευμένο αναγνώστη, που στο οπισθόφυλλο αντίκρισε υποσχέσεις για αναλογίες με υψηλές λογοτεχνικές κορυφές.

Το προσχέδιο της μυθιστορηματικής κατασκευής υπερισχύει του όποιου αυτοβιογραφικού ενδιαφέροντος σε μια εποχή που η αυτομυθοπλασία κυριαρχεί, αντίθετα, αποδεικνύεται ιδανικό για να συμπεριλάβει τις σκέψεις του συγγραφέα για διάφορα ζητήματα όπως η μυθοπλαστική διαδικασία, το καταφύγιο με προσδοκία ίασης στη γραφή, την υπερτουριστικοποίηση της σύγχρονης εποχής και το προσφυγικό, στοιχεία που υπό άλλες συνθήκες δύσκολα θα μπορούσαν να συνυπάρξουν χωρίς να βαραίνουν το τελικό αποτέλεσμα. Και είναι αυτή η λοξή, και κάπως παράδοξη, αναγνωστική ματιά που επιτρέπει στις αρετές του Grand Hotel Europa να διαφανούν και έτσι να σιγήσουν οι όποιες σκέψεις μιας γεμάτης απογοήτευση εγκατάλειψης. Ο υπονομευτικός χαρακτήρας του βιβλίου αυτού εκβάλλει κυρίως από την τοποθέτηση του ίδιου του συγγραφέα ανάμεσα στα πρόσωπα της πλοκής, μια πρόθεση αυτοσαρκασμού αναβλύζει, καθώς, πώς αλλιώς, ο ίδιος είναι αναπόσπαστο μέρος πολλών αντιφάσεων, στο όριο του κωμικού, που κυριαρχούν στις μέρες μας. Τα κωμικά μέρη του βιβλίου, και είναι αρκετά αυτά, μετεωρίζονται στο χείλος της τραγικής πραγματικότητας, αστείες αλλά ταυτόχρονα θλιβερές όψεις της ευρωπαϊκής, και όχι μόνο, σύγχρονης συνθήκης.

Η ανεμπόδιστη θέα στην, έστω και κατασκευασμένη, διαδικασία συγγραφής, οι συγγραφικές προθέσεις που δεν χαρακτηρίζονται από μια, προφανώς επίσης κατασκευασμένη, αγνή ανάγκη, αλλά απαρτίζονται από φιλοδοξίες και την κυρίαρχη επιθυμία για δόξα και χρήμα, η απεγνωσμένη προσπάθεια του συγγραφέα να επιβιβαστεί στο άρμα της συγχρονίας, αλλά και η βαθιά ανάγκη για τη διατήρηση και φροντίδα της αυτοεικόνας του, όχι μόνο στον εξωτερικό παρατηρητή αλλά και στα μάτια του ίδιου του αφηγηματικού υποκειμένου, τα παρελκόμενα της συγγραφής λογοτεχνίας, όπως τα επί πληρωμή άρθρα στον τύπο και το κυνήγι επιχορηγήσεων και υποτροφιών, η ματαιοδοξία, η ταυτόχρονη συνύπαρξη του παρελθόντος και του παρόντος ως πρώτες ύλες ενός υπό κατασκευή μυθιστορήματος, όλα αυτά συστατικά ενός πολυσέλιδου βιβλίου, που δεν δοκιμάζει στιγμή να καμουφλάρει τον βερμπαλισμό και τον ανοικονόμητο χαρακτήρα του.

Μια μεταμοντέρνα συνθήκη, έντονα επίπλαστη, είναι το βιβλίο αυτό, ένας σαρκασμός επί του περιβάλλοντος κόσμου, μέρος του οποίου αναπόφευκτα είναι και η λογοτεχνία. Ο Πφέιφερ –κρίνοντας εντελώς υποκειμενικά και πιθανώς λανθασμένα– πετυχαίνει μια παράδοξη σύνθεση, όχι λογοτεχνική με μια αυστηρή θεωρητική ομαδοποίηση, παραδίδει ένα υβριδικό λογοτέχνημα που πιθανώς να ενοχλήσει και να απογοητεύσει, εκτός και αν, όπως προείπα, ιδωθεί από μια διαφορετική γωνία θέασης, άλλωστε, τις σελίδες μοιάζει να τις διαπνέει το ερώτημα: πώς αναμένει κανείς να γραφτεί λογοτεχνία αξιώσεων στη σημερινή εποχή και με τις υπάρχουσες συνθήκες, πώς αναμένει κανείς να διαβάσει ένα Μαγικό βουνό, την εμφανέστερη ίσως διακειμενικότητα του βιβλίου, σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον όπου το οικείο και η απομάγευση διατηρούν σφιχτά τα σκήπτρα, ή, για να μείνουμε στον Τόμας Μαν, πώς να γραφτεί ένα μυθιστόρημα που να διαδραματίζεται στη σημερινή Βενετία; Και ίσως, ιδωμένο υπό αυτό το πρίσμα, το βιβλίο αυτό όντως φέρει με ιδιαίτερη οξυδέρκεια μια ματιά στη συγχρονία, πετυχαίνοντας να αποτυπώσει με λογοτεχνική επίφαση τον κόσμο γύρω μας. Και ίσως τότε, το απογοητευτικό δεν είναι το ίδιο το βιβλίο αλλά η ρεαλιστική αποτύπωση της περιρρέουσας ατμόσφαιρας.

Καιρό είχα να διαβάσω ένα βιβλίο που να μου προκαλεί ταυτόχρονα τόσο αντιφατικά συναισθήματα, που ενώ σκέφτομαι να το εγκαταλείψω να συνεχίζω με βουλιμία την ανάγνωση, και σήμερα, μέρες μετά το πέρας της ανάγνωσης, ακόμα να μην μπορώ με βεβαιότητα να αποφανθώ, ενώ η σκέψη μου επιστρέφει διαρκώς στις σελίδες του. Και αυτό λίγο δεν το λες.

Μετάφραση Μαργαρίτα Μπονάτσου
Εκδόσεις Ίκαρος 

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2024

Μοντεβιδέο - Enrique Vila-Matas

Αν θεωρήσουμε πως όντως υπάρχει μια λογοτεχνική υποκατηγορία που αποκαλείται βιβλιοφιλική, τότε ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας μετά βεβαιότητας είναι ο πλέον επιφανής εκφραστής της. Μια λογοτεχνία για τη λογοτεχνία, συχνά αμφιλεγόμενη ως προς τα κίνητρα, τους σκοπούς και τα γεννήματά της, αυτοτροφοδοτούμενη και στην καλή της εκδοχή, όπως στην περίπτωση του Μοντεβιδέο, άκρως γοητευτική αναγνωστικά. Γεννημένος το 1948 στη Βαρκελώνη, ο πολυγραφότατος Βίλα-Μάτας αντλεί έμπνευση από τη μυθοπλασία και αποτίει φόρο τιμής σ' αυτήν και τους εκφραστές της, υπενθυμίζοντάς μας κάτι που συχνά αφηνόμαστε να ξεχάσουμε: οι συγγραφείς είναι φανατικοί αναγνώστες, πιστοί της λογοτεχνίας, που ζουν μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς τους τριγυρνώντας στα σοκάκια και τις λεωφόρους της.

Ο Βίλα-Μάτας, παρέα με τον Θέρκας και τον εκλιπόντα Μαρίας, αποτελεί κορυφή της σύγχρονης οροσειράς της ισπανικής λογοτεχνίας. Αφηγηματική άνεση, αχαλίνωτη φαντασία, αιχμηρό χιούμορ, αγάπη για τη λογοτεχνία και παιγνιώδης διάθεση· αυτά είναι τα πλέον αναγνωρίσιμα συστατικά του λογοτεχνικού του σύμπαντος, του τρόπου με τον οποίο περιδιαβαίνει, εμπνέεται και δημιουργεί ανάμεσα στις γραμμές της λογοτεχνίας που με πάθος αγαπά.

Σε πρώτο πρόσωπο, ο αφηγητής πιάνει το νήμα από τότε που αποφάσισε, όπως τόσοι και τόσοι, να εγκατασταθεί στο Παρίσι με την πρόθεση να γίνει συγγραφέας της δεκαετίας του '20. Ωστόσο σύντομα καταλήφθηκε από μια υπέρμετρη τεμπελιά, μνημειακών διαστάσεων, μια ρέκλα τεράστια. Όχι μόνο εγκατέλειψε κάθε πρόθεση συγγραφής, ζώντας στο περιθώριο και κάνοντας ύποπτες συναλλαγές στα σκοτεινά, αλλά σε κάθε ευκαιρία φρόντιζε να διατυμπανίζει: «Το ξέρετε ότι σταμάτησα να γράφω, ε;». Έτσι κύλησαν εκείνα τα δύο χρόνια. Ο αφηγητής-συγγραφέας καταφεύγει στη συγγραφή για να αφηγηθεί μια ιστορία εγκατάλειψης της συγγραφής, θέτοντας έτσι τις βάσεις της κατασκευής, τον καταστατικά υπονομευτικό χαρακτήρα της. Με μια υπόνοια αυτομυθοπλασίας στο επίκεντρο, συχνά στόχος ενός βιτριολικού σαρκασμού, θεωρητικοποιεί με φαινομενική ελαφρότητα και διάθεση σάτιρας την πράξη της συγγραφής, συνοψίζει πέντε κυρίαρχες τάσεις στις οποίες μπορούν να χωριστούν οι συγγραφείς, σίγουρος ωστόσο πως ξεχνά και μια έκτη.

Με πλήθος διακειμενικών αναφορών, ο αφηγητής κατατοπίζει με ακρίβεια τον αναγνώστη στον προσωπικό του χάρτη, εντός του οποίου κινείται, αναζητώντας τη δική του θέση. Θα δεχτεί με χαρά και προθυμία μια πρόσκληση για να παραβρεθεί στο Μοντεβιδέο. Εκεί μετά μανίας ζητά να επισκεφτεί το δωμάτιο του ξενοδοχείου που έμεινε ο Κορτάσαρ κάποτε και έγραψε το διήγημα Η κρυμμένη μεσόπορτα, που ανήκει τόσο στον κόσμο της πραγματικότητας όσο και της φαντασίας. Η μεσόπορτα, κρυμμένη πίσω από μια ντουλάπα, είναι εκείνη που διαχωρίζει και συνδέει τους δύο αυτούς κόσμους. Η αναζήτησή της είναι εκείνη που θα πυροδοτήσει την κυρίως πλοκή της αφήγησης, εκεί που η φαινομενική πραγματικότητα θα συναντηθεί με τη μυθοπλασία και κάπως έτσι ο αφηγητής της ιστορίας θα μετατραπεί σε πρωταγωνιστή της.

Όλα τα προαναφερθέντα συστατικά του συγγραφικού σύμπαντος του Βίλα-Μάτας είναι παρόντα σε ζυγισμένη με ακρίβεια αναλογία. Εκείνο που, και εδώ, ξεχωρίζει είναι η ικανότητα του συγγραφέα να προσαρμόζει την ενδοκειμενική ατμόσφαιρα στις συνθήκες του υπό εξέταση έργου ή δημιουργού. Το αφήγημα, άπαξ και αναδυθεί το νήμα που το ενώνει με το διήγημα του Κορτάσαρ, μεταμορφώνεται και προσομοιάζει σε αυτό. Για τον Βίλα-Μάτας, το διήγημα του Κορτάσαρ δεν είναι απλώς μια πρώτη ύλη ή μια αφορμή, αλλά μια σύμβαση που αναδεικνύει την αναγνωστική του δεινότητα και καθρεφτίζει την εμμονή με την οποία ο αφηγητής μπλέκεται στην αναζήτηση του δωματίου με τη μεσόπορτα, του τρόπου με τον οποίο πραγματικότητα και λογοτεχνία αλληλοκαλύπτονται.

Η αναγνωστική απόλαυση στα βιβλία του Βίλα-Μάτας δεν περιορίζεται ποτέ στα όρια της αφήγησης, αλλά επεκτείνεται στην ανάγκη, στη λαχτάρα καλύτερα, του αναγνώστη να διαβάσει ξανά και με άλλο μάτι το διήγημα του Κορτάσαρ, να συντάξει μια λίστα με συγγραφείς και έργα. Το πάθος για τη λογοτεχνία, που τόσο λείπει από την καθημερινότητα, στα βιβλία του Βίλα-Μάτας βρίσκεται σε γενναιόδωρη περίσσεια. Το Μοντεβιδέο είναι χαρακτηριστικό δείγμα γραφής ενός σπουδαίου συγγραφέα που δεν διστάζει να φανερώσει τις εμμονές και τα πάθη του, αναμετράται μαζί τους και, έτσι, παίζοντας το λογοτεχνικό παιχνίδι με την προσήλωση παιδιού επιφέρει καίριο πλήγμα στην πλήξη και τη σοβαροφάνεια.

υγ. Πριν επτά χρόνια είχα διαβάσει το Στο Κάσελ δεν υπάρχει λογική, περισσότερα εδώ.
υγ.2 Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών.
 
Μετάφραση Ναννά Παπανικολάου
Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη 9 Μαΐου 2024

Ιδιωτικές άβυσσοι - Gianfranco Calligarich

Η αναγνωστική εμπειρία, ως δυναμική διεργασία σε παραλληλία με την αναλογική ζωή, εμπεριέχει συχνά εξωλογοτεχνικά χαρακτηριστικά που τη διαμορφώνουν και την καθορίζουν. Καλοκαίρι του '22 και ακόμα μια φορά η ζωή άλλαζε ριζικά και αναπάντεχα. Υποκείμενο της ρουτίνας και της γνώσης, δυσκολεύτηκα αρκετά. Η αναμονή της επερχόμενης αλλαγής είναι το πλέον δύσκολο σκέλος, βασίλειο στο οποίο η θεωρία, με το προσωπείο του τρόμου, ας μη γελιόμαστε μεταξύ μας, ασκεί μοναρχία. Ούτε που θυμάμαι πόσα βιβλία άφησα τελικά αδιάβαστα εκείνον τον Αύγουστο, ίσως πάνω από δέκα, βιβλία ταλαιπωρημένα από τη συνύπαρξη μέσα στη τσάντα θαλάσσης παρέα με αντηλιακά και τάπερ τροφής. Ο Σεπτέμβρης ήρθε και ελάχιστα κείμενα είχα για το παρόν ιστολόγιο, μέχρι και να το παρατήσω σκέφτηκα, σε τέτοιο τέλμα ένιωθα χωμένος. Η ομοιοπαθητική είναι η μόνη θεραπευτική διέξοδος για το αναγνωστικό μπλοκάρισμα. Έριξα μια ακόμα ζαριά, έπιασα στα χέρια μου Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη, ενός Ιταλού, του Τζανφράνκο Καλίγκαριτς, που αγνοούσα πλήρως.

Και η ζαριά ήταν καλή, παρότι έφυγε από τρεμάμενα και ανασφαλή χέρια προς μια επιφάνεια μάλλον ανώμαλη, η πείνα για αφήγηση επανήλθε, η ανάγνωση θα με συνόδευε και σε αυτή την στροφή που έδειχνε ανυπέρβλητα ανηφορική. Δεκάδες φορές έχω επαναλάβει πόσο συγκινητικό είναι ένας συγγραφέας που δεν σε ξέρει να βοηθάει την παρτίδα να σωθεί, κάτι που η φιλολογία αδυνατεί να διακρίνει και να θεωρητικοποιήσει. Ο Καλίγκαριτς απέκτησε μια εξέχουσα θέση στην αναγνωστική μου καρδιά, άγνωστος μεταξύ γνωστών που συνέβαλλαν στην απαραίτητη ορθοπεταλιά προς το νέο και άγνωστο μονοπάτι που ανοιγόταν εμπρός μου. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να υπεραμυνθώ περαιτέρω της επιλογής μου να διαβάσω σχεδόν ταυτόχρονα με την κυκλοφορία του το επόμενο μυθιστόρημα του Καλίγκαριτς, με την καθοριστική μεταφραστική φροντίδα της Δήμητρας Δότση. Ιδιωτικές άβυσσοι.

Διατρέχοντας την εργοβιογραφικό σημείωμα του, γεννημένου το 1947, συγγραφέα, παρατηρεί κανείς ένα μεγάλο χρονικό κενό ανάμεσα στο πρώτο του μυθιστόρημα (Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη, 1973) και το επόμενο (Posta prioritaria, 2002). Επίσης, η κυκλοφορία του Ιδιωτικές άβυσσοι το 2011 αποδείχτηκε καθοριστική, τα προηγούμενα δύο βιβλία του επανακυκλοφόρησαν, ενώ ακόμα τέσσερα έγραψε έκτοτε, σε μια περίοδο ιδιαίτερα γόνιμη, ένας συγγραφέας που επανασυστήθηκε στο αναγνωστικό κοινό της γείτονος χώρας, βρίσκοντας, παράλληλα, μεταφραστική διέξοδο προς άλλες αγορές, όπως συνέβη και στα καθ' ημάς, άλλωστε.

Λοιπόν. Ίσως τώρα είναι η κατάλληλη ευκαιρία να πω γιατί ξαναθυμήθηκα τούτη την ιστορία. Ας πούμε πως όλα οφείλονται στο μακρύ, κουραστικό ταξίδι που έκανα με το αυτοκίνητο μέχρι την πρωτεύουσα για να πω το τελευταίο αντίο στον γερο-Σανταντρέα. Ξαπλωμένο, παρελθόντος ορίου ηλικίας γαρ, στο ξύλινο κοστούμι του. Στη σκιά των κυπαρισσιών. Ένα ταξίδι που στην περίπτωσή μου αποδείχτηκε εξουθενωτικό λόγω των διουρητικών που παίρνω για την τόνωση του αδύναμου καρδιακού μου μυ, προκειμένου να καθυστερήσω το αναπόδραστο τέλος. Διευκρίνηση όχι και τόσο ανώφελη, μιας και γι' αυτό ακριβώς έχω σκοπό να μιλήσω. Για τον σκοτεινό μυ που, όταν βρίσκεται σε λειτουργία, πάλλεται επίμονος μέσα στη θωρακική κοιλότητα των ανθρώπων μέχρι τον ύστατο, τελεσίδικο χτύπο του.

Ο νεκρός, ο γερο-Σανταντρέα, είχε ένα μπαρ στη Ρώμη, με το όνομα Ξανακερδισμένος Χρόνος (ένα κλείσιμο του ματιού στην προυστική αναζήτηση), σε μια γειτονιά που στα τέλη της δεκαετίας του '60 βρισκόταν σε αναβρασμό, χωρίς ακόμα να έχει παραδοθεί ηττημένη στην τουριστική επέλαση. Ο αφηγητής της ιστορίας αυτής περνούσε κάποια διαστήματα στην πρωτεύουσα και υπήρξε τακτικός θαμώνας του μικρόκοσμου που διαμορφώνεται από τις δύο πλευρές μιας μπάρας. Επαγγελματίας τζογαδόρος, όσο παράδοξος και αν μοιάζει το επαγγελματίας ως ζευγάρι του τζόγου, ζει τα τελευταία χρόνια σε μια παραθαλάσσια περιοχή που το καζίνο της, παρότι ερημώνει, παραμένει ανοιχτό όλο τον χρόνο, ακόμα και μετά το τέλος της τουριστικής σεζόν. Η επίσκεψη στη Ρώμη, με αφορμή τον θάνατο του Σανταντρέα, ενεργοποιεί τα θραύσματα της μνήμης, επαναφέρει εκείνο το καλοκαίρι στο βάθος του ορίζοντα. Κάπου διάβασα και συμφωνώ πως παρότι είναι δύσκολο να επιβεβαιώσουμε τον μηχανισμό με τον οποίο η μνήμη λειτουργεί, συγκρατώντας και απορρίπτοντας καρέ και λεπτομέρειες κατά ιδία βούληση, είμαστε μάλλον βέβαιοι πως ό,τι τελικά συγκρατεί διαθέτει κάποια εγγενή αξία.

Είναι η ιστορία ενός βιαστικού γάμου, που σύντομα αποδείχτηκε δυσλειτουργικός στον πυρήνα εκ του οποίου κάθε ερωτικός δεσμός τρέφεται και αυτός δεν είναι άλλος από τη σεξουαλική επικοινωνία και συνδιαλλαγή των δύο μερών. Εκείνος, γόνος βιομηχάνων, είχε λάβει περιθώριο μια δεκαετία σουλατσαρίσματος πριν γυρίσει στη Γένοβα για να αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση, εκείνη, κόρη Ελβετού τραπεζίτη, ορφανή πια, με το τραύμα της μητρικής απώλειας ανοιχτό και σε αιμορραγία. Ο αφηγητής έγινε αυτόπτης μάρτυρας της ιστορίας αυτής, θυμίζοντας ως ένα βαθμό τον αφηγητή του Καρδιά τόσο άσπρη, και κυρίως εκείνο το καθοριστικό: δεν θέλησα να μάθω και όμως έμαθα. Η αξιοπιστία του αφηγητή δέχεται εξ αρχής καθοριστικά πλήγματα, η συμπλήρωση των κενών και η ολοκλήρωση της ιστορίας εν πολλοίς αφήνεται σε μαρτυρίες τρίτων, κυρίως του Σανταντρέα, και προσωπικά γεφυρώματα.

Ο Καλίγκαριτς, ήδη από Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη, έδειξε πως διαθέτει μια γοητευτική πρόζα, ποιητική και στακάτη, με διαρκή χρήση δινών και επαναλαμβανόμενων φράσεων, ιδανική για ανάσυρση στιγμών από το νοσταλγικό βασίλειο της νεότητος. Γιατί, μπορεί σε αυτή την ιστορία να υπήρξε απλώς ένας τριτοτέταρτος κομπάρσος, ωστόσο υπήρξε ταυτόχρονα νέος, με όσα δεινά και θαύματα η νεότητα επιφέρει, και αυτό είναι κάτι που στιγμή δεν πρέπει να αμελούμε διαβάζοντας (και) αυτή την αφήγηση. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση ικανοποιεί την ύπαρξη μιας συναισθηματικής απόστασης, η εγγύτητα του αφηγητή ωστόσο προσδίδει και το απαραίτητο συναίσθημα, έστω και στο περιθώριο, καύσιμο ικανό για να διανύσει τη διαδρομή μέχρι να επιστρέψει πίσω στο καζίνο της ανεμοδαρμένης ακτής.

Η κεντρική ιστορία φέρει μαζί της διάφορες διακλαδώσεις, άλλες μικρότερες ιδιωτικές αβύσσους, αλλά και την εποχή εκείνη στο σύνολό της, με τη συνυφασμένη νοσταλγία σε αντιδιαστολή με το παρόν της αφήγησης, τότε, ο Μάης υποσχέθηκε μια αλλαγή, η αθέτηση της οποίας άφησε πίσω της ποδοπατημένες ελπίδες για τη διόρθωση της αδικίας, όταν το κοινωνικό προνόμιο κατέστησε ουτοπικές και δονκιχωτικές τις κουβέντες και τη θεωρία για παραίτηση και παραχώρηση. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως το μυθιστόρημα αυτό ως κεντρικό του θέμα έχει την εκ των υστέρων κριτική της αλλοτρίωσης και του κομφορμισμού, που σε παρόντα χρόνο θα ήταν μάλλον αδύνατο να εντοπιστεί από τα ίδια τα υποκείμενα, που στον δικό τους μικρόκοσμο πίστευαν πως επαναστατούν. Αλλά και η ιστορία μιας πόλης, κυρίως του κέντρου της, που, από ζωντανός και παλλόμενος καρδιακός μυς, μετουσιώθηκε σε τουριστικό αξιοθέατο.

Ο τρόπος με τον οποίο ένας τζογαδόρος μαθαίνει με τα χρόνια, σίγουρα αν θεωρείται επαγγελματίας, όπως στην περίπτωσή μας, να ελέγχει το συναίσθημά του, να μην φανερώνει τι φύλλο κρατάει, αποδεικνύεται μια συγγραφική επιλογή καθοριστικής σημασίας, μια διέξοδος αποφυγής μιας πτώσης στο γλυκερό ζουμί του παρελθόντος. Η αφηγηματική φωνή, συγγενής εκείνης του Αντονιόνι, είναι που καθιστά ξεχωριστό και απολαυστικό το μυθιστόρημα αυτό, παρότι η ιστορία που αφηγείται δεν διακρίνεται από πρωτοτυπία, διαρκή ευρήματα, κορυφώσεις και ανατροπές, χωρίς, την ίδια στιγμή, να μη διαθέτει τον χαρακτήρα επείγουσας ανάγκης να ειπωθεί, όπως οι πρώτες κιόλας γραμμές επισημαίνουν και ο αντιηρωικός αφηγητής, παρότι στον περίγυρο της κεντρικής ιστορίας, υπηρετεί με συνέπεια μέχρι τέλους.

Στυλιζαρισμένο μα όχι βαρυφορτωμένο, εγκεφαλικό μα όχι αποστειρωμένο, γοητευτικό μα όχι λιγωτικό, ισορροπημένα συναισθηματικό και διόλου διδακτικό, το μυθιστόρημα του Καλίγκαριτς είναι πολύ ωραίο και ο αφηγητής του ικανός να διατηρηθεί στην αναγνωστική μνήμη, ταυτόχρονα συμπαθής και αντιπαθής, σίγουρα όχι ηρωικός· με αρκετούς τέτοιους έχει φορτωθεί η ανατομία των περασμένων δεκαετιών, άλλωστε.

υγ. Για το σωτήριο Τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη έγραφα αυτό, για το σοκ της ανάγνωσης του Καρδιά τόσο άσπρη αυτό.

Μετάφραση Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις Ίκαρος

Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2024

Σχέδια του χάους - Μίνως Ευσταθιάδης

Συμβαίνει συχνά να δένεται ο αναγνώστης με τον –συνήθως αντί– ήρωα μιας αστυνομικής λογοτεχνικής σειράς. Έτσι, κάθε επόμενο βιβλίο αποκτά, κατά κάποιον τρόπο, διττή λειτουργία. Από τη μια, η αφήγηση μιας αυτόνομης ιστορίας με έντονο τον χαρακτήρα του σασπένς και, από την άλλη, η εξέλιξη της ζωής του κεντρικού πρωταγωνιστή, του Κρις Πάπας, στην περίπτωσή μας. Το Σχέδια του χάους είναι το τέταρτο βιβλίο του Μίνου Ευσταθιάδη με πρωταγωνιστή τον Ελληνογερμανό ιδιωτικό αστυνομικό. Εδώ, ο αφηγηματικός χρόνος γυρίζει αρκετά χρόνια πριν, όταν ο Χρήστος Παπαδημητρακόπουλος ήταν ακόμα έφηβος και ζούσε με τους γονείς του στο Αίγιο, πριν φύγει για τη Γερμανία και επιλέξει μια πιο σύντομη εκδοχή για το ονοματεπώνυμό του, πριν αποφασίσει να ασκήσει το επάγγελμα του ιδιωτικού ερευνητή.

Η πρόθεση του δημάρχου να μετατρέψει σε δημοτικό πάρκινγκ το μέρος εκείνο που άπαντες αποκαλούσαν δασάκι θα γεννήσει μια αντίδραση από μέρος της τοπικής κοινωνίας, με πρωτεργάτη έναν ξένο, τον Γάλλο, που εμφανίστηκε μια μέρα στη μικρή επαρχιακή πόλη, λίγο καιρό πριν. Ο Γάλλος, που δεν μιλούσε παρά ελάχιστα ελληνικά, έκανε ιδιαίτερα μαθήματα γαλλικών σε παιδιά, ζωγράφιζε αργά το απόγευμα και νωρίς το πρωί, πάντοτε δίπλα στη θάλασσα, προκαλούσε ανάμεικτα συναισθήματα, σε κάποιους θαυμασμού και σε άλλους καχυποψίας. Σύντομα θα κατηγορηθεί πως διατηρούσε σχέσεις με μια μαθήτρια του, κάποιοι δεν του συγχώρεσαν ποτέ τη ματαίωση των σχεδίων για τη δημιουργία ενός χώρου στάθμευσης, στο πρόσωπό του βρήκαν τον ηθικό αυτουργό της ήττας του πανίσχυρου δημάρχου. Έτσι ξεκινά η ιστορία αυτή.

Ο Ευσταθιάδης, ένας από τους πλέον αξιόλογους εκπροσώπους της εγχώριας λογοτεχνίας του αστυνομικού, δίνει, όπως συνηθίζει, τον λόγο στον ίδιο τον Πάπας για να αφηγηθεί την ιστορία του, χωρίς να παρεμβάλει έναν παντογνώστη αφηγητή. Παρότι, δεν υπάρχει αφορμή για την αναπόληση αυτή, δεν είναι μια ιστορία εγκιβωτισμένη σε μια άλλη δηλαδή, ο Πάπας με τα γνώριμα προτερήματα, κατά άλλους μειονεκτήματα, στον χαρακτήρα και στη στάση του απέναντι στα πράγματα, αφηγείται μια ιστορία στην οποία βρέθηκε ανακατεμένος μέσα από μια σειρά τυχαίων γεγονότων, μια ιστορία που σε μεγάλο βαθμό τον διαμόρφωσε.

Στο γνώριμο ύφος του Ευσταθιάδη, καθώς μετά από τέσσερα βιβλία μπορούμε να μιλάμε με ασφάλεια για ευδιάκριτο προσωπικό ύφος, έχουμε μια ιστορία σφιχτοδεμένη και αρκούντως πρωτότυπη χωρίς αχρείαστη καταφυγή σε μη πειστικές ανατροπές και χρήση υπέρμετρης βίας. Μια ιστορία που, πέρα από το σασπένς γύρω από την εξέλιξή της, διαθέτει και άλλα υποστρώματα και αναγνώσεις, όπως για παράδειγμα η θέση του ξένου σε μια μικρή κοινωνία, κάτι που ο Σιμενόν το έκανε καλύτερα ίσως απ' όλους, ή η ιστορία ενηλικίωσης σε μια παραθαλάσσια κωμόπολη ή η νηνεμία σ' έναν γάμο πριν από την ξαφνική μα διόλου αναπάντεχη έκρηξη που οδηγεί στο διαζύγιο.

Ένα από τα σημαντικότερα ατού στα βιβλία του Ευσταθιάδη είναι η πειστικότητα των χαρακτήρων του, το γεγονός πως δεν αρκείται στα στερεοτυπικά χαρακτηριστικά τους, αλλά επιλέγει να σκάψει λίγο βαθύτερα, παρότι η ίδια η ιστορία δεν το απαιτεί. Έτσι, λοιπόν, εκτός από το αστυνομικό σκέλος, εξυπηρετείται και εκείνο της εν εξελίξει ολοκλήρωσης του χαρακτήρα του Κρις Πάπας. Τα Σχέδια του χάους θα μπορούσαν να σταθούν και ως μια αρκετά δυνατή ιστορία ενηλικίωσης. Αυτό θεωρώ πως είναι και το μεγαλύτερο κομπλιμέντο για ένα μυθιστόρημα που ξεκάθαρα ανήκει στο κυρίως σώμα της αστυνομικής λογοτεχνίας, αλλά διαθέτει και περαιτέρω λογοτεχνικές αρετές και φιλοδοξίες. Άλλωστε, στην καλή αστυνομική λογοτεχνία η πλοκή είναι η αφορμή για την ανάδειξη της ευρύτερης κοινωνικοπολιτικής συνθήκης που επικρατεί στις χωροχρονικές συντεταγμένες που διαδραματίζεται.

Το Αίγιο συμπρωταγωνιστεί στην ιστορία αυτή. Είναι σύνηθες στην αστυνομική λογοτεχνία να συμβαίνει αυτό, η πόλη, δηλαδή, να αποκτά ξεκάθαρο ρόλο στην υπόθεση και την εξέλιξη της πλοκής, και ο Ευσταθιάδης το κάνει αυτό με τρόπο λειτουργικό και ομαλό, χωρίς να επιχειρεί να πουλήσει κάποιου είδους εξωτισμό. Και το αναφέρω αυτό γιατί τα βιβλία του σιγά σιγά μεταφράζονται και σε άλλες γλώσσες και θα μπορούσε αυτό, ο εξωτισμός δηλαδή, να αποτελέσει μια παγίδα, μια απόπειρα να δελεάσει το αναγνωστικό κοινό εκτός Ελλάδος με ένα περιτύλιγμα κάπως φολκλόρ.

Με τα Σχέδια του χάους ο Ευσταθιάδης προσφέρει μια ακόμα κατάλληλη πύλη εισόδου στη ζωή και τις περιπέτειες του Κρις Πάπας, αλλά κυρίως, και πέρα απ' όλα, παραδίδει ένα ακόμα καλό βιβλίο. Και αυτό είναι το πλέον σημαντικό.

υγ. Είχαν προηγηθεί κατά σειρά: Το δεύτερο μέρος της νύχτας (περισσότερα εδώ), Ο δύτης (περισσότερα εδώ) και Κβάντι (περισσότερα εδώ).

υγ.2 Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών.

Εκδόσεις Ίκαρος

Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου 2023

Υπέροχη αγαπημένη μου - Marieke Lucas Rijneveld

Συνέβη ως εξής: θα έλειπα από το σπίτι για τρεις μέρες. Πήρα μαζί μου δύο βιβλία από τη στοίβα με τα προσεχώς. Πίστευα πως είμαι καλυμμένος για όλα τα ενδεχόμενα. Το πρώτο, το εγκατέλειψα κάπου στη σελίδα εκατό, δεν τραβούσε με τίποτα. Το Υπέροχη αγαπημένη μου αυτόματα απέκτησε επιπλέον βάρος προσδοκιών, εκεί, δίπλα στη θάλασσα, είχα απαιτήσεις από αυτό. Πριν από δύο χρόνια είχε προηγηθεί το Δυσφορεί η νύχτα, ένα βιβλίο με έντονο το εξωλογοτεχνικό σούσουρο που ωστόσο, παρότι συναισθηματικά με στρίμωξε, μου άρεσε αρκετά. Ήθελα να διαβάσω το επόμενο βιβλίο του Ρίνεβελντ, παρότι η σύγκριση με τη Λολίτα του Ναμπόκοφ συντηρούσε κάποιες επιφυλάξεις μέσα μου.

Η ενόχληση εμφανίστηκε ήδη από τις πρώτες σελίδες. Ο καθόλου αξιόπιστος και συμπαθής πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ένας κτηνίατρος στην ολλανδική επαρχία, αφηγείται, κάπου ανάμεσα στο ημερολόγιο και την απολογία, την ιστορία της σχέσης του με ένα μικρό κορίτσι, την κόρη ενός κτηνοτρόφου στο κτήμα του οποίου βρισκόταν συχνά, αφού ακόμα η πανδημία των τρελών αγελάδων ήταν πρόσφατη και ο φόβος επανεμφάνισής της ορατός. Θεωρώ, ή μάλλον θεωρούσα, πως δύσκολα θα με ξένιζε το θέμα κάποιου βιβλίου, πως η διάκριση ανάμεσα στη μυθοπλασία και την πραγματικότητα θα ήταν αρκετή, πως η λογοτεχνική αξία θα ήταν το ζητούμενο. Όμως εδώ ζορίστηκα. Άσχημα συναισθήματα με κυρίευαν σελίδα τη σελίδα. Συνέχιζα ωστόσο την ανάγνωση ελλείψει εναλλακτικής, τόσο πολύ δεν μου άρεσε το βιβλίο που λίγες ώρες πριν είχα εγκαταλείψει. Θεωρούσα δεδομένο πως με την επιστροφή μου στο σπίτι θα το παρατούσα για να βρω καταφύγιο σε κάποιο επόμενο βιβλίο. Κάπως έτσι συνέχισα να το διαβάζω.

Και όμως, ενάντια σε όλες τις προσωπικές προβλέψεις, με ενεργό ακόμα το σχέδιο εγκατάλειψης, συνέχισα μέχρι το τέλος, παρά την ολοένα και αυξανόμενη δυσφορία που ένιωθα. Η απώθηση συνοδευόταν από μια ταυτόχρονη έλξη, ένας συναισθηματικός συνδυασμός αρκετά αντιφατικός και οξύμωρος. Η ανακούφιση, γυρίζοντας την τελευταία σελίδα, ήταν τεράστια, ένιωθα να έχω απαλλαγεί από ένα βάρος. Το ίδιο απόγευμα συνέχισα άμεσα με το επόμενο βιβλίο, ένιωθα βρώμικος, μια διαφορετική ιστορία είχα ανάγκη. Πέρασαν κάποιες μέρες και ακόμα δεν ήμουν σίγουρος αν θα διέθετα περαιτέρω χρόνο γράφοντας κάποιο κείμενο σχετικά με αυτό, το κουβαλούσα ακόμα μέσα μου, η πνιγηρή και άρρωστη ατμόσφαιρά του ήταν ακόμα παρούσα, δεν ήξερα αν θα άντεχα να επανέλθω σε αυτό. Άλλαξα πολλές φορές γνώμη. Και να που τώρα γράφω ένα κείμενο για αυτό.

Η πρώτη εξήγηση για την ολοκλήρωση της ανάγνωσης αυτής ήταν, αναπόφευκτα, τεχνικής μορφής. Το ύφος, η γλώσσα, η ατμόσφαιρα, η αφήγηση. Ωστόσο, το Υπέροχη αγαπημένη μου δεν είναι κάποιο αριστούργημα της σύγχρονης λογοτεχνίας και παρά την τεχνική του αρτιότητα δεν θα μπορούσε μόνο αυτή να με κρατήσει στην ανάγνωση, κάποια συναισθηματική έδρα έπρεπε να αναζητήσω. Εκεί, πίστευα, βρισκόταν το κλειδί της εξήγησης. Ήδη από το προηγούμενο βιβλίο, το συναίσθημα της δυσφορίας, παρότι διαφορετικής μορφής, ήταν κάτι γνώριμο, ένα περιβάλλον πνιγηρό και άρρωστο, ένα αίσθημα εγκλωβισμού και ζόφου, που, παρά την όποια μυθοπλαστική απόσταση, διέθετε μια αλήθεια για τον κόσμο γύρω μας. Ο τρόπος με τον οποίο ο Ρίνεβελντ συνθέτει και προωθεί την πλοκή είναι αρκετά οριακός, δοκιμάζει τις αντοχές του αναγνώστη, αδιαφορεί για εκείνον, έχει μια ιστορία να πει και τη λέει. Διαβάζοντας το πρώτο του βιβλίο είχα διακρίνει ένα αναγνωστικό συναίσθημα παρόμοιο με εκείνο του φοβερού Γαλατά της Άννα Μπερνς, εδώ, περισσότερο ένιωθα την ανάσα ενός ουελμπεκικού αφηγητή.

Η εκ των υστέρων εξιστόρηση των γεγονότων δημιουργεί την επιθυμία να δεις τι θα συμβεί παρακάτω, όσο και αν φοβάσαι πως δεν θα το αντέξεις, πως θα αηδιάσεις και θα τρελαθείς από τον τρόπο με τον οποίο ο παιδεραστής αφηγητής περιγράφει τη σχέση του με το μικρό κορίτσι. Ίσως, η επιθυμία αυτή να τρέφεται από την αναμονή της τιμωρίας. Ίσως η ελπίδα πως η μισανθρωπία που σε κατακλύζει τελικώς θα ανατραπεί Μπορεί. Ωστόσο, μετά από αρκετή σκέψη, κατέληξα πως η αλήθεια είναι κάπου στη μέση, έχοντας έναν χαρακτήρα τεχνικό, που έχει να κάνει με τον τρόπο που το μικρό κορίτσι, χωρίς να παίρνει σε καμία φάση τα ηνία της αφήγησης, ώστε να πει τη δική του εκδοχή των πραγμάτων, υπάρχει μέσα στην αφήγηση αυτή. Ο πλάγιος τρόπος με τον οποίο κατασκευάζεται και ζωντανεύει εκείνη ως χαρακτήρας αλλά και το περιβάλλον εντός του οποίου ζει. Και σε αυτό το κομμάτι υπάρχει η άμεση συσχέτιση με το προηγούμενο βιβλίο. Το περιβάλλον είναι παρόμοιο, η απόσταση από τον έξω κόσμο και η δύσκολη καθημερινότητα. Ο ρεαλιστικός τρόπος με τον οποίο δίνεται η παιδικότητα, η επιτυχία σε μια πίστα δύσκολη. Εκεί, θεωρώ τελικά, πως βρίσκεται ο πυρήνας και αυτής της ιστορίας. Ο Ρένεβελντ πετυχαίνει να δώσει αυτή τη λοξή ματιά στη γεμάτη ερωτήματα και πανικό προεφηβική ηλικία, αποφεύγοντας εντελώς να μετατρέψει το νεαρό κορίτσι σε μια Λολίτα ή σε μια προυστική Αλμπερτίν. Διατηρεί για εκείνη μια αθωότητα, ενώ το ζήτημα του αυτοπροσδιορισμού είναι διαρκώς παρόν.

Στρέφοντας όλους τους προβολείς στον ενήλικα αφηγητή, ο Ρένεβελντ δημιουργεί την απαραίτητη σκιά στην οποία το μικρό κορίτσι κινείται και αυτό είναι τελικά το στοιχείο εκείνο που επιτρέπει στο μυθιστόρημα να αναπνεύσει. Δεν μπορώ να πω πως το μυθιστόρημα αυτό μου άρεσε, δεν είχε τίποτα να μου αρέσει, και όμως όχι μόνο το τελείωσα, αλλά παρέμεινε μέσα μου για αρκετές μέρες, όταν πια το στοιχείο της πρόκλησης είχε υποχωρήσει πια από το ίδιο του το βάρος. Και αυτό το θεωρώ σημαντικό. Η πρόκληση για την πρόκληση, άλλωστε, είναι καταδικασμένη να μην αντέξει, αργά ή γρήγορα θα εκπέσει. Η οριακή συνθήκη στην οποία με ενέπλεξε, αυτό το ταυτόχρονο συναίσθημα έλξης και απώθησης λειτούργησε περίφημα, δεν μου χάρισε τίποτα, δεν με διευκόλυνε σε κανένα σημείο και αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια ανάγνωση που άφησε έντονο το στίγμα της, πέρα από την τεχνική αρτιότητα που το μυθιστόρημα διαθέτει. Το Υπέροχη αγαπημένη μου δεν είναι ένα παράγωγο αποκλειστικά μυθοπλαστικής φύσης, το γέννημα ενός άρρωστου μυαλού, είναι μια όψη του κόσμου μας, μας αρέσει δεν μας αρέσει, και αυτό το κάνει τόσο αβάσταχτο. Ενάντια σε κάθε πιθανότητα, το Υπέροχη αγαπημένη μου αποδείχτηκε μια ανάγνωση καθοριστική και η ιστορία της το επιβεβαιώνει.

υγ. Για το Δυσφορεί η νύχτα περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για τον Γαλατά της Μπερνς εδώ. Για το τελευταίο μυθιστόρημα του Ουελμπέκ εδώ.

Μετάφραση Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Ίκαρος

Δευτέρα 31 Ιουλίου 2023

Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω - Juan Gabriel Vásquez

Όταν στα τέλη της προηγούμενης χρονιάς έκανα αφιέρωμα στα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '22, ανάμεσα σε άλλα, που για τον έναν ή τον άλλο λόγο βρέθηκαν εκεί, υπήρχε και το μυθιστόρημα του πολυαγαπημένου Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες, Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω. Ακόμα πιο αξιοπερίεργο είναι πως το βιβλίο αυτό κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του '21. Μια ελπίδα και μια επιφύλαξη: η ελπίδα πως όταν ο έξω κόσμος θα σφίξει τον κλοιό τότε θα έχεις ένα σίγουρο και ασφαλές μπούνκερ καταφυγής, η επιφύλαξη πως η συγγραφική ιδιαιτερότητα μπορεί να αποδειχθεί μανιέρα. Όπως και αν έχει, σχεδόν δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία του ήταν η στιγμή να τραβήξω το βιβλίο από τη στοίβα με τα αδιάβαστα.

Το μότο του βιβλίου, δια χειρός Φορντ Μάντοξ Φορντ, είναι καθοριστικό για τη συγγραφική επιδίωξη και την αναγνωστική πρόσληψη: «Οπότε, έτσι όπως εμείς βλέπουμε τα πράγματα, ένα μυθιστόρημα θα 'πρεπε να 'ναι η βιογραφία ενός ανθρώπου ή μιας σχέσης, και κάθε βιογραφία, είτε ενός ανθρώπου είτε μιας σχέσης, θα 'πρεπε να 'ναι ένα μυθιστόρημα». Είναι η ιστορία της οικογένειας του Σέρχιο Καμπρέρα, ενός Κολομβιανού σκηνοθέτη, δοσμένη με τρόπο μυθοπλαστικό χωρίς ωστόσο να περιέχει φανταστικά στοιχεία, απότοκη αρκετών ωρών συνέντευξης μεταξύ εκείνου και του Βάσκες. Η αφήγηση ξεκινάει τη στιγμή που ο σκηνοθέτης βρίσκεται στη Λισαβώνα, εκεί όπου πια ζει η δεύτερη σύζυγός του με το παιδί τους, ένας προορισμός σκαλοπάτι πριν βρεθεί στη Βαρκελώνη όπου πρόκειται να λάβει χώρα ένα αναδρομικό αφιέρωμα στο έργο του με τίτλο Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω. Στη Λισαβόνα, ενώ αναρωτιέται τι πήγε λάθος τελικά στον γάμο του, βλέποντας τους τρεις τους να περνάνε όμορφες στιγμές, ένα τηλεφώνημα από την Κολομβία θα τον ενημερώσει για τον θάνατο του πατέρα του. Παρότι αρχικά θα σκεφτεί να ακυρώσει την παρουσία του στη Βαρκελώνη και να επιστρέψει για την κηδεία, τελικά αποφασίζει να παραμείνει, παρά τις ενοχές και τις δεύτερες σκέψεις. Στη Βαρκελώνη θα συναντήσει τον δεκαεπτάχρονο γιο του, από τον πρώτο του γάμο, που πια ζει στην Ισπανία. Πατέρας και γιος θα περάσουν μαζί κάποιες μέρες, μέσα και έξω από την κινηματογραφική αίθουσα και ο Καμπρέρα θα έχει την ευκαιρία να αφηγηθεί στον γιο του την ιστορία της οικογένειας, ένας ιδιότυπος φόρος τιμής στη μνήμη του αποθανόντος πατέρα του.

Από τις πρώτες κιόλας γραμμές γίνεται εμφανής η καθησυχαστική γοητεία που η αφήγηση του Βάσκες διαθέτει, ο υπέροχος τρόπος με τον οποίο αναπτύσσει και προωθεί την πλοκή, η μαεστρία με την οποία διαπλέκει το παρελθόν με το παρόν, η ικανότητα στη μυθοπλασία της πραγματικότητας, η διαρκής παρουσία της κολομβιανής –κυρίως αυτής, αλλά και της παγκόσμιας– ιστορίας παράλληλα με την ατομική ιστορία των ηρώων του –επινοημένων ή πραγματικών. Και αυτό το καθησυχαστικό συναίσθημα περιγράφει εν πολλοίς με ακρίβεια το μπούνκερ στο οποίο παραπάνω αναφέρθηκα. Παρότι έχουμε να κάνουμε με ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, η γραφή του Βάσκες διαθέτει το στοιχείο της κοντοβελονιάς, λέξη τη λέξη, φράση τη φράση, από την αρχή μέχρι το τέλος, χαρακτηριστικό στοιχείο ενός απαράμιλλου στυλίστα. Όμως, επειδή μιλάμε για μυθιστόρημα, και μάλιστα πολυσέλιδο, τίποτα δεν θα ήταν αρκετό, ούτε η ομορφιά των λέξεων, για να διατηρήσει το βλέμμα του αναγνώστη, παρά μια περίτεχνη, καίτοι στο μάτι απλή, συνολική αφηγηματική κατασκευή όπως αυτή που πετυχαίνει ο συγγραφέας–ερευνητής, που αποφεύγει να πιαστεί αιχμάλωτος στα δεδομένα όρια της πραγματικότητας. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πως, κατά δήλωση του ίδιου, τα γεγονότα που αναφέρονται είναι στο σύνολό τους πραγματικά. Και μπορεί μια τέτοια ζωή, όπως αυτή της οικογένειας Καμπρέρα, να μοιάζει από μόνη της μυθιστορηματική, όμως μια γραμμική αφήγηση και μια απομαγνητοφώνηση των τριάντα ωρών συνέντευξης δεν θα ήταν αρκετές για να την καταστήσουν μυθιστόρημα.

Ο Βάσκες προσθέτει την απαραίτητη παλέτα επί της οποίας θα οικοδομηθεί το μυθιστόρημα, δημιουργώντας αυτή την ελάχιστη μα τόσο απαραίτητη απόσταση από το έδαφος της πραγματικότητας. Στο Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω, ο Βάσκες φλερτάρει έντονα με το μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα, που τόσο σπουδαία στις μέρες μας εκπροσωπεί ο Χαβιέρ Θέρκας, αλλά δεν υποκύπτει στη γοητεία του, επιλέγοντας να αφήσει τον εαυτό του (τον ερευνητή–αφηγητή, αν προτιμάτε) αλλά και την ίδια τη συγγραφή του βιβλίου έξω από το αφηγηματικό πλαίσιο, επιθυμώντας να ακολουθήσει την προτροπή του Φορντ Μάντοξ Φορντ και να καταστήσει μυθιστόρημα τη βιογραφία της οικογένειας Καμπρέρα. Θεωρώ πως οι λάτρεις της ρεαλιστικής ακρίβειας, οι αναγνώστες που διαρκώς επισκέπτονται την ψηφιακή αναζήτηση για να επιβεβαιώσουν το ένα ή το άλλο στοιχείο της πλοκής, ίσως και να μην απολαύσουν το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, παρότι η αποτύπωση είναι πιστή, και αυτό γιατί μια τέτοια αντιμετώπιση άλλο δεν θα δείχνει παρά τη μη επιβίβασή τους στο μυθοπλαστικό όχημα της αφήγησης, συνθήκη απαραίτητη για την επίτευξη αναγνωστικής απόλαυσης. Στη μυθοπλασία του Βάσκες, η αλήθεια, παρότι παρούσα, κατέχει δευτερεύουσα θέση, η αναγνωστική απόλαυση δεν ικανοποιείται από την πιστότητα και την ακρίβεια, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτή η πραγματικότητα μετατρέπεται σε μυθιστόρημα.

Και κάποιος, κακοπροαίρετα πάντα, θα μπορούσε να ρωτήσει: και σε τι διαφέρει ένα μυθιστόρημα όπως αυτό από μια αυτοβιογραφία γραμμένη από έναν συγγραφέα φάντασμα, όπως τόσες και τόσες κυκλοφορούν ευρέως; Οι κακοπροαίρετες ερωτήσεις, ακριβώς επειδή είναι κακοπροαίρετες, καλό είναι να μην απαντώνται, απλώς τις προσπερνά κανείς και συνεχίζει τον δρόμο του. Το Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω είναι το έκτο βιβλίο του Βάσκες που διαβάζω, όσα δηλαδή έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά, πάντοτε από τις εκδόσεις Ίκαρος και σε ισάξια του πρωτότυπου μετάφραση δια χειρός Αχιλλέα Κυριακίδη. Στον πρόλογο αναφέρθηκα στην επιφύλαξη σχετικά με τον κίνδυνο αναγνωστικής πρόσκρουσης με μια συγγραφική μανιέρα. Υπήρχε στο μυαλό μου αυτό. Η επιφύλαξη ωστόσο σύντομα, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, εξαφανίστηκε, η οικειότητα της αφήγησης επικράτησε, ο τρόπος με τον οποίο αφηγήθηκε την ιστορία αυτή αποδείχτηκε καθηλωτικός, ακόμα μια φορά. 

Και τώρα, τι κάνω χωρίς άλλο μεταφρασμένο βιβλίο του Βάσκες στη στοίβα με τα αδιάβαστα;

υγ. Σύνδεσμοι για τα υπόλοιπα έργα του Βάσκες: Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν (εδώ), Οι πληροφοριοδότες (εδώ), Η μορφή των λειψάνων (εδώ), Οι υπολήψεις (εδώ), Τραγούδια για την πυρκαγιά (εδώ). Τη λίστα με τα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '22 τη βρίσκετε εδώ.

(Το ιστολόγιο, από αύριο, θα περάσει στην αυγουστιάτικη ανάπαυση, ραντεβού τον Σεπτέμβρη!)
 
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος

Δευτέρα 1 Μαΐου 2023

Η Mercury παρουσιάζει - Anthony Marra

Ο Αστερισμός ζωτικών φαινομένων ήταν ένα από τα πρώτα βιβλία της νεοσύστατης τότε (2013) σειράς ξένης λογοτεχνίας των εκδόσεων Ίκαρος, που έφερε ένα νέο αέρα στα λογοτεχνικά πράγματα τόσο εξαιτίας των επιλογών όσο και του υπέροχου σχεδιασμού, δια χειρός Κούρτογλου, των εξώφυλλων. Ήταν ίσως το πρώτο ευπώλητο βιβλίο της σειράς, βιβλίο που γενικότερα συζητήθηκε και αγαπήθηκε όσο λίγα τα τελευταία χρόνια. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τη μεταφραστική υπογραφή του Αχιλλέα Κυριακίδη, τοποθετούν στη σφαίρα του ανεξήγητου το γεγονός πως εξ αρχής ένιωθα μια άρνηση για το βιβλίο αυτό, άρνηση που επέμεινε και στην κυκλοφορία του δεύτερου βιβλίου τού Μάρα, Ο τσάρος της αγάπης και της τέκνο. Και αυτή η άρνηση λειτούργησε με τρόπο αντιστικτικό στον σχεδιασμό του ορίζοντα προσδοκιών πιάνοντας στα χέρια μου το Η Mercury παρουσιάζει, τη στιγμή που επιθυμούσα, όσο τίποτα άλλο, μια χορταστικά μεγάλη αφήγηση, όπως μόνο οι σύγχρονοι Αμερικανοί συγγραφείς ξέρουν να συνθέτουν.

Ο Μάρα χρησιμοποιεί την ιστορία της κινηματογραφικής εταιρείας Mercury για να αφηγηθεί την ιστορία της Αμερικής, αλλά και όλου του κόσμου ταυτόχρονα, κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του περασμένου αιώνα. Επινοεί και κατασκευάζει δύο κεντρικούς χαρακτήρες, τον Άρτι Φέλντμαν, συνιδρυτή της εταιρείας μαζί με τον αδερφό του, και τη Μαρία, που σε μικρή ηλικία κατάφερε μαζί με τη μητέρα της να αφήσουν πίσω τους τη φασιστική Ιταλία και τώρα, κάποια χρόνια μετά, βρίσκεται να δουλεύει στη βιομηχανία του σινεμά. Χωρίζει έτσι την αφήγηση της ιστορίας στα δύο, ξεκινώντας in medias res, στα πρώτα χρόνια του ομιλούντος κινηματογράφου, τη στιγμή που η πολιτική, όσο ποτέ άλλοτε, παρεμβαίνει, πότε λογοκρίνοντας και πότε χρηματοδοτώντας κινηματογραφικές παραγωγές ανάλογα με τη χρησιμότητα που διαβλέπει σε εκείνες, ενώ η λειτουργία με καπιταλιστικούς όρους ολοένα και εντείνεται. Με γενικευμένη χρήση αναλήψεων, ο Μάρα τοποθετεί στη θέση τους τα κομμάτια του τελικού παζλ, ενώ ταυτόχρονα με καίριες προλήψεις κλείνει τους λογαριασμούς με τα πρόσωπα της ιστορίας.

Ο μικρόκοσμος της βιομηχανίας του θεάματος αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα της αμερικανικής πραγματικότητας εκείνα τα χρόνια, τότε που η χώρα της πολυπόθητης ελευθερίας και των υποσχόμενων ευκαιριών λειτούργησε ως χωνευτήρι ανθρώπων που έφτασαν ως εκεί από όλες τις γωνιές του πλανήτη, συντελώντας στη δημιουργία της πλέον πολυπολιτισμικής κοινωνίας και στην κατασκευή εκείνου που γνωρίζουμε ως αμερικανική ταυτότητα, ανθρώπων που έφερναν μαζί τους ιδιαίτερα στοιχεία πολιτισμού, εξειδικευμένες γνώσεις αλλά και μυστικά και τραύματα. Η αφηγηματική δεινότητα του Μάρα είναι ορατή από τις πρώτες κιόλας γραμμές της ιστορίας, η άνεση με την οποία πηγαινοέρχεται ανάμεσα στα πρόσωπα και διατρέχει τον χρόνο και τον τόπο είναι απαράμιλλη, κάνοντας ορατό το γεγονός πως εξ αρχής είχε το σύνολο της ιστορίας κατά νου. Ορατή είναι επίσης η λεπτομερής και εις βάθος έρευνα που έχει πραγματοποιήσει ο συγγραφέας ώστε να πετύχει την απαιτούμενη λεπτοβελονιά στη σύνθεση των μυθοπλαστικών και πραγματολογικών στοιχείων που αποτελούν τον κυρίως σκελετό της αφήγησης στο βιβλίο αυτό.

Η άνεση στην αφήγηση προσδίδει μια ελαφρότητα στην ανάγνωση που ωστόσο δεν υποβιβάζει την αξία του βιβλίου, αλλά, αντίθετα, της επιτρέπει να αποφύγει με χαρακτηριστική άνεση την πρόσκρουση στα βράχια του μελό, του συναισθηματικού εκβιασμού και της τοποθέτησης της νοσταλγίας σε έναν θρόνο δυσθεώρητο, ενώ ταυτόχρονα η άνεση αυτή συντελεί στην αίσθηση της πατίνας του πολυκαιρισμένου σ' ένα βιβλίο που μοιάζει παλιότερο σε σχέση με τον πραγματικό χρόνο συγγραφής του. Χορταστικό και πλουραλιστικό, το Η Mercury παρουσιάζει είναι κάτι παραπάνω από ένα καλογραμμένο βιβλίο, που πληροί τις συγγραφικές φιλοδοξίες αλλά και τις αναγνωστικές προσδοκίες, χωρίς να πέφτει θύμα της τεχνικής αρτιότητας που το διακρίνει, χωρίς, θέλω να πω, η εγκεφαλικότητα της έρευνας και της σύνθεσης του μεγάλου κάδρου, να απομυζεί το συναίσθημα και την αναγνωστική απόλαυση που προσφέρει απλόχερα στον αναγνώστη.

Καθόλου δεδομένη δεν πρέπει να θεωρείται η απουσία αφηγηματικής κοιλιάς, παρά τις τετρακόσιες σελίδες που συνθέτουν το μυθιστόρημα αυτό, αντίθετα, είναι κάτι που πρέπει να τονιστεί και να προσμετρηθεί στις αρετές της συγγραφικής μαστοριάς. Ο Μάρα πετυχαίνει να δώσει ένα μεγάλο μυθιστόρημα, υπενθυμίζοντάς μας πως καλή είναι η αφαίρεση και τα μεταμοντέρνα κόλπα, αλλά τίποτα δεν συγκρίνεται με τη μεγάλη αφήγηση. Και αν το κυρίως σώμα της αφήγησης αφορά τα δύο κεντρικά πρόσωπα και την ιστορία τους, ο Μάρα δεν παραλείπει να φροντίσει και τις υπόλοιπες συμπληρωματικές και δευτερεύουσες ιστορίες προσώπων που κάνουν μικρότερο ή μεγαλύτερο πέρασμα από την κεντρική σκηνή, επιτρέποντάς τους να λειτουργήσουν συμπληρωματικά και να προσδώσουν την απαραίτητη αληθοφάνεια, χωρίς να κουράζει τον αναγνώστη πετώντας τον έξω από τις κεντρικές αρτηρίες που διατρέχουν την αφήγηση. Ο συγγραφέας κατορθώνει να μακιγιάρει τους αρμούς που αρθρώνουν το οικοδόμημά του με αποτέλεσμα το τελικό αποτέλεσμα να διακρίνεται ως προς τη συνοχή του, χωρίς να σκιάζεται από την αποσπασματικότητα της σύνθεσης.

Ανάγνωση αχόρταγη, με έντονη την ανυπομονησία για την κάθε επόμενη σελίδα, έτσι θα χαρακτήριζα την πρώτη εμπειρία με το συγγραφικό σύμπαν του Άντονυ Μάρα, και ίσως, κάποια στιγμή, η άρνηση για τα πρώτα δύο βιβλία του να υποχωρήσει δίνοντας τη θέση της στην περιέργεια και την προσμονή.

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος