Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νότιος Αφρική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νότιος Αφρική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Σκηνές από τη ζωή ενός νέου - J. M. Coetzee

Το Σκηνές από τη ζωή ενός νέου βρισκόταν στη ψηφιακή στοίβα με τα προς αναζήτηση βιβλία, εξαντλημένο από χρόνια καθώς ήταν, απόρροια μιας συγκυρίας που περιελάμβανε το Ημερολόγιο ενός χειμώνα, το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Όστερ, και τη μεταξύ τους αλληλογραφία, που δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, συνεπικουρούμενη από την αναγνωστική μου τάση για βιβλία με ήρωες συγγραφείς, που αναπόφευκτα πέρα από την αυτομυθοπλασία περιλαμβάνει και το μεμουάρ, και όλα αυτά έστεκαν για καιρό στο βάθος της αναγνωστικής επιθυμίας, τέρας αχόρταγο που ολοένα και θεριεύει, και ίσως να μην ενεργοποιείτο ο μηχανισμός άμεσης αναζήτησης και ακόλουθης ανάγνωσης αν δεν διάβαζα το Η ιστορία της σεξουαλικότητάς μου, του Τόμπι Λακμάκερ, στο οποίο γίνεται μια πλάγια αναφορά στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Κούτσι. Ακόμα μια ιστορία ανάγνωσης, νημάτων και ικανοποιημένων γραμματίων.

Του Σκηνές από τη ζωή ενός νέου είχε προηγηθεί το Σκηνές από τη ζωή ενός παιδιού, αδιάβαστο για κάποιο λόγο που μάλλον έχει να κάνει με την υπό αναδρομή και εξέταση της τότε ηλικίας του Κούτσι, που δεν μου τραβάει το ενδιαφέρον, όχι ακόμα τουλάχιστον. Το παρόν βιβλίο εκδόθηκε λίγους μήνες πριν από τη βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2003, λίγο αφού ο συγγραφέας είχε κλείσει τα εξήντα του χρόνια. Είναι η ανάληψη από τον ταμιευτήρα μιας προ πολλού περασμένης ζωής, όταν ήταν φοιτητής μαθηματικών στο πανεπιστήμιο, πριν ακόμα εγκαταλείψει τη Νότιο Αφρική, αρχικά για την Αγγλία και εν συνεχεία για την Αμερική, όταν το λογοτεχνικό ωάριο επωαζόταν ακόμα, κάποιες ποιητικές απόπειρες, σε μια ηλικία που το να είσαι ή να νιώθεις ή να φαίνεσαι δυστυχής ποτίζει τον κήπο των στίχων, προσδίδοντάς τους μια ειλικρίνεια, ένα συναίσθημα, άσχετα από την όποια λογοτεχνική αξία (δεν) έχουν. Φεύγοντας από τη χώρα του, αφήνοντας πίσω μια ανικανοποίητη μητέρα που ήταν σίγουρη πως δεν θα τα καταφέρει να σταθεί στα πόδια του, εκείνος έπρεπε να αποδείξει ακριβώς αυτό, πως θα τα κατάφερνε σε μια μητρόπολη όπως το Λονδίνο, η ενασχόληση με τη λογοτεχνία δεν ήταν, δεν μπορούσε να είναι σε καμία περίπτωση προσοδοφόρα, άσχετα που δουλεύοντας ως προγραμματιστής για την IBM, με εφόδιο το πτυχίο των μαθηματικών, κατάφερε να κερδίσει μια μικρή υποτροφία για μια διατριβή πάνω στο έργο του Φορντ Μάντοξ Φορντ.

Ο Κούτσι, έμπειρος γραφιάς πια, διαχωρίζει και τοποθετεί απόσταση ανάμεσα στα δύο υποκείμενα, το τρίτο ενικό πρόσωπο με το οποίο ο ώριμος Κούτσι αφηγείται τη ζωή του νεαρού Κούτσι, πριν να αρχίσει να αφηγείται τις ιστορίες που τον κατέκλυζαν, αφού πρώτα εγκατέλειψε την ποίηση, αφού πρώτα είδε πώς είναι να σε στεγνώνει η καθημερινή ρουτίνα της δουλειάς, αφού πρώτα αντιλήφθηκε πως η ποίηση για εκείνον ήταν μια απόπειρα να λάβει θέση στον κόσμο, να μιλήσει για όλα εκείνα που τον βασάνιζαν, ακόμα και αν δεν τον βασάνιζαν, ενώ κατέφευγε ολοένα και συχνότερα στη λογοτεχνία ως αναγνώστης και επίδοξος μελετητής, όταν ένιωσε για παράδειγμα πως πέρα από κάποια σημαντικά και άξια λόγου δείγματα πρόζας η υπόλοιπη εργογραφία του Φορντ Μάντοξ Φορντ δεν είχε κάτι το ξεχωριστό, γεγονός που τον έκανε να σταθεί σκεπτικός απέναντι στα ιερά τέρατα που τον αποθέωναν, μια πρώτη πρόκληση πως μπορούσε να χαράξει μια δική του διαδρομή, μια πορεία πιο έντονα υποκειμενική σε υπό διαμόρφωση επικοινωνία με τη δική του πρώτη ύλη από την οποία και θα κατασκεύαζε τη δική του αφηγηματική ταυτότητα.

Σε βιβλία όπως αυτό, ελάχιστα με ενδιαφέρει το περιεχόμενο που έχει να κάνει με αυτοβιογραφικά στοιχεία, ακόμα λιγότερο τα τριγύρω ιστορικά περιστατικά, είναι σίγουρα σημαντικά ως προς τη διαμόρφωση, αλλά δεν με έλκουν όπως το κάνουν τα διάφορα καλέσματα, οι πρώτες απόπειρες συγγραφής, οι σκέψεις επί αυτής, η αναζήτηση και η πρώτη διαμόρφωση της μετέπειτα φωνής, όπως επίσης και η κατασκευή της αφήγησης του προσωπικού, η επιλογή εδώ του Κούτσι να διαχωρίσει τον σύγχρονο και τον τότε εαυτό του, να πάρει την απόσταση εκείνη του παρατηρητή, να αναστοχαστεί έτσι χωρίς την υποχρέωση της ακριβής περιγραφής του τότε ανείπωτου, να νιώσει και να λάβει από τον εαυτό του την ελευθερία να σταθεί λιγότερο ή περισσότερο στο ένα ή το άλλο, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την ακρίβεια, υπενθυμίζοντάς του/μας πως ακόμα και η πιο αυστηρή αυτοβιογραφική αφήγηση δεν παύει να είναι αφήγηση, δεν γίνεται να μείνει έξω από τη μυθοπλασία, και αυτό, εκτός από το όποιο λογοτεχνικό ενδιαφέρον, είναι μια χρήσιμη υπενθύμιση για τον καθέναν μας όταν επιχειρεί να ανασυστήσει το παρελθόν, να συνδιαλλαγεί με το ποιος ήταν, αποδεχόμενος δυνάμεις όπως οι μηχανισμοί της μνήμης αλλά και η ασυνείδητη συχνά διαδικασία μέσω της οποίας χτίζουμε και συντηρούμε την εικόνα μας, και ένα καλό παράδειγμα είναι η αναφορά του καθένα μας σε παλαιότερες ερωτικές σχέσεις, στο πώς με τα χρόνια έχει αρχειοθετήσει την κάθε ιστορία, αμελώντας, ας χρησιμοποιήσω αυτό το ρήμα ανάμεσα σε τόσα άλλα, κάτι που τότε υπήρξε καθοριστικό, ίσως διαβρωτικό, αν του επιτρέπαμε την παρουσία μέσα στα χρόνια, για την εικόνα που θέλουμε να έχουμε για τον εαυτό μας.

Κανείς δεν μπορεί, ούτε ο ίδιος ο αφηγητής, να βεβαιώσει την απόλυτη πιστότητα της ανάληψης αυτής, και μάλλον ελάχιστη σημασία έχει κάτι τέτοιο, όχι λογοτεχνική και όχι αναγνωστική, ίσως για τους μελετητές του έργου και της ζωής του Κούτσι ναι, ίσως να έχει. Η απόπειρα σύνθεσης, η απόπειρα απάντησης για το πώς ένας νεαρός άντρας, φοιτητής του μαθηματικού, χωρίς ιδιαίτερη κλίση στην ανάλυση και τη μελέτη της γλώσσας αυτής, βρέθηκε στο Λονδίνο, με στόχο πρωταρχικότερο και της ίδιας της επιβίωσης την απόδειξη στη μητέρα του πως θα τα κατάφερνε, και αυτό τον οδήγησε στον προγραμματισμό, η απόπειρα να διακρίνει μέσα στον ορυμαγδό της ζωής, μια σύνθεση όπου κάθε τι είναι σημαντικό, τα ορόσημα εκείνα που καθόρισαν τη διαδρομή, διακριτά εκ των υστέρων και με δεδομένο τον αναπόδεικτο χαρακτήρα τους, στέκομαι περισσότερο στα όχι εκείνα που είπε, όχι ηρωικά αλλά σίγουρα θαρραλέα, τις παραιτήσεις από μια ζωή στρωμένη, δουλειά, δάνειο για σπίτι, γυναίκα, οικογένεια, σύνταξη, θάνατος, αυτά εν ολίγοις, και όλο και περισσότερο να στομώνει με το μαξιλάρι κάθε που ξάπλωνε, πριν τον πάρει ο ύπνος στην ανησυχαστική ησυχία της νύχτας, την όποια φωνή μέσα του ζητούσε κάτι διαφορετικό, κάτι αλλιώτικο από αυτό που τελικά συνέβη, και αυτό, λέω ξανά, δεν είναι ηρωικό, ο καθένας μας για τον εαυτό του το ξέρει, μάλλον τυχαίο είναι αν είναι, απόρροια του ενός ή του άλλου προνομίου, είναι μια ανάληψη που αποκτά έντονο χαρακτήρα μεταφυσικό ή έστω μια υπό διαμόρφωση, χωρίς κριτική επιτροπή, διατριβή στη θεωρία των πιθανοτήτων.

Η αφηγηματική φωνή πρώτιστα και δευτερευόντως η σπορά της λογοτεχνίας, αυτό το υπό κατασκευή πάθος, αλλά και η μη ηρωική επίστρωση του παρελθόντος, μια ψύχραιμη και από σχετική απόσταση αφήγηση, διαμόρφωσαν ένα λογοτεχνικό σύνολο ικανό να προσφέρει αναγνωστική απόλαυση, όχι ως μελέτη αλλά ως λογοτεχνική ανάγνωση, εκεί που δεν έχει σημασία αν κάτι συνέβη ή όχι, έτσι ή διαφορετικά, δεν κρίνεται η ακρίβεια, καθόλου κάτι τέτοιο δεν απασχολεί τον αναγνώστη, και αυτή η απόλαυση είναι που καθιστά το βιβλίο σημαντικό ως ανάγνωσμα και όχι ως κάποιου είδους κοίταγμα μέσα από την κλειδαρότρυπα.

υγ. Για το Ημερολόγιο ενός χειμώνα, το τρομερό αυτό βιβλίο, περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για το Η ιστορία της σεξουαλικότητάς μου εδώ. Για υπόλοιπα έργα του Κούτσι, εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Εύη Βαγγελάτου
Εκδόσεις Διήγηση 

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2024

Ελίζαμπεθ Κοστέλο - J. M. Coetzee

Το 2003 ο Τζον Μάξγουελ Κούτσι τιμάται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, τα έργα του ήδη μεταφράζονταν στα ελληνικά, η βράβευση δίνει περαιτέρω ώθηση, προσελκύοντας νέους αναγνώστες. Και κάποια στιγμή, σε πόσες και πόσες περιπτώσεις δεν έχει συμβεί;, τα βιβλία του αρχίζουν το ένα μετά το άλλο να εξαντλούνται, τα δικαιώματα μένουν ελεύθερα. Πρόσφατα, οι εκδόσεις Διόπτρα λαμβάνουν την απόφαση να τα θέσουν ξανά εντός αγοράς, ξεκινώντας από την τελευταία του νουβέλα (Ο Πολωνός) και συνεχίζοντας με την Ατίμωση, μια εξέλιξη παραπάνω από καλοδεχούμενη.

Το καλοκαίρι, ο Πολωνός θεατρικός σκηνοθέτης Βαρλικόφσκι, θα παρουσιάσει, στην έναρξη του Φεστιβάλ Αθηνών, τη ματιά του στο ιδιότυπα σπονδυλωτό μυθιστόρημα του Κούτσι, Ελίζαμπεθ Κοστέλο, με τον διευκρινιστικό υπότιτλο, Επτά μαθήματα και πέντε παραβολές, αλλαγμένο σε σχέση με εκείνο του βιβλίου, Οχτώ μαθήματα. Δυστυχώς δεν είδα την παράσταση, που έλαβε εγκωμιαστικά σχόλια και χαρακτηρίστηκε ως εμπειρία, όχι μόνο εξαιτίας της μεγάλης διάρκειας. Δεν ήθελα και πολύ για να εντάξω το βιβλίο στη λίστα με τα επιθυμητά, ευτυχώς η αναζήτηση δεν ήταν δύσκολη ούτε υπέρμετρα ακριβή. Την πρώτη σελίδα τη διάβασα περπατώντας την ανηφόρα για το σπίτι.

Η Ελίζαμπεθ Κοστέλο είναι μια Αυστραλή συγγραφέας που ευτύχησε να αναγνωριστεί και να διαβαστεί εν ζωή, αν και η φήμη της εν πολλοίς οφείλεται σε ένα μυθιστόρημα, Το σπίτι της οδού Έκλες, κεντρικό πρόσωπο του οποίου είναι η Μάριον Μπλουμ, γυναίκα του Λέοπολντ Μπλουμ, βασικού χαρακτήρα του Οδυσσέα του Τζέημς Τζόυς. Τα οχτώ μαθήματα, που χωρίζουν σε αντίστοιχα μέρη το μυθιστόρημα, είναι οχτώ στιγμιότυπα από τη ζωή τής Κοστέλο, σε διάφορες καταστάσεις –βραβεύσεις, αποφοιτήσεις, συνέδρια κ.α.– που ως καλεσμένη εγκαταλείπει την ήσυχη καθημερινότητά της στην πατρίδα και ταξιδεύει ανά την υφήλιο.

Το εύρημα του Κούτσι, μια ηλικιωμένη συγγραφέας που κάποτε έγραψε ένα βιβλίο που διαβάστηκε ευρέως και της χάρισε δόξα και αναγνώριση και πλέον κινείται σε ένα πλαίσιο που δεν το χαρακτηρίζει η απομόνωση της συγγραφής, αλλά η συναναστροφή και η συζήτηση επί της λογοτεχνίας, που από τη σκιά τη μετατοπίζει στο φως, που οι ιδιότητες και η κλίση της γραφής ελάχιστα μπορούν να προσφέρουν σε αυτή τη νέα συνθήκη, αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του ιδιότυπου αυτού μυθιστορήματος, τόσο ως συνολική κατασκευή, όσο και ως περιεχόμενο. Δεν είναι διόλου πρωτότυπη η σύνδεση του συγγραφέα με την Κοστέλο, η μελλοντική προβολή του ίδιου, οι ανησυχίες και οι ιδιαιτερότητες του επαγγέλματος του συγγραφέα, η υπόθεση πως κάποια στιγμή η πηγή θα στερέψει και τότε ως μηρυκαστικό θα καλείται να αναμασά τις ίδιες ιδέες ξανά και ξανά, αναγκασμένος να υποδυθεί έναν συγκεκριμένο ρόλο, εκείνο που οι εκάστοτε αποστολείς των προσκλήσεων θα έχουν κατά νου, εντάσσοντας την παρουσία του σε μια ημερίδα ή στο κατάστρωμα ενός κρουαζιερόπλοιου.

Το βιβλίο αυτό διαπραγματεύεται το ζήτημα της γραφής σε διάφορα επίπεδα και από διαφορετικές γωνίες θέασης και πρόσληψης. Θυμήθηκα τον Χαβιέρ Μαρίας να δηλώνει το αυτονόητο, πως με τόσες προσκλήσεις και ταξίδια, ο μόνος παραγωγικός χρόνος συγγραφής είναι πλέον η ώρα του ταξιδιού από το ένα μέρος στο επόμενο. Οι περιοδείες για την προώθηση, οι δημόσιες σχέσεις και οι ρήτρες των συμβολαίων· η παραγωγή τέχνης στη σύγχρονη εποχή, που η ταχύτητα και η διάσπασή της αποτελούν άμεσο πλήγμα στην πύκνωση του χρόνου που η λογοτεχνία, ως παραγωγή αλλά και ως ανάγνωση, χρειάζεται.

Σκέφτομαι συχνά, κυρίως όταν επιχειρώ να καταπραΰνω τα νεύρα που μια ακόμα αποτυχημένη παρουσίαση βιβλίου μου έχει προκαλέσει, πως θεωρούμε δεδομένο ως ένα βαθμό πως ένας συγγραφέας οφείλει να έχει και δεξιότητες διαχείρισης καταστάσεων δημόσιας παρουσίας, ξεχνώντας πως η συγγραφή στηρίζεται στην παρατήρηση του γύρω κόσμου και όχι στην παρουσία του συγγραφέα εν μέσω μιας σκηνής με δεκάδες μάτια να τον κοιτάζουν, την καθοριστική διαφορά του προφορικού και του γραπτού λόγου, για να γίνω πιο συγκεκριμένος. Η Κοστέλο συχνά πυκνά γίνεται θύμα αυτής της συνθήκης, να μιλήσει για κάτι και όχι μέσα από κάτι, να πειθαρχήσει σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, να πρέπει να εκφωνήσει και να υπερασπιστεί τα γραφόμενά της σε πραγματικό χρόνο, να πέσει εν τέλει στην παγίδα της υποκειμενικότητας, της μη κατανόησης αυτού που ήθελε να πει και που ίσως ενταγμένο και χωνεμένο σε ένα μυθιστόρημα να προέκυπτε αβίαστα.

Η τεχνική και η θεωρία της συγγραφής, τα δεκάδες προγράμματα δημιουργικής γραφής, οι ημερίδες, το υπέρτατα χαζό ερώτημα του τι ήθελε να πει ο ποιητής, η διάθεση για σχέσεις αιτίου και αιτιατού, οι καθαρές και ορατές προθέσεις, η ταύτιση του αφηγηματικού υποκειμένου με τον συγγραφέα είναι μόνο κάποια από τα χαλίκια στο, ούτως ή άλλως κακοτράχαλο, μονοπάτι της συγγραφής. Ο Κούτσι θα μπορούσε να υπερασπιστεί πιο θαρραλέα την Κοστέλο, όμως, καλώς ή κακώς, δεν το κάνει, και αυτή η απόφαση επιτείνει την αίσθηση της αντιστοιχίας, της μελλοντικής προβολής που ο ίδιος κάνει. Και σε ένα παιχνίδι της τύχης, το βιβλίο κυκλοφορεί τη χρονιά που βραβεύεται με το υπέρτατο λογοτεχνικό μετάλλιο.

Η λέξη «μαθήματα» διόλου τυχαία δεν συνοδεύει τον τίτλο. Λογοτεχνικά μαθήματα αλλά και μαθήματα ζωής, εκφάνσεις του συγγραφικού βίου, παγίδες και απομάγευση, κυρίως: όσο και αν ένας συγγραφέας έκοψε τη ζωή σε κομμάτια και την παρατήρησε από κοντά και με προσοχή, όσο και αν δοκίμασε να επινοήσει, να κατανοήσει και να δικαιολογήσει σκέψεις και πράξεις, όσο και αν δοκίμασε τα όρια της ηθικής και της φιλοσοφίας εν γένει, όσο και αν παρέμεινε κλεισμένος στο εργαστήριο κάνοντας πειράματα ξανά και ξανά, σημειώνοντας και αξιολογώντας τα αποτελέσματα, δεν θα είναι έτοιμος απέναντι στις δικές του, μικρότερες ή μεγαλύτερες, προκλήσεις. Και η Κοστέλο, όπως κάθε ανθρώπινο ον, και δη στην ηλικία της, δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο συνέδρους, απόφοιτους και δημοσιογράφους, δεν έχει να απαντήσει μόνο σε ζητήματα λογοτεχνίας, και αυτό είναι κατά την γνώμη μου αυτό που κάνει το Ελίζαμπεθ Κοστέλο μυθιστόρημα, ιδεών μεν, μυθιστόρημα δε.

Εκτίμησα ιδιαιτέρως την άρνηση του συγγραφέα να παίξει με όρους παραβολής, εμμένοντας σε έναν επινοημένο ρεαλισμό, με τη λογοτεχνία στο επίκεντρο ως ένα μέσο απόπειρας κατανόησης του κόσμου και της ύπαρξης εν γένει. Αυτό είναι ένα βιβλίο που του ταιριάζει ο χαρακτηρισμός βιβλιοφιλικό, παρότι το αντίθετό του, το βιβλιοεχθρικό, δεν υφίσταται. Εκτίμησα, επίσης, τον τρόπο με τον οποίο ο Κούτσι εντάσσει τη θεωρία, την προσωπική του λογοτεχνική θεωρία, με όρους μυθοπλαστικούς, όχι ως διδαχή ή ως επίδειξη, αλλά ως βασικό συστατικό ενός μεταμοντέρνου μυθιστορήματος ιδεών, που δεν είναι ψυχρό και αποστειρωμένο. Όπως και στη ζωή, η ταλάντευση και η αμφιβολία μοιάζουν να είναι το κατάλληλο όχημα, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπως η σημερινή, που η βεβαιότητα και η σιγουριά σε πήλινα, κοντά και εύθραυστα πόδια παρελαύνουν με ιαχές.

υγ. Πριν τρία χρόνια, διάβαζα το Βίος και πολιτεία του Μάικλ Κ. Περισσότερα σχετικά εδώ.

Μετάφραση Βασίλης Καραγιώργος
Εκδόσεις Διήγηση

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2022

Η υπόσχεση - Damon Galgut

Ο θάνατος της μητέρας συγκεντρώνει τους Σουάρτ στην οικογενειακή φάρμα έξω από την Πρετόρια. Η αρχιτεκτονική της οικίας, με την άναρχη στο πέρασμα των χρόνων προσθήκη δωματίων, αντανακλά τις σχέσεις μεταξύ των Σουάρτ, τον ανομοιόμορφο χαρακτήρα, την οριακή λειτουργικότητα και την επίφοβη συνοχή της οικογένειας, αλλά και της Νότιας Αφρικής της δεκαετίας του '80, μιας χώρας σε διαρκή μετάβαση και αναβρασμό, που το κοινό αφήγημα συνεχώς αναδιατυπώνεται σε μια απόπειρα να ενσωματώσει κάθε κοινωνική και πολιτική μεταβολή. Η Αμόρ, η τρίτη και μικρότερη κόρη, που όταν ήταν παιδί χτυπήθηκε από κεραυνό, στην εφηβεία της πια, δίπλα στο κρεβάτι της άρρωστης μητέρας, θα γίνει αυτήκοος μάρτυρας της πατρικής υπόσχεσης: πως το σπίτι όπου μένει η μαύρη υπηρέτρια, που τόσο στάθηκε στη μητέρα της, θα περάσει στο όνομά της.

Γύρω από την υπόσχεση αυτή ο Ντέιμον Γκάλγκουτ θα ξετυλίξει το κουβάρι των Σουάρτ. Η υπόσχεση, που απέσπασε το βραβείο Booker 2021, είναι μια οικογενειακή σάγκα που διαρθρώνεται σε τέσσερα κεφάλαια μέσα στο πέρασμα του χρόνου, σε μια πορεία παράλληλη με εκείνη της χώρας. Ο συγγραφέας, με τρόπο ευφυή, καθιστά το ατομικό οικουμενικό, αποτυπώνει με λεπτομέρεια και από πλήθος διαφορετικών οπτικών την ιστορία της χώρας του κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών. Η υπόσχεση του πατέρα εμπεριέχει έντονο το στοιχείο του συμβολισμού, όπως και η επιμονή της Αμόρ, ο ιδεαλισμός ενάντια στην οχύρωση πίσω από τα προνόμια. Η υπόσχεση και ο αγώνας για την απόδοση κοινωνικής δικαιοσύνης, για το τέλος των διακρίσεων με βάση το φύλο, το χρώμα και τη φυλή, για τα ανθρώπινα δικαιώματα συνοψίζουν άλλωστε την ιστορία κάθε χώρας.

Το εύρημα δεν θα ήταν αρκετό χωρίς την αφηγηματική φωνή να προσδίδει συνοχή και να προωθεί την πλοκή. Ο Γκάλγκουτ οπλίζει τον παντογνώστη αφηγητή του με μια ικανότητα μεταφυσική, η τριτοπρόσωπη αφήγησή του διέρχεται μέσα από τους χαρακτήρες του δράματος, που λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, πρωτεύοντες και δευτερεύοντες, χωρίς στιγμή να σταματά, φανερώνοντας τις πιο μύχιες σκέψεις τους, την ηθική και τη ματιά τους, μια ροή διαρκής, η αίσθηση ενός κινηματογραφικού μονοπλάνου που προσδίδει μια τεράστια ορμή στην αφήγηση, που κανένα σημείο στίξης ή αλλαγή παραγράφου δεν μπορεί να ανακόψει. Αυτό είναι το σημείο υπεροχής του μυθιστορήματος αυτού, που το κάνει να ξεχωρίζει ανάμεσα σε πολλά καλογραμμένα έργα, και η Κλαίρη Παπαμιχαήλ πετυχαίνει να το αποδώσει εξαιρετικά στη γλώσσα μας με τη μετάφρασή της.

Σημαντικό συστατικό της πλοκής αποτελούν η πίστη και η θρησκεία. Οι επιθυμίες των θανόντων και η στάση των διαχειριστών απέναντί τους. Ο μετασχηματισμός και η δημιουργία μιας κοινής εθνικής ταυτότητας εμπεριέχουν και τη θρησκευτική διάσταση, την επικράτηση ενός δόγματος έναντι κάποιου άλλου. Ο Γκάλγκουτ αποδεικνύεται ιδιαίτερα οξυδερκής και δεν διστάζει να επιτρέψει στον αφηγητή του, στον χώρο που αναλογεί στην πλοκή, να ασκήσει κριτική και να καταθέσει τις δικές του απόψεις. Ωθούμενος κυρίως από τη μεταβλητότητα των πραγμάτων, όπως, για παράδειγμα, όταν από τη μια στιγμή στην άλλη ο άλλοτε ήρωας της πολιτικής σκηνής σέρνεται ως κατηγορούμενος για εγκλήματα κατά της χώρας και των κατοίκων της. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η ιστορία γράφεται διαρκώς υπό την κοινωνική πίεση, χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι ισχυροί υποχωρούν πραγματικά, απλώς ανασυντάσσονται και προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες.

Όπως σωστά επισημαίνει η Σταυρινή Ιωαννίδου στο άρθρο της «Το annus mirabilis της αφρικανικής λογοτεχνίας», στο Ανοιχτό Βιβλίο τον περασμένο Νοέμβριο, το 2021 υπήρξε αναμφίβολα μια χρονιά-ορόσημο για την αφρικανική λογοτεχνία. Δεν ήταν μόνο Η υπόσχεση του Γκάλγκουτ που τιμήθηκε. Άλλα τρία σημαντικά λογοτεχνικά βραβεία, με προεξέχον το Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Αμπντουλραζάκ Γκούρνα, δόθηκαν σε Αφρικανούς συγγραφείς· το βραβείο Goncourt κέρδισε ο Μοχάμεντ Σαρρ και το International Booker ο Νταβίντ Ντιόπ. Η συγκυρία αυτή ενίσχυσε τη διαχρονική συζήτηση γύρω από τα βραβεία και τη λειτουργία τους, την πολιτική διάσταση και τον στοχευμένο χαρακτήρα που συχνά αποκτούν.  

Η υπόσχεση, γραμμένη στα αγγλικά, είναι ένα βιβλίο που πέρα από κάθε επιφύλαξη υπερβαίνει τα όρια της εθνικής λογοτεχνίας στην οποία ανήκει. Ο Γκάλγκουτ δεν γράφει για τη Νότιο Αφρική, αλλά αφηγείται μια ιστορία που συνέβη εκεί. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κακή χρήση του εξωτισμού προς εντυπωσιασμό του ξένου αναγνωστικού κοινού. Ο συγγραφέας έχει μια τρομερά ενδιαφέρουσα ιστορία να αφηγηθεί και τη χρησιμοποιεί ως όχημα για να πει πολλά περισσότερα και μάλιστα με τρόπο που χαράσσεται βαθιά στη μνήμη.  

Η υπόσχεση είναι ο ορισμός του ποιοτικού μπεστ σέλερ, το ιδανικό βιβλίο για να προτείνει κανείς σε κάθε αναγνώστη.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 15 Μαΐου. Ο σύνδεσμος για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Μετάφραση Κλαίρη Παπαμιχαήλ
Εκδόσεις Διόπτρα

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2021

Βίος και πολιτεία του Μάικλ Κ - J. M. Coetzee

Το μοναδικό βιβλίο του νομπελίστα συγγραφέα Τζ. Μ. Κουτσί που είχα ως τώρα διαβάσει ήταν το Μια γυναίκα στο νησί του Ροβινσώνα. Είχα συνδυάσει την ανάγνωση εκείνη με το βιβλίο του Τουρνιέ Παρασκευάς ή Στις μονές του Ειρηνικού, σε μια περίοδο που με απασχολούσε αρκετά το γεγονός πως ως ενήλικας δεν είχα επιχειρήσει (τολμήσει για την συναισθηματική ακρίβεια) ως τότε την αναγνωστική επιστροφή στον Ροβινσώνα Κρούσο, το αγαπημένο βιβλίο  της παιδικής μου ηλικίας και θέλησα να επιστρέψω στο νησί εκείνο ακολουθώντας άλλα θαλασσινά ρεύματα, γυρεύοντας ίσως την έμπνευση που άσκησε το έργο αυτό στους δύο συγγραφείς, με τους οποίους από τότε έχω αφήσει ανοιχτούς αναγνωστικούς λογαριασμούς. Και αν με τον Τουρνιέ είναι καθαρά θέμα αναβλητικότητας από μεριάς μου, με τον Κουτσί υπήρχε μια παρεξήγηση, καθώς αυθαίρετα πίστευα πως τα μυθιστορήματά του αναλώνονται  στο Απαρτχάιντ και την πολιτική της Νοτίου Αφρικής εν γένει, θέμα που εμένα δεν με συγκινεί λογοτεχνικά. Η βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2003 επέτεινε τον αρνητισμό μου, θεωρώντας πως ήταν μια ακόμα πολιτικής σκοπιμότητος βράβευση. Μοιάζει, το ξέρω, μάλλον αφελής ο συλλογισμός αυτός, αλλά κάπως έτσι χτίζονται τα στερεότυπα και οι αναγνωστικές εμμονές, ιδιαίτερα τη στιγμή που το πλήθος των βιβλίων που θέλει να διαβάσει κανείς τείνει στο άπειρο και κάθε φίλτρο απόρριψης καθίσταται ευπρόσδεκτο. Ναι, στο Βίος και πολιτεία του Μάικλ Κ η πολιτική κατάσταση στη Νότιο Αφρική είναι πανταχού παρούσα, όμως κάτι τέτοιο δεν με ενόχλησε, το αντίθετο θα έλεγα, ο τρόπος με τον οποίο ο Κουτσί κέντησε την ιστορία του Κ στον καμβά της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας υπήρξε γοητευτικός και μου έφερε στον νου τον ευφυή τρόπο με τον οποίο η Τζέννυ Έρπενμπεκ γράφει πολιτική λογοτεχνία.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Το πρώτο πράγμα που πρόσεξε η μαμή καθώς βοηθούσε τον Μάικλ Κ να βγει από τα σπλάχνα της μάνας του στον κόσμο ήταν το λαγώχειλο. Το χείλι ζάρωνε σαν το πόδι του σαλίγκαρου, το αριστερό ρουθούνι έχασκε. Μπαίνοντας στιγμιαία ανάμεσα στο μωρό και στη μάνα, η μαμή έχωσε το δάχτυλό της στο μπουμπούκι των χειλιών  και διαπίστωσε με ανακούφιση πως η υπερώα ήταν ακέραιη.

Ο Κ πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας σε ίδρυμα. Στα δεκαπέντε του άρχισε να δουλεύει στη συντήρηση των κήπων της πόλης. Ζούσε μόνος του. Η μάνα του δούλευε ως καθαρίστρια στο σπίτι μιας πλούσιας οικογένειας. Της είχαν παραχωρήσει ένα δωματιάκι στο κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας για να μένει. Μια μέρα, ενώ ήταν στη δουλειά, ο Κ έλαβε ένα μήνυμα, ήταν από τη μάνα του που του ζητούσε να πάει να την πάρει από το νοσοκομείο. Ο Κ υπάκουσε σε αυτό το κάλεσμα. Απ' όταν γύρισαν σπίτι περνούσε αρκετές ώρες στο πλάι της φροντίζοντάς την, επέστρεφε σπίτι του πριν την έναρξη της νυχτερινής απαγόρευσης κυκλοφορίας. Ένα τυχαίο γεγονός οδήγησε σε ταραχές στην πλούσια εκείνη γειτονιά. Οι εργοδότες της μάνας εγκατέλειψαν το κτίριο, ο Κ δεν επέστρεψε στο δικό του σπίτι. Οι δυο τους έμειναν κλεισμένοι εκεί κάνοντας απόλυτη ησυχία ώστε να αποφύγουν τυχόν μπλεξίματα. Η κατάσταση όμως της υγείας της ολοένα και χειροτέρευε. Η λαχτάρα με την οποία μιλούσε για την αγροικία στην οποία μεγάλωσε, πέρα μακριά από τη μεγάλη πόλη, οδήγησε τον Κ στην απόφαση να φτιάξει ένα καρότσι για να τη μεταφέρει εκεί. Πίστευε πως το κλίμα θα βοηθούσε στην ανάρρωσή της. Όμως το ταξίδι ως εκεί δεν ήταν μια απλή υπόθεση, έγγραφα από την αστυνομία ήταν απαραίτητα, έγγραφα που όμως δεν έφταναν στο κουτί του ταχυδρομείου. Αυτή είναι η ιστορία του Μάικλ Κ, όπως ήδη ο τίτλος του μυθιστορήματος δηλώνει, που γεννήθηκε με μια παραμόρφωση που τον έκανε πάντοτε να ξεχωρίζει. Ο αγώνας για την επιβίωση δεν ήταν ποτέ απλός για εκείνον, όπως και για τους περισσότερους άλλωστε. Το καθήκον του απέναντι στη μάνα του τον οδήγησε μακριά από την παλιά του ζωή, χωρίς χαρτιά, σ' ένα περιβάλλον επικίνδυνο, στη μέση ενός πολέμου σε εξέλιξη.

Ο Κ είναι ένας σημαντικός λογοτεχνικός ήρωας, βγαλμένος από τις σελίδες του Μπέκετ, θαρρείς, σ' ένα περιβάλλον δυστοπικό. Ο Κουτσί αφηγείται μαεστρικά την ιστορία του, και μέσω αυτής αποτυπώνει την επικρατούσα κατάσταση της χώρας τον καιρό εκείνο. Η ανάγκη του Κ, όπως σταδιακά αποκαλύπτεται, είναι να ζήσει στο περιθώριο, μακριά από τους ανθρώπους, δίπλα στη φύση, έχοντας για ακριβό του θησαυρό ένα σακούλι με σπόρους κολοκύθας, μην περιμένοντας τίποτα από κανέναν, αρνούμενος την ελεημοσύνη, βυθιζόμενος ολοένα και περισσότερο στη σιωπή, τη νηστεία και τον ύπνο, αδιαφορώντας να υπερασπιστεί τον ίδιο του τον εαυτό, αναζητώντας διαρκώς τη φυγή και την απομόνωση. Ο Κ λειτουργεί στον αντίποδα κατά κάποιον τρόπο του Ροβινσώνα. Επιλέγει συνειδητά να αφήσει πίσω του τον πολιτισμό, την ανθρώπινη παρουσία, αναζητά ένα ερημικό νησί, δεν νοσταλγεί, δεν λαχταρά ούτε την παρέα κάποιου Παρασκευά ούτε την άφιξη κάποιου πλοίου, σβήνει προσεχτικά τα σημάδια εκείνα που θα τον προδώσουν, που θα οδηγήσουν τις αρχές ή τους αντάρτες στο κατόπι του. Υπάρχουν αρκετές μελέτες για το έργο αυτό, που το προσεγγίζουν υπό ψυχαναλυτικό πρίσμα ή που το ερμηνεύουν ως μια παραβολή. Η υπαρξιακή αγωνία διατρέχει τις σελίδες του μυθιστορήματος αυτού, η πολιτική συνθήκη επίσης, όπως και η σχέση του Κ με τη μητέρα του, το σημάδι που φέρει στο πρόσωπο, η απουσία του ερωτικού στοιχείου, το παράλογο του πολέμου, η έννοια της ελεημοσύνης ή η συνείδηση του γιατρού. Ταυτόχρονα το μυθιστόρημα έχει και ένα υπόγειο οικολογικό διακύβευμα, που αναδύεται από την εμμονή του Κ με τη σπορά, τη σχέση του με τη γη και τις διατροφικές συνήθειες που αναπτύσσει. Η νοητική αναπηρία φέρνει τον Κ πιο κοντά στο ένστικτο, τον ωθεί να λειτουργεί με βάση το βίωμα. Αυτή η συγγραφική επιλογή είναι καθοριστικής σημασίας, τη στιγμή που το σημάδι που φέρει εκ γενετής αποκτά μια μεταφυσικού τύπου διάσταση ενώ οι σπόροι δηλώνουν την ανάγκη του ανθρώπου για ρίζες με τον τόπο που πατάει. Ο Κ αναζητά καταφύγιο στην απάθεια και τον αναχωρητισμό εκκινώντας από μια συνθήκη πλήρως αντίθετη με εκείνη του ήρωα του Περέκ στο Ένας άνθρωπος που κοιμάται. Η παράλληλη ανάγνωση των δύο αυτών έργων παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οι δύο ήρωες έχουν την ίδια ηλικία, τη στιγμή που η κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα μέσα στην οποία πασχίζουν να επιβιώσουν είναι εκρηκτική. Η σύγκριση των δύο κόσμων, οι ομοιότητες και οι διαφορές παραμερίζουν και οι αναλογίες αργά ή γρήγορα ξεπηδούν. 

Ο Βίος και πολιτεία του Μάικλ Κ είναι ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα. Αργά ή γρήγορα θα ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα βιβλία του Κουτσί.

Μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου
Εκδόσεις Μεταίχμιο