Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκδόσεις Διόπτρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκδόσεις Διόπτρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2023

Ρολόι χωρίς δείκτες - Carson McCullers

Ένα κεφάλι κόβεις, πλήθος απογόνων πετάγονται αίφνης. Έτσι πάει η ιστορία της ανάγνωσης. Κάρσον ΜακΚάλερς δεν είχα διαβάσει ως τώρα. Ένας από τους –άραγε μετρήσιμους;– ανοιχτούς λογαριασμούς, που στην πλειοψηφία τους μετατίθενται διαρκώς για το άμεσο μέλλον, για την πρώτη ευκαιρία, μια πράξη αισιοδοξίας, μια, αναγκαία, ψευδαίσθηση ελέγχου. Οι εκδόσεις Διόπτρα, που όλο και περισσότερο επενδύουν στη, σύγχρονη αλλά και κλασική, καλή λογοτεχνία, εδώ και λίγο καιρό τρέχουν ένα εκδοτικό πρόγραμμα επανασύστασης της ΜακΚάλερς στο ελληνικό κοινό. Στην τέταρτη στροφή ανέβηκα στο όχημα, κυρίως με περιέργεια και, παραδόξως πώς, όχι με υπερβολικές αξιώσεις. Και έτσι: ως τώρα δεν είχα διαβάσει κανένα βιβλίο της, τώρα θέλω να τα διαβάσω όλα. Ένα βιβλίο αφαιρέθηκε από τη λίστα, τέσσερα-πέντε προστέθηκαν. Έτσι πάει η ιστορία της ανάγνωσης.

Όλα ξεκινούν με μια υπέροχη πρώτη πρόταση: «Ο θάνατος είναι ο ίδιος πάντα, αλλά κάθε άνθρωπος πεθαίνει με τον δικό του τρόπο». Ένας μεσήλικας φαρμακοποιός που μαθαίνει πως του απομένει λίγος χρόνος ζωής, ένας γέρος δικαστής που οραματίζεται την επανόρθωση των ηττημένων του Νότου, ο εγγονός του που διαισθητικά στέκεται απέναντι στον παππού του και με τον ίδιο τρόπο επιχειρεί να διακρίνει τις επιθυμίες του σώματός του και τα ίδια του τα συναισθήματα, ενώ ένας, επίσης νεαρός, μαύρος, με κλίση στη μουσική, ορφανός αγνώστου γονέων, ασφυκτιά από την καταπίεση που ακόμα δέχεται η φυλή του· ο θυμός τον κατακλύζει. Ο Μαλόουν, ο Κλέιν, ο Τζέστερ και ο Σέρμαν. Αυτά είναι τα τέσσερα πρόσωπα που ηγούνται της ιστορίας αυτής που διαδραματίζεται στα μέσα της δεκαετίας του πενήντα σε μια μικρή αμερικανική κωμόπολη, για άλλους ο κόσμος όλος, για άλλους μια στενή φυλακή.

Ο τριτοπρόσωπος, παντογνώστης αφηγητής-παρατηρητής εστιάζει πότε στο ένα και πότε στο άλλο πρόσωπο. Η δράση εκκινεί όταν ο Μαλόουν θα μάθει τα δυσάρεστα ιατρικά νέα, αλλά δεν μπορεί να σταθεί χωρίς τα υποστυλώματα από το παρελθόν, καθοριστικά για τη διαμόρφωση του παρόντος, προάγγελοι της διαχείρισης του άγνωστου μέλλοντος, γεγονός που επιτάσσει εκτεταμένες αναλήψεις από τον ταμιευτήρα των πεπραγμένων. Η ΜακΚάλερς ξέρει και ποντάρει πολλά στο χτίσιμο των προσώπων, αληθοφάνεια και απαραίτητη στερεοτυπία, ώστε ο αναγνώστης να νιώσει οικειότητα με εκείνα και την ιστορία τους. Μετέρχεται μιας παρεξηγημένης τεχνικής στην πρόζα, όπως είναι ο διάλογος, ώστε να προωθήσει την πλοκή αλλά και να χαράξει με μεγαλύτερη ακρίβεια το καλούπι των τεσσάρων πρωταγωνιστών, την ώρα που επιτρέπει στο χιούμορ να διέλθει αβίαστα από τις χαραμάδες. Ο έλεγχος της ιστορίας είναι απόλυτος, κάθε κίνηση, ακόμα και η πλέον φαινομενικά ανώδυνη, είναι καλά προϋπολογισμένη. Τέσσερις άντρες στο προσκήνιο χωρίς καμία γυναίκα σε αντίστοιχου εμβαδού ρόλο, παρά στο παρασκήνιο και στο βάθος μόνο. Τρεις λευκοί άντρες με τα δεδομένα προνόμια τους και ένας θυμωμένος μαύρος. Αν ήταν άντρας ο συγγραφέας, σίγουρα θα είχαμε να συζητήσουμε περισσότερα για την επιλογή αυτή, αλλά είναι μια γυναίκα που κάνει τη διανομή των ρόλων και τώρα πρέπει να δώσουμε άλλες ερμηνείες, συνυπολογίζοντας αναπόφευκτα τους όρους της εκδοτικής αγοράς εκείνων των χρόνων, διαισθανόμενοι πως η ΜακΚάλερς επέλεξε να φέρει στα μέτρα της τους κανόνες του παιχνιδιού, υπακούοντας φαινομενικά σε αυτούς ώστε να της δοθεί ο χώρος να τους υπονομεύσει.

Αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως η συγγραφέας δεν νοιάζεται τους χαρακτήρες της, ωστόσο δεν μπορεί και να παρακάμψει τα προνόμια τους, να μη σηκώσει τους ώμους όταν εκείνοι αποδεικνύονται ανίσχυροι απέναντι στις πτυχές της καθημερινότητας, όταν νιώθουν μόνοι, αδύναμοι και αβοήθητοι, όταν βιώνουν μια εμπειρία που για άλλους αποτελεί τη συνήθη όψη της πραγματικότητας· έτσι είναι η ζωή. Γραφή στρωτή, απλή μα όχι απλοϊκή, μια αφήγηση ρέουσα που δεν λιμνάζει παρότι αποφεύγει τις έντονες κορυφώσεις και τις εκπλήξεις, μια καλή ιστορία στέρεης κατασκευής, χωρίς καθοδήγηση συναισθηματική και διάθεση διδακτική. Τα ευρήματα δεν αποσπούν τη συγγραφική προσοχή, παρεπόμενα ούτε και την αναγνωστική. Διαβάζοντας το μυθιστόρημα εξήντα χρόνια μετά, αναπόφευκτα έχουμε εξ αρχής απολέσει το πλεονέκτημα της συγχρονίας με τα πρόσωπα και την ιστορία, αλλά και τις επικρατούσες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, ωστόσο, η εκ του μακρόθεν ανάγνωση ωφελεί την κρίση μας σχετικά με τη διαχρονική σημαντικότητα του βιβλίου, τόσο σε επίπεδο γραφής όσο και περιεχομένου. Και ακόμα παραπέρα: διάολε, πρέπει να υπενθυμίζεται διαρκώς το πότε διαδραματίζεται η ιστορία, καθώς μοιάζει τόσο επίκαιρη, παρά τα όποια βήματα διανύθηκαν έκτοτε, παρότι στην ανάγνωση του επιθέτου νέγρος είμαστε έτοιμοι να εξαπολύσουμε βέλη ορθότητας, βέλη που το βεληνεκές τους είναι μεταχρονολογημένο στο σήμερα, που απαγορεύεται κάποιος να χρησιμοποιήσει τον χαρακτηρισμό αυτό, χωρίς αυτό ταυτόχρονα να σημαίνει πως το επίθετο έχει εξαφανιστεί από το καθημερινό λεξιλόγιο. Και αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα.

Η χρονική, λοιπόν, απόσταση που χωρίζει τον σύγχρονο αναγνώστη από τη συγγραφή του μυθιστορήματος μοιάζει ικανή ώστε να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για την αξία του. Το γεγονός πως έφτασε ως τις μέρες μας από μόνο του δεν εγγυάται και πολλά. Η γραφή της ΜακΚάλερς, από το δείγμα αυτό τουλάχιστον, δεν επιθυμεί, ούτε επιδιώκει να αποτελέσει μια ρηξικέλευθη καμπή στη λογοτεχνική ιστορία. Ούτε αυτό ωστόσο αποτελεί κριτήριο κριτικής και αξιολόγησης. Ακόμα ακόμα ούτε το ότι πρόκειται για γυναίκα συγγραφέα, μειοψηφία στο μετερίζι της σοβαρής λογοτεχνίας, είναι αρκετό, αν και ίσως είναι ρηξικέλευθο ως πραγματολογικό στοιχείο εξωκειμενικό. Το Ρολόι χωρίς δείκτες συναρπάζει με την απλότητά του, απόρροια της αφηγηματικής άνεσης και της μη ανάγκης για καταφυγή σε κόλπα και τεχνάσματα, κάτι που αποτελεί ολοένα και μεγαλύτερο ίδιον της σύγχρονης λογοτεχνίας, ικανοποιώντας σε μεγάλο βαθμό τις διακριτές συγγραφικές επιδιώξεις. Η αναγνωστική απόλαυση δεν περιορίζεται στο αίσθημα νοσταλγίας για μια περασμένη λογοτεχνική εποχή, αλλά εκπορεύεται της ίδιας της εμπειρίας της ανάγνωσης, έτσι όπως συμπυκνώνεται στο εδώ και το τώρα αυτής. Ο χρόνος που μεσολάβησε δεν το έφθειρε, απόδειξη της αντοχής του υλικού κατασκευής, δεν το άφησε πίσω του υποταγμένο σε μια ημερομηνία λήξης. Και είναι το ίδιο το μυθιστόρημα που γεννά την υποψία, αν και πρόωρη και άρα αυθαίρετη, για το συνολικό έργο της ΜακΚάλερς, ορίζοντας τις προσδοκίες εκείνες που θα κληθεί στο προσεχές αναγνωστικό μέλλον να ικανοποιήσει, τις τεχνικές προδιαγραφές ενός ακόμα λογοτεχνικού μπούνκερ, ικανού να αντέξει την δυσβάσταχτη πραγματικότητα.

Μετάφραση Μιχάλης Μακρόπουλος
Εκδόσεις Διόπτρα

Δευτέρα 19 Ιουνίου 2023

Η νύχτα θα είναι μεγάλη - Santiago Gamboa

Όταν είχα διαβάσει τις Νυχτερινές ικεσίες του Σαντιάγκο Γκαμπόα είχα ενθουσιαστεί. Με απογοήτευση είδα τον καιρό να περνάει και να μην κυκλοφορεί άλλο βιβλίο του στα ελληνικά, παρότι είχε τύχει ικανοποιητικής υποδοχής από το εγχώριο κοινό. Με χαρά είδα πως στο ανανεωμένο εκδοτικό πρόγραμμα των εκδόσεων Διόπτρα υπήρχε το όνομά του. Προσδοκίες στο μέγιστο και αναμονή στα κόκκινα. Με την κυκλοφορία του Η νύχτα θα είναι μεγάλη έγινε άμεση άρση οποιουδήποτε αναγνωστικού προγραμματισμού. Δεν γινόταν αλλιώς.

Εκτός από ενθουσιασμό, στη φαρέτρα των προσδοκιών υπήρχε το στυλιζάρισμα στην αφήγηση, οι διακειμενικές αναφορές, η σύγχρονη ποπ κουλτούρα, η έκδηλη αγωνία των προσώπων αλλά και η πρόφαση μιας αστυνομικής πλοκής που θα εξυπηρετούσε τις βαθύτερες συγγραφικές επιδιώξεις, μεταξύ άλλων να πει μια ιστορία από μια ταραγμένη γωνιά του πλανήτη. Ένας ευδιάκριτος, πλην όμως εν μέρει αυθαίρετος, ορίζοντας προσδοκιών είχε κιόλας δημιουργηθεί πριν ακόμα γυρίσω την πρώτη σελίδα. Η αρχή ήταν στο πλαίσιο όσων ανέμενα: Στην Κάουκα, μια επαρχία της Κολομβίας που όπως και οι υπόλοιπες βασανίστηκε από τον εμφύλιο πόλεμο των τελευταίων ετών, ένα κομβόι αυτοκινήτων πέφτει σε μια καλά στημένη ενέδρα ενόπλων. Μοναδικός μάρτυρας ένα παιδί, δώδεκα ετών, που στα μέρη εκείνα δεν είναι πια και τόσο παιδί. Η αρχική αστυνομική αναφορά θα κουκουλωθεί, η είδηση δεν θα φτάσει ως τις εφημερίδες, το σκηνικό θα καθαριστεί σχολαστικά. Μια ανώνυμη καταγγελία θα γίνει η αιτία για περαιτέρω έρευνα, η αιτία να μην μείνει στην αφάνεια μια ακόμα ιστορία βίας, όπως τόσες και τόσες άλλες, τη στιγμή που διάφορα πτώματα κάνουν την εμφάνισή τους. Μια θαρραλέα, ανεξάρτητη δημοσιογράφος, η Χουλιέτα Λεζάμα, που πουλά τα ρεπορτάζ της σε εφημερίδες του εξωτερικού, θα αφήσει την Μπογκοτά για να ερευνήσει από κοντά την καταγγελία αυτή, που η διαίσθησή της της λέει πως έχει πολύ ζουμί. Στο πλευρό της και ένας αδιάφθορος εισαγγελέας, ένας από τους λιγοστούς ευσυνείδητους υπηρέτες του νόμου. 

Με όχημα τη διαλεύκανση της υπόθεσης αυτής, ο Γκαμπόα θα αφηγηθεί μια ιστορία που, παρότι μοιάζει με μεμονωμένο περιστατικό, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύγχρονης κολομβιανής πραγματικότητας, που οι ρίζες της φτάνουν βαθιά στα σκοτεινά υποστρώματα της βίας και της διαφθοράς. Η Χουλιέτα, με τη βοηθό της, πρώην στέλεχος των ανταρτών, αλλά και ο εισαγγελέας, με τους έμπιστους συνεργάτες του, είναι τα πρόσωπα κλειδιά, οι απαραίτητοι ήρωες που, αντίθετα με τη σιωπηλή πλειοψηφία του σιναφιού τους, δεν αδιαφορούν σηκώνοντας τους ώμους και λέγοντας πως αυτά είναι περιστατικά που συμβαίνουν και καλό είναι να μην μπλέκεται κανείς γιατί θα βρεθεί μπλεγμένος και ο ίδιος, οι απαραίτητοι τρελοί σε έναν κόσμο αρκούντως παράλογο. Είναι επίσης μια ιστορία που δεν αρκείται στην εξωτική βία της χώρας που εν πολλοίς έχει να κάνει με το εμπόριο ναρκωτικών, αλλά που διαθέτει και άλλα παρακλάδια, όπως η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και η παρουσία δεκάδων θρησκευτικών σχημάτων που ψαρεύουν στα θολά νερά της απελπισίας και της φτώχειας. Άλλωστε, το διακύβευμα είναι πάντοτε ο πλούτος και η εξουσία. Είναι όμως και μια υπενθύμιση πως το τέλος του εμφύλιου πολέμου άλλο δεν είναι παρά ένα χαρτί με υπογραφές των δύο μερών, πως η καθημερινότητα της χώρας απέχει αρκετά από το να χαρακτηριστεί αθώα και ήρεμη.

Με ικανοποιητικό τρόπο, ο Γκαμπόα ξεδιπλώνει την έρευνα που θα οδηγήσει στην ανακάλυψη των δύο αντίπαλων μερών, επιδιώκοντας τις αναγκαίες κορυφώσεις, επιφυλάσσοντας τις αναμενόμενες ανατροπές μέχρι τη λύση του αινίγματος, χρησιμοποιώντας με σύνεση τα ευρήματα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μια ρέουσα ανάγνωση με το απαραίτητο σασπένς που θα επιβάλλει τον δικό της αναγνωστικό ρυθμό. Παράλληλα, επιδιώκει να χτίσει πειστικά τους χαρακτήρες του, να κάνει εμφανές το υπόβαθρο από το οποίο αντλούν το πάθος και τη θέληση για την αποκάλυψη της αλήθειας, χωρίς να τους λειαίνει τις γωνίες εκείνες που θα τους έκαναν πραγματικούς ανθρώπους και πειστικούς χαρακτήρες και όχι στείρους λογοτεχνικούς ήρωες. Αν το Η νύχτα είναι μεγάλη κρινόταν αποκλειστικά και μόνο ως ένα αστυνομικό, κατά την ευρύτερη έννοια του είδους, μυθιστόρημα, τότε λίγα αρνητικά θα μπορούσε κανείς να προσάψει στον συγγραφέα, αφού ως τέτοιο στέκεται με ιδιαίτερη άνεση σε μια απαιτητική κατηγορία, θυμίζοντας έναν άλλο αγαπημένο του ελληνικού κοινού, τον Γάλλο Καρίλ Φερέ. Ο τρόπος με τον οποίο ο Γκαμπόα ενσωματώνει την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της Κολομβίας προσδίδει περαιτέρω πόντους στο τελικό αποτέλεσμα, χωρίς να πέφτει στην παγίδα της πώλησης εξωτισμού προς τέρψιν ενός εκτός συνόρων αναγνωστικού κοινού, που στη λογοτεχνία ζητά την επιβεβαίωση ενός πλήθους στερεοτύπων με τα οποία είναι φορτωμένος.

Όμως, από το βιβλίο αυτό περίμενα πολλά περισσότερα από ένα καλογραμμένο και με ένταση αστυνομικό μυθιστόρημα, ας όψονται οι προσδοκίες που ο ίδιος ο Γκαμπόα φρόντισε να με γεμίσει. Θυμήθηκα το Τέρρα Άλτα του Χαβιέρ Θέρκας, ένα συμπαθητικό αστυνομικό μυθιστόρημα, με αναφορές στη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα της Καταλονίας, άνισο ωστόσο ως προς το ύψος της βιβλιογραφίας του συγγραφέα. Η σύγκριση του έργου ενός συγγραφέα με βάση το δικό του πρότερο έργο μπορεί να είναι άδικη ή αυστηρή, είναι ωστόσο αναπόφευκτη, καθώς εξ αυτής προέρχονται οι προσδοκίες για κάθε επόμενο έργο του, ένα κλειστό κύκλωμα στο οποίο η όποια διαφορά στην τάση του ρεύματος είναι εμφανής. Στο Η νύχτα θα είναι μεγάλη το πρόβλημά μου δεν είχε να κάνει ούτε με τον αστυνομικό μανδύα ούτε με τις συγγραφικές επιδιώξεις, όπως τουλάχιστον μπόρεσα να τις διακρίνω, αλλά με την απουσία του γνώριμου από τις Νυχτερινές ικεσίες στυλ και του τρόπου με τον οποίο ο συγγραφέας χρησιμοποιούσε λογοτεχνικά την προώθηση της πλοκής. Οι δευτερεύουσες ιστορίες δεν κατάφεραν να λειτουργήσουν παρά μόνο ως γέμιση της κεντρικής πλοκής, με την εξαίρεση ίσως της πρωτοπρόσωπης αφήγησης της ζωής ενός από τους ηγέτες των συμμοριών. Έλειπε επίσης η αγωνία στην αφήγηση και τα πρόσωπα που δικαιολογούσε ως ένα βαθμό την αφήγηση εκείνης της ιστορίας, ιστορίας αρκετά πιο φιλόδοξης και κοσμοπολίτικης. Στις Νυχτερινές ικεσίες, παρά το πιο βαρυφορτωμένο ταμπλό, ο Γκαμπόα πέτυχε πολλά, εδώ όχι και τόσα τελικά, σ' ένα αποτέλεσμα πιο αδιάφορο, ένα βιβλίο που δυστυχώς σύντομα θα ξεχαστεί, παρότι ίσως γνωρίσει υψηλότερες πωλήσεις. Και δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από την αδιαφορία.

Προσδοκίες προδομένες και ανικανοποίητες. Δυστυχώς.

υγ. Για τις θαυμαστές Νυχτερινές ικεσίες περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Μαπούτσε του Φερέ εδώ και για το Τέρα Άλτα του Θέρκας εδώ.

Μετάφραση Δήμητρα Σταυρίδου
Εκδόσεις Διόπτρα

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2023

Λεωφόρος Λίνκολν - Amor Towels

Στο μίνι αφιέρωμα που έκανα στα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα τη χρονιά που πέρασε, κείμενο το οποίο βρίσκετε εδώ, έγραφα σχετικά με την επιλογή του Λεωφόρος Λίνκολν: «Η Α. είναι ίσως η πιο δύσκολη αναγνώστρια που ξέρω, κοινώς: το ένα της βρωμάει και το άλλο της ξινίζει. Τρελάθηκα με το βιβλίο αυτό, μου είπε, γεγονός ικανό να εκτοξεύσει τις προσδοκίες μου. Δεν αρκέστηκε μάλιστα στον γεμάτο ενθουσιασμό λόγο, μου το έκανε δώρο, για να μην έχω καμία δικαιολογία. Α., συγγνώμη. Το συντομότερο δυνατό, υπόσχομαι». Και να που έφτασε η στιγμή. Ήθελα ένα καλό page turner, να διαβάζεται γρήγορα και αβίαστα, αλλά στο τέλος να μην «ντρέπομαι» γι' αυτό. Αυτός ήταν ο ορίζοντας προσδοκιών τραβώντας το Λεωφόρος Λίνκολν από το ράφι με τα αδιάβαστα. Ήταν η πρώτη γνωριμία με τον Άμορ Τόουλς.

12 Ιουνίου 1954. Η διαδρομή από τη Σαλίνα στο Μόργκεν ήταν τρεις ώρες και στο μεγαλύτερο μέρος της ο Έμετ δεν είχε πει λέξη. Για καμιά εξηνταριά μίλια ο Γουίλιαμς, ο διευθυντής της φυλακής, έκανε προσπάθειες να του πιάσει φιλική κουβέντα. Διηγήθηκε μερικές ιστορίες από την παιδική του ηλικία πέρα στις Ανατολικές Πολιτείες και έκανε στον Έμετ κάποιες ερωτήσεις γύρω από τη ζωή του στο αγρόκτημα. Αλλά ήταν η τελευταία φορά που θα έβλεπαν ο ένας τον άλλο και ο Έμετ δεν έβλεπε τον λόγο να ασχολείται πια με όλα αυτά. Έτσι, όταν πέρασαν τα σύνορα του Κάνσας με τη Νεμπράσκα και ο διευθυντής άνοιξε το ραδιόφωνο, ο Έμετ κοίταξε έξω από το παράθυρο το λιβάδι και κράτησε τις σκέψεις του για τον εαυτό του. Όταν έφτασαν πέντε μίλια νότια της πόλης, ο Έμετ έδειξε από το παρμπρίζ.
«Στην επόμενη έξοδο στρίψτε δεξιά. Θα δείτε ένα άσπρο σπίτι τέσσερα μίλια πιο κάτω».
Ιούνιος, 1954. Ο δεκαοχτάχρονος Έμετ Γουάτσον αποφυλακίζεται νωρίτερα λόγω του θανάτου του πατέρα του· η μητέρα του τους έχει εγκαταλείψει από χρόνια. Ο νεαρός είχε καταδικαστεί σε δεκαπέντε μήνες φυλάκιση για φόνο εξ αμελείας, ποινή την οποία εξέτισε σε αναμορφωτήριο ανηλίκων. Επιστρέφει με το υπηρεσιακό όχημα στο σπίτι του στη Νεμπράσκα, όπου έχει απομείνει μόνος του ο Μπίλι, ο οκτάχρονος αδερφός του, τη φροντίδα του οποίου έχει αναλάβει η νεαρή γειτόνισσα.

Εν τω μεταξύ, το σπίτι και το αγρόκτημα έχουν κατασχεθεί, απόρροια χρεών και υποθήκης. Ο Έμετ έχει αποφασίσει να πάρει τον αδερφό του και να φύγουν, να πάνε στην Καλιφόρνια, εκεί που πιστεύει πως θα έχουν μια καλύτερη τύχη. Ο πατέρας τους είχε καταφέρει να τους αφήσει ένα φάκελο με χρήματα, κρυμμένο στη ρεζέρβα του αυτοκινήτου τού Έμετ. Φτάνοντας στην ανατολική ακτή, το σχέδιο του είναι να αγοράσει κάποιο σπίτι σε άσχημη κατάσταση, το οποίο αφιερώνοντας προσωπική εργασία να το επισκευάσει και να το πουλήσει σε ψηλότερη τιμή. Με τα χρήματα αυτά να αγοράσει ένα επόμενο και ούτω καθεξής.

Το αρχικό σχέδιο θα ανατραπεί, όταν δύο συγκρατούμενοι του Έμετ, ο Ντάτσες και ο Γούλι, εμφανίζονται μπροστά του λίγη ώρα αφού ο διευθυντής του αναμορφωτηρίου έφυγε. Είχαν καταφέρει να τρυπώσουν στο πορτμπαγκάζ, βρίσκοντας έτσι μια ανέλπιστη ευκαιρία δραπέτευσης. Μετά από έντονες διαφωνίες, ο Ντάτσες θα καταφέρει να τους πείσει να κάνουν μια παράκαμψη και να τους αφήσουν στο εξοχικό σπίτι της οικογένειας του Γούλι, όπου υπάρχει ένας κρυμμένος θησαυρός. Σπουδαία ευκαιρία, λέει ο Μπίλι, θα ακολουθήσουμε τη Λεωφόρο Λίνκολν, τον πρώτο διηπειρωτικό δρόμο στην Αμερική, που ενώνει το κέντρο της Νέας Υόρκης με το Σαν Φρανσίσκο.

Κάπως έτσι, η περιπέτεια θα ξεκινήσει.

Μυθιστόρημα δρόμου που διαδραματίζεται σε μια εποχή που η καταφυγή στη γοητεία της περιπλάνησης είχε κυριεύσει μεγάλο μέρος της αμερικανικής νεολαίας και η μπητ κουλτούρα γνώριζε άνθιση. Ο Τόουλς αποτίει με τον τρόπο του έναν φόρο τιμής σε μια παρελθούσα εποχή ιδιότυπης ρομαντικότητας και δυνατοτήτων διαφυγής, όταν ένα απλό βάψιμο του αυτοκινήτου ήταν ικανό να παραπλανήσει τις διωκτικές αρχές και η ψηφιακή πραγματικότητα δεν υπήρχε παρά μόνο στις σελίδες της λογοτεχνίας του φανταστικού. Και το κάνει αυτό με τον τρόπο του, έναν τρόπο που θα τον χαρακτήριζα ασφαλή και σύμφωνο των συγγραφικών δυνατοτήτων αλλά και επιδιώξεών του. Σκοπός του Αμερικανού συγγραφέα είναι μια καλογραμμένη ιστορία, που ιδανικά να αποδειχτεί ευπώλητη, μια ιστορία με αρκετή ποσότητα δράσης, αναμενόμενες ανατροπές, ικανοποιητικά δοσμένους χαρακτήρες που ωστόσο αντλούν αρκετά από τη στερεοτυπία, χωρίς ιδιαίτερους πειραματισμούς στη φόρμα και στην αφήγηση, με στόχο ένα τίμια χορταστικό μυθιστόρημα, ικανό να χαρίσει αρκετές ώρες διασκέδασης στον αναγνώστη και, γιατί όχι, να μεταφερθεί κάποια στιγμή στη μεγάλη οθόνη.

Ο τρόπος αφήγησης είναι κλασικότροπος, σε τέτοιο βαθμό που αρκετές φορές κοίταξα να επιβεβαιώσω πως το μυθιστόρημα έχει όντως γραφεί πρόσφατα και όχι στα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Και αυτή η κλασικότροπα γνώριμη αφήγηση διαθέτει κάτι το καθησυχαστικά οικείο. Το μοναδικό ίσως αφηγηματικό τρικ που ο Τόουλς κάνει είναι η εναλλαγή από πρώτο σε τρίτο πρόσωπο, με μόνη σταθερή απόφαση πως ο Έμετ δεν αφηγείται ποτέ. Το μυθιστόρημα είναι χωρισμένο σε μικρά κεφάλαια, καθένα εκ των οποίων φέρει το όνομα του χαρακτήρα μέσω του οποίου παρακολουθούμε την εξέλιξη της δράσης. Η εναλλαγή αφηγηματικού προσώπου είναι ένα εύρημα μάλλον αχρείαστο, αλλά όχι ενοχλητικό, περισσότερο ευκολίας παρά χρηστικότητας, αντίθετα με τον χωρισμό των κεφαλαίων και τις διαφορετικές οπτικές γωνίες θέασης της ιστορίας που λειτουργεί άψογα. Μυθιστόρημα που πατάει με το ένα πόδι στη δράση και με το άλλο στους χαρακτήρες. Ο Τόουλς παίρνει υψηλό βαθμό και στα δύο, χωρίς να λάβει αχρείαστα ρίσκα, πετυχαίνοντας να μην ξεχειλώσει τη δράση και τις ανατροπές περισσότερο από το αληθοφανές, χωρίς να σκεπάσει η δράση τα υποκείμενά της, ενώ ταυτόχρονα παραδίδει πέντε καλοσχηματισμένους χαρακτήρες, εκ των οποίων σίγουρα ξεχωρίζει ο οκτάχρονος Μπίλι, ένας αξέχαστος, συμβατός με την ηλικία του, μπόμπιρας, που αποδεικνύεται καταλύτης στην εξέλιξη και προώθηση της πλοκής, χωρίς να πάσχει από τη συνήθη λογοτεχνική ασθένεια της ηλικίας του, να συμπεριφέρεται, δηλαδή, σαν ενήλικας σε σώμα παιδικό.

Η Λεωφόρος Λίνκολν είναι ένα μυθιστόρημα που δεν υπόσχεται περισσότερα απ' όσα έχει να προσφέρει και αποδείχτηκε ιδανική συντροφιά, ανταποκρινόμενο σε μεγάλο βαθμό στον ορίζοντα που είχα αυθαίρετα κατασκευάσει γι' αυτό πριν από την ανάγνωση.

Μετάφραση Ρηγούλα Γεωργιάδου
Εκδόσεις Διόπτρα

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2022

Η υπόσχεση - Damon Galgut

Ο θάνατος της μητέρας συγκεντρώνει τους Σουάρτ στην οικογενειακή φάρμα έξω από την Πρετόρια. Η αρχιτεκτονική της οικίας, με την άναρχη στο πέρασμα των χρόνων προσθήκη δωματίων, αντανακλά τις σχέσεις μεταξύ των Σουάρτ, τον ανομοιόμορφο χαρακτήρα, την οριακή λειτουργικότητα και την επίφοβη συνοχή της οικογένειας, αλλά και της Νότιας Αφρικής της δεκαετίας του '80, μιας χώρας σε διαρκή μετάβαση και αναβρασμό, που το κοινό αφήγημα συνεχώς αναδιατυπώνεται σε μια απόπειρα να ενσωματώσει κάθε κοινωνική και πολιτική μεταβολή. Η Αμόρ, η τρίτη και μικρότερη κόρη, που όταν ήταν παιδί χτυπήθηκε από κεραυνό, στην εφηβεία της πια, δίπλα στο κρεβάτι της άρρωστης μητέρας, θα γίνει αυτήκοος μάρτυρας της πατρικής υπόσχεσης: πως το σπίτι όπου μένει η μαύρη υπηρέτρια, που τόσο στάθηκε στη μητέρα της, θα περάσει στο όνομά της.

Γύρω από την υπόσχεση αυτή ο Ντέιμον Γκάλγκουτ θα ξετυλίξει το κουβάρι των Σουάρτ. Η υπόσχεση, που απέσπασε το βραβείο Booker 2021, είναι μια οικογενειακή σάγκα που διαρθρώνεται σε τέσσερα κεφάλαια μέσα στο πέρασμα του χρόνου, σε μια πορεία παράλληλη με εκείνη της χώρας. Ο συγγραφέας, με τρόπο ευφυή, καθιστά το ατομικό οικουμενικό, αποτυπώνει με λεπτομέρεια και από πλήθος διαφορετικών οπτικών την ιστορία της χώρας του κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών. Η υπόσχεση του πατέρα εμπεριέχει έντονο το στοιχείο του συμβολισμού, όπως και η επιμονή της Αμόρ, ο ιδεαλισμός ενάντια στην οχύρωση πίσω από τα προνόμια. Η υπόσχεση και ο αγώνας για την απόδοση κοινωνικής δικαιοσύνης, για το τέλος των διακρίσεων με βάση το φύλο, το χρώμα και τη φυλή, για τα ανθρώπινα δικαιώματα συνοψίζουν άλλωστε την ιστορία κάθε χώρας.

Το εύρημα δεν θα ήταν αρκετό χωρίς την αφηγηματική φωνή να προσδίδει συνοχή και να προωθεί την πλοκή. Ο Γκάλγκουτ οπλίζει τον παντογνώστη αφηγητή του με μια ικανότητα μεταφυσική, η τριτοπρόσωπη αφήγησή του διέρχεται μέσα από τους χαρακτήρες του δράματος, που λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, πρωτεύοντες και δευτερεύοντες, χωρίς στιγμή να σταματά, φανερώνοντας τις πιο μύχιες σκέψεις τους, την ηθική και τη ματιά τους, μια ροή διαρκής, η αίσθηση ενός κινηματογραφικού μονοπλάνου που προσδίδει μια τεράστια ορμή στην αφήγηση, που κανένα σημείο στίξης ή αλλαγή παραγράφου δεν μπορεί να ανακόψει. Αυτό είναι το σημείο υπεροχής του μυθιστορήματος αυτού, που το κάνει να ξεχωρίζει ανάμεσα σε πολλά καλογραμμένα έργα, και η Κλαίρη Παπαμιχαήλ πετυχαίνει να το αποδώσει εξαιρετικά στη γλώσσα μας με τη μετάφρασή της.

Σημαντικό συστατικό της πλοκής αποτελούν η πίστη και η θρησκεία. Οι επιθυμίες των θανόντων και η στάση των διαχειριστών απέναντί τους. Ο μετασχηματισμός και η δημιουργία μιας κοινής εθνικής ταυτότητας εμπεριέχουν και τη θρησκευτική διάσταση, την επικράτηση ενός δόγματος έναντι κάποιου άλλου. Ο Γκάλγκουτ αποδεικνύεται ιδιαίτερα οξυδερκής και δεν διστάζει να επιτρέψει στον αφηγητή του, στον χώρο που αναλογεί στην πλοκή, να ασκήσει κριτική και να καταθέσει τις δικές του απόψεις. Ωθούμενος κυρίως από τη μεταβλητότητα των πραγμάτων, όπως, για παράδειγμα, όταν από τη μια στιγμή στην άλλη ο άλλοτε ήρωας της πολιτικής σκηνής σέρνεται ως κατηγορούμενος για εγκλήματα κατά της χώρας και των κατοίκων της. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η ιστορία γράφεται διαρκώς υπό την κοινωνική πίεση, χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι ισχυροί υποχωρούν πραγματικά, απλώς ανασυντάσσονται και προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες.

Όπως σωστά επισημαίνει η Σταυρινή Ιωαννίδου στο άρθρο της «Το annus mirabilis της αφρικανικής λογοτεχνίας», στο Ανοιχτό Βιβλίο τον περασμένο Νοέμβριο, το 2021 υπήρξε αναμφίβολα μια χρονιά-ορόσημο για την αφρικανική λογοτεχνία. Δεν ήταν μόνο Η υπόσχεση του Γκάλγκουτ που τιμήθηκε. Άλλα τρία σημαντικά λογοτεχνικά βραβεία, με προεξέχον το Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Αμπντουλραζάκ Γκούρνα, δόθηκαν σε Αφρικανούς συγγραφείς· το βραβείο Goncourt κέρδισε ο Μοχάμεντ Σαρρ και το International Booker ο Νταβίντ Ντιόπ. Η συγκυρία αυτή ενίσχυσε τη διαχρονική συζήτηση γύρω από τα βραβεία και τη λειτουργία τους, την πολιτική διάσταση και τον στοχευμένο χαρακτήρα που συχνά αποκτούν.  

Η υπόσχεση, γραμμένη στα αγγλικά, είναι ένα βιβλίο που πέρα από κάθε επιφύλαξη υπερβαίνει τα όρια της εθνικής λογοτεχνίας στην οποία ανήκει. Ο Γκάλγκουτ δεν γράφει για τη Νότιο Αφρική, αλλά αφηγείται μια ιστορία που συνέβη εκεί. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κακή χρήση του εξωτισμού προς εντυπωσιασμό του ξένου αναγνωστικού κοινού. Ο συγγραφέας έχει μια τρομερά ενδιαφέρουσα ιστορία να αφηγηθεί και τη χρησιμοποιεί ως όχημα για να πει πολλά περισσότερα και μάλιστα με τρόπο που χαράσσεται βαθιά στη μνήμη.  

Η υπόσχεση είναι ο ορισμός του ποιοτικού μπεστ σέλερ, το ιδανικό βιβλίο για να προτείνει κανείς σε κάθε αναγνώστη.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 15 Μαΐου. Ο σύνδεσμος για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Μετάφραση Κλαίρη Παπαμιχαήλ
Εκδόσεις Διόπτρα

Δευτέρα 11 Απριλίου 2022

Το τραγούδι του Αχιλλέα - Madeline Miller

Πριν από κάποιο καιρό είχε προηγηθεί η ιστορία της Κίρκης. Βιβλίο που αποδείχτηκε μια τεράστια αναγνωστική έκπληξη παρά τις όποιες αρχικές επιφυλάξεις εξαιτίας του θέματος. Το τραγούδι του Αχιλλέα είχε μπει από τότε στη λίστα με τα προσεχώς. Και η στιγμή έφτασε. Η ανάμνηση του παραμυθένιου τρόπου αφήγησης της Μίλερ ξύπνησε την επιθυμία για επιστροφή στις αρχές του μύθου. Οι τότε επιφυλάξεις μετατράπηκαν σε προσδοκίες.

Το τραγούδι του Αχιλλέα άλλος δεν θα μπορούσε να το συνθέσει πέρα από τον Πάτροκλο.

Ο πατέρας μου ήταν βασιλιάς και απόγονος βασιλέων. Ήταν άνθρωπος βραχύσωμος, όπως οι περισσότεροι από εμάς, κι η κοψιά του θύμιζε ταύρο· ήταν όλος πλάτες. Παντρεύτηκε τη μητέρα μου όταν εκείνη ήταν δεκατεσσάρων χρόνων κι αφού είχε ορκιστεί στην ιέρεια ότι μπορούσε να κάνει παιδιά. Ως γάμος συνέφερε, ήταν αποδοτικός: η μητέρα μου ήταν μοναχοπαίδι, και η περιουσία του πατέρα της θα πήγαινε στον σύζυγό της.

Όταν με ξεγέννησαν, αγόρι, ο πατέρας  μου με τράβηξε απότομα απ' την αγκαλιά της και με έβαλε στα χέρια μιας τροφού. Γεμάτη συμπόνια, η μαμή έδωσε στη μητέρα μου ένα μαξιλάρι να κρατήσει, αφού εμένα με είχαν πάρει. Η μητέρα μου αγκάλιασε το μαξιλάρι.

Σύντομα εξελίχτηκα σε σκέτη απογοήτευση: μικροκαμωμένος, λεπτεπίλεπτος. Δεν ήμουν σφιχτοδεμένος. Δεν ήμουν ρωμαλέος και εύρωστος. Δεν μπορούσα να τραγουδήσω. Το καλύτερο που θα μπορούσε να πει κανείς για μένα ήταν ότι δεν ήμουν αρρωστιάρης.

Το αποδοκιμαστικό βλέμμα του πατέρα πάνω του έκανε το σώμα του να τρέμει. Ο Πάτροκλος μεγάλωνε προσπαθώντας να μην τραβάει την προσοχή, να μην επιδεινώσει τη θέση του. Η αφορμή ωστόσο βρέθηκε, ο πατέρας να ξεφορτωθεί την ντροπή, από τον γιο του προτίμησε τους ευγενείς, να τα έχει καλά μαζί τους. Κάπως έτσι ο Πάτροκλος βρέθηκε εξόριστος, συνοδεία του βάρους του σε χρυσό, στο βασίλειο της Φθίας, εκεί όπου ο διάδοχος του θρόνου Αχιλλέας, γιος Θεάς, ετοιμαζόταν από μικρός για να γίνει μια μέρα ο άριστος των Ελλήνων. Ο διαλεκτός από τη μοίρα, ανάμεσα σε τόσους συνομήλικούς του, που προορίζονταν να αποτελέσουν την επίλεκτη φρουρά του, ξεχώρισε τον Πάτροκλο. Από τότε οι δυο τους υπήρξαν αχώριστοι, μέχρι το τέλος. Αυτή είναι η ιστορία τους.

Η Μίλερ δίνει τον λόγο στον Πάτροκλο, τον καταφρονεμένο γιο, που έμεινε στην ιστορία ως ο σύντροφος του άριστου μεταξύ των Ελλήνων. Αλλά, ακόμα και αυτό, αρκετοί θέλησαν να του το στερήσουν. Μίλησαν για φιλία και άφησαν τον έρωτα απέξω. Είναι ένα τραγούδι αγάπης αυτό, μια ιστορία ερωτική, γεμάτη από αγάπη και πάθος, παρότι ειπωμένη σε πρώτο πρόσωπο, με ένα εγώ πριν από κάθε ρήμα. Ο Πάτροκλος λέει την ιστορία του. Και η ιστορία του ήταν ο Αχιλλέας. Το πρώτο πρόσωπο δεν στερεί αλλά προσθέτει. Ωστόσο, μια ιστορία αγάπης δεν είναι μια ανέφελη ιστορία, στον πόνο φυτρώνει και με τα δάκρυα ποτίζεται να μεγαλώσει.

Η Μίλερ, που έχει σπουδάσει αρχαία ελληνικά και έχει πάθος με τη μυθολογία, γνωρίζει καλά τι είναι εκείνο που την ενέπλεξε σε αυτά τα μυθοπλαστικά μονοπάτια, από πού εκπορεύεται η αγάπη και το πάθος για αυτές τις παλιές ιστορίες, τις κάπως παρωχημένες για κάποιους. Και αν στην κορυφή της λίστας βάλει κανείς τις λογοτεχνικές αρετές των αρχαίων μύθων, τον τρόπο με τον οποίο συμπορεύεται το ανθρώπινο και το θεϊκό, τις ανατροπές και το θάρρος, την οργιώδη φαντασία και τις άρρηκτες συνδέσεις τής κάθε υποϊστορίας με το κυρίως σώμα του μύθου, μια ζωντανή παράδοση αιώνων, κάπου εκεί κοντά θα βρεθεί και η διαχρονικότητα των μηνυμάτων, τα κοινά βάσανα των ανθρώπων, το κακό που επιβιώνει και κληροδοτείται από γενιά σε γενιά, η ανάγκη μας για αγάπη, η ιστορία που επαναλαμβάνεται. Η Μίλερ διακρίνει μια από τις αρετές του μύθου, του κάθε μύθου, την οικουμενικότητά του παρότι φαινομενικά διαπραγματεύεται την ιστορία κάποιων συγκεκριμένων ανθρώπων, κάποιων ξεχωριστών ανθρώπων, βασιλιάδων και ηρώων, θεών και ευγενών. Τέτοια είναι και η ιστορία του Πάτροκλου, τέτοια και του Αχιλλέα.

Δεν είναι τυχαίο πως το βιβλίο αυτό είναι τόσο δημοφιλές ανάμεσα στους εφήβους, ούτε εντύπωση θα έπρεπε να προκαλεί το κοινό συναισθηματικό εμβαδό που εμφανίζεται και γεφυρώνει χιλιάδες χρόνων ανθρώπινης πορείας. Η Μίλερ, με πολλή έρευνα και μέγα πάθος, καταφέρνει να αφηγηθεί μια ιστορία σε μεγάλα κομμάτια της γνωστή από μια άλλη οπτική γωνία, πετυχαίνοντας έτσι εκτός του να διατηρήσει αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον να αναδείξει επιπλέον πτυχές του μύθου, να φανερώσει τα κοινά μονοπάτια στα οποία οι νεαροί άνθρωποι βαδίζουν καθώς μεγαλώνουν. Ο νεαρός Πάτροκλος που εξορίζεται μακριά από το σπίτι του στο οποίο ποτέ δεν ένιωσε αγάπη και αποδοχή και ο νεαρός Αχιλλέας που αγκομαχά κάτω από το βάρος μιας αγάπης γεμάτης προσδοκίες και απαιτήσεις, συνθέτουν ένα ζευγάρι γνώριμο και οικείο, με τη μεταξύ τους σχέση να λειτουργεί ως μια νησίδα καταφυγής από έναν κόσμο ανοίκειο και ακατανόητο. Σε μια ιστορία τόσο σύνθετη όπως αυτή, υπάρχουν διάφορες πύλες εισόδου. Ο αναγνώστης, ανάλογα με τις προσλαμβάνουσες και τα βιώματά του, διακρίνει και ξεχωρίζει τις πλέον οικείες. Έτσι, δεύτερα πρόσωπα της πλοκής και υποϊστορίες έρχονται στο προσκήνιο. Καθώς η ιστορία προχωράει προς τον Τρωικό Πόλεμο, περαιτέρω αξίες τίθενται υπό διαπραγμάτευση. Οι σκοτεινές όψεις του ανθρώπου, η φιλοδοξία και ο εγωισμός, κυριαρχούν. Όχι όμως ολοκληρωτικά. Για κάθε Αγαμέμνονα θα υπάρχει μια Βρισηίδα, για να αναφερθώ κι εγώ σε μια παράλληλη της κεντρικής αφήγησης ιστορία.

Το τραγούδι του Αχιλλέα ικανοποίησε πλήρως την αναγνωστική μου ανάγκη κατά τη στιγμή που τράβηξα το βιβλίο από το ράφι. Μια εμπειρία με τον τρόπο της νοσταλγική, μια επιστροφή στο αναγνωστικό παρελθόν, τότε που το στοιχείο του μύθου κυριαρχούσε και η σύνδεση με τον «πραγματικό» κόσμο δεν ήταν προφανής, μια ματιά πιο αθώα, πιο αφελής. Το τραγούδι του Αχιλλέα υπενθυμίζει πως και οι διασκευές είναι δημιουργία, αρκεί να τις πλησιάσει κανείς απαλλαγμένος από διάθεση για ανούσιες συγκρίσεις. Υπενθυμίζει, όμως, και κάτι ακόμα, πως ο μύθος, καμιά φορά, κρύβει περισσότερη αληθινή ζωή, ακόμα και από μια μαρτυρία, έτσι όπως στέκει πιο ανοιχτός, επιτρέποντας, αν το θες, να βρεις κι εσύ τον δικό σου χώρο μέσα του. Η Μίλερ μοιάζει να έγραψε το βιβλίο αυτό και γιατί ίσως έτσι, κάποια στιγμή στο μέλλον, ιστορίες όπως αυτές του Πάτροκλου και του Αχιλλέα πάψουν να είναι επίκαιρες και αφεθούν επιτέλους να ξεκουραστούν στο παρελθόν τους.

υγ. Είχε προηγηθεί η ιστορία της Κίρκης, περισσότερα εδώ.

Μετάφραση Αναστασία Καλλιοντζή
Εκδόσεις Διόπτρα

Πέμπτη 21 Μαΐου 2020

Η σιωπηλή ασθενής - Alex Michaelides




Η σιωπηλή ασθενής είναι το πρώτο μυθιστόρημα του γεννημένου στην Κύπρο Alex Michaelides, το οποίο γνώρισε μια αρκετά μεγάλη, παγκόσμια εμπορική επιτυχία, ενώ στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα σε μετάφραση της Κλαίρης Παπαμιχαήλ. Ο Θίο Φέιμπερ είναι ένας ιατροδικαστικός ψυχοθεραπευτής, ο οποίος αποφασίζει να εγκαταλείψει την κλινική στην οποία εργάζεται και να επιδιώξει να προσληφθεί στην κλινική όπου νοσηλεύεται η Αλίσια Μπέρενσον. Η Αλίσια ήταν τριάντα τριών ετών όταν πυροβόλησε τον άντρα της. Το σκάνδαλο ήταν μεγάλο καθώς εκείνη ήταν ζωγράφος και εκείνος φωτογράφος, με αποτέλεσμα πολλοί δημοσιογράφοι να ενδιαφερθούν να σκαλίσουν τις πτυχές της τραγωδίας αυτής, ενώ ο σχετικός ντόρος απογείωσε τις τιμές των έργων τους. Μετά την καταδίκη της, η Πατρίσια νοσηλεύεται στο Γκρόουβ, δεχόμενη βαριά φαρμακευτική αγωγή, παραμένοντας σιωπηλή. Ο Θίο Φέιμπερ πιστεύει πως μπορεί να πετύχει εκεί που οι υπόλοιποι συνάδελφοί του απέτυχαν.  

Η επιμονή του Θίο να εργαστεί με την Πατρίσια τραβάει από την αρχή το ενδιαφέρον του αναγνώστη, καθορίζει επίσης αρχικά  και την ανάγκη του Θίο να διηγηθεί αυτή την ιστορία. Στην αφήγηση του Θίο παρεμβάλλονται κάποιες σελίδες από το ημερολόγιο της Πατρίσια, οι οποίες, σε συνδυασμό με την πλοκή, οδηγούν προς τη λύση του μυστηρίου. Η σιωπηλή ασθενής συνδυάζει στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ και ιστορίας μυστηρίου, καθώς ο Θίο, φλερτάροντας με την υπέρβαση καθήκοντος, δεν αργεί να πάρει τον ρόλο του ψυχιάτρου-ντέτεκτιβ, επιχειρώντας, παράλληλα με την ψυχιατρική προσέγγιση της Πατρίσια, να ανακαλύψει και την πραγματική αλήθεια, να εντοπίσει τα στοιχεία και τα πρόσωπα εκείνα που πιθανόν διέφυγαν της προσοχής του δικαστηρίου.

Όπως στα περισσότερα αντίστοιχου είδους μυθιστορήματα, έτσι και εδώ αυτό το οποίο κατέχει κεντρική θέση στην εξέλιξη της πλοκής είναι το συγγραφικό εύρημα το οποίο και θα οδηγήσει στην ανατροπή και τη λύση του μυστηρίου. Ο τρόπος με τον οποίο ο Michaelides δένει τα κομμάτια της ιστορίας του είναι έξυπνος, και αυτό οφείλει κανείς να το παραδεχτεί. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζουν τα στοιχεία εκείνα με τα οποία διανθίζει την ιστορία του. Η ψυχιατρική προσέγγιση, αν και σε κάποια σημεία είναι κάπως αφελής, προσδίδει περαιτέρω διαστάσεις στην ιστορία και σίγουρα βοηθάει στη δημιουργία ατμόσφαιρας. Η επιλογή της σιωπηλής ασθενούς ως κεντρικό πρόσωπο, η ιστορία που περιστρέφεται γύρω της, ενώ εκείνη παραμένει σιωπηλή, προσφέρει μια αντίστιξη ικανή να εντείνει την ανυπομονησία του αναγνώστη. Η σχεδόν πάντα απαραίτητη εμπλοκή της προσωπικής ζωής του αφηγητή δεν θα μπορούσε να λείπει, μια ιστορία παράλληλη της κύριας ιστορίας, που μας επιτρέπει να γνωρίσουμε καλύτερα τον Θίο, ενώ αποτελεί και ενός είδους μετρονόμο για τον συγγραφέα, καθώς αποφασίζει να επιβραδύνει ή να επιταχύνει τον ρυθμό της αφήγησης. Η χρήση του μύθου της τραγωδίας του Ευριπίδη Άλκηστις, προσδίδει πρόσθετο ενδιαφέρον στην ιστορία, καθώς η χρήση του γίνεται με τρόπο αρκετά έξυπνο και συνδεδεμένο μαζί της.

Το εύρημα του Michaelides, όπως και κάθε συγγραφικό εύρημα, αποτελεί ευχή και κατάρα, καθώς η οργανική ένταξή του στην ιστορία είναι ένα δύσκολο εγχείρημα. Και αυτό είναι το απογοητευτικό στο βιβλίο αυτό, το οποίο ενώ επιτυγχάνει να διατηρήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, διαθέτοντας εκτός των άλλων και σχετικά πειστικούς χαρακτήρες, και προσφέροντας μια ξεκάθαρη λύση στο μυστήριο, εντούτοις το κάνει με έναν τρόπο συγκεχυμένο, κάτι το οποίο φαίνεται ξεκάθαρα εκ των υστέρων καθώς επιχειρεί κανείς να ανασυγκροτήσει την ιστορία προσδιορίζοντας τη χρονική ακολουθία των γεγονότων. Και καθώς το μυθιστόρημα εξ αρχής υπήρξε χτισμένο γύρω από το εύρημα αυτό, η κατάρρευσή του συμπαρασύρει δυστυχώς και το συνολικό οικοδόμημα.

Συνοψίζοντας, Η σιωπηλή ασθενής υπήρξε ένα αναγνωστικά άνισο βιβλίο, και με αυτό εννοώ πως  ενώ η ανάγνωσή του υπήρξε απολαυστική, παρά τις όποιες προσωπικές ενστάσεις και λογοτεχνικές αδυναμίες, καθώς πέτυχε να μου διατηρήσει το ενδιαφέρον, να με κάνει να θέλω να δω τι θα συμβεί στην επόμενη σελίδα και κάπως έτσι να με οδηγήσει, ως το τέλος και την ανατροπή, σχεδόν λαχανιασμένο, όταν η αναπνοή επανέκτησε το φυσιολογικό της ρυθμό, αναδείχθηκε η χρονική ανακολουθία στη διαδοχή των γεγονότων κάτι το οποίο μου άφησε τελικώς μια πικρή γεύση.

Μετάφραση Κλαίρη Παπαμιχαήλ
Εκδόσεις Διόπτρα  

    

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2019

Κίρκη - Madeline Miller




Όταν γεννήθηκα, το όνομα γι' αυτό που ήμουν δεν υπήρχε. Με αποκαλούσαν Νύμφη, υποθέτοντας πως θα ήμουν σαν τη μητέρα μου και τις θείες μου και τις χιλιάδες ξαδέρφες μου. Μια που ήμαστε κατώτερες από τις μικρότερες θεότητες, οι δυνάμεις μας ήταν τόσο περιορισμένες που μετά βίας μπορούσαν να εξασφαλίσουν την αιωνιότητά μας. Μιλούσαμε στα ψάρια και στα λουλούδια που φροντίζαμε, καλοπιάναμε τα σύννεφα για να ρίξουν στάλες ή τα κύματα για να μας δώσουν το αλάτι τους. Η λέξη Νύμφη αποτελούσε την αρχή και το τέλος του μέλλοντός μας. Στη γλώσσα μας δεν σημαίνει μόνο θεότητα αλλά και νύφη.
Η Κίρκη ήταν προορισμένη να ζήσει μια αναμενόμενη ζωή στις παρυφές των θεοτήτων, να παντρευτεί, ευχαριστώντας έτσι τον πατέρα της Ήλιο και τη μητέρα της Πέρση, να μην προκαλεί προβλήματα και να μην ανακατεύει τα πράγματα, να κινείται διακριτικά και στο περιθώριο, να αρκείται στο δώρο της αιωνιότητας, να ζήσει δηλαδή όπως έζησαν τόσες Νύμφες πριν από αυτήν. Η Κίρκη όμως ήταν διαφορετική, διεκδίκησε δυνάμεις μεγαλύτερες μέσω της κλίσης της στη μαγεία, ύψωσε ανάστημα και τιμωρήθηκε γι' αυτό, υπήρξε το εξιλαστήριο θύμα, ώστε να κατακάτσει η οργή -ποιου άλλου;- του Δία, εξορίστηκε να ζήσει μόνη της στην Αία, δεν το έβαλε όμως κάτω, διεκδικώντας μέχρι τέλους το δικαίωμα στην ευτυχία με τους δικούς της όρους, με τις δικές της δυνάμεις και αδυναμίες, το δικαίωμα να αποφασίζει η ίδια για την ίδια.

Η Μίλερ, γνωστή από το Τραγούδι του Αχιλλέα, το οποίο επίσης κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Διόπτρα και έχει κιόλας μπει στη λίστα με τα προσεχώς, αποφασίζει σε αυτό το μυθιστόρημα να συνθέσει τα διάσπαρτα κομμάτια της ιστορίας της Κίρκης, που αποτελούν επεισόδια άλλων μύθων, πιο γνωστών, όπως η Οδύσσεια, η Αργοναυτική Εκστρατεία, ο Μινώταυρος, ο Δαίδαλος κτλ. Η Μίλερ χρησιμοποιεί έναν παραμυθένιο τρόπο αφήγησης, κατάλληλο για τη μυθολογία και αρκετά εικονοποιητικό και οικείο για τον αναγνώστη, χωρίς όμως να στερεί καθόλου την αναγκαία αληθοφάνεια από την ιστορία, επιτυγχάνοντας αυτόν τον ακαταμάχητο συνδυασμό για τον οποίο μιλάει ο στίχος: "τα παραμύθια δεν είναι αλήθεια/αλλά τουλάχιστον δεν είναι ψέμα"

Ναι, είναι ένας μύθος παλιός αυτός της Κίρκης, και όμως οι αναλογίες με τη σημερινή εποχή είναι δυστυχώς εμφανείς. Η Μίλερ με έναν ευφυή τρόπο, σεβόμενη τη μυθολογία για την οποία τη διακατέχει ένα τεράστιο πάθος, συνθέτει την ιστορία της μάγισσας Κίρκης, και επιτυγχάνει να γράψει ένα βιβλίο βαθιά πολιτικό, ένα βιβλίο φεμινιστικό σε μια εποχή που η επίφαση της ισότητας επικρατεί, που ο φεμινισμός εντέχνως παρουσιάζεται ως κάτι παρωχημένο, ως μια αχρείαστη γραφικότητα. Δεν πρόκειται όμως σε καμία περίπτωση για στρατευμένη λογοτεχνία, καθώς η Κίρκη διακρίνεται για τις λογοτεχνικές της αρετές, ένα χορταστικό μυθιστόρημα το οποίο μας υπενθυμίζει διάφορες πτυχές και συνδέσεις της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, της τόσο ευφάνταστης και χωρίς ταμπού μυθολογίας.

Η έλλειψη του ταμπού στην αρχαία μυθολογία, όχι μόνο την ελληνική, αλλά και την παγκόσμια, ο μη περιορισμός ανάμεσα στο τι επιτρέπεται και τι δεν επιτρέπεται να πει ο αφηγητής, αυτή η απλή διάκριση ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα, τα διευρυμένα όρια ελευθερίας στην έκφραση εντός μύθου, προσφέρουν μια μοναδική αίσθηση στον αναγνώστη, και όλα αυτά συνέβαιναν χιλιάδες χρόνια πριν, τη στιγμή που σήμερα ισχύουν νόμοι προσβολής Θείων και ηθών, που παραστάσεις κατεβαίνουν και συγγραφείς αφορίζονται, σε μια κοινωνία με ολοένα και πιο συντηρητικά ένστικτα καμουφλαρισμένα πίσω από μια δήθεν προοδευτικότητα.

Η μετάφραση της Κλαίρης Παπαμιχαήλ αποτυπώνει με ακρίβεια το ύφος της συγγραφέως, μεταφέροντας το βιβλίο στη γλώσσα που γράφτηκε ο μύθος πάνω στον οποίο στηρίζεται, γεγονός που εμπεριέχει, εκτός της γοητείας του, και πλήθος τεχνικών δυσκολιών. Η Κίρκη υπήρξε μια τεράστια αναγνωστική έκπληξη, παρά τις όποιες αρχικές επιφυλάξεις που αφορούσαν το θέμα του βιβλίου. Η αχόρταγη ανάγνωση ενός υπέροχου βιβλίου στάθηκε η αιτία για την επιστροφή σε μια προεφηβική αναγνωστική εποχή, τότε που αχόρταγα διαβάζαμε -κάποιοι από εμάς- τους μύθους αυτούς ξανά και ξανά.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Κλαίρη Παπαμιχαήλ
Εκδόσεις Διόπτρα          

      

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2019

Οι φόνοι της Κίσσας - Anthony Horowitz





Κάθε εμπόδιο για καλό. Έτσι λένε. Πιο μισητή στο άκουσμα φράση δύσκολα θα βρει κανείς, όσο και αν ψάξει, λιγότερο παρηγορητική επίσης, φράση που μόνο με την προτροπή "μην αγχώνεσαι" μπορεί να συγκριθεί. Και όμως καμιά φορά ισχύει. Οφείλει κανείς να το παραδεχτεί αυτό. Αν και καλό είναι να μη χρειαστεί υπέρβαση εμποδίου για να 'ρθει το καλό, ε; Τέτοια προβλήματα να έχεις πάντα, μου είπε -και με το δίκιο της- όταν της παραπονέθηκα στο τηλέφωνο πως ο προγραμματισμός απέτυχε οικτρά με αποτέλεσμα το ημερήσιο ταξίδι από Ηράκλειο για  Πειραιά να προβλέπεται εφιαλτικά μακρύ χωρίς βιβλίο. Σίγουρα θα βρεις κάτι στο μαγαζί με τα αναμνηστικά, είπε, άντε και μην κάνεις έτσι, συμπλήρωσε αυστηρά. Χωρίς προσδοκία καμιά κατέβηκα τους δύο ορόφους και στριμώχτηκα στο μικρό κατάστημα ανάμεσα σε εμπορεύματα και πελάτες, κάποιοι κύριοι που δοκίμαζαν κολόνιες έκαναν την ατμόσφαιρα επιπλέον αποπνικτική. 

Ύπουλο πράγμα η προκατάληψη. Παρούσα σε διάφορες μορφές, με ποικίλη αμφίεση, κρυμμένη πάντοτε καλά. Κι εγώ ήμουν γεμάτος από δαύτη. Τους περισσότερους τίτλους τους γνώριζα, τους είχα κιόλας κατατάξει στη λίστα με βιβλία που δύσκολα θα διάβαζα. Το δύσκολα είναι ένας απλός ευφημισμός. Ας είμαι ειλικρινής, επρόκειτο για βιβλία που δεν θα διάβαζα ποτέ, εκτός και αν... Ακριβώς. Εκτός και αν δεν είχα άλλη επιλογή. Ή εκτός και αν κάποιος/α μου μιλούσε με πάθος για κάποιο από αυτά. Το πάθος πάντα γκρεμίζει τις αντιστάσεις άλλωστε. Όμως το πάθος έλειπε σαφέστατα από την περίσταση. Η εναλλακτική επίσης. Είχα μπροστά μου ώρες ταξιδιού. Τσέκαρα τους τίτλους δυο φορές. Στο τρίτο πέρασμα ξεχώρισα τρεις υποψηφιότητες. Η επιλογή έγινε λόγω ενός ευρήματος που πάντοτε με ιντριγκάρει, αυτό του βιβλίου μέσα στο βιβλίο. Οι φόνοι της κίσσας ήταν ο νικητής του διαγωνισμού με έπαθλο την παρέα μου ως αναγνώστη στην αλμύρα του καταστρώματος. 

Με μοναδική προσδοκία τη διασκέδαση και το τέλος του ταξιδιού άπλωσα τα πόδια μου στην απέναντι καρέκλα και άρχισα να διαβάζω.

Η υπεύθυνη έκδοσης Σούζαν Ράιλαντ γυρίζει σπίτι της με το υπό έκδοση χειρόγραφο του συγγραφέα Άλαν Κόνγουεϊ. Τελειώνοντας την ανάγνωση, το ίδιο εκείνο βράδυ, συνειδητοποιεί πως οι τελευταίες σελίδες λείπουν και μαζί τους η λύση του μυστηρίου. Λίγο μετά, το ραδιόφωνο θα μεταδώσει την είδηση του θανάτου τού συγγραφέα. Η Σούζαν θα μετατραπεί σε πρωταγωνίστρια μιας ιστορίας μυστηρίου. Τις πληροφορίες αυτές ο αναγνώστης τις μαθαίνει στις πρώτες τρεις σελίδες του μυθιστορήματος από την ίδια τη Σούζαν. 

Έχουμε λοιπόν δύο βιβλία. Τις Άγριες κίσσες, το χειρόγραφο του Κόνγουεϊ, το τελευταίο της σειράς με ήρωα τον ντετέκτιβ Άττικους Πυντ, ένα κλασικό "ποιος το έκανε" μυθιστόρημα, φόρος τιμής στην Αγκάθα Κρίστι, στο οποίο όλοι έχουν λόγους για να θεωρηθούν ένοχοι για τα δύο πτώματα που αναστάτωσαν το μικρό χωριό της αγγλικής επαρχίας. Το χειρόγραφο είναι εγκιβωτισμένο στην ιστορία της Σούζαν, αποτελώντας την αρχή του μίτου για τη λύση του μυστηρίου, καθώς το πρώτο πράγμα που πρέπει να εξεταστεί έχει να κάνει με τις σελίδες που λείπουν από το τέλος του χειρογράφου, εκεί πιθανότατα κρύβεται και η απάντηση σχετικά με τον μυστηριώδη θάνατο του ίδιου του συγγραφέα.

Ας ξεκινήσω από τις αναμενόμενες παρατηρήσεις σχετικά με το βιβλίο. Καλογραμμένο και με διαρκές αίσθημα αγωνίας, Οι φόνοι της Κίσσας, είναι ένα πολύ καλό αστυνομικό μυθιστόρημα, με διάσπαρτες μικρές λεπτομέρειες αφημένες, που στην πορεία αποδεικνύονται σημαντικές, έξυπνα ευρήματα με κυριότερο εκείνο του βιβλίου μέσα στο βιβλίο, εύρημα λειτουργικό, που απογειώνει την αναγνωστική εμπειρία, μετατρέποντας την αναγνώστρια Σούζαν σε πρωταγωνίστρια, χωρίς αχρείαστη βία και τραβηγμένες ανατροπές, αρκετά ατμοσφαιρικό, ιδιαίτερα το χειρόγραφο. 

Και θα ήταν όλα αυτά παραπάνω από αρκετά για να μου χαρίσουν ένα ευχάριστο τελικά ταξίδι, ικανοποιώντας πλήρως τις προσδοκίες από το βιβλίο που τελικά επέλεξα. Όμως θα ήταν άδικο, νιώθω, να ισχυριστώ απλώς κάτι τέτοιο, να μιλήσω δηλαδή για απλή διασκέδαση και τίποτα παραπάνω, αφού το βιβλίο αυτό το κουβαλούσα μαζί μου μέρες μετά την ανάγνωση, όχι τόσο για την ιστορία του, όσο για την αγάπη στη λογοτεχνία, την αναβίωση της ατμόσφαιρας των βιβλίων της Κρίστι, την κατασκευαστική μαεστρία του συγγραφέα και το διακριτό ύφος του επινοημένου συγγραφέα Κόνγουεϊ, του οποίου τα βιβλία με ήρωα τον Πυντ θα ήθελα πολύ να διαβάσω. 

Κάθε εμπόδιο για καλό. Κακό πράγμα οι προκαταλήψεις. Οι χαμηλές προσδοκίες αφήνουν περισσότερο χώρο στην απόλαυση. Ένα συναρπαστικό βιβλίο. Τέλος.

Μετάφραση Χριστιάννα Σακελλαροπούλου
Εκδόσεις Διόπτρα